RSS

Το ραντεβού του κυρίου Ανώνυμου

Το ραντεβού του κυρίου Ανώνυμου

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Περπατούσε πάντα σκυφτός, μιλούσε λίγο και δεν κοίταζε ποτέ το συνομιλητή του στα μάτια. Ντρεπόταν, ήταν διστακτικός και σπάνια χαμογελούσε.

Είχε αργήσει στο ραντεβού και γι’ αυτό το βήμα του ήταν γοργό.

Το περίμενε καιρό αυτό το ραντεβού. Πολλές φορές είχε αναβληθεί με δική του υπαιτιότητα, άλλες φορές πάλι, ενώ εκείνος το ήθελε, οι συνθήκες δεν ήταν οι κατάλληλες για να πραγματοποιηθεί.

Καθώς περπατούσε, στο μυαλό του στριφογύριζαν χιλιάδες πράγματα που τον έκαναν να ιδρώνει.

Θυμήθηκε τα στερημένα παιδικά του χρόνια, τα φοιτητικά του χρόνια μακριά από το σπίτι του, τους μήνες που ήταν στρατιώτης κάπου ξεχασμένος στην πινέζα του χάρτη.

Πέρασαν γρήγορα από μπροστά του τα πρώτα χρόνια στη δουλειά, οι στιγμές του γάμου του και οι γεννήσεις των παιδιών του.

Η «καλημέρα» και το χαμόγελο του μικρότερου παιδιού του σήμερα το πρωί, ήταν αυτά που του υπενθύμισαν το σημερινό του ραντεβού.

Από τότε που θυμάται τον εαυτό του ήταν πάντα υπάκουος, δεν ήθελε να δυσαρεστήσει κανέναν, έκανε ότι ήθελαν οι άλλοι γιατί θεωρούσε ότι το να

εναντιωθείς σε κάποιον μάλλον δυσκολεύει παρά διευκολύνει τις καταστάσεις.

Δεν διαμαρτυρήθηκε όταν χτυπούσε για δύο μήνες «γερμανικό» νούμερο μες στο καταχείμωνο για να μπορούν κάποια «βύσματα», να παίρνουν εξόδους και άδειες.

Δεν εναντιώθηκε όταν πρωτόπιασε δουλειά και τοποθετήθηκε στη θέση τού κλητήρα παρόλο που ήταν πτυχιούχος.

Δεν είπε κουβέντα όταν κατάλαβε πως ο κουνιάδος του τον έκλεβε για πολλά χρόνια στο μοίρασμα της σοδειάς από τα λίγα χωράφια που είχε.

Δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ όταν του έπαιρναν τη σειρά στην ουρά περιμένοντας το λεωφορείο, με αποτέλεσμα κάποιες φορές να μένει εκείνος απ΄έξω.

Υπέμενε καρτερικά τις προσβολές που δεχόταν πολύ συχνά από τους ανωτέρους του για δικές τους παραλείψεις με το σκεπτικό ότι μια κόντρα μαζί τους μόνο κακό θα του έκανε.

Οι σκέψεις του σταμάτησαν όταν παρατήρησε πως όλοι γύρω του βάδιζαν με ασυνήθιστα γρήγορο βήμα. Κάποιοι τον προσπερνούσαν, κάποιοι άλλοι κινούνταν αντίθετα απ’ ότι ο ίδιος, κάποιοι πήγαιναν με τα ποδήλατά τους και ορισμένοι άλλοι έτρεχαν. Οι περισσότεροι είχαν την ίδια κατεύθυνση με κείνον.

Σταμάτησε και κοίταξε πίσω του υποθέτοντας πως κάτι είχε συμβεί που ανάγκασε όλους τους ανθρώπους να κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση.

Σκέφτηκε ότι κάπου θα έπιασε φωτιά ή ότι έγινε κάποια ληστεία ή κάποιο σοβαρό ατύχημα.

Σκούπισε το μέτωπό του με το μαντήλι του και συνέχισε με ακόμα πιο γρήγορο βήμα.

Δεν ήθελε με τίποτα να αργήσει στο σημερινό ραντεβού. Το σχεδίαζε εδώ και καιρό και το περίμενε με ανυπομονησία. Ήταν σίγουρος πως θα του άλλαζε τη ζωή. Δεν ήξερε αν θα άλλαζε προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο αλλά σίγουρα η ζωή του θα ήταν διαφορετική.

Όσο πλησίαζε στο σημείο που είχε τη συνάντηση όλο και περισσότερο πύκνωνε ο κόσμος γύρω του, κάτι που τον εμπόδιζε να προχωρά το ίδιο γρήγορα όπως και πριν.

Το δεξί του χέρι είχε μουδιάσει καθώς σε όλη τη διαδρομή κρατούσε με αυτό μέσα από το σακάκι του μια χάρτινη σακούλα η οποία προφύλαγε καλά το περιεχόμενό της.

Οι σφυγμοί του ένιωθε πως λίγο ακόμα και θα του σπάσουν τις φλέβες. Προς στιγμή σκέφτηκε να το βάλει στα πόδια γιατί δεν ένιωθε έτοιμος για τη συνάντηση. Γρήγορα ξαναβρήκε την αποφασιστικότητά του και με το μουδιασμένο του χέρι έβγαλε μέσα από το κουμπωμένο του σακάκι τη χάρτινη σακούλα.

Την έσκισε και έβγαλε βιαστικά το λάβαρο που ήταν μέσα. Το ξεδίπλωσε και προχώρησε για το σημείο που ήταν ακριβώς το ραντεβού.

Εκεί, καθισμένη σε μια καρέκλα πάνω σε ένα χαμηλό τραπέζι τον περίμενε «εκείνη» με την πένα βουτηγμένη στο κόκκινο μελάνι.

Του έκανε νόημα να πλησιάσει και τον ρώτησε ποιο είναι το όνομά του.

«Αν δεν μου πεις ποιος είσαι, δεν θα μπορέσω να υπογράψω στο λάβαρο που έφερες», του είπε στοργικά μα και επίμονα.

«Έλα, περιμένουνε κι άλλοι».

«Κώστας Ανώνυμος», της απάντησε με τρεμάμενη φωνή.

«Εκείνη», έβαλε την υπογραφή της στο λάβαρο και έκανε νόημα στον κύριο Ανώνυμο να κάνει στην άκρη για να πάρει κάποιος άλλος τη θέση του.

Ανοίγοντας το λάβαρο ο κύριος Ανώνυμος διαπίστωσε ότι το κόκκινο που είχε πάνω του δεν ήταν μελάνι αλλά αίμα. Τότε διαπίστωσε πως από το δεξί του χέρι, το μουδιασμένο, έπεφταν λίγες σταγόνες αίμα.

Πήγε πιο πέρα και διάβασε όσα ήταν γραμμένα πάνω στο λάβαρο.

«Τις περισσότερες φορές, το όνομά μου γράφεται με αίμα. Με ελπίδα, για τον κύριο Ανώνυμο».

«ΙΣΤΟΡΙΑ»

 

 

 

 

 

Ετικέτες:

Μια αληθινά φανταστική ιστορία

Μια αληθινά φανταστική ιστορία

Του Χρήστου Επαμ. Κυργιάκη

 

«Σαν έρθει η ώρα, η μεγάλη, η άγια, όλοι θα το καταλάβουν αφού ψηλότεροι θα έχουν γίνει και δυνατοί όσο ποτέ θα έχουν νιώσει»

 

Ήταν πρωί, θαρρώ φθινόπωρο γιατί μετά ήρθε ο χειμώνας και παρέμεινε.

Ήταν οι ίδιοι που είχαν ξανάρθει, κρατώντας λάβαρα, σημαίες και δώρα πολλά, τότε, κραδαίνοντας σπαθιά και γιαταγάνια, τούτη τη φορά.

Να πάρουνε τη σοδειά ζητούσαν, τη φετινή μα και ότι απέμεινε από πέρσι και πρόπερσι. Να πάρουνε και το χώμα και τα παιδιά μας σκλάβους να τα κάνουν, οπότε θα μας είχαν όλους σκλάβους.

Μετά ζήτησαν να πάρουν και τα ζώα, και τα ηνία, μέχρι και τα χάμουρα που ζεύαμε τ’ άλογα.  Μέχρι και αυτά μας τα πήραν.

«Με τα χέρια» είπαν. «Με τα χέρια θα οργώνετε, με τα χέρια θα κάνετε τη σπορά και η σοδειά δική μας».

Είπαν στις γυναίκες να μην κάνουν παιδιά και στα παιδιά να μην πάνε στο σχολείο.

Το έκλεισαν το σχολείο. Το κλειδαμπάρωσαν, μαζί με τα βιβλία. Όσοι είχαν βιβλία στα σπίτια τους, τα έθαψαν βαθιά μην τα βρουν οι δυνάστες και τα ρίξουν στη φωτιά.

Έστειλαν τους δασκάλους εξορία. «Δεν χρειάζονται οι δάσκαλοι» είπαν. «Είναι επικίνδυνοι και όλο προβλήματα δημιουργούν. Άλλωστε τα χωράφια δεν θέλουν γράμματα».

Μάζεψαν τους κατσαπλιάδες των γύρω χωριών και τους έδωσαν αξιώματα μαζί με τα κλειδιά και τα τεφτέρια.

Έστειλαν τελάληδες παντού αναζητώντας τους πιο καλούς κλέφτες, που δεν τους έπιανε το μάτι σου για τέτοιους, που έκοβες το δεξί σου χέρι πως είναι άνθρωποι άγιοι. Τους έκαναν κυβερνήτες, κουμανταδόρους και αρχιεισπράκτορες.

Έβγαλαν φιρμάνι πως όποιος διαμαρτυρηθεί θα έχει μπελάδες μεγάλους. Θα του πάρουν ακόμη και το σπίτι και θα τον στείλουν στο διπλανό χωριό για να ζήσει. Εκεί που δεν είχαν οι κάτοικοι ούτε σπίτι, ούτε χωράφι μα ούτε και όνομα. Μόνο έναν αριθμό είχε ο καθένας.

Έφεραν παιδιά αμούστακα από μέρη μακρινά, τους έδωσαν από ένα σιδερένιο σπαθί και τους διέταξαν να εξουσιάσουν. Πήραν τα παιδιά τα σπαθιά στα χέρια τους και χτυπούσαν τα άλλα παιδιά, τα παιδιά του χωριού που ζητούσαν να ανοίξει το σχολείο και να γυρίσουν πίσω οι δάσκαλοι.

Χτυπούσαν και τους γέρους που ζητούσαν λίγο από τον κόπο μιας ζωής.

Χτυπούσαν και τους χωρικούς που ήθελαν πίσω τον ιδρώτα τους.

Μέρες πολλές, ούτε που θυμάμαι πόσες, κράτησε το κακό. Γλυκό ψωμί, εκείνες τις μέρες , δεν έφαγαν οι χωρικοί, όταν υπήρχε κι αυτό.

Μέχρι που ένα πρωί ακούστηκε μια φωνή που τάραξε τις ψυχές και τα μυαλά των χωρικών και έκανε αυτούς με τα αξιώματα να τρέμουν.

«Φτάνει πια» είπε η φωνή. «Τα δρεπάνια στα χέρια και όλοι στην πλατεία. Ή αυτοί ή εμείς»

Σάστισαν οι χωρικοί, σάστισαν και οι κατσαπλιάδες και όλο το κλεφτολόι που είχε μαζευτεί στο χωριό και ζήτησαν από τα αμούστακα παιδιά με τα σπαθιά να χτυπήσουν στο ψαχνό.

Μα οι χωρικοί ήταν πολλοί. Δεν ήταν ούτε ένας ούτε δύο. Ήταν οι περισσότεροι. Κάποιοι έμειναν στις καλύβες τους, έκλεισαν πορτοπαράθυρα και περίμεναν να περάσει η μπόρα. Προσεύχονταν για να νικήσουν οι συγχωριανοί τους μα δεν βρήκαν το κουράγιο να βγουν έξω.

Σαν έφτασε το μεσημέρι, όλο το κλεφτολόι που ρήμαζε τόσες μέρες το χωριό, άρχισε να τρέχει για να προφτάσει να φύγει και να γλυτώσει από την οργή των χωρικών.

Οι περισσότεροι πήγαν στα διπλανά χωριά και κάποιοι άλλοι σε άγνωστα, για τους χωρικούς, μέρη.

Κάποιοι, πέταξαν τεφτέρια, σπαθιά, κλειδιά και ότι άλλο είχαν που να θυμίζει ποιοι ήταν και ανακατεύτηκαν με τους χωρικούς. Άρπαξαν ένα δρεπάνι στο χέρι και έκαναν πως έδιωχναν τους δυνάστες.

Είχαν κατά νου να αρχίσουν πάλι τις κλεψιές όταν τα χωράφια του χωριού θα γέμιζαν σοδειές, όταν το σχολείο θα λειτουργούσε ξανά και οι δάσκαλοι θα ήταν πάλι στις θέσεις τους.

Όμως άδικα περίμεναν και είχαν την ελπίδα.

Στη μνήμη των χωρικών χαράχτηκαν όλες οι μορφές των δυναστών, των κατσαπλιάδων, των κλεφτών και των αμούστακων παιδιών με τα σπαθιά. Όλοι οι χωρικοί, ήξεραν πλέον καλά, ποιος είναι με ποιον και κυρίως, την εποχή του κακού, ποιος ήταν με ποιον.

Κανένας χωρικός δεν τους έκανε παρέα. Μόνο στις επετείους της μεγάλης εξέγερσης τους άφηναν να πλησιάζουν και τους κερνούσαν, σε ένα απόμερο τραπέζι, ένα ποτήρι κρασί.

Σ.Σ

Η παραπάνω ιστορία είναι φανταστική (?) και καμία σχέση δεν έχει (?) με σημερινά πρόσωπα και καταστάσεις. Μου την αφηγούνταν ο παππούς μου όταν ήμουνα μικρός.

 

Το μεγαλείο της ψυχής δε χρειάζεται γερά πόδια

Το μεγαλείο της ψυχής δε χρειάζεται γερά πόδια

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Η ώρα είχε πάει 8 και σε λίγη ώρα θα χτυπούσε το κουδούνι. Τα περισσότερα παιδιά βρίσκονταν ήδη στο προαύλιο του μικρού τετραθέσιου δημοτικού σχολείου του χωριού.

Έξω από την πόρτα του σχολείου φτάνει και ο μικρός Γιώργος με τον πατέρα του. Εκείνος, του δίνει την τσάντα και του λέει: «Λοιπόν Γιωργάκη όπως είπαμε. Να προσέχεις τη δασκάλα σου, να μη μιλάς μέσα στην τάξη και στο διάλειμμα να κάνεις παρέα με όλα τα παιδάκια. Όχι μόνο με τον Τάσο. Είπαμε, ο Τάσος δεν μπορεί να τρέξει και να παίξει ποδόσφαιρο. Δεν χρειάζεται να χάνεις το παιχνίδι σου για τον Τάσο».

Ο μικρός, κούνησε το κεφάλι του και μπήκε μέσα στο προαύλιο. Οι συμμαθητές του έτρεξαν να τον συναντήσουν. Τον περικύκλωσαν και άρχισαν να μιλάνε φωναχτά για όσα πέρασαν το προηγούμενο απόγευμα.

Μόνο ένα παιδάκι, ξανθό, αδύνατο με μεγάλα καστανά μάτια και μακριά σγουρά μαλλιά δεν έτρεξε κοντά στο Γιωργάκη. Καθισμένο μονάχο του στο πεζούλι της αυλής κοιτούσε τα υπόλοιπα παιδιά χαμογελώντας λες και βρισκόταν εκεί μαζί τους.

Ο  Τάσος, αυτό ήταν το όνομα του μοναχικού παιδιού, ήθελε πολύ να τρέξει δίπλα στο συμμαθητή του. Μόνο η ψυχούλα του ήξερε πόσο πολύ το ήθελε.

Όμως, τα πόδια του δεν τον βοηθούσαν να ικανοποιήσει την ψυχή του. Ένα πρόβλημα κινητικό που είχε από τη γέννησή του τον υποχρέωνε να βαδίζει με δυσκολία. Για τρέξιμο, ούτε λόγος να γίνεται.

Το επίσημο χαρτί που έφερε η μητέρα του στη Διευθύντρια του σχολείου έκανε λόγο και για μία κινητική υστέρηση που ήταν η αιτία, ο Τάσος να κινείται με δυσκολία αλλά δεν τον εμπόδιζε σε τίποτα, να διαβάζει, να γράφει και να μιλάει με αρκετά μεγάλη ευχέρεια.

Καταλάβαινε τα πάντα από όλα όσα του έλεγαν μα κυρίως η καρδιά του ήταν γεμάτη από όμορφα συναισθήματα και απέραντη καλοσύνη.

Τι κι αν μερικά παιδιά κάποιες φορές τον κορόιδευαν που δεν μπορούσε να παίζει μαζί τους ποδόσφαιρο; Για κείνον, ήταν αρκετό να τους βλέπει και να χαίρεται βλέποντάς τους να παίζουν και να διασκεδάζουν. Πολλές φορές καθόταν στην άκρη και έκανε το διαιτητή.

Ούτε κράτησε κακία στη δασκάλα του όταν την άκουσε να συζητάει με κάποιους γονείς που της ζητούσαν να κάνει κάτι για να φύγει ο ίδιος από το σχολείο και να πάει σε κάποιο που είναι ειδικό για «καθυστερημένα» ώστε να μη μένουν πίσω τα υπόλοιπα «φυσιολογικά» παιδιά.

«Αν περνούσε από το χέρι μου θα το έκανα όμως δεν μπορώ να υποχρεώσω τους γονείς του αν δεν θέλουν να το στείλουν σε ειδικό σχολείο. Άλλωστε δεν υπάρχει στην πόλη μας τέτοιο σχολείο. Πρέπει να πάει στη διπλανή πόλη. Βέβαια δεν είναι από τις βαριές περιπτώσεις, αλλά όπως να το κάνεις φρενάρει όλη την τάξη. Ακόμη και στη γυμναστική και τη μουσική η παρουσία του δημιουργεί εμπόδια».

«Να φανταστείτε», συνέχισε η δασκάλα «οι γονείς του έχουν την απαίτηση να τον πάρουμε μαζί μας στην εκδρομή που θα πάμε στο ποτάμι. Εγώ προσωπικά, δεν αναλαμβάνω την ευθύνη να τον συνοδεύσω. Θα πρέπει να έχω την προσοχή μου μόνο σ’ εκείνον. Τα υπόλοιπα παιδιά τι θα γίνουν; Δεν ξέρω τελικά τι θα αποφασίσει ο σύλλογος , πάντως εγώ εξέφρασα την αντίθεσή μου».

Η αλήθεια είναι πως ο Τασούλης στεναχωρήθηκε με την ιδέα πως δεν θα πήγαινε εκδρομή στο ποτάμι μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά. Την περίμενε πως και πως αυτή την εκδρομή. Είχε ξαναπάει στο ποτάμι με τους γονείς του και του άρεσε.

Του άρεσε να βλέπει το νερό να κυλάει, να τρέχει, όπως εκείνος δεν μπορούσε να κάνει με τα πόδια του. Γι’ αυτό έτρεχε με τη φαντασία του. Το μυαλό του «κυλούσε» στις όχθες της ζωής που θα ήθελε να κάνει μεγαλώνοντας.

Ήθελε να γίνει γιατρός κι ας ήξερε πως ήταν πολύ δύσκολο, για να βοηθήσει παιδιά που θα έχουν το δικό του ή παρόμοιο πρόβλημα, αν όχι να γίνουν καλά, τουλάχιστον να ζουν ευτυχισμένα.

Το κουδούνι χτύπησε και ο μικρός Τάσος με μικρά και επίπονα βήματα έφτασε στην αίθουσα και κατευθύνθηκε στο θρανίο του. Η τσάντα που κουβαλούσε στην πλάτη του, δυσκόλευε την προσπάθειά του, μα πιο πολύ τον βάραινε το γεγονός ότι ο καλύτερός του φίλος, ο Γιώργος, δεν του είχε πει μέχρι τότε ούτε μία κουβέντα. Άλλες φορές, ήταν ο πρώτος που καλημέριζε και πάντα τον βοηθούσε κουβαλώντας την τσάντα του μέχρι την αίθουσα. Όχι πως είχε ανάγκη το κουβάλημα, αλλά, να, τον άφηνε να το κάνει γιατί έτσι τον αισθανόταν περισσότερο φίλο του.

«Όταν θα γίνω καλά και θα μπορώ να περπατάω όπως εσύ, δεν θα σ’ αφήσω να κουβαλήσεις ποτέ και καμία τσάντα στη ζωή σου» είπε ένα πρωινό στο φίλο του καθώς πήγαιναν μαζί προς την αίθουσα.

Ο Τάσος ανησύχησε ακόμη περισσότερο όταν είδε πως ο Γιώργος δεν τον πλησίασε σε κανένα από τα διαλείμματα και στο σχόλασμα ούτε καν τον χαιρέτισε.

Γυρνώντας στο σπίτι, δεν μπόρεσε να κρύψει τη θλίψη του. Η Μητέρα του τον πλησίασε και τον ρώτησε τι τον απασχολούσε. Όταν της εξήγησε, εκείνη του υποσχέθηκε πως θα φροντίσει να πάει στην εκδρομή. Στην ανάγκη θα τον συνόδευε η ίδια ή ο πατέρας του. Όσο για τη συμπεριφορά του φίλου του, απλά του είπε να μην βιάζεται να βγάζει συμπεράσματα και να μην περιμένει από τους άλλους περισσότερα από όσα μπορούν να δώσουν.

Το τελευταίο, δεν το κατάλαβε γιατί πίστευε πως οι φίλοι επιβάλλεται να δίνουν μεταξύ τους περισσότερα από όσα μπορούν, αλλιώς, δεν είναι φίλοι.

Την επόμενη μέρα, η μητέρα του Τάσου, επικοινώνησε με τη διευθύντρια του σχολείου και της δήλωσε πως είναι πρόθυμη να συνοδεύσει το γιο της στην εκδρομή, απαλλάσσοντας έτσι και τους δασκάλους από το άγχος του να έχουν συνεχώς το νου τους στον Τάσο.

Επιτέλους, η μέρα της εκδρομής έφτασε. Όλοι οι μαθητές επιβιβάστηκαν στο λεωφορείο και μετά από δύο ώρες έφτασαν στον προορισμό τους.

Τα παιδιά με τους δασκάλους κατευθύνθηκαν στον τελικό τους προορισμό. Το τοπίο ήταν κάτι παραπάνω από μαγευτικό, καθώς η Άνοιξη δεν κράτησε κανένα χρώμα στην παλέτα της. Τα σκόρπισε όλα σε τούτο το μέρος.

Ο Τάσος θα ήταν τρισευτυχισμένος αν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ο φίλος του ο Γιώργος, του είχε πει έστω και μια κουβέντα. Όχι μόνο κουβέντα, αλλά ούτε μια ματιά δεν του έριξε.

Οι δάσκαλοι, άφησαν τα παιδιά να παίξουν στο γύρω χώρο αφού πρώτα τους απαγόρεψαν να πλησιάσουν στο ποτάμι, και κατευθύνθηκαν στο καφενεδάκι που βρισκόταν λίγα μέτρα πιο πέρα. Από κει, θα μπορούσαν να βλέπουν και τα παιδιά και να τρέξουν, αν προέκυπτε κάτι. Τους δασκάλους, ακολούθησε και η μητέρα του Τάσου. Εκείνος, προτίμησε να κάτσει κάτω στα χόρτα σε ένα σημείο που μπορούσε να βλέπει το νερό να κυλάει στο ποτάμι.

Χάζευε με τις πεταλούδες και ζήλευε τις ιτιές που μπορούσαν, όποτε ήθελαν, να σκύβουν και να δροσίζονται με το νερό του ποταμού.

Μερικά παιδιά, ανάμεσά τους κι ο Γιώργος, κάνοντας έναν μικρό κύκλο, βρέθηκαν πίσω από μια συστάδα θάμνων που τους έκρυβε από τα μάτια των δασκάλων.

«Να κατεβούμε λίγο στο ποτάμι;», ρώτησε ένα παιδί.

«Εγώ δεν κατεβαίνω», είπε ο Γιώργος.

«Ας πάμε τουλάχιστον λίγο πιο κάτω», πρόσθεσε ένα άλλο.

Ο Γιώργος συμφώνησε και τα παιδιά, άρχισαν να κατεβαίνουν με προσοχή.

Ο Τασούλης, από το μέρος που καθόταν, τους έβλεπε και σηκώθηκε να πάει να τους συναντήσει.

Καθώς πλησίασε αρκετά, άκουσε φωνές και κατάλαβε ότι κάτι έτρεχε. Μόλις έφτασε στο μέρος των παιδιών τα είδε να προσπαθούν, πιασμένα χέρι-χέρι και δημιουργώντας αλυσίδα, να τραβήξουν το φίλο του το Γιώργο που βρισκόταν μέσα στο ποτάμι και προσπαθούσε, απεγνωσμένα να σκαρφαλώσει προς τα πάνω.

Ένα παιδί δεν άντεξε και το χέρι του ξέφυγε από την αλυσίδα. Ο Γιώργος βρέθηκε μέσα στο ποτάμι με το χέρι απλωμένο να ζητάει βοήθεια. Τα παιδιά τα έχασαν και μερικά έτρεξαν να φωνάξουν τους δασκάλους οι οποίοι ήδη είχαν αντιληφθεί ότι κάτι τρέχει και κατευθύνονταν προς το σημείο του ατυχήματος.

Ο Τασούλης, χωρίς να τον έχει προσέξει κανείς, έσυρε σιγά-σιγά το κορμί του και έφτασε στο νερό. Έπιασε με το ένα του χέρι, το χέρι του αγαπημένου του φίλου και βάζοντας το ένα του πόδι κόντρα στον κορμό μιας ιτιάς, άρχισε να τον τραβάει προς τα έξω. Είχε δύναμη στα χέρια ο Τασούλης, μα περισσότερη δύναμη είχε στην ψυχούλα του. Κατάφερε να τραβήξει το Γιώργο έξω. Το μόνο που πρόλαβε να δει ήταν τα μάτια του φίλου του να τον κοιτάζουν δακρυσμένα πριν τον αρπάξουν οι δάσκαλοι κι εκείνον η μητέρα του.

«Γιατί Τάσο δεν ζήτησες βοήθεια; Θα μπορούσατε να πνιγείτε και οι δύο. Αχ, βρε Τάσο. Δεν πειράζει. Φτάνει που είστε και οι δύο καλά. Μη μου το ξανακάνεις όμως αυτό, εντάξει;».

Ο Τάσος δεν είπε κουβέντα. Κούνησε μόνο καταφατικά το κεφάλι και με τη βοήθεια της μητέρας του έφτασε στο μικρό καφενεδάκι.

Όλοι έτρεξαν να τον αγκαλιάσουν και να του πουν ένα «μπράβο». Όλοι, εκτός από τη δασκάλα που δεν τον ήθελε μαζί της στην εκδρομή.

Εκείνος σηκώθηκε και πλησίασε προς τη δασκάλα που βρισκόταν πιο πέρα και προσπαθούσε με το μπουφάν της να ζεστάνει το Γιώργο που ήταν μούσκεμα.

«Βλέπετε κυρία; Κάποια πράγματα μπορούν να τα κάνουν κι εκείνοι που δεν έχουν και τόσο γερά πόδια», είπε στη δασκάλα και έστριψε για να φύγει.

«Σ’ ευχαριστώ και με συγχωρείς», άκουσε το Γιώργο να λέει με τρεμάμενη φωνή.

Κοντοστάθηκε για λίγο και γύρισε πίσω το κεφάλι του. Είδε τη δασκάλα, να στέκεται αμίλητη με χαμηλωμένο το κεφάλι και τον φίλο του να τον κοιτάζει στα μάτια.

«Κι εσύ το ίδιο θα έκανες για μένα. Το ξέρουμε και οι δύο αυτό. Έτσι δεν είναι; Πες στον μπαμπά σου να μην ανησυχεί. Όσο για μένα, θα περιμένω λίγα χρόνια μέχρι να μεγαλώσεις. Ελπίζω να μη με ξεχάσεις. Τα λέμε τότε», είπε ο Τάσος και γύρισε στη μητέρα του.

Με το Γιώργο δεν ξαναέκαναν παρέα όσο ήταν στο σχολείο. Μετά οι δρόμοι τους χώρισαν.

Κανείς δεν ξέρει το τι απέγιναν τα δύο παιδιά. Κάποιοι, μετά από χρόνια είπαν, πως ο πατέρας του Γιώργου, μετά από ένα τροχαίο, μπόρεσε και περπάτησε χάρη σε κάποιον γιατρό που τον χειρούργησε. Δεν ήξεραν το όνομά του. Το μόνο που έμαθαν ήταν πως δεν είχε και τόσο γερά πόδια…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο κυρ Παντελής δεν είναι ρατσιστής

Ο κυρ Παντελής δεν είναι ρατσιστής

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη


Ο κυρ Παντελής ήταν ένας φιλήσυχος άνθρωπος με δημοκρατικά αισθήματα, όπως ο ίδιος ισχυριζόταν. Ο παππούς του, μετανάστης στη Γερμανία, άφησε μακριά από τον τόπο του την τελευταία του πνοή. Ο πατέρας του, μετανάστης δεύτερης γενιάς, κατάφερε και επέστρεψε στον τόπο του. Ήξερε, λοιπόν, από πρώτο χέρι τι σημαίνει μετανάστευση και μετανάστης.

Ο κυρ Παντελής ήταν ελαιοχρωματιστής. Κοίταζε τη δουλειά του και την οικογένειά του. Βέβαια, τον τελευταίο καιρό έπεσαν αναδουλειές, Με δυσκολία τα έφερνε βόλτα. Δίπλα στο σπίτι του έμενε κάποια οικογένεια μεταναστών από το Πακιστάν. Δεν είχε πολλές παρτίδες μαζί τους, ένα «καλημέρα» που και που. Όσο δεν τον ενοχλούσαν, δεν τον πείραζε που έμενε δίπλα τους. Βέβαια, δεν του πολυάρεσε όταν έβλεπε τα παιδιά του να παίζουν στο δρόμο με τα πακιστανόπουλα. Προσπαθούσε να το αποτρέπει, όχι επειδή ήταν ρατσιστής αλλά επειδή δεν ήξερε από που κρατάει η σκούφια τους.

Κάποια στιγμή θέλησε να καθαρίσει την αυλή του και την αποθήκη του από τα σκουπίδια και την παλιατζούρα που είχε μαζευτεί. Έμαθε ότι ο Πακιστανός γείτονάς του, αναλάμβανε τέτοιες δουλειές. Έπιασε, λοιπόν και τον ρώτησε πόσα χρήματα θα στοίχιζε. Ο Αλή, έτσι έλεγαν τον Πακιστανό γείτονά του, του ζήτησε 30 ευρώ και ο Αλή συμφώνησε.

Την άλλη μέρα, πρωί-πρωί, ο Αλή στρώθηκε στη δουλειά. Η αυλή και η αποθήκη ήταν γεμάτη με σκουπίδια και παλιά αντικείμενα που μάζευε χρόνια τώρα ο κυρ Παντελής, μήπως και κάποιο από αυτά του χρειαζόταν κάπου. «Μάζευε κι ας είναι και ρόγες» έλεγε σε όποιον τον ρωτούσε τι τα ήθελε όλα αυτά τα αντικείμενα.

Κατά το απογευματάκι, ο Αλή τελείωσε τη δουλειά του και ο κυρ Παντελής έκανε να τον πληρώσει.

«Ξέρω ότι συμφωνήσαμε για 30 ευρώ, αλλά όπως είδες δεν είχε και πάρα πολύ δουλειά. Νομίζω πως το πιο δίκαιο είναι να σου δώσω 20 ευρώ. Έτσι δεν είναι;» κατέληξε ρωτώντας ο κυρ Παντελής. «Το πιο ντίκαιο κυρ Παντελής είναι να μου ντώσεις 40 ευρώ γκιατί η ντουλειά ήταν ντύσκολη», απάντησε ο Αλή. «20 ευρώ και πολλά σου είναι», συνέχισε με ποιο έντονο ύφος ο κυρ Παντελής. «Εντάξει, ντεν πειράζει», απάντησε ο Αλή και παίρνοντας τα χρήματα κίνησε για το σπίτι του.

Δεν πέρασαν 5 λεπτά και χτύπησε το κινητό του κυρ Παντελή. Κάποιος τον ήθελε για να του βάψει το σπίτι. «70 ευρώ μεροκάματο συν το ένσημο», ακούστηκε μα λέει ο κυρ Παντελής. «Όχι, με τόσα λίγα να βρεις κάποιον άλλον», είπε στη συνέχεια και έκλεισε το τηλέφωνο.

Μπαίνοντας στο σπίτι, μονολογούσε θυμωμένος: «Ακούς εκεί 30 ευρώ μεροκάματο και χωρίς ένσημο! Για τι με πέρασε για κανέναν Πακιστανό;»


 


 

Ετικέτες: ,

«Κοίτα το φεγγάρι» είπε το παιδί στον υπουργό κι εκείνος αγκάλιασε την πολυθρόνα του

«Κοίτα το φεγγάρι» είπε το παιδί στον υπουργό κι εκείνος αγκάλιασε την πολυθρόνα του

                                                                                   Του Χρήστου Επαμ. Κυργιάκη

 

«Δεν υπάρχει τίποτε το ευγενές στο να είσαι ταξικά

ανώτερος από κάποιους άλλους ανθρώπους. Η

πραγματική αξία είναι να είσαι ανώτερος από τον

προηγούμενο εαυτό σου.»

«Να είσαι ζητιάνος δεν είναι ντροπή,

όμως αυτό είναι το μόνο καλό, που μπορεί να πει

κανείς για την ζητιανιά.»
Ινδικές παροιμίες αφιερωμένες στον πρωθυπουργό

Ο «υπουργός» σε μια από τις περιοδείες του, θέλοντας να δείξει πόσο κοντά αισθάνεται τους ψηφοφόρους του και πόσο ανθρώπινος μπορεί να γίνει όταν θελήσει (λέμε όταν θελήσει) πήρε αγκαλιά το παιδί που ήρθε δίπλα του και το σήκωσε ψηλά.

Ο «υπουργός» καθόταν σε μια αναπαυτική πολυθρόνα. Μόλις είχε βγει και το φεγγάρι μα εκείνος δεν το κατάλαβε.

Το παιδί όμως, το πρόσεξε αμέσως. Κάρφωσε το βλέμμα πάνω του και συγχρόνως το έδειχνε με το χέρι του.

Ο «υπουργός» άφησε βιαστικά το παιδί κάτω και κάθισε πάλι στην αναπαυτική του πολυθρόνα.

Για να μπορέσει να δει κάποιος το φεγγάρι, κάνοντας απλά τον κόπο να σηκώσει το κεφάλι του και να το κοιτάξει, πρέπει να έχει όνειρα, να έχει όραμα.

Ο «υπουργός» δεν έχει ούτε όνειρα ούτε όραμα. Μόνο σχέδια έχει.

Σχέδιο Α. Σχέδιο Β. Σχέδιο Γ και πάει λέγοντας.

Όραμα δεν υπάρχει στο μυαλό του «υπουργού». Μόνο διεκπεραίωση.

Γι΄αυτό και όχι μόνο δεν επηρεάζεται ο υπουργός από τη χλεύη και την κατακραυγή του κόσμου αλλά τη θεωρεί και ως εύσημο στην πολιτική του σταδιοδρομία την οποία έχει ταυτίσει με τις επιθυμίες των λίγων και ισχυρών, καθότι ανίσχυρος ο ίδιος.

Σε αντάλλαγμα των υπηρεσιών του όλο και κάποιο αναπαυτικό θώκο θα κερδίσει.

Δεν τον «αγγίζει» η χλεύη του κόσμου τον «υπουργό» γιατί έχει χάσει προ πολλού, αν διέθετε ποτέ, τους αισθητήρες αξιοπρέπειας που χρειάζονται σε τέτοιες περιπτώσεις.

Τι κι αν εκατομμύρια πολίτες ουρλιάζουν πως έχει άδικο; Εκείνος θεωρεί πως κατέχει, δικαιωματικά ως «υπουργός» την απόλυτη αλήθεια καταφεύγοντας την ίδια στιγμή στο απόλυτο ψέμα.

Το φεγγάρι έχει χαθεί εδώ και καιρό από τον ουρανό του «υπουργού» ο οποίος έχει αντικαταστήσει το παραμύθι με το ψέμα.

Λέει εύκολα ψέματα ενώ δεν ξέρει να πει στο παιδί ούτε ένα παραμύθι.

Τι να το κάνει λοιπόν ο «υπουργός» το παιδί στην αγκαλιά του;

Τι γυρεύει λοιπόν το παιδί στην αγκαλιά του «υπουργού» όταν εκείνος δεν μπορεί ούτε το φεγγάρι να διακρίνει στον ουρανό ακόμη και όταν έχει πανσέληνο.

Μα και το χάδι στο κεφάλι του, ψεύτικο ήταν. Το ένιωσε από την κρυάδα που διαπέρασε το μικρό του κορμί.

Χάδι ψεύτικο όπως τα ψεύτικα χαμόγελα των «ανθρώπων του υπουργού», όπως ψεύτικοι και οι ίδιοι οι «άνθρωποι του υπουργού», όλοι αυτοί που τον στηρίζουν και συνάμα στηρίζονται πάνω του.

«Κουφάλες δεν ξοφλήσαμε..» ακούγεται από μακριά ο γνωστός στίχος του τραγουδιού όλο και πιο συχνά, όλο και πιο δυνατά όλο και περισσότερο από όλους εκείνους τους «ξοφλημένους» που στέκουν, προς το παρών λίγο πιο πέρα.

Από όλους εκείνους που τόσα χρόνια δεν αντάλλαξαν το «ηθικό» με το «νόμιμο», που δεν είπαν «κοινωνική δικαιοσύνη» και έπραξαν «κοινωνική αδικία», που δεν διακήρυξαν «αξιοκρατία» και εφάρμοσαν «ρουσφέτι», που δεν υποσχέθηκαν «Σοσιαλισμό» και έφεραν «βαρβαρότητα».

Από όλους εκείνους που εξακολουθούν να βλέπουν το φεγγάρι και να λένε παραμύθια στα παιδιά και όχι ψέματα.

Καληνύχτα «υπουργέ» μου.

Πάρε αγκαλιά την πολυθρόνα σου και κοιμήσου μ’ αυτήν.

Το παιδί άφησέ το κάτω, δεν σε χρειάζεται και πρέπει να γλυτώσει από σένα

«γιατί αν γλυτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα».

 

Τι να πω στην Άννα; Δυστυχώς ακόμη επίκαιρο!

Τι να πω στην Άννα;

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Δεν αναφέρομαι στην Άννα Διαμαντοπούλου, ούτε στην Άννα Νταλάρα, ούτε στην Άννα Βίσση ούτε σε κάποια άλλη «διασημότητα».

Αναφέρομαι στην Άννα, την παλιά μου μαθήτρια που ξανασυνάντησα πρόσφατα με τη βοήθεια της κοινωνικής δικτύωσης, την μονάκριβη για τους δικούς της ανθρώπους, για τους συγγενείς και τους φίλους της.

Την Άννα με το κοφτερό μυαλό, με τη ματιά που σε αφόπλιζε, με το ανήσυχο πνεύμα και με τα δυο της φτερά έτοιμα να πετάξει.

Δυο χρόνια αγωνίστηκε, κουράστηκε και μόχθησε, όπως και χιλιάδες άλλοι συνομήλικοί της, για να μπει στη σχολή που της άρεσε, την ΑΣΟΕΕ, ώστε να μπορέσει να σπουδάσει και να ασχοληθεί με το αντικείμενο που της άρεσε, τις οικονομικές επιστήμες. Ήταν τότε και η εποχή που τα λεγόμενα οικονομικά επαγγέλματα ήταν περιζήτητα στην «αγορά εργασίας».

Πέρασαν περίπου οχτώ χρόνια από τότε που τελείωσε το σχολείο, όμως το μήνυμα που μου έστειλε δεν ήταν και τόσο ελπιδοφόρο.

«Δάσκαλε! Να βρεθούμε για έναν καφέ να τα πούμε γιατί τέλος Αυγούστου θα περάσω τα εθνικά σύνορα και δεν ξέρω πότε θα γυρίσω…»

Ποιος μπορεί να με συμβουλεύσει τι να πω στην Άννα;

Να της πω ότι έκανε πολύ καλά που διάλεξε να πάει σε άλλο ουρανό να ανοίξει τα φτερά της γιατί στον δικό μας ίσως και να μην είχε την ευκαιρία να τα ανοίξει ποτέ; Και τα φτερά σαν δεν ανοίγουν, γίνονται ατροφικά και άχρηστα για το σκοπό που δημιουργήθηκαν. Όπως τα φτερά των πουλιών που είναι χρόνια κλεισμένα στο κλουβί. Τα πουλιά αυτά μπορεί να συνεχίζουν να κελαηδούν, έχουν ξεχάσει όμως να πετάνε. Και τι σόι πουλί είναι αυτό που έχει ξεχάσει να πετάει;
Να της πω να μείνει εδώ και να παλέψει, να αγωνιστεί; Ακόμη και αν υπάρχει κίνδυνος να μην μπορέσει ποτέ να πετάξει;

Με ποιους να παλέψει και για ποιους να αγωνιστεί; Με αυτούς που επικροτούν ακόμα και τώρα τους υπεύθυνους της σημερινής κατάστασης; Γι’ αυτούς που τόσα χρόνια αγόραζαν μισοτιμής τα όνειρα και τις ελπίδες για να τα κάνουν πλούτο και χλιδή προσωπική;

Λένε συχνά οι «υπεύθυνοι» και οι «σοφοί» πως τάχα δεν πρέπει να ρωτάς τι κάνει η πατρίδα για σένα αλλά τι κάνεις εσύ για την πατρίδα. Ας αναρωτηθούν όμως κάποια στιγμή αυτοί που θα έπρεπε να αναρωτηθούν, τι έκανε η πατρίδα για την Άννα και για κάθε άλλον νέο σαν την Άννα;Σάμπως η μετανάστευση των νέων σε άλλους τόπους δεν αποτελεί έμμεση θυσία γι’ αυτή την έρημη την πατρίδα που τη θυμούνται όποτε τους συμφέρει και την ξεχνάνε αμέσως μετά πάλι επειδή τους συμφέρει;

Τι να πω στην Άννα; Ειλικρινά δεν ξέρω!

Σήμερα ανακοινώνονται οι βαθμοί των παιδιών που έδωσαν πανελλήνιες εξετάσεις! Η σημερινή μέρα χαράς, για όσους πήγαν καλά, θα μετατραπεί σε λίγα χρόνια σε μέρα μεγάλου προβληματισμού και περισυλλογής όταν θα πάρουν το πτυχίο τους. Βλέπετε ζούμε στην εποχή της «διά βίου μάθησης» της «απασχόλησης» και κατά συνέπεια του «όπου γης και πατρίς».

Κάθε σπίτι πλέον έχει το δικό του άνθρωπο, το δικό του μετανάστη που άνοιξε ή ετοιμάζεται να ανοίξει τα φτερά του σε άλλους ουρανούς μακριά από τον δικό μας καθώς, απ΄ότι φαίνεται τον  δικό μας ουρανό φροντίζουν οι «υπεύθυνοι» να τον διατηρούν «καταγάλανο» μόνο για τους τουρίστες.

Μάλλον το καλύτερο που έχω να πω στην Άννα είναι τούτο:

«Να είσαι πάντα χαρούμενη εκεί που θα πας και να προσέχεις τις πτήσεις σου. Ούτε πολύ χαμηλά και σου βρέξει το κύμα τα φτερά, ούτε πολύ ψηλά και σου τα κάψει ο ήλιος»

 
1 σχόλιο

Posted by στο Ιουλίου 15, 2016 in Uncategorized

 

Ο κυρ Παντελής είναι ευσεβής

Ο κυρ Παντελής είναι ευσεβής

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 Ήταν γνωστό σε όλα τα γύρω χωριά ότι το εκκλησάκι του Αγίου Αθανασίου, εδώ και πολλά χρόνια, ήταν παροπλισμένο αφού μετά το γκρέμισμά του λόγω του σεισμού, δεν αναστηλώθηκε και δεν φτιάχτηκε ποτέ. Στην πλατεία του χωριού, οι κάτοικοι, είχαν χτίσει καινούρια εκκλησία. Κανείς δεν πήγαινε στο παλιό εκκλησάκι, εκτός από τον παπά του χωριού ο οποίος περνούσε που και που και ξεχορτάριαζε την μικρή του αυλή.

Ο κυρ Παντελής, έφτασε μια ανοιξιάτικη μέρα, τέλη Μαΐου πρέπει να ήταν, στο χωριό και, πριν πάει να συναντήσει τον παπά, πέρασε για έναν καφέ από το καφενείο. Έπιασε την κουβέντα με τους ντόπιους και τους άνοιξε την καρδιά του:

«Ήμουνα παντρεμένος με τη γυναίκα μου 15 χρόνια αλλά ο Θεός δεν μας αξίωσε να κρατήσουμε στα χέρια μας ένα παιδάκι. Μέχρι που έμαθα τυχαία ότι ένα αντρόγυνο που είχε το ίδιο πρόβλημα με το δικό μας, πριν από πολλά χρόνια, έκανε τάμα στο εκκλησάκι του Αγίου Αθανασίου και σε λίγο καιρό η επιθυμία τους να αποκτήσουν ένα παιδάκι πραγματοποιήθηκε. Κάναμε κι εμείς το ίδιο και το θαύμα έγινε. Αποκτήσαμε ένα αγοράκι και θέλουμε το καλοκαίρι να το βαφτίσουμε στο εκκλησάκι. Ξέρω πως είναι μισογκρεμισμένο, γι’ αυτό, ως ελάχιστη ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον Άγιο, θα ήθελα αν μου επιτρέψετε εσείς οι κάτοικοι του χωριού και ο παπάς της εκκλησίας, να αναλάβω με δικά μου έξοδα την αναστήλωση και επισκευή του ναού».

Το νέο διαδόθηκε γρήγορα και σκόρπισε χαρά στους κατοίκους του χωριού. Οι περισσότεροι πείστηκαν πως αν υπάρχει πίστη, ακόμη και σήμερα, γίνονται θαύματα.

Ο κυρ Παντελής συναντήθηκε την άλλη μέρα με τον παπά του χωριού, παρουσία των εκκλησιαστικών επιτρόπων, ο οποίος με μεγάλη χαρά συμφώνησε να δώσει την άδεια για να αρχίσουν οι εργασίες αναστήλωσης του μικρού ναού.

Σύμφωνα με τις μελέτες του μηχανικού που είχε προσλάβει ο κυρ Παντελής, αν οι εργασίες ξεκινούσαν αμέσως, μέχρι το δεκαπενταύγουστο, που είχαν προγραμματιστεί και τα βαφτίσια, οι εργασίες θα είχαν τελειώσει και ο ναός θα ήταν έτοιμος να υποδεχτεί τους πιστούς.

Πράγματι, μετά από λίγες μέρες το προαύλιο του μικρού ναού γέμισε με τα απαραίτητα υλικά αναστήλωσης και έναν μικρό εκσκαφέα που έπιασε αμέσως δουλειά.

Όλα πήγαιναν ρολόι με τις εργασίες στο εκκλησάκι μέχρι που κάποια από τις πρώτες μέρες του Ιουλίου, ο παπάς έφτασε ανήσυχος στο καφενείο του χωριού.

«Ο εκσκαφέας λείπει. Τα εργαλεία και τα υλικά είναι παρατημένα και στο πίσω μέρος του ναού έχουν ανοιχτεί τρεις μεγάλες τρύπες. Μου το είχε πει ο κυρ Παντελής ότι θα ανοίξουν τρύπες για να ρίξουν κολώνες στήριξης, αλλά έχω κοντά στις πέντε μέρες να τον δω κι αυτόν τον ευλογημένο».

Οι μέρες περνούσαν και ο κυρ Παντελής δεν εμφανιζόταν πουθενά. Πέρασε και το δεκαπενταύγουστο αλλά βαφτίσια δεν έγιναν.

Το πήραν απόφαση οι χωριανοί ότι ο ευεργέτης τους μάλλον εξαφανίστηκε. Συγκεντρώθηκαν ένα πρωινό όλοι στο εκκλησάκι, καθάρισαν το χώρο από όλα όσα είχε αφήσει το συνεργείο αναστήλωσης και σαν τελείωσαν μαζεύτηκαν στο καφενείο του χωριού για να πιουν ένα τσίπουρο και να απαλύνουν λίγο τη λύπη και την απογοήτευσή τους.

«Τουλάχιστον να είναι καλά ο άνθρωπος κι ας μη μας έφτιαξε το ναό», είπε κάποια στιγμή ο παπάς.

Στο διπλανό τραπέζι καθόταν και ο αγροφύλακας με μια παρέα και συζητούσαν φωναχτά.

Ο αγροφύλακας ήταν καλός στη δουλειά του μόνο που είχε μια μεγάλη αδυναμία στα χαρτιά και τα τυχερά παιχνίδια. Αυτός ήταν και ο λόγος που είχε πουλήσει όλα του τα χωράφια. Με χίλια παρακάλια κατάφερε η έρμη η γυναίκα του να μην πουλήσει και το σπίτι που έμεναν κι έτσι τα δυο του παιδιά, είχαν τουλάχιστον ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι τους.

Ο αγροφύλακας και η παρέα του είχαν αρχίσει από νωρίς τα τσίπουρα. Από τα λεγόμενά του, έβγαινε το συμπέρασμα ότι ο αγροφύλακας κάτι γιόρταζε.

«Το ένα το χωράφι που αγόρασα είναι 50 στρέμματα. Το άλλο είναι γύρω στα 60. Όλα ποτιστικά. Πήρα και ένα διαμερισματάκι στην Πάτρα, να βρίσκεται για τα παιδιά. Αντώνη, κέρνα όλο το μαγαζί», είπε τελειώνοντας προς τον ιδιοκτήτη του καφενείου.

«Τι έγινε αγροφύλακα; Κέρδισες το λαχείο ή σου χαμογέλασε ο ρήγας;», τον ρώτησε κάποιος.

«Ποιος ρήγας; Ας είναι καλά ο Άγιος;»

«Ποιος Άγιος;»

«Ο Άγιος Αθανάσιος ποιος άλλος;».

Πέρασαν αρκετές εβδομάδες όταν ο παπάς του χωριού ανέβηκε στο εκκλησάκι του Αγίου Αθανασίου ακολουθώντας ένα μονοπάτι από την πίσω μεριά. Καμιά πενηνταριά μέτρα πριν το εκκλησάκι, σ’ ένα χαντάκι δίπλα στο μονοπάτι ήταν πεταμένα τρία μικρά παλιά ξύλινα κιβώτια. Το χώμα στο εξωτερικό τους ήταν ακόμη κολλημένο πάνω τους.

Κάποιοι συνδύασαν την απότομη εξαφάνιση του κυρ Παντελή με τον ξαφνικό πλουτισμό του αγροφύλακα και τα ξύλινα κιβώτια. Μερικοί γέροντες ορκίζονταν ότι τα κιβώτια περιείχαν χρυσές λίρες από την εποχή του εμφυλίου πολέμου.

Κάποιοι άλλοι δυσκολεύονται ακόμη και σήμερα να πιστέψουν ότι ο κυρ Παντελής έκανε κάτι τέτοιο γιατί έδειχνε ότι ήταν άνθρωπος  ευσεβής…

 

 

Kyrgiakischristos.wordpress.com

 

Ετικέτες: ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: