RSS

Τι να πω στην Άννα; Δυστυχώς ακόμη επίκαιρο!

Τι να πω στην Άννα;

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Δεν αναφέρομαι στην Άννα Διαμαντοπούλου, ούτε στην Άννα Νταλάρα, ούτε στην Άννα Βίσση ούτε σε κάποια άλλη «διασημότητα».

Αναφέρομαι στην Άννα, την παλιά μου μαθήτρια που ξανασυνάντησα πρόσφατα με τη βοήθεια της κοινωνικής δικτύωσης, την μονάκριβη για τους δικούς της ανθρώπους, για τους συγγενείς και τους φίλους της.

Την Άννα με το κοφτερό μυαλό, με τη ματιά που σε αφόπλιζε, με το ανήσυχο πνεύμα και με τα δυο της φτερά έτοιμα να πετάξει.

Δυο χρόνια αγωνίστηκε, κουράστηκε και μόχθησε, όπως και χιλιάδες άλλοι συνομήλικοί της, για να μπει στη σχολή που της άρεσε, την ΑΣΟΕΕ, ώστε να μπορέσει να σπουδάσει και να ασχοληθεί με το αντικείμενο που της άρεσε, τις οικονομικές επιστήμες. Ήταν τότε και η εποχή που τα λεγόμενα οικονομικά επαγγέλματα ήταν περιζήτητα στην «αγορά εργασίας».

Πέρασαν περίπου οχτώ χρόνια από τότε που τελείωσε το σχολείο, όμως το μήνυμα που μου έστειλε δεν ήταν και τόσο ελπιδοφόρο.

«Δάσκαλε! Να βρεθούμε για έναν καφέ να τα πούμε γιατί τέλος Αυγούστου θα περάσω τα εθνικά σύνορα και δεν ξέρω πότε θα γυρίσω…»

Ποιος μπορεί να με συμβουλεύσει τι να πω στην Άννα;

Να της πω ότι έκανε πολύ καλά που διάλεξε να πάει σε άλλο ουρανό να ανοίξει τα φτερά της γιατί στον δικό μας ίσως και να μην είχε την ευκαιρία να τα ανοίξει ποτέ; Και τα φτερά σαν δεν ανοίγουν, γίνονται ατροφικά και άχρηστα για το σκοπό που δημιουργήθηκαν. Όπως τα φτερά των πουλιών που είναι χρόνια κλεισμένα στο κλουβί. Τα πουλιά αυτά μπορεί να συνεχίζουν να κελαηδούν, έχουν ξεχάσει όμως να πετάνε. Και τι σόι πουλί είναι αυτό που έχει ξεχάσει να πετάει;
Να της πω να μείνει εδώ και να παλέψει, να αγωνιστεί; Ακόμη και αν υπάρχει κίνδυνος να μην μπορέσει ποτέ να πετάξει;

Με ποιους να παλέψει και για ποιους να αγωνιστεί; Με αυτούς που επικροτούν ακόμα και τώρα τους υπεύθυνους της σημερινής κατάστασης; Γι’ αυτούς που τόσα χρόνια αγόραζαν μισοτιμής τα όνειρα και τις ελπίδες για να τα κάνουν πλούτο και χλιδή προσωπική;

Λένε συχνά οι «υπεύθυνοι» και οι «σοφοί» πως τάχα δεν πρέπει να ρωτάς τι κάνει η πατρίδα για σένα αλλά τι κάνεις εσύ για την πατρίδα. Ας αναρωτηθούν όμως κάποια στιγμή αυτοί που θα έπρεπε να αναρωτηθούν, τι έκανε η πατρίδα για την Άννα και για κάθε άλλον νέο σαν την Άννα;Σάμπως η μετανάστευση των νέων σε άλλους τόπους δεν αποτελεί έμμεση θυσία γι’ αυτή την έρημη την πατρίδα που τη θυμούνται όποτε τους συμφέρει και την ξεχνάνε αμέσως μετά πάλι επειδή τους συμφέρει;

Τι να πω στην Άννα; Ειλικρινά δεν ξέρω!

Σήμερα ανακοινώνονται οι βαθμοί των παιδιών που έδωσαν πανελλήνιες εξετάσεις! Η σημερινή μέρα χαράς, για όσους πήγαν καλά, θα μετατραπεί σε λίγα χρόνια σε μέρα μεγάλου προβληματισμού και περισυλλογής όταν θα πάρουν το πτυχίο τους. Βλέπετε ζούμε στην εποχή της «διά βίου μάθησης» της «απασχόλησης» και κατά συνέπεια του «όπου γης και πατρίς».

Κάθε σπίτι πλέον έχει το δικό του άνθρωπο, το δικό του μετανάστη που άνοιξε ή ετοιμάζεται να ανοίξει τα φτερά του σε άλλους ουρανούς μακριά από τον δικό μας καθώς, απ΄ότι φαίνεται τον  δικό μας ουρανό φροντίζουν οι «υπεύθυνοι» να τον διατηρούν «καταγάλανο» μόνο για τους τουρίστες.

Μάλλον το καλύτερο που έχω να πω στην Άννα είναι τούτο:

«Να είσαι πάντα χαρούμενη εκεί που θα πας και να προσέχεις τις πτήσεις σου. Ούτε πολύ χαμηλά και σου βρέξει το κύμα τα φτερά, ούτε πολύ ψηλά και σου τα κάψει ο ήλιος»

 
Σχολιάστε

Posted by στο Ιουλίου 15, 2016 in Uncategorized

 

Ο κυρ Παντελής είναι ευσεβής

Ο κυρ Παντελής είναι ευσεβής

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 Ήταν γνωστό σε όλα τα γύρω χωριά ότι το εκκλησάκι του Αγίου Αθανασίου, εδώ και πολλά χρόνια, ήταν παροπλισμένο αφού μετά το γκρέμισμά του λόγω του σεισμού, δεν αναστηλώθηκε και δεν φτιάχτηκε ποτέ. Στην πλατεία του χωριού, οι κάτοικοι, είχαν χτίσει καινούρια εκκλησία. Κανείς δεν πήγαινε στο παλιό εκκλησάκι, εκτός από τον παπά του χωριού ο οποίος περνούσε που και που και ξεχορτάριαζε την μικρή του αυλή.

Ο κυρ Παντελής, έφτασε μια ανοιξιάτικη μέρα, τέλη Μαΐου πρέπει να ήταν, στο χωριό και, πριν πάει να συναντήσει τον παπά, πέρασε για έναν καφέ από το καφενείο. Έπιασε την κουβέντα με τους ντόπιους και τους άνοιξε την καρδιά του:

«Ήμουνα παντρεμένος με τη γυναίκα μου 15 χρόνια αλλά ο Θεός δεν μας αξίωσε να κρατήσουμε στα χέρια μας ένα παιδάκι. Μέχρι που έμαθα τυχαία ότι ένα αντρόγυνο που είχε το ίδιο πρόβλημα με το δικό μας, πριν από πολλά χρόνια, έκανε τάμα στο εκκλησάκι του Αγίου Αθανασίου και σε λίγο καιρό η επιθυμία τους να αποκτήσουν ένα παιδάκι πραγματοποιήθηκε. Κάναμε κι εμείς το ίδιο και το θαύμα έγινε. Αποκτήσαμε ένα αγοράκι και θέλουμε το καλοκαίρι να το βαφτίσουμε στο εκκλησάκι. Ξέρω πως είναι μισογκρεμισμένο, γι’ αυτό, ως ελάχιστη ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον Άγιο, θα ήθελα αν μου επιτρέψετε εσείς οι κάτοικοι του χωριού και ο παπάς της εκκλησίας, να αναλάβω με δικά μου έξοδα την αναστήλωση και επισκευή του ναού».

Το νέο διαδόθηκε γρήγορα και σκόρπισε χαρά στους κατοίκους του χωριού. Οι περισσότεροι πείστηκαν πως αν υπάρχει πίστη, ακόμη και σήμερα, γίνονται θαύματα.

Ο κυρ Παντελής συναντήθηκε την άλλη μέρα με τον παπά του χωριού, παρουσία των εκκλησιαστικών επιτρόπων, ο οποίος με μεγάλη χαρά συμφώνησε να δώσει την άδεια για να αρχίσουν οι εργασίες αναστήλωσης του μικρού ναού.

Σύμφωνα με τις μελέτες του μηχανικού που είχε προσλάβει ο κυρ Παντελής, αν οι εργασίες ξεκινούσαν αμέσως, μέχρι το δεκαπενταύγουστο, που είχαν προγραμματιστεί και τα βαφτίσια, οι εργασίες θα είχαν τελειώσει και ο ναός θα ήταν έτοιμος να υποδεχτεί τους πιστούς.

Πράγματι, μετά από λίγες μέρες το προαύλιο του μικρού ναού γέμισε με τα απαραίτητα υλικά αναστήλωσης και έναν μικρό εκσκαφέα που έπιασε αμέσως δουλειά.

Όλα πήγαιναν ρολόι με τις εργασίες στο εκκλησάκι μέχρι που κάποια από τις πρώτες μέρες του Ιουλίου, ο παπάς έφτασε ανήσυχος στο καφενείο του χωριού.

«Ο εκσκαφέας λείπει. Τα εργαλεία και τα υλικά είναι παρατημένα και στο πίσω μέρος του ναού έχουν ανοιχτεί τρεις μεγάλες τρύπες. Μου το είχε πει ο κυρ Παντελής ότι θα ανοίξουν τρύπες για να ρίξουν κολώνες στήριξης, αλλά έχω κοντά στις πέντε μέρες να τον δω κι αυτόν τον ευλογημένο».

Οι μέρες περνούσαν και ο κυρ Παντελής δεν εμφανιζόταν πουθενά. Πέρασε και το δεκαπενταύγουστο αλλά βαφτίσια δεν έγιναν.

Το πήραν απόφαση οι χωριανοί ότι ο ευεργέτης τους μάλλον εξαφανίστηκε. Συγκεντρώθηκαν ένα πρωινό όλοι στο εκκλησάκι, καθάρισαν το χώρο από όλα όσα είχε αφήσει το συνεργείο αναστήλωσης και σαν τελείωσαν μαζεύτηκαν στο καφενείο του χωριού για να πιουν ένα τσίπουρο και να απαλύνουν λίγο τη λύπη και την απογοήτευσή τους.

«Τουλάχιστον να είναι καλά ο άνθρωπος κι ας μη μας έφτιαξε το ναό», είπε κάποια στιγμή ο παπάς.

Στο διπλανό τραπέζι καθόταν και ο αγροφύλακας με μια παρέα και συζητούσαν φωναχτά.

Ο αγροφύλακας ήταν καλός στη δουλειά του μόνο που είχε μια μεγάλη αδυναμία στα χαρτιά και τα τυχερά παιχνίδια. Αυτός ήταν και ο λόγος που είχε πουλήσει όλα του τα χωράφια. Με χίλια παρακάλια κατάφερε η έρμη η γυναίκα του να μην πουλήσει και το σπίτι που έμεναν κι έτσι τα δυο του παιδιά, είχαν τουλάχιστον ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι τους.

Ο αγροφύλακας και η παρέα του είχαν αρχίσει από νωρίς τα τσίπουρα. Από τα λεγόμενά του, έβγαινε το συμπέρασμα ότι ο αγροφύλακας κάτι γιόρταζε.

«Το ένα το χωράφι που αγόρασα είναι 50 στρέμματα. Το άλλο είναι γύρω στα 60. Όλα ποτιστικά. Πήρα και ένα διαμερισματάκι στην Πάτρα, να βρίσκεται για τα παιδιά. Αντώνη, κέρνα όλο το μαγαζί», είπε τελειώνοντας προς τον ιδιοκτήτη του καφενείου.

«Τι έγινε αγροφύλακα; Κέρδισες το λαχείο ή σου χαμογέλασε ο ρήγας;», τον ρώτησε κάποιος.

«Ποιος ρήγας; Ας είναι καλά ο Άγιος;»

«Ποιος Άγιος;»

«Ο Άγιος Αθανάσιος ποιος άλλος;».

Πέρασαν αρκετές εβδομάδες όταν ο παπάς του χωριού ανέβηκε στο εκκλησάκι του Αγίου Αθανασίου ακολουθώντας ένα μονοπάτι από την πίσω μεριά. Καμιά πενηνταριά μέτρα πριν το εκκλησάκι, σ’ ένα χαντάκι δίπλα στο μονοπάτι ήταν πεταμένα τρία μικρά παλιά ξύλινα κιβώτια. Το χώμα στο εξωτερικό τους ήταν ακόμη κολλημένο πάνω τους.

Κάποιοι συνδύασαν την απότομη εξαφάνιση του κυρ Παντελή με τον ξαφνικό πλουτισμό του αγροφύλακα και τα ξύλινα κιβώτια. Μερικοί γέροντες ορκίζονταν ότι τα κιβώτια περιείχαν χρυσές λίρες από την εποχή του εμφυλίου πολέμου.

Κάποιοι άλλοι δυσκολεύονται ακόμη και σήμερα να πιστέψουν ότι ο κυρ Παντελής έκανε κάτι τέτοιο γιατί έδειχνε ότι ήταν άνθρωπος  ευσεβής…

 

 

Kyrgiakischristos.wordpress.com

 

Ετικέτες: ,

Σαν την Ελπίδα

Σαν την Ελπίδα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Τούτο το «παραμύθι» χάνεται μέσα στα βάθη του χρόνου και της λησμονιάς. Κανένας δεν ξέρει αν είναι πραγματική ιστορία ή δημιουργία του μυαλού και της φαντασίας κάποιου ή κάποιων ανθρώπων.

Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, αυτός που μου την διηγήθηκε ισχυριζόταν πως είναι αληθινή.

Ζούσε, λέει, πριν από πολλά-πολλά χρόνια, σε ένα μικρό παραθαλάσσιο ονειρεμένο χωριό, ένα μικρό κορίτσι που το έλεγαν Ελπίδα. Πατέρας της Ελπίδας ήταν ο Φόβος και μητέρα της η Προσμονή.

Παρόλο που το χωριό ήταν πολύ όμορφο και είχε όλα τα καλά του κόσμου, οι κάτοικοί του, μέχρι να γεννηθεί η Ελπίδα, ήταν θλιμμένοι, αγέλαστοι και αμίλητοι.

Η Ελπίδα, λίγες μόλις μέρες μετά τη γέννησή της, έδειξε ότι κουβαλούσε ανεξήγητες και μαγικές δυνάμεις. Μόλις άγγιξε με τα μικρά της χεράκια τη μητέρα της και τον πατέρα της, εκείνοι, χωρίς να μπορούν να το εξηγήσουν, ένιωσαν να τους πλημμυρίζει χαρά μεγάλη, τόση που το γέλιο ξαναβγήκε από τα χείλη τους και φώλιασε σε κάθε γωνιά του σπιτιού τους. Η θλίψη έφυγε από το πρόσωπό τους και οι καθρέφτες του σπιτιού αποκαλύφθηκαν πάλι μετά από πολλά χρόνια αναμονής, κρυμμένοι κάτω από σεντόνια και κουβέρτες. Βλέπετε, Ο Φόβος και η Προσμονή, δεν άντεχαν να βλέπουν τα πρόσωπά τους σε καθρέφτες.

Η Ελπίδα, κοριτσάκι πια, έκανε παρέα με όλα τα παιδάκια του χωριού μα και με τους μεγάλους. Όλοι ήθελαν να χαϊδέψουν τα ξανθά μαλλάκια της και να συναντηθούν με το γαλαζοπράσινο βλέμμα της. Μετά από κάθε τους χάδι, το χαμόγελο μετακόμιζε στο πρόσωπό τους και η θλίψη ετοίμαζε τις βαλίτσες της μετανάστευσης. Δεν υπήρχε κανένας που να μην γνώριζε ότι αγγίζοντας την Ελπίδα η αισιοδοξία επέστρεφε στο μυαλό του.

Οι κάτοικοι του χωριού ζούσαν μέρες χαράς και δημιουργίας μέχρι που το νέο έσκασε σαν ξεχασμένη νάρκη: Η Ελπίδα αρρώστησε βαριά. Εδώ και δύο μέρες ψηνόταν στον πυρετό και κανένα φάρμακο, κανένα γιατροσόφι δεν μπορούσε να τη συνεφέρει. Ούτε και το ευχέλαιο του παπά μπόρεσε να κάνει κάτι.

Στην πλατεία του χωριού οι συζητήσεις έδιναν κι έπαιρναν. Τα παιδιά σταμάτησαν να παίζουν στις ρούγες κι είχαν συγκεντρωθεί κι αυτά στην πλατεία για να μαθαίνουν τα νέα.

Οι νεώτεροι ζητούσαν συμβουλές από τους γέροντες. Μάταια όμως! Κανένας δεν μπορούσε να δώσει μια λύση.

«Ξέρω το φάρμακο που χρειάζεται το κορίτσι», ακούστηκε δυνατά μια φωνή.

Όλοι έψαχναν να βρουν ποιος μίλησε.

Κάτω από τον μεγάλο φτελιά της πλατείας καθόταν ένας άγνωστος άντρας, ακουμπώντας την πλάτη του στον κορμό του γέρικου δέντρου. Φορούσε ένα μεγάλο ψάθινο καπέλο, ρούχα πολυκαιρισμένα κι ένα κατακόκκινο μαντήλι στο λαιμό.

Είχε κάμποση ώρα που βρισκόταν εκεί, σκαλίζοντας με το δεξί του χέρι το χώμα, χωρίς κανένας να έχει αντιληφθεί την παρουσία του.

«Η γιατρειά του κοριτσιού βρίσκεται στα χέρια και στις ψυχές σας», ξαναμίλησε ο άγνωστος άντρας, τούτη τη φορά πιο δυνατά, χωρίς όμως να σηκώσει ούτε μια στιγμή το βλέμμα του από το χώμα που σκάλιζε με το χέρι του.

«Μην τον ακούτε, είναι τρελός δεν τον βλέπετε;», είπε θυμωμένος ο παπάς.

«Ποιος ξέρει από πού έρχεται!», συμπλήρωσε ο πρόεδρος.

«Γιατί να πιστέψουμε έναν άγνωστο κουρελή;» πρόσθεσε ο δάσκαλος.

Για λίγη ώρα δε μίλησε κανείς.

«Αλήθεια λέει ο άγνωστος», ακούστηκε μια παιδική φωνή και η γονείς έτρεξαν να μαλώσουν το παιδί που μίλησε.

«Έχω γυρίσει όλα τα χωριά και τις πόλεις της χώρας. Το δικό σας είναι το τελευταίο», φώναξε ακόμη πιο δυνατά ο άγνωστος. Μόνο που τούτη τη φορά είχε σηκωμένο το κεφάλι και το βλέμμα του καρφωμένο στο παιδί που μίλησε πριν από λίγο.

«Την Ελπίδα μπορείτε να την σώσετε μόνο αν ονειρευτείτε και θελήσετε να κάνετε τα όνειρά σας πραγματικότητα. Εσείς, αυτό που κάνατε μέχρι τώρα ήταν να περιμένετε από την Ελπίδα να σας δώσει τη χαρά που σας έλλειπε. Κάθε φορά που σας άγγιζε, έχανε και λίγη από τη ζωή της. Ψυχορραγούσε γιατί δεν της επιστρέφατε τη ζωή που σας χάριζε».

«Τι παραμύθια είναι αυτά που λες;», πετάχτηκε πάλι ο δάσκαλος.

«Δε λέει παραμύθια», ακούστηκε πάλι η ίδια παιδική φωνή. Τούτη τη φορά, το παιδί που μίλησε, κρατούσε στο αριστερό του χέρι ένα μεγάλο ξύλο και στο δεξί ένα σουγιά. Με το σουγιά του άρχισε να σκαλίζει το ξύλο.

«Πάντα ήθελα ένα ξύλινο άλογο. Ήρθε η ώρα να το αποκτήσω», είπε πάλι το παιδί και συνέχισε να σκαλίζει το ξύλο. Σιγά-σιγά σκάλισε δύο μάτια, μετά τα ρουθούνια, τα αυτιά και τελευταία άφησε τη χαίτη. Όλοι στο χωριό ήξεραν την ικανότητα που είχε το παιδί αυτό να σκαλίζει μορφές στο ξύλο και στο χώμα.

Ο άγνωστος άντρας σηκώθηκε αργά-αργά, καβάλησε το άλογό του που ήταν δεμένο λίγο πιο πέρα και πήρε το δρόμο που οδηγούσε έξω από το χωριό.

Σε κανέναν δε μίλησε μα και κανένας δεν τον χαιρέτησε.

Το παιδί, καβάλησε το ξύλινο άλογό του και κίνησε για το σπίτι της Ελπίδας.

Σαν έφτασε, έτρεξε γρήγορα στο δωμάτιό της. Την είδε ξαπλωμένη στο κρεβάτι να ανασαίνει βαριά με τα μάτια κλειστά.

«Ελπίδα, εγώ είμαι, ο φίλος σου. Μ’ ακούς; Ήρθα να σου δείξω κάτι που έφτιαξα. Πάντα ονειρευόμουν να αποκτήσω ένα ξύλινο άλογο. Άνοιξε τα μάτια και δες το. Τα κατάφερα. Για σένα το έφτιαξα.»

Πολύ γρήγορα, κόσμος πολύς μαζεύτηκε έξω από το σπίτι της Ελπίδας.

Το παιδί, έπιασε το σχεδόν άψυχο χέρι της Ελπίδας και το έβαλε στη χαίτη του ξύλινου αλόγου.

Το χέρι της Ελπίδας κουνήθηκε και χάιδεψε το μικρό παιδί. Τα μάτια της άνοιξαν. Οι γονείς της, ο Φόβος και η Προσμονή, βγήκαν από το δωμάτιο και ανακοίνωσαν το ευχάριστο νέο στους συγκεντρωμένους.

«Η Ελπίδα ζει! Η Ελπίδα ζει! Είχε δίκιο ο άγνωστος καβαλάρης», άρχισαν να φωνάζουν όλοι μη μπορώντας να συγκρατήσουν τα δάκρυα χαράς που έτρεχαν από τα μάτια τους.

Η Ελπίδα έγινε καλά, η ζωή στο χωριό ξαναβρήκε το ρυθμό της αφού οι κάτοικοί του άρχισαν να κάνουν όνειρα και προσπαθούσαν τα όνειρα αυτά να τα πραγματοποιήσουν.

Μέχρι πότε; Κανείς δεν ξέρει. Ούτε αυτός που μου διηγήθηκε ετούτη την παράξενη ιστορία.

 

Ετικέτες: , ,

Ο Καραγκιόζης διαπραγματεύεται με τους δανειστές

Ο Καραγκιόζης διαπραγματεύεται με τους δανειστές

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

 

Κ: Καραγκιόζης    Α: Αγλαΐα                          Μπ: Μπάρμπα-Γιώργος

Χ: Χατζηαβάτης   Ν: Ντάισελμπλουμ           Σ: Σόιμπλε

Μ: Μέρκελ            Λ: Λαγκάρντ

Ο Καραγκιόζης ορίστηκε από την ελληνική κυβέρνηση να την εκπροσωπήσει στη διαπραγμάτευση με τους δανειστές, στο περίφημο Γιούρογκρουπ. Αφού διάλεξε τους συμβούλους του, παρουσιάστηκαν στην αίθουσα που θα γινόταν η συνεδρίαση. Ο Καραγκιόζης, ντυμένος «απλά», άλλωστε δεν είχε και πολλές ενδυματολογικές επιλογές, κάθισε στη θέση του και περίμενε την έναρξη της συνεδρίασης.

Ν: Κύριε Καραγκιοζόπουλε, σας καλωσορίζω εκ μέρους όλων των Ευρωπαίων φίλων και εταίρων σας.

Κ: Αφού δεν γνωριζόμαστε, πως με κάνατε φίλο;

Ν: Μα ανήκουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση! Είμαστε όλοι φίλοι και αλληλέγγυοι.

Κ: Με δουλεύεις βρε κανάγια;

Ν: Δεν καταλαβαίνω τη λέξη «κανάγια».

Κ: Να στην πω στα γαλλικά: canaille, την κατάλαβες τώρα;

Ν: Μα πως μου μιλάτε έτσι;

Κ: Μπα! Θίχτηκες; Εσύ δεν είσαι με το πλαστό μεταπτυχιακό; Τι νόμιζες; Επειδή φοράς κοστούμι και γραβάτα;

Σ: Αν ήρθατε να μας βρίσετε κύριε Καραγκιοζόπουλε, καλά θα κάνετε να επιστρέψετε στην πατρίδα σας και να δείτε πως θα ξεμπλέξετε με τα δανεικά και τη διαφθορά στη χώρα σας και πως θα σταματήσετε να τεμπελιάζετε.

Κ: Δεν ήρθα να σας βρίσω αλλά ούτε και να κάτσω να με φάτε ζωντανό. Δε μου λες κύριε έξυπνε, η «αδιάφθορη» Ζήμενς ελληνική είναι ή γερμανική; Μίλησες και για δανεικά; Να σου θυμίσω κάτι κατοχικά δάνεια και κάτι γερμανικές επανορθώσεις ή θα σου χαλάσω την όρεξη και δεν θα κατεβαίνουν οι γαρίδες στον γκαργκαλιάνγκο σου; Όσο για την τεμπελιά, μήπως ξεχνάς ότι εσείς οι γερμανοί δουλεύεται το λιγότερο από όλους τους ευρωπαίους κι εμείς το λπερισσότερο; Εκτός αν δεν είσαι ξεχασιάρης αλλά ψεύτης!

Μπ: Τι ίνι Καραγκιόζη μ’ γιατί αλαπουτνάχτκτις έτσι;

Α: Σε πρόσβαλε κανένας γλυκέ μου;

Κ: Μην ανησυχείτε, απλώς άρχισε η διαπραγμάτευση.

Χ: Κύριοι δανειστές, μη δίνετε σημασία στα λόγια του κυρίου Καραγκιοζόπουλου. Είναι λίγο φορτισμένος καθώς κουβαλάει και την εντολή των πρόσφατων εκλογών.

Κ: Χατζατζαράκο! Εσύ την άφησες στο σπίτι την εντολή; Δεν την κουβάλησες μαζί σου;

Σ: Εμείς λειτουργούμε στα πλαίσια της αλληλεγγύης.

Κ: Δε μου λες εσύ έξυπνε κι ομορφονιέ, γιατί μας δανείζετε εδώ και δεκαετίες;

Σ: Σας είπα κύριε, είμαστε αλληλέγγυοι στις χώρες της ΕΕ.

Α: Τότε γιατί μας βάζετε τόκους;

Σ: (;)

Α: Εγώ όταν πάω να βοηθήσω τη γειτόνισσα την Ασπασία, δεν της ζητάω να με πληρώσει, κι όταν μου δανείζει καμιά φορά δε μου ζητάει τόκους. Αυτό είναι αλληλεγγύη. Αυτό που κάνετε εσείς λέγετε τοκογλυφία.

Κ: Πέστα Αγλαΐτσα μου, ν’ αγιάσει το στόμα σου.

Λ: Κυγία Αγλαϊά, οι ντανιστές σας ντεν ειναί η Ασπασιά. Το χγήμα είναι χγήμα, αν το ντανιζείς πγεπεί να παιγνείς και τοκούς;

Κ: Άμα όμως παίρνεις τοκούς τότε δεν είναι αλληλεγγυή, αλλά μπιζνές, κυρία Κριστινά μου.

Ξαφνικά χτυπάει το τηλέφωνο του Σόιμπλε. Είναι η Μέρκελ η οποία του ζητάει να μιλήσει σε ανοιχτή ακρόαση.

Μ: Ποιος είναι αυτός ο ξυπόλητος ο Καραγκιοζόπουλος που ήρθε να μας ταράξει και να χαλάσει την ηρεμία του. Πες του να πάψει αυτή τη στιγμή αλλιώς θα τους πετάξουμε έξω από την ευρωπαϊκή οικογένεια και το ευρώ.

Μπ: Ποιον ίπις ξυπόλητου μαρή; Τ’ ανίψι μ; Άμα σ’ ίχα μπρουστά μ θα σι έλιγα ιγώ.

Μ: Μας χρωστάτε 300 δις ευρώ και μας ήρθες εδώ ξυπόλητος να μας κάνεις κήρυγμα; Να μας δώσετε πίσω τα δανεικά.

Κ: Να πας στις ελβετικές τράπεζες και να πάρεις τα δανεικά που λες. Εκεί βρίσκονται τα περισσότερα. Άλλα από μίζες, άλλα από κλέψιμο και άλλα από υπεραξία.

Μ: Υπεραξία;

Κ: Ναι υπεραξία. Δεν τους διαβάζεις τους συμπατριώτες σου καθόλου; Όσο για το «ξυπόλητος» που λες, τιμή μου και καμάρι μου. Εγώ την υπογραφή μου δεν τη βάζω για να γίνουν περισσότεροι συμπατριώτες μου ξυπόλητοι, νηστικοί, άστεγοι και άνεργοι. Που να χτυπιέσαι κάτω κι εσύ κι ο Σόιμπλε.

Ν: Θα σας πετάξουμε έξω από ΕΕ και ευρώ. Δεν θα έχετε να φάτε.

Χ: Ναι βρε Καραγκιοζάκο μου, πρέπει να συμφωνήσεις.

Κ: Βρε ουστ από κει! Εσύ Χατζατζάρη τα έκανες πάνω σου από το φόβο σου;

Βρε χαϊβάνι. Αυτοί είναι όλοι τους βαμπίρ και πίνουν το αίμα μας. Είναι δυνατόν να διώξουν τους αιμοδότες τους;

Αλλά ως εδώ! Ότι ήπιατε, ήπιατε. Θα φύγουμε από μόνοι μας και από το ευρώ και από την ΕΕ.

Να δούμε τελικά ποιος θα χάσει και ποιος θα κερδίσει. Εμείς πάντως δεν θα βγούμε χαμένοι. Μας φτάνουν και περισσεύουν για να περνάμε όσα παράγουμε αν δεν μας ξεζουμίζετε με τους τόκους.

Μπάι-μπάι Ντάισελμπλουμ. Γεια σας «φίλοι» και «εταίροι» μας.

Μπ: Κι μην τουλμίστι να στίλτι καμιά τρόικα ή δεν ξέρου κι γω ποιον άλλον. Άμα θέλιτι, να ρθίτι το καλουκαίρ να σας φιλέψου κρύου τραχανά μη μυτζήθρα.

 

Ετικέτες: , ,

Σας παρακαλώ μη μου ζητάτε το αδύνατο

Σας παρακαλώ μη μου ζητάτε το αδύνατο

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 Προσπάθησα να μετρήσω την απουσία της με το χρόνο, μα δεν κυλούσαν τα λεπτά και οι ώρες χάθηκαν από κάθε διάσταση. Σταμάτησε ο χρόνος και με κοιτούσε.

– Τι προσπαθείς να κάνεις; μου είπε. Δεν είμαι ο κατάλληλος εγώ για να μετρήσω την απουσία της. Δεν γίνεται να συγκριθώ μαζί της.

 

Μετά, δοκίμασα με το νυχτερινό ουρανό καθώς λένε πως είναι άπειρος. Κάθε αστέρι και μια σκέψη. Πού είναι; Πώς είναι; Χαμογελάει; Πέφτουν οι μπούκλες της έτσι όμορφα κι ανέμελα μπρος τα μάτια της; Δώσε μου αστέρι λίγο από το φως σου να το στείλω πάνω της να μου επιστρέψει την εικόνα της.

– Τι προσπαθείς να κάνεις; μου είπε. Θες να με καταστρέψεις; Αν μου στείλει το φως της θα με κάψει. Έτσι δεν έκαψε κι εσένα;

– Δε με νοιάζει που μ’ έκαψε, απάντησα. Προτιμώ τη φωτιά της από το κρύο της απουσίας της. Το έχεις νιώσει αυτό το κρύο; Μην το νιώσεις ποτέ. Προτιμώ το φως της κι ας με καίει.

 

Τέλος, δοκίμασα με τα τραγούδια. Κάθε τραγούδι και μια εικόνα. Χαρά, λύπη, θλίψη, έρωτας, αγάπη. Όλα τα τραγούδια εκείνη. Κάθε νότα και μια απορία ανυπόφορη. Είναι καλά; Κι αν είναι λυπημένη;

Μακάρι να γελάει κι ας μην αντέχω που δεν βλέπω το γέλιο της.

– Τι προσπαθείς να κάνεις; μου είπαν οι στίχοι του τραγουδιού. Δεν μπορούμε, δεν γίνεται να μιλήσουμε για την απουσία της. Γράψε εσύ αν μπορείς στίχους να περιγράφουν το κενό σου σαν λείπει.

– Μα δεν γίνεται, απάντησα. Δεν ξέρω τόσες λέξεις. Δεν ξέρω τέτοιες λέξεις. Πώς να τις εφεύρω; Το μυαλό μου σταματάει στη σκέψη της.

– Δεν φοβάσαι που την αγαπάς τόσο; μου είπαν. Δεν φοβάσαι μήπως την πνίξεις;

– Δεν ξέρω αλλιώς, απάντησα. Δεν θέλω αλλιώς, δεν μπορώ αλλιώς. Μα, αν είναι να την πνίξω, θα γίνω στεριά για να πατήσει, θα γίνω αέρας για να ανασάνει, θα γίνω λίγο από το κόκκινο των χειλιών της, λίγο από το πράσινο των ματιών της, θα γίνω βράχος για να ξαποστάσει και ήλιος για να στεγνώσει.

Μα, δεν μπορώ αλλιώς, δεν μπορώ πιο λίγο.

Σας παρακαλώ, μη μου ζητάτε το αδύνατο…

 

Ετικέτες: , , , ,

Η φυλακή της ζωής μας

Η φυλακή της ζωής μας

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Είναι φορές που νιώθουμε το βάρος των καταστάσεων ασήκωτο. Βιώνουμε το άδικο τόσο πολύ, σαν μαχαίρι που φτάνει μέχρι το κόκαλο. Καταλαβαίνουμε, διαισθανόμαστε ότι κάτι πρέπει να κάνουμε όμως παραμένουμε άπραγοι.

Ένας φόβος μας κυριεύει και τελικά δεν κάνουμε τίποτα. Ευχόμαστε να γινόταν κάτι αλλά όχι από εμάς, από κάποιους άλλους. Καταλήγουμε να κάνουμε πράγματα τελείως ανώδυνα για τους δυνάστες μας τα οποία όμως τα εμφανίζουμε στον εαυτό μας ως ηρωικές πράξεις αντίστασης που καθαρίζουν τη συνείδησή μας. Φταίει που η φυλακή στην οποία ζούμε μας προσφέρει σιγουριά. Η επιβίωση έξω από τα σίδερα της φυλακής εμπεριέχει το άγνωστο κι αυτό μας τρομάζει.

Πεθαίνει το πνεύμα κι η ψυχή μας πολύ πριν το βιολογικό μας θάνατο. Ανάμεσα στο δρόμο που οδηγεί σίγουρα στο γκρεμό και στο άγνωστο μονοπάτι που ίσως οδηγεί στο ξέφωτο και στην απελευθέρωσή μας, επιλέγουμε το πρώτο ελπίζοντας-αυτή η ελπίδα είναι μια δεύτερη φυλακή- σε ένα θαύμα που ξέρουμε ότι δεν θα γίνει ποτέ.

Κι όμως εξακολουθούμε να ελπίζουμε.

Μέσα στη φυλακή μας νομίζουμε ότι ζούμε ελεύθεροι. Πίσω από τα κάγκελα απολαμβάνουμε τα αγαθά που μας επιβάλλουν οι δυνάστες μας. Τρώμε και πίνουμε ότι μας σερβίρουν. Όχι τα πιο ποιοτικά αλλά αυτά που αφήνουν το μεγαλύτερο κέρδος. Βλέπουμε ότι μας επιτρέπουν και μας επιτρέπουν ότι εξασφαλίζει την παντοδυναμία των δυναστών μας. Διαβάζουμε ότι επιλέγουν εκείνοι να διαβάσουμε αρκεί να μην αποκαλύπτει το πραγματικό τους πρόσωπο και κυρίως να μην προτείνει την ανατροπή και το γκρέμισμά τους. Καταλαβαίνουμε, διαισθανόμαστε ότι κάτι πρέπει να κάνουμε όμως παραμένουμε άπραγοι.

Ένας φόβος μας κυριεύει και τελικά δεν κάνουμε τίποτα. Ευχόμαστε να γινόταν κάτι αλλά όχι από εμάς, από κάποιους άλλους. Καταλήγουμε να κάνουμε πράγματα τελείως ανώδυνα για τους δυνάστες μας τα οποία όμως τα εμφανίζουμε στον εαυτό μας ως ηρωικές πράξεις αντίστασης που καθαρίζουν τη συνείδησή μας.

Φταίει που η φυλακή στην οποία ζούμε μας προσφέρει σιγουριά.

Η επιβίωση έξω από τα σίδερα της φυλακής εμπεριέχει το άγνωστο κι αυτό μας τρομάζει. Πεθαίνει το πνεύμα κι η ψυχή μας πολύ πριν το βιολογικό μας θάνατο. Ανάμεσα στο δρόμο που οδηγεί σίγουρα στο γκρεμό και στο άγνωστο μονοπάτι που ίσως οδηγεί στο ξέφωτο και στην απελευθέρωσή μας, επιλέγουμε το πρώτο ελπίζοντας-αυτή η ελπίδα είναι μια δεύτερη φυλακή- σε ένα θαύμα που ξέρουμε ότι δεν θα γίνει ποτέ. Κι όμως εξακολουθούμε να ελπίζουμε. Μέσα στη φυλακή μας νομίζουμε ότι ζούμε ελεύθεροι. Πίσω από τα κάγκελα απολαμβάνουμε τα αγαθά που μας επιβάλλουν οι δυνάστες μας. Τρώμε και πίνουμε ότι μας σερβίρουν. Όχι τα πιο ποιοτικά αλλά αυτά που αφήνουν το μεγαλύτερο κέρδος.

Βλέπουμε ότι μας επιτρέπουν και μας επιτρέπουν ότι εξασφαλίζει την παντοδυναμία των δυναστών μας. Διαβάζουμε ότι επιλέγουν εκείνοι να διαβάσουμε αρκεί να μην αποκαλύπτει το πραγματικό τους πρόσωπο και κυρίως να μην προτείνει την ανατροπή και το γκρέμισμά τους.

 

Ετικέτες: ,

Αλήθειες;

«Ανάμεσα στο <αισθάνομαι> και στο <καταλαβαίνω> προτιμώ το <αισθάνομαι>»

 

«Οι αυτόφωτοι άνθρωποι συνήθως κινούνται αθόρυβα και σεμνά. Οι ετερόφωτοι γυροφέρνουν κομπάζοντας για το ξένο φως που εκπέμπουν»

 

«Τρομάζω στη σκέψη ότι οι άνθρωποι θα πάψουν να κάνουν λάθη. Τελικά οι άνθρωποι είναι τα λάθη τους. Είναι όσα διόρθωσαν και όσα δεν μπόρεσαν να διορθώσουν.»

 

 

«Χειρότερη από όλες τις φυλακές είναι αυτή που έχει φτιάξει κάποιος με το καλάμι που έχει καβαλήσει»

 

‘’Σαν μετρήσεις τις μέρες που έζησες να βγάλεις από το μέτρημα τις μέρες που δεν ένιωσες αγάπη.’’

 

‘’Όσοι απειλούν με μαχαίρια και πιστόλια παριστάνοντας τους άντρες είναι βέβαιο ότι τα παντελόνια που φορούν στερούνται ουσιαστικού περιεχομένου και το κρανίο τους είναι έτοιμο νσ σπάσει λόγω υποπίεσης.’’

 

Κοιτάζοντας σήμερα έναν φοβισμένο μαθητή βλέπω έναν αυριανό δουλικό πολίτη. Ρωτάτε αν ντρέπομαι? Ντρέπομαι ακόμη και να απαντήσω…

 

«Δε θα νιώσεις ποτέ τη ζεστασιά του ήλιου αν κρύβεσαι στη σκιά επειδή φοβάσαι μην καείς.»

 

«Όταν οι λίγοι γεμίζουν τις τσέπες τους με χρυσάφι βουτηγμένο στο αίμα δε μένει στους πολλούς παρά να γεμίσουν τις τσέπες τους με πέτρες βουτηγμένες στο δίκιο.»

 

«Όταν ακούς ότι ένας ιδιώτης ζητάει 10 εργαζόμενους να θυμάσαι πως θέλει απλά 10 ανθρώπους για να του αυξήσουν κι άλλο την περιουσία του χωρίς ο ίδιος να ιδρώσει»

 

C.K

 

Ετικέτες: , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 253 ακόμα followers

Αρέσει σε %d bloggers: