RSS

Author Archives: kyrgiakischristos

About kyrgiakischristos

Ονομάζομαι Χρήστος Κυργιάκης. Γεννήθηκα στο Σταυρό Καρδίτσας ,ένα καμποχώρι φιλόξενο και ήσυχο που βρίσκεται 4 περίπου χιλιόμετρα έξω από την πόλη της Καρδίτσας από δύο γονείς,τον Επαμεινώνδα και τη Βαϊα τους οποίους πάντα θα θυμάμαι και θα αγαπώ. Εκεί τελείωσα το 4θέσιο δημοτικό σχολείο και στη συνέχεια φοίτησα στο 1ο Γυμνάσιο και κατόπιν στο 1ο Λύκειο Καρδίτσας. Το 1986 πέρασα στο Φυσικό Αθήνας με πανελλήνιες εξετάσεις (20ος) και κατέβηκα στην Αθήνα γεμάτος όνειρα με την ελπίδα να βοηθήσω κι εγώ ώστε ο κόσμος να γίνει πιο δίκαιος. Εξακολουθώ ακόμη να το ελπίζω και να κάνω ότι μπορώ προς αυτή την κατεύθυνση. Τελειώνοντας τις σπουδές και μετά το στρατιωτικό,ασχολήθηκα με τα φροντιστήρια και με τη συγγραφή βοηθημάτων φυσικής με αποκλειστικό σκοπό να βοηθήσω τα τους μαθητές στην προσπάθεια που κάνουν για να κατακτήσουν τη γνώση. Τα τελευταία 8 χρόνια υπηρετώ στη δημόσια εκπαίδευση την οποία πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω, ως αναπληρωτής για 4 χρόνια και ως μόνιμος τα υπόλοιπα. Από το 1994 είμαι παντρεμένος με τη Φωτεινή με την οποία αποκτήσαμε τέσσερα παιδιά,τέσσερα αστέρια στον προσωπικό μας ουρανό. Αυτά για αρχή.........................

Τι είναι η πατρίδα Σάββα; – Η μητέρα τού λοχία, κυρ λοχαγέ

Τι είναι η πατρίδα Σάββα; – Η μητέρα τού λοχία, κυρ λοχαγέ

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Ο διάλογος που ακολουθεί αποτελεί απόσπασμα πραγματικής μαρτυρίας ενός πρόσφυγα από τη Μικρά Ασία που υπηρέτησε στον τούρκικο στρατό.

Ο λοχαγός του τούρκικου στρατού απευθύνεται στους νεοσύλλεκτους κάνοντας ερωτήσεις διαγνωστικού χαρακτήρα. Ανάμεσά τους βρίσκονται και αρκετοί φαντάροι ελληνικής καταγωγής.

– Τι είναι η πατρίδα Βαγγέλη; Το βλέμμα του Βαγγέλη γυρνάει αμήχανα αναζητώντας μάταια την απάντηση.

– Τι είναι η πατρίδα Μουράτ; Ούτε τώρα υπήρξε απάντηση.

– Τι είναι η πατρίδα Οκάν;

– Δεν ξέρω κύριε λοχαγέ.

Ο λοχαγός απευθύνεται στο λοχία για να σώσει την κατάσταση.

– Τι είναι η πατρίδα λοχία;

– Η μητέρα μου κύριε λοχαγέ.

Σίγουρος πια, ο λοχαγός, απευθύνεται στον Σάββα.

– Τι είναι η πατρίδα Σάββα;

– Η μητέρα τού λοχία, κυρ λοχαγέ;

Όταν αργότερα στη μικρασιατική καταστροφή ο Σάββας άκουγε τους άλλους Έλληνες να λένε πως θα πάνε στην «πατρίδα» σκεφτόταν πώς θα μπορούσε η μητέρα του λοχία να τους φιλοξενήσει όλους.

Φτάνοντας στον Πειραιά, λύθηκε η παρεξήγηση. Όμως για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του έβλεπε να γίνονται πράγματα άσχημα «για το καλό της πατρίδας».

Οι επόμενες γενιές των Ελλήνων μάθαιναν από τον εκάστοτε «λοχία» πως έπρεπε κάθε φορά να πληρώνουν τη νύφη, «για το καλό της πατρίδας».

Μας στρίμωξαν στην, όπως αποδείχτηκε, μέγγενη της ΕΟΚ, για το καλό της πατρίδας.

Ανάγκασαν τους αγρότες να ξεριζώνουν τα σπαρτά τους, μαζί και τις καρδιές τους, και να θάβουν τις σοδειές τους, μαζί και την ελπίδα τους, για το καλό της πατρίδας.

Εξώθησαν τους ψαράδες να σπάνε τις βάρκες τους και μετά να τις καίνε, μαζί και τα όνειρά τους, για το καλό της πατρίδας.

Ξεπούλησαν τις κρατικές τράπεζες, για το καλό της πατρίδας.

Μετέτρεψαν σιγά σιγά τις απεργίες σε πράξεις παράνομες, για το καλό της πατρίδας.

Μετέτρεψαν τις συνδικαλιστικές οργανώσεις σε παραμάγαζα του πολιτικού συστήματος, για το καλό της πατρίδας.

Ξεπούλησαν τις κερδοφόρες δημόσιες επιχειρήσεις, για το καλό της πατρίδας.

Μας, έχωσαν στη ζώνη του ευρώ, πραγματοποιώντας σε μία νύχτα τεράστια ανακατανομή πλούτου χρησιμοποιώντας ως δούρειο ίππο τη μετατροπή της δραχμής σε ευρώ, για το καλό της πατρίδας.

Έδωσαν το χαριστικό χτύπημα στα εισοδήματα των πολιτών, με τη φούσκα του χρηματιστηρίου, για το καλό της πατρίδας.

Κατέκλεψαν τα ασφαλιστικά ταμεία και τα δημόσια νοσοκομεία, για το καλό της πατρίδας.

Έφαγαν μέχρι σκασμού δημόσιο χρήμα και δημόσια γη με τις ευλογίες «μοναχών», «κουμπάρων», «φίλων» και «συγγενών», για το καλό της πατρίδας.

Υποθήκευσαν τα σπίτια μας στο τραπεζικό κέρδος, για το καλό της πατρίδας.

Μετέτρεψαν το νόμιμο σε ηθικό, τη λαμογιά σε ευφυΐα και την κουτοπονηριά σε μαγκιά, για το καλό της πατρίδας.

Κατέστρεψαν τις ζωές μιας ολόκληρης γενιάς, φέρνοντας στο καθιστικό μας την τρόικα, για το καλό της πατρίδας.

Μας βάζουν να δανειζόμαστε από τους διεθνείς «νόμιμους» τοκογλύφους, για το καλό της πατρίδας.

άρπαξαν μισθούς, συντάξεις, επιδόματα, δώρα, συμβάσεις και ετοιμάζονται να κάνουν άλλα τόσα, για το καλό της πατρίδας.

Καταστρέφουν μέρα με τη μέρα, τη δημόσια παιδεία και τραυματίζουν θανάσιμα τη δημόσια υγεία, για το καλό της πατρίδας.

Χαρίζουν δισεκατομμύρια ευρώ σε φοροφυγάδες και σε εργοδότες που δεν πληρώνουν τις ασφαλιστικές τους εισφορές, για το καλό της πατρίδας.

Σχεδιάζουν το μέλλον των παιδιών μας με τη «διά βίου μάθηση» σαν να είναι ανταλλακτικά της κερδοφόρας μηχανής των αφεντικών, για το καλό της πατρίδας.

Σκοτώνουν εμάς και τα παιδιά μας για το καλό της πατρίδας.

Μήπως μας έχουν κάνει πάρα πολλά; Μήπως πρέπει να πούμε: «ως εδώ;»

Μάλλον ήρθε η ώρα να πάρουμε εμείς οι ίδιοι τις τύχες στα χέρια μας.

Μάλλον ήρθε, επιτέλους, η στιγμή να κάνουμε κάτι, όχι «για το καλό της πατρίδας» αλλά κάτι καλό «για την ίδια την πατρίδα».

Πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα, πατρίδα είναι οι άνθρωποι, είναι όλοι αυτοί που παράγουν και έχουν δικαίωμα να απολαμβάνουν, είναι όλοι αυτοί που μια ζωή έδιναν για το καλό της πατρίδας και τώρα πρέπει η πατρίδα να τους ανταποδώσει το καλό αυτό.

Πατρίδα δεν είναι μια χούφτα αρπακτικών αφεντικών, ούτε δύο χούφτες από κρατικοδίαιτα λαμόγια που θεωρούν προτέρημα το να μπορούν να κλέβουν, ούτε μισή χούφτα πατριδοκάπηλων που δέρνουν ανυπεράσπιστους μετανάστες.

Πατρίδα είναι το βλέμμα και το χαμόγελο των παιδιών μας, των παιδιών της διπλανής πόρτας, των παιδιών με άνεργους γονείς , με γονείς χρεωμένους, που αναζητούν και δικαιούνται ίσες ευκαιρίες στο δικό τους αύριο.

Αν κάποιος «λοχαγός», ρωτήσει τα σημερινά παιδιά, «τι είναι η πατρίδα;», ξέρουν πως πατρίδα είναι ό,τι μας πληγώνει και συγχρόνως ό,τι αγαπάμε. Γι’ αυτό δε θα τους αφήσουμε να την καταστρέψουν, θα τους διώξουμε εμείς νωρίτερα.

Advertisements
 

Μια παλιά ιστορία του μέλλοντος

Μια παλιά ιστορία του μέλλοντος

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Φαινόταν πολύ κουρασμένος τούτος εδώ ο παράξενος καβαλάρης. Και το άλογό του περήφανο και ντελικάτο μα το είχε χωρίς σέλα ο αθεόφοβος.

Σαν έφτασε στην πλατεία του χωριού και κατέβηκε από το άτι του, ο χωροφύλακας τον ρώτησε τι έπαθε και είναι έτσι ταλαιπωρημένος. Σκέφτηκε μήπως τον κυνηγάνε, μην είναι κανένας από αυτούς τους παράνομους που γυρνάνε στα χωριά και ξεσηκώνουν τον κόσμο με κουβέντες για δίκιο, ισότητα και άλλες τέτοιες παραινέσεις  του διαβόλου.

Του απάντησε πως φταίνε αυτά που είδε μα και αυτά, όχι που έκανε, αλλά που δεν έκανε.

Προβληματίστηκε ο χωροφύλακας. Δεν πείστηκε με όσα του είπε ο ξένος γιατί δεν τα καλοκατάλαβε.

Ζύγωσε ύστερα ο ρασοφόρος του χωριού και τον καλόπιασε πως τάχα πρέπει σε κείνον να ανοίξει την ψυχή του και να ξομολογηθεί γιατί εκείνος τα’ χει καλά με το θεό και αν χρειαστεί θα μεσολαβήσει για συχώρεση.

Τραβήχτηκε απότομα ο ξένος και έφτυσε με δύναμη στο χώμα. Επέστρεψε περιφρόνηση στον παπά που έβραζε από θυμό για τούτη την απρόσμενη συμπεριφορά του ξένου.

Ύστερα πανηγύρισε ο παππάς σα να ανακάλυψε τίποτα σπουδαίο και απευθυνόμενος στους υπόλοιπους τόνισε πως δεν θα μπορούσε να περιμένει διαφορετική συμπεριφορά από έναν ξένο αντίχριστο.

Πλησίασε κι ο δάσκαλος βρωμώντας ναφθαλίνη από πάνω μέχρι κάτω και από μέσα του μέχρι έξω και αφού του συστήθηκε τον συμβούλεψε πως δεν είναι σοφό ένας ταξιδιώτης σαν και κείνον να καβαλάει το άλογο χωρίς σέλα. Πού ακούστηκε καβαλάρης σε άλογο δίχως σέλα; Του είπε πως δεν είναι σωστό να μην απαντάει με σαφήνεια στον χωροφύλακα και να φέρεται έτσι ξεδιάντροπα στον παπά τον εκπρόσωπο του θεού.

Ο παράξενος επισκέπτης κρατώντας τη μύτη του πρότεινε στο δάσκαλο να φύγει από το σχολείο μπας και μπορέσουν τα μυαλά των μαθητών του και βγουν από το σκοτάδι που τα έχει κλείσει. Του είπε επίσης πως με το δικό του το θεό μιλάει απευθείας χωρίς εκπροσώπους.

Σειρά πήρε ο κοινοτικός σύμβουλος να ζυγώσει στον άγνωστο επισκέπτη. Του πρότεινε αν πεινάει να πάει στην ταβέρνα του λίγο πιο κάτω για να φάει φτηνό φαΐ και καλό. Αν δεν είχε χρήματα δεχόταν και τιμαλφή. Ακόμη και το άλογό του θα μπορούσε να ανταλλάξει για να χορτάσει την πείνα του. Σκέφτηκε ο κουτοπόνηρος πως κάπως έτσι θα έχασε ο ξένος και τη σέλα του αλόγου του.

Ο καβαλάρης  ζήτησε από τον σύμβουλο να τον αφήσει ήσυχο και να κρατήσει το φαΐ για να γεμίσει τη σαπιοκοιλιά του.

Τελευταίος ήρθε ο πρόεδρος του χωριού ντυμένος κατά πως αρμόζει στον άρχοντα του τόπου και προσπάθησε να τον χτυπήσει φιλικά στην πλάτη.

Άρπαξε ο ξένος το χέρι του προέδρου τόσο δυνατά που λίγο ακόμα θα το έσπαγε.

Τράβηξε το όπλο ο χωροφύλακας και το έστρεψε κατά τον ξένο ζητώντας του να αφήσει το χέρι του προέδρου αλλιώς θα πυροβολούσε.

Η σκηνή διακόπηκε από τις φωνές των παιδιών που έρχονταν προς την πλατεία ανακοινώνοντας την έλευση καραβανιού με αγνώστους.

Ταράχτηκε ο χωροφύλακας, σάστισε ο πρόεδρος ενώ ο παπάς χάιδεψε τα γένια του σιχτιρίζοντας .

«Είναι συγχωριανοί μου», είπε ο καβαλάρης και πριν προλάβει να συνεχίσει τον πρόλαβαν τα παιδιά.

«Είναι κι ένα μωρό που το κοιμίζουν σε μια σέλα αλόγου», πετάχτηκε και είπε ένα πιτσιρίκι.

«Να μην πλησιάσουν θα είναι άρρωστοι», φώναξε ο πρόεδρος.

«Και άθεοι», είπε ο παππάς κι άρχισε τα ξόρκια.

«Θα χρειαστούμε ενισχύσεις, πάτε και φέρτε τα όπλα από το σπίτι», είπε ο χωροφύλακας.

«Δεν φτάνει το φαΐ για όλους», πρόσθεσε ο κοινοτικός σύμβουλος.

«Φτάνει πατέρα, Η αποθήκη είναι γεμάτη τρόφιμα», είπε ο γιος του συμβούλου.

«Θα μαγαρίσουν τα ήθη και τα έθιμά μας αν μείνουν εδώ», γρύλισε σαν αγριόσκυλο ο δάσκαλος.

«Η γη δεν είναι μόνο δική σας, είναι όλων μας. Αλλά μη νοιάζεστε. Λίγο θα κάτσουμε και μετά θα συνεχίσουμε προς το ποτάμι. Εδώ σε τούτον τον τόπο δεν μένουμε με τίποτα. Ο αέρας μυρίζει σαπίλα. Αλίμονο στα παιδιά που μεγαλώνετε», είπε ο παράξενος καβαλάρης και με ένα σάλτο βρέθηκε στη ράχη του αλόγου του.

«Στάσου», ακούστηκε μια παιδική φωνή. «Πάρτο. Για το μωρό».

Ο καβαλάρης πήρε το σκουφί από τα χέρια του παιδιού, το χάιδεψε στο κεφάλι και κίνησε να συναντήσει έξω από το χωριό τους συγχωριανούς του.

Ο θρύλος λέει πως πολλά χρόνια αργότερα ξέσπασε πόλεμος ανάμεσα στους ντόπιους και τους ξένους γιατί οι ντόποιοι ήθελαν το νερό του ποταμιού μόνο για τον εαυτό τους.

Μάλλον η πράξη του παιδιού να δωρίσει το σκουφί στον καβαλάρη δεν βρήκε μιμητές στους συνομήλικούς του.

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , ,

Όταν ο Θοδωρής συνάντησε τον Άρη

Όταν ο Θοδωρής συνάντησε τον Άρη

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Κ: ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ             Β: ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗΣ            Μ: ΜΑΘΗΤΗΣ

 

Κ. Να πάρει η ευχή. Μερικές φορές, δεν μπορώ να τον καταλάβω κι αυτόν το Μεγαλοδύναμο. Γιατί έπρεπε τώρα, ντε και καλά να με στείλει πάλι πίσω για μια μέρα; Και πού είναι τα πράγματά μου; Το σπαθί μου που είναι; Το καρυοφύλλι μου; Η περικεφαλαία μου; Κολοκοτρώνης χωρίς περικεφαλαία;

Ωχ! Ούτε το μουστάκι δε μου άφησε. Κι απ΄ότι βλέπω μ΄έντυσε σαν τον Κωλέττη και το Σχινά. Μου πήρε τη φουστανέλα και μου΄βαλε εκείνο το βρακί που το λένε πανταλόνι. Έτσι είναι, αλλά ο Κωλέττης και ο Σχινάς δεν πολέμησαν ποτέ τους για να χρειάζονται φουστανέλα.

Κ. Α! Ευτυχώς, πλησιάζει ένας άνθρωπος, να τον ρωτήσω που βρίσκομαι. Ε, πατριώτη! Καλημέρα.

Β. Καλημέρα σύντροφε.

Κ. Σα να χάθηκες μου φαίνεται ή σα να ψάχνεις κάτι.

Β. Και στα δύο έπεσες μέσα.

Κ. Πώς σε λένε;

Β. Άρη. Εσένα;

Κ. Θοδωρή. Από πού έρχεσαι ωρέ;

Β. Απ΄το υπερπέραν. Εσύ;

Κ. Κι εγώ από κει έρχομαι. Ξέρεις που βρισκόμαστε;

Β. Δεν έχω ιδέα. Σα σχολείο μου μοιάζει, αλλά δεν είμαι και σίγουρος.

Κ. Σχολείο; Τόσο μεγάλο; Μάλλον δε με γνώρισες έτσι;

Β. Γιατί θα έπρεπε;

Κ. Η μύτη μου η γαμψή, δε σου λέει τίποτα; Η περικεφαλ.. Άστο, το ξέχασα. Μ’ έστειλε χωρίς περικεφαλαία.

Β. Εσύ όμως πρέπει να με γνώρισες, έτσι δεν είναι;

Κ. Συμπάθα με παλικάρι μου, δε σε θυμάμαι. Μήπως ήσουνα μαζί μου σε καμιά μάχη; Μήπως στην Τριπολιτσά ή στα Δερβενάκια; Που να τους θυμάμαι όλους μέσα στην κάψα του πολέμου;

Β. Ίσως να με θυμάσαι από το Γοργοπόταμο, τότε που κάναμε τους Γερμανούς να το φυσάνε και να μην κρυώνει.

Κ. Γοργοπόταμο; Γερμανούς; Τους Τούρκους θες να πεις.

Β. Κάτσε, γιατί μάλλον τα έχεις λίγο χαμένα. Εγώ είμαι ο Άρης ο Βελουχιώτης, ο καπετάνιος του ΕΛΑΣ. Βέβαια, μου λείπει ο μαύρος σκούφος και η γενειάδα, γι’ αυτό δυσκολεύεσαι να με γνωρίσεις. Ας όψεται… Εσύ ποιος είσαι;

Κ. Ο Θόδωρος ο Κολοκοτρώνης, ωρέ, ποιος θες να είμαι;. Καπετάνιος είπες του ΕΛΑΣ; Και ποιους πολέμησες;

Β. Τους Γερμανούς και τους συμμάχους τους.

Κ. Και οι Τούρκοι που πήγαν; Εκτός αν εννοείς Γερμανούς τον αντιβασιλέα τον Όθωνα και την παρέα του.

Β. Οι Τούρκοι είχαν φύγει, μετά ήρθαν οι Γερμανοί, μετά οι Άγγλοι, μετά πάλι οι Γερμανοί με τους Αμερικάνους και…

Μ. Και τώρα ξανάρθαν όλοι μαζί. Γερμανοί, Ευρωπαίοι, Αμερικάνοι…

Κ. Που βρέθηκες εσύ παλικάρι μου; Τίνος είσαι;

Μ. Εγώ; Εδώ, μαθητής είμαι στο σχολείο που βρισκόμαστε. Ήρθα να ετοιμάσω κάτι πράγματα γιατί αύριο γιορτάζουμε την επανάσταση του 1821 και χωρίς να το θέλω άκουσα τη συζήτησή σας. Τον Οκτώβριο γιορτάσαμε και το ΟΧΙ στους Ιταλούς. Πάντως, κύριε Κολοκοτρώνη, κύριε Βελουχιώτη, χάρηκα για τη γνωριμία.

Κ. Οι Ιταλοί πάλι τι δουλειά έχουν;

Β. Σύμμαχοι των Γερμανών. Δεν σου είπα πριν;

Κ. Ε ρε κατακαημένη Ελλάδα! Κι εμείς τότε γιατί χύσαμε το αίμα μας; Γιατί δωρίσαμε τα νιάτα και τις ζωές μας για να λευτερωθούμε από τους Τούρκους; Για να΄ρθουν άλλοι αφεντάδες, άλλοι πασάδες; Αποτινάξαμε τη σκλαβιά για να ξαναγίνουμε σκλάβοι;

Β. Γιατί παραξενεύεσαι Γέρο του Μοριά; Ξέχασες που σ΄έβαλαν φυλακή πρώτα στην Ύδρα και μετά στο Παλαμήδι οι ίδιοι οι συμπατριώτες σου; Αυτοί που δεν έριξαν ούτε μία τουφεκιά! Μέχρι και σε θάνατο σε καταδίκασαν. Ήταν το ευχαριστώ για όσα έκανες. Μα σαν είδαν τον Ιμπραήμ να σαρώνει, σε ξανάβγαλαν για να τους γλυτώσεις. Οι κιοτήδες!

Μ. Ησυχάστε κύριε Κολοκοτρώνη. Κι εσείς κύριε Βελουχιώτη. Αλήθεια, κύριε Βελουχιώτη και σεις κάτι παρόμοιο δεν πάθατε;

Β. Εμένα δε με φυλάκισαν. Μου πήραν το κεφάλι μια κι έξω. Όμως, δεν τους έδωσα τη χαρά να με πιάσουν. Έδωσα μονάχος μου τέλος στη ζωή μου.

Μ. Ποιοι; Οι Γερμανοί;

Β. Έλληνες, που συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς. Σαν έφυγαν οι Γερμανοί, ήρθαν οι Άγγλοι και μας έβαλαν να σκοτωθούμε μεταξύ μας. Έλληνες πολεμούσαν τους Έλληνες, και ο εχθρός έκανε τη δουλειά του.

Κ. Να σου πω κάτι παλικάρι μου; Σε τούτο το λαό, όπως και σε κάθε λαό, δεν έλειψαν ποτέ ούτε οι αγώνες για τη λευτεριά μα ούτε και οι ήρωες. Δεν έλειψαν όμως και οι προδότες μα κι εκείνοι που παρίσταναν τους ηγέτες και τελικά αποδείχτηκαν ζαγάρια του κερατά. Το μόνο που τους ένοιαζε ήταν το τομάρι τους.

Β. Αφού τους αφήνουν οι λαοί!

Κ. Κοίτα να δεις φίλε Άρη. Άρη δεν είπαμε πως σε λένε; Αλήθεια, σου είπα ότι χάρηκα που σε συνάντησα; Λοιπόν, κοίτα να δεις πως τα βλέπω εγώ τα πράγματα. Από τη στιγμή που γεννιέται ένας άνθρωπος, φροντίζουν και του φοράνε το καπίστρι και μετά, τον βάζουν στο ντορό που θέλουν εκείνοι. Ούτε ζερβά ούτε δεξιά. Μόνο ντουγρού τον αφήνουν να βαδίζει.

Μ. Ποιοι κύριε Κολοκοτρώνη;

Κ. Μυαλό έχεις. Βρες το μόνος σου.  Δεν θα σου δώσω έτοιμη την απάντηση. Αν στο πω εγώ θα είναι σα να σου βάζω το δικό μου χαλινάρι. Ψάξε, διάβασε, μορφώσου, άκου, μάθε και κρίνε. Το’ χεις χρέος να το κάνεις.

Και σε παρακαλώ, σταμάτα βρε παιδί μου αυτό το «κύριε» και «κύριε». Πες με «Γέρο», «Γέρο του Μοριά», όπως τότε που κατέβαινα τις βουνοπλαγιές καβάλα στον Μαύρο μου. «Έρχεται ο Γέρος του Μοριά» έλεγαν οι Τούρκοι και τους έπεφταν τα γιαταγάνια από τα χέρια, κι ανατρίχιαζαν οι Έλληνες κι έπιαναν το τουφέκι και το’ καναν να κελαηδάει.

Β. Τι τα θες και τα θυμάσαι; Τελικά, αυτοί που αγωνίστηκαν για την ελευθερία και για το δίκιο κατέληξαν ή στη φυλακή ή στο θάνατο. Μόνο η Ιστορία τους δικαιώνει αλλά κι αυτό δε συμβαίνει πάντα. Πάρε το δικό μας παράδειγμα. Υπήρξαν κάποιοι συμπατριώτες μας, πατριώτες δεν τους λες, που το μόνο τους μέλημα ήταν να κυβερνήσουν, να εξουσιάσουν, να διατάξουν και να αποκτήσουν προνόμια για τον εαυτό τους. Δεν δίστασαν να πατήσουν στους δικούς μας αγώνες και να συνεργαστούν με τους κατακτητές.

Μ. Δηλαδή, πήγαν στράφι οι αγώνες σας; Αν ξαναζούσατε, θα κάνατε τα ίδια;

Κ. Άκουσέ με παλικάρι μου. Αν θες να συνεχίσουμε την κουβέντα, αυτό να μην τα ξαναπείς. Γίνεται, μωρέ, να είσαι αμούστακο παιδί, να σε αναγκάζει ο Τούρκος να τον κουβαλήσεις στην πλάτη σου και να μην τον πολεμήσεις σαν μεγαλώσεις; Γίνεται να βλέπεις να σου κλέβουν το βιος σου, τον ιδρώτα σου, το φαΐ σου και να μην αντιδράς; Γίνεται να είσαι μια ζωή ραγιάς; Ζει μωρέ ο ραγιάς; Τον σκιαγμένο και τον σκλαβωμένο άνθρωπο εγώ δεν τον περνάω για άνθρωπο.

Β. Δε διάβασες τι είχε πει ο Ρήγας; «Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή!»

Μ. Ναι αλλά, αξίζει τελικά να αγωνίζεται κανείς; Να δίνει ακόμα και τη ζωή του και τελικά να μην γίνεται τίποτα;

Κ. Κανένας αγώνας δεν πάει χαμένος παλικάρι μου. Δεν το βλέπεις; Αν δεν υπήρχαν στις μέρες μου ο Καραϊσκάκης, ο Ανδρούτσος, ο Παπαφλέσσας, η Μπουμπουλίνα, ο Νικηταράς και όλοι οι άλλοι που ήταν δίπλα τους, ακόμα θα είχατε τον Τούρκο στο σβέρκο. Κι αν, αργότερα δεν υπήρχαν άνθρωποι σαν τον Άρη και όλους τους άλλους που αντιστάθηκαν, θα είχατε ακόμα τον Γερμανό στο κεφάλι σας.

Μ. Ενώ τώρα!

Κ. Εσείς που είστε νέοι, να έχετε ανοιχτά τα μάτια της ψυχής και του μυαλού σας. Να σκέφτεστε, να κρίνετε, να μορφώνεστε και κυρίως να κάνετε. Δεν χρειάζονται πολλά λόγια. Ο καλύτερος τρόπος για να πεις κάτι, είναι να το κάνεις.

Άιντε, να σας αφήσω τώρα. Πρέπει να επιστρέψω. Τέλειωσε το ταξίδι μου.

Β. Και το δικό μου, το ίδιο.

Β. Κ. Καλή επιτυχία στη γιορτή σας.

Μ. Ευχαριστώ. Καλή επιστροφή…

Και τώρα τι γίνεται; Ποιος θα μου λύσει τις απορίες που έχω;

Κ. Βρες μόνο σου τις απαντήσεις. Με την ψυχή και το μυαλό. Μόνο τότε έχουν αξία.

 

Ετικέτες: ,

Πλάι στον εφιάλτη θεριεύει το όνειρό μας

 

Πλάι στον εφιάλτη θεριεύει το όνειρό μας

Από το Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Κώστας Βάρναλης

Mες την υπόγεια την ταβέρνα, 
μες σε καπνούς και σε βρισές
(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα)
όλ΄ η παρέα πίναμ΄ εψές·
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

Δυο στάλες κρασί στο ποτήρι, δυο στάλες πίκρα, δυο στάλες καημοί, δυο στάλες όνειρα.

Γουλιά-γουλιά τα πίναμε όλα μαζί, γιατί τα ζήσαμε όλα μαζί, γιατί τα νιώσαμε όλα μαζί.

Πλάι στον καημό, τραγουδάει η ελπίδα, πλάι στην πίκρα κάθεται η γλύκα της ζωής, πλάι στον εφιάλτη θεριεύει το όνειρο και τον κατατρώει.

Μια παρέα είμαστε ρε φίλε. Σήμερα υποφέρω εγώ κι εσύ με στηρίζεις, αύριο στη δική σου θλίψη θα σου τραγουδήσουμε εμείς γιατί το χαμόγελο μοιράζεται σαν το υδράργυρο.

Τα φαρμάκια που μας δίνουν δεν θα μας σκοτώσουν, δεν μπορούν να μας σκοτώσουν γιατί δεν θέλουμε να μας σκοτώσουν.

 

Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής.
Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.

 

Θυμώνουμε, σιχτιρίζουμε, δρούμε, αντιστεκόμαστε, ζούμε.

Βάσανο μεγάλο περνάμε, σφιγγόμαστε και σφίγγουμε το μπράτσο του διπλανού και το μπράτσο μας γίνεται πέτρα, γίνεται ατσάλι και τσακίζει τα φαντάσματα που μας τρομάζουν.

Εκείνοι έχουν το χρήμα, έχουν τα όπλα, έχουν τα ραδιοκύματα κι εμείς έχουμε το δίκιο και το «μαζί». Το «μαζί» της αλληλεγγύης, όχι το μίζερο της ελεημοσύνης, αυτό είναι δικό τους.

Άσπρη μέρα δεν θυμιέμαι γιατί χρωματίζουμε την άσπρη μέρα που έρχεται.

Με το κόκκινο της αντίστασης, με το πορτοκαλί, με το κίτρινο του κρόκου, με το πράσινο της ελπίδας, με το μπλε του ουρανού και της θάλασσας, με το μενεξεδί της χαραυγής του νέου.

Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ΄ άσωτ΄ ουρανού!
Ω! της αβγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

Περάσαμε πολλά, θα περάσουμε κι άλλα μα θα αναστηθούμε. Με τον ήλιο που έχουμε μέσα μας θα τους κάψουμε. Θα απολυμάνουμε το σάπιο χώμα για να φυτρώσουν γαρούφαλα εκεί που τώρα υπάρχουν αγκάθια.

Tου ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό·
τ΄ άλλου κοντόημερ΄ η γυναίκα
στο σπίτι λυώνει από χτικιό·
στο Παλαμήδι ο γιος του Mάζη
κι η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

 

Η φτώχια ξαναχτύπησε τις πόρτες μας. Φέρνει μαζί της τις αρρώστιες. Μια γάζα κι ένα φάρμακο έγιναν πολύ ακριβά για το μπόι μας. Μας γύρισαν δεκαετίες πίσω τότε που ακόμα και το δικαίωμα στην αναπνοή μετριούνταν με τα βαλάντια του καθενός. Τώρα όποιος διαθέτει χρυσό κι ασήμι, μόνος αυτός μπορεί να αναπνέει και να ζει.

Οι φυλακές άνοιξαν πάλι τις σιδερένιες πόρτες για να σφαλίσουν σήμερα κάθε φωνή που αντιστέκεται. Αύριο, κάθε φωνή που θα ακούγεται. Αυτό θέλουν. Νομίζουν θα το πετύχουν. Κάνουν πάλι λάθος, ποτέ δεν το πέτυχαν. Άμα η φωνή βγει από το στόμα, δεν φυλακίζεται, δε σβήνει δεν πνίγεται. Αργά ή γρήγορα θα διασχίσει τον αέρα και θα φτάσει στα αυτιά των ανθρώπων.

― Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
― Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
― Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
― Φταίει πρώτ΄ απ΄ όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Kανένα στόμα
δεν το βρε και δεν το πε ακόμα.

 

Φταίει που ξεχνάμε γρήγορα. Γι’ αυτό ήπιαμε απόψε μια γουλιά κρασί. Για να θυμηθούμε. Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα που πάντα αποδεικνύονται μικρά. Να θυμηθούμε αυτά που έγινα για μας, χωρίς εμάς, πίσω από μας.

Το τι φταίει, γυρνάει από στόμα σε στόμα, από καρδιά σε καρδιά. Όπου να’ ναι θα περάσει και στα χέρια μας θα αγκιστρωθεί στο μυαλό μας και θα γίνει γνώση, θα γίνει δύναμη.

Έτσι στη σκοτεινή ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας έβρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!

 

Το θαύμα θα γίνει και θα το κάνουμε εμείς, μόνοι μας. Κανέναν «Σωτήρα» δεν περιμένουμε, κανέναν «φίλο».

Μπορεί να φανήκαμε δειλοί, μπορεί μοιραίοι και άβουλοι αντάμα. Έτσι είναι πάντα οι άνθρωποι μέχρι να καταλάβουν ότι διαθέτουν μπόι μεγαλύτερο από αυτό που πίστευαν, μέχρι να ανακαλύψουν πως αυτό που τους τρόμαζε ήταν ο ίσκιος του δράκου και όχι ο ίδιος ο δράκος.

 

 

 

 

 

Ετικέτες:

Μια αληθινά φανταστική ιστορία

Μια αληθινά φανταστική ιστορία

Του Χρήστου Επαμ. Κυργιάκη

 

«Σαν έρθει η ώρα, η μεγάλη, η άγια, όλοι θα το καταλάβουν αφού ψηλότεροι θα έχουν γίνει και δυνατοί όσο ποτέ θα έχουν νιώσει»

 

Ήταν πρωί, θαρρώ φθινόπωρο γιατί μετά ήρθε ο χειμώνας και παρέμεινε.

Ήταν οι ίδιοι που είχαν ξανάρθει, κρατώντας λάβαρα, σημαίες και δώρα πολλά, τότε, κραδαίνοντας σπαθιά και γιαταγάνια, τούτη τη φορά.

Να πάρουνε τη σοδειά ζητούσαν, τη φετινή μα και ότι απέμεινε από πέρσι και πρόπερσι. Να πάρουνε και το χώμα και τα παιδιά μας σκλάβους να τα κάνουν, οπότε θα μας είχαν όλους σκλάβους.

Μετά ζητήσανε να πάρουν και τα ζώα, και τα ηνία, μέχρι και τα χάμουρα που ζεύαμε τ’ άλογα.  Μέχρι και αυτά μας τα πήραν.

«Με τα χέρια» είπαν. «Με τα χέρια θα οργώνετε, με τα χέρια θα σπέρνετε και η σοδειά δική μας».

Είπαν στις γυναίκες να μην κάνουν παιδιά και στα παιδιά να μην πάνε στο σχολείο.

Το έκλεισαν το σχολείο. Το κλειδαμπάρωσαν, μαζί με τα βιβλία. Όσοι είχαν βιβλία στα σπίτια τους, τα έθαψαν βαθιά μην τα βρουν οι δυνάστες και τα ρίξουν στη φωτιά.

Έστειλαν τους δασκάλους εξορία. «Δεν χρειάζονται οι δάσκαλοι» είπαν. «Είναι επικίνδυνοι και όλο προβλήματα δημιουργούν. Άλλωστε τα χωράφια δεν θέλουν γράμματα».

Μάζεψαν τους κατσαπλιάδες των γύρω χωριών και τους έδωσαν αξιώματα μαζί με τα κλειδιά και τα τεφτέρια.

Έστειλαν τελάληδες παντού αναζητώντας τους πιο καλούς κλέφτες, που δεν τους έπιανε το μάτι σου για τέτοιους, που έκοβες το δεξί σου χέρι πως είναι άνθρωποι άγιοι. Τους έκαναν κυβερνήτες, κουμανταδόρους και αρχιεισπράκτορες.

Έβγαλαν φιρμάνι πως όποιος διαμαρτυρηθεί θα έχει μπελάδες μεγάλους. Θα του πάρουν ακόμη και το σπίτι και θα τον στείλουν στο διπλανό χωριό για να ζήσει. Εκεί που δεν είχαν οι κάτοικοι ούτε σπίτι, ούτε χωράφι μα ούτε και όνομα. Μόνο έναν αριθμό είχε ο καθένας.

Έφεραν παιδιά αμούστακα από μέρη μακρινά, τους έδωσαν από ένα σιδερένιο σπαθί και τους διέταξαν να εξουσιάσουν. Πήραν τα παιδιά τα σπαθιά στα χέρια τους και χτυπούσαν τα άλλα παιδιά, τα παιδιά του χωριού που ζητούσαν να ανοίξει το σχολείο και να γυρίσουν πίσω οι δάσκαλοι.

Χτυπούσαν και τους γέρους που ζητούσαν λίγο από τον κόπο μιας ζωής.

Χτυπούσαν και τους χωρικούς που ήθελαν πίσω τον ιδρώτα τους.

Μέρες πολλές, ούτε που θυμάμαι πόσες, κράτησε το κακό. Γλυκό ψωμί, εκείνες τις μέρες , δεν έφαγαν οι χωρικοί, όταν υπήρχε κι αυτό.

Μέχρι που ένα πρωί ακούστηκε μια φωνή που τάραξε τις ψυχές και τα μυαλά των χωρικών και έκανε αυτούς με τα αξιώματα να τρέμουν.

«Φτάνει πια» είπε η φωνή. «Τα δρεπάνια στα χέρια και όλοι στην πλατεία. Ή αυτοί ή εμείς»

Σάστισαν οι χωρικοί, σάστισαν και οι κατσαπλιάδες και όλο το κλεφτολόι που είχε μαζευτεί στο χωριό και ζήτησαν από τα αμούστακα παιδιά με τα σπαθιά να χτυπήσουν στο ψαχνό.

Μα οι χωρικοί ήταν πολλοί. Δεν ήταν ούτε ένας ούτε δύο. Ήταν οι περισσότεροι. Κάποιοι έμειναν στις καλύβες τους, έκλεισαν πορτοπαράθυρα και περίμεναν να περάσει η μπόρα. Προσεύχονταν για να νικήσουν οι συγχωριανοί τους μα δεν βρήκαν το κουράγιο να βγουν έξω.

Σαν έφτασε το μεσημέρι, όλο το κλεφτολόι που ρήμαζε τόσες μέρες το χωριό, άρχισε να τρέχει για να προφτάσει να φύγει και να γλυτώσει από την οργή των χωρικών.

Οι περισσότεροι πήγαν στα διπλανά χωριά και κάποιοι άλλοι σε άγνωστα, για τους χωρικούς, μέρη.

Κάποιοι, πέταξαν τεφτέρια, σπαθιά, κλειδιά και ότι άλλο είχαν που να θυμίζει ποιοι ήταν και ανακατεύτηκαν με τους χωρικούς. Άρπαξαν ένα δρεπάνι στο χέρι και έκαναν πως έδιωχναν τους δυνάστες.

Είχαν κατά νου να αρχίσουν πάλι τις κλεψιές όταν τα χωράφια του χωριού θα γέμιζαν σοδειές, όταν το σχολείο θα λειτουργούσε ξανά και οι δάσκαλοι θα ήταν πάλι στις θέσεις τους.

Όμως άδικα περίμεναν και είχαν την ελπίδα.

Στη μνήμη των χωρικών χαράχτηκαν όλες οι μορφές των δυναστών, των κατσαπλιάδων, των κλεφτών και των αμούστακων παιδιών με τα σπαθιά. Όλοι οι χωρικοί, ήξεραν πλέον καλά, ποιος είναι με ποιον και κυρίως, την εποχή του κακού, ποιος ήταν με ποιον.

Κανένας χωρικός δεν τους έκανε παρέα. Μόνο στις επετείους της μεγάλης εξέγερσης τους άφηναν να πλησιάζουν και τους κερνούσαν, σε ένα απόμερο τραπέζι, ένα ποτήρι κρασί.

Σ.Σ

Η παραπάνω ιστορία είναι φανταστική (?) και καμία σχέση δεν έχει (?) με σημερινά πρόσωπα και καταστάσεις. Μου την αφηγούνταν ο παππούς μου όταν ήμουνα μικρός.

 

Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος

Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Σ.Σ

Η παρακάτω ιστορία είναι φανταστική. Κάθε ομοιότητα με πραγματικά γεγονότα και περιστατικά είναι τελείως συμπτωματική.

Το ξυπνητήρι χτύπησε ακριβώς στις 5:30 το πρωί. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Κάθε που ο Μπάμπης είχε πρωινή βάρδια εκείνο έδειχνε απίστευτη συνέπεια στη δουλειά του. Όπως κι ο Μπάμπης. Στις 6:30 ακριβώς έπιανε δουλειά. Δεν είχε αργήσει ούτε μία φορά. Δεν έλλειψε ούτε μία μέρα τα τελευταία τέσσερα χρόνια, από τότε που έπιασε δουλειά, δηλαδή, στο διυλιστήριο.

Κανά δυο φορές που έτυχε να αρρωστήσει-όχι τίποτα το σοβαρό, κάποια κρυολογήματα που του ανέβασαν τον πυρετό-δεν ζήτησε άδεια. Άλλωστε, του είχε πει ο υπεύθυνος του τομέα του πως στα αφεντικά δεν άρεσαν και πολύ οι εργάτες που αρρωσταίνουν συχνά.

Ακολουθώντας το συνηθισμένο πρωινό «τελετουργικό», ο Μπάμπης βρέθηκε μετά από λίγη ώρα στη στάση περιμένοντας το λεωφορείο της γραμμής που θα τον πήγαινε έξω από την πύλη του διυλιστηρίου. Περίπου μισή δρόμος, ότι πρέπει για σκέψη, προγραμματισμό και όνειρα.

Ναι, όνειρα. Γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι κάτω από τέτοιες συνθήκες ονειρεύονται. Στο λεωφορείο, στο διάλλειμα της δουλειάς, την ώρα που πίνουν τον καφέ τους ή την ώρα που ανακατεύουν με κρασί τα «αχ», τα «πότε», τα «γιατί» και τα δάκρυά τους.

Καθισμένος σε μια θέση του λεωφορείου, χωρίς να το θέλει-λες και το μυαλό ρωτάει-σκέφτηκε τη Μάνια, την καλή του. Έξι χρόνια μαζί. Έξι χρόνια ο ένας για τον άλλον. Με τα καλά και με τα δύσκολα. Με τις έντονες καταιγίδες και τις ατέλειωτες λιακάδες. Με υπομονή και θέληση και με αγάπη που έμοιαζε ανίκητη.

«Μην πας σε παρακαλώ στο διυλιστήριο», του είχε πει πριν από 4 χρόνια όταν της ανακοίνωσε πως βρήκε δουλειά στα «πετρέλαια».

«Είναι βαριά δουλειά. Άσε που είναι και επικίνδυνη. Τόσα ατυχήματα γίνονται. Δεν έχεις ακούσει τίποτα εσύ;».

«Μην ανησυχείς», της είχε πει εκείνος. «Παίρνουν μέτρα προστασίας τώρα. Δεν είναι όπως παλιά και ο μισθός είναι καλός. Άλλωστε, πώς αλλιώς θα μπορέσουμε να πάρουμε κι εκείνη τη βάρκα που λέγαμε; ¨Μάνια¨ θα τη βαφτίσουμε. Έτσι; Θα είναι γαλαζοπράσινη σαν τα μάτια σου».

«Τα ξέρω τα μέτρα προστασίας τους. Μόνο στα χαρτιά. Τα γεύτηκε κι ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου. Μήπως το ξέχασες;».

Το λεωφορείο άνοιξε τις πόρτες του. «ΣΤΑΣΗ ΔΙΥΛΙΣΤΗΡΙΟ». Καμιά εικοσαριά νοματέοι κατέβηκαν. Όλοι τους εργάτες στα «πετρέλαια». Ανάμεσά τους κι ο Μπάμπης.

«Καλημέρα ρε Κωστή! Τι κάνει ο γιος σου; Παίζετε καμιά μπαλίτσα; Παντρεύτηκε μωρέ ή ακόμα;».

«Άστα. Μας ξενύχτησε πάλι. Να βγάλει επιτέλους τα δόντια του να ηρεμήσουμε κι εμείς κι αυτός».

Οι μηχανές δούλευαν στο φουλ. Ασταμάτητα. Φόρεσαν τα κράνη τους, υπέγραψαν την ώρα προσέλευσης και ο καθένας στο πόστο του. Μηχανές και οι ίδιοι, τέλεια προγραμματισμένες με σάρκα και οστά.

Κι όμως κάτι έτρεχε. Κάτι αδιευκρίνιστο. Πλανιόταν στον, βαρύ από τη μυρωδιά των υδρογονανθράκων, αέρα και τρυπούσε τα σωθικά. Φαινόταν στα ανήσυχα μάτια των εργατών και στις νευρικές τους κινήσεις. Το΄νιωσε κι ο Μπάμπης.

«Τι έγινε μάστορα; Συμβαίνει κάτι;», ρώτησε με μια μικρή ανησυχία ο Μπάμπης το Νικήτα, τον αρχιμηχανικό της βάρδιας του.

«Τίποτα μικρέ. Όσο έχεις εσύ το μάστορα δίπλα σου μη στενοχωριέσαι για τίποτα», του απάντησε χαμογελώντας ο Νικήτας.

Όμως, ακόμα και το χαμόγελό του Νικήτα, σφιγμένο και αγχωμένο έδειχνε πως κάτι δεν πήγαινε καλά.

«Νικήτα, δε με πείθεις», επέμεινε ο Μπάμπης.

Ο Νικήτας τον πλησίασε, έβγαλε το κράνος του και σκούπισε τα ιδρωμένα του μαλλιά.

«Να μωρέ. Εκείνη η γαμημένη η βαλβίδα ασφαλείας στον αγωγό του μεθανίου. Κόλλησε πάλι στη βραδινή βάρδια. Αν δεν το είχε πάρει χαμπάρι ο Γιάννης, για δύο λεπτά μιλάμε, θα είχε γίνει εδώ ολοκαύτωμα. Ευτυχώς με ειδοποίησε και τελευταία στιγμή πρόλαβα και σταμάτησα την παροχή. Γι΄αυτό είμαι ακόμα εδώ κι ούτε που ξέρω πότε θα φύγω σήμερα. Άστα. Θυμήθηκα το μεγάλο ατύχημα πριν από 10 χρόνια. Έξι άνθρωποι νεκροί και τρεις σε μόνιμη αναπηρία.  Τους είπα να σταματήσουμε την παραγωγή σ΄εκείνη τη μονάδα αλλά ούτε που να το ακούσουν. Τρέχουν οι παραγγελίες μου είπαν τα μεγάλα αφεντικά. Έκανα τώρα μια πατέντα και λειτουργεί. Δεν ξέρω όμως για πόσο. Έτσι μου΄ρχεται να σηκωθώ και να φύγω. Θα γίνει καμιά στραβή και θα το΄χω βάρος στη συνείδησή μου».

«Καλά ρε μάστορα. Δυο χρόνια τώρα ακούω γι’ αυτή τη κωλοβαλβίδα. Εφιάλτης κατάντησε. Γιατί δεν την αλλά ζουν που να πάρει η ευχή;».

«Γιατί κοστίζει μικρέ. Δεν είναι μόνο η βαλβίδα. Θέλει ξήλωμα όλος ο αγωγός και αντικατάσταση και ότι κοστίζει προκαλεί αλλεργία στα αφεντικά. Άσε που θα μειωθεί η παραγωγή στο 1/3 μέχρι να ολοκληρωθούν οι εργασίες. Και οι παραγγελίες τρέχουν».

«Κοστίζει; Μόνο οι άγκυρες στην καινούργια τους θαλαμηγό κοστίζουν περισσότερο».

«Άντε, τράβα τώρα και μη σκοτίζεσαι. Θα’ χω το νου μου κι εγώ. Να προσέχετε κι εσείς όμως. Έτσι; Άντε παλικάρι μου. Καλή δύναμη. Κι ο Θεός βοηθός».

Την τελευταία παράκληση, ο Μπάμπης δεν την άκουσε. Ο Νικήτας την είπε ψιθυριστά. Σχεδόν αθόρυβα…

Εν τω μεταξύ, στα κεντρικά γραφεία των ιδιοκτητών του διυλιστηρίου, στον τελευταίο όροφο έφτανε στο τέλος της η έκτακτη συνεδρίαση του ΔΣ. Η βλάβη στη βαλβίδα με ότι μπορούσε να ακολουθήσει θορύβησε πάρα πολύ τους ιδιοκτήτες. Ακούστηκαν κάποιες προτάσεις για σταμάτημα της λειτουργίας της προβληματικής μονάδας και άμεση έναρξη εργασιών αποκατάστασης, μπροστά στον διαφαινόμενο κίνδυνο ενός ατυχήματος με απρόβλεπτες συνέπειες.

Τα μεγάλα αφεντικά τις απέρριψαν. Τα διαφυγόντα κέρδη θα ήταν μεγάλα. Τις παραγγελίες θα τις έπαιρναν άλλοι και οι εποχές δεν σήκωναν τέτοια ρίσκα.

Ο κύβος ερρίφθη. Η λειτουργία θα συνεχιζόταν με δύο αρχιμηχανικούς σε κάθε βάρδια για καλύτερη εποπτεία και άμεση, αν χρειαζόταν, αντίδραση.

Όλα αυτά μέχρι που χτύπησε το κινητό του προέδρου. Αυτό που άκουσε τον έκανε να χάσει προς στιγμήν τη λαλιά του.

«Ανοίξτε την τηλεόραση να δούμε. Έγινε έκρηξη στο διυλιστήριο», είπε με παγωμένη φωνή.

«Μόλις πριν από λίγο σημειώθηκε έκρηξη στο διυλιστήριο. Οι πρώτες πληροφορίες, κάνουν λόγο για 4 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες. Για κάθε νεώτερο θα διακόπτουμε τη ροή του προγράμματος με έκτακτες συνδέσεις», είπε ο εκφωνητής του καναλιού.

«Πάρτε τους τηλέφωνο και πείτε τους να το τρενάρουν όσο μπορούν. Ειδοποιείστε να ετοιμάσουν το αεροπλάνο. Φεύγουμε για Ζυρίχη»,διέταξε ο πρόεδρος και σηκώθηκε από την καρέκλα του βρίζοντας.

Η έκρηξη ήταν τόσο μεγάλη που συγκλόνισε την περιοχή γύρω από το διυλιστήριο. Μαύροι καπνοί άρχισαν να καλύπτουν τον ουρανό. Κόσμος πολύς άρχισε σιγά-σιγά να μαζεύεται έξω από το εργοστάσιο. Η πυροσβεστική και τα πρώτα ασθενοφόρα άρχισαν να καταφτάνουν μαζί με τους συγγενείς των εργατών που κατοικούσαν στις γύρω περιοχές.

Το διυλιστήριο, σταμάτησε τη λειτουργία του. Το νέο μαθεύτηκε και στα άλλα διυλιστήρια της ευρύτερης περιοχής. Η αντίδραση των εργαζομένων σ΄αυτά ήταν άμεση. Κατέβασαν τις διακόπτες, παράτησαν τα κράνη τους και με κάθε μέσο προσπαθούσαν να φτάσουν στον τόπο του ατυχήματος.

«Δεν ήταν ατύχημα. Ήταν φόνος εκ προμελέτης» ακούστηκε δυνατά μια φωνή έξω από την πύλη του διυλιστηρίου.

Στους γύρω δρόμους επικρατούσε πραγματικό κομφούζιο. Δημοσιογράφοι και τηλεοπτικά συνεργεία προσπαθούσαν να πλησιάσουν αλλά ήταν σχεδόν αδύνατο να το καταφέρουν.

Το τηλέφωνο της κυρά-Μυρσίνης, της μάνας του Μπάμπη, χτυπούσε επίμονα.

«Ποιος να΄ναι τέτοια ώρα; Θα μου καεί το φαΐ», μονολόγησε καθώς σήκωνε το τηλέφωνο.

Ήταν η Μάνια. Με τρεμάμενη φωνή της ανακοίνωσε το δυσάρεστο. Το ακουστικό της έπεσε από τα χέρια. Μάταια προσπαθούσε η Μάνια, φωνάζοντας, να επικοινωνήσει μαζί της.

Η κυρά-Μυρσίνη, πέρασε από την κουζίνα, έσβησε το φαγητό, έβαλε στην τσάντα της μια φωτογραφία του γιου της και βγήκε σα χαμένη από το σπίτι.

Πλέον, όλα τα κανάλια είχαν ζωντανή σύνδεση με τον τόπο του ατυχήματος. Μαρτυρίες διάφορες από παρευρισκόμενους έδιναν κι έπαιρναν.

Άρχισαν και οι πρώτες δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων.

Εργαζόμενοι από άλλα διυλιστήρια έφταναν σιγά-σιγά και η φράση «κάτι πρέπει να κάνουμε», έτρεχε από στόμα σε στόμα.

«Γενική απεργία», «Κατάληψη παντού», «Να λογοδοτήσουν οι ένοχοι», ήταν μερικές από τις κραυγές οργής που άρχισαν να ακούγονται.

«Κάντε στην άκρη να περάσουν οι πυροσβέστες», ακούστηκε μια φωνή μέσα από το διυλιστήριο.

Σιωπή απλώθηκε παντού καθώς, πυροσβέστες κουβαλούσαν σε φορεία εργάτες μέσα από τον τόπο του ατυχήματος. Κανείς δεν μπορούσε ακόμα να ξέρει αν ζούσαν ή είχαν πεθάνει.

Μια αλαφιασμένη ηλικιωμένη γυναίκα, κρατώντας μια φωτογραφία στον κόρφο της προσπαθούσε σπρώχνοντας και φωνάζοντας να πλησιάσει στην πύλη.

«Αφήστε να περάσω. Είναι ο γιος μου εκεί μέσα. Κάντε στην άκρη σας λέω».

Οι πυροσβέστες άφησαν τα φορεία έξω από την πύλη, δίπλα στα ασθενοφόρα και ξαναμπήκαν μέσα.

Η κυρά-Μυρσίνη επιτέλους έφτασε κοντά. Το βλέμμα της καρφώθηκε στο ακριανό φορείο. Τρικλίζοντας, με τα χέρια κατεβασμένα, κρατώντας σφιχτά στο ένα της χέρι τη φωτογραφία, έφτασε κοντά στο φορείο.

Κανείς μέχρι τότε δεν είχε ξανακούσει τέτοια κραυγή, σαν αυτή που έβγαλε η δόλια η μάνα, αντικρίζοντας πάνω στο φορείο τον μισοκαμένο γιο της.

Όλοι σώπασαν για να ακούσουν το μοιρολόι της.

«Κόκκινο γαρούφαλλό μου/γιατί μ΄άφηκες;

Γω σε πότιζα με δάκρυ/και μαράθηκες.

Γω σε πότιζα με δάκρυ/και μαράθηκες».

Ένα χέρι ένιωσε να την ακουμπά και να προσπαθεί να τη σηκώσει. Η Μάνια, μάταια προσπαθούσε, κλαίγοντας κι εκείνη, να την απομακρύνει.

Η κυρά_Μυρσίνη, σκούπισε τα δάκρυά της, άφησε τη φωτογραφία πάνω στο νεκρό παιδί της και σηκώθηκε όρθια.

«Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος», είπε και απομακρύνθηκε στηριζόμενη στον ώμο της Μάνιας.

Πλέον, ούτε έβλεπε ούτε άκουγε τους ανθρώπους γύρω της. Άλλοι έβριζαν, άλλοι σκορπούσαν απειλές και κατάρες. Εκείνη πλέον δε ζούσε. Μόνο ανέπνεε.

Η κυρά-Μυρσίνη, πέθανε μαζί με το γιο της…

 

Ετικέτες: , , , ,

Όσους ανθρώπους πρόλαβα να δω

 Όσους ανθρώπους πρόλαβα να δω

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

ελπίδα1Μακρύ το ταξίδι της ζωής και μαζί τόσο μικρό, αναλογίστηκα σαν ήρθε η ώρα της αναδρομής.

Πόσα είδα και πόσα θα ήθελα να δω μα δεν τα συνάντησα ποτέ!

Κι είδα ανθρώπους να γελάνε ανοίγοντας απλώς το στόμα και δείχνοντας τοα δόντια τους. Σπάραζε η ψυχή τους και η δική μου που έβλεπε το μαρτύριό τους.

Κι είδα ανθρώπους ψεύτες και μοχθηρούς, που τους σιχαίνονται ακόμη και τα σκουλήκια, να συναναστρέφονται με ανθρώπους και να σέρνονται σε πατώματα, σοκάκια, δρόμους και γυαλισμένους διαδρόμους.

Κι είδα ανθρώπους, επαναστάτες έλεγαν πως είναι, που ήθελαν τάχα ν’ αλλάξουν τον κόσμο, να αναδύουν μούχλα. Κι ευχήθηκα τρομαγμένος να μην το καταφέρουν ποτέ.

Κι είδα ανθρώπους καλοντυμένους να προσκυνούν μες στην εκκλησιά, να αφήνουν πλούσιο οβολό στην άκρη της εικόνας και να φεύγουν. Κι είδα την εικόνα να δακρύζει και τον παπά να πανηγυρίζει για το θαύμα. Νόμισε ο παμπόνηρος πως η εικόνα δάκρυσε από χαρά για τον οβολό. Ούτε που φαντάστηκε πως δάκρυσε από πόνο και θλίψη.

Κι είδα σπίτια ανθρώπων σκέτα παλάτια κι ας μην ήταν βασιλιάδες που ντρέπονταν οι άνθρωποι να μπουν μέσα, μα σαν μπήκαν βγήκαν γεμάτοι ντροπή γι’ αυτά που είδαν μέσα.

Κι είδα σχολεία που θύμιζαν φυλακές και δασκάλους που έμοιαζαν με δεσμοφύλακες. Κι είπα πως το κέρδισαν το παιχνίδι τα τέρατα. Με τέτοια σχολεία την άνοιξη θα φυτρώσουν μόνο αγκάθια.

Κι είδα ανθρώπους που σαν κοιτούσαν στον καθρέφτη εκείνος μαύριζε. Δεν άντεχε την ασχήμια της ψυχής που κουβαλούσαν. Κι είδα τους ίδιους ανθρώπους να στριφογυρίζουν το μαστίγιο της εξουσίας που κρατούσαν και να το κατεβάζουν σε ανυπεράσπιστους ανθρώπους.

Κι είδα τους μαστιγωμένους ανθρώπους να κλαίνε από ευγνωμοσύνη και να ευχαριστούν το Θεό που εξακολουθούσαν και ήταν ζωντανοί. Μάλλον πίστεψαν πως ζωή ήταν το καθημερινό μαστίγωμα.

Κι είδα γιατρούς να θησαυρίζουν από τις αρρώστιες που θεράπευαν και δικηγόρους να πλουτίζουν από τις παρανομίες που υπερασπίζονταν.

Κι είδα ανθρώπους να σπέρνουν την ανισότητα στο όνομα της ισότητας, να κατακρεουργούν τη δημοκρατία στο όνομά της και να παραγγέλνουν σκοτάδι μέρα μεσημέρι.

Κι είδα ανθρώπους να κάνουν το χρήμα Θεό τους, το αφεντικό πατέρα τους και την εταιρία οικογένεια τους.

Κι είδα φτωχούς και κατατρεγμένους, αδικημένους κι άνεργους να φιλούν το χέρι που τους πέταγε ένα ξεροκόμματο. Ήταν το ίδιο χέρι που τους έφερε στην κατάσταση που βρίσκονταν.

Κι είδα ανθρώπους με μόνο ρούχο τους το μίσος που αντάμωναν με τα τσακάλια κι εκείνα κρύβονταν στις τρύπες τους, που δεν άντεχαν το φως γι’ αυτό κυκλοφορούσαν νύχτα και κατά αγέλες.

Κι είδα ανθρώπους να βαδίζουν όρθιοι, όπως ταιριάζει σε ανθρώπους, ακόμη κι όταν οδηγούνταν στην κρεμάλα ή στο απόσπασμα. Και σκύλιαζαν οι δήμιοι και οι εκτελεστές, άφριζαν από τη λύσσα τους που δεν μπόρεσαν ποτέ να ζήσουν το ανθρώπινο μεγαλείο.

Κι είδα ανθρώπους ασήμαντους, τους πιο σημαντικούς της γης, να πιάνουν αγκάθι κι αυτό να γίνεται λουλούδι, να ακουμπάνε το μίσος κι αυτό από ντροπή να γίνεται αγάπη, να σφίγγουν το χέρι του διπλανού τους κι αυτό να γίνεται σιδερένιο.

Κι είδα κι ανθρώπους μικρούς που αποδείχτηκαν τεράστιοι, που πήραν στα χέρια τους τούς τροχούς της Ιστορίας και την πέρασαν ματωμένοι στην απέναντι όχθη, κόντρα στο ρεύμα των εποχών και των συνθηκών.

Αυτοί οι τελευταίοι, οι μικροί κι ασήμαντοι κρατάνε Θερμοπύλες. Όχι σαν τους φημισμένους Σπαρτιάτες αλλά σαν τους άσημους Θεσπιείς που η κουφάλα η επίσημη Ιστορία τους κρατάει άγνωστους μες στους αιώνες.

Αυτούς τους τελευταίους τους μικρούς κι ασήμαντους ζηλεύω και θαρρώ πως δεν είμαι ο μόνος…

 
Σχολιάστε

Posted by στο Μαρτίου 3, 2018 in Uncategorized

 
 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: