RSS

Author Archives: kyrgiakischristos

About kyrgiakischristos

Ονομάζομαι Χρήστος Κυργιάκης. Γεννήθηκα στο Σταυρό Καρδίτσας ,ένα καμποχώρι φιλόξενο και ήσυχο που βρίσκεται 4 περίπου χιλιόμετρα έξω από την πόλη της Καρδίτσας από δύο γονείς,τον Επαμεινώνδα και τη Βαϊα τους οποίους πάντα θα θυμάμαι και θα αγαπώ. Εκεί τελείωσα το 4θέσιο δημοτικό σχολείο και στη συνέχεια φοίτησα στο 1ο Γυμνάσιο και κατόπιν στο 1ο Λύκειο Καρδίτσας. Το 1986 πέρασα στο Φυσικό Αθήνας με πανελλήνιες εξετάσεις (20ος) και κατέβηκα στην Αθήνα γεμάτος όνειρα με την ελπίδα να βοηθήσω κι εγώ ώστε ο κόσμος να γίνει πιο δίκαιος. Εξακολουθώ ακόμη να το ελπίζω και να κάνω ότι μπορώ προς αυτή την κατεύθυνση. Τελειώνοντας τις σπουδές και μετά το στρατιωτικό,ασχολήθηκα με τα φροντιστήρια και με τη συγγραφή βοηθημάτων φυσικής με αποκλειστικό σκοπό να βοηθήσω τα τους μαθητές στην προσπάθεια που κάνουν για να κατακτήσουν τη γνώση. Τα τελευταία 8 χρόνια υπηρετώ στη δημόσια εκπαίδευση την οποία πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω, ως αναπληρωτής για 4 χρόνια και ως μόνιμος τα υπόλοιπα. Από το 1994 είμαι παντρεμένος με τη Φωτεινή με την οποία αποκτήσαμε τέσσερα παιδιά,τέσσερα αστέρια στον προσωπικό μας ουρανό. Αυτά για αρχή.........................

Κόκκινο φουστάνι

Κόκκινο φουστάνι

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

– Άντε. Πάμε μια βόλτα να περπατήσουμε. Να δούμε και τις βιτρίνες που τόσο σου αρέσει.

– Εσένα πάλι καθόλου. Άστο καλύτερα. Έτσι κι αλλιώς δεν μπορούμε να αγοράσουμε τίποτα.

Βγήκαν από το σπίτι αγκαλιασμένοι σαν να είχαν γνωριστεί την προηγούμενη μέρα παρόλο που συμπλήρωσαν κοντά τριάντα ένα χρόνια μαζί.

Ο κόσμος στο πεζοδρόμιο αρκετός. Οι περισσότεροι απολάμβαναν την απογευματινή ανοιξιάτικη βόλτα με έναν καφέ στο χέρι όπως επιβάλλουν τα νέα καταναλωτικά ήθη.

Κοντοστάθηκαν σε μια βιτρίνα. Εκείνος μετρούσε άθελά του τις μέρες που μεσολαβούν μέχρι να πληρώσει τη δόση του στεγαστικού, το ηλεκτρικό ρεύμα, και το μήνα στα φροντιστήριο Αγγλικών.

Ούτε που άκουσε τη σύντροφό του να εκφράζει την επιθυμία της για δεύτερη και τρίτη φορά.

– Δεν ακούς που σου μιλάω;

– Ακούω. Φυσικά ακούω.

– Σιγά μην ακούς.

– Έλα πες το μου πάλι.

– Αυτό το φουστάνι. Δεν είναι ωραίο;

– Ποιο;

– Αυτό. Το κόκκινο.

– Καλό είναι.

Οι σκέψεις επέστρεψαν στο μπερδεμένο του μυαλό. Η προσοχή του απομακρύνθηκε πάλι από τη σύντροφό του η οποία εξακολουθούσε να κοιτάζει, μάλλον με παράπονο, τη βιτρίνα με το κόκκινο φουστάνι.

Σκέφτηκε πως τα τελευταία τρία χρόνια δεν είχε αγοράσει για εκείνη ούτε μία κάλτσα, που λέει ο λόγος.

Πώς να τολμήσει άλλωστε να κάνει σκέψη για αγορά. Ήταν τόσες πολλές οι οικονομικές υποχρεώσεις που το κουτσουρεμένο οικογενειακό εισόδημα δεν μπορούσε να τις καλύψει.

Προστέθηκαν και κάτι έκτακτα έξοδα-τα έκτακτα έσοδα ήταν ανύπαρκτο είδος-που απομάκρυναν ακόμη περισσότερο ένα πιθανό ενδεχόμενο αγοράς.

– Να μπούμε να το δοκιμάσω; Νομίζω πως θα μου πάει.

– Έλα τώρα. Τι να δοκιμάσεις; Λες και υπάρχει περίπτωση να το πάρουμε; Άλλωστε ξέρεις πως δεν τα μπορώ αυτά.

Η όψη της σκοτείνιασε. Γύρισε το πρόσωπό της από την άλλη για να μην διαβάσει τα συναισθήματά της. Όμως εκείνος είχε ήδη προλάβει να καθρεφτιστεί στα μάτια της.

Κι είδε τον εαυτό του ευτυχισμένο να ακούει τα γέλια της μικρής του κόρης καθώς έπαιζε ανέμελα με τη φίλη της.

Και διέκρινε τον εαυτό του να γλεντάει και να χορεύει με τους φίλους του στη γιορτή του γιου του.

Είδε ακόμη τον εαυτό του να «αγαπιέται» σφόδρα με το ματατζή σε μια διαδήλωση για τα μνημόνια.

Και ντράπηκε πολύ. Ναι ντράπηκε. Και θύμωσε. Κυρίως με τον εαυτό του.

– Να πάνε να γ…….νε. Πάμε μέσα να το δοκιμάσεις.

– Τι έπαθες; Τρελλάθηκες;

– Και δε χαίρεσαι. Πάμε σε παρακαλώ.

Την έπιασε από το χέρι και την τράβηξε μέσα στο κατάστημα. Η αλήθεια είναι πως της πήγαινε πολύ. Δεν χόρταιναν τα μάτια του να την κοιτάζει και δεν ήξερε αν ήταν επειδή εκείνη ήταν τόσο όμορη ή αν ομόρφυνε ο τρόπος που ο ίδιος πλέον την κοίταζε. Μάλλον ήταν και τα δύο.

Εκείνη κοιτούσε τον εαυτό της στον καθρέφτη και σκεφτόταν πότε θα τελείωνε αυτό το μαρτύριο. Πήγε στο παραβάν και επέστρεψε με το φουστάνι στο χέρι.

– Σας ευχαριστώ. Είναι πολύ ωραίο αλλά δεν θα μπορέσουμε να το πάρουμε. Είναι ακριβό.

– Θα το πάρουμε.

– Μα τι λες τώρα; Και η δόση του δανείου;

– Να πάει να γ….ει. Θα το πάρουμε. Τελείωσε.

Ακολούθησαν στιγμές σιωπής, αμηχανίας και ευτυχίας.

Βγήκαν από το κατάστημα αγκαλιασμένοι.

Την άλλη μέρα, πηγαίνοντας οι άνθρωποι στις δουλειές τους είδαν κόσμο μαζεμένο έξω από την τράπεζα.

Κάποιος το προηγούμενο βράδυ είχε γράψει με κόκκινη μπογιά:

«Το γέλιο της αξίζει πιο πολύ από το στεγαστικό σας».

 

Advertisements
 

Ετικέτες: , , , ,

Μάσκα δεν έχω να γυρνώ

Μάσκα δεν έχω να γυρνώ…

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Mάσκα δεν έχω να γυρνώ

στο καρναβάλι ετούτο
μόνο μια απόχη να τρυγώ

της θάλασσας την πονηριά
και της σιωπής τον πλούτο.

Παντού απλώνεται μια σιωπή, μια βουβαμάρα. Λίγο ένοχη, λίγο ανεξήγητη, λίγο δικαιολογημένη. Όλοι, ή μάλλον οι περισσότεροι, βουτηγμένοι σε βαθιά περισυλλογή αναρωτιούνται.

Τι δεν πήγε καλά; Ποιος έφταιξε; Ποιος φταίει; Εμείς τι κάνουμε; Εμείς γιατί δεν κάνουμε κάτι; Και ποιον να εμπιστευτείς; Υπάρχει άλλη λύση; Μήπως να αφεθούμε στη μοίρα μας και ας γίνει ότι είναι να γίνει;

Οι κυβερνώντες μάς φέρονται σαν να είμαστε υποζύγια γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε πως πράγματι γεννηθήκαμε να ζούμε ως υποζύγια, άρα οφείλουμε τυφλή υπακοή στον ζευγολάτη μας. Ίσως να μην γνωρίζουν πως αν το βόδι «μυγιαστεί» σπάει και αλυσίδες, παρασέρνει και ηνία και ο ζευγολάτης κινδυνεύει άμεσα.

Οι τηλεβόες του συστήματος, μας απευθύνουν το λόγο λες και απευθύνονται σε πρόβατα, γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε ότι είμαστε πρόβατα και για να βγούμε από το μαντρί θα πρέπει να συμμαχήσουμε με το λύκο. Ξεχνάνε όμως πως αυτός που κινδυνεύει με εξαφάνιση δεν είναι τα πρόβατα αλλά ο λύκος.

Οι διαχειριστές του συστήματος μας συμπεριφέρονται ως πελάτες και όχι ως πολίτες, γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε ότι το ζητούμενο δεν είναι τα δικαιώματα των πολιτών αλλά το δίκιο του πελάτη το οποίο πρέπει να αναζητήσει στο καλύτερο μαγαζί πληρώνοντας, εννοείται, το ανάλογο τίμημα.

Bάρα καλή, βάρα γερή,
μια ντουφεκιά ζαχαρωτή
κι άσε να νοιώσει η γαλαρία
του χαρτοπόλεμου τη βία

Μας τριβελίζουν το μυαλό ότι τάχα μαζί τα φάγαμε για να μας κάνουν να πιστέψουμε πως πράγματι η μισή μερίδα που μας πέταξαν αξίζει το ίδιο ή και περισσότερο από τις χιλιάδες μερίδες που κράτησαν για τους εαυτούς τους και την ίδια ώρα μας στέλνουν το λογαριασμό για να πληρώσουμε, όχι μόνο τη δική μας μισή μερίδα μα και τις χιλιάδες δικές τους.

Μας χωρίζουν σε εκατοντάδες εργασιακές ομάδες δίνοντας περισσότερα στη μία ομάδα και λιγότερα στην άλλη ποντάροντας σε συμμαχίες με τους πιο ευνοημένους, υποσχόμενοι πως θα τους εξασφαλίσουν τη συνέχεια της εύνοιας αλλά και με τους πιο αδικημένους, υποσχόμενοι πως θα δώσουν τέλος στην αδικία.

Ξεφτιλίζουν οράματα, ιδανικά και αξίες βαφτίζοντας κάθε τους «μπίζνα» και κάθε αρπαχτή, στο όνομα τάχα της αξιοκρατίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης. Αξιοκρατία υπέρ των ανάξιων, ισότητα υπέρ των εχόντων και δικαιοσύνη υπέρ των δυνατών.

Σκουπίδι η σκέψη την πετώ,

τη λογική απαρνιέμαι
μ’ ένα σαράκι αρμένικο

για δρόμους που δε θέλησα
στις χαραυγές ξεχνιέμαι.

Μας διασπούν σε μικρά ανήμπορα κομμάτια που το καθένα έχει το δίκιο του το οποίο όμως δεν μπορεί να βρει, γι’ αυτό και βαφτίζει άδικο ή λιγότερο δίκιο το δίκιο του διπλανού του. Έτσι ο διπλανός μετατρέπεται από δυνάμει σύμμαχος σε φύσει εχθρός. Φυσικά, ο πραγματικός εχθρός τρίβει τα χέρια του παρακολουθώντας τον πόλεμο μεταξύ συναδέλφων.

Θεωρούν πως τώρα πια περπατάνε σε στέρεο έδαφος, αφού μόλις πριν λίγο έχουν τσαλαπατήσει πάνω στις ψυχές και στις ζωές μας και δεν αντιλαμβάνονται πως βαδίζουν πάνω σε ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί και να τους κάψει με τη λάβα του.

Αγνοούν ή δεν θέλουν να θυμούνται πως οι μεγαλύτερες αυτοκρατορίες κατέρρευσαν όταν στους αυτοκράτορες είχε γίνει συνείδηση πως τίποτα και κανένας δεν μπορεί να τους ταρακουνήσει μέχρι τη στιγμή που ένιωσαν τα θανατηφόρο τράνταγμα της πτώσης.

Επενδύουν σε όποια λογική μπορεί να περικλείει ο πανικός και ο φόβος και στη δημοκρατία της ελεύθερης επιλογής λέγοντάς μας πως είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε αυτό που έχουν αποφασίσει εκείνοι. Μας λένε ορθά κοφτά: εσείς απαγορεύετε να κλέψετε, εμείς όμως επιβάλλεται να το κάνουμε για το καλό σας. Γνωρίζουν όμως πως οι αξίες και τα ιδανικά δεν διαγράφονται, παρά μόνο σκεπάζονται με χώμα, με άμμο ακόμη και με σκουπίδια και πως αρκεί ένας δυνατός αέρας να τα κάνει πάλι ορατά και καθαρά. Και αυτό που αφουγκράζονται να έρχεται δεν είναι απλά δυνατός αέρας αλλά καταιγίδα.

Bάστα το νου, βάστα το νου

να μην γκρινιάξει του καιρού
πού ‘φτιαξε με τον πόνο κλίκα

και τσιγκουνεύεται στη γλύκα.

Ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στο Θανάση Παπακωνσταντίνου για τους στίχους που μας χάρισε και μας κρατάνε συντροφιά ετούτες τις δύσκολες ώρες του πόνου πριν τη γέννα.

 

Ετικέτες: , , ,

Μάσκα δεν έχω να γυρνώ

Μάσκα δεν έχω να γυρνώ…

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Mάσκα δεν έχω να γυρνώ

στο καρναβάλι ετούτο
μόνο μια απόχη να τρυγώ

της θάλασσας την πονηριά
και της σιωπής τον πλούτο.

Παντού απλώνεται μια σιωπή, μια βουβαμάρα. Λίγο ένοχη, λίγο ανεξήγητη, λίγο δικαιολογημένη. Όλοι, ή μάλλον οι περισσότεροι, βουτηγμένοι σε βαθιά περισυλλογή αναρωτιούνται.

Τι δεν πήγε καλά; Ποιος έφταιξε; Ποιος φταίει; Εμείς τι κάνουμε; Εμείς γιατί δεν κάνουμε κάτι; Και ποιον να εμπιστευτείς; Υπάρχει άλλη λύση; Μήπως να αφεθούμε στη μοίρα μας και ας γίνει ότι είναι να γίνει;

Οι κυβερνώντες μάς φέρονται σαν να είμαστε υποζύγια γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε πως πράγματι γεννηθήκαμε να ζούμε ως υποζύγια, άρα οφείλουμε τυφλή υπακοή στον ζευγολάτη μας. Ίσως να μην γνωρίζουν πως αν το βόδι «μυγιαστεί» σπάει και αλυσίδες, παρασέρνει και ηνία και ο ζευγολάτης κινδυνεύει άμεσα.

Οι τηλεβόες του συστήματος, μας απευθύνουν το λόγο λες και απευθύνονται σε πρόβατα, γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε ότι είμαστε πρόβατα και για να βγούμε από το μαντρί θα πρέπει να συμμαχήσουμε με το λύκο. Ξεχνάνε όμως πως αυτός που κινδυνεύει με εξαφάνιση δεν είναι τα πρόβατα αλλά ο λύκος.

Οι διαχειριστές του συστήματος μας συμπεριφέρονται ως πελάτες και όχι ως πολίτες, γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε ότι το ζητούμενο δεν είναι τα δικαιώματα των πολιτών αλλά το δίκιο του πελάτη το οποίο πρέπει να αναζητήσει στο καλύτερο μαγαζί πληρώνοντας, εννοείται, το ανάλογο τίμημα.

Bάρα καλή, βάρα γερή,
μια ντουφεκιά ζαχαρωτή
κι άσε να νοιώσει η γαλαρία
του χαρτοπόλεμου τη βία

Μας τριβελίζουν το μυαλό ότι τάχα μαζί τα φάγαμε για να μας κάνουν να πιστέψουμε πως πράγματι η μισή μερίδα που μας πέταξαν αξίζει το ίδιο ή και περισσότερο από τις χιλιάδες μερίδες που κράτησαν για τους εαυτούς τους και την ίδια ώρα μας στέλνουν το λογαριασμό για να πληρώσουμε, όχι μόνο τη δική μας μισή μερίδα μα και τις χιλιάδες δικές τους.

Μας χωρίζουν σε εκατοντάδες εργασιακές ομάδες δίνοντας περισσότερα στη μία ομάδα και λιγότερα στην άλλη ποντάροντας σε συμμαχίες με τους πιο ευνοημένους, υποσχόμενοι πως θα τους εξασφαλίσουν τη συνέχεια της εύνοιας αλλά και με τους πιο αδικημένους, υποσχόμενοι πως θα δώσουν τέλος στην αδικία.

Ξεφτιλίζουν οράματα, ιδανικά και αξίες βαφτίζοντας κάθε τους «μπίζνα» και κάθε αρπαχτή, στο όνομα τάχα της αξιοκρατίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης. Αξιοκρατία υπέρ των ανάξιων, ισότητα υπέρ των εχόντων και δικαιοσύνη υπέρ των δυνατών.

Σκουπίδι η σκέψη την πετώ,

τη λογική απαρνιέμαι
μ’ ένα σαράκι αρμένικο

για δρόμους που δε θέλησα
στις χαραυγές ξεχνιέμαι.

Μας διασπούν σε μικρά ανήμπορα κομμάτια που το καθένα έχει το δίκιο του το οποίο όμως δεν μπορεί να βρει, γι’ αυτό και βαφτίζει άδικο ή λιγότερο δίκιο το δίκιο του διπλανού του. Έτσι ο διπλανός μετατρέπεται από δυνάμει σύμμαχος σε φύσει εχθρός. Φυσικά, ο πραγματικός εχθρός τρίβει τα χέρια του παρακολουθώντας τον πόλεμο μεταξύ συναδέλφων.

Θεωρούν πως τώρα πια περπατάνε σε στέρεο έδαφος, αφού μόλις πριν λίγο έχουν τσαλαπατήσει πάνω στις ψυχές και στις ζωές μας και δεν αντιλαμβάνονται πως βαδίζουν πάνω σε ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί και να τους κάψει με τη λάβα του.

Αγνοούν ή δεν θέλουν να θυμούνται πως οι μεγαλύτερες αυτοκρατορίες κατέρρευσαν όταν στους αυτοκράτορες είχε γίνει συνείδηση πως τίποτα και κανένας δεν μπορεί να τους ταρακουνήσει μέχρι τη στιγμή που ένιωσαν τα θανατηφόρο τράνταγμα της πτώσης.

Επενδύουν σε όποια λογική μπορεί να περικλείει ο πανικός και ο φόβος και στη δημοκρατία της ελεύθερης επιλογής λέγοντάς μας πως είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε αυτό που έχουν αποφασίσει εκείνοι. Μας λένε ορθά κοφτά: εσείς απαγορεύετε να κλέψετε, εμείς όμως επιβάλλεται να το κάνουμε για το καλό σας. Γνωρίζουν όμως πως οι αξίες και τα ιδανικά δεν διαγράφονται, παρά μόνο σκεπάζονται με χώμα, με άμμο ακόμη και με σκουπίδια και πως αρκεί ένας δυνατός αέρας να τα κάνει πάλι ορατά και καθαρά. Και αυτό που αφουγκράζονται να έρχεται δεν είναι απλά δυνατός αέρας αλλά καταιγίδα.

Bάστα το νου, βάστα το νου

να μην γκρινιάξει του καιρού
πού ‘φτιαξε με τον πόνο κλίκα

και τσιγκουνεύεται στη γλύκα.

Ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στο Θανάση Παπακωνσταντίνου για τους στίχους που μας χάρισε και μας κρατάνε συντροφιά ετούτες τις δύσκολες ώρες του πόνου πριν τη γέννα.

 

Ετικέτες: , , ,

Γλίτσα, βρώμα και δυσωδία. Το σύστημά τους σάπισε.

Γλίτσα, βρώμα και δυσωδία. Το σύστημά  τους σάπισε.

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Αυτοί

 

Που τόσα χρόνια διαχειρίζονταν τις τύχες μας και έφτιαχναν τις δικές τους τύχες.

Που τόσα χρόνια εμφανίζονταν στις τηλεοράσεις και γέμιζαν οι οθόνες γλίτσα.

Που ορκίζονταν στο όνομα του λαού και στο σκοτάδι σχεδίαζαν το ξέσκισμά του.

Που ζητούσαν την τήρηση του νόμου και της τάξης από τους πολίτες την ίδια στιγμή που εκείνοι παρανομούσαν ασύστολα.

Που έβριζαν τους πολίτες αυτού του τόπου ως διεφθαρμένους την ώρα που οι ίδιοι ήταν χωμένοι μέχρι τα μπούνια στη διαφθορά.

Που με τον ιδρώτα και το αίμα των εργαζομένων έχτιζαν βίλες, έκαναν πριγκηπικούς γάμους σαν ξεμωραμένοι γέροι και ζούσαν σαν βασιλιάδες ανοίγοντας το λάκκο της εξαθλίωσης για τους ίδιους τους εργαζόμενους.

Που έφεραν την τρόικα, που συνομίλησαν με την τρόικα, που σφιχταγκαλιάζονται με την τρόικα αναζητώντας νέα στρατόπεδα συμφερόντων και νέους δρόμους πλουτισμού.

Που δεν είναι πάνω από 10.000 σε τούτο τον τόπο οι οποίοι έχουν μπλέξει τα μπούτια τους και τα συμφέροντά τους, με μοναδικό σκοπό το να συνεχίσουν να ρουφάνε το αίμα του κοσμάκη σαν σύγχρονοι βρικόλακες και το φυσικό πλούτο της χώρας, σαν γιγάντια τρωκτικά.

Που μας κρατούσαν «συντροφιά» τα σαββατόβραδα στις οθόνες των τηλεοράσεων, άλλοτε χορεύοντας με τσαχπινιά και χάρη, άλλοτε συζητώντας για το βρακί της μιας λαμπερής τραγουδίστριας και για το πώς κατουράει ο άλλος λαμπερός τραγουδιστής και άλλοτε με αμέτρητη υποκρισία, κρίνοντας και κατακρίνοντας τους αγρότες που του έκλεισαν το δρόμο και δεν μπόρεσε να πάει στη μανούλα του.

Που ενώ χρωστούσαν εκατομμύρια στο δημόσιο συνέχιζαν και συνεχίζουν, να ζουν ανενόχλητοι, μέσα στον πλούτο και τη χλιδή αφού κανένας δεν πάει να τους πάρει τα χρωστούμενα.

Που χρησιμοποίησαν και χρησιμοποιούν για προσωπικό τους πλουτισμό, όχι τα παραθυράκια, αλλά τις δίμετρες μπαλκονόπορτες που τους προσφέρει ο νόμος και που μόνο εκείνοι γνωρίζουν, αφού εκείνοι νομοθετούν.

Που ακρωτηρίασαν τον συνδικαλισμό και μετέτρεψαν τους περισσότερους συνδικαλιστές, όχι χωρίς να το θέλουν και οι ίδιοι, σε έμμεσους μισθοφόρους για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο όταν σχεδίαζαν τις αρπαχτές και τις «νόμιμες» μπίζνες.

Που συναναστρέφονταν τόσα χρόνια με τα αρπαχτικά λιβανίζοντάς τα και γλείφοντάς τα συνάμα για να εξασφαλίσουν και κείνοι μερικά κόκαλα κοροϊδεύοντας συνειδητά, αναγνώστες, τηλεθεατές και ακροατές.

Που δήλωναν και δηλώνουν ορκισμένοι εχθροί του δημόσιου τομέα ενώ συγχρόνως ακολουθούσαν και ακολουθούν την ίδια κρατικοδίαιτα, για να διατηρούν την χλιδάτη γραμμή τους.

Που όσο υπέγραφαν το ένα μνημόνιο μετά το άλλο έκαναν τη γριά πάπια και τώρα θυμήθηκαν να πουν πως «ο Γιώργος τους παράσυρε», ποντάροντας στην λήθη της κοινωνίας.

Που στο όνομα του λαού κρύβουν το πραγματικό τους πρόσωπο το οποίο φανερώνουν όταν ξεμοναχιάσουν κανέναν απροστάτευτο μετανάστη.

Που, από τη μια, εξυμνούν σε εκδηλώσεις-μνημόσυνα την «παρανομία» του Κολοκοτρώνη, του Βελουχιώτη και της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και από την άλλη προτρέπουν στην τήρηση της δικής τους «νομιμότητας και τάξης».

 

Όλοι αυτοί

 

Αποτελούν τις κολώνες, τα δοκάρια και τα τούβλα για τις μεσοτοιχίες του σάπιου πολιτικού οικοδομήματος.

Ένα οικοδόμημα που είναι έτοιμο να καταρρεύσει στην πρώτη ισχυρή σεισμική-κοινωνική δόνηση.

Και η χώρα μας είναι από τις πρώτες, παγκοσμίως, σε δονήσεις.

Τόσο σεισμικές όσο και κοινωνικές.

 

 

Τι είναι η πατρίδα Σάββα; – Η μητέρα τού λοχία, κυρ λοχαγέ

Τι είναι η πατρίδα Σάββα; – Η μητέρα τού λοχία, κυρ λοχαγέ

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Ο διάλογος που ακολουθεί αποτελεί απόσπασμα πραγματικής μαρτυρίας ενός πρόσφυγα από τη Μικρά Ασία που υπηρέτησε στον τούρκικο στρατό.

Ο λοχαγός του τούρκικου στρατού απευθύνεται στους νεοσύλλεκτους κάνοντας ερωτήσεις διαγνωστικού χαρακτήρα. Ανάμεσά τους βρίσκονται και αρκετοί φαντάροι ελληνικής καταγωγής.

– Τι είναι η πατρίδα Βαγγέλη; Το βλέμμα του Βαγγέλη γυρνάει αμήχανα αναζητώντας μάταια την απάντηση.

– Τι είναι η πατρίδα Μουράτ; Ούτε τώρα υπήρξε απάντηση.

– Τι είναι η πατρίδα Οκάν;

– Δεν ξέρω κύριε λοχαγέ.

Ο λοχαγός απευθύνεται στο λοχία για να σώσει την κατάσταση.

– Τι είναι η πατρίδα λοχία;

– Η μητέρα μου κύριε λοχαγέ.

Σίγουρος πια, ο λοχαγός, απευθύνεται στον Σάββα.

– Τι είναι η πατρίδα Σάββα;

– Η μητέρα τού λοχία, κυρ λοχαγέ;

Όταν αργότερα στη μικρασιατική καταστροφή ο Σάββας άκουγε τους άλλους Έλληνες να λένε πως θα πάνε στην «πατρίδα» σκεφτόταν πώς θα μπορούσε η μητέρα του λοχία να τους φιλοξενήσει όλους.

Φτάνοντας στον Πειραιά, λύθηκε η παρεξήγηση. Όμως για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του έβλεπε να γίνονται πράγματα άσχημα «για το καλό της πατρίδας».

Οι επόμενες γενιές των Ελλήνων μάθαιναν από τον εκάστοτε «λοχία» πως έπρεπε κάθε φορά να πληρώνουν τη νύφη, «για το καλό της πατρίδας».

Μας στρίμωξαν στην, όπως αποδείχτηκε, μέγγενη της ΕΟΚ, για το καλό της πατρίδας.

Ανάγκασαν τους αγρότες να ξεριζώνουν τα σπαρτά τους, μαζί και τις καρδιές τους, και να θάβουν τις σοδειές τους, μαζί και την ελπίδα τους, για το καλό της πατρίδας.

Εξώθησαν τους ψαράδες να σπάνε τις βάρκες τους και μετά να τις καίνε, μαζί και τα όνειρά τους, για το καλό της πατρίδας.

Ξεπούλησαν τις κρατικές τράπεζες, για το καλό της πατρίδας.

Μετέτρεψαν σιγά σιγά τις απεργίες σε πράξεις παράνομες, για το καλό της πατρίδας.

Μετέτρεψαν τις συνδικαλιστικές οργανώσεις σε παραμάγαζα του πολιτικού συστήματος, για το καλό της πατρίδας.

Ξεπούλησαν τις κερδοφόρες δημόσιες επιχειρήσεις, για το καλό της πατρίδας.

Μας, έχωσαν στη ζώνη του ευρώ, πραγματοποιώντας σε μία νύχτα τεράστια ανακατανομή πλούτου χρησιμοποιώντας ως δούρειο ίππο τη μετατροπή της δραχμής σε ευρώ, για το καλό της πατρίδας.

Έδωσαν το χαριστικό χτύπημα στα εισοδήματα των πολιτών, με τη φούσκα του χρηματιστηρίου, για το καλό της πατρίδας.

Κατέκλεψαν τα ασφαλιστικά ταμεία και τα δημόσια νοσοκομεία, για το καλό της πατρίδας.

Έφαγαν μέχρι σκασμού δημόσιο χρήμα και δημόσια γη με τις ευλογίες «μοναχών», «κουμπάρων», «φίλων» και «συγγενών», για το καλό της πατρίδας.

Υποθήκευσαν τα σπίτια μας στο τραπεζικό κέρδος, για το καλό της πατρίδας.

Μετέτρεψαν το νόμιμο σε ηθικό, τη λαμογιά σε ευφυΐα και την κουτοπονηριά σε μαγκιά, για το καλό της πατρίδας.

Κατέστρεψαν τις ζωές μιας ολόκληρης γενιάς, φέρνοντας στο καθιστικό μας την τρόικα, για το καλό της πατρίδας.

Μας βάζουν να δανειζόμαστε από τους διεθνείς «νόμιμους» τοκογλύφους, για το καλό της πατρίδας.

άρπαξαν μισθούς, συντάξεις, επιδόματα, δώρα, συμβάσεις και ετοιμάζονται να κάνουν άλλα τόσα, για το καλό της πατρίδας.

Καταστρέφουν μέρα με τη μέρα, τη δημόσια παιδεία και τραυματίζουν θανάσιμα τη δημόσια υγεία, για το καλό της πατρίδας.

Χαρίζουν δισεκατομμύρια ευρώ σε φοροφυγάδες και σε εργοδότες που δεν πληρώνουν τις ασφαλιστικές τους εισφορές, για το καλό της πατρίδας.

Σχεδιάζουν το μέλλον των παιδιών μας με τη «διά βίου μάθηση» σαν να είναι ανταλλακτικά της κερδοφόρας μηχανής των αφεντικών, για το καλό της πατρίδας.

Σκοτώνουν εμάς και τα παιδιά μας για το καλό της πατρίδας.

Μήπως μας έχουν κάνει πάρα πολλά; Μήπως πρέπει να πούμε: «ως εδώ;»

Μάλλον ήρθε η ώρα να πάρουμε εμείς οι ίδιοι τις τύχες στα χέρια μας.

Μάλλον ήρθε, επιτέλους, η στιγμή να κάνουμε κάτι, όχι «για το καλό της πατρίδας» αλλά κάτι καλό «για την ίδια την πατρίδα».

Πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα, πατρίδα είναι οι άνθρωποι, είναι όλοι αυτοί που παράγουν και έχουν δικαίωμα να απολαμβάνουν, είναι όλοι αυτοί που μια ζωή έδιναν για το καλό της πατρίδας και τώρα πρέπει η πατρίδα να τους ανταποδώσει το καλό αυτό.

Πατρίδα δεν είναι μια χούφτα αρπακτικών αφεντικών, ούτε δύο χούφτες από κρατικοδίαιτα λαμόγια που θεωρούν προτέρημα το να μπορούν να κλέβουν, ούτε μισή χούφτα πατριδοκάπηλων που δέρνουν ανυπεράσπιστους μετανάστες.

Πατρίδα είναι το βλέμμα και το χαμόγελο των παιδιών μας, των παιδιών της διπλανής πόρτας, των παιδιών με άνεργους γονείς , με γονείς χρεωμένους, που αναζητούν και δικαιούνται ίσες ευκαιρίες στο δικό τους αύριο.

Αν κάποιος «λοχαγός», ρωτήσει τα σημερινά παιδιά, «τι είναι η πατρίδα;», ξέρουν πως πατρίδα είναι ό,τι μας πληγώνει και συγχρόνως ό,τι αγαπάμε. Γι’ αυτό δε θα τους αφήσουμε να την καταστρέψουν, θα τους διώξουμε εμείς νωρίτερα.

 

Μια παλιά ιστορία του μέλλοντος

Μια παλιά ιστορία του μέλλοντος

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Φαινόταν πολύ κουρασμένος τούτος εδώ ο παράξενος καβαλάρης. Και το άλογό του περήφανο και ντελικάτο μα το είχε χωρίς σέλα ο αθεόφοβος.

Σαν έφτασε στην πλατεία του χωριού και κατέβηκε από το άτι του, ο χωροφύλακας τον ρώτησε τι έπαθε και είναι έτσι ταλαιπωρημένος. Σκέφτηκε μήπως τον κυνηγάνε, μην είναι κανένας από αυτούς τους παράνομους που γυρνάνε στα χωριά και ξεσηκώνουν τον κόσμο με κουβέντες για δίκιο, ισότητα και άλλες τέτοιες παραινέσεις  του διαβόλου.

Του απάντησε πως φταίνε αυτά που είδε μα και αυτά, όχι που έκανε, αλλά που δεν έκανε.

Προβληματίστηκε ο χωροφύλακας. Δεν πείστηκε με όσα του είπε ο ξένος γιατί δεν τα καλοκατάλαβε.

Ζύγωσε ύστερα ο ρασοφόρος του χωριού και τον καλόπιασε πως τάχα πρέπει σε κείνον να ανοίξει την ψυχή του και να ξομολογηθεί γιατί εκείνος τα’ χει καλά με το θεό και αν χρειαστεί θα μεσολαβήσει για συχώρεση.

Τραβήχτηκε απότομα ο ξένος και έφτυσε με δύναμη στο χώμα. Επέστρεψε περιφρόνηση στον παπά που έβραζε από θυμό για τούτη την απρόσμενη συμπεριφορά του ξένου.

Ύστερα πανηγύρισε ο παππάς σα να ανακάλυψε τίποτα σπουδαίο και απευθυνόμενος στους υπόλοιπους τόνισε πως δεν θα μπορούσε να περιμένει διαφορετική συμπεριφορά από έναν ξένο αντίχριστο.

Πλησίασε κι ο δάσκαλος βρωμώντας ναφθαλίνη από πάνω μέχρι κάτω και από μέσα του μέχρι έξω και αφού του συστήθηκε τον συμβούλεψε πως δεν είναι σοφό ένας ταξιδιώτης σαν και κείνον να καβαλάει το άλογο χωρίς σέλα. Πού ακούστηκε καβαλάρης σε άλογο δίχως σέλα; Του είπε πως δεν είναι σωστό να μην απαντάει με σαφήνεια στον χωροφύλακα και να φέρεται έτσι ξεδιάντροπα στον παπά τον εκπρόσωπο του θεού.

Ο παράξενος επισκέπτης κρατώντας τη μύτη του πρότεινε στο δάσκαλο να φύγει από το σχολείο μπας και μπορέσουν τα μυαλά των μαθητών του και βγουν από το σκοτάδι που τα έχει κλείσει. Του είπε επίσης πως με το δικό του το θεό μιλάει απευθείας χωρίς εκπροσώπους.

Σειρά πήρε ο κοινοτικός σύμβουλος να ζυγώσει στον άγνωστο επισκέπτη. Του πρότεινε αν πεινάει να πάει στην ταβέρνα του λίγο πιο κάτω για να φάει φτηνό φαΐ και καλό. Αν δεν είχε χρήματα δεχόταν και τιμαλφή. Ακόμη και το άλογό του θα μπορούσε να ανταλλάξει για να χορτάσει την πείνα του. Σκέφτηκε ο κουτοπόνηρος πως κάπως έτσι θα έχασε ο ξένος και τη σέλα του αλόγου του.

Ο καβαλάρης  ζήτησε από τον σύμβουλο να τον αφήσει ήσυχο και να κρατήσει το φαΐ για να γεμίσει τη σαπιοκοιλιά του.

Τελευταίος ήρθε ο πρόεδρος του χωριού ντυμένος κατά πως αρμόζει στον άρχοντα του τόπου και προσπάθησε να τον χτυπήσει φιλικά στην πλάτη.

Άρπαξε ο ξένος το χέρι του προέδρου τόσο δυνατά που λίγο ακόμα θα το έσπαγε.

Τράβηξε το όπλο ο χωροφύλακας και το έστρεψε κατά τον ξένο ζητώντας του να αφήσει το χέρι του προέδρου αλλιώς θα πυροβολούσε.

Η σκηνή διακόπηκε από τις φωνές των παιδιών που έρχονταν προς την πλατεία ανακοινώνοντας την έλευση καραβανιού με αγνώστους.

Ταράχτηκε ο χωροφύλακας, σάστισε ο πρόεδρος ενώ ο παπάς χάιδεψε τα γένια του σιχτιρίζοντας .

«Είναι συγχωριανοί μου», είπε ο καβαλάρης και πριν προλάβει να συνεχίσει τον πρόλαβαν τα παιδιά.

«Είναι κι ένα μωρό που το κοιμίζουν σε μια σέλα αλόγου», πετάχτηκε και είπε ένα πιτσιρίκι.

«Να μην πλησιάσουν θα είναι άρρωστοι», φώναξε ο πρόεδρος.

«Και άθεοι», είπε ο παππάς κι άρχισε τα ξόρκια.

«Θα χρειαστούμε ενισχύσεις, πάτε και φέρτε τα όπλα από το σπίτι», είπε ο χωροφύλακας.

«Δεν φτάνει το φαΐ για όλους», πρόσθεσε ο κοινοτικός σύμβουλος.

«Φτάνει πατέρα, Η αποθήκη είναι γεμάτη τρόφιμα», είπε ο γιος του συμβούλου.

«Θα μαγαρίσουν τα ήθη και τα έθιμά μας αν μείνουν εδώ», γρύλισε σαν αγριόσκυλο ο δάσκαλος.

«Η γη δεν είναι μόνο δική σας, είναι όλων μας. Αλλά μη νοιάζεστε. Λίγο θα κάτσουμε και μετά θα συνεχίσουμε προς το ποτάμι. Εδώ σε τούτον τον τόπο δεν μένουμε με τίποτα. Ο αέρας μυρίζει σαπίλα. Αλίμονο στα παιδιά που μεγαλώνετε», είπε ο παράξενος καβαλάρης και με ένα σάλτο βρέθηκε στη ράχη του αλόγου του.

«Στάσου», ακούστηκε μια παιδική φωνή. «Πάρτο. Για το μωρό».

Ο καβαλάρης πήρε το σκουφί από τα χέρια του παιδιού, το χάιδεψε στο κεφάλι και κίνησε να συναντήσει έξω από το χωριό τους συγχωριανούς του.

Ο θρύλος λέει πως πολλά χρόνια αργότερα ξέσπασε πόλεμος ανάμεσα στους ντόπιους και τους ξένους γιατί οι ντόποιοι ήθελαν το νερό του ποταμιού μόνο για τον εαυτό τους.

Μάλλον η πράξη του παιδιού να δωρίσει το σκουφί στον καβαλάρη δεν βρήκε μιμητές στους συνομήλικούς του.

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , ,

Όταν ο Θοδωρής συνάντησε τον Άρη

Όταν ο Θοδωρής συνάντησε τον Άρη

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Κ: ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ             Β: ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗΣ            Μ: ΜΑΘΗΤΗΣ

 

Κ. Να πάρει η ευχή. Μερικές φορές, δεν μπορώ να τον καταλάβω κι αυτόν το Μεγαλοδύναμο. Γιατί έπρεπε τώρα, ντε και καλά να με στείλει πάλι πίσω για μια μέρα; Και πού είναι τα πράγματά μου; Το σπαθί μου που είναι; Το καρυοφύλλι μου; Η περικεφαλαία μου; Κολοκοτρώνης χωρίς περικεφαλαία;

Ωχ! Ούτε το μουστάκι δε μου άφησε. Κι απ΄ότι βλέπω μ΄έντυσε σαν τον Κωλέττη και το Σχινά. Μου πήρε τη φουστανέλα και μου΄βαλε εκείνο το βρακί που το λένε πανταλόνι. Έτσι είναι, αλλά ο Κωλέττης και ο Σχινάς δεν πολέμησαν ποτέ τους για να χρειάζονται φουστανέλα.

Κ. Α! Ευτυχώς, πλησιάζει ένας άνθρωπος, να τον ρωτήσω που βρίσκομαι. Ε, πατριώτη! Καλημέρα.

Β. Καλημέρα σύντροφε.

Κ. Σα να χάθηκες μου φαίνεται ή σα να ψάχνεις κάτι.

Β. Και στα δύο έπεσες μέσα.

Κ. Πώς σε λένε;

Β. Άρη. Εσένα;

Κ. Θοδωρή. Από πού έρχεσαι ωρέ;

Β. Απ΄το υπερπέραν. Εσύ;

Κ. Κι εγώ από κει έρχομαι. Ξέρεις που βρισκόμαστε;

Β. Δεν έχω ιδέα. Σα σχολείο μου μοιάζει, αλλά δεν είμαι και σίγουρος.

Κ. Σχολείο; Τόσο μεγάλο; Μάλλον δε με γνώρισες έτσι;

Β. Γιατί θα έπρεπε;

Κ. Η μύτη μου η γαμψή, δε σου λέει τίποτα; Η περικεφαλ.. Άστο, το ξέχασα. Μ’ έστειλε χωρίς περικεφαλαία.

Β. Εσύ όμως πρέπει να με γνώρισες, έτσι δεν είναι;

Κ. Συμπάθα με παλικάρι μου, δε σε θυμάμαι. Μήπως ήσουνα μαζί μου σε καμιά μάχη; Μήπως στην Τριπολιτσά ή στα Δερβενάκια; Που να τους θυμάμαι όλους μέσα στην κάψα του πολέμου;

Β. Ίσως να με θυμάσαι από το Γοργοπόταμο, τότε που κάναμε τους Γερμανούς να το φυσάνε και να μην κρυώνει.

Κ. Γοργοπόταμο; Γερμανούς; Τους Τούρκους θες να πεις.

Β. Κάτσε, γιατί μάλλον τα έχεις λίγο χαμένα. Εγώ είμαι ο Άρης ο Βελουχιώτης, ο καπετάνιος του ΕΛΑΣ. Βέβαια, μου λείπει ο μαύρος σκούφος και η γενειάδα, γι’ αυτό δυσκολεύεσαι να με γνωρίσεις. Ας όψεται… Εσύ ποιος είσαι;

Κ. Ο Θόδωρος ο Κολοκοτρώνης, ωρέ, ποιος θες να είμαι;. Καπετάνιος είπες του ΕΛΑΣ; Και ποιους πολέμησες;

Β. Τους Γερμανούς και τους συμμάχους τους.

Κ. Και οι Τούρκοι που πήγαν; Εκτός αν εννοείς Γερμανούς τον αντιβασιλέα τον Όθωνα και την παρέα του.

Β. Οι Τούρκοι είχαν φύγει, μετά ήρθαν οι Γερμανοί, μετά οι Άγγλοι, μετά πάλι οι Γερμανοί με τους Αμερικάνους και…

Μ. Και τώρα ξανάρθαν όλοι μαζί. Γερμανοί, Ευρωπαίοι, Αμερικάνοι…

Κ. Που βρέθηκες εσύ παλικάρι μου; Τίνος είσαι;

Μ. Εγώ; Εδώ, μαθητής είμαι στο σχολείο που βρισκόμαστε. Ήρθα να ετοιμάσω κάτι πράγματα γιατί αύριο γιορτάζουμε την επανάσταση του 1821 και χωρίς να το θέλω άκουσα τη συζήτησή σας. Τον Οκτώβριο γιορτάσαμε και το ΟΧΙ στους Ιταλούς. Πάντως, κύριε Κολοκοτρώνη, κύριε Βελουχιώτη, χάρηκα για τη γνωριμία.

Κ. Οι Ιταλοί πάλι τι δουλειά έχουν;

Β. Σύμμαχοι των Γερμανών. Δεν σου είπα πριν;

Κ. Ε ρε κατακαημένη Ελλάδα! Κι εμείς τότε γιατί χύσαμε το αίμα μας; Γιατί δωρίσαμε τα νιάτα και τις ζωές μας για να λευτερωθούμε από τους Τούρκους; Για να΄ρθουν άλλοι αφεντάδες, άλλοι πασάδες; Αποτινάξαμε τη σκλαβιά για να ξαναγίνουμε σκλάβοι;

Β. Γιατί παραξενεύεσαι Γέρο του Μοριά; Ξέχασες που σ΄έβαλαν φυλακή πρώτα στην Ύδρα και μετά στο Παλαμήδι οι ίδιοι οι συμπατριώτες σου; Αυτοί που δεν έριξαν ούτε μία τουφεκιά! Μέχρι και σε θάνατο σε καταδίκασαν. Ήταν το ευχαριστώ για όσα έκανες. Μα σαν είδαν τον Ιμπραήμ να σαρώνει, σε ξανάβγαλαν για να τους γλυτώσεις. Οι κιοτήδες!

Μ. Ησυχάστε κύριε Κολοκοτρώνη. Κι εσείς κύριε Βελουχιώτη. Αλήθεια, κύριε Βελουχιώτη και σεις κάτι παρόμοιο δεν πάθατε;

Β. Εμένα δε με φυλάκισαν. Μου πήραν το κεφάλι μια κι έξω. Όμως, δεν τους έδωσα τη χαρά να με πιάσουν. Έδωσα μονάχος μου τέλος στη ζωή μου.

Μ. Ποιοι; Οι Γερμανοί;

Β. Έλληνες, που συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς. Σαν έφυγαν οι Γερμανοί, ήρθαν οι Άγγλοι και μας έβαλαν να σκοτωθούμε μεταξύ μας. Έλληνες πολεμούσαν τους Έλληνες, και ο εχθρός έκανε τη δουλειά του.

Κ. Να σου πω κάτι παλικάρι μου; Σε τούτο το λαό, όπως και σε κάθε λαό, δεν έλειψαν ποτέ ούτε οι αγώνες για τη λευτεριά μα ούτε και οι ήρωες. Δεν έλειψαν όμως και οι προδότες μα κι εκείνοι που παρίσταναν τους ηγέτες και τελικά αποδείχτηκαν ζαγάρια του κερατά. Το μόνο που τους ένοιαζε ήταν το τομάρι τους.

Β. Αφού τους αφήνουν οι λαοί!

Κ. Κοίτα να δεις φίλε Άρη. Άρη δεν είπαμε πως σε λένε; Αλήθεια, σου είπα ότι χάρηκα που σε συνάντησα; Λοιπόν, κοίτα να δεις πως τα βλέπω εγώ τα πράγματα. Από τη στιγμή που γεννιέται ένας άνθρωπος, φροντίζουν και του φοράνε το καπίστρι και μετά, τον βάζουν στο ντορό που θέλουν εκείνοι. Ούτε ζερβά ούτε δεξιά. Μόνο ντουγρού τον αφήνουν να βαδίζει.

Μ. Ποιοι κύριε Κολοκοτρώνη;

Κ. Μυαλό έχεις. Βρες το μόνος σου.  Δεν θα σου δώσω έτοιμη την απάντηση. Αν στο πω εγώ θα είναι σα να σου βάζω το δικό μου χαλινάρι. Ψάξε, διάβασε, μορφώσου, άκου, μάθε και κρίνε. Το’ χεις χρέος να το κάνεις.

Και σε παρακαλώ, σταμάτα βρε παιδί μου αυτό το «κύριε» και «κύριε». Πες με «Γέρο», «Γέρο του Μοριά», όπως τότε που κατέβαινα τις βουνοπλαγιές καβάλα στον Μαύρο μου. «Έρχεται ο Γέρος του Μοριά» έλεγαν οι Τούρκοι και τους έπεφταν τα γιαταγάνια από τα χέρια, κι ανατρίχιαζαν οι Έλληνες κι έπιαναν το τουφέκι και το’ καναν να κελαηδάει.

Β. Τι τα θες και τα θυμάσαι; Τελικά, αυτοί που αγωνίστηκαν για την ελευθερία και για το δίκιο κατέληξαν ή στη φυλακή ή στο θάνατο. Μόνο η Ιστορία τους δικαιώνει αλλά κι αυτό δε συμβαίνει πάντα. Πάρε το δικό μας παράδειγμα. Υπήρξαν κάποιοι συμπατριώτες μας, πατριώτες δεν τους λες, που το μόνο τους μέλημα ήταν να κυβερνήσουν, να εξουσιάσουν, να διατάξουν και να αποκτήσουν προνόμια για τον εαυτό τους. Δεν δίστασαν να πατήσουν στους δικούς μας αγώνες και να συνεργαστούν με τους κατακτητές.

Μ. Δηλαδή, πήγαν στράφι οι αγώνες σας; Αν ξαναζούσατε, θα κάνατε τα ίδια;

Κ. Άκουσέ με παλικάρι μου. Αν θες να συνεχίσουμε την κουβέντα, αυτό να μην τα ξαναπείς. Γίνεται, μωρέ, να είσαι αμούστακο παιδί, να σε αναγκάζει ο Τούρκος να τον κουβαλήσεις στην πλάτη σου και να μην τον πολεμήσεις σαν μεγαλώσεις; Γίνεται να βλέπεις να σου κλέβουν το βιος σου, τον ιδρώτα σου, το φαΐ σου και να μην αντιδράς; Γίνεται να είσαι μια ζωή ραγιάς; Ζει μωρέ ο ραγιάς; Τον σκιαγμένο και τον σκλαβωμένο άνθρωπο εγώ δεν τον περνάω για άνθρωπο.

Β. Δε διάβασες τι είχε πει ο Ρήγας; «Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή!»

Μ. Ναι αλλά, αξίζει τελικά να αγωνίζεται κανείς; Να δίνει ακόμα και τη ζωή του και τελικά να μην γίνεται τίποτα;

Κ. Κανένας αγώνας δεν πάει χαμένος παλικάρι μου. Δεν το βλέπεις; Αν δεν υπήρχαν στις μέρες μου ο Καραϊσκάκης, ο Ανδρούτσος, ο Παπαφλέσσας, η Μπουμπουλίνα, ο Νικηταράς και όλοι οι άλλοι που ήταν δίπλα τους, ακόμα θα είχατε τον Τούρκο στο σβέρκο. Κι αν, αργότερα δεν υπήρχαν άνθρωποι σαν τον Άρη και όλους τους άλλους που αντιστάθηκαν, θα είχατε ακόμα τον Γερμανό στο κεφάλι σας.

Μ. Ενώ τώρα!

Κ. Εσείς που είστε νέοι, να έχετε ανοιχτά τα μάτια της ψυχής και του μυαλού σας. Να σκέφτεστε, να κρίνετε, να μορφώνεστε και κυρίως να κάνετε. Δεν χρειάζονται πολλά λόγια. Ο καλύτερος τρόπος για να πεις κάτι, είναι να το κάνεις.

Άιντε, να σας αφήσω τώρα. Πρέπει να επιστρέψω. Τέλειωσε το ταξίδι μου.

Β. Και το δικό μου, το ίδιο.

Β. Κ. Καλή επιτυχία στη γιορτή σας.

Μ. Ευχαριστώ. Καλή επιστροφή…

Και τώρα τι γίνεται; Ποιος θα μου λύσει τις απορίες που έχω;

Κ. Βρες μόνο σου τις απαντήσεις. Με την ψυχή και το μυαλό. Μόνο τότε έχουν αξία.

 

Ετικέτες: ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: