RSS

Author Archives: kyrgiakischristos

About kyrgiakischristos

Ονομάζομαι Χρήστος Κυργιάκης. Γεννήθηκα στο Σταυρό Καρδίτσας ,ένα καμποχώρι φιλόξενο και ήσυχο που βρίσκεται 4 περίπου χιλιόμετρα έξω από την πόλη της Καρδίτσας από δύο γονείς,τον Επαμεινώνδα και τη Βαϊα τους οποίους πάντα θα θυμάμαι και θα αγαπώ. Εκεί τελείωσα το 4θέσιο δημοτικό σχολείο και στη συνέχεια φοίτησα στο 1ο Γυμνάσιο και κατόπιν στο 1ο Λύκειο Καρδίτσας. Το 1986 πέρασα στο Φυσικό Αθήνας με πανελλήνιες εξετάσεις (20ος) και κατέβηκα στην Αθήνα γεμάτος όνειρα με την ελπίδα να βοηθήσω κι εγώ ώστε ο κόσμος να γίνει πιο δίκαιος. Εξακολουθώ ακόμη να το ελπίζω και να κάνω ότι μπορώ προς αυτή την κατεύθυνση. Τελειώνοντας τις σπουδές και μετά το στρατιωτικό,ασχολήθηκα με τα φροντιστήρια και με τη συγγραφή βοηθημάτων φυσικής με αποκλειστικό σκοπό να βοηθήσω τα τους μαθητές στην προσπάθεια που κάνουν για να κατακτήσουν τη γνώση. Τα τελευταία 8 χρόνια υπηρετώ στη δημόσια εκπαίδευση την οποία πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω, ως αναπληρωτής για 4 χρόνια και ως μόνιμος τα υπόλοιπα. Από το 1994 είμαι παντρεμένος με τη Φωτεινή με την οποία αποκτήσαμε τέσσερα παιδιά,τέσσερα αστέρια στον προσωπικό μας ουρανό. Αυτά για αρχή.........................

Τότε που ήταν όλα δύσκολα

Τότε που ήταν όλα δύσκολα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Δεκαετία του ’60.
Σε καφενείο της παλιάς αγοράς στη μικρή επαρχιακή πόλη, δυο-τρεις παρέες οικοδόμων ακούνε ρεμπέτικα και λαϊκά στο τζουκ μποξ.

Σάββατο απόγευμα βλέπεις, ημέρα πληρωμής, πλησιάζουν και Χριστούγεννα και τα λεφτά λιγοστά και μετρημένα.

Τα καραφάκια κι αυτά μετρημένα, ίσα-ίσα για το κέφι. Οι κουβέντες, λιγοστές κι αυτές όπως σε όλες τις συναθροίσεις αυτού του είδους. Πάνω απ’όλα τα λόγια και οι μελωδίες των τραγουδιών, πάνω απ’όλα το συναίσθημα.

Κάπου-κάπου, όταν το μεράκι ξεχείλιζε, κατέβαινε στα πόδια και γινόταν ζεϊμπέκικο. Εκείνο το απλό και απέριττο λίκνισμα των ψυχών που ενώνει τη γη με τους ανθρώπους και τον ουρανό.

Ήταν και οι ψυχές έτοιμες. Σαν δε θέλει η ψυχή κανένας λόγος και καμιά μελωδία δεν μπορεί να την αγγίξει.

Μα και οι καταστάσεις πολύ δύσκολες. Φορτίο βαρύ κουβαλούσαν όλοι τους καθημερινά για να τα φέρουν βόλτα κι η ξενιτιά πλανιόταν πάνω από τα κεφάλια τους σαν ακονισμένο σπαθί που σφύριζε απειλητικά.

Κι είχες και τους παρακρατικούς και τους ασφαλίτες να τρομοκρατούν ξεδιάντροπα όποιον είχε «ύποπτη» συμπεριφορά.

Οι χαφιέδες ήταν στα πάνω τους νομίζοντας, οι ανόητοι, πως θα είχαν παντοτινή ασυλία.

Όλα τα λεμόνια έτσι σκέφτονται πριν καταλήξουν λεμονόκουπες στημένες.  Ένας ψευτόμαγκας ασφαλίτης, γνωστός στην πιάτσα, μπαίνει με ύφος στρατηγού, στέκεται κάποιες στιγμές και πάει και κλείνει το τζουκμπόξ.
«Δε μου αρέσουν αυτά τα άσματα, δεν είναι ποιοτικά» λέει και πάει και κάθεται μόνος σε μια γωνία περιμένοντας να παραγγείλει.

Ο καφετζής αργοπορεί επιδεικτικά.

Μεγάλη προσβολή να διακόπτεις το τραγούδι που ακούει η παρέα χωρίς την άδειά της. Νόμος άγραφος σα να λέμε ανώτερος.
Ένας νεαρός σηκώνεται και πάει και βάζει στο τζουκ μποξ το γνωστό: Τούτοι οι μπάτσοι που’ ρθαν τώρα.
Οι υπόλοιποι είναι σε ετοιμότητα καθώς τέτοια περιστατικά, έτσι για σπάσιμο που λένε, ήταν πολύ συχνά.
Ο ασφαλίτης βλέπει ότι δεν τον παίρνει για πολλά-πολλά. Σηκώνεται και φεύγει τσαντισμένος κλωτσώντας μια καρέκλα στο πέρασμά του και κλείνοντας με δύναμη την πόρτα του καφενείου φεύγοντας.
Πίσω στο καφενείο όλοι τραγουδούν το μη «ποιοτικό άσμα» και πανηγυρίζουν.

Ο καφετζής κερνάει από μία γύρα τους θαμώνες απλώνοντας τα πυκνά του μουστάκια γεμάτος ευχαρίστηση και στέλνοντας στο διάολο τον ασφαλίτη.

Ήταν μέρες Χριστουγέννων όπως μου είπε κάποιος που ήταν τότε παρών και τώρα … λείπει.

Το ίδιο βράδυ τα σπίτια μερικών από τους θαμώνες δέχτηκαν τις γνωστές «φιλικές» επισκέψεις. Χτυπήματα στις πόρτες και απειλές από άγνωστες σκιές του σκοταδιού που κρύβονταν στο φως της μέρας για να μην καούν.

Όπως ακριβώς και οι βρυκόλακες.

Advertisements
 

Ετικέτες: , , , ,

Υποκριτές και Φαρισαίοι τον πνίξατε το Χριστό κάπου στη Μεσόγειο

 Υποκριτές και Φαρισαίοι τον πνίξατε το Χριστό κάπου στη Μεσόγειο

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 prosfiges1 Όλα θα ήταν όμορφα, ωραία, γιορτινά, με τους ανθρώπους χαρούμενους κι ευτυχισμένους, έτοιμους να ψωνίσουν, να αγοράσουν, να καταναλώσουν όπως ορίζει η θεά διαφήμιση, όπως θα ήθελα η μαμά εταιρία που έκανε θεά τη διαφήμιση.

Όλα θα ήταν όπως πρέπει, αν δεν υπήρχαν κάτι μυτερά αγκάθια να χαλάνε τη γιορτινή σούπα.

Αλλά βλέπεις, όπου κυριαρχούν οι εταιρίες και όχι οι άνθρωποι όλα μπαίνουν στην άκρη για το κέρδος της εταιρίας.

Τι να σου κάνει η εταιρία που παράγει όπλα και η εταιρία που τα εμπορεύεται; Πώς αλλιώς θα κερδίσουν χωρίς πολέμους; Τα όπλα δεν «καταναλώνονται» αλλιώς. Δεν πας ως χριστουγεννιάτικό δώρο στο φίλο σου μια ρουκέτα, ας πούμε, τυλιγμένη σε χρυσό χαρτί. Ούτε αγοράζεις στον αδερφό σου ένα κουτί σφαίρες αντί για σοκολατάκια.

Μπορείς όμως να τα «δωρίζεις» σε τίποτα κακόμοιρους Ασιάτες ή Αφρικανούς αφού τους βάλεις πρώτα να τσακώνονται μεταξύ τους. Μετά θα σε παρακαλάνε για τα «δώρα» που παράγεις και εμπορεύεσαι.

Είναι, που λέτε, κάτι παράσιτα, ανθρώπους δεν τους λες, που άφησαν τα σπίτια τους που βομβαρδίζονταν μες στο καταχείμωνο και κίνησαν για τους δικούς μας τόπους. Τι θράσος αλήθεια εκ μέρους τους, τι αγένεια!

Ήρθαν και χάλασαν την αποβλάκωσή μας. Κάτι βρεγμένα και πεινασμένα παιδικά κορμάκια γέμισαν τις οθόνες της απραξίας μας την ώρα που όλοι περιμέναμε να δούμε στις οθόνες πόσες μέρες έμειναν ακόμη για τα Χριστούγεννα.

Όμως, ακόμη κι αυτόν τον μέγιστο ανθρώπινο πόνο του ξεριζωμού και της προσφυγιάς, οι εταιρίες, ως γνήσια αρπακτικά και μανούλες στο εμπόριο, έσπευσαν να τον εξαργυρώσουν.

Αν δεν υπήρχαν οι εταιρίες-κανάλια για να δείξουν την «ευαισθησία» των εταιριών, δεν θα υπήρχε κανένας λόγος οι εταιρίες να είναι «ευαίσθητες».

Όμως τέτοιες γιορτινές μέρες οι εταιρίες φροντίζουν για όλους όσους βρίσκονται σε ανέχεια.

Δίνουν «δωρεάν» χρόνο ομιλίας στα κινητά για να μιλάμε, να λέμε άσχετα μέχρι να καταναλώσουμε το χρόνο, να ανταλλάσσουμε ψεύτικες, τις περισσότερες φορές, ευχές, γιατί έτσι είθισται και να μας γίνεται συνείδηση πως το δικαίωμα στο να μιλάμε όσο θέλουμε μας το παραχώρησε η εταιρία η οποία όποτε θέλει, μπορεί να μας το στερήσει, όπως για παράδειγμα, αν δεν πληρώσουμε το λογαριασμό.

Πρέπει να μάθουμε πως οι εταιρίες θα είναι καλές μαζί μας αν κι εμείς είμαστε καλοί καταναλωτές, αλλιώς θα υποστούμε τις συνέπειες.

Χαρίζουν στους καλούς πελάτες εισιτήρια θεαμάτων και δείπνα στη μισή τιμή αρκεί να τους το ζητήσουμε. Οι εταιρίες έχουν φροντίσει πριν από μας για το τι θα μας άρεσε να δούμε και να φάμε. Είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε αυτό που εκείνες θέλουν.

Οι ιατρικές και ασφαλιστικές εταιρίες φροντίζουν για την υγεία και την ασφάλειά μας. Τα δημόσια νοσοκομεία και οι δομές κοινωνικής ασφάλισης και μέριμνας ισοπεδώθηκαν αφού πρώτα καταληστεύτηκαν, για να επικρατήσει και να αναδειχτεί η ανωτερότητα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.

Με σημαία τους την υγεία με αξιοπρέπεια για όλους ξεχνάνε να συμπληρώσουν: «για όλους όσους έχουν να πληρώσουν».

Τα δημόσια νοσοκομεία, προς το παρόν, χορταίνουν με εξαγγελίες και υποσχέσεις.

Για παράδειγμα, το Σπηλιοπούλειο Ογκολογικό Νοσοκομείο τελικού σταδίου λειτουργεί χωρίς το απαραίτητο προσωπικό. Κοινωνικοί λειτουργοί, φυσικοθεραπευτές, ψυχολόγοι και νοσηλευτές δεν υπάρχουν. Όσο για υλικά, ότι περισσεύει από τα κοινωνικά ιατρεία.

Αυτά παθαίνει όποιος επιθυμεί δημόσια δωρεάν υγεία, καταλήγει να μην έχει ούτε δημόσια ούτε δωρεάν ούτε υγεία. Ενώ, λίγο πιο βόρεια, η εταιρία-νοσοκομείο είναι παράδειγμα προς μίμηση. Ξενοδοχείο σκέτο και με τους καλύτερους γιατρούς, αρκεί να ξεχωρίζεις στη «λεπτομέρεια», να έχεις χρήμα να πληρώσεις.

Τούτες τις μέρες, άγιες τις βαφτίζουν αλλά ποτέ δεν κατάλαβα «γιατί;» και «για ποιους;», οι εταιρείες δείχνουν το «ανθρώπινο» πρόσωπό τους περιμένοντας την «έλευση του Χριστού». Τις υπόλοιπες 364 μέρες του χρόνου δεν νοιάζονται για την ασχήμια του προσώπου τους.

Καμώνονται, τάχα, πως δεν πήραν χαμπάρι ότι ο Χριστός που περιμένουν πνίγηκε κάπου στη Μεσόγειο.

 

 

 

 

Ετικέτες: , ,

Είπαμε το μεγάλο «ναι» αντί να πούμε το μεγάλο «όχι»;

Είπαμε το μεγάλο «ναι» αντί να πούμε το μεγάλο «όχι»;

                  Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Δηλαδή πάει τελείωσε; Αυτό ήταν; Δεν θα ξαναμιλήσουμε; Δεν θα γελάσουμε ξανά; Ούτε θα αγαπήσουμε κι ούτε θα κάνουμε πάλι όνειρα σαν εκείνα που κάναμε κάθε βράδυ στα καλοκαίρια των παιδικών μας χρόνων τότε που πετούσαμε ανάμεσα στη γη και στα άστρα;

Δεν θα βαδίσουμε ξανά στο δρόμο με τις γροθιές υψωμένες και το πείσμα να ξεχειλίζει μαζί με το δίκιο και τη σιγουριά της νίκης;

Δεν θα πιάσουμε τα βιβλία με μεράκι για να γνωρίσουμε τους εαυτούς μας, τον κόσμο και τους ανθρώπους;

Δεν θα ομορφύνουμε τους εαυτούς μας, τον κόσμο και τους ανθρώπους; Αλλιώς  πως θα μπορέσουμε να τους κάνουμε πιο φωτεινούς;

Θα ζούμε από δω και πέρα στη θλίψη, τη δυστυχία και την ανημποριά; Ώστε δεν μπορούμε λοιπόν να κάνουμε τίποτα; Ηττηθήκαμε από τους εαυτούς μας και όσους μας περιβάλλουν και φροντίζουν πριν από μας, για μας, χωρίς εμάς;

Τους παραδώσαμε τα κλειδιά έτσι; Χωρίς ούτε μια βλαστήμια;

Είπαμε το μεγάλο «ναι» αντί να πούμε το μεγάλο «όχι»;

Και τι θα πούμε αύριο στα παιδιά μας; Τι θα πούμε στους παππούδες και στις γιαγιάδες μας; Σε όλους αυτούς που μάτωσαν σε κελιά, σε ξερονήσια, που περπάτησαν με τα γόνατα σε τριβόλια; Σε όλους αυτούς που θυσιάστηκαν με τη βεβαιότητα ότι η θυσία τους δεν θα πάει χαμένη;

Θα τους πούμε πως δεν μπορέσαμε; Κι εκείνοι γιατί μπόρεσαν;

Τι θα πούμε στους μαθητές μας; Ότι τους διδάσκουμε το ψέμα και την υποκρισία; Ότι είμαστε μόνο λόγια παχιά και κούφια που δεν τα νιώθουμε και δεν τα εννοούμε;

Θα αναφωνήσουμε: ναι μεν αλλά; Για να ξεγελάσουμε ποιον;

Θα καλυφθούμε πίσω από τις όποιες ηγεσίες τις οποίες εμείς οι ίδιοι έχουμε επιλέξει;

Ή μήπως θα αρχίσουμε τις ευχές και τα «μακάρι»; Τα «πρέπει» και τα «ίσως θα ήταν καλύτερα»;

Ας κρατήσουμε λοιπόν το λίγο, το τίποτα, το εφικτό αφού αυτό μας αξίζει κι ας αφήσουμε το «όλον» για τους «ωραίους» και τους «μεγάλους», γι’αυτούς που κυνήγησαν το όνειρο μέχρι το τέλος και έκαναν τον αγώνα στάση ζωής.

Ας αφήσουμε το όραμα για τους μάγκες κι εμείς ας ζήσουμε στη μιζέρια και στην ομίχλη.

 

Ετικέτες: , , , ,

Εταιρεία: Μάνα, φίλη, αδερφή, πατρίδα

Εταιρεία: Μάνα, φίλη, αδερφή, πατρίδα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

 

Για ένα κομμάτι ψωμί,
δε φτάνει μόνο η δουλειά.
Για ένα κομμάτι ψωμί,
πρέπει να δώσεις πολλά.

Μην αγχώνεσαι φίλε μου. Το άγχος μικραίνει τη ζωή, σε σκοτώνει. Αν είσαι  γυναίκα, χαλάει το δέρμα και αφαιρεί τη λάμψη των μαλλιών σου. Αν είσαι άντρας, σου μειώνει τις επιδόσεις.

Δεν πρέπει να αγχώνεσαι, γι’ αυτό υπάρχουν οι εταιρείες. Μπορεί να μην υπάρχει κράτος, αλλά οι εταιρείες ζουν και βασιλεύουν. Γι’ αυτό δεν υπάρχει κράτος.

Θες να πας διακοπές; Έχεις τα χρήματα για ξενοδοχείο, για φαγητό για βόλτες, για παγωτό και δεν σου φτάνουν για να βγάλεις εισιτήριο; Μην ανησυχείς! Ένα SMS στην «εταιρεία» και θα έχεις δύο εισιτήρια στην τιμή του ενός. Εντάξει μπορεί να μην είναι για τον προορισμό που είχες στο μυαλό σου, αλλά δεν είναι δα και τόσο δύσκολο να αλλάξεις προορισμό. Άλλωστε η «εταιρεία» ξέρει, που είναι τα καλά ξενοδοχεία, οι καλές παραλίες, τα καλά εστιατόρια καλύτερα από σένα. Αφού κι αυτά δικά της είναι!

 

Θα σου κρεμάσουνε μια μπάλα
και θα τραβιέσαι μ’ αυτήν μέρα νύχτα.
Έχεις κανάλι πολύ να τραβήξεις,
μέχρι να πάψεις να λες «μα τι τρέχει;»
Έχει τους νόμους της αυτή η ιστορία,
δεν φτάνει μόνο η δουλειά.

 

Είσαι νέος και θες να δεις μια ταινία στον κινηματογράφο. Δεν έχεις όμως τα χρήματα για τα εισιτήρια. Μη σκας! Με ένα SMS η «εταιρεία» θα σου δώσει τα δώσει στη μισή τιμή. Για σένα και τους φίλους σου. Εντάξει μπορεί να μην είναι για την ταινία που είχες στο μυαλό σου, αλλά τι σε πειράζει αν δεις αυτή που σου προτείνει η «εταιρεία»; Εκείνη ξέρει καλύτερα από σένα τι πρέπει να δεις αφού η ίδια έκανε την παραγωγή και τη διακίνηση!

 

Για ένα κομμάτι ψωμί,
δεν φτάνει μόνο η δουλειά.
Για ένα κομμάτι ψωμί,
θα πιεις φαρμάκια πολλά.

 

Η «εταιρεία» φίλε μου μπορεί να είναι απρόσωπη όμως έχει κοινωνική ευαισθησία και οικολογική συνείδηση.

Μπορεί να στέλνει τους εργαζόμενούς της στην ανεργία όμως θα τρέξει να εξασφαλίσει τη γραφική ύλη για τα παιδιά τους.

Σου έχει πουλήσει τόσα κινητά τηλέφωνα και αξεσουάρ που δεν έχεις τι να τα κάνεις. Σκέφτεσαι να τα πετάξεις αλλά ξεχνάς την οικολογική ζημιά που θα προκαλέσεις. Ευτυχώς που υπάρχει η «εταιρεία» με περιβαλλοντικές ευαισθησίες και μαζεύει όλα αυτά τα άχρηστα αντικείμενα τα οποία θα κατέληγαν στη χωματερή των Άνω Λιοσίων και οι κάτοικοι των γύρω περιοχών δεν θα μπορούσαν να πιουν νερό. Όπως στις Σκουριές Χαλκιδικής καλή ώρα (ωχ αυτό δεν έπρεπε να το αναφέρω). Εντάξει, τα κινητά έχουν και κάποιες σπάνιες γαίες που στοιχίζουν και είναι απαραίτητα στην «εταιρεία» για να φτιάξει νέα κινητά. Αλλά, τι σε νοιάζει εσένα; Ας επωφεληθεί και σε κάτι η «εταιρεία» που τόσα προσφέρει στο περιβάλλον. Θα σου δώσει και βεβαίωση ότι παρέδωσες τα παλιά σου κινητά για να νιώσεις κι εσύ συμμέτοχος στην προστασία του περιβάλλοντος! Είδες η «εταιρεία»;

Μέχρι και τρόφιμα στέλνει η «εταιρεία» στα σχολεία για τους φτωχούς μαθητές. Ένα τοστ και ένα ολόκληρο φρούτο για τις απαραίτητες βιταμίνες. Πρέπει τα παιδιά να μάθουν ότι θα επιβιώνουν μόνο με την ελεημοσύνη της «εταιρείας», ότι δεν έχουν δικαίωμα στην τροφή, δεν έχουν δικαίωμα στη ζωή παρά μόνο αν φροντίσει γι’ αυτό η «εταιρεία».

Και πετρέλαιο θέρμανσης έστειλε στα σχολεία η «εταιρεία» για να μην κρυώνουν οι μαθητές οι οποίοι πρέπει γρήγορα να καταλάβουν πως αν θέλουν να μην κρυώνουν το χειμώνα πρέπει να υπάρχει η «εταιρεία». Το δικαίωμα στη ζεστασιά περνά από τα δικά της χέρια.

 

Θα σε πετάνε από δω κι από κει
θα λαχανιάζει η ψυχή σου.
Θα φτύσεις αίμα απ’ το στόμα, δικέ μου.
Έχει τους νόμους της αυτή η ιστορία,
δεν φτάνει μόνο η δουλειά.

Είσαι νέος και θες να σερφάρεις στο ίντερνετ, να μπεις στο face book να μιλήσεις με τους φίλους σου, πού να τρέχεις τώρα να τους συναντάς, αλλά δεν έχεις χρήματα γιατί το κουτσουρεμένο σου χαρτζιλίκι το έδωσες για να αγοράσεις κάρτα για το κινητό σου. Μην προβληματίζεσαι! Στέλνεις ένα SMS στην «εταιρεία» κι εκείνη σου δίνει τη δυνατότητα να βρυκολακιάσεις με την ησυχία σου σερφάροντας από τις 12 τα μεσάνυχτα μέχρι στις 6 το πρωί εντελώς δωρεάν. Την άλλη μέρα θα κοιμάσαι σαν το βόδι μέχρι αργά το απόγευμα. Έτσι, και να καίγεται ο κόσμος γύρω σου και να έχουν απολύσει τη μάνα σου και τον πατέρα σου, εσύ χαμπάρι δεν θα πάρεις. Ας είναι καλά η «εταιρεία» που σε απάλλαξε από ένα επιπρόσθετο άγχος. Και να ξέρεις, η «εταιρεία» σε παρακολουθεί. Έχει το νου της μην πάρεις τον στραβό το δρόμο!

Θες να δεις την αγαπημένη σου ομάδα από κοντά να παίζει στο γήπεδό της αλλά που να βρεθούν τα χρήματα; Η «εταιρεία» πάλι είναι δίπλα σου. Με ένα SMS (Πόσο στοιχίζει ένα SMS; Ούτε 1 ευρώ!), μπαίνεις στην κλήρωση και μπορεί να είσαι εσύ ο τυχερός! Φίλε, μην το γελάς. Τύχη χρειάζεται στη ζωή και τίποτε άλλο. Αν έχεις τύχη διάβαινε. Γι’ αυτό πήγαινε σ’ ένα πρακτορείο του ΟΠΑΠ. Θα το βρεις εύκολα. Είναι πολύ περισσότερα από τα σχολεία που υπάρχουν στην περιοχή σου. Μπες μέσα και προσπάθησε να μαντέψεις ποιο παιχνίδι θα είναι στημένο και με ποιον τρόπο. Αν έχεις και λίγη τύχη θα τα κονομήσεις. Θα παίξεις δύο ευρώ, θα πάρεις οχτώ για να έχεις να ξαναπαίξεις. Θα νιώσεις τη χαρά της επιτυχίας. Άσε που αν κληρωθείς για το γήπεδο θα έχεις τη δυνατότητα να εκτονωθείς και να νιώσεις άρχοντας για δύο ώρες!

 

Για ένα κομμάτι ψωμί,
θα `χεις ξεχάσει πολλά.
Για ένα κομμάτι ψωμί,
θα `χεις πληρώσει ακριβά.

 

Είσαι δυο χρόνια άνεργος και βρίσκεσαι στα όρια της ψυχολογικής κατάρρευσης; Μη φοβάσαι. Η «εταιρεία» και μάλιστα «μη κυβερνητική» θα σε βγάλει από τη δύσκολη θέση. Θα σε νοικιάσει για 4-5 μήνες για να πάρεις κι εσύ μια ανάσα, να πάρει κι εκείνη κάποιες δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ ώστε να συνεχίσει να υπάρχει και να μπορεί να στέκεται δίπλα σου στα δύσκολα.

Πιστεύεις ότι η αναδιάρθρωση του δημοσίου, η ευελιξία στις εργασιακές σχέσεις που έφεραν τα πρώτα εντυπωσιακά αποτελέσματα, για το δικό σου καλό, οφείλεται στην τρόικα; Κάνεις λάθος! Στην «εταιρεία» οφείλεται. Αυτή δίνει τις εντολές στην τρόικα. Έτσι για να ξέρεις ποιοι είναι οι πραγματικοί σου σωτήρες;

Έχεις στ’ αλήθεια την εντύπωση ότι η «εταιρεία» καίγεται τόσο να σου μειώσει τους μισθούς, να σε απολύσει, να σε βάζει να δουλεύεις περισσότερο ή να σε στείλει μετανάστη; Κάνεις πάλι λάθος! Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, την ενδιαφέρει η ψυχή σου. Να της την πουλήσεις, να της την τάξεις, να την ανταλλάξεις. Έτσι εκείνη θα μπορεί να θησαυρίζει την ώρα που εσύ θα πεινάς για να έχει τη δυνατότητα μετά να σε ελεημονήσει. Αν δεν σ’ αφήσει άνεργο, αν δεν σ’ αφήσει άφραγκο, αν δεν κάνει τα προϊόντα της ανάγκες σου, αν δεν υποταχτείς στον πολιτισμό της και την ιδεολογία της, πώς θα καταλάβεις την αναγκαιότητα της ύπαρξής της.

Πρέπει να γίνεις παραγωγός και όχι δημιουργός, να γίνεις υπεύθυνος καταναλωτής και όχι άνθρωπος με πραγματικές ανάγκες.

Πρέπει τα όνειρά σου να ταυτιστούν σιγά-σιγά με τα όνειρα της «εταιρείας» που θα γίνουν σύντομα οι εφιάλτες σου, εκτός αν κρατήσεις τα δικά σου, πράγμα εφιαλτικό για την «εταιρεία».

Δεν έχεις καταλάβει φίλε ότι τελικά η «εταιρεία» δεν θέλει να έχεις πατρίδα, γιατί θέλει να είναι πατρίδα σου εκείνη η ίδια; Θέλει να πολεμάς και να σκοτώνεσαι για κείνη με τα όπλα που η ίδια θα σου πουλάει, να στρέφεσαι ενάντια στον αδερφό σου για τα πετρέλαιά της, για τα εργοστάσιά της για το χρυσό της.

Έτσι είναι η «εταιρεία». Μάνα, φίλη, αδερφή, πατρίδα!

Δεν φτάνει μόνο το μυαλό σου,
δε φτάνει μόνο το κορμί σου.
Το πιο σπουδαίο είν’ η ψυχή σου, δικέ μου.
Έχει τους νόμους τους αυτή η ιστορία,
δεν φτάνει μόνο η δουλειά.

Και κάποια μέρα θα σε λύσουν,
μα θα φοβάσαι να φύγεις, θα τρέμεις.
Θα σε κλωτσάνε και θα σ’ αρέσει, δικέ μου.
Σαν το σκυλί τους θα σ’ έχουν, δικέ μου,
μα δε θα έχεις ψυχή να το νιώσεις,
θα είναι για σένα αργά.

 

Ετικέτες: , , , ,

Έλα, παππού! Σήκω! Σήκω να πιάσεις πάλι το ακορντεόν

 

Έλα, παππού! Σήκω! Σήκω να πιάσεις πάλι το ακορντεόν

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Μάλλον μπήκε για τα καλά ο Χειμώνας. Δεν εξηγείται αλλιώς το τσουχτερό κρύο.

Βρισκόμαστε μόλις λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα. Βρισκόμαστε δηλαδή σε μέρες άγιες. Ποτέ του δεν κατάλαβε γιατί οι μέρες αυτές λέγονται «άγιες», αφού για κείνον όλες οι μέρες ήταν ίδιες και απαράλλαχτες.

Άσε που αυτές τις «άγιες», όπως τις λένε, μέρες κρύωνε περισσότερο από τις υπόλοιπες.

Τα πάνινα παπούτσια του, τού ήταν πλέον πολύ στενά και το σχίσιμο του δεξιού, κυρίως, παπουτσιού είχε μεγαλώσει τόσο πολύ που το πόδι του κινδύνευε να βγει έξω. Ή το φορούσε ή δεν το φορούσε το ίδιο πράγμα ήταν. Το νερό και το κρύο περνούσαν ανενόχλητα στο εσωτερικό του παπουτσιού με αποτέλεσμα, το ξυπόλητο περιεχόμενό του να απολαμβάνει συχνά ένα κρύο μπάνιο με βρόχινο νερό.

Ευτυχώς που ο παππούς του φρόντισε και του βρήκε ζεστό παντελόνι, μπλούζα μάλλινη και πανωφόρι γιατί αλλιώς θα ξεπάγιαζε ο πιτσιρίκος μας.

Τι πιτσιρίκος δηλαδή; Τα είχε κλείσει τα 12 και βάδιζε στα 13. Αν συνέχιζε το σχολείο θα ήταν τώρα στο γυμνάσιο.

Χρυσό τον έκανε ο παππούς του να συνεχίσει στο γυμνάσιο όταν τελείωσε το δημοτικό αλλά εκείνος δεν ήθελε ν’ ακούσει κουβέντα.

Και να πεις ότι δεν τά΄παιρνε τα γράμματα; Μωρέ σαΐνι σκέτο ήταν. Δεν ήθελε να αφήνει όμως μόνο τον παππού του, ειδικά τώρα που το φως των ματιών του έσβησε τελείως.

Μπορεί να μην έβλεπε με τα μάτια ο παππούς του αλλά σίγουρα έβλεπε με την ψυχή. Όταν ήταν πιο μικρός, πίστευε πως έβλεπε με τα χέρια. Δεν μπορούσε αλλιώς να εξηγήσει πώς γινόταν ένας άνθρωπος να μην βλέπει παρά μόνο σκιές και όμως να μπορεί να παίζει τόσο τέλεια το ακορντεόν του.

«Το έχω εκπαιδεύσει και παίζει μόνο του. Ξέρει ότι το αγαπάω και μου κάνει όλα τα χατίρια», του έλεγε συχνά ο παππούς για να τον πειράξει.

«Πάλι ψέματα μου λες, παππού. Όπως τότε μ΄εκείνον τον πληγωμένο που μπήκε στο σπίτι μας τις προάλλες».

«Τι ψέμα σου είπα παλικαράκι μου;»

«Μου είπες πως ήταν καλός, έτσι δε μου είπες;»

«Αφού ήταν. Τι ήθελες να σου πω;»

«Τότε γιατί τον κυνηγούσαν οι αστυνομικοί; Από πότε οι αστυνομικοί κυνηγάνε και τους καλούς;»

«Καμιά φορά κυνηγάνε και τους καλούς. Μην το παιδεύεις άλλο το μυαλουδάκι σου. Σα μεγαλώσεις λίγο ακόμα, θα δεις, θα σκεφτείς και θα καταλάβεις. Άντε! Άστα αυτά τώρα και σύρε να μου φέρεις το ακορντεόν από πάνω. Δίπλα στο κρεβάτι το έχω. Έλα, οι φίλοι μας θα περιμένουν να ακούσουν λίγη μουσική. Δεν κάνει να τους απογοητεύσουμε».

«Και πως ξέρεις πως θα περάσουν τώρα παππού;»

«Δεν ακούς τα βήματα των ανθρώπων που πλήθυναν; Αυτό πάει να πει πως άνοιξαν τα μαγαζιά για την απογευματινή βάρδια. Άντε, πήγαινε σου λέω και μην ξεχάσεις να μου φέρεις να ανάψω και ένα τσιγάρο».

Ο πιτσιρίκος μας, ανέβηκε δυο-δυο τα ξύλινα σκαλιά της παλιάς διώροφης κατοικίας που έμενε με τον παππού του, βρήκε το ακορντεόν, το σκούπισε προσεκτικά με το βαμβακερό ύφασμα με το οποίο ήταν σκεπασμένο, πήρε και τα τσιγάρα με τον αναπτήρα από το κομοδίνο και, κρατώντας με προσοχή το ακορντεόν, έφτασε γρήγορα στον παππού του που είχε πάρει ήδη θέση στην πάνινη πολυθρόνα του, έτοιμος να ξεκινήσει για μία ακόμη φορά, την καθιερωμένη του «παράσταση».

Ο Μπάρμπα-Σίμος ήταν γνωστός σε όλους όσους είχαν τα καταστήματά τους στον πεζόδρομο που βρισκόταν και το σπίτι του. Κληρονομιά από τον πατέρα του. Πάσχιζε να το συντηρήσει μαζί με τον εαυτό του και τον πιτσιρίκο μας με τη μικρή αναπηρική σύνταξη που έπαιρνε, λόγω της μειωμένης όρασής του, «παράσημο» της δουλειάς. Οξυγονοκολλητής στα καράβια ήταν στα νιάτα του ο Μπάρμπα-Σίμος μέχρι που μια μέρα έπαθε το ατύχημα.

Από τότε, ζούσε με τη σύνταξη που του έδωσαν και η ζωή του φωτιζόταν μόνο τις στιγμές που έπιανε στα χέρια του το ακορντεόν και το΄κανε να κελαηδάει.

Μέχρι τη μέρα που στα σκαλιά του σπιτιού του, εμφανίστηκε ο πιτσιρίκος μας, ο Άρης. Τον έφερε μια κυρία, υπάλληλος του υπουργείου εξωτερικών. Ήταν το παιδί του γιου του, του Νίκου, που είχε φύγει πριν πολλά χρόνια για άλλες, μακρινές πολιτείες και δεν είχε δώσει ποτέ μέχρι τότε σημεία ζωής. Αφού υπήρχαν μέρες που ξεχνούσε πως είχε κάποτε και ένα γιο.

Μήτε γυναίκα είχε πια ο Μπάρμπα-Σίμος. «Έφυγε», δύο χρόνια μετά το ξαφνικό φευγιό του Νίκου. Δεν άντεξε τον πόνο από την απουσία του γιου της και διάλεξε να μη θέλει άλλο να ζει.

Δύο μερόνυχτα την πενθούσε ο καημένος ο Μπαρμπα-Σίμος, παίζοντας ασταμάτητα με το ακορντεόν, όλα τα τραγούδια που της άρεσαν όσο ζούσε.

Γιατί της Πελαγίας, της γυναίκας του, της άρεσε πολύ να ακούει τον άντρα της να παίζει και να τον συνοδεύει τραγουδώντας.

Όταν ο Σίμος, αντίκρισε για πρώτη φορά τον Άρη και άκουσε τις εξηγήσεις που του έδινε η υπάλληλος του υπουργείου, σκέφτηκε πως βλέπει όνειρο κακό. Μα σαν ο Άρης του έσφιξε το χέρι κοιτώντας την υπάλληλο που έφευγε από το σπίτι, ένιωσε την καρδιά του να πάει να σπάσει από συγκίνηση. Θυμήθηκε το Νίκο, την Πελαγία και τις λίγες ευτυχισμένες μέρες που είχε καταχωνιάσει σε μια άκρη του μυαλού του.

Από τότε, έγινε για τον Άρη και παππούς, και πατέρας και μάνα και δάσκαλος μαζί.

Έπιασε, λοιπόν, ο Μπάρμπα-Σίμος, το ακορντεόν που του έφερε ο Άρης, πέρασε τα λουριά στους ώμους και άρχισε να μιλάει μαζί του πατώντας με μαεστρία τα πλήκτρα.

Ο πεζόδρομος γέμισε νότες που ταξίδευαν στον αέρα και περνούσαν ασυναίσθητα στα στόματα των περαστικών και των ανθρώπων που δούλευαν στα γειτονικά καταστήματα.

Ο Άρης, πότε καθόταν δίπλα του και τον συνόδευε στο τραγούδι, πότε σηκωνόταν και έπαιζε εκεί γύρω και πότε προσπαθούσε να συνταιριάξει τα πόδια του στο ρυθμό κάποιου τραγουδιού.

Κουρασμένος από το παιχνίδι, κάθισε στο τελευταίο σκαλί του σπιτιού, ακουμπώντας στην άκρη το καπέλο του που δεν το αποχωριζόταν παρά μόνο σαν έπεφτε για ύπνο, και σιγοτραγουδούσε μαζί με τον παππού του.

Ένα καλοντυμένο αντρόγυνο πλησίαζε προς το μέρος τους συζητώντας και κοιτώντας το γέροντα με τον πιτσιρικά με περιέργεια και συμπόνια.

«Αντώνη, ρίξε κάτι στο καπέλο του παιδιού σε παρακαλώ. Κρίμα! Είναι εντελώς άδειο. Χάθηκε τελείως η ανθρωπιά σε τούτη την πόλη; Δεν αντέχω! Μόλις που κρατιέμαι για να μη δακρύσω», είπε η γυναίκα και έψαξε στην τσάντα της να βγάλει το μεταξένιο της μαντίλι για να σκουπίσει τα ανύπαρκτα δάκρυα.

«Έχεις δίκιο, Άννα», συμφώνησε μαζί της ο συνοδός της και έκανε να βγάλει ένα χαρτονόμισμα από το δερμάτινο πορτοφόλι του.

Ο μικρός Άρης που άκουσε τη συζήτηση, πήρε το καπέλο και το φόρεσε. Μετά, γυρνώντας προς το ζευγάρι, τους είπε:

«Κάνετε λάθος. Ο παππούς μου δεν παίζει ακορντεόν για να μαζέψει χρήματα. Παίζει επειδή του αρέσει να διασκεδάζει τους περαστικούς».

Ο Μπάρμπα-Σίμος, μέχρι τότε δεν είχε μιλήσει.

«Κρατήστε τα λεφτά σας κυρία. Νομίζω πως τα έχετε περισσότερο ανάγκη από μας. Εμείς τραγουδάμε για το κέφι μας όχι για χρήματα», είπε ο Μπάρμπα-Σίμος γεμάτος ευγένεια στη φωνή του.

«Γέρο, δεν ξέρεις τι σου γίνεται! Αυτά τα χρήματα για μένα είναι ένα τίποτα. Ούτε καν ψίχουλα. Έχω τόσα χρήματα, όσα δεν μπορείς να φανταστείς. Μπορώ να αγοράσω ότι θέλω».

«Είμαι σίγουρος, κυρία πως έχετε πολλά. Και είπατε να δώσετε μερικά ψίχουλα για να σώσετε την ψυχή σας; Δεν μπορείτε πλέον να τη σώσετε. Είναι αργά! Αλλά να ξέρετε πως δεν αγοράζονται όλα με τα λεφτά».

«Αλήθεια; Για πες μου τί δεν αγοράζεται;»

«Δεν τα γνωρίζετε εσείς κυρία αυτά. Φιλότιμο, αγάπη, μπέσα, φιλία, χαρά, πόνος, νταλκάς. Ξέρω κι άλλα να σας πω αν δε βαρεθήκατε».

«Είσαι αγενής και αυθάδης! Πώς μιλάς έτσι σε μια κυρία. Αντί να πεις ¨ευχαριστώ¨ βγάζεις και γλώσσα. Δεν κοιτάς τα χάλια που έχει ο εγγονός σου; Δεν βλέπεις που το πόδι του σε λίγο θα βγει έξω από το παπούτσι;», πήρε το λόγο ο συνοδός της κυρίας σε μια προσπάθεια να την υπερασπιστεί.

«Φίλε, η αξιοπρέπεια σιχαίνεται το χρήμα. Αυτό να το θυμάσαι!», απάντησε ο Μπάρμπα-Σίμος και άρχισε σιγά-σιγά να χαϊδεύει τα πλήκτρα του ακορντεόν στέλνοντας στους περαστικούς τις νότες του ¨Bella Ciao¨.

Η κυρία είχε κοκκινίσει, είχε πρασινίσει είχε αλλάξει χίλια χρώματα από την οργή της.

«Πάμε Αντώνη. Πέσαμε σε ακατάδεχτους φτωχούς».

«Στο καλό κυρία. Δεν είμαστε ακατάδεχτοι. Περήφανοι είμαστε και θα μείνουμε, αν δεν σας πειράζει», της είπε αναπάντεχα ο Άρης και ζήτησε από τον παππού του να συνεχίσει το τραγούδι.

Εν τω μεταξύ, πολλοί περαστικοί, που είχαν αντιληφθεί το περιστατικό, είχαν μαζευτεί τριγύρω. Κάποιοι επικροτούσαν τη στάση του παππού και του πιτσιρίκου μας, οι περισσότεροι σιγοτραγουδούσαν το τραγούδι που έπαιζε ο Σίμος και υπήρχαν και ορισμένοι που έδιναν δίκιο στο πλούσιο ζευγάρι.

Ο Άρης ξαναβρήκε το κέφι του και προσπαθούσε να χορέψει στους ρυθμούς του τραγουδιού μέχρι που ένας παρατεταμένος θόρυβος και μια παράξενη οχλαγωγία που όλο και δυνάμωνε, άρχισε να καλύπτει σιγά-σιγά την ένταση του τραγουδιού.

Όλοι σταμάτησαν να έχουν το νου τους στο τραγούδι και προσπαθούσαν να καταλάβουν τι συνέβαινε.

«Οι αστυνομικοί, έριξαν δακρυγόνα και κυνηγάνε τους διαδηλωτές», είπε κάποιος που έτρεχε προς το μέρος τους με δακρυσμένα μάτια.

Πολύ σύντομα, εκατοντάδες διαδηλωτών, περνούσαν τρέχοντας μπροστά από τα έκπληκτα μάτια του Άρη, προσπαθώντας να φύγουν μακριά από τα δακρυγόνα και από τους αστυνομικούς που τους ακολουθούσαν φορώντας ασπίδες, μάσκες και κράνη και κρατώντας στα χέρια τους τα λαστιχένια γκλομπς.

Τα μάτια του Άρη άρχισαν να τσούζουν και να δακρύζουν, χωρίς να ξέρει το λόγο. Ο Μπάρμπα-Σίμος, που κατάλαβε τι είχε συμβεί, άρχισε να παίζει πάλι το ¨Bella Ciao¨ και να τραγουδάει με όση δύναμη είχε.

Κάποιος νεαρός διαδηλωτής σταμάτησε μπροστά του και προσπάθησε να τον πείσει πως έπρεπε να φύγει γιατί ήταν επικίνδυνο το να μένει εκεί, στη μέση του χαμού, και να τραγουδάει.

Ο γέροντας αρνήθηκε ευγενικά και αμέσως μετά φώναξε δυνατά στον νεαρό:

«Πώς σε λένε παλικάρι;»

«Νίκο, με λένε, αλλά δεν είναι ώρα τώρα για συστάσεις».

Στο άκουσμα του ονόματος ο Σίμος πετάχτηκε από την πολυθρόνα του.

«Πάρε τον Άρη, τον εγγονό μου και ανεβείτε γρήγορα πάνω στο σπίτι. Εμένα δεν θα με πειράξουν. Είμαι γέρος και τυφλός, τι να με κάνουν εμένα.»

«Που είναι ο Άρης;»

«Εδώ γύρω ήταν. Ψάξε σε παρακαλώ, ψάξε…»

Ο νεαρός με δυσκολία εντόπισε λίγα μέτρα πιο πέρα τον Άρη, τον άρπαξε από τις μασχάλες και τον ανέβασε στο σπίτι.

Το τι ακολούθησε κάτω στον πεζόδρομο, δεν περιγράφεται. Σε μια ατμόσφαιρα αποπνικτική, κόσμος έτρεχε δεξιά κι αριστερά, μάχες γίνονταν σώμα με σώμα ανάμεσα σε αστυνομικούς και διαδηλωτές, συνθήματα ακούγονταν σποραδικά και όλα αυτά κάτω από τον ήχο ενός ακορντεόν.

Ο Μπάρμπα-Σίμος δεν σταμάτησε ούτε στιγμή να παίζει. Είχε σηκωθεί από την πολυθρόνα του και ο ιδρώτας κυλούσε πάνω του από την ένταση, το πάθος και τη συγκίνηση.

Θυμήθηκε παρόμοιες καταστάσεις που έζησε ο ίδιος σε μια μεγάλη απεργία του σωματείου του.

Κάποια στιγμή, ένιωσε να χάνει την ισορροπία του από ένα δυνατό χτύπημα που δέχτηκε στο κεφάλι. Σωριάστηκε πάνω από το ακορντεόν, το οποίο χτυπώντας στο οδόστρωμα έβγαλε έναν παρατεταμένο ήχο.

Η μουσική διακόπηκε απότομα. Μια φωνή: «Είναι νεκρός! Τον σκοτώσατε!», έκανε όσους ήταν εκεί κοντά να παγώσουν.

Οι διαδηλωτές, σταμάτησαν να τρέχουν και οι αστυνομικοί σταμάτησαν να καταδιώκουν και άρχισαν να κινούνται, οπισθοχωρώντας προς την κατεύθυνση από την οποία εμφανίστηκαν.

Το τραγικό νέο μεταφέρθηκε γρήγορα από στόμα σε όλο το μήκος της διαδήλωσης. Ο κόσμος άρχισε να συσπειρώνεται σε μεγάλες ομάδες και να κινείται τώρα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Κανείς δεν είχε πλέον διάθεση να φύγει, κανείς δεν φοβόταν.

Συνθήματα, οργής άρχισαν να ακούγονται παντού, κάνοντας τον πεζόδρομο να σείεται από παλμό και ένταση.

Το ασθενοφόρο, με δυσκολία κατάφερε να φτάσει στο σημείο που «έπεσε», ο Μπάρμπα-Σίμος όπου και διαπιστώθηκε ο θάνατός του.

Ο μικρός Άρης, πεσμένος πάνω στον παππού του έκλαιγε ασταμάτητα.

«Έλα, παππού! Σήκω! Σήκω να πιάσεις πάλι το ακορντεόν. Μην κοιμάσαι άλλο. Δεν βλέπεις πόσος κόσμος μαζεύτηκε και περιμένει να σε ακούσει;»

Με δυσκολία, ο Νίκος, ο νεαρός διαδηλωτής που τον ανέβασε στο σπίτι κατάφερε να τον απομακρύνει αγκαλιάζοντάς τον και παρηγορώντας τον.

Παρηγορούσε τον πιτσιρίκο μας που μέσα σε λίγη ώρα ανδρώθηκε με τον πιο σκληρό τρόπο.

Το ποτάμι του κόσμου, δεν επέτρεψε στο ασθενοφόρο να απομακρυνθεί. Μια νέα παράξενη διαδήλωση ξεκίνησε με το ασθενοφόρο να είναι στην κορυφή της και τον κόσμο να το συνοδεύει μέχρι το νοσοκομείο τραγουδώντας:

 

Επέσατε θύματα, αδέρφια, εσείς
Σε άνιση Πάλη κι Αγώνα
Ζωή, λευτεριά και τιμή του Λαού
Γυρεύοντας, βρήκατε μνήμα

Συχνά σε υγρές, σκοτεινές φυλακές
Πικρές επεράσατε μέρες
Και μ’ ένα του δήμιου νεύμα ευθύς
Σας φέραν μπροστά στην κρεμάλα…

Γλεντούν οι τυράννοι και μες το πιοτό
Τη λήθη γυρεύουν να βρούνε
Μα οι μέρες τους όμως μετρήθηκαν πια
Και τέλος φρικτό τους προσμένει

Θεριεύει ο γίγαντας τώρα Λαός
Και σπάει δεσμά κι αλυσίδες
Αιώνια η μνήμη σε σας, αδελφοί
Στον τίμιο που πέσατε Αγώνα…

 

Στο νοσοκομείο οι γιατροί ανακοίνωσαν και επίσημα το θάνατο του Μπάρμπα-Σίμου:

«Σήμερα στις 16:22 μεταφέρθηκε με το ασθενοφόρο, ήδη νεκρός, στο Νοσοκομείο μας ο Σίμος Δεληγιάννης, ετών 73. Ο θάνατός του προήλθε από ανακοπή της καρδιάς. Φέρει χτύπημα στη δεξιά περιοχή του κεφαλιού το οποίο ενδέχεται να προέρχεται από κάποιο ραβδοειδές αντικείμενο».

……………………………………………………………………………………………………………..

Την άλλη μέρα, ο κόσμος έμαθε, από το στόμα του ίδιου του πρωθυπουργού, την απομάκρυνση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και την έναρξη της ένορκης διοικητικής εξέτασης για να αποδοθούν ευθύνες στους υπαίτιους.

Τα γεγονότα, έκαναν το γύρω του κόσμου, φτάνοντας μέχρι και τις χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Σε μία από αυτές, βρισκόταν και ο Νίκος Δεληγιάννης, ο γιος του Μπάρμπα-Σίμου, ο οποίος, μόλις πριν δύο μήνες είχε αποφυλακιστεί μετά από έξι χρόνια εγκλεισμού του στις φυλακές για αντικαθεστωτική δράση. Με την αλλαγή της πολιτικής κατάστασης στη χώρα, δόθηκε αμνηστία σε όλους τους πολιτικούς κρατούμενους.

Έτσι, μπόρεσε, μετά από λίγες μέρες, σε συνεννόηση με το Ελληνικό Προξενείο, να φτάσει στην Ελλάδα και να παραλάβει το γιο του.

Οι δυο τους επέστρεψαν στη Λατινική Αμερική όπου και ζουν μέχρι σήμερα.

Ο μικρός Άρης ζήτησε από τον πατέρα του πριν φύγουν, να περάσουν από το σπίτι στον πεζόδρομο και να πάρουν μαζί τους το ακορντεόν.

Φεύγοντας από το σπίτι και κρατώντας σφιχτά στον κόρφο του τη φωτογραφία του παππού του, κοντοστάθηκε για λίγο μπροστά στα σκαλιά.

Δεκάδες αναμνήσεις, γέμισαν τα μικρά του μάτια με δάκρυα που δεν χωρούσαν στα βλέφαρά του και κύλησαν, καυτά ρυάκια στα δυο του μάγουλα.

«Θα ξανάρθω παππού. Θα ξανάρθω για να σε τιμήσω όπως σου πρέπει….».

 

 

 

 

 

 

 

Σκύψε το κεφάλι, γονάτισε, άπλωσε το χέρι και ικέτεψε

Σκύψε το κεφάλι, γονάτισε, άπλωσε το χέρι και ικέτεψε

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Σκύψε το κεφάλι και περπάτα κι όταν κουραστείς γονάτισε κι όταν γονατίσεις άπλωσε το χέρι και ικέτεψε. Πού ξέρεις; Μπορεί να κερδίσεις τον οίκτο τους και να γλυτώσεις το κεφάλι σου. Μόνο αυτό. Την ψυχή σου την έχεις χάσει προ πολλού. Στην έχουν κλέψει. Τους άφησες να στην κλέψουν χωρίς μάχη. Τους την παρέδωσες, είναι το πιο σωστό.

Και τώρα πού θα πας χωρίς ψυχή; Πώς θα ζήσεις χωρίς ψυχή; Πώς θα χαρείς; Πώς θα κλάψεις; Πώς θα πετάξεις;

Αποδέχτηκες τα λόγια τους πως τάχα είναι παράνομο να θέλεις, πως είναι παράνομο να έχεις ανάγκες, πως δεν επιτρέπεται να ονειρεύεσαι γιατί τα δικά σου όνειρα τους λιγοστεύουν τα κέρδη, τους ελαττώνουν τη χλιδή, τους θαμπώνουν τη λάμψη. Την έχουν ανάγκη αυτή τη λάμψη την εκτυφλωτική για να μη φαίνεται η ασχήμια τους για να μη φαίνεται το κενό τους για να κρύβουν από πίσω της τον πλούτο, για να σε κάνουν να τους ζηλεύεις και να θέλεις να γίνεις σαν κι αυτούς. Έτσι, δεν θα σκεφτείς ποτέ να τους ανατρέψεις.

Κοίταξε με προσοχή πως ζουν μέσα από τις τηλεοπτικές σειρές. Δες πόσο ωραία περνάνε και νιώσε χαρά για τη ζωή τους αφού δεν μπορείς να χαρείς για τη δική σου τη ζωή.

Άνοιξε το «μαγικό κουτί» και μάθε τις υπέροχες συνταγές που σου δείχνουν από το πρωί μέχρι το άλλο πρωί. Σημείωσε τα συστατικά και τις ποσότητες. Μη σου ξεφεύγουν τα γραμμάρια γιατί θα χαλάσει η συνταγή. Η συνταγή της αποχαύνωσης και του παραμυθιάσματος. Τι πειράζει που δεν έχεις να αγοράσεις τα υλικά; Τι πειράζει που δεν θα εκτελέσεις ποτέ τις συνταγές που βλέπεις; Σημασία έχει που μπορείς και βλέπεις όλα αυτά τα φαγητά και ξέρεις ότι υπάρχουν. Άρα, κάποιοι μπορούν και τα έχουν. Δεν πειράζει που δεν είσαι εσύ. Μην είσαι εγωιστής, δεν μπορείς να έχεις όλα όσα βλέπεις. Δεν μπορείς να έχεις τίποτα από όσα βλέπεις.

Στείλε τα παιδιά σου στο σχολείο χωρίς να σε νοιάζει αν μπορούν να αναπνεύσουν σ΄αυτό ελεύθερα. Έτσι κι αλλιώς, δεν έχει σημασία η γνώση ούτε η καλλιέργεια του πνεύματος και της ψυχής τους. Σημασία έχει να εκπαιδευτούν για να κόψουν πρώτοι το νήμα σε ένα αγώνα δρόμου που προκηρύχτηκε από άλλους με την προϋπόθεση να συμμετέχουν σ΄αυτόν μόνο όσοι τηρούν τις προδιαγραφές: γερά πόδια, ντελικάτο κορμί, γερό μυαλό χωρίς ανησυχίες και στα μάτια μεγάλες παρωπίδες. Όπως τα άλογα κούρσας.

Μη διεκδικείς γιατί δεν βγαίνει τίποτα με τις διεκδικήσεις. Αν είναι θέλημα Θεού, μπορεί να βελτιωθούν τα πράγματα. Άσε που είναι παράνομο να διεκδικείς και να απεργείς. Αντιβαίνει στο δημόσιο συμφέρον κι εσύ δεν ανήκεις ούτε στο «δημόσιο» ούτε στο «συμφέρον».

Άλλωστε τους νόμους πρέπει να τους τηρείς γιατί αποτελεί προϋπόθεση για την τάξη και την ομαλότητα.

Στις εθνικές επετείους τρέχεις πρώτος. Υμνείς τα κατορθώματα των προγόνων σου, κουνάς τη γαλανόλευκη κι ανατριχιάζεις αλλά ξεχνάς πως τα κατορθώματά τους ήταν, στην εποχή τους, πράξεις παράνομες, ενάντια στο τότε «δημόσιο συμφέρον», ενάντια στην «τάξη» και στην «ομαλότητα».

Θα ήθελες να είσαι στη θέση των προγόνων σου που αγωνίστηκαν παρόλο που ξέρεις πως αν ήσουν σύγχρονός τους πάλι θα επέλεγες την «τάξη» και την «νομιμότητα» εκείνης της εποχής.

Μη συμμετέχεις σε τίποτα κοινό γιατί αυτοί που έχουν το πάνω χέρι θα σε πουλήσουν. Μείνε στην άκρη, στη γωνία, σιωπηλός για να συνεχίσουν να έχουν οι ίδιοι το πάνω χέρι και να μπορούν, όχι πια με την ανοχή σου αλλά με την άμεση συναίνεσή σου, να σε ξαναπουλήσουν.

Μην τους χαρίζεις χρήματα από το μισθό σου, κάνοντας απεργία. Δεν χρειάζεται. Τους άφησες να σου αρπάξουν τόσα και τόσα. Σιγά μην τους δώσεις κι άλλα από μόνος σου. Δεν είσαι δα και κανένα κορόιδο. Αν θέλουν, ας σου τα αρπάξουν. Το κρίμα στο λαιμό τους. Θα το βρουν κάποια στιγμή από το Θεό που βλέπει την αδικία.

Κάπου-κάπου, να εξαγριώνεσαι και να τα βάζεις με όλους αυτούς που κάνουν αυτό που δεν μπορείς εσύ να κάνεις.

Βρίσε όταν δεν έχει λεωφορεία και μετρό, χάσε την ψυχραιμία σου όταν οι αγρότες κλείσουν τους δρόμους. Αλλιώς πώς θα αντέξεις όταν πας στο σπίτι σου και το φαγητό είναι λειψό; Πώς θα αντέξεις όταν αρρωστήσει το παιδί σου και δεν έχεις να το πας στο γιατρό ή να του δώσεις φάρμακο για τον πυρετό. Πώς θα μπορέσεις να δώσεις κουράγιο στον άρρωστο γονιό σου τώρα που του έκοψαν τα φάρμακα.

Πρέπει να είσαι ήρεμος γι’ αυτό, φτύσε και τον πρώτο μετανάστη που θα βρεις μπροστά σου αφού έχεις πείσει τον εαυτό σου ότι εκείνος φταίει για τα δικά σου ζόρια.

Το βράδυ, πέσε να κοιμηθείς χωρίς τύψεις, χωρίς ερωτηματικά, χωρίς ανησυχίες και κυρίως χωρίς όνειρα.

Εσύ, ότι μπορούσες να κάνεις από μεριάς σου το έκανες. Έτσι δεν είναι;

Δεν φταις εσύ που δεν έκανες κάτι παραπάνω…

 

 

Ετικέτες:

Όμορφα όνειρα σε λαβωμένες ψυχές

Όμορφα όνειρα σε λαβωμένες ψυχές

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

 

Για μία ακόμη μέρα, το κουδούνι του Λυκείου στο μικρό νησί του Αιγαίου, χτύπησε στην ώρα του. Οχτώ και τέταρτο ακριβώς. Τα παιδιά κινήθηκαν σιγά-σιγά προς το χώρο της πρωινής προσευχής για το καθιερωμένο τελετουργικό.

Η Μαρία, μαθήτρια της Β’ Λυκείου, ετών 20, για μία ακόμη φορά, πέρασε την πόρτα του σχολείου αργοπορημένη. Η ώρα κόντευε 8:30, όταν η Μαρία χτύπησε την πόρτα της αίθουσας που είχε μάθημα την πρώτη ώρα.

«Εμπρός», ακούστηκε η φωνή του Μαθηματικού μέσα από την αίθουσα.

«Συγνώμη που άργησα! Μπορώ να περάσω;» ρώτησε ευγενικά και χαμηλόφωνα η Μαρία.

«Όχι Μαρία! Δεν μπορείς να περάσεις», της απάντησε ορθά-κοφτά ο καθηγητής ο οποίος συνέχισε λέγοντας:

«Φαίνεται το πας φιρί-φιρί να μείνεις για τρίτη χρονιά στην ίδια τάξη από απουσίες. Λίγο φιλότιμο βρε παιδί μου. Εκείνους τους γονείς σου δεν τους σκέφτεσαι; Το ξέρουν ότι συνεχίζεις και φέτος το ίδιο βιολί;»

Η Μαρία που έστεκε αμίλητη με το βλέμμα χαμηλωμένο, ακούγωντας τα τελευταία λόγια του καθηγητή της, η όψη του προσώπου της άλλαξε απότομα. Οι φλέβες στα μηνίγγια της άρχισαν να πάλλονται επικίνδυνα, τα δόντια της κόντευαν να σπάσουν από το σφίξιμο και τα δάκρυα, μόλις που στέκονταν στις άκρες των βλεφάρων της έτοιμα να αυλακώσουν τα μάγουλά της.

Έκλεισε με δύναμη την πόρτα και έφυγε τρέχοντας στο διάδρομο για να αποφύγει να απαντήσει στον καθηγητή της με τα λόγια που της σκάλιζαν το μυαλό και τη γλώσσα.

«Δεν θα σου κάνω τη χάρη» σκεφτόταν καθώς έτρεχε στο διάδρομο για να βγει στο προαύλιο και να πάει να λουφάξει στη «γωνία» της.

Ο Μαθηματικός πίσω της δεν έχασε την ευκαιρία να απαγγείλει προς το ακροατήριό του ένα μικρό λογίδριο.

«Ε, αυτό πάει πολύ. Τούτη τη φορά δεν θα της τη χαρίσω την αποβολή κι ας μείνει για τρίτη χρονιά. Εδώ δεν νοιάζεται εκείνη και οι γονείς της, θα νοιαστώ εγώ;», είπε πιάνοντας πάλι την κιμωλία και συνεχίζοντας να γράφει στον πίνακα τις τριγωνομετρικές σχέσεις που είχε αφήσει στη μέση, έχοντας την πλάτη γυρισμένη προς τους μαθητές.

Οι συμμαθητές της Μαρίας σταμάτησαν να γράφουν και άρχισαν να ανταλλάσσουν μεταξύ τους ματιές γεμάτες αμηχανία, απορία και οργή.

Κανείς δεν έδινε σημασία στο τι έλεγε ο καθηγητής τους και όλοι περίμεναν να ακούσουν τον ήχο του κουδουνιού για να βγουν διάλειμμα.

Η Μαρία, φτάνοντας στη «γωνιά» της, μια απόμερη γωνία πίσω από τις αίθουσες , κάθισε στο μικρό πεζούλι κι έβγαλε από την τσάντα της, όπως έκανε πολύ συχνά, το μπλοκ της ζωγραφικής με ένα μολύβι.

Άρχισε κάτι να σχεδιάζει στο χαρτί και απορροφημένη καθώς ήταν στο σχέδιό της, δεν πρόσεξε τον «Σβούρα» που έφτασε δίπλα της κουνώντας την ουρά του.

Ο Σβούρας ήταν ένα αδέσποτο σκυλί που έμενε στο χώρο του σχολείου. Αγαπητός στους περισσότερους μαθητές και καθηγητές.

Η Μαρία ζωγράφιζε πολύ ωραία. Είχε ταλέντο, έλεγαν εκείνοι που έτυχε να δουν τα σχέδιά της.

Το χτύπημα του κουδουνιού βρήκε τη Μαρία να παίζει με το Σβούρα μέχρι που έφτασαν δίπλα της οι συμμαθητές της.

«Γιατί δε μίλησες; Γιατί δεν του εξήγησες;», τη ρώτησε ένας συμμαθητής της.

«Γιατί δεν ήθελα. Δε μου αρέσει ούτε να παρακαλάω ούτε να κλαίγομαι. Τη δουλειά του κάνει. Άλλωστε ο συγκεκριμένος δεν θα καταλάβαινε τίποτα», του απάντησε η Μαρία.

Εν τω μεταξύ, μέσα στο γραφείο των καθηγητών, είχε εισβάλλει σαν μαινόμενος ταύρος, ο μαθηματικός φωνάζοντας και απειλώντας.

«Να συγκληθεί αμέσως ο Σύλλογος. Η κατάσταση έχει ξεφύγει. Όχι και να μας ανέβουν καβάλα. Θέτω θέμα διήμερης αποβολής της Μαρίας Σάντου του Β2, για ανάρμοστη συμπεριφορά και αργοπορία προσέλευσης στην τάξη, κατ’ επανάληψη».

Για λίγο, μέσα στο γραφείο επικράτησε σιγή αμηχανίας και ξαφνιάσματος μέχρι που πήρε το λόγο η φιλόλογος του τμήματος.

«Θα συμφωνήσω με το συνάδελφο. Δεν θα το κάνουμε ξέφραγο αμπέλι. Αν δεν μπορεί να ξυπνάει το πρωί να σταματήσει το σχολείο. Τι φταίνε οι υπόλοιποι συμμαθητές της να διακόπτουν το μάθημα; Πρέπει να προστατέψουμε τους καλούς μαθητές».

Ένα εκκωφαντικό μουρμουρητό επικράτησε για κάμποσα λεπτά της ώρας μέσα στο γραφείο, μέχρι τη στιγμή που πήρε το λόγο ο Χημικός του τμήματος.

Νεοδιόριστος ο ίδιος από εκείνους τους εκπαιδευτικούς που κάθε χρόνο γυρνούσε από πόλη σε πόλη και από σχολείο σε σχολείο μέχρι που φέτος διορίστηκε μόνιμα στο νησί.

Φαινόταν άυπνος και ταλαιπωρημένος. Έδειχνε να έχει περάσει ένα άσχημο βράδυ και πράγματι έτσι ήταν.

Γυρνώντας με το αυτοκίνητό του από μία βόλτα που είχε κάνει μέχρι την αγαπημένη του παραλία, περνώντας από τη μεγάλη ευθεία που οδηγούσε στο Κέντρο Υγείας του νησιού, κοντά στα δύο χιλιόμετρα από τη Χώρα, είδε στην άκρη του δρόμου μια κοπέλα να περπατάει βιαστικά, σχεδόν τρέχοντας, κρατώντας στην αγκαλιά της ένα μωρό. Πλησιάζοντας, σταμάτησε δίπλα τους και ανοίγοντας το παράθυρο του αυτοκινήτου, ρώτησε την κοπέλα αν μπορεί να βοηθήσει.

Πριν πάρει απάντηση διαπίστωσε πως η κοπέλα δεν ήταν άλλη από τη Μαρία τη Σάντου.

«Μαρία πού πας έτσι τρέχοντας; Ποιο είναι το μικρό που έχεις αγκαλιά;»

«Αχ, κύριε Αντωνίου. Τρόμαξα! Πάω στο Κέντρο Υγείας γιατί η αδερφή μου ψήνεται στον πυρετό. Της έχω δώσει αντιπυρετικό αλλά δεν να της πέσει ο πυρετός. Φοβάμαι μην πάθει τίποτα».

«Έλα. Μπείτε μέσα να σας πάω».

«Δεν πειράζει, μη σας βάζω σε κόπο νυχτιάτικα».

«Μπες μέσα παιδί μου που θα το συζητήσουμε τώρα».

Η Μαρία με την αδερφούλα της μπήκαν στο αυτοκίνητο και πολύ σύντομα έφτασαν και οι τρεις έξω από το Κέντρο Υγείας.

Ο Χημικός με τη Μαρία και τη μικρή της αδερφή στην αγκαλιά, κατευθύνθηκαν γρήγορα στο εσωτερικό του Κέντρου Υγείας. Η γιατρός που εξέτασε τη μικρή διέγνωσε «πνευμονία», που θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί με ενδοφλέβια αντιβίωση και παραμονή στο Κέντρο για παρακολούθηση.

«Μαρία, να σε ρωτήσω κάτι; Οι γονείς σου πού βρίσκονται τώρα;»

«Ο μπαμπάς μου δε ζει πια. Πριν δύο χρόνια χάθηκε σε ναυάγιο. Ήταν ναυτικός», απάντησε η Μαρία με φωνή που πάσχιζε να μην πνιγεί στο κλάμα.

Με δυσκολία συνέχισε λέγοντας:

«Η μαμά μου δουλεύει από το απόγευμα μέχρι το βράδυ, πλύστρα στο ξενοδοχείο και το βράδυ σ’ ένα μαγαζί μέσα στη λάντζα. Γυρνάει στο σπίτι το πρωί αλλά πολλές φορές αργεί και δεν μπορώ να φύγω από το σπίτι. Αυτός είναι ο λόγος που αργώ αρκετές φορές στο σχολείο την πρώτη ώρα».

Περιμένοντας δίπλα στο κρεβάτι της μικρούλας ο Χημικός είχε την ευκαιρία να μιλήσει με τη Μαρία και να μάθει πολλά πράγματα για κείνη που ούτε καν μπορούσε να τα φανταστεί.

Έμαθε για το πώς μεγάλωσε, πως περνά τις ώρες της, ποια είναι τα όνειρά της.

Έμαθε πως στη Μαρία αρέσει πολύ να ζωγραφίζει και πως θα ήθελε μια μέρα να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη ζωγραφική.

Κάποια στιγμή η Μαρία είπε στον καθηγητή της πως δεν χρειαζόταν να περιμένει άλλο στο Κέντρο Υγείας. Κόντευαν ξημερώματα.

«Όπου να’ ναι, θα’ ρθει και η μαμά μου. Θα την ειδοποιούσε η κυρία Ντίνα η γειτόνισσά μας. Σας ευχαριστώ για όλα. Πηγαίνετε κι εσείς να ξεκουραστείτε, έχετε να ξυπνήσετε αύριο».

Ο Χημικός αποχώρησε, λέγοντάς της πως δεν πρέπει να ανησυχεί και πως όλα θα πάνε καλά.

«Είμαι σίγουρος ότι μια μέρα θα γίνεις μεγάλη ζωγράφος. Μην αφήσεις το όνειρό σου να μαραθεί», της είπε φεύγοντας.

Κατά τις εφτά το πρωί κατέφθασε τρέχοντας στο Κέντρο Υγείας και η μητέρα της Μαρίας. Είχε ειδοποιηθεί από τη γειτόνισσα αλλά το αφεντικό της δεν την άφησε να φύγει πιο νωρίς. Είχε πολύ δουλειά της είπε και δεν γινόταν να λείψει.

Παίρνοντας, λοιπόν, το λόγο ο κύριος Αντωνίου απευθύνθηκε στον Μαθηματικό.

«Συνάδελφε, όταν ρώτησες τη Μαρία γιατί άργησε, τι σου απάντησε;»

«Σιγά μην έχανα το χρόνο μου να της κάνω ερωτήσεις. Προφανώς η κουβέρτα της Μαρίας το πρωί είναι βαριά και το κρεβάτι πιο αναπαυτικό από την καρέκλα του σχολείου», απάντησε με απαξίωση ο Μαθηματικός.

«Αν έμπαινες στον κόπο να τη ρωτήσεις, ίσως να άλλαζες γνώμη για εκείνη γιατί θα μάθαινες ότι η Μαρία, εκτός από μαθήτρια του σχολείου μας είναι μαζί μάνα και πατέρας για τη μικρότερη αδερφή της».

«Δεν φταίω εγώ γι’ αυτό. Έχει μάνα και πατέρα να το σκεφτούν».

«Δεν έχει πατέρα συνάδελφε. Ήταν ναυτικός και χάθηκε σε ναυάγιο. Και η μάνα της λείπει τα βράδια από το σπίτι γιατί δουλεύει. Χθες το βράδυ η Μαρία ξενύχτησε στο Κέντρο Υγείας δίπλα στη μικρή της αδερφή που έκαιγε από τον πυρετό».

«Δεν ξέρω τι μου λέτε κύριε Αντωνίου, αλλά το σχολείο δεν είναι ξέφραγο αμπέλι. Εγώ πληρώνομαι για να κάνω μάθημα όχι για να λύνω τα προσωπικά προβλήματα του κάθε μαθητή»

«Πληρώνεσαι για να κάνεις μάθημα σε μαθητές. Πώς γίνεται να μη σε νοιάζουν οι συνθήκες στις οποίες μεγαλώνουν οι μαθητές σου; Πώς γίνεται να μη σε νοιάζει η συναισθηματική τους κατάσταση και η ψυχολογία τους. Πώς γίνεται, συνάδελφε, να αγαπάς το μάθημά σου περισσότερο από τους μαθητές σου;»

«Δεν σας επιτρέπω κύριε Αντωνίου. Τόση ώρα σας μιλάω στον πληθυντικό και σεις μου απευθύνεται το λόγο στον ενικό. Δεν σας έμαθε κανένας τρόπους;»

«Ο ενικός είναι της αμεσότητας και της συναδελφικότητας».

«Είστε αναιδής κύριε Αντωνίου. Θα έπρεπε, ως νέος συνάδελφος, να δείχνετε περισσότερο σεβασμό σε έναν παλιότερο συνάδελφο. Αλλά, τι περιμένει κανείς από ένα άνθρωπο που θέλει να λέγεται εκπαιδευτικός και αναπτύσσει φιλίες με τους μαθητές του»;

«Τελικά, είσαι πολύ μαλάκας, κύριε Παπαδόπουλε».

«Θα σας κάνω αναφορά κύριε. Θα σας στείλω από κει που ήρθατε».

Μέσα στην ένταση του διαλόγου, κανείς δεν πρόσεξε το Διευθυντή του Λυκείου που, ακούγοντας τις φωνές, μπήκε στο γραφείο των καθηγητών και παρακολούθησε τη συζήτηση που πραγματοποιήθηκε, καθισμένος σε μια καρέκλα στο πίσω μέρος της αίθουσας. Μετά τις τελευταίες φράσεις των δύο καθηγητών, σηκώθηκε απότομα και με πολύ θυμωμένο ύφος φώναξε:

«Αντωνίου και Παπαδόπουλος στο γραφείο μου. Οι υπόλοιποι στα μαθήματά σας».

Με το Διευθυντή μπροστά και τους δύο καθηγητές να ακολουθούν, μπήκαν στο γραφείο του πρώτου, ο οποίος έκλεισε την πόρτα και κάθισε στην καρέκλα του.

«Θα έπρεπε να ντρέπεστε κύριε Αντωνίου. Η φρασεολογία σας είναι για το πεζοδρόμιο και όχι για το σχολείο. Σήμερα κιόλας θα σας κάνω αναφορά για ανάρμοστη συμπεριφορά, εξύβριση συναδέλφου και διατάραξη της σχολικής γαλήνης και θα τη στείλω στη Διεύθυνση, ζητώντας να απομακρυνθείτε από το σχολείο αλλά και από το χώρο της εκπαίδευσης γενικότερα».

«Εννοείτε ότι θα εισηγηθείτε την απόλυσή μου;»

«Ακριβώς! Εσείς τι λέτε κύριε Παπαδόπουλε; Θα προχωρήσετε σε καταγγελία;»

«Νομίζω κύριε Διευθυντά πως ο νέος συνάδελφος ξεπέρασε τα όρια και έχουμε υποχρέωση να προστατεύσουμε τους μαθητές από καθηγητές όπως αυτός. Άλλωστε δεν φαίνεται να μετάνιωσε ο συνάδελφος για όσα είπε. Δεν ξέρω! Αν αναγνωρίσει το λάθος του και ζητήσει συγνώμη, ίσως και να αλλάξω γνώμη».

«Δε μετανιώνω για τίποτα. Είστε και οι δύο νεκροθάφτες των σχολείων και ειδικοί στο να καταστρέφετε παιδικά όνειρα και ψυχές. Κάντε ότι θέλετε. Πάντως από μένα, δήλωση μετανοίας δεν θα έχετε. Φεύγω τώρα και πάω στο μάθημά μου. Έχω μάθημα στο Β2. Οι μαθητές μου θα περιμένουν και δεν αξίζει για εσάς τους δύο να τους κλέβω το χρόνο».

Μπαίνοντας στην αίθουσα, αφού πήγε πρώτα και έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του, βρήκε τους μαθητές του να κάθονται αμίλητοι στις θέσεις τους με το βλέμμα τους καρφωμένο στο πρόσωπό του και ειδικότερα στα χείλη του. Κρυφακούγοντας τόσο έξω από το γραφείο των καθηγητών όσο και έξω από το γραφείο του Διευθυντή, ήξεραν τι είχε συμβεί. Τα νέα διαδόθηκαν γρήγορα: «Θέλουν να απολύσουν τον Αντωνίου γιατί υπερασπίστηκε τη Μαρία και είπε ¨μαλάκα¨ το μαλάκα».

Η Μαρία, μίλησε πρώτη.

«Κύριε, μάθαμε τι έγινε και αισθάνομαι άσχημα γιατί εγώ έγινα η αιτία να κινδυνεύετε να χάσετε τη δουλειά σας. Θα πάω να πω στο Διευθυντή να διώξουν εμένα από το σχολείο και όχι εσάς, γιατί φταίω και όχι εσείς».

Ο καθηγητής, ακούμπησε στην έδρα και χαμογέλασε με πίκρα.

«Δεν φταις εσύ Μαρία. Το συγκεκριμένο περιστατικό ήταν μόνο η αφορμή. Από την πρώτη στιγμή δεν με σήκωνε το κλίμα. Ίσως να είναι καλύτερα το να απολυθώ».

«Τι λέτε κύριε; Θα τους κάνετε τη χάρη να απολυθείτε χωρίς μάχη; Εγώ λέω πως πρέπει κι εμείς οι μαθητές να κάνουμε κάτι. Να μην τους αφήσουμε να προχωρήσουν», είπε ένας μαθητής από τα πίσω θρανία.

«Όχι παιδιά, εσείς δεν θέλω να ανακατευτείτε. Αυτή είναι μια προσωπική μου υπόθεση. Τέλος πάντων, θα δω τι θα κάνω».

Είχε ήδη περάσει η ώρα και το κουδούνι του διαλείμματος διέκοψε την κουβέντα.

Οι μέρες που ακολούθησαν μύριζαν μπαρούτι. Οι μαθητές κάτι σχεδίαζαν, οι υπόλοιποι καθηγητές είχαν χωριστεί σε δύο στρατόπεδα και οι συζητήσεις έδιναν κι έπαιρναν, αλλά μόνο μέχρι εκεί.

Κάποιες φορές, ο Γυμναστής του Λυκείου, ένας ντόπιος που γνώριζε τα πράγματα, πλησίαζε το Χημικό και έπιανε κουβέντα μαζί του.

«Καλά, αν σε απολύσουν τι θα κάνεις; Μαθαίνω ότι από τη Διεύθυνση το προχωράνε γρήγορα το θέμα σου».

«Δεν θα τους δώσω την ευχαρίστηση να με απολύσουν. Θα παραιτηθώ και θα γυρίσω πίσω στο χωριό μου».

Πολύ σύντομα, πρωτοφανές για τη γραφειοκρατική διοίκηση της χώρας, η υπόθεση της απόλυσης του εκπαιδευτικού προχώρησε πολύ γρήγορα.

Ήταν Δευτέρα, όταν ο Διευθυντής με ύφος πρωθυπουργού και πάνω, μπήκε στο γραφείο των καθηγητών για να ανακοινώσει ότι από το υπουργείο ήρθε η απόφαση που έθετε σε διαθεσιμότητα τον Αντωνίου με το ερώτημα της οριστικής παύσης. Ο ίδιος ο Αντωνίου απουσίαζε. Μπήκε όταν ο Διευθυντής τελείωνε την ανακοίνωσή του.

«Ελάτε κύριε Αντωνίου. Για σας μιλούσα. Ήρθε η απόφαση του υπουργείου. Διάθεση με ερώτημα για οριστική παύση».

«Δεν με αφορά το θέμα κύριε. Έχω πάρει τις αποφάσεις μου. Φεύγω αύριο κιόλας από το νησί. Ήρθα μόνο να πάρω τα πράγματά μου και να αποχαιρετήσω τους συναδέλφους και τους μαθητές μου», είπε ο Χημικός και κινήθηκε προς το μέρος των συναδέλφων τους οποίους και χαιρέτησε έναν-έναν. Χαιρέτησε και τον Μαθηματικό ο οποίος με σκυμμένο το κεφάλι και μεγάλη δυσκολία του έδωσε το χέρι.

«Τώρα που παραιτήθηκα, αισθάνομαι την ανάγκη να σου ζητήσω συγνώμη για το ¨μαλάκας¨, αλλά δήλωση μετανοίας δεν θα έκανα ποτέ».

Βγήκε από το γραφείο και κατευθύνθηκε στο προαύλιο. Πήγε στη «γωνιά» της Μαρίας. Τη βρήκε να ζωγραφίζει παρέα με το Σβούρα. Της ανακοίνωσε με λίγα λόγια την απόφασή του και έφυγε με γρήγορο βηματισμό.

Την άλλη μέρα στο λιμάνι, από νωρίς οι μαθητές είχαν συγκεντρωθεί στην προβλήτα. Σε λίγο έφτασε και ο Χημικός κουβαλώντας δύο μικρές βαλίτσες.

Η Μαρία έτρεξε κοντά του και του έδωσε ένα σχέδιο με μια ζωγραφιά. Πρόλαβε να διαβάσει τον τίτλο: «Όμορφα όνειρα σε λαβωμένες ψυχές». Οι άνθρωποι τριγύρω άκουγαν απορημένοι τους μαθητές να φωνάζουν  δακρυσμένοι προς τον καθηγητή τους που έμπαινε στο πλοίο:

«Δάσκαλε, θα μας λείψεις. Δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ!»

Δακρυσμένος και ο ίδιος, έβαλε με γρήγορες κινήσεις το σχέδιο της Μαρίας στην τσέπη του και χάθηκε μέσα στο χώρο του πλοίου.

Πέρασαν αρκετά χρόνια. Ο Χημικός είχε επιστρέψει στο χωριό του και ασχολιόταν με τα χωράφια. Παράλληλα, σε ένα χώρο που διαμόρφωσε στο σπίτι του έκανε μαθήματα σε παιδιά του χωριού, χωρίς να παίρνει χρήματα.

Τηλεόραση, απέφευγε να βλέπει, όμως εκείνο το βράδυ την άνοιξε για να ακούσει την πρόγνωση του καιρού μετά το δελτίο ειδήσεων.

«Το βραβείο του πρωτοεμφανιζόμενου ζωγράφου το κέρδισε η Μαρία Σάντου για το έργο της με τίτλο ¨Όμορφα όνειρα σε λαβωμένες ψυχές¨. Το βραβείο συνοδεύεται από ολική υποτροφία για ανάλογες σπουδές στο Παρίσι».

Χωρίς να το καταλάβει, άνοιξε την πόρτα και κοιτάζοντας προς το νότο φώναξε σχίζοντας τη σιωπή της νύχτας.

«Μπράβο Μαρία! Μπράβο παιδί μου…»

Δεν μπόρεσε να συνεχίζει γιατί η φωνή του πνίγηκε στα δάκρυά του.

Δάκρυα χαράς και ελπίδας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 
 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: