RSS

Η μνήμη και ο γιορτασμός της πρωτομαγιάς ενοχλεί και την Ευρώπη

Η μνήμη και ο γιορτασμός της πρωτομαγιάς ενοχλεί και την Ευρώπη

Δικάζεται νέος μετανάστης γιατί προπαγάνδιζε την εργατική πρωτομαγιά

Μόνο οργή θα μπορούσε να νιώσει κάποιος διαβάζοντας την ανακοίνωση της Επιτροπής Αγώνα Ελλήνων Μεταναστών στην Ολλανδία στην οποία «εκφράζει την αλληλεγγύη της στον O. K., νέο μετανάστη στην Ολλανδία, που διώκεται μέχρι και σήμερα για την προπαγάνδιση της φετινής πρωτομαγιάτικης συγκέντρωσης στην Ουτρέχτη».

Στην ίδια ανακοίνωση η Επιτροπή καταγγέλλει «τη στάση των ολλανδικών αρχών που τον συνέλαβαν με την κατηγορία του βανδαλισμού (!) και θα τον οδηγήσουν στον εισαγγελέα στις 10 Σεπτέμβρη».

Και πώς να μην οργίζεται κανείς όταν συλλαμβάνονται και σέρνονται σε δίκες εκφοβισμού και τρομοκράτησης νέοι άνθρωποι που μετανάστευσαν για να δουλέψουν και ταυτόχρονα να σπουδάσουν ενώ συνάμα δεν παύουν να αγωνίζονται και να διεκδικούν καλύτερες συνθήκες ζωής και εργασίας για όλους τους εργαζόμενους.

Πώς μπορεί να μην εκφράσει κανείς την αμέριστη συμπαράστασή του στον Ο. Κ. στο πρόσωπο του οποίου την Πέμπτη στις 10 Σεπτέμβρη του 2020 θα δικαστούν στην Ολλανδία όλοι εκείνοι που γιορτάζουν την πρωτομαγιά ως μέρα μνήμης, αγώνα και ανανέωσης της υπόσχεσης πως ετούτος ο κόσμος ο καπιταλιστικός θα ανατραπεί με τους αγώνες και των νέων ανθρώπων που δεν δέχονται να κλείσουν το στόμα τους όσους αντεργατικούς νόμους κι αν ψηφίσουν οι αστοί.

Τέλος στην ανακοίνωσή της η Επιτροπή καταλήγει με την υπόσχεση-παρότρυνση:  «Η τρομοκρατία δεν θα περάσει – μόνο του λαού η πάλη θα τη σπάσει!».

Ο.Κ να ξέρεις ότι δεν είσαι μόνος σου σ’ αυτή τη μάχη που δίνεις.

Εσύ και η αντίληψη που λέει πως δεν σταματάμε να αγωνιζόμαστε γιατί αυτό μας εξανθρωπίζει θα βγείτε νικητές.

Χρήστος Κυργιάκης

 

Ετικέτες: , , ,

Να φύγει, να πάει στα ΕΠΑΛ

Να φύγει, να πάει στα ΕΠΑΛ

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Άλλο ένα βράδυ θα περάσει μάλλον δύσκολα όπως και τα προηγούμενα βράδια εδώ και ένα μήνα.

Βλέπεις, η μάχη που γίνεται μέσα μου ανάμεσα σε μένα και τον εαυτό μου δεν έχει λήξει ακόμη κι απ’ότι φαίνεται δεν θα λήξει ούτε απόψε.

Είναι κι εκείνες οι απόψεις που ακούω κατά καιρούς, που λένε πως δεν μπορούν και δεν πρέπει να γίνουν όλοι επιστήμονες, οι οποίες με δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο στο να καταλήξω ποιο είναι το σωστό για το μαθητή μου.

Και κάποιες άλλες που λένε πως με «καμένα χαρτιά» δεν πρέπει να ασχολούμαστε γιατί αποβαίνει εις βάρος των «καλών» μαθητών.

Ξέρετε, είναι από εκείνους τους μαθητές που κάθονται κάπου σε μια άκρη στα τελευταία θρανία και προσπαθούν να κρυφτούν από τη ματιά μου.

Κι όμως πολλές φορές έπιασα τον εαυτό μου να με βολεύει αυτό το κρύψιμο. Μπορούσα έτσι, κάνοντας πως δεν τον είδα, να συνεχίσω το μάθημά μου χωρίς εκείνον, να αγορεύω και να υπαγορεύω για τους άλλους και όχι για κείνον.

Κι έρχομαι μετά εγώ ο άλλος για να μου θυμίσω τη συνάντηση με τον πατέρα του.

«Ρίξτου και καμιά σφαλιάρα δάσκαλε. Από μένα έχεις το ελεύθερο». Η δόλια η μάνα του στεκόταν παραδίπλα βουρκωμένη.

Μου’ρθε να του ορμήσω όμως τότε σε τι θα διέφερα από εκείνον;

«Σας παρακαλώ πολύ» του είπα, «Τι είναι αυτά που λέτε; Ούτε τα ζώα δεν έχουν τέτοιες συμπεριφορές. Ο άνθρωπος αφήνει πίσω του τα ζωώδη ένστικτα, δεν επιστρέφει σ’αυτά».

Ώστε έτσι λοιπόν. «Σφαλιάρα» από τη μία «καμένα χαρτιά» από την άλλη. Οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Όποιος μαθητής ξεφεύγει από το τυπικό πλαίσιο συμπεριφοράς και απόδοσης που μάθαμε και που μας βολεύει, πρέπει να εξοστρακίζεται.

«Να φύγει, να πάει στα ΕΠΑΛ. Εκεί τουλάχιστον θα πάρει ένα απολυτήριο». Ποιος τα λέει αυτά; Ο ίδιος που ισχυρίστηκε λίγο πριν πως είναι καλύτερο «αυτά» τα παιδιά να μαθαίνουν μία τέχνη. Ο ίδιος που κάποια άλλη φορά χλεύασε τον υδραυλικό γιατί δεν ήξερε να μιλάει σωστά. Αγράμματο τον αποκάλεσε συμπληρώνοντας: «Τι περιμένεις; Το ΕΠΑΛ τελείωσε κι αυτό με το ζόρι».

Το χειρότερο απ’όλα είναι πως τελικά αυτά τα παιδιά συνηθίζουν, γιατί είναι βολικό και για τα ίδια, στην ιδέα πως δεν τα καταφέρνουν, δεν αξίζουν για κάτι καλύτερο, δεν είναι δα και τα πιο έξυπνα οπότε καλύτερα να πάνε με την «πλέμπα». Τι τις θέλουν τις σπουδές και άλλα τέτοια μεγαλεία; Κι έτσι αποδέχονται την ανημποριά και τη δουλικότητα. Χωρίς αυτοεκτίμηση κι αξιοπρέπεια γίνονται οι καλύτεροι συνεχιστές της αδικίας του συστήματος που και οι ίδιοι βιώνουν. Δεν θα διεκδικήσουν, δεν θα αμφισβητήσουν, δεν θα αντιδράσουν.

Κι επανέρχεται ο εαυτός μου δριμύτερος και μου θυμίζει ότι ο μαθητής αυτός είναι αγενής, καθυστερεί στο μάθημά μου, μιλάει και πετάει χαρτάκια την ώρα του μαθήματός μου και δεν επιτρέπει και στους άλλους μαθητές να παρακολουθήσουν. Του μίλησα ιδιαιτέρως, τον απέβαλλα από την τάξη, τον έστειλα στο διευθυντή, κάλεσα τους γονείς του-εντάξει δεν είχε και το καλύτερο αποτέλεσμα-του ξαναμίλησα, αλλά αυτός τίποτα. Αρνείται να γράψει, να διαβάσει και γενικά να μου δείξει ότι το προσπαθεί. Κι εγώ πόση υπομονή να δείξω; Σάμπως δεν έχω κι εγώ τα δικά μου; Δεν έχω κι εγώ παιδιά με ανάγκες και προβλήματα; Τι να πρωτοθυμηθώ; Δάνεια, εφορία, υποχρεώσεις για τα παιδιά που σπουδάζουν. Και που σπουδάζουν τι θα καταφέρουν; Άνεργα θα μείνουν. Έτσι βιώνω άλλη μία προσωπική ήττα.

Μετά θυμάμαι πως αν ο μαθητής αυτός και δυο τρεις ακόμη πάνε στα ΕΠΑΛ, θα λιγοστέψουν τα τμήματα θα έχω πρόβλημα με τις ώρες. Δεν θα συμπληρώνω ωράριο και θα πρέπει να πάω και σε άλλο σχολείο. Να πάρει η ευχή. Δεν είναι καλό αυτό. Μεταξύ μας, ούτε και τόσο έντιμο είναι που το σκέφτηκα…

Ναι αλλά τότε για ποιους μαθητές πάω στο σχολείο; Μόνο για τους «καλούς»; Και θα εύχομαι να είναι όλοι τους «καλά» παιδιά, να διαβάζουν, να μην δημιουργούν προβλήματα, να σέβονται-λες κι ο σεβασμός πουλιέται στη λαϊκή με το κιλό-να προσπαθούν και να κάνουν, τέλος πάντων, ότι χρειάζεται για να έχω το κεφάλι μου ήσυχο;

Όμως, αν οι παραπάνω ευχές πραγματοποιηθούν τότε μάλλον δεν με χρειάζονται. Τις γνώσεις μπορούν να τις βρουν και στο ίντερνετ.

Καληνύχτα εαυτέ μου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Ο Νικόλας ο «τρελός»

Ο Νικόλας ο «τρελός»

Ο Νικόλας ο «τρελός»

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Κανένας δεν του έκανε παρέα τα τελευταία χρόνια. Μήτε η γυναίκα του, μήτε τα παιδιά του.

Ακόμα κι εκείνος ο κολλητός του, ο αδερφικός του φίλος, ακόμα κι αυτός τον απέφευγε όταν τον έβλεπε.

Ποιος θέλει παρτίδες με έναν τρελό;

Δεν είναι πως δεν είχε όνομα, Νικόλα τον έλεγαν, μα κανένας πια δεν τον φώναζε με τ’ όνομά του.

«Ο τρελός», έλεγαν όλοι όταν τον έβλεπαν.

Τα έβγαζε πέρα, τρόπος του λέγειν, με τη σύνταξη που του αναλογούσε μετά από πενήντα χρόνια δουλειάς. Βλέπεις στα πρώτα χρόνια, ήταν δεν ήταν δεκαοχτώ χρονών, τα αφεντικά του ήταν καλά, άνθρωποι της εκκλησίας και του θεού, αλλά δεν είχαν να του κολλάνε και ένσημα. «Δεν έβγαιναν», όπως έλεγαν συχνά αν και το σωστό το ήξεραν. «Μάρτυς τους ο θεός» και ποιος ζει ποιος πεθαίνει. Μπορείς να διαψεύσεις το θεό;

Του άρεσε του Νικόλα να πηγαίνει τα απογεύματα στην πλατεία. Καθόταν στο παγκάκι και χάζευε τα παιδιά που έπαιζαν μπάλα. Ή μάλλον που προσπαθούσαν να παίξουν γιατί οι καρέκλες και τα τραπέζια των καταστημάτων έφτασαν να είναι περισσότερα από τις πλάκες σχιστόλιθου της πλατείας.

Καθόταν στο διπλανό παγκάκι και παρακολουθούσε με μεγάλο ενδιαφέρον τα ποδοσφαιρικά ντέρμπυ των πιτσιρικάδων.

Με το που έφευγε η μπάλα από τα παιδιά κι έκανε να φτάσει στο δρόμο πεταγόταν σαν σφεντόνα και την προλάβαινε.

«Παίξτε αλλά να προσέχετε. Κι αν βγει στο δρόμο μην την κυνηγήσετε. Θα πηγαίνω εγώ να σας τη φέρνω».

Κάθε φορά που έχαναν τη μπάλα τους ή που κάποιος μαγαζάτορας τους την άρπαζε για να μην ενοχλούν τους πελάτες, ο Νικόλας πήγαινε και τους έπαιρνε άλλη.

Τα αγαπούσε τα παιδιά, τα είχε υπό την προστασία του. Ειδικά στο Γιαννάκη είχε μεγάλη αδυναμία. Του θύμιζε βλέπετε το δικό Γιαννάκη, το γιο του. Κι όταν καμιά φορά τύχαινε κάποιος πελάτης να τα μαλώσει επειδή η μπάλα τους πήγε στο τραπέζι του, εκείνος σηκωνόταν, έσφιγγε τα δόντια και τις γροθιές και χτυπούσε τα πόδια με δύναμη στις πλάκες. Δεν τολμούσε όμως ποτέ να πει ή να κάνει κάτι.

Ούτε και στη ζωή του τόλμησε ποτέ να σηκώσει ανάστημα ή να υψώσει τη φωνή του. Ακόμη κι αν ένιωθε το δίκιο να τον πνίγει, διάλεγε πάντα να μην μιλήσει και εισέπραττε κάθε φορά και μια καινούργια ήττα.

Μόνο μία, μία και μοναδική φορά αντέδρασε και από τότε παντρεύτηκε και τον τιμητικό τίτλο του «τρελού».

Δούλευε μεροκάματο στα καπνοχώραφα εκείνη την περίοδο. Από τις τέσσερις τα ξημερώματα μέχρι στις δέκα το πρωί και μετά αχθοφόρος σε αποθήκη μέχρι αργά το απόγευμα, αναλόγως τη δουλειά. Ήταν νέος και δυνατός. Ο γιος του ο Γιαννάκης, ήταν τότε γύρω στα δυο. Ήθελε να μαζέψει χρήματα μπας και του ζητούσε ο γιος του να σπουδάσει. Σκεφτόταν τα δικά του. Δεν τα συνέχισε τα γράμματα κι ας ήταν «σπίρτο» όπως έλεγαν οι δάσκαλοί του.

Χρήματα για να φύγει από τη μικρή πόλη που ζούσε με τους δικούς του δεν υπήρχαν. Δεν ήθελε να συμβεί το ίδιο και στο γιο του.

«Αννούλα, ο Γιαννάκης μας θα σπουδάσει άμα του αρέσει. Να ξεφύγει από τούτη τη μιζέρια. Με τα χωράφια και με τις δουλειές του ποδαριού είσαι μια ζωή σε σπίτι ξέσκεπο», έλεγε στη γυναίκα του.

«Νικόλα, δεν είναι αυτά για μας. Οι σπουδές είναι πολυτέλειες για τους ψωροπερήφανους», του απαντούσε εκείνη κι ευχόταν να του έσχιζε την καρδιά καλύτερα παρά να του έλεγε τέτοιες κουβέντες.

Είχε συμφωνήσει στην τιμή, έδωσαν τα χέρια, με τον τσιφλικά του διπλανού χωριού που είχε τα καπνοχώραφα, ούτε ήξερε κι αυτός πόσα στρέμματα είχε, και υπολόγιζε πως μέχρι να μεγαλώσει ο Γιαννάκης θα τα είχε μαζέψει τα λεφτά για τις σπουδές. Φτάνει να το ήθελε ο μικρός, φτάνει να το είχε μεράκι.

Την πρώτη χρονιά ο τσιφλικάς του έδωσε τα μισά από αυτά που είχαν συμφωνήσει. Και να πεις ότι ήταν μόνο τσιφλικάς; Ο μεγαλύτερος τοκογλύφος της περιοχής.

«Δεν πήγε καλά η σοδειά Νικόλα. Το ξέρεις, δεν θα στα φάω, άνθρωποι είμαστε. Του χρόνου θα τα πάρεις μαζί με τα υπόλοιπα».

Δεν του άρεσε του Νικόλα. Θύμωσε και του ήρθε να τον σβερκιάσει τον τσιφλικά. Συγκρατήθηκε τελευταία στιγμή. Κόντεψε να σπάσει τα δόντια του από στο σφίξιμο. Σκέφτηκε τις σπουδές του γιου του.

«Ας είναι. Θα περιμένω ένα χρόνο».

Την επόμενη χρονιά ο τσιφλικάς, που το’ χε σύστημα να μην πληρώνει τους εργάτες γης ποτέ όσα συμφωνούσαν, είπε στο Νικόλα πως δεν μπορούσε να του δώσει τα χρήματα που είχαν συμφωνήσει.

«Προέκυψαν έξοδα που δεν τα υπολόγισα Νικόλα. Ο γιος μου ο μεγάλος, ξέρεις ότι τον έστειλα για σπουδές έξω. Για καλύτερα. Άλλα πανεπιστήμια εκεί, ανώτερα από τα δικά μας. Θα χρειαστεί μου είπε να μείνει άλλα δυο χρόνια και τα δίδακτρα είναι περισσότερα. Δεν γίνεται να σου δώσω όσα συμφωνήσαμε. Μην το παίρνεις προσωπικά. Και με τους άλλους το ίδιο θα κάνω. Δέχτηκαν όλοι. Νικόλα ξέρω πως είσαι καλός άνθρωπος. Το βαστάει η καρδιά σου να σταματήσω τις σπουδές του παιδιού; Άλλωστε, έχεις φάει ψωμί από τα χέρια μου, μπορείς να κάνεις λίγη υπομονή. Μου το χρωστάς Νικόλα.»

Έχασε τη μιλιά του ο Νικόλας. Μάζεψε και τους υπόλοιπους εργάτες γης, καμιά τριανταριά νοματαίους και τους είπε πως πρέπει να κάνουν απεργία. Να σταματήσουν να δουλεύουν αν δεν πάρουν τα μεροκάματά τους.

Δεν δέχτηκε κανένας. Οι περισσότεροι είχαν χρέη στο τσιφλικά. Τους είχε δεμένους πισθάγκωνα. Οι υπόλοιποι δεν ήθελαν μπλεξίματα. Κάποιοι δεν είχαν και υποχρεώσεις, αυτοί και το τομάρι τους ήταν, οπότε δεν τους ένοιζε και πολύ.

«Να κάτσεις στα αυγά σου και να αφήσεις τις απεργίες και τα μπλεξίματα. Φυλακή θα σε κλείσουν και θα με αφήσεις να βολοδέρνω με ένα μικρό μόνη μου για να τα φέρω βόλτα.»

«Πώς να το καταπιώ το άδικο Αννούλα; Ξέρεις πόσο ιδρώτα έριξα. Δε με ακούς που βήχω; Φθυσικός θα γίνω. Δεν έχουν χαΐρι τα καπνά, το ξέρεις. Και να δουλεύω τζάμπα;»

Πήγε την άλλη μέρα και βρήκε τον τσιφλικά. Του ζήτησε τα δουλευμένα και τα χρωστούμενα μαζί. Εκείνος του είπε πως προέχουν οι σπουδές του γιου του τού πρωτότοκου και όχι τα δικά του μεροκάματα.

Θόλωσε ο Νικόλας. Έσφιξε τα δόντια και τις γροθιές του και άρχισε να χτυπάει τα πόδια του κάτω. Έτρεξε στο ξηραντήριο που ήταν τίγκα στον καπνό, έβγαλε τα σπίρτα και έβαλε φωτιά. Σε λίγα δευτερόλεπτα η φωτιά επεκτάθηκε παντού. Πήγε και στο δεύτερο και στο τρίτο το ξηραντήριο. Ο καπνός από τα τρία ξηραντήρια που καίγονταν φαινόταν από χιλιόμετρα μακριά.

Ούρλιαζε ο τσιφλικάς τραβώντας τα μαλλιά. «Είναι τρελός. Θα μας κάψει όλους ζωντανούς».

Το βλέμμα του Νικόλα καρφώθηκε στο πουθενά. «Θέλω κι εγώ να σπουδάσει ο γιος μου», επαναλάμβανε συνεχώς όταν ήρθαν και τον συνέλαβαν.

Δυο χρόνια φυλακή λόγω ελαφρυντικών και άλλα δύο στο ψυχιατρείο. Κόσμος πολύς είχε μαζευτεί έξω από το δικαστήριο τη μέρα της δίκης. Μέχρι και δημοσιογράφοι από την πρωτεύουσα ήρθαν για να καλύψουν τη δίκη. Ο τσιφλικάς την έβγαλε σχεδόν καθαρή λόγω έλλειψης επαρκών στοιχείων.

Η Αννούλα πήρε το Γιαννάκη και πήγε στους δικούς της. Δεν αντάμωσε ποτέ με το Νικόλα. Στο παιδί είπε πως ο πατέρας του πέθανε.

Και καθώς το παιδιά έπαιζαν στην πλατεία, μια μπαλιά του μικρού Γιαννάκη σκάει πάνω στο τραπέζι του διπλανού μαγαζιού. Φεύγει το ποτήρι με τον καφέ και σκάει πάνω στο άσπρο φόρεμα της κυρίας του ζευγαριού. Ο συνοδός της σηκώνεται αγριεμένος και προσπαθεί να βρει τον «ένοχο». Ένα ξανθό αδύναμο αγοράκι, ο Γιαννάκης, τους πλησιάζει και ζητάει συγνώμη.

Πριν προλάβει να τελειώσει ο συνοδός της κυρίας στέκεται πάνω από το μικρό και του ρίχνει μια ξανάστροφη με τόση δύναμη που ο μικρός πετάχτηκε πέρα.

Το βλέπει ο Νικόλας και γυαλίζει το μάτι του.

Ορμάει με όση δύναμη είχε και τρέχει πάνω από το Γιαννάκη. Τον είδε να κλαίει και να πιάνει το μάγουλό του. Γυρνάει, χωρίς καθυστέρηση και πέφτει πάνω στον άνθρωπου που χαστούκισε το μικρό. Καρέκλες, τραπέζια και δυο άνθρωποι που τσακώνονταν είχαν γίνει ένα.

Με το ζόρι μπόρεσαν να ελευθερώσουν τον συνοδό της κυρίας από τα χέρια του Νικόλα.

Κατέφτασε και η αστυνομία για να πιάσει τον «τρελό». Όλοι οι παρευρισκόμενοι συμφωνούσαν πως ο «τρελός» το παράκανε και πως δεν ήταν δική του δουλειά να ανακατευτεί. Ο Γιαννάκης δεν ήταν το παιδί του στο κάτω-κάτω!

Έτρεμε ο Νικόλας από την ταραχή καθώς του περνούσαν τις χειροπέδες. Κοιτούσε τον Γιαννάκη και τον ρωτούσε αν πονάει. Ο μικρός του απαντούσε αρνητικά κουνώντας το κεφάλι με τα δάκρυα να τρέχουν ποτάμι.

Ο Νικόλας ένιωθε σιγά-σιγά να μην τον κρατάνε τα πόδια του. Κρατιόταν όρθιος με τη βοήθεια των αστυνομικών που τον τραβούσαν βίαια προς το περιπολικό.

Ο Νικόλας κατέρρευσε! Οι αστυνομικοί τον ξάπλωσαν ανάσκελα. Ο κόσμος σάστισε και σιωπή απλώθηκε ξαφνικά σε όλη την πλατεία.

«Ένα ασθενοφόρο γαμώ το κέρατό μου. Το παιδί υπερασπίστηκε αφού δεν βρέθηκε κανένας από μας να το κάνει», ακούστηκε να λέει κάποιος.

Κάπως έτσι έσβησε ο Νικόλας.

Ένας «τρελός» λιγότερο στην «λογική» μας κοινωνία.

Ένας εχθρός λιγότερο για τους «φιλήσυχους νοικοκυραίους».

Έσβησε με την τελευταία εικόνα στα μάτια του να είναι εκείνη με τα παιδιά να έχουν κάνει κύκλο γύρω του μη αφήνοντας κανέναν να τον αγγίξει και τον μικρό Γιαννάκη να του χαϊδεύει το κεφάλι ζητώντας του να μην φύγει.

Μάταια όμως….

 

Ετικέτες: , ,

ΣαΤυΡόΠρΟκΕς Νο 158- Ευχαριστούμε αγαπημένη μας κυβέρνηση που υπάρχεις

ΣαΤυΡόΠρΟκΕς Νο 158- Ευχαριστούμε αγαπημένη μας κυβέρνηση που υπάρχεις

ΣαΤυΡόΠρΟκΕς Νο 158- Ευχαριστούμε αγαπημένη μας κυβέρνηση που υπάρχεις

Από τον σΑτΥρΟπΡόΚο

– Να σε λένε Κυριάκο και να σε φωνάζουν Μένιο, δεν καταπίνεται με τίποτα.

– Εντάξει. Το να σε λένε Μένιο και να σε φωνάζουν Κυριάκο είναι άλλο. Είσαι δισύλλαβος και γίνεσαι τρισύλλαβος. Όσο να το κάνεις, υπάρχει μια αναβάθμιση.

– Τελικά, όπως συμβαίνει και σε άλλους κλάδους, δημοσιογράφο δεν σε κάνει ο τίτλος ούτε και η σχετική ταυτότητα, ειδικά αν είναι και πλαστή.

– Μέσα από τούτες τις λίγες ασήμαντες γραμμές θέλω να εκφράσω το πόσο τυχερός και χαρούμενος αισθάνομαι εγώ και οι πρόκες μου.

– Είμαστε κλεισμένοι μέσα κοντά έξι μήνες και τα κρούσματα αυξάνονται. Επιβεβαιώνεται ότι αυτός ο ιός είναι ύπουλος.

– Δεν θέλω να σκεφτώ τι θα γινόταν αν η κυβέρνησή μας η καλή δεν μας έκλεινε μέσα με τέτοιον μπαμπέση ιό.

– Κολλάει σε συνωστισμό στις πορείες αλλά και στα κατσάβραχα στην Ευρυτανία χωρίς πορείες και «μεγάλους περιπάτους».

– Κολλάει στις βόλτες στις παραλίες αλλά μέσα στα ΜΜΜ λουφάζει ο αχρείος ο ιός. Τόσο ύπουλος είναι.

– Πολεμιέται με αστυνομικούς ενώ με τους υγειονομικούς θεριεύει ειδικά άμα είναι και συνδικαλιστές πρέπει να απολύονται από το ΕΣΥ μπας και ημερέψει ο ιός-θεριό.

– Κάθεται σούζα μπροστά σε περιπολικά αλλά μέσα στις ΜΕΘ αναγεννιέται σαν τη Λερναία Ύδρα. Γι΄αυτό όχι μόνο δεν χρειάζονται καινούργιες ΜΕΘ αλλά πρέπει να κλείσουν και μερικές.

– Νιώθω, που λέτε, τυχερός γιατί το κράτος λειτουργεί για όσους πρέπει. – – Πονάει ο…,το πόδι θέλω να πω, του υπουργού, αμέσως χειρουργείο. Έχει η γριά σπασμένο κόκκαλο; Μπορεί να περιμένει τον Αύγουστο-του ’22-που είναι παχιές κι οι μύγες.

– Ο υπουργός, όπως έχει υποχρέωση, στέλνει ραβασάκια σε κανάλια για να μην δείχνουν άσχημα πράγματα για τους υφισταμένους του γιατί στενοχωριέται και μπήγει τα κλάματα.

– Μετά, παραγγέλνει τρεις ο άλλος, να τον προσέχουν, τέσσερεις στέλνει ο γαλαντόμος υπουργός. Πάρε και ένα θωρακισμένο τουτού. Τσιγκουνιές θα κάνουμε; Πλερώνει ο λαουτζίκος.

– Ζητάει την αποπομπή κυβερνητικού στελέχους το παλικάρι, η επιθυμία του εξετελέσθη στο πιτς φιτίλι. Άγαλμα το στέλεχος. Μα κι εσύ στέλεχος, τι τα ήθελες τα ψαξίματα;

– Πώς αλλιώς θα μπορούσαμε να ξεχάσουμε τα ασήμαντα καθημερινά μας προβλήματα; Ανεργία, φτώχεια, κλειστά σχολεία, κλειστά τα πάντα, θάνατοι, ξύλο, απαγορεύσεις, πάει και το οχτάωρο και επίσημα και άλλα τέτοια μικρά!

– Μέσα – μέσα, σπάει και κανένα παιδικό κοκαλάκι, ολοκληρώνεται και καμιά ΕΔΕ στην αστυνομία, χωρίς κανένα αποτέλεσμα φυσικά αφού έτσι κι αλλιώς δυο τρεις ροπαλιές έπεσαν.

– Επιτέλους να μπει και η αστυνομία στα πανεπιστήμια για να προσφέρει μετά τις «υπηρεσίες» της με «πανεπιστημιακή» εκπαίδευση. Πάντως αυτό, δεν το βλέπω να τσουλάει…

 

Παραδεισένια κυβέρνηση και ο Αδάμ-Κυριάκος-ΣαΤυΡόΠρΟκΕς Νο 157

Παραδεισένια κυβέρνηση και ο Αδάμ-Κυριάκος-ΣαΤυΡόΠρΟκΕς Νο 157

ΣαΤυΡόΠρΟκΕς Νο 157-Παραδεισένια κυβέρνηση και ο Αδάμ-Κυριάκος

Από τον σΑτΥρΟπΡόΚο

– Δεν μπορεί, μάλλον στραβά το πήραν εκεί στην παραδεισένια κυβέρνηση. Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο, ισχυρίζονται κάποιοι οι οποίοι ανήκουν σε αυτούς που το ρίχνουν και όχι σε αυτούς που το τρώνε.

– Ευφυολογήματα των εξουσιαστών για να καταπίνουν τα θύματα τη βία αβίαστα, σαν το «σφάξε με πασά μ ν’ αγιάσω», και να παρηγορούνται γιατί  «από το θεό θα το βρούνε όλοι τους».

– «Καταδικάζουμε τη βία από όπου κι αν προέρχεται», διατυμπανίζουν κάποιοι με ύφος τριών χιλιάδων καρδιναλίων και φουσκώνουν σαν τα κοκόρια που ανακάλυψαν πρόσφατα το κοτέτσι.

– Ας βιάζει ανενόχλητος λοιπόν ο θύτης γιατί το θύμα δεν επιτρέπεται να αμυνθεί χρησιμοποιώντας «βία». Με το «σας» και με το «σεις» πρέπει να του φέρεται του θύτη για να μην τον πληγώσει συναισθηματικά.

– Κανένας από αυτούς όμως, μα κανένας, δεν καταδίκασε τη βία που προέρχεται από την εξουσία και προκάλεσε φτώχεια, ανέχεια, αυτοκτονίες και απόγνωση.

– Κανένας από αυτούς που αρέσκονται εκ του ασφαλούς να κουνάνε το δάχτυλο δεν κοιτάχτηκε στον καθρέφτη πριν μοιράσει οδηγίες για την πλέμπα.

– Αν χρωστάς στο δημόσιο και είσαι φτωχοδιάβολος θα σου πάρουν το σπίτι. Αν είσαι ευρωβουλευτής θα σε δανείσουν για να βγεις από τη δύσκολη θέση.

– Αν είσαι κόμμα εξουσίας μπορείς να χρωστάς εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ σε δημόσιο και τράπεζες και να απολαμβάνεις ασυλία.

– Ζητάει και ένα «συγνώμη» ο Αδάμ από τα θύματα και όλα μια χαρά. Κάνουν και μία ΕΔΕ για τους μεταφορείς του πολύτιμου ξύλου και όλα βαίνουν καλώς.

– Όταν όμως το πολύτιμο ξύλο τραυματίζει, σημαδεύει και σκοτώνει τότε τα πράγματα αγριεύουν. Εδώ δεν χωράνε αστεία.

– Εδώ όσο σπέρνεις ανέμους θα θερίζεις θύελλες. Όσο σπέρνεις θύελλες θα θερίζεις καταιγίδες και όσο σπέρνεις καταιγίδες θα θερίζεις τυφώνες.

– Κι έχεις και κάποιους ευσεβείς ιεροκήρυκες υποκριτές, γυμνοσάλιαγκες που ξεχνάνε το συνωστισμό αν είναι ιερός και τον θυμούνται βγάζοντας σπυράκια όταν ο κόσμος δεν κρατάει λαμπάδες αλλά πανό και πικέτες ζητώντας παιδεία, υγεία, δουλειά και ελευθερία.

 – Πάντως το τελευταίο ανέκδοτο που ακούγεται συχνά κάτω από τις μηλιές του «παραδείσου» από τα πολύχρωμα παπαγαλάκια είναι αυτό με την ηγεσία του ΣυΡιζΑ που έβγαλε στους δρόμους τον κόσμο.

– Ο κόσμος βγήκε στους δρόμους αλλά, δυστυχώς για σένα αγαπητέ μου Αδάμ, δεν τον έβγαλε η ηγεσία του ΣυΡιζΑ, αλλά εσύ με την πρακτική και τη ρητορική σου.

– Πανδημία χωρίς «μία» για τη υγεία, εγκλεισμός, επιτροπή ειδικών με ελάχιστη πλέον αξιοπιστία, Πάρνηθα, Ικαρία, «τουρίστες ανοίξαμε και σας περιμένουμε», αυταρχισμός, ξύλο, ασυδοσία, οικογενειοκρατία, βία, φτώχεια και ανεργία.

– Κάπως έτσι βγήκε ο κόσμος στους δρόμους. Και είδες μόνο την αρχή.

 

Ετικέτες: , , ,

Ευχαριστούμε κυρία Κεραμέως

Ευχαριστούμε κυρία Κεραμέως

Ευχαριστούμε κυρία Κεραμέως

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Ευχαριστούμε κυρία Κεραμέως γιατί:

– από την πρώτη μέρα που αναλάβατε μας δώσατε να καταλάβουμε πως εσείς και το σινάφι σας δεν έχει να προσφέρει τίποτα στο δημόσιο σχολείο

– μας βοηθήσατε να ξαναθυμηθούμε πως οι εκλογές ανάδειξης των αντιπροσώπων μας είναι μια συνεχής, επίπονη και άρα ζωντανή διαδικασία που καμία σχέση δεν έχει με τις αποστεωμένες τηλεεκλογές που προτείνατε. Όχι απλώς γυρίσαμε την πλάτη σε σας, τους συμβούλους σας και σε όσα πρεσβεύετε αλλά σας καταστήσαμε υπόλογους απέναντι στον κλάδο και την κοινωνία. Η ιστορία δεν θα σας αφιερώσει πάνω από δυο σειρές τυπικού χαρακτήρα.

– μας διαλύσατε κάθε αυταπάτη για το πόσο ενδιαφέρεστε για τη βελτίωση της δημόσιας εκπαίδευσης. Δεν χάσατε χρόνο και αναγνωρίσατε ίσα επαγγελματικά δικαιώματα στα τρίχρονα πληρωμένα κολλέγια στέλνοντας το μήνυμα πως όποιος έχει να πληρώσει βρίσκει δουλειά ενώ όποιος δεν έχει θα πρέπει από το νηπιαγωγείο να δίνει εξετάσεις και να «περνάει» βάσεις εισαγωγής λόγω φτώχιας. Μειώνετε τον αριθμό των εισακτέων στα πανεπιστήμια για να αυξηθεί η πελατεία στα αγαπημένα σας ιδιωτικά παραμάγαζα.

– διακόπτοντας τη διά ζώσης εκπαιδευτική διαδικασία λόγω covid, αποκαλύφθηκε ότι εσείς δεν έχετε σκοπό να διορίσετε μόνιμους εκπαιδευτικούς, ούτε να μειώσετε τον αριθμό των μαθητών σε κάθε τμήμα. Έχετε καταδικάσει τη δημόσια εκπαίδευση στη φτώχεια και την υποβάθμιση και νομίζετε πως θα σας αφήσουμε. Ανοίγατε και κλείνατε τα σχολεία χωρίς καμία έγνοια για την υγεία τους μετά από αντιφατικές αποφάσεις και έκαναν, πολλές φορές, ακόμα και το παρδαλό κατσίκι να γελάει ασταμάτητα.

– με την εγκύκλιό σας για τα τηλεδιαγωνίσματα εν μέσω πανδημίας,  αποδείξατε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ότι εσείς βλέπετε το σχολείο σαν μια επιχείρηση, σαν ένα μαγαζί με πελάτες-μαθητές, με εκπαιδευτικούς-πιόνια και διευθυντές-μάνατζερς  σε μια κοινωνία-ζούγκλα. Εμείς πάλι βλέπουμε το σχολείο ως χώρο που οι μαθητές μας θα μορφώνονται ουσιαστικά αναπτύσσοντας ολόπλευρα τα ταλέντα και τις κλίσεις τους, χωρίς το ψυχοφθόρο κυνήγι βαθμών, εξετάσεων και την ανάγκη για υπέρβαση των ταξικών και κοινωνικών φραγμών.

– με την άλλη εγκύκλιο για την κατάθεση βαθμολογίας, πάλι εν μέσω πανδημίας, μας επιβεβαιώσατε ότι για το μόνο που νοιάζεστε είναι αν οι μαθητές θα βαθμολογούνται και αν θα εξετάζονται. Δεν σας ένοιαξε αν έχουν καθηγητές, αν χωράνε, λόγω πλήθους, μέσα στις αίθουσες, αν έχουν εργαστήρια, σύγχρονα βιβλία και κυρίως αν έχουν ίσες ευκαιρίες να διεκδικήσουν το όνειρό τους.

– με τις τελευταίες εκφοβιστικές εγκυκλίους και ανακοινώσεις σχετικά με όσους δεν κατέθεσαν βαθμολογίες αλλά και με όσους δεν θα συμμετάσχουν στην αξιολόγηση δείχνετε ότι δεν ξέρετε να χάνετε ούτε εσείς ούτε ο περίγυρός σας. Διότι, αν δεν το καταλάβατε, έχει ήδη χάσει. Αλήθεια γιατί τώρα θυμηθήκατε να καλέσετε την ΟΛΜΕ στα ιδιαίτερα γραφεία σας ενώ όλο το προηγούμενο διάστημα την απαξιώνατε;

– αποδείξατε την ισχύ του νόμου δράσης-αντίδρασης καλύτερα κι από τον ίδιο το Νεύτωνα. Αφυπνίσατε ανθρώπους, ιστορικές μνήμες, συνειδήσεις και βγάλατε τη νεολαία, τους φοιτητές και τους μαθητές στο δρόμο. Και ξέρετε πως κάθε που η νέα γενιά βγήκε στο δρόμο και διεκδίκησε, ήταν πάντα νικήτρια.

– αποκαλύψατε πως ονειρεύεστε τα πανεπιστήμια όχι σαν χώρο ελεύθερης διακίνησης ιδεών και ανθρώπων αλλά ως χώρο αστυνομοκρατίας, τρομοκράτησης και στραγγαλισμού κάθε διαφορετικής άποψης. Ψάχνετε, δήθεν, για ανομία μέσα στα πανεπιστήμια όταν η ανομία, κάθε μορφής, ξεχειλίζει γύρω σας. Και κάτι ακόμα. Να σας θυμίσω ότι οι φοιτητές δεν διορίζουν διευθυντές στα εθνικά θέατρα…

– οραματίζεστε να επαναφέρετε τον επιθεωρητή στην τάξη. Ποιος δεν τον θυμάται από εμάς τους παλιότερους που τον έχουμε ζήσει ως μαθητές, να μπαίνει με ύφος χιλίων καρδιναλίων μέσα στην αίθουσα, και μερικά «ανθρωπάκια» να κάνουν τεμενάδες μπροστά του και να μετατρέπονται σε γυμνοσάλιαγκες για να έχουν την εύνοιά του; Ποιος αλήθεια παρακολουθούσε μετά το «μάθημα» που έκανε το «ανθρωπάκι»;

– μας επιβεβαιώσατε ότι διοικούν το κράτος, όσοι θέλουν την κατάργησή του, διαχειρίζονται το δημόσιο τομέα όσοι θέλουν να τον ξεπουλήσουν μπιρ παρά  στους ιδιώτες, μας αποκαλούν τεμπέληδες όσοι δεν δούλεψαν ποτέ στη ζωή τους και θέλουν να μας αξιολογήσουν όσοι τους ξέβρασε η σχολική αίθουσα και βρήκαν καταφύγιο σε αναπαυτικές πολυθρόνες.

– μας καταστήσατε σαφές πως βρίσκεστε όλοι σε κατάσταση πανικού. Το επιβεβαιώνετε με την αλόγιστη χρήση βίας πάνω σε κάθε φωνή που αντιδρά, την ίδια στιγμή που οι εγκληματίες χρυσαυγίτες κυκλοφορούν ελεύθεροι με την ανοχή των «λαγωνικών» του συναδέλφου σας που δεν προλαβαίνε να διαβάζει τα μνημόνια που ψήφιζε.

Τέλος, ένα μεγάλο ευχαριστώ, γιατί μας δίνετε την ευκαιρία να στρώσουμε και σε σας τον δρόμο που ακολούθησαν οι προκάτοχοί σας οι οποίοι, τι σύμπτωση, είχαν τις ίδιες-ή περίπου τις ίδιες- απόψεις με σας και την ίδια-ή περίπου την ίδια- πολιτική κατάληξη που θα έχετε κι εσείς.

Καλή σας νύχτα.

 

Ετικέτες: , , , ,

ΣΚΥΨΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ, ΓΟΝΑΤΙΣΕ, ΑΠΛΩΣΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΚΑΙ ΙΚΕΤΕΨΕ

ΣΚΥΨΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ, ΓΟΝΑΤΙΣΕ, ΑΠΛΩΣΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΚΑΙ ΙΚΕΤΕΨΕ

ΣΚΥΨΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ, ΓΟΝΑΤΙΣΕ, ΑΠΛΩΣΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΚΑΙ ΙΚΕΤΕΨΕ

Σκύψε το κεφάλι και περπάτα κι όταν κουραστείς γονάτισε κι όταν γονατίσεις άπλωσε το χέρι και ικέτεψε. Πού ξέρεις; Μπορεί να κερδίσεις τον οίκτο τους και να γλυτώσεις το κεφάλι σου. Μόνο αυτό. Την ψυχή σου την έχεις χάσει προ πολλού. Στην έχουν κλέψει. Τους άφησες να στην κλέψουν χωρίς μάχη. Τους την παρέδωσες, είναι το πιο σωστό.

Και τώρα πού θα πας χωρίς ψυχή; Πώς θα ζήσεις χωρίς ψυχή; Πώς θα χαρείς; Πώς θα κλάψεις; Πώς θα πετάξεις;

Αποδέχτηκες τα λόγια τους πως τάχα είναι παράνομο να θέλεις, πως είναι παράνομο να έχεις ανάγκες, πως δεν επιτρέπεται να ονειρεύεσαι γιατί τα δικά σου όνειρα τους λιγοστεύουν τα  κέρδη, τους ελαττώνουν τη χλιδή, τους θαμπώνουν τη λάμψη. Την έχουν ανάγκη αυτή τη λάμψη την εκτυφλωτική για να μη φαίνεται η ασχήμια τους για να μη φαίνεται το κενό τους για να κρύβουν από πίσω της τον πλούτο, για να σε κάνουν να τους ζηλεύεις και να θέλεις να γίνεις σαν κι αυτούς. Έτσι, δεν θα σκεφτείς ποτέ να τους ανατρέψεις.

Κοίταξε με προσοχή πως ζουν μέσα από τις τηλεοπτικές σειρές. Δες πόσο ωραία περνάνε και νιώσε χαρά για τη ζωή τους αφού δεν μπορείς να χαρείς για τη δική σου τη ζωή.

Άνοιξε το «μαγικό κουτί» και μάθε τις υπέροχες συνταγές που σου δείχνουν από το πρωί μέχρι το άλλο πρωί. Σημείωσε τα συστατικά και τις ποσότητες. Μη σου ξεφεύγουν τα γραμμάρια γιατί θα χαλάσει η συνταγή. Η συνταγή της αποχαύνωσης και του παραμυθιάσματος. Τι πειράζει που δεν έχεις να αγοράσεις τα υλικά; Τι πειράζει που δεν θα εκτελέσεις ποτέ τις συνταγές που βλέπεις; Σημασία έχει που μπορείς και βλέπεις όλα αυτά τα φαγητά και ξέρεις ότι υπάρχουν. Άρα, κάποιοι μπορούν και τα έχουν. Δεν πειράζει που δεν είσαι εσύ. Μην είσαι εγωιστής, δεν μπορείς να έχεις όλα όσα βλέπεις. Δεν μπορείς να έχεις τίποτα από όσα βλέπεις.

Στείλε τα παιδιά σου στο σχολείο χωρίς να σε νοιάζει αν μπορούν να αναπνεύσουν σε αυτό ελεύθερα. Έτσι κι αλλιώς, δεν έχει σημασία η γνώση ούτε η καλλιέργεια του πνεύματος και της ψυχής τους. Σημασία έχει να εκπαιδευτούν για να κόψουν πρώτοι το νήμα σε ένα αγώνα δρόμου που προκηρύχτηκε από άλλους με την προϋπόθεση να συμμετέχουν σε αυτόν μόνο όσοι τηρούν τις προδιαγραφές: γερά πόδια, ντελικάτο κορμί, γερό μυαλό χωρίς ανησυχίες και στα μάτια μεγάλες παρωπίδες. Όπως τα άλογα κούρσας.

Μη διεκδικείς γιατί δεν βγαίνει τίποτα με τις διεκδικήσεις. Αν είναι θέλημα Θεού, μπορεί να βελτιωθούν τα πράγματα. Άσε που είναι παράνομο να διεκδικείς και να απεργείς. Αντιβαίνει στο δημόσιο συμφέρον κι εσύ δεν ανήκεις ούτε στο «δημόσιο» ούτε στο «συμφέρον».

Άλλωστε τους νόμους πρέπει να τους τηρείς γιατί αποτελεί προϋπόθεση για την τάξη και την ομαλότητα.

Στις εθνικές επετείους τρέχεις πρώτος. Υμνείς τα κατορθώματα των προγόνων σου, κουνάς τη γαλανόλευκη κι ανατριχιάζεις αλλά ξεχνάς πως τα κατορθώματά τους ήταν, στην εποχή τους, πράξεις παράνομες, ενάντια στο τότε «δημόσιο συμφέρον», ενάντια στην «τάξη» και στην «ομαλότητα».

Θα ήθελες να είσαι στη θέση των προγόνων σου που αγωνίστηκαν παρόλο που ξέρεις πως αν ήσουν σύγχρονός τους πάλι θα επέλεγες την «τάξη» και την «νομιμότητα» εκείνης της εποχής.

Μη συμμετέχεις σε τίποτα κοινό γιατί αυτοί που έχουν το πάνω χέρι θα σε πουλήσουν. Μείνε στην άκρη, στη γωνία, σιωπηλός για να συνεχίσουν να έχουν οι ίδιοι το πάνω χέρι και να μπορούν, όχι πια με την ανοχή σου αλλά με την άμεση συναίνεσή σου, να σε ξαναπουλήσουν.

Μην τους χαρίζεις χρήματα από το μισθό σου,

κάνοντας απεργία. Δεν χρειάζεται. Τους άφησες να σου

αρπάξουν τόσα και τόσα. Σιγά μην τους δώσεις κι άλλα από μόνος σου. Δεν είσαι δα και κανένα κορόιδο. Αν θέλουν, ας σου τα αρπάξουν. Το κρίμα στο λαιμό τους. Θα το βρουν κάποια στιγμή από το Θεό που βλέπει την αδικία.

Κάπου-κάπου, να εξαγριώνεσαι και να τα βάζεις με όλους αυτούς που κάνουν αυτό που δεν μπορείς εσύ να κάνεις.

Βρίσε όταν δεν έχει λεωφορεία και μετρό, χάσε την ψυχραιμία σου όταν οι αγρότες κλείσουν τους δρόμους. Αλλιώς πώς θα αντέξεις όταν πας στο σπίτι σου και το φαγητό είναι λειψό; Πώς θα αντέξεις όταν αρρωστήσει το παιδί σου και δεν έχεις να το πας στο γιατρό ή να του δώσεις φάρμακο για τον πυρετό. Πώς θα μπορέσεις να δώσεις κουράγιο στον άρρωστο γονιό σου τώρα που του έκοψαν τα φάρμακα.

Πρέπει να είσαι ήρεμος γι’ αυτό, φτύσε και τον πρώτο μετανάστη που θα βρεις μπροστά σου αφού έχεις πείσει τον εαυτό σου ότι εκείνος φταίει για τα δικά σου ζόρια.

Το βράδυ, πέσε να κοιμηθείς χωρίς τύψεις, χωρίς

ερωτηματικά, χωρίς ανησυχίες και κυρίως χωρίς όνειρα.

Εσύ, ότι μπορούσες να κάνεις από μεριάς σου το έκανες. Έτσι δεν είναι;

Δεν φταις εσύ που δεν έκανες κάτι παραπάνω…

 

Κανένας μόνος

Κανένας μόνος

Κανένας μόνος

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

«Προσπάθησα, που να πάρει η ευχή. Να πεις ότι δεν προσπάθησα; Όλους αυτούς τους μήνες δεν κάνω τίποτε άλλο από το να προσπαθώ.

Άλλες φορές κολλάω κάπου και δεν λέω να ξεκολλήσω, άλλες φορές πάλι, υπάρχουν πράγματα που δεν μου κολλάνε με τίποτα.

Άλλοτε μου περισσεύουν πράγματα, καταστάσεις, γεγονότα, συναισθήματα και άλλοτε δε μου φτάνουν.

Θέλω κάποτε να φωνάξω, να ουρλιάξω για να διώξω την πίεση. Είναι όταν το παράλογο γύρω μου, μου το εμφανίζουν ως το πιο λογικό πράγμα του κόσμου, όταν το αλλοπρόσαλλο και το τελείως ακανόνιστο μου το τηλεπλασάρουν ως το πλέον κανονικό. Τότε είναι που νιώθω τη μοναξιά να με κατατρώει και μου λείπει πολύ ο φίλος, ο σύντροφος, ο συναγωνιστής, ο άλλος που θα διαφωνήσει μαζί μου και θα οδηγηθούμε σε λογομαχία. Μου λείπει αυτό που λέγεται ζωή.

Και είναι και φορές που δεν μου βγαίνει φωνή λες κι έχω μουγγαθεί, λες και δεν έχω μιλήσει ποτέ μου, λες και δεν έχω μάθει στη ζωή μου ούτε μια λέξη που να μπορεί να ζωγραφίσει αυτό που νιώθω. Τότε είναι που αναζητώ το σκοτάδι, που δεν θέλω να ξυπνήσω και να δω μια αχτίδα φωτός γιατί φοβάμαι πως αυτό που θα δω θα με βυθίσει ακόμα περισσότερο. Τότε είναι που αναρωτιέμαι για το που πήγε ο φίλος, ο σύντροφος, ο συναγωνιστής και ο άλλος που θα διαφωνούσε μαζί μου και θα οδηγούμασταν σε λογομαχία, δείγμα του ότι η ζωή εξακολουθεί και υφίσταται.

Κουράστηκα να βλέπω παντού ευχές για κάτι καλύτερο, να διαβάσω παντού ευχές για κάτι πιο όμορφο και να δίνω παντού ευχές για δύναμη και κουράγιο, αγνοώντας τον ίδιο μου τον εαυτό και περιμένοντας οι ευχές να γίνουν πραγματικότητα, έτσι από μόνες τους, επειδή το σύμπαν θα συνωμοτήσει και άλλες τέτοιες αηδίες. Ξέρω πως αυτό με το σύμπαν εκφράζει ελπίδα όμως… δεν φτάνει.

Προσπάθησα, να ξεγελάσω τον εαυτό μου με χίλιους δυο τρόπους. Τραγούδησα, χόρεψα, είδα ταινίες, έβριζα, δικαιολόγησα και δικαιολογήθηκα, αποστασιοποιήθηκα, απείχα… έπαψα να αισθάνομαι. Το λες ζωή αυτό;

Μέχρι που προσπάθησα να διαγράψω ένα μέρος της μνήμης. Να μην θυμάμαι πώς είναι όταν χαίρομαι, όταν αγκαλιάζω, όταν χαϊδεύω, όταν φιλάω και όταν αγγίζω.

Προσπάθησα πάλι να το ξεπεράσω μόνος μου, γιατί, λέει, πρέπει στη ζωή να είσαι δυνατός, γιατί, λέει, η κοινωνία είναι μια ζούγκλα και πρέπει να μάθεις να επιβιώνεις.

Μάλιστα!

Και γιατί δεν την κάνουμε ανθρώπινη;

Ευτυχώς που η μνήμη μου δεν διαγράφτηκε. Ευτυχώς που τέτοιες καταστάσεις υπήρξαν κι άλλες στο παρελθόν και δεν ήταν λίγες. Ευτυχώς που δεν έλειψαν ποτέ από τη ζωή μου οι φίλοι, οι σύντροφοι, οι συναγωνιστές κι όλοι εκείνοι που διαφωνούσαν μαζί μου.

Ευτυχώς που πάντα στην κατάλληλη στιγμή, βρισκόταν  κάποιος που θα με ρωτούσε: «τι έχεις;¨» , κρύβοντας στην ερώτηση όλη την αγάπη και το ενδιαφέρον του κόσμου.

Ευτυχώς  που αποφάσισα εδώ και καιρό, πως τέτοιες καταστάσεις, λίγο πριν την απόλυτη μαυρίλα, λίγο πριν την κατάθλιψη, δεν ξεπερνιούνται με το να σταματήσω να ζω.

Θα συνεχίσω να πορεύομαι με τους φόβους, τις ανασφάλειες, τα λάθη και τις αδυναμίες μου αλλά τη ζωή μου θα συνεχίσω να τη ζω και να μην είμαι θεατής σ’ αυτήν.»

Κάπως έτσι ξεκινάει η καινούργια χρονιά.

Αποφάσισα να μην τους κάνω τη χάρη να συνεχίσω να βυθίζομαι στην κατάθλιψη.

Εσείς;

Υπάρχουν φίλοι, σύντροφοι, συναγωνιστές, αυτοί που διαφωνούν μαζί μου.

Υπάρχει εκείνη….

Δεν θα τα στερηθώ.

Θα τα διεκδικήσω ακόμη κι αν τα έχω χάσει προς στιγμήν. Θα τα ξαναπάρω πίσω. Αυτά κι ακόμα πιο πολλά.

Όμως … όχι μόνος.

Ποτέ μόνος.

Κανένας μόνος….

 

Ετικέτες: , ,

Ο Δάσκαλος

Ο Δάσκαλος

Ο Δάσκαλος

Από τον Χρήστο Επαμ. κυργιάκη

ΜΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΤΟΣΟ ΑΛΗΘΙΝΗ ΠΟΥ ΜΟΙΑΖΕΙ ΜΕ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

1960. Σε ένα χωριό ενός νησιού του Ιονίου. Εκείνο το πρωί, τον δεκάχρονο Στέφανο τον βρήκε δεμένο με τα χέρια πισθάγκωνα στον κορμό της καρυδιάς, στο προαύλιο του σχολείου του, από τον ίδιο του το δάσκαλο.

Ολόκληρος ο κόσμος γύρω γκρεμίστηκε με πάταγο…

Η αδερφή του η Μαργαρίτα πριν από μερικές μέρες, δεν είναι ότι ήταν κακιά, αλλά να, ξέρετε πως γίνεται με τα αδέρφια. Ειδικά αν είναι πέντε-έξι στο ίδιο σπίτι και οι γονείς λείπουν για δουλειά…

– Θα τα πω όλα στο δάσκαλο που έχεις λάστιχο (σφεντόνα) και σημαδεύεις πουλιά.

– Αλίμονό σου αν το κάνεις. Θα σε ρημάξω στο ξύλο.

Δεν το εννοούσε ο Στέφανος, είναι η αλήθεια, μα και ο ίδιος δεν περίμενε ότι η αδερφή του θα έκανε αυτό που απειλούσε.

Την άλλη μέρα η Μαργαρίτα σήκωσε το χέρι και ο δάσκαλος, ο κύριος Αναστάσης, της έδωσε το λόγο.

– Ο αδερφός μου έχει λάστιχο και σημαδεύει πουλιά.

– Αλήθεια λέει η αδερφή σου;

Ο Στέφανος κοίταξε με απογοήτευση πρώτα την αδερφή του και μετά, γεμάτος τρόμο, το δάσκαλο χωρίς να μπορέσει να αρθρώσει κουβέντα.

– Αύριο θα μου παραδώσεις το λάστιχο, το καλό που σου θέλω. Είπε ο δάσκαλος με το βλοσυρό του ύφος γιατί έτσι έπρεπε να είναι οι δάσκαλοι. Βλοσυροί και αυστηροί, όχι μόνο για τα παιδιά μα και για τους κατοίκους του μικρού χωριού.

Πρόεδρος, παπάς, χωροφύλακας και δάσκαλος ήταν οι «κεφαλές» του χωριού. Ο καθένας στο πόστο του να παίζει το δικό του ρόλο, απαραίτητο για την ομαλή λειτουργία του χωριού.

Στο δάσκαλο πήγαινε όποιος ήθελε να συμπληρώσει μια απλή αίτηση ή να γράψει ένα γράμμα στον ξενιτεμένο του σπιτιού.

Στον δάσκαλο πήγε και ο πατέρας των δύο παιδιών για να συμπληρώσει την αίτηση για μετανάστευση στην Αμέρικα.

Την άλλη μέρα το λάστιχο βρισκόταν στα χέρια του δασκάλου. Εκείνος το πήρε, το έβαλε στην τσέπη, κοίταξε συγκαταβατικά τη Μαργαρίτα και μετά, για να μην ξεχαστούμε κιόλας, κοίταξε βλοσυρά το Στέφανο.

Γυρνώντας στο σπίτι, ο Στέφανος ξέσπασε στην αδερφή του. Της έριξε τόσες όσες πρόλαβε μέχρι εκείνη να καταφέρει να ξεφύγει και να τρέξει μακριά από το σπίτι. Οι γονείς απόντες από το σπίτι, παρόντες στο κυνήγι της επιβίωσης ξορκίζοντας τη φτώχεια στα χωράφια.

Ο Στέφανος έπιασε γρήγορα δουλειά.

Έκοψε γρήγορα μια φούρκα από την καρυδιά της ρούγας, δυο λάστιχα, τρία πετσιά, τέσσερα σύρματα λεπτά και έτοιμο πάλι το λάστιχο.

– Έφτιαξα άλλο, καλύτερο από αυτό που είχα.

Η αδερφή του που είχε επιστρέψει από την αυτοεξορία το κοίταζε αμίλητη. Το βράδυ το πήρε κρυφά από το χαγιάτι που το είχε κρύψει ο αδερφός της και την άλλη μέρα, σαν σπουδαίο τρόπαιο, το παρέδωσε στον κύριο Αναστάση το δάσκαλο.

Μόνο αφρούς που δεν έβγαλε ο δάσκαλος.

Άρπαξε πρώτα το λάστιχο και το έβαλε στην τσέπη του σακακιού του. Μετά άρπαξε το Στέφανο από το αυτί, άνοιξε το συρτάρι του γραφείου του και τραβώντας από μέσα ένα κουβάρι με ουτρά (σπάγκο) έσυρε το παιδί έξω στο προαύλιο κάτω από τη μεγάλη καρυδιά.

Κόλλησε τη ράχη του Στέφανου στον κορμό της καρυδιάς και τον έδεσε με τα χέρια πισθάγκωνα.

– Εδώ θα κάτσεις μέχρι να σχολάσουμε. Και μην τολμήσει να έρθει κάποιος να σε λύσει γιατί θα σε δέσω εκεί όλο το βράδυ μέχρι αύριο το πρωί.

Με τον κόσμο γύρω του γκρεμισμένο, ο Στέφανος περίμενε, με σκυφτό το κεφάλι, πότε θα χτυπήσει το κουδούνι για το σχόλασμα.

Έτυχε να περάσει ο μπάρμπας του και τον ρώτησε τι έτρεξε. Με δυσκολία του εξήγησε το παιδί κι ο μπάρμπας του έκανε να τον λύσει.

– Δε ντράπηκε ο μούλος να δέσει στο δέντρο ένα παιδί;

– Μη με λύνεις μπάρμπα γιατί θα έχω κακά ξεμπερδέματα. Θα με αφήσει δεμένο εδώ όλο το βράδυ.

– Κι ο πατέρας σου;

– Είναι στα χωράφια. Δεν το ξέρει και καλύτερα να μην το μάθει. Θα μαζέψω κι από κείνον αν το μάθει. Φεύγα μπάρμπα σε παρακαλώ και μην πεις στον πατέρα μου όσα είδες.

Ντράπηκε το παιδί όσο δε λέγεται. Ωκεανός η ντροπή του. Όσο δεν ντράπηκε ο δάσκαλος για την κακοψυχιά του, άλλη τόση ντροπή και ενοχή ένιωσε τούτο το κουτάβι. Θαρρώ πως πιο πολύ ντράπηκε για το δάσκαλό του παρά για τον ίδιο του τον εαυτό.

Το κουδούνι του σχολάσματος τον βρήκε κρεμασμένο στο δέντρο με κατεβασμένο το κεφάλι.

Στο σπίτι σαν έφτασε έπιασε την αδερφή του από τα μαλλιά και τη στριφογύριζε με όση δύναμη μπορούσε. Την άφησε από τα χέρια του όταν και ο ίδιος απόκαμε από την κούραση.

– Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο με σημάδεψε αυτό το γεγονός, μου είπε ο Στέφανος χθες που βρεθήκαμε. Ντράπηκα τόσο πολύ που ακόμα και τώρα που το θυμάμαι ανατριχιάζω. Όμως έτσι ήταν τότε οι δάσκαλοι. Αν όχι όλοι, οι περισσότεροι έτσι ήταν.

Φίλος αδερφικός ο Στέφανος, Ακόμη και τώρα προσπαθούσε να δικαιολογήσει το δάσκαλο.

– Ο δάσκαλος θα έπρεπε να ντρέπεται Στέφανε και όχι εσύ. Και να σου πω και κάτι. Το λυπηρό είναι πως δάσκαλοι σαν τον κύριο Αναστάση ήταν ο κανόνας.

– Ναι. Δυστυχώς, ήταν ο κανόνας.

– Αυτό έπρεπε να κάνει κι αυτό έκανε. Έπρεπε να εκπαιδεύσει αυριανούς δούλους και σκλάβους που να τρώνε ξύλο, να ξεφτιλίζονται δημόσια και να μη μιλάνε. Αυτό έπρεπε να κάνουν και αυτό προσπαθούν να κάνουν πάντα «οι κεφαλές του χωριού»….

 

Ετικέτες: , , ,

ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ, ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ ΚΑΙ ΠΡΑΙΤΟΡΕΣ ΤΙΜΗΣΑΝ ΤΗΝ ΕΠΑΙΤΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟ

ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ, ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ ΚΑΙ ΠΡΑΙΤΟΡΕΣ ΤΙΜΗΣΑΝ ΤΗΝ ΕΠΑΙΤΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟ

ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ, ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ ΚΑΙ ΠΡΑΙΤΟΡΕΣ ΤΙΜΗΣΑΝ ΤΗΝ ΕΠΑΙΤΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟ

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Νόμισαν πως με απαγορεύσεις, με αστυνομικές και υπουργικές αποφάσεις που ζέχνουν επταετία και παραβιάζουν κατοχυρωμένα δικαιώματα, που είναι γραμμένα με αίμα σε τούτο το Σύνταγμα, που υποτίθεται ότι υπηρετούν, πως θα διαγράψουν από τη λαϊκή μνήμη τη δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Γρηγορόπουλου.

Απέκλεισαν δρόμους, λες και μπορούν να αποκλείσουν τη σκέψη, έδειραν ανθρώπους, μικρούς και μεγάλους, νέους και γέρους, υγιείς και αρρώστους λες και είναι αυτοί οι μόνοι αλαζόνες που γέννησαν οι μαύροι αιώνες της ιστορίας. Τίποτα δεν ξέρουν, τίποτα δεν έμαθαν, τίποτα δεν διδάχτηκαν για το βόθρο που επιφυλάσσει η ιστορική μνήμη στους αλαζόνες εξουσιαστές.

Μέχρι και τα λουλούδια στο πεζούλι που άκουσε την τελευταία πνοή του παιδιού προσπάθησαν να μαγαρίσουν. Όμως τα λουλούδια και ειδικά αυτά τα λουλούδια, δεν μαγαρίζουν από βρώμικα χέρια και μαγαρισμένες ψυχές.

Το αντίθετο. Ανθίζουν πιο πολύ και ευωδιάζουν τόσο που δηλητηριάζονται με το άρωμά τους αυτοί που τα καταστρέφουν. Για τις μαγαρισμένες ψυχές δηλητήριο είναι η ευωδιά των λουλουδιών μα δεν το ‘χουν πάρει ακόμα χαμπάρι.

Το μόνο που κατάφεραν ήταν να θυμίσουν σε όλους μας και να πληροφορήσουν τους νέους που δεν θυμούνται, ποιοι ήταν αυτοί που δολοφόνησαν τον Γρηγορόπουλο. Όχι ως φυσικοί αυτουργοί αλλά ως ηθικοί και ιδεολογικοί παρακινητές.

Η κρατική βία, η αυθαιρεσία και ο αυταρχισμός των μηχανισμών καταστολής όποτε επιλέγονται ως μέσο για να καταπνίξουν δικαιώματα, θα σκοτώνουν ότι είναι νέο και αντιμάχεται το σάπιο σύστημα που γεννάει και κατευθύνει όλα τα παραπάνω.

Όμως πάντα, το νέο θα ανασταίνεται ενώ το σύστημά τους όλο και θα σαπίζει μέχρι να γκρεμιστεί κάτω από τη λαϊκή οργή.

 

Ετικέτες: , ,

Κι όμως νόμιζα πως δε με λένε Παντελή…η συνέχεια

Κι όμως νόμιζα πως δε με λένε Παντελή…η συνέχεια

Κι όμως νόμιζα πως δε με λένε Παντελή…η συνέχεια

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Φίλε αναγνώστη.

Εσύ που θα διαβάσεις τα παρακάτω να ξέρεις πως μόνο σε μένα αναφέρονται. Σε μένα και κανέναν άλλον. Για μένα μιλάνε και για τις συμπεριφορές μου στη δουλειά, στο σπίτι, στο δρόμο, στην πλατεία και οπουδήποτε αλλού έχω βρεθεί τα τελευταία χρόνια.

Με θυμάμαι στο σπίτι να συζητάω με το παιδί μου. Να το ρωτάω για το σχολείο του, τα μαθήματά του, τους καθηγητές του, τους φίλους του. Από ενδιαφέρον και χωρίς καμία διάθεση να εκμαιεύσω κάτι.

Μου είπε πως τους έδωσε το τεστ στη φυσική και πως πήρε 16/20.

Η αλήθεια είναι πως με πείραξε. Βλέπετε, όντας κι εγώ φυσικός, πώς να δεχτώ έτσι εύκολα ότι το δικό μου το παιδί δεν πήρε τουλάχιστον 20/20; Μήπως και δεν τον βοηθάω εγώ αλλά κάποιος άλλος; Άρα, κάτι δεν έκανε καλά. Κάτι του ξέφυγε. Τίποτε, αυτό δεν συγχωρείται. Δεν καταπίνεται εύκολα.

Εντάξει, δάκρυσε. Το καταλαβαίνω. Το παράκανα κι εγώ λίγο.

Μου είπε επίσης πως ο καθηγητής του δεν τον μάλωσε. Τον ενθάρρυνε λέγοντάς του κάτι που λέει σε όλους του τους μαθητές σε αντίστοιχη περίπτωση. Πως, δηλαδή, η απόδοση σε ένα τεστ δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια στιγμιαία απεικόνιση της γνωστικής και ψυχολογικής κατάστασής του. Σε καμιά περίπτωση, του είπε, δεν τον χαρακτηρίζει ως άνθρωπο και ως προσωπικότητα.

Προς στιγμήν σκέφτηκα πως όλα αυτά είναι κούφια λόγια και πως αυτό που μετράει είναι το αποτέλεσμα.

Διέκοψε τη σκέψη μου λέγοντας πως ο καθηγητής του τού είπε πως για εκείνον αυτό που μετράει κυρίως είναι η προσπάθεια αλλά δυστυχώς αυτή δεν βαθμολογείται και δεν αξιολογείται.

Μου είπε επίσης πως έβαλε τα κλάματα και μέσα στην τάξη καθώς περίμενε την επικριτική μου στάση όταν θα μου ανακοίνωνε τον βαθμό. Μου είπε πως ο καθηγητής του τον παρηγόρησε αποκλείοντας αυτή την περίπτωση.

Μετά από λίγες μέρες, σε συνάντηση που είχα με τον καθηγητή, τον διαβεβαίωσα πως το τελευταίο που με ενδιαφέρει είναι ο βαθμός του παιδιού σε κάποιο τεστ και πως για μένα εκείνο που έχει σημασία είναι η προσπάθεια.

Μου απάντησε πως κατάλαβε αλλά δεν έχω εντελώς ξεκάθαρο τι ακριβώς ήταν αυτό που κατάλαβε.

Μετά από μερικούς μήνες με θυμάμαι να συζητάω με το παιδί μου για το τι πρέπει να γίνει ώστε τα σχολεία να λειτουργούν με τη μεγαλύτερη δυνατή υγειονομική ασφάλεια.

Του εξήγησα πως αυτό δεν είναι δική του δουλειά, δεν είναι αυτά ζητήματα της ηλικίας του και πως αυτά τα ξέρουν καλύτερα οι ειδικοί και οι υπουργοί.

Μου είπε πως πέφτω σε αντιφάσεις γιατί με έχει ακούσει πολλές φορές τα τελευταία χρόνια να παραπονιέμαι για τις αποφάσεις των υπουργών και των ειδικών.

Μου γνωστοποίησε επίσης πως αν στο σχολείο αποφασίσουν οι μαθητές να κάνουν κάτι για να ζητήσουν ανοιχτά σχολεία με ασφάλεια, θα συμμετέχει με όλες του τις δυνάμεις.

Του είπα πως αυτά δεν είναι δικά του λόγια και πως τα άκουσε από όλους εκείνους που γυρίζουν έξω από τα σχολεία και κάνουν προπαγάνδα υπέρ των καταλήψεων.

Μου απάντησε με θράσος πως τον υποτιμάω και πως τουλάχιστον εκείνος δεν πιστεύει στην προπαγάνδα των τηλεοπτικών καναλιών όπως κάνω εγώ.

Την άλλη μέρα με ειδοποίησαν – μη με ρωτάτε ποιος, δεν είμαι και κανένας ρουφιάνος – να πάω στο σχολείο γιατί έχουν κατάληψη.

Πήγα κι έπιασα κουβέντα με κάποιους μαθητές. Το παιδί μου ήρθε και μου ζήτησε να φύγω και πως πρέπει να του δείξω εμπιστοσύνη.

Τον παρακάλεσα να μην ανακατεύεται, του είπα πως δεν θα βγάλει εκείνος το φίδι από την τρύπα και πως το σημαντικό είναι να μην χάνει τα μαθήματά του.

Μου είπε πως έχασε πολλά μαθήματα λόγω έλλειψης καθηγητών αλλά δεν με ένοιαξε. Μου είπε επίσης πως επειδή εγώ δεν αντιδρώ σε ότι με καταπιέζει δεν σημαίνει πως θα κάνει κι εκείνος το ίδιο.

Ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Του είπα πως θα τα πούμε αναλυτικά στο σπίτι. Είδα στο βλέμμα του την απογοήτευση αλλά δεν πειράζει. Όταν ωριμάσει θα καταλάβει.

Φεύγοντας για το σπίτι άκουσα κάποιον να φωνάζει «Παντελή».

Γύρισα…

Μετά απόρησα που γύρισα γιατί νόμιζα πως δε με λένε «Παντελή»

 

Ετικέτες: , , ,

Κι όμως νόμιζα πως δε με λένε Παντελή

Κι όμως νόμιζα πως δε με λένε Παντελή

Κι όμως νόμιζα πως δε με λένε Παντελή

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Φίλε αναγνώστη.

Εσύ που θα διαβάσεις τα παρακάτω να ξέρεις πως μόνο σε μένα αναφέρονται. Σε μένα και κανέναν άλλον. Για μένα μιλάνε και για τις συμπεριφορές μου στη δουλειά, στο σπίτι, στο δρόμο, στην πλατεία και οπουδήποτε αλλού έχω βρεθεί τα τελευταία χρόνια.

Με θυμάμαι μέσα στην τάξη να συζητά με τους μαθητές για την αξία του ήθους, την ξεφτίλα της υποκρισίας και την αλαζονεία της εξουσίας. Με παραδείγματα φωτεινά της ιστορίας να τονίζω την ανάγκη ο άνθρωπος να αντιδρά στο άδικο, να αγωνίζεται για το δίκιο, όχι μόνο το δικό του αλλά και των συνανθρώπων του. Γιατί, πώς μπορεί να λέγεται άνθρωπος εκείνος που μόνο τη βολή του, μόνο τον εαυτό του, μόνο το παιδί του και μόνο το βιος του κοιτά; Ακόμα και κόντρα στους νόμους θα χρειαστεί να πάει αν αυτοί είναι άδικοι.

Μιλήσαμε για την ελευθερία της διατύπωσης της γνώμης ακόμη κι αν είναι κόντρα σ’ αυτή που κυριαρχεί και καταλήξαμε πως οι άνθρωποι δεν είναι πρόβατα και δεν χρειάζονται τσοπάνη.

Με θυμάμαι άλλη φορά, έξω από τα κάγκελα του σχολείου που τελούσε υπό κατάληψη, να συζητάω με τους μαθητές για το πώς αποφασίζεται η μορφή πάλης ώστε να μην αδικεί τα αιτήματα. Τους είπα ότι η πράξη τους ήταν παράνομη και πρέπει να σεβόμαστε τους νόμους. Μου είπαν πως αν οι νόμοι είναι άδικοι πρέπει να τους αλλάζουμε κατά πως τους είχα πει ότι διδάσκει η ιστορία. Τους απάντησα πως άλλες οι συνθήκες τότε. Τους έφερα το παράδειγμα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου Μα και για’ αυτό είχαν απάντηση. Και τότε, μου είπαν, λίγοι κιοτήδες νέοι βγήκαν μπροστά. Οι πολλοί έλεγαν πως είναι παράνομο και αποκοτιά να καταλάβει κανείς το Πολυτεχνείο, πως τίποτα δεν θα βγει γιατί η χούντα ήταν, δήθεν, ανίκητη και πως η ιστορία δικαίωσε τους κιοτήδες.

Με θύμωσαν και απομακρύνθηκα. Τα κωλόπαιδα μουρμούρισα φεύγοντας… Τους συμβούλεψα να ανοίξουν το σχολείο και να βρουν άλλους τρόπους  διεκδίκησης μα μου είπαν πως αυτό αποφάσισαν μετά από ψηφοφορία.

Γαμώτο. Ούτε τον τσοπάνη με άφησαν να παραστήσω.

Και τώρα στις σχολικές γιορτές πως θα πάρω το μικρόφωνο για να τους πω τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα;

Με θυμάμαι πάλι να συζητάω με συναδέλφους. Ξέρετε για την κατάσταση που βιώνουμε, για το πόσο δύσκολη έχει γίνει η δουλειά μας, ειδικά τώρα με τον κορωνοϊό και για την ανάγκη να κάνουμε κάτι. Να κάνουμε συνέλευση, να αντιδράσουμε δυναμικά. Μια απεργία, μια διαδήλωση, κάτι τέλος πάντων. Όχι όμως τίποτα στάσεις εργασίας ή τίποτα μονοήμερες.

Με θυμάμαι μετά από μια δυο μέρες, όταν έγινε η συνέλευση του σωματείου μου. Αναρωτήθηκα τι νόημα θα είχε να παρευρισκόμουν στη συνέλευση και να ακούω τους συνδικαλιστές και τους εκπροσώπους των παρατάξεων να τσακώνονται μεταξύ τους; Άσε που δεν θα χανόταν κι ο κόσμος αν έλειπα εγώ από τη συνέλευση αν πήγαιναν οι υπόλοιποι.

Την επόμενη μέρα πληροφορήθηκα την απόφαση της συνέλευσης. Πενθήμερες επαναλαμβανόμενες απεργίες μέχρι την τελική δικαίωση. Μείωση ωραρίου, αύξηση μισθών, λιγότεροι μαθητές σε κάθε τμήμα και μια σειρά από άλλα αιτήματα που σχετίζονταν με την υγειονομική μας ασφάλεια. Τη δική μας και των μαθητών. Όλα όσα συζητούσαμε τις προηγούμενες μέρες με τους συναδέλφους.

Το σκέφτηκα και το ξανασκέφτηκα.

Κατέληξα πως δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Τίποτα δεν θα αλλάξει. Το μόνο που θα καταφέρουμε είναι να χάσουμε τα χρήματά μας. Δεν αλλάζουν με απεργίες και πορείες τα πράγματα.

Μόνο με την ψήφο μας. Μπορούμε με την ψήφο μας να φέρουμε τα πάνω κάτω άμα θελήσουμε όλοι.

Φεύγοντας για το σπίτι άκουσα κάποιον να φωνάζει «Παντελή».

Γύρισα…

Μετά απόρησα που γύρισα γιατί νόμιζα πως δε με λένε «Παντελή»

 
Σχολιάστε

Posted by στο 8 Οκτωβρίου 2020 σε Uncategorized

 
 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε <span>%d</span> bloggers: