RSS

Category Archives: Uncategorized

ΘΕΑΤΡΙΚΟ: ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ

ΘΕΑΤΡΙΚΟ

 

«ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ»

 Χρήστος Επαμ. Κυργιάκης

ΠΡΑΞΗ 1η

 

Η ιστορία διαδραματίζεται στο καφενείο: «Το ραντεβού της νεολαίας». Μόνιμοι θαμώνες στο καφενείο της γειτονιάς μια παρέα  συνταξιούχων για να περνάνε το χρόνο τους και να γεμίζουν τη μοναξιά τους. Τους τοίχους του καφενείου κοσμούν οι φωτογραφίες του Κωνσταντίνου Καραμανλή, του Ανδρέα Παπανδρέου, του Κώστα Σημίτη, του Κώστα Καραμανλή, του Γιώργου Παπανδρέου, του Αντώνη Σαμαρά και του Αλέξη Τσίπρα. Σε μια ιδιαίτερη θέση, δίπλα στο εικονοστάσι, βρίσκεται κρεμασμένη και η φωτογραφία του Κώστα Μητσοτάκη, «διανθισμένη» με μια αρμαθιά σκόρδα για καλό και για κακό.

 

Είναι 9 η ώρα το πρωί, ημέρα Δευτέρα 2 Απριλίου. Οι φίλοι και οι φίλες μας πληρώθηκαν τη σύνταξή τους και το κλίμα είναι θετικό.

Η μουσική που έβαλε η Ντίνα, η γυναίκα του καφετζή, του Γρηγόρη, ταιριάζει με το θετικό κλίμα. Ήδη στο καφενείο βρίσκονται ο Αντώνης, ο Κώστας, η Ευτέρπη και η Γεωργία.

 

ΝΤΙΝΑ: Αντωνάκη μου, στον πέτυχα τον καφέ σήμερα, έτσι δεν είναι;

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Μωρέ τον πέτυχες… στο «δόξα πατρί». Αν είχε και λίγο καφέ μέσα θα μπορούσες να τον πεις και «καφέ».

 

ΝΤΙΝΑ: Μια ζωή γκρινιάρης και γρουσούζης, γι’ αυτό έμεινες μόνος σου.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Είσαι οχιά και μέγαιρα.

 

ΕΥΤΕΡΠΗ: Έλα Ντίνα μου, μην του δίνεις σημασία.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Μίλησε και η «Τέρπη». Άκου Τέρπη! Αλλά, τι ανάγκη έχεις; Ας έπαιρνα κι εγώ τη συνταξάρα που παίρνεις εσύ και να δεις τι πλακίτσες θα έκανα.

 

ΕΥΤΕΡΠΗ: Δούλεψα τόσα χρόνια Αντώνη.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Ε βέβαια, ενώ εμείς κάναμε διακοπές στις Μπαχάμες. (ειρωνικά). Δούλεψες! Σ’έφαγε το λιοπύρι. Καθόσουνα αναπαυτικά στα δικαστικά έδρανα και απένειμες τάχα δικαιοσύνη, κι εσύ κι ο άντρας σου. Άιντε μην ανοίξω το στόμα μου, άιντε μην τ’ ανοίξω.

 

ΝΤΙΝΑ: Μπα! κλειστό το είχες τόση ώρα;

 

(Παύση…)

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: (Ψιθυριστά και εμπιστευτικά). Δεν ξέρω εσύ Τέρπη μου πως τα πας με τον Σόλωνα, πάντως εγώ έχω θέμα με τον Τάσο.

 

ΤΕΡΠΗ: Τι θέμα;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Να, ξέρεις…καταλαβαίνεις…σεξουαλικής φύσεως.

 

ΤΕΡΠΗ: Τι; Δεν ανταποκρίνεται;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ανταποκρίνεται, δε λέω. Κάνε πιο δω να σου πω. Κάθε φορά που παίρνουμε τη σύνταξη, θέλει να το γιορτάζουμε.

 

ΤΕΡΠΗ: Μπα, και δεν του φαινότανε. Κοίτα να δεις ο Τάσος!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ναι αλλά, μόλις αρχίσει κι ανεβάσει παλμούς αρχίζει και «ξεφυσάει».

 

ΤΕΡΠΗ: Ταύρος πραγματικός ο Τάσος σα να λέμε!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ναι αλλά δεν ξεφυσάει από το στόμα.

 

ΤΕΡΠΗ: Κι από πού ξεφυσάει;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: (γεμάτη ντροπή) Από…τον πισινό.

 

(Ακούγονται τρανταχτά γέλια. Ο Κώστας που ήταν λίγο πιο πέρα άκουσε όλη τη συζήτηση)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Συγνώμη Γιωργίτσα μου, δεν το έκανα επίτηδες. Αλλά μου φάνηκε τόσο αστείο. (γελώντας) Άκου να «ξεφυσάει»!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Καλά δε ντρέπεσαι να κρυφακούς; Αλλά τι περιμένεις από έναν άνθρωπο που ήταν σε όλη του τη ζωή χασάπης; Από πού να μάθει τρόπους; Από τα μοσχάρια ή από τα γουρούνια;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Χασάπης ήμουνα και λέω τα πράγματα με το όνομά τους. Βλέπεις, δεν ήμουνα δικηγόρος σαν τον Τάσο σου (αρχίζει πάλι να γελάει). Άκους εκεί να «ξεφυσάει»!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Γέλα τώρα που μπορείς γιατί σε λίγο, θα πλακώσει το σόι σου για την «είσπραξη» και θα σου κοπεί το γέλιο. Ούτε μία δεκάρα δεν θα έχεις αύριο στην τσέπη σου βρε κακομοίρη!

 

(Πριν καλά-καλά προλάβει η Γεωργία να τελειώσει τη φράση της, η πόρτα του καφενείου ανοίγει και εισέρχεται ο Δημήτρης, ο γιος του Κώστα)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Καλημέρα σε όλους. Πατέρα, καλημέρα. Όλα καλά; Ντινάκι, μου φτιάχνεις ένα καφεδάκι σε παρακαλώ, έτσι μερακλίδικο να το φχαριστηθώ;

 

ΝΤΙΝΑ: Να σου φτιάξω, γιατί να μη σου φτιάξω. Δε μου λες Δημητράκη μου. Κερασμένος από τον μπαμπά σου;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Ντινάκι μου με πληγώνεις. Επειδή, δηλαδή με χτύπησε η ατυχία σα το χταπόδι στο βράχο, θα πρέπει η κοινωνία να πέσει να με φάει;

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Ποια ατυχία Δημητράκη; Για ποια ατυχία μιλάς; Είχες μια χαρά στρωμένη δουλειά από τον πατέρα σου και την εγκατέλειψες.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Κυρ-Αντώνη, άσε αυτά που εγκατέλειψα εγώ και πιάσε αυτούς που εγκατέλειψαν εσένα.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Μπορείτε σας παρακαλώ να σταματήσετε; Στο κάτω-κάτω δεν σας αφορά τι κάνω εγώ με τα λεφτά μου. Δική μου είναι η σύνταξη και την κάνω ότι θέλω.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Καλά σας λέει ο πατέρας μου. Μπράβο ρε πατέρα, τους έβαλες στη θέση τους.

ΚΩΣΤΑΣ: Μάλλον δεν κατάλαβες καλά γιε μου. Αυτά που είπα αφορούν και σένα. Τέρμα το άρμεγμα. Ότι έφαγες, έφαγες. Το μαγαζί είναι ακόμα στη θέση του και σε περιμένει. Αύριο κιόλας αν θέλεις ξεκινάς.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Τι μου λες τώρα ρε γέρο; Και τη μεγάλη μου αγάπη τι να την κάνω; Να την παρατήσω; Κρίμα είναι;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Για ποια μιλάς; Γνώρισες καμιά κοπέλα;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Κοπέλα;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Ε, τι γνώρισες; Μπουλντόζα;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Η μεγάλη μου αγάπη είναι η ποίηση. Πόσες φορές να στο πω; Έχω εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές. Είναι θέμα χρόνου, μέχρι να με ανακαλύψουν οι αναγνώστες. Ειδικά η τελευταία μου συλλογή αναμένεται να κάνει θραύση. Ο εκδότης μου είναι σίγουρος.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Ο εκδότης σου είναι σίγουρος γιατί σε μαδάει κανονικά. Δηλαδή, όχι εσένα. Εμένα έχει τσουρομαδήσει όπως τη γριά κότα πριν την κάνουν σούπα.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: (μαζεμένος γιατί βλέπει ότι χάνει τη χρηματοδότηση)

Πατέρα, είσαι άδικος. Άμα σου διαβάσω μερικούς στίχους από ένα τελευταίο ποίημά μου, θα αλλάξεις γνώμη.

 

(Βγάζει την ποιητική του συλλογή από το σακίδιό του, το ανοίγει και αρχίζει να διαβάζει όρθιος. Εν τω μεταξύ η Ντίνα του φέρνει και τον καφέ που είχε παραγγείλει)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Λέγεται: «Ζαρζαβατικούλι μου».

Δεν άντεξα όταν σε είδα/πίσω από τη λαχανίδα

Γλυκούλα σαν μια ντοματούλα/και ζουμερή σαν πατατούλα

Άγρια ήσουν σαν τσουκνίδα/κι αφράτη σαν την κουνουπίδα

 

ΝΤΙΝΑ: Κουνουπίδι λέγεται, όχι κουνουπίδα.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Ποιητική αδεία, αγράμματη, αλλά τι να καταλάβεις εσύ από ποίηση;

ΝΤΙΝΑ: Αν σου φέρω το δίσκο στο κεφάλι να δεις εσύ τι θα καταλάβεις.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Δεν πα να φτιάξεις καμιά σαλάτα λέω εγώ, να λιγδώσει λίγο και το άντερό σου.

 

(Εν τω μεταξύ ο Κώστας, είχε γύρει πάνω στο τραπέζι με τα χέρια του να έχουν αγκαλιάσει το κεφάλι σα να θέλει να προφυλαχτεί από σεισμό. Δεν άντεξε κι έβαλε τα κλάματα. Σκουπίζει τα μάτια του και αρχίζει να μιλάει)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκες, η σχωρεμένη η μάνα σου ονειρευόταν μεγαλεία για σένα. Πως θα γίνεις μεγάλος και τρανός. Σε ήθελε το λιγότερο πρωθυπουργό της Ελλάδας.

(Γυρνώντας προς τη φωτογραφία του Ανδρέα Παπανδρέου σταυροκοπιέται) Μεγάλε Ανδρέα, σχώρα με. Χατίρι δε σου χάλασε ποτέ. Θα το χαλάσεις το παιδί, της έλεγα. Το χαβά της αυτή.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Η μητέρα με αγαπούσε και με πίστευε όσο κανείς άλλος στον κόσμο. Είχε αντιληφθεί από πολύ νωρίς την κλίση μου στην ποίηση.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: (Φασκελώνοντάς τον  και με τα δύο χέρια)

Να, πάρε δέκα Νόμπελ για να ησυχάσεις.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Βλέπεις, εκείνη ήταν από τζάκι. Δε συγχώρεσε ποτέ στον εαυτό της το ότι ερωτεύτηκε εμένα, έναν χασάπη. Προσπάθησα να τη συνεφέρω αλλά δεν έπαιρνε από λόγια. Κι εσύ, βρε παλιοτόμαρο κατάλαβες από νωρίς την αδυναμία που σου είχε και την εκμεταλλευόσουνα μέχρι εκεί που δεν παίρνει.

 

(Ο Δημήτρης κάθεται σε μια καρέκλα και ακούει με σκυφτό το κεφάλι)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Όμως Δημητράκη μου ως εδώ. Δεν αντέχω άλλο. Έστω κι αν είναι αργά, αποφάσισα να το σταματήσω αυτό το παραμύθι. Η χρηματοδότηση κομμένη. Η θα δουλέψεις το μαγαζί ή να αρχίσεις να τρως τις ποιητικές συλλογές σου.

 

(Ο Δημήτρης σηκώνεται. Με σκυφτό το κεφάλι και αργά βήματα, κατευθύνεται προς την πόρτα του καφενείου για να φύγει)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Εντάξει πατέρα, έχεις δίκιο. Φεύγω.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Και που πας;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Πάω να φάω τις ποιητικές μου συλλογές, όπως είπες. Άλλωστε έχω τρεις μέρες να βάλω μπουκιά στο στόμα μου. (Φεύγει τρέχοντας)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Στάσου, μη φεύγεις. Δεν μου απάντησες (Τον ακολουθεί με το γέρικο βηματισμό του. Στο καφενείο επικρατεί απόλυτη σιωπή)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Όσους ανθρώπους πρόλαβα να δω

 Όσους ανθρώπους πρόλαβα να δω

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

ελπίδα1Μακρύ το ταξίδι της ζωής και μαζί τόσο μικρό, αναλογίστηκα σαν ήρθε η ώρα της αναδρομής.

Πόσα είδα και πόσα θα ήθελα να δω μα δεν τα συνάντησα ποτέ!

Κι είδα ανθρώπους να γελάνε ανοίγοντας απλώς το στόμα και δείχνοντας τοα δόντια τους. Σπάραζε η ψυχή τους και η δική μου που έβλεπε το μαρτύριό τους.

Κι είδα ανθρώπους ψεύτες και μοχθηρούς, που τους φοβούνταν ακόμη και τα φίδια, να συναναστρέφονται με ανθρώπους σερνόμενοι σε πατώματα, σοκάκια, δρόμους και γυαλισμένους διαδρόμους.

Κι είδα ανθρώπους, επαναστάτες έλεγαν πως είναι, που ήθελαν ν’ αλλάξουν, τον κόσμο να αναδύουν μούχλα. Κι ευχήθηκα τρομαγμένος να μην το καταφέρουν ποτέ.

Κι είδα ανθρώπους καλοντυμένους να προσκυνούν μες στην εκκλησιά, να αφήνουν πλούσιο οβολό στην άκρη της εικόνας και να φεύγουν. Κι είδα την εικόνα να δακρύζει και τον παπά να πανηγυρίζει για το θαύμα. Νόμισε ο παμπόνηρος πως η εικόνα δάκρυσε από χαρά για τον οβολό. Ούτε που φαντάστηκε πως δάκρυσε από πόνο και θλίψη.

Κι είδα σπίτια ανθρώπων σκέτα παλάτια κι ας μην ήταν βασιλιάδες που ντρέπονταν οι άνθρωποι να μπουν μέσα, μα σαν μπήκαν βγήκαν γεμάτοι ντροπή γι’ αυτά που είδαν μέσα.

Κι είδα σχολεία που θύμιζαν φυλακές και δασκάλους που έμοιαζαν με δεσμοφύλακες. Κι είπα πως το κέρδισαν το παιχνίδι τα τέρατα. Με τέτοια σχολεία την άνοιξη θα φυτρώσουν μόνο αγκάθια.

Κι είδα ανθρώπους που σαν κοιτούσαν στον καθρέφτη εκείνος μαύριζε. Δεν άντεχε την ασχήμια της ψυχής που κουβαλούσαν. Κι είδα τους ίδιους ανθρώπους να στριφογυρίζουν το μαστίγιο της εξουσίας που κρατούσαν και να το κατεβάζουν σε ανυπεράσπιστους ανθρώπους.

Κι είδα τους μαστιγωμένους ανθρώπους να κλαίνε από ευγνωμοσύνη και να ευχαριστούν το Θεό που εξακολουθούσαν και ήταν ζωντανοί. Μάλλον πίστεψαν πως ζωή ήταν το καθημερινό μαστίγωμα.

Κι είδα γιατρούς να θησαυρίζουν από τις αρρώστιες που θεράπευαν και δικηγόρους να πλουτίζουν από τις παρανομίες που υπερασπίζονταν.

Κι είδα ανθρώπους να σπέρνουν την ανισότητα στο όνομα της ισότητας, να κατακρεουργούν τη δημοκρατία στο όνομά της και να παραγγέλνουν σκοτάδι μέρα μεσημέρι.

Κι είδα ανθρώπους να κάνουν το χρήμα Θεό τους, το αφεντικό πατέρα τους και την εταιρία οικογένεια τους.

Κι είδα φτωχούς και κατατρεγμένους, αδικημένους κι άνεργους να φιλούν το χέρι που τους πέταγε ένα ξεροκόμματο. Ήταν το ίδιο χέρι που τους έφερε στην κατάσταση που βρίσκονταν.

Κι είδα ανθρώπους με μόνο ρούχο τους το μίσος που αντάμωναν με τα τσακάλια κι εκείνα κρύβονταν στις τρύπες τους, που δεν άντεχαν το φως γι’ αυτό κυκλοφορούσαν νύχτα και κατά αγέλες.

Κι είδα ανθρώπους να βαδίζουν όρθιοι, όπως ταιριάζει σε ανθρώπους, ακόμη κι όταν οδηγούνταν στην κρεμάλα ή στο απόσπασμα. Και σκύλιαζαν οι δήμιοι και οι εκτελεστές, άφριζαν από τη λύσσα τους που δεν μπόρεσαν ποτέ να ζήσουν το ανθρώπινο μεγαλείο.

Κι είδα ανθρώπους ασήμαντους, τους πιο σημαντικούς της γης, να πιάνουν αγκάθι κι αυτό να γίνεται λουλούδι, να ακουμπάνε το μίσος κι αυτό από ντροπή να γίνεται αγάπη, να σφίγγουν το χέρι του διπλανού τους κι αυτό να γίνεται σιδερένιο.

Κι είδα κι ανθρώπους μικρούς που αποδείχτηκαν τεράστιοι, που πήραν στα χέρια τους τούς τροχούς της Ιστορίας και την πέρασαν ματωμένοι στην απέναντι όχθη, κόντρα στο ρεύμα των εποχών και των συνθηκών.

Αυτοί οι τελευταίοι, οι μικροί κι ασήμαντοι κρατάνε Θερμοπύλες. Όχι σαν τους φημισμένους Σπαρτιάτες αλλά σαν τους άσημους Θεσπιείς που η κουφάλα η επίσημη Ιστορία τους κρατάει άγνωστους μες στους αιώνες.

Αυτούς τους τελευταίους τους μικρούς κι ασήμαντους ζηλεύω και θαρρώ πως δεν είμαι ο μόνος…

 
1 σχόλιο

Posted by στο Οκτωβρίου 19, 2016 in Uncategorized

 

Μικρά παραμύθια για μεγάλους

Μικρά παραμύθια για μεγάλους

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Ο καθηγητής σταμάτησε για λίγο τη διδασκαλία και είπε ένα σύντομο αστείο για να χαλαρώσει κάπως τους μαθητές του.
Αμέσως μετά…
– Πολύ ωραία η μπούζα που φοράτε κύριε, του είπε ένας μαθητής.
– Ευχαριστώ πολύ. Να μου πεις πότε έχεις γενέθλια να σου πάρω μία ίδια, απάντησε εκείνος γελώντας.
– Εγώ θα ήθελα να είχα το μυαλό σας, είπε ένας άλλος.
– Έχεις το δικό σου παιδί μου. Άλλωστε το δικό μου αρχίζει και φυραίνει.
– Εγώ θα ήθελα την καρδιά σας κύριε, είπε ένας τρίτος μαθητής.
Ο καθηγητής, προφασιζόμενος ενόχληση στο μάτι, βγήκε στο διάδρομο. Σκούπισε τα μάτια και έκανε να ξαναμπεί στην αίθουσα.
Δεν κατάλαβε το πόσο ψήλωσε στις λίγες αυτές στιγμές με αποτέλεσμα το κεφάλι του να βρει στο κούφωμα της πόρτας…

 

 

Ήταν μια φορά ένας γονιός που έμαθε στα παιδιά του να μισεί τους ξένους τους ανήμπορους και τους διαφορετικούς.
Τα χρόνια πέρασαν και ο πατέρας μεγάλωσε. Έγινε γέρος άρρωστος κι ανήμπορος.
Τα παιδιά του είχαν μάθει καλά το μάθημα τους και εφάρμοσαν πίστα τις οδηγίες του πατέρα τους.
Τον έδιωξαν από το σπίτι ακολουθώντας τις απόψεις που χρόνια ριζωναν στην κατάμαυρη ψυχή τους.
Ο πατέρας βρέθηκε από περαστικούς ξεπαγιασμένους κάποιο χειμωνιάτικο βράδυ στο παγκάκι ενός πάρκου.
Κανείς δεν τον αναζήτησε.
Κανείς δεν έκλαψε για κείνον εκτός από το αδέσποτο σκυλί που του έκανε παρέα τους τελευταίους μήνες.

 
– Δεν θέλω να με φοβίζεις ούτε να σε τρομάζω. Αγάπη θέλω να δίνω και να παίρνω. Να αναπνέω την ανάσα σου και να ανασαίνω μαζί σου.
– Μου ζητάς πολλά. Έτσι δεν θα μείνει ανάσα για μένα.
– Θαρρείς πως δεν το ξέρω οτι σε τούτο τον κόσμο μοιάζω σαν από άλλο πλανήτη μακρινό κι ανεξερεύνητο; Στην πρώτη ευκαιρία θα φύγω και θα πάω στον κόσμο μου.
– Και τότε ποιος θα ανασαίνει μαζί μου;
– Γίνε ο κόσμος μου για να μείνω!

 
– Κάθε φορά που κοιτάς το ηλιοβασίλεμα σε πιάνει θλίψη. Είναι επειδή αφήνεις πίσω σου άλλη μια μέρα?
– Όχι, δεν είναι γι΄αυτό.
– Τότε?
– Είναι για την ανατολή της αυριανής μέρας.
– Δηλαδή?
– Φοβάμαι μην κυλήσει αύριο η μέρα δίχως φως και ήχους, δίχως χρώματα και μουσικές. Βουβή, γκρίζα και κρύα. Φοβάμαι μην κυλήσει χωρίς να τη ζήσω.

 
– Μου είπες πως θα μου μάθεις να διαβάζω τα βλέμματα. Πες μου τι πρέπει να κάνω και θα το κάνω.
– Πρέπει πρώτα να πλύνεις την ψυχή σου με δάκρυα, να τη λούσεις με γέλια και να τη στεγνώσεις με τα φύλλα της καρδιά σου.
– Και μετά θα μπορώ τα βλέμματα να διαβάζω χωρίς να χρειάζεται να μιλούν τα χείλη?
– Ναι και τότε αλίμονό σου!
– Γιατί?
– Γιατί θα ακούς λέξεις που δεν θα ήθελες να ακούσεις και που ίσως δεν θα είχαν ειπωθεί ποτέ. Θα μαθαίνεις αλήθειες πικρές που θα σε κάνουν να πεθαίνεις σιγά-σιγά σαν το δηλητήριο. Επιμένεις?
– Επιμένω. Πιο καλά να χάνεσαι μες στην αλήθεια παρά να υπάρχεις ανασαίνοντας το ψέμα.

 
– Για κοιτάξτε με. Είμαι κομψός, ωραίος, καλοντυμένος. Είμαι διευθυντής, βουλευτής, υπουργός, εξουσιάζω υφισταμένους.
– Κάτω από το ύφος και τα ρούχα τι κρύβεις? Την εξουσία που κάποιοι σου τι χάρισαν και κάποιοι την ανέχονται μπορεί αύριο να τη χάσεις και χωρίς αυτήν θα νιώθεις ένα τίποτα γιατί το τίποτα δεν μπορεί να νιώσει τίποτε άλλο.
– Θα σε συντρίψω για όσα λες.
– Πάλι τίποτα θα νιώσεις. Το τίποτα είναι γραφτό να μένει τίποτα. Εσύ θα συντριβείς.

 
Ξάπλωσε δίπλα της την ώρα που εκείνη κοιμόταν. Μετρούσε τις αναπνοές της και τις ένιωθε δικές του.
Σαν ξύπνησε και την αντίκρισε διάβασε στα μάτια της το όνειρο που είδε και τρόμαξε.
Το πήρε απόφαση. Δεν θα την άφηνε να ξαναδεί άσχημο όνειρο. Μπορούσε πια να το πετύχει κι αυτό για χάρη της.
Το τελευταίο πλέον που του έμενε να καταφέρει ήταν να αναπνέει για κείνη.

 
– Δεν καταλαβαίνεις ότι η αγάπη σου με πνίγει? του είπε.
– Πόσο θα ήθελα να νιώσω μια φορά να πνίγομαι από τη δική σου αγάπη κι ας ήταν η τελευταία μου, της απάντησε και πήρε το δρόμο της φυγής χωρίς επιστροφή.

 
Του είπαν πως δεν βλέπει και παραδέχτηκε ότι είναι τυφλός. Έβλεπε καλύτερα κι από γεράκι.
Του είπαν πως δεν ακούει και παραδέχτηκε πως είναι κουφός. Άκουγε καλύτερα κι από δελφίνι.
Του είπαν πως δε νιώθει. Εκεί λύγισε. Γονάτισε και ξέσπασε σε κλάματα. Η καρδιά του δεν το άντεξε κι έσπασε. Τον βρήκαν την άλλη μέρα δίπλα σε μια τριανταφυλλιά να έχει κλεισμένη στη χούφτα του μια φωτογραφία. Είχε πάψει να ανασαίνει.

 

 

 

 

Ετικέτες: , , ,

Fascismo

Fascismo

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

φασισμόςΘα ήθελα, ξεκινώντας, να υπενθυμίσω κάποιους γνωστούς στίχους που αναφέρονται στο φασισμό.

Οι ρίζες του το σύστημα αγκαλιάζουν/και χάνονται βαθιά στα περασμένα

Οι μάσκες του με τον καιρό αλλάζουν/μα όχι και το μίσος του για μένα

Πρόκειται, νομίζω για την πιο άρτια και σύντομη περιγραφή του φασισμού και των φασιστών.

Ο καπιταλισμός, ιδιαίτερα στις κρίσεις του, δεν μπορεί χωρίς το φασισμό αλλά και ο φασισμός συνδέεται μέσω ομφάλιου λώρου με τον καπιταλισμό και τους καπιταλιστές.

Ίσως να αρκούσε το να σταθούμε στην απευθείας χρηματοδότηση των φασιστικών και ναζιστικών κομμάτων από τους ίδιους τους καπιταλιστές και τα πιο σκοτεινά παρακλάδια του.

Ίσως, πάλι, το προηγούμενο να ήταν αρκετό για να θέσει τους εργαζόμενους και τη νεολαία απέναντι από το φασισμό.

Όμως, η κατά καιρούς άνοδος της επίδρασης των φασιστικών ιδεών, όπως και στις μέρες μας και η αποδοχή τους από ανθρώπους που αντικειμενικά θα έπρεπε να τον αντιπαλεύουν, μας αναγκάζει να σταθούμε στα αίτια που οδήγησαν και μπορεί να οδηγήσουν στο μέλλον, στην αύξηση της επίδρασης του φασισμού στα μυαλά και στις ψυχές των ανθρώπων και ειδικότερα των νέων.

Ποιος δεν θυμάται πριν από καιρό τα ρατσιστικά ανέκδοτα που «κοσμούσαν» ακόμη και σελίδες «έγκυρων και αδέσμευτων» εφημερίδων; Όποιος θεωρεί ότι υπήρξαν «αθώα» και ανώδυνα κάνει μεγάλο λάθος καθώς, λειτουργώντας με τον ίδιο τρόπο, αυτόν της επανάληψης, όπως και μια διαφήμιση, βοήθησαν στο να διαμορφωθεί σε πάρα πολλούς η άποψη ότι κάποιοι άνθρωποι είναι κατώτεροι λόγω εθνότητας, λόγω χρώματος ή λόγω κάποιας ιδιαιτερότητας. Πρόκειται για ένα από τα βασικά «πιστεύω» των φασιστών, αυτό της φυλετικής ανωτερότητας.

Θα θυμάστε, ίσως το πρωτοσέλιδο στην εφημερίδα του γνωστού «κομιστή των DVD» στο οποίο γινόταν συγκριτική αναφορά στο πόσο κοστίζει στο ελληνικό κράτος ένας μετανάστης, από τη μία και ένας έλληνας ασθενής, από την άλλη. Το κατάπτυστο μήνυμα, πέρασε και φώλιασε στο πίσω μέρος του εγκεφάλου πολλών αναγνωστών: Κόβονται χρήματα από την υγεία γιατί δίνονται στους μετανάστες. Άρα οι μετανάστες φταίνε για τα χάλια στα νοσοκομεία. Ό,τι καλύτερο για να ενισχυθεί το μίσος και η ξενοφοβία.

Δεν μας είπε όμως ο «κομιστής», τα 600 δις ευρώ που αναπαύονται στις ελβετικές τράπεζες από πού κόβονται; Ούτε για τα θαλασσοδάνεια, ούτε για την φορολογική ασυλία των εφοπλιστών και των καναλαρχών.

Μήπως όμως ξεχνιέται η δήλωση του πονόψυχου μέχρι δακρύων, Λοβέρδου, όταν χαρακτήριζε τους μετανάστες στο κέντρο της Αθήνας ως «υγειονομική βόμβα έτοιμη να εκραγεί» και τη χρυσή αυγή ως «γνήσιο κόμμα ακτιβιστών»;

Μέχρι και ο Σαμαράς συμμετείχε στην προπαγάνδα αυτού του είδους, όχι μόνο προσφέροντας τη φιλία του στον Μπαλτάκο, έμπιστο συνομιλητή των χρυσαυγιτών, αλλά δηλώνοντας κι εκείνο το περίφημο: «1.500.000 άνεργοι, 1.500.000 μετανάστες». Κι εδώ το μήνυμα είναι σαφές: Η ανεργία οφείλεται στους μετανάστες που παίρνουν τις δουλειές από τους Έλληνες εργαζόμενους.

Προφανώς, πάει ο μετανάστης στον εργοδότη και τον εξαναγκάζει, να απολύσει τον Έλληνα και να προσλάβει εκείνον με πολύ λιγότερα χρήματα, για περισσότερες ώρες δουλειάς και χωρίς ασφάλιση. Τι να κάνει και ο εργοδότης, κάποια στιγμή αναγκάζεται, κάτω από την πίεση του μετανάστη, να υποκύψει.

Μάλλον ξέχασε ο πρωθυπουργός μας ότι μετά την υπεραξία η μεγαλύτερη «εφεύρεση» των καπιταλιστών είναι η ανεργία όπως ξέχασε επίσης ότι εκεί γύρω στα 1990 αυτός ήταν που άνοιξε τα σύνορα προς τα «αδέρφια μας» για να συμπιεστούν τα μεροκάματα και να μπορέσουμε να πιάσουμε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, που ήταν απαραίτητοι για να μπορέσουμε να μπούμε στη φάκα του ευρώ.

Αν προσθέσουμε και τα ΜΜΕ, που έσπευδαν να χρεώσουν κάθε εγκληματική πράξη σε αλλοδαπούς τότε δεν πρέπει να μας παραξενεύει το γεγονός ότι ενέργειες όπως ο «Ξένιος Δίας» της αστυνομίας και οι επιθέσεις των φασιστών  σε ανυπεράσπιστους ξένους έβρισκαν αρκετούς υποστηρικτές.

Το μίσος είχε ήδη φωλιάσει σε πάρα πολλούς ανθρώπους. Αναμενόμενη η αποθράσυνση της χρυσής αυγής με ότι ακολούθησε μέχρι τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

Αργότερα είχαμε την εμφάνιση της θεωρίας των δύο άκρων η οποία δεν είναι καινούργια. Έχει τις ρίζες της στον προηγούμενο αιώνα και αποσκοπεί, από τη μια στο να απενοχοποιήσει το φασισμό και τις πρακτικές του και από την άλλη να εξισώσει τους φασίστες με τους κομμουνιστές και όλους όσοι αγωνίστηκαν και αγωνίζονται ενάντια στην καταπίεση και την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Αξίζει τον κόπο να δούμε πώς η φασιστική προπαγάνδα διαχεόταν με ύπουλο τρόπο στα χρόνια της ναζιστικής Γερμανίας, μέσω των σχολικών βιβλίων, χρησιμοποιώντας απλά εργαλεία όπως, για παράδειγμα, τα προβλήματα των μαθηματικών:

[Το να συντηρηθεί ένα νοητικά ανάπηρο άτομο, κοστίζει περίπου 4 μάρκα την ημέρα. Υπάρχουν 300.000 νοητικά καθυστερημένα άτομα για φροντίδα. Πόσο κοστίζουν συνολικά αυτά τα άτομα; Πόσα επιδόματα γάμου των 1.000 μάρκων θα μπορούσαν να δοθούν με τα ίδια χρήματα;] 1

[Ένα βομβαρδιστικό αεροπλάνο κατά την απογείωσή μεταφέρει 12 ντουζίνες βόμβες, η κάθε μία από τις οποίες ζυγίζει 10 κιλά. Το αεροσκάφος απογειώνεται για τη Βαρσοβία, το διεθνές κέντρο του Ιουδαϊσμού. Βομβαρδίζει την πόλη. Κατά την απογείωση, με όλες τις βόμβες και γεμάτη τη δεξαμενή με 100 κιλά καυσίμων, το αεροσκάφος ζύγιζε 8 τόνους περίπου. Όταν επιστρέφει από τη σταυροφορία υπάρχουν ακόμη 230 κιλά υλικού. Ποιο είναι το βάρος του αεροσκάφους όταν είναι άδειο;] 2

Όσο αληθινά είναι τα προηγούμενα άλλο τόσο αλήθεια είναι πως ο φασισμός και οι φασίστες πνίγονται στο φως που σκορπίζει ο πολιτισμός, η κοινωνική αλληλεγγύη, η αποκάλυψη του σάπιου συστήματος και οι αγώνες για την ανατροπή του. Δεν είναι τυχαίο πως τα μόνα μνημεία που έχουν αφήσει στο πέρασμά τους είναι ερείπια, στρατόπεδα συγκέντρωσης, κρεματόρια και ομαδικοί τάφοι.

Όσοι αγωνίζονται για την απελευθέρωση του ανθρώπου από κάθε είδους καταπίεση, όσοι παλεύουν για να μπορούν οι άνθρωποι να αναπτύσσουν ελεύθερα τα ταλέντα και τις ικανότητές τους, όσοι επιδιώκουν το να έχουν όλοι τη δυνατότητα να χαίρονται τη ζωή και όχι να αργοπεθαίνουν καθημερινά στη μάχη για επιβίωση, είναι εξ ορισμού ορκισμένοι εχθροί των φασιστών.

Όσοι επιδιώκουν τον εξανθρωπισμό κάθε ανθρώπινης οντότητας θα είναι πάντα αντίπαλοι των φασιστών καθώς ο φασισμός, στην εφαρμογή του, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του Χίτλερ όταν απευθυνόταν στη νεολαία, επιδιώκει τη μετατροπή του ανθρώπου σε αδίστακτο σαρκοφάγο αρπακτικό, χωρίς ευαισθησίες, χωρίς ανάγκη μόρφωσης.

[Μια βίαιη, δραστήρια, κυριαρχική, ατρόμητη, σκληρή νεολαία-αυτήν θέλω. Η νεολαία πρέπει να είναι όλα αυτά τα πράγματα. Πρέπει να αδιαφορεί για τον πόνο. Να μην έχει αδυναμία ή ευαισθησία μέσα της. Θέλω να δω για μια ακόμη φορά στα μάτια της τη λάμψη της υπερηφάνειας και της ανεξαρτησίας του σαρκοβόρου αρπακτικού…Μ’ αυτόν τον τρόπο θα εξαλείψω χιλιάδες χρόνια ανθρώπινης εξημέρωσης…Δεν θα προσφέρω πνευματική κατάρτιση. Η γνώση είναι καταστροφή για τους νέους άνδρες μου]  3

Στα χρόνια των μνημονίων και της βαθιάς κρίσης του καπιταλισμού, τα τσοπανόσκυλα του συστήματος εγκατέλειψαν τις φιλολαϊκές ρητορείες, και έδειξαν το πραγματικό τους πρόσωπο. Ψήφισαν κάθε νόμο των μνημονίων που στόχευαν στη μεγιστοποίηση του κέρδους, στην δουλοποίηση των εργαζομένων και στην αύξηση του αυταρχισμού και του φόβου.

Δρώντας, είτε μόνοι τους είτε δίπλα στις κρατικές δυνάμεις βίας και καταστολής βρέθηκαν απέναντι στους απεργούς της χαλυβουργίας, σύμμαχοι των εργοδοτών, κυνήγησαν και χτύπησαν διαδηλωτές παρέα με τα ΜΑΤ και τους ασφαλίτες, τραυμάτισαν και σκότωσαν ανυπεράσπιστους μετανάστες μέχρι που έφτασαν στη προμελετημένη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

Απευθυνόμενοι σε ανώριμες ταξικές συνειδήσεις, ανιστόρητα μυαλά και μαυρισμένες ψυχές θέλησαν να απλώσουν το μαύρο σύννεφο του φόβου σ’ ολόκληρη την κοινωνία και κυρίως τη νεολαία.

Δυστυχώς ο φασισμός δεν αντιμετωπίζεται μόνο με καλές προθέσεις και ευχολόγια. Θα μαραζώνει τόσο πιο πολύ όσο θα αποκαλύπτονται οι πραγματικές αιτίες της ανεργίας, της φτώχειας και της εξαθλίωσης. Θα συρρικνώνεται τόσο πιο πολύ όσο θα εντείνεται η πάλη για την ανατροπή του σάπιου καπιταλιστικού συστήματος. Θα αποδυναμώνεται τόσο πιο πολύ όσο δυναμώνει η αντίσταση ενάντια στο φόβο, τον αυταρχισμό και τα μέτρα καταστολής. Θα χάνει τόσο πιο πολλούς υποστηρικτές όσο οι άνθρωποι με τη μόρφωσή τους θα μπορούν να εξηγούν τα όσα παθαίνουν και να ανακαλύπτουν τους νόμους που διέπουν τη φύση και τις κοινωνίες.

Γι’ αυτό σήμερα, ο αγώνας ενάντια στη διάλυση της δημόσιας δωρεάν παιδείας και υπέρ της πραγματικής μόρφωσης όλων των νέων χωρίς περιορισμούς και αποκλεισμούς που να οφείλονται σε οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους ή σε λόγους υγείας, είναι περισσότερο παρά ποτέ και αγώνας ενάντια στο φασισμό.

Οι παραπομπές 1,2,3 περιλαμβάνονται στο βιβλίο:

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΑΖΙΣΤΙΚΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ

Του Άγγελου Παληκίδη, εκδόσεις: ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ

 
Σχολιάστε

Posted by στο Οκτωβρίου 4, 2016 in Uncategorized

 

Ετικέτες: , , , ,

Τι να πω στην Άννα; Δυστυχώς ακόμη επίκαιρο!

Τι να πω στην Άννα;

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Δεν αναφέρομαι στην Άννα Διαμαντοπούλου, ούτε στην Άννα Νταλάρα, ούτε στην Άννα Βίσση ούτε σε κάποια άλλη «διασημότητα».

Αναφέρομαι στην Άννα, την παλιά μου μαθήτρια που ξανασυνάντησα πρόσφατα με τη βοήθεια της κοινωνικής δικτύωσης, την μονάκριβη για τους δικούς της ανθρώπους, για τους συγγενείς και τους φίλους της.

Την Άννα με το κοφτερό μυαλό, με τη ματιά που σε αφόπλιζε, με το ανήσυχο πνεύμα και με τα δυο της φτερά έτοιμα να πετάξει.

Δυο χρόνια αγωνίστηκε, κουράστηκε και μόχθησε, όπως και χιλιάδες άλλοι συνομήλικοί της, για να μπει στη σχολή που της άρεσε, την ΑΣΟΕΕ, ώστε να μπορέσει να σπουδάσει και να ασχοληθεί με το αντικείμενο που της άρεσε, τις οικονομικές επιστήμες. Ήταν τότε και η εποχή που τα λεγόμενα οικονομικά επαγγέλματα ήταν περιζήτητα στην «αγορά εργασίας».

Πέρασαν περίπου οχτώ χρόνια από τότε που τελείωσε το σχολείο, όμως το μήνυμα που μου έστειλε δεν ήταν και τόσο ελπιδοφόρο.

«Δάσκαλε! Να βρεθούμε για έναν καφέ να τα πούμε γιατί τέλος Αυγούστου θα περάσω τα εθνικά σύνορα και δεν ξέρω πότε θα γυρίσω…»

Ποιος μπορεί να με συμβουλεύσει τι να πω στην Άννα;

Να της πω ότι έκανε πολύ καλά που διάλεξε να πάει σε άλλο ουρανό να ανοίξει τα φτερά της γιατί στον δικό μας ίσως και να μην είχε την ευκαιρία να τα ανοίξει ποτέ; Και τα φτερά σαν δεν ανοίγουν, γίνονται ατροφικά και άχρηστα για το σκοπό που δημιουργήθηκαν. Όπως τα φτερά των πουλιών που είναι χρόνια κλεισμένα στο κλουβί. Τα πουλιά αυτά μπορεί να συνεχίζουν να κελαηδούν, έχουν ξεχάσει όμως να πετάνε. Και τι σόι πουλί είναι αυτό που έχει ξεχάσει να πετάει;
Να της πω να μείνει εδώ και να παλέψει, να αγωνιστεί; Ακόμη και αν υπάρχει κίνδυνος να μην μπορέσει ποτέ να πετάξει;

Με ποιους να παλέψει και για ποιους να αγωνιστεί; Με αυτούς που επικροτούν ακόμα και τώρα τους υπεύθυνους της σημερινής κατάστασης; Γι’ αυτούς που τόσα χρόνια αγόραζαν μισοτιμής τα όνειρα και τις ελπίδες για να τα κάνουν πλούτο και χλιδή προσωπική;

Λένε συχνά οι «υπεύθυνοι» και οι «σοφοί» πως τάχα δεν πρέπει να ρωτάς τι κάνει η πατρίδα για σένα αλλά τι κάνεις εσύ για την πατρίδα. Ας αναρωτηθούν όμως κάποια στιγμή αυτοί που θα έπρεπε να αναρωτηθούν, τι έκανε η πατρίδα για την Άννα και για κάθε άλλον νέο σαν την Άννα;Σάμπως η μετανάστευση των νέων σε άλλους τόπους δεν αποτελεί έμμεση θυσία γι’ αυτή την έρημη την πατρίδα που τη θυμούνται όποτε τους συμφέρει και την ξεχνάνε αμέσως μετά πάλι επειδή τους συμφέρει;

Τι να πω στην Άννα; Ειλικρινά δεν ξέρω!

Σήμερα ανακοινώνονται οι βαθμοί των παιδιών που έδωσαν πανελλήνιες εξετάσεις! Η σημερινή μέρα χαράς, για όσους πήγαν καλά, θα μετατραπεί σε λίγα χρόνια σε μέρα μεγάλου προβληματισμού και περισυλλογής όταν θα πάρουν το πτυχίο τους. Βλέπετε ζούμε στην εποχή της «διά βίου μάθησης» της «απασχόλησης» και κατά συνέπεια του «όπου γης και πατρίς».

Κάθε σπίτι πλέον έχει το δικό του άνθρωπο, το δικό του μετανάστη που άνοιξε ή ετοιμάζεται να ανοίξει τα φτερά του σε άλλους ουρανούς μακριά από τον δικό μας καθώς, απ΄ότι φαίνεται τον  δικό μας ουρανό φροντίζουν οι «υπεύθυνοι» να τον διατηρούν «καταγάλανο» μόνο για τους τουρίστες.

Μάλλον το καλύτερο που έχω να πω στην Άννα είναι τούτο:

«Να είσαι πάντα χαρούμενη εκεί που θα πας και να προσέχεις τις πτήσεις σου. Ούτε πολύ χαμηλά και σου βρέξει το κύμα τα φτερά, ούτε πολύ ψηλά και σου τα κάψει ο ήλιος»

 
1 σχόλιο

Posted by στο Ιουλίου 15, 2016 in Uncategorized

 

Σας παρακαλώ μη μου ζητάτε το αδύνατο

Σας παρακαλώ μη μου ζητάτε το αδύνατο

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 Προσπάθησα να μετρήσω την απουσία της με το χρόνο, μα δεν κυλούσαν τα λεπτά και οι ώρες χάθηκαν από κάθε διάσταση. Σταμάτησε ο χρόνος και με κοιτούσε.

– Τι προσπαθείς να κάνεις; μου είπε. Δεν είμαι ο κατάλληλος εγώ για να μετρήσω την απουσία της. Δεν γίνεται να συγκριθώ μαζί της.

 

Μετά, δοκίμασα με το νυχτερινό ουρανό καθώς λένε πως είναι άπειρος. Κάθε αστέρι και μια σκέψη. Πού είναι; Πώς είναι; Χαμογελάει; Πέφτουν οι μπούκλες της έτσι όμορφα κι ανέμελα μπρος τα μάτια της; Δώσε μου αστέρι λίγο από το φως σου να το στείλω πάνω της να μου επιστρέψει την εικόνα της.

– Τι προσπαθείς να κάνεις; μου είπε. Θες να με καταστρέψεις; Αν μου στείλει το φως της θα με κάψει. Έτσι δεν έκαψε κι εσένα;

– Δε με νοιάζει που μ’ έκαψε, απάντησα. Προτιμώ τη φωτιά της από το κρύο της απουσίας της. Το έχεις νιώσει αυτό το κρύο; Μην το νιώσεις ποτέ. Προτιμώ το φως της κι ας με καίει.

 

Τέλος, δοκίμασα με τα τραγούδια. Κάθε τραγούδι και μια εικόνα. Χαρά, λύπη, θλίψη, έρωτας, αγάπη. Όλα τα τραγούδια εκείνη. Κάθε νότα και μια απορία ανυπόφορη. Είναι καλά; Κι αν είναι λυπημένη;

Μακάρι να γελάει κι ας μην αντέχω που δεν βλέπω το γέλιο της.

– Τι προσπαθείς να κάνεις; μου είπαν οι στίχοι του τραγουδιού. Δεν μπορούμε, δεν γίνεται να μιλήσουμε για την απουσία της. Γράψε εσύ αν μπορείς στίχους να περιγράφουν το κενό σου σαν λείπει.

– Μα δεν γίνεται, απάντησα. Δεν ξέρω τόσες λέξεις. Δεν ξέρω τέτοιες λέξεις. Πώς να τις εφεύρω; Το μυαλό μου σταματάει στη σκέψη της.

– Δεν φοβάσαι που την αγαπάς τόσο; μου είπαν. Δεν φοβάσαι μήπως την πνίξεις;

– Δεν ξέρω αλλιώς, απάντησα. Δεν θέλω αλλιώς, δεν μπορώ αλλιώς. Μα, αν είναι να την πνίξω, θα γίνω στεριά για να πατήσει, θα γίνω αέρας για να ανασάνει, θα γίνω λίγο από το κόκκινο των χειλιών της, λίγο από το πράσινο των ματιών της, θα γίνω βράχος για να ξαποστάσει και ήλιος για να στεγνώσει.

Μα, δεν μπορώ αλλιώς, δεν μπορώ πιο λίγο.

Σας παρακαλώ, μη μου ζητάτε το αδύνατο…

 

Ετικέτες: , , , ,

Αλήθειες;

«Ανάμεσα στο <αισθάνομαι> και στο <καταλαβαίνω> προτιμώ το <αισθάνομαι>»

 

«Οι αυτόφωτοι άνθρωποι συνήθως κινούνται αθόρυβα και σεμνά. Οι ετερόφωτοι γυροφέρνουν κομπάζοντας για το ξένο φως που εκπέμπουν»

 

«Τρομάζω στη σκέψη ότι οι άνθρωποι θα πάψουν να κάνουν λάθη. Τελικά οι άνθρωποι είναι τα λάθη τους. Είναι όσα διόρθωσαν και όσα δεν μπόρεσαν να διορθώσουν.»

 

 

«Χειρότερη από όλες τις φυλακές είναι αυτή που έχει φτιάξει κάποιος με το καλάμι που έχει καβαλήσει»

 

‘’Σαν μετρήσεις τις μέρες που έζησες να βγάλεις από το μέτρημα τις μέρες που δεν ένιωσες αγάπη.’’

 

‘’Όσοι απειλούν με μαχαίρια και πιστόλια παριστάνοντας τους άντρες είναι βέβαιο ότι τα παντελόνια που φορούν στερούνται ουσιαστικού περιεχομένου και το κρανίο τους είναι έτοιμο νσ σπάσει λόγω υποπίεσης.’’

 

Κοιτάζοντας σήμερα έναν φοβισμένο μαθητή βλέπω έναν αυριανό δουλικό πολίτη. Ρωτάτε αν ντρέπομαι? Ντρέπομαι ακόμη και να απαντήσω…

 

«Δε θα νιώσεις ποτέ τη ζεστασιά του ήλιου αν κρύβεσαι στη σκιά επειδή φοβάσαι μην καείς.»

 

«Όταν οι λίγοι γεμίζουν τις τσέπες τους με χρυσάφι βουτηγμένο στο αίμα δε μένει στους πολλούς παρά να γεμίσουν τις τσέπες τους με πέτρες βουτηγμένες στο δίκιο.»

 

«Όταν ακούς ότι ένας ιδιώτης ζητάει 10 εργαζόμενους να θυμάσαι πως θέλει απλά 10 ανθρώπους για να του αυξήσουν κι άλλο την περιουσία του χωρίς ο ίδιος να ιδρώσει»

 

C.K

 

Ετικέτες: , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: