RSS

Category Archives: Uncategorized

Θα φανεί στο χειροκρότημα

Θα φανεί στο χειροκρότημα
                                                               Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Στα δέκα του έχασε τον πατέρα του. Δεν έχει σημασία το πώς. Αυτό που ήξερε εκείνος ήταν πως δεν θα τον ξανάβλεπε.
Στα δεκατρία άρχισε τους μπάφους. Δήθεν για να ξεχνάει. Έτσι του είπαν και τον βόλευε πολύ αυτή η δικαιολογία.
Την αλήθεια την ήξερε πολύ καλά.
Δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί να τύχει σε κείνον.
Μη βρίσκοντας τον υπαίτιο τα έβαλε με τον εαυτό του. Επειδή δεν μπορούσε να αλλάξει την πραγματικότητα προτιμούσε να δραπετεύει από αυτήν. Ήταν όμως για λίγο κι όταν τέλειωνε το «παραμύθι» η πραγματικότητα έδειχνε τα δόντια της.

Ο αδερφός του, τρία χρόνια πιο μεγάλος, θέλησε να παίξει το ρόλο του πατέρα.

«Είσαι αδερφός μου, δεν είσαι ο πατέρας μου. Αυτός πάει, δεν ξανάρχεται» είπε μια μέρα στον μεγάλο όταν τον ζόρισε που σταμάτησε να διαβάζει.

Το σκαμπίλι που έφαγε τον βρήκε κατευθείαν στην καρδιά κι ας έμεινε στο μάγουλο το σημάδι. Από το μάγουλο το σημάδι έφυγε σε δυο μέρες. Από την καρδιά ποτέ.

Μα κι ο μεγάλος από ανασφάλεια και ανησυχία το έκανε. Την παράκληση της μάνας του προσπάθησε να ακολουθήσει.

«Να τον προσέχεις τον μικρό. Είναι ευαίσθητος και είχε αδυναμία στον πατέρα του».

Σάματις ήξερε κι αυτός πώς έπρεπε να φερθεί; Μήπως κι αυτός δεν ένιωθε αδικημένος;

Τον έπιασε μια μέρα και τον αγκάλιασε.

«Συγνώμη ρε μικρέ. Δεν έπρεπε να το κάνω. Δεν ξέρω τι μ’έπιασε. Ή μάλλον ξέρω. Είναι που δεν μπορώ να βρω τον τρόπο να σε βοηθήσω, να σε κάνω να ξεχάσεις. Πρέπει να προχωρήσουμε που να πάρει η ευχή».

Κάτι τέτοιο του είπε και ο τύπος με τη μαύρη BMW που τριγυρνούσε για πολλούς μήνες έξω από το σχολείο, ένα βράδυ που τον συνάντησε σε μια καφετέρια. Άνθρωπος της διπλανής πόρτας που λένε. Με δουλειά «καθώς πρέπει» και εξέχον μέλος της τοπικής κοινωνίας.

«Τι να σου κάνει το τσιγάρο. Αυτά είναι για μικρούς. Εσύ είσαι μεγάλος και χρειάζεσαι κάτι πιο δυνατό. Δοκίμασε και θα με θυμηθείς. Θα ξεχαστείς με την πρώτη. Άτιμη η ζωή, σε χτύπησε αλύπητα. Έλα άναψέ το. Κέρασμα από μένα. Δεν θέλω χρήματα».

Και το άναψε. Μία και δύο και τρεις. Στην αρχή το είχε κέρασμα, μετά έπρεπε να το πληρώνει. Το χαρτζιλίκι της μάνας του έφτανε μόνο για κουλούρι.

Ο καλός και συμπονετικός άνθρωπος με τη μαύρη BMW δεν αρνήθηκε να τον βοηθήσει.

«Έλα το βράδυ να πάμε μια γύρα σε δυο-τρία στέκια. Θα με βοηθήσεις και θα έχεις και χαρτζιλίκι. Είσαι μεγάλος τώρα και δεν είναι σωστό να κλέβεις από το πορτοφόλι της μάνας σου για τα προσωπικά σου έξοδα. Έτσι δεν είναι;»

Μάταια προσπαθούσε ο φίλος του να τον συνεφέρει. Και τι δεν έκανε. Πάντα ήταν δίπλα του. Ακόμη κι όταν εκείνος δεν ήταν σε θέση να μπει την πρώτη ώρα για μάθημα καθόταν και του έκανε παρέα μην τύχει και χρειαστεί τίποτα. Κι όταν τη δεύτερη ώρα έμπαιναν αργοπορημένοι στην τάξη, πάλι προσπαθούσε να τον σώσει από τις «γλυκές» κουβέντες της καθηγήτριας.

«Μπα! Τον βρήκες το δρόμο για το σχολείο; Ήθελα να’ξερα εκείνοι οι γονείς σου τι κάνουν; Χαμπάρι δεν παίρνουν;»

Το έπαιρνε πάνω του όποτε μπορούσε.

«Δεν φταίει αυτός κυρία. Εγώ αργοπόρησα γιατί ένιωσα μια ζαλάδα και έμεινε κοντά μου για να με βοηθήσει».

Ποιος νοιάζεται όμως για την ουσία και την αλήθεια. Οι νόμοι να τηρούνται και η τάξη. Είναι πιο εύκολο από το να ψάξει κάποιος για τα αίτια. Και να θέλει, πολλές φορές ούτε μπορεί ούτε προλαβαίνει.

«Μη λέτε ¨γονείς¨. Ο πατέρας μου σκοτώθηκε στη δουλειά του».

Ήταν μία από τις φορές που η «καλή» καθηγήτρια έκανε αναφορά στους γονείς του και στην ανατροφή που του έδωσαν. Από τότε και καλά να ήταν δεν ξαναμπήκε στο μάθημά της.

Τρελάθηκε η μάνα του σαν το κατάλαβε. Πήγε να πεθάνει όταν ο φίλος του την έκανε να ψυλλιαστεί. Ήταν και τα λεφτά που έβλεπε να λείπουν από το πορτοφόλι.

Τον έπιασε και του μίλησε. Τον μάλωσε, τον αγκάλιασε, τον έλουσε με δάκρυα, τον ικέτεψε, του φίλησε τα πόδια κι εκείνος υποσχέθηκε να το κόψει.

Χαμένες οι υποσχέσεις χαμένα και τα παρακάλια. Ήταν κι ο τύπος με τη μαύρη BMW που δεν τον άφηνε να κάνει ρούπι.

Ανέλπιστα βρήκε συμπαράσταση από μια άλλη καθηγήτρια του σχολείου. Έψαξαν και ρώτησαν σε κοινότητες, σε συλλόγους μπας και βρουν συμπαράσταση και θεραπεία. Συμφώνησε κι εκείνος αλλά δεν ήταν εύκολο.

Πήγε η μάνα και στην αστυνομία και σε δικηγόρο και στον εισαγγελέα για να δει πώς θα σώσει το παιδί της. Είχε και τα’ αφεντικό της που την απειλούσε με απόλυση κάθε φορά που αργοπορούσε ή που ζητούσε άδεια.

Χωρίς κανείς να ξέρει το πώς, ο τύπος με τη μαύρη BMW έμαθε τα καθέκαστα και δεν κάθισε με σταυρωμένα χέρια.

Την ίδια κινητοποίηση έμαθα πως είχαν και οι γείτονες του «καλού» ανθρώπου με τη μαύρη BMW. Τον είδαν να πρωτοστατεί σε κάτι επεισόδια με πρόσφυγες. Τους ρήμαξαν τους πρόσφυγες στο ξύλο κάτι νταήδες και ήταν ανάμεσά τους μαζί με κάτι υποψήφιους βουλευτές της περιοχής.

Η μαύρη BMW βρέθηκε πεταμένη σε κοντινό ρέμα.

Στο καφενείο την άλλη μέρα άκουγαν με προσοχή τα νέα στην τηλεόραση.

«Κύκλωμα εμπορίας και διακίνησης ινδικής κάνναβης και άλλων ναρκωτικών ουσιών φέρεται να εξαρθρώθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες μετά από συντονισμένες προσπάθειες της αστυνομίας. Στο κύκλωμα, σύμφωνα με ασφαλείς πηγές, εμπλέκονται πολίτες υπέρ άνω πάσης υποψίας, καθώς επίσης και ένας εισαγγελέας, δύο δικηγόροι, ένας εφοπλιστής και δύο αξιωματικοί του αστυνομικού τμήματος της περιοχής».

Ο γηραιότερος της παρέας χαμογέλασε.

«Τα χάλασαν στη μοιρασιά. Το έχουμε ξαναδεί το έργο».

Το παιδί προσπαθεί να βρει τον εαυτό του και να αφήσει την «παραμύθα» πίσω του. Αποφάσισε να ζήσει στην πραγματικότητα και να την αλλάξει. Προσπαθεί να γνωρίσει την εαυτό του και την κοινωνία που ζει.

Αν το καταφέρει ή όχι «θα φανεί στο χειροκρότημα».

Advertisements
 

Ετικέτες: , , , , ,

Κόκκινο φουστάνι

Κόκκινο φουστάνι

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

– Άντε. Πάμε μια βόλτα να περπατήσουμε. Να δούμε και τις βιτρίνες που τόσο σου αρέσει.

– Εσένα πάλι καθόλου. Άστο καλύτερα. Έτσι κι αλλιώς δεν μπορούμε να αγοράσουμε τίποτα.

Βγήκαν από το σπίτι αγκαλιασμένοι σαν να είχαν γνωριστεί την προηγούμενη μέρα παρόλο που συμπλήρωσαν κοντά τριάντα ένα χρόνια μαζί.

Ο κόσμος στο πεζοδρόμιο αρκετός. Οι περισσότεροι απολάμβαναν την απογευματινή ανοιξιάτικη βόλτα με έναν καφέ στο χέρι όπως επιβάλλουν τα νέα καταναλωτικά ήθη.

Κοντοστάθηκαν σε μια βιτρίνα. Εκείνος μετρούσε άθελά του τις μέρες που μεσολαβούν μέχρι να πληρώσει τη δόση του στεγαστικού, το ηλεκτρικό ρεύμα, και το μήνα στα φροντιστήριο Αγγλικών.

Ούτε που άκουσε τη σύντροφό του να εκφράζει την επιθυμία της για δεύτερη και τρίτη φορά.

– Δεν ακούς που σου μιλάω;

– Ακούω. Φυσικά ακούω.

– Σιγά μην ακούς.

– Έλα πες το μου πάλι.

– Αυτό το φουστάνι. Δεν είναι ωραίο;

– Ποιο;

– Αυτό. Το κόκκινο.

– Καλό είναι.

Οι σκέψεις επέστρεψαν στο μπερδεμένο του μυαλό. Η προσοχή του απομακρύνθηκε πάλι από τη σύντροφό του η οποία εξακολουθούσε να κοιτάζει, μάλλον με παράπονο, τη βιτρίνα με το κόκκινο φουστάνι.

Σκέφτηκε πως τα τελευταία τρία χρόνια δεν είχε αγοράσει για εκείνη ούτε μία κάλτσα, που λέει ο λόγος.

Πώς να τολμήσει άλλωστε να κάνει σκέψη για αγορά. Ήταν τόσες πολλές οι οικονομικές υποχρεώσεις που το κουτσουρεμένο οικογενειακό εισόδημα δεν μπορούσε να τις καλύψει.

Προστέθηκαν και κάτι έκτακτα έξοδα-τα έκτακτα έσοδα ήταν ανύπαρκτο είδος-που απομάκρυναν ακόμη περισσότερο ένα πιθανό ενδεχόμενο αγοράς.

– Να μπούμε να το δοκιμάσω; Νομίζω πως θα μου πάει.

– Έλα τώρα. Τι να δοκιμάσεις; Λες και υπάρχει περίπτωση να το πάρουμε; Άλλωστε ξέρεις πως δεν τα μπορώ αυτά.

Η όψη της σκοτείνιασε. Γύρισε το πρόσωπό της από την άλλη για να μην διαβάσει τα συναισθήματά της. Όμως εκείνος είχε ήδη προλάβει να καθρεφτιστεί στα μάτια της.

Κι είδε τον εαυτό του ευτυχισμένο να ακούει τα γέλια της μικρής του κόρης καθώς έπαιζε ανέμελα με τη φίλη της.

Και διέκρινε τον εαυτό του να γλεντάει και να χορεύει με τους φίλους του στη γιορτή του γιου του.

Είδε ακόμη τον εαυτό του να «αγαπιέται» σφόδρα με το ματατζή σε μια διαδήλωση για τα μνημόνια.

Και ντράπηκε πολύ. Ναι ντράπηκε. Και θύμωσε. Κυρίως με τον εαυτό του.

– Να πάνε να γ…….νε. Πάμε μέσα να το δοκιμάσεις.

– Τι έπαθες; Τρελλάθηκες;

– Και δε χαίρεσαι. Πάμε σε παρακαλώ.

Την έπιασε από το χέρι και την τράβηξε μέσα στο κατάστημα. Η αλήθεια είναι πως της πήγαινε πολύ. Δεν χόρταιναν τα μάτια του να την κοιτάζει και δεν ήξερε αν ήταν επειδή εκείνη ήταν τόσο όμορη ή αν ομόρφυνε ο τρόπος που ο ίδιος πλέον την κοίταζε. Μάλλον ήταν και τα δύο.

Εκείνη κοιτούσε τον εαυτό της στον καθρέφτη και σκεφτόταν πότε θα τελείωνε αυτό το μαρτύριο. Πήγε στο παραβάν και επέστρεψε με το φουστάνι στο χέρι.

– Σας ευχαριστώ. Είναι πολύ ωραίο αλλά δεν θα μπορέσουμε να το πάρουμε. Είναι ακριβό.

– Θα το πάρουμε.

– Μα τι λες τώρα; Και η δόση του δανείου;

– Να πάει να γ….ει. Θα το πάρουμε. Τελείωσε.

Ακολούθησαν στιγμές σιωπής, αμηχανίας και ευτυχίας.

Βγήκαν από το κατάστημα αγκαλιασμένοι.

Την άλλη μέρα, πηγαίνοντας οι άνθρωποι στις δουλειές τους είδαν κόσμο μαζεμένο έξω από την τράπεζα.

Κάποιος το προηγούμενο βράδυ είχε γράψει με κόκκινη μπογιά:

«Το γέλιο της αξίζει πιο πολύ από το στεγαστικό σας».

 

 

Ετικέτες: , , , ,

Μια παλιά ιστορία του μέλλοντος

Μια παλιά ιστορία του μέλλοντος

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Φαινόταν πολύ κουρασμένος τούτος εδώ ο παράξενος καβαλάρης. Και το άλογό του περήφανο και ντελικάτο μα το είχε χωρίς σέλα ο αθεόφοβος.

Σαν έφτασε στην πλατεία του χωριού και κατέβηκε από το άτι του, ο χωροφύλακας τον ρώτησε τι έπαθε και είναι έτσι ταλαιπωρημένος. Σκέφτηκε μήπως τον κυνηγάνε, μην είναι κανένας από αυτούς τους παράνομους που γυρνάνε στα χωριά και ξεσηκώνουν τον κόσμο με κουβέντες για δίκιο, ισότητα και άλλες τέτοιες παραινέσεις  του διαβόλου.

Του απάντησε πως φταίνε αυτά που είδε μα και αυτά, όχι που έκανε, αλλά που δεν έκανε.

Προβληματίστηκε ο χωροφύλακας. Δεν πείστηκε με όσα του είπε ο ξένος γιατί δεν τα καλοκατάλαβε.

Ζύγωσε ύστερα ο ρασοφόρος του χωριού και τον καλόπιασε πως τάχα πρέπει σε κείνον να ανοίξει την ψυχή του και να ξομολογηθεί γιατί εκείνος τα’ χει καλά με το θεό και αν χρειαστεί θα μεσολαβήσει για συχώρεση.

Τραβήχτηκε απότομα ο ξένος και έφτυσε με δύναμη στο χώμα. Επέστρεψε περιφρόνηση στον παπά που έβραζε από θυμό για τούτη την απρόσμενη συμπεριφορά του ξένου.

Ύστερα πανηγύρισε ο παππάς σα να ανακάλυψε τίποτα σπουδαίο και απευθυνόμενος στους υπόλοιπους τόνισε πως δεν θα μπορούσε να περιμένει διαφορετική συμπεριφορά από έναν ξένο αντίχριστο.

Πλησίασε κι ο δάσκαλος βρωμώντας ναφθαλίνη από πάνω μέχρι κάτω και από μέσα του μέχρι έξω και αφού του συστήθηκε τον συμβούλεψε πως δεν είναι σοφό ένας ταξιδιώτης σαν και κείνον να καβαλάει το άλογο χωρίς σέλα. Πού ακούστηκε καβαλάρης σε άλογο δίχως σέλα; Του είπε πως δεν είναι σωστό να μην απαντάει με σαφήνεια στον χωροφύλακα και να φέρεται έτσι ξεδιάντροπα στον παπά τον εκπρόσωπο του θεού.

Ο παράξενος επισκέπτης κρατώντας τη μύτη του πρότεινε στο δάσκαλο να φύγει από το σχολείο μπας και μπορέσουν τα μυαλά των μαθητών του και βγουν από το σκοτάδι που τα έχει κλείσει. Του είπε επίσης πως με το δικό του το θεό μιλάει απευθείας χωρίς εκπροσώπους.

Σειρά πήρε ο κοινοτικός σύμβουλος να ζυγώσει στον άγνωστο επισκέπτη. Του πρότεινε αν πεινάει να πάει στην ταβέρνα του λίγο πιο κάτω για να φάει φτηνό φαΐ και καλό. Αν δεν είχε χρήματα δεχόταν και τιμαλφή. Ακόμη και το άλογό του θα μπορούσε να ανταλλάξει για να χορτάσει την πείνα του. Σκέφτηκε ο κουτοπόνηρος πως κάπως έτσι θα έχασε ο ξένος και τη σέλα του αλόγου του.

Ο καβαλάρης  ζήτησε από τον σύμβουλο να τον αφήσει ήσυχο και να κρατήσει το φαΐ για να γεμίσει τη σαπιοκοιλιά του.

Τελευταίος ήρθε ο πρόεδρος του χωριού ντυμένος κατά πως αρμόζει στον άρχοντα του τόπου και προσπάθησε να τον χτυπήσει φιλικά στην πλάτη.

Άρπαξε ο ξένος το χέρι του προέδρου τόσο δυνατά που λίγο ακόμα θα το έσπαγε.

Τράβηξε το όπλο ο χωροφύλακας και το έστρεψε κατά τον ξένο ζητώντας του να αφήσει το χέρι του προέδρου αλλιώς θα πυροβολούσε.

Η σκηνή διακόπηκε από τις φωνές των παιδιών που έρχονταν προς την πλατεία ανακοινώνοντας την έλευση καραβανιού με αγνώστους.

Ταράχτηκε ο χωροφύλακας, σάστισε ο πρόεδρος ενώ ο παπάς χάιδεψε τα γένια του σιχτιρίζοντας .

«Είναι συγχωριανοί μου», είπε ο καβαλάρης και πριν προλάβει να συνεχίσει τον πρόλαβαν τα παιδιά.

«Είναι κι ένα μωρό που το κοιμίζουν σε μια σέλα αλόγου», πετάχτηκε και είπε ένα πιτσιρίκι.

«Να μην πλησιάσουν θα είναι άρρωστοι», φώναξε ο πρόεδρος.

«Και άθεοι», είπε ο παππάς κι άρχισε τα ξόρκια.

«Θα χρειαστούμε ενισχύσεις, πάτε και φέρτε τα όπλα από το σπίτι», είπε ο χωροφύλακας.

«Δεν φτάνει το φαΐ για όλους», πρόσθεσε ο κοινοτικός σύμβουλος.

«Φτάνει πατέρα, Η αποθήκη είναι γεμάτη τρόφιμα», είπε ο γιος του συμβούλου.

«Θα μαγαρίσουν τα ήθη και τα έθιμά μας αν μείνουν εδώ», γρύλισε σαν αγριόσκυλο ο δάσκαλος.

«Η γη δεν είναι μόνο δική σας, είναι όλων μας. Αλλά μη νοιάζεστε. Λίγο θα κάτσουμε και μετά θα συνεχίσουμε προς το ποτάμι. Εδώ σε τούτον τον τόπο δεν μένουμε με τίποτα. Ο αέρας μυρίζει σαπίλα. Αλίμονο στα παιδιά που μεγαλώνετε», είπε ο παράξενος καβαλάρης και με ένα σάλτο βρέθηκε στη ράχη του αλόγου του.

«Στάσου», ακούστηκε μια παιδική φωνή. «Πάρτο. Για το μωρό».

Ο καβαλάρης πήρε το σκουφί από τα χέρια του παιδιού, το χάιδεψε στο κεφάλι και κίνησε να συναντήσει έξω από το χωριό τους συγχωριανούς του.

Ο θρύλος λέει πως πολλά χρόνια αργότερα ξέσπασε πόλεμος ανάμεσα στους ντόπιους και τους ξένους γιατί οι ντόποιοι ήθελαν το νερό του ποταμιού μόνο για τον εαυτό τους.

Μάλλον η πράξη του παιδιού να δωρίσει το σκουφί στον καβαλάρη δεν βρήκε μιμητές στους συνομήλικούς του.

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , ,

Όσους ανθρώπους πρόλαβα να δω

 Όσους ανθρώπους πρόλαβα να δω

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

ελπίδα1Μακρύ το ταξίδι της ζωής και μαζί τόσο μικρό, αναλογίστηκα σαν ήρθε η ώρα της αναδρομής.

Πόσα είδα και πόσα θα ήθελα να δω μα δεν τα συνάντησα ποτέ!

Κι είδα ανθρώπους να γελάνε ανοίγοντας απλώς το στόμα και δείχνοντας τοα δόντια τους. Σπάραζε η ψυχή τους και η δική μου που έβλεπε το μαρτύριό τους.

Κι είδα ανθρώπους ψεύτες και μοχθηρούς, που τους σιχαίνονται ακόμη και τα σκουλήκια, να συναναστρέφονται με ανθρώπους και να σέρνονται σε πατώματα, σοκάκια, δρόμους και γυαλισμένους διαδρόμους.

Κι είδα ανθρώπους, επαναστάτες έλεγαν πως είναι, που ήθελαν τάχα ν’ αλλάξουν τον κόσμο, να αναδύουν μούχλα. Κι ευχήθηκα τρομαγμένος να μην το καταφέρουν ποτέ.

Κι είδα ανθρώπους καλοντυμένους να προσκυνούν μες στην εκκλησιά, να αφήνουν πλούσιο οβολό στην άκρη της εικόνας και να φεύγουν. Κι είδα την εικόνα να δακρύζει και τον παπά να πανηγυρίζει για το θαύμα. Νόμισε ο παμπόνηρος πως η εικόνα δάκρυσε από χαρά για τον οβολό. Ούτε που φαντάστηκε πως δάκρυσε από πόνο και θλίψη.

Κι είδα σπίτια ανθρώπων σκέτα παλάτια κι ας μην ήταν βασιλιάδες που ντρέπονταν οι άνθρωποι να μπουν μέσα, μα σαν μπήκαν βγήκαν γεμάτοι ντροπή γι’ αυτά που είδαν μέσα.

Κι είδα σχολεία που θύμιζαν φυλακές και δασκάλους που έμοιαζαν με δεσμοφύλακες. Κι είπα πως το κέρδισαν το παιχνίδι τα τέρατα. Με τέτοια σχολεία την άνοιξη θα φυτρώσουν μόνο αγκάθια.

Κι είδα ανθρώπους που σαν κοιτούσαν στον καθρέφτη εκείνος μαύριζε. Δεν άντεχε την ασχήμια της ψυχής που κουβαλούσαν. Κι είδα τους ίδιους ανθρώπους να στριφογυρίζουν το μαστίγιο της εξουσίας που κρατούσαν και να το κατεβάζουν σε ανυπεράσπιστους ανθρώπους.

Κι είδα τους μαστιγωμένους ανθρώπους να κλαίνε από ευγνωμοσύνη και να ευχαριστούν το Θεό που εξακολουθούσαν και ήταν ζωντανοί. Μάλλον πίστεψαν πως ζωή ήταν το καθημερινό μαστίγωμα.

Κι είδα γιατρούς να θησαυρίζουν από τις αρρώστιες που θεράπευαν και δικηγόρους να πλουτίζουν από τις παρανομίες που υπερασπίζονταν.

Κι είδα ανθρώπους να σπέρνουν την ανισότητα στο όνομα της ισότητας, να κατακρεουργούν τη δημοκρατία στο όνομά της και να παραγγέλνουν σκοτάδι μέρα μεσημέρι.

Κι είδα ανθρώπους να κάνουν το χρήμα Θεό τους, το αφεντικό πατέρα τους και την εταιρία οικογένεια τους.

Κι είδα φτωχούς και κατατρεγμένους, αδικημένους κι άνεργους να φιλούν το χέρι που τους πέταγε ένα ξεροκόμματο. Ήταν το ίδιο χέρι που τους έφερε στην κατάσταση που βρίσκονταν.

Κι είδα ανθρώπους με μόνο ρούχο τους το μίσος που αντάμωναν με τα τσακάλια κι εκείνα κρύβονταν στις τρύπες τους, που δεν άντεχαν το φως γι’ αυτό κυκλοφορούσαν νύχτα και κατά αγέλες.

Κι είδα ανθρώπους να βαδίζουν όρθιοι, όπως ταιριάζει σε ανθρώπους, ακόμη κι όταν οδηγούνταν στην κρεμάλα ή στο απόσπασμα. Και σκύλιαζαν οι δήμιοι και οι εκτελεστές, άφριζαν από τη λύσσα τους που δεν μπόρεσαν ποτέ να ζήσουν το ανθρώπινο μεγαλείο.

Κι είδα ανθρώπους ασήμαντους, τους πιο σημαντικούς της γης, να πιάνουν αγκάθι κι αυτό να γίνεται λουλούδι, να ακουμπάνε το μίσος κι αυτό από ντροπή να γίνεται αγάπη, να σφίγγουν το χέρι του διπλανού τους κι αυτό να γίνεται σιδερένιο.

Κι είδα κι ανθρώπους μικρούς που αποδείχτηκαν τεράστιοι, που πήραν στα χέρια τους τούς τροχούς της Ιστορίας και την πέρασαν ματωμένοι στην απέναντι όχθη, κόντρα στο ρεύμα των εποχών και των συνθηκών.

Αυτοί οι τελευταίοι, οι μικροί κι ασήμαντοι κρατάνε Θερμοπύλες. Όχι σαν τους φημισμένους Σπαρτιάτες αλλά σαν τους άσημους Θεσπιείς που η κουφάλα η επίσημη Ιστορία τους κρατάει άγνωστους μες στους αιώνες.

Αυτούς τους τελευταίους τους μικρούς κι ασήμαντους ζηλεύω και θαρρώ πως δεν είμαι ο μόνος…

 
Σχολιάστε

Posted by στο Μαρτίου 3, 2018 in Uncategorized

 

Κι όμως θα χορέψουμε πάλι «μοσχοβολούν οι γειτονιές»

Κι όμως θα χορέψουμε πάλι «μοσχοβολούν οι γειτονιές»

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Πώς να χορέψεις πάλι «μοσχοβολούν οι γειτονιές»;

Μοσχοβολούν ακόμα;

Δεν θα είναι τα πόδια βαριά;

Δεν θα ξεφεύγουν από το ρυθμό;

Δεν θα ντρέπονται οι νότες να αναδυθούν και να ταξιδέψουν;

Κι αν ακόμη φτάσουν στο αυτί, θα προκαλούν ανατριχίλα;

Άντε βρε Γιάννη κι εσύ Μανώλη, Τάσο, Νίκο, πιάστε τις λέξεις και κάντε τις ποιήματα και βάλτε φωτιά στις καρδιές να ζεσταθούν οι άνθρωποι όπως έκανε πριν από σας ο Ρίτσος, ο Αναγνωστάκης, ο Λειβαδίτης κι ο Καββαδίας.

Κι εσύ Μάρκο, Βασίλη, Μάνο και Γιάννη αρπάξτε τις νότες και ζωγραφίστε τραγούδια όμορφα στο φράχτη του πενταγράμμου μπας και πάρουν φωτιά τα μυαλά μας και φωτίσει πάλι ο κόσμος όλος όπως έκανε πριν από σας ο Βαμβακάρης, ο Τσιτσάνης, ο Λοΐζος κι ο Μαρκόπουλος.

Γιατί πώς θα είναι η ζωή χωρίς ποιήματα και τραγούδια;

Υπάρχει φως χωρίς αυτά;

Το σκοτάδι και το μίσος δεν αντέχουν ούτε τις λέξεις ούτε τις νότες.

Τα φίδια δεν βλέπουν φως, ζουν στο σκοτάδι.

Μόνο σέρνονται και δαγκώνουν, δαγκώνουν και χύνουν το δηλητήριο και μετά κρύβονται στις τρύπες τους.

Ποτέ τα φίδια δεν έβγαλαν έναν ποιητή, ποτέ το σκοτάδι δε γέννησε ένα τραγούδι.

Δεν θέλει πολύ ο άνθρωπος, έτσι μικρός που είναι στην αρχή, να πάρει μπόι και να ψηλώσει.

Μια πράξη ασύλληπτη, μια «αποκοτιά» κι αυτό ήταν. Το μπόι του μεγαλώνει και γίνεται δυνατός, έτοιμος και βουνά να γκρεμίσει.

Κι ας είναι δαρμένος, ματωμένος, νηστικός κι ας μοιάζει αδύναμος κι ανήμπορος.

Ένα «δεν συμμορφώνομαι» και ατέλειωτο κουράγιο είναι αρκετά.

Δεν θέλει πολύ ο άνθρωπος, έτσι μεγάλος που έγινε, να μικρύνει.

Μια πράξη ακατανόητη, μια «αποκοτιά» κι αυτό ήταν. Το μπόι που απέκτησε το χάνει και γίνεται αδύναμος, ανήμπορος ακόμη και να δει το φως του ήλιου.

Κι ας είναι μέγας, τρανός, διάσημος, αποδεκτός κι ας μοιάζει θεός ότι είναι.

Ένα «συμμορφώνομαι» κι ατέλειωτη λησμονιά για το σεβασμό που κέρδισε, είναι αρκετά.

Ας είναι…

Θα έρθει εκείνη η ώρα, βραδάκι θα είναι καλοκαιρινό που θα χορέψεις πάλι «μοσχοβολούν οι γειτονιές βασιλικό κι ασβέστη» γιατί θα μοσχοβολήσουν τόσο που θα μεθύσεις από τη μυρωδιά τους.

Και τα πόδια θα πιάσουν πάλι το ρυθμό.

Κι οι νότες θα αναδύονται με όλη την ομορφιά τους χωρίς ντροπή.

Κι η ψυχή θα ανεβαίνει στα ουράνια.

Και θα στριφογυρίζεις γεμάτος ανατριχίλα με τα χέρια ανοιχτά.

Πάντα έτσι γίνεται.

Πάντα θα υπάρχουν ανθρώπινες πράξεις που θα γεννάνε ποιητές και μελωδούς.

Γι’ αυτές γράφονται τα ποιήματα, γι’ αυτές και τα τραγούδια.

Αυτές γράφουν τα ποιήματα, αυτές και τα τραγούδια.

 

Σε όλους τους υπόλοιπους που τίμησαν μέχρι τέλους τον σεβασμό που κέρδισαν με το αίμα τους.

 

Ετικέτες: , , , , ,

Τότε που ήταν όλα δύσκολα

Τότε που ήταν όλα δύσκολα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Δεκαετία του ’60.
Σε καφενείο της παλιάς αγοράς στη μικρή επαρχιακή πόλη, δυο-τρεις παρέες οικοδόμων ακούνε ρεμπέτικα και λαϊκά στο τζουκ μποξ.

Σάββατο απόγευμα βλέπεις, ημέρα πληρωμής, πλησιάζουν και Χριστούγεννα και τα λεφτά λιγοστά και μετρημένα.

Τα καραφάκια κι αυτά μετρημένα, ίσα-ίσα για το κέφι. Οι κουβέντες, λιγοστές κι αυτές όπως σε όλες τις συναθροίσεις αυτού του είδους. Πάνω απ’όλα τα λόγια και οι μελωδίες των τραγουδιών, πάνω απ’όλα το συναίσθημα.

Κάπου-κάπου, όταν το μεράκι ξεχείλιζε, κατέβαινε στα πόδια και γινόταν ζεϊμπέκικο. Εκείνο το απλό και απέριττο λίκνισμα των ψυχών που ενώνει τη γη με τους ανθρώπους και τον ουρανό.

Ήταν και οι ψυχές έτοιμες. Σαν δε θέλει η ψυχή κανένας λόγος και καμιά μελωδία δεν μπορεί να την αγγίξει.

Μα και οι καταστάσεις πολύ δύσκολες. Φορτίο βαρύ κουβαλούσαν όλοι τους καθημερινά για να τα φέρουν βόλτα κι η ξενιτιά πλανιόταν πάνω από τα κεφάλια τους σαν ακονισμένο σπαθί που σφύριζε απειλητικά.

Κι είχες και τους παρακρατικούς και τους ασφαλίτες να τρομοκρατούν ξεδιάντροπα όποιον είχε «ύποπτη» συμπεριφορά.

Οι χαφιέδες ήταν στα πάνω τους νομίζοντας, οι ανόητοι, πως θα είχαν παντοτινή ασυλία.

Όλα τα λεμόνια έτσι σκέφτονται πριν καταλήξουν λεμονόκουπες στημένες.  Ένας ψευτόμαγκας ασφαλίτης, γνωστός στην πιάτσα, μπαίνει με ύφος στρατηγού, στέκεται κάποιες στιγμές και πάει και κλείνει το τζουκμπόξ.
«Δε μου αρέσουν αυτά τα άσματα, δεν είναι ποιοτικά» λέει και πάει και κάθεται μόνος σε μια γωνία περιμένοντας να παραγγείλει.

Ο καφετζής αργοπορεί επιδεικτικά.

Μεγάλη προσβολή να διακόπτεις το τραγούδι που ακούει η παρέα χωρίς την άδειά της. Νόμος άγραφος σα να λέμε ανώτερος.
Ένας νεαρός σηκώνεται και πάει και βάζει στο τζουκ μποξ το γνωστό: Τούτοι οι μπάτσοι που’ ρθαν τώρα.
Οι υπόλοιποι είναι σε ετοιμότητα καθώς τέτοια περιστατικά, έτσι για σπάσιμο που λένε, ήταν πολύ συχνά.
Ο ασφαλίτης βλέπει ότι δεν τον παίρνει για πολλά-πολλά. Σηκώνεται και φεύγει τσαντισμένος κλωτσώντας μια καρέκλα στο πέρασμά του και κλείνοντας με δύναμη την πόρτα του καφενείου φεύγοντας.
Πίσω στο καφενείο όλοι τραγουδούν το μη «ποιοτικό άσμα» και πανηγυρίζουν.

Ο καφετζής κερνάει από μία γύρα τους θαμώνες απλώνοντας τα πυκνά του μουστάκια γεμάτος ευχαρίστηση και στέλνοντας στο διάολο τον ασφαλίτη.

Ήταν μέρες Χριστουγέννων όπως μου είπε κάποιος που ήταν τότε παρών και τώρα … λείπει.

Το ίδιο βράδυ τα σπίτια μερικών από τους θαμώνες δέχτηκαν τις γνωστές «φιλικές» επισκέψεις. Χτυπήματα στις πόρτες και απειλές από άγνωστες σκιές του σκοταδιού που κρύβονταν στο φως της μέρας για να μην καούν.

Όπως ακριβώς και οι βρυκόλακες.

 

Ετικέτες: , , , ,

Υποκριτές και Φαρισαίοι τον πνίξατε το Χριστό κάπου στη Μεσόγειο

 Υποκριτές και Φαρισαίοι τον πνίξατε το Χριστό κάπου στη Μεσόγειο

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 prosfiges1 Όλα θα ήταν όμορφα, ωραία, γιορτινά, με τους ανθρώπους χαρούμενους κι ευτυχισμένους, έτοιμους να ψωνίσουν, να αγοράσουν, να καταναλώσουν όπως ορίζει η θεά διαφήμιση, όπως θα ήθελα η μαμά εταιρία που έκανε θεά τη διαφήμιση.

Όλα θα ήταν όπως πρέπει, αν δεν υπήρχαν κάτι μυτερά αγκάθια να χαλάνε τη γιορτινή σούπα.

Αλλά βλέπεις, όπου κυριαρχούν οι εταιρίες και όχι οι άνθρωποι όλα μπαίνουν στην άκρη για το κέρδος της εταιρίας.

Τι να σου κάνει η εταιρία που παράγει όπλα και η εταιρία που τα εμπορεύεται; Πώς αλλιώς θα κερδίσουν χωρίς πολέμους; Τα όπλα δεν «καταναλώνονται» αλλιώς. Δεν πας ως χριστουγεννιάτικό δώρο στο φίλο σου μια ρουκέτα, ας πούμε, τυλιγμένη σε χρυσό χαρτί. Ούτε αγοράζεις στον αδερφό σου ένα κουτί σφαίρες αντί για σοκολατάκια.

Μπορείς όμως να τα «δωρίζεις» σε τίποτα κακόμοιρους Ασιάτες ή Αφρικανούς αφού τους βάλεις πρώτα να τσακώνονται μεταξύ τους. Μετά θα σε παρακαλάνε για τα «δώρα» που παράγεις και εμπορεύεσαι.

Είναι, που λέτε, κάτι παράσιτα, ανθρώπους δεν τους λες, που άφησαν τα σπίτια τους που βομβαρδίζονταν μες στο καταχείμωνο και κίνησαν για τους δικούς μας τόπους. Τι θράσος αλήθεια εκ μέρους τους, τι αγένεια!

Ήρθαν και χάλασαν την αποβλάκωσή μας. Κάτι βρεγμένα και πεινασμένα παιδικά κορμάκια γέμισαν τις οθόνες της απραξίας μας την ώρα που όλοι περιμέναμε να δούμε στις οθόνες πόσες μέρες έμειναν ακόμη για τα Χριστούγεννα.

Όμως, ακόμη κι αυτόν τον μέγιστο ανθρώπινο πόνο του ξεριζωμού και της προσφυγιάς, οι εταιρίες, ως γνήσια αρπακτικά και μανούλες στο εμπόριο, έσπευσαν να τον εξαργυρώσουν.

Αν δεν υπήρχαν οι εταιρίες-κανάλια για να δείξουν την «ευαισθησία» των εταιριών, δεν θα υπήρχε κανένας λόγος οι εταιρίες να είναι «ευαίσθητες».

Όμως τέτοιες γιορτινές μέρες οι εταιρίες φροντίζουν για όλους όσους βρίσκονται σε ανέχεια.

Δίνουν «δωρεάν» χρόνο ομιλίας στα κινητά για να μιλάμε, να λέμε άσχετα μέχρι να καταναλώσουμε το χρόνο, να ανταλλάσσουμε ψεύτικες, τις περισσότερες φορές, ευχές, γιατί έτσι είθισται και να μας γίνεται συνείδηση πως το δικαίωμα στο να μιλάμε όσο θέλουμε μας το παραχώρησε η εταιρία η οποία όποτε θέλει, μπορεί να μας το στερήσει, όπως για παράδειγμα, αν δεν πληρώσουμε το λογαριασμό.

Πρέπει να μάθουμε πως οι εταιρίες θα είναι καλές μαζί μας αν κι εμείς είμαστε καλοί καταναλωτές, αλλιώς θα υποστούμε τις συνέπειες.

Χαρίζουν στους καλούς πελάτες εισιτήρια θεαμάτων και δείπνα στη μισή τιμή αρκεί να τους το ζητήσουμε. Οι εταιρίες έχουν φροντίσει πριν από μας για το τι θα μας άρεσε να δούμε και να φάμε. Είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε αυτό που εκείνες θέλουν.

Οι ιατρικές και ασφαλιστικές εταιρίες φροντίζουν για την υγεία και την ασφάλειά μας. Τα δημόσια νοσοκομεία και οι δομές κοινωνικής ασφάλισης και μέριμνας ισοπεδώθηκαν αφού πρώτα καταληστεύτηκαν, για να επικρατήσει και να αναδειχτεί η ανωτερότητα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.

Με σημαία τους την υγεία με αξιοπρέπεια για όλους ξεχνάνε να συμπληρώσουν: «για όλους όσους έχουν να πληρώσουν».

Τα δημόσια νοσοκομεία, προς το παρόν, χορταίνουν με εξαγγελίες και υποσχέσεις.

Για παράδειγμα, το Σπηλιοπούλειο Ογκολογικό Νοσοκομείο τελικού σταδίου λειτουργεί χωρίς το απαραίτητο προσωπικό. Κοινωνικοί λειτουργοί, φυσικοθεραπευτές, ψυχολόγοι και νοσηλευτές δεν υπάρχουν. Όσο για υλικά, ότι περισσεύει από τα κοινωνικά ιατρεία.

Αυτά παθαίνει όποιος επιθυμεί δημόσια δωρεάν υγεία, καταλήγει να μην έχει ούτε δημόσια ούτε δωρεάν ούτε υγεία. Ενώ, λίγο πιο βόρεια, η εταιρία-νοσοκομείο είναι παράδειγμα προς μίμηση. Ξενοδοχείο σκέτο και με τους καλύτερους γιατρούς, αρκεί να ξεχωρίζεις στη «λεπτομέρεια», να έχεις χρήμα να πληρώσεις.

Τούτες τις μέρες, άγιες τις βαφτίζουν αλλά ποτέ δεν κατάλαβα «γιατί;» και «για ποιους;», οι εταιρείες δείχνουν το «ανθρώπινο» πρόσωπό τους περιμένοντας την «έλευση του Χριστού». Τις υπόλοιπες 364 μέρες του χρόνου δεν νοιάζονται για την ασχήμια του προσώπου τους.

Καμώνονται, τάχα, πως δεν πήραν χαμπάρι ότι ο Χριστός που περιμένουν πνίγηκε κάπου στη Μεσόγειο.

 

 

 

 

Ετικέτες: , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: