RSS

Tag Archives: ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΥΡΓΙΑΚΗΣ

Προς καλοπροαίρετους και «καλοπροαίρετους»

<strong>Προς καλοπροαίρετους και «καλοπροαίρετους»</strong>

Προς καλοπροαίρετους και «καλοπροαίρετους»

Από τον Χρήστο Επάμ. Κυργιάκη

«Οι συνδικαλιστές πρέπει να πρωτοπορούν και όχι να αρνούνται την αξιολόγηση», υποστηρίζει καλοπροαίρετα φίλος αγαπημένος μαθαίνοντας τα της εκπαίδευσης από τα ΜΜΕ.

«Οι συνδικαλιστές δεν θέλουν την αξιολόγηση», γράφει και πληκτρολογεί «καλοπροαίρετα» ο Καθημερινός κονδηλοφόρος.

Σημείο αναφοράς και των δύο δεν είναι άλλο παρά οι περίφημοι «συνδικαλιστές».

Παραβλέπουν και οι δύο, ο πρώτος άθελά του και ο δεύτερος εσκεμμένα, πως η αντίθεση ενάντια στην αξιολόγηση προήλθε, με πάταγο είναι η αλήθεια, από το σύνολο, σχεδόν, του κλάδου των εκπαιδευτικών και όχι από μερικούς «συνδικαλιστές».

Τη μάχη της απεργίας-αποχής την έδωσαν με απόλυτη επιτυχία και συνέπεια καταφέρνοντας μία από τις πιο σημαντικές ήττες στην «ατσαλάκωτη» και κυριλέ κυβερνητική και νεοφιλελεύθερη λογική του σχολείου της αγοράς και της μπίζνας, οι «απλοί» και «ανώνυμοι», όπως συχνά τους αποκαλούν, εκπαιδευτικοί.

Αυτοί που τα τελευταία δέκα χρόνια είδαν τους μισθούς τους να εξανεμίζονται τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα να καταργούνται, και τη λάσπη προς το πρόσωπό τους να πετιέται ασταμάτητα.

Αυτοί που έχουν γίνει, εκτός από εκπαιδευτικοί, γραμματείς, ερμηνευτές νόμων, γραφειοκράτες με ειδικότητα στο να συμπληρώνουν φόρμες, ψυχαναλυτές και ψυχολόγοι δικοί τους μα και των μαθητών, των παιδιών τους και των μελών των οικογενειών τους.

Είναι οι ίδιοι που γυρνάνε σε τρία, τέσσερα και πέντε σχολεία, για να συμπληρώσουν ωράριο, οι λεγόμενοι αόρατοι συνάδελφοι που μόνο οι «προγραμματιστές» ξέρουν τα ονόματά τους στα σχολεία που πηγαίνουν και που δεν προλαβαίνουν ούτε μια ανθρώπινη φιλική και συναδελφική σχέση να χτίσουν.

Είναι όλοι αυτοί οι εργαζόμενοι-λάστιχο που έχουν ένα σκασμό προϋπηρεσία στα δημόσια σχολεία αλλά θεωρούνται ανίκανοι από το επίσημο ευνομούμενο κράτος να συνεχίσουν να «γράφουν» προϋπηρεσία αλλά με όρους εργασιακής ασφάλειας και μονιμότητας. Γιατί ούτε τα κενά καλύφθηκαν ούτε οι αναπληρωτές εξαφανίστηκαν.

Δεν είναι άλλοι παρά αυτοί οι μοναδικοί που με το φιλότιμο, την αυταπάρνηση και τον «επαγγελματισμό» τους κράτησαν, κρατάνε και θα εξακολουθήσουν να κρατάνε όρθιο το δημόσιο σχολείο, ανοιχτό σε όλα τα παιδιά, χωρίς αποκλεισμούς, κόντρα σε ρουφιάνους και ρατσιστές.

Στους καλοπροαίρετους που ζητάνε από τους εκπαιδευτικούς να πρωτοπορήσουν, η απάντηση, επίσης καλοπροαίρετα είναι πως μονίμως πρωτοπορούν ζητώντας και διεκδικώντας:

Ολιγομελή τμήματα για να μπορούν να ασχολούνται πολύ περισσότερο με το κάθε παιδί και τις μαθησιακές του ανάγκες.

Ουσιαστικές συνεχείς δωρεάν επιμορφώσεις, και εκπαιδευτικές άδειες με αποδοχές για να μπορούν όλοι όσοι το επιθυμούν να διευρύνουν με δωρεάν  μεταπτυχιακά προγράμματα τους ορίζοντες και τις γνώσεις τους χωρίς να χρειάζεται να ξοδεύουν μια περιουσία σε σεμινάρια και μεταπτυχιακά επί πληρωμή.

Πρόσληψη προσωπικού για γραμματειακή υποστήριξη ώστε να μπορούν οι εκπαιδευτικοί να ασχολούνται μόνο με το μαθησιακό-γνωστικό κομμάτι και τις ανάγκες των μαθητών και όχι της εκάστοτε γραφειοκρατικής διοίκησης.

Σύγχρονα βιβλία και αναλυτικά προγράμματα σπουδών σύμφωνα με τις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων για πραγματική γνώση και μόρφωση και όχι σύμφωνα με τις ανάγκες της αγοράς σε δεξιότητες.

Σχολεία σύγχρονα, αντάξια των μαθητών και των κόπων των γονιών τους που φορολογούνται άγρια, με εργαστήρια, γυμναστήρια, θέατρα, μουσικά όργανα, αίθουσες προβολών πλαισιωμένα από τους αντίστοιχους εκπαιδευτικούς εικαστικών μαθημάτων αλλά και μαθημάτων κοινωνικών επιστημών.

Στους «καλοπροαίρετους» κονδηλοφόρους που επίσης ζητάνε από τους εκπαιδευτικούς να «πρωτοπορήσουν» και να δεχτούν την αξιολόγηση της κυβέρνησης και των διεθνών οργανισμών η απάντηση βγαίνει αβίαστα.

Η «αξιολόγησή» τους ή η «αποτίμησή» τους ή η «ανατροφοδότηση» τους, μόνο πρωτοπορία δεν συνιστά. Ίσα-ίσα που παραπέμπει ευθέως σε Μεσαίωνα καθώς προβλέπει, κατηγοριοποίηση εκπαιδευτικών και σχολείων, κατάργηση, ή συρρίκνωση σχολικών μονάδων, μείωση χρηματοδότησης, μείωση μισθών, απολύσεις, δηλαδή, καίριο χτύπημα στο δημόσιο σχολείο και τις παροχές του. Σημαίνει ασφυκτική πίεση προς τους εκπαιδευτικούς και στραγγαλισμό της  παιδαγωγικής ελευθερίας την οποία επιβάλλεται να έχει.

Η «αξιολόγησή» τους θέλει να μετατρέψει τον εκπαιδευτικό σε έναν κυνηγό μαγισσών που αντί για σκούπα θα καβαλάνε ηλεκτρονικές φόρμες αποτίμησης και στατιστικών στοιχείων και που το μόνο για το οποίο θα νοιάζεται είναι το πώς θα «φέρνει» ζεστό χρήμα στο σχολείο αναζητώντας χορηγούς και υλοποιώντας «προγράμματα».

Η «αξιολόγησή» τους σημαίνει περισσότερα παιδιά εκτός δημόσιου σχολείου, απροστάτευτα στις ορέξεις είτε των αφεντικών είτε των ιδιωτικών σχολαρχών. Η ελάχιστη βάση εισαγωγής έδειξε το δρόμο και η τράπεζα θεμάτων θα έρθει να τον ασφαλτοστρώσει.

Αν τα προηγούμενα δεν οδηγούν στον σκοταδισμό και τον στραγγαλισμό του δημόσιου σχολείου, τότε ο εθνικός μας λεξικογράφος πρέπει να ψάξει για νέες λέξεις και ορολογίες.

Όπως και να το δει κανείς, είτε καλοπροαίρετα είτε «καλοπροαίρετα», οι εκπαιδευτικοί ήταν, είναι και θα είναι αυτοί που θα πρωτοπορούν.

Για αρχή, θα ευχηθούν «καλές διακοπές και καλό καλοκαίρι», στους εμπνευστές της αξιολόγησης και στους υποστηρικτές της νέας προσπάθειας για εφαρμογή της.

Μάλλον όλοι οι παραπάνω πρέπει να ετοιμάζονται για άλλη μία ήττα, αυτή τη φορά ακόμη πιο σκληρή, οδυνηρή, μια ήττα τελειωτική.

 

Ετικέτες: , , , ,

Η άτιμη η κενωνία

Η άτιμη η κενωνία

Η άτιμη η κενωνία

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Τα πράγματα είναι απλά. Απλά και εύκολα. Όσο εύκολες ήταν οι εργασίες που έχουν κάνει στη ζωή τους κάποιοι πολιτικοί μας ηγέτες, άριστοι κατά τα άλλα, και λάτρεις της σκληρής εργασίας.

Άμα είσαι γιατρός και σώζεις ζωές και μάχεσαι για να νιώθει ο άνθρωπος αξιοπρεπής μέσα στην ασθένειά σου, όπως ευτυχώς συμβαίνει με τους περισσότερους γιατρούς, και δεν παίρνεις φακελάκια ως προϋπόθεση για να τους αναλάβεις, η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σου χαρίζει απλόχερα το χειροκρότημά της. Σε στύβει στις υπερωρίες και ακόμα στις χρωστάει. Γιατρουδάκι σε ανεβάζει γιατρουδάκο σε κατεβάζει. Ενώ αν είσαι από τους άλλους, τους εκβιαστές, η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σε ανταμείβει. Σε κάνει καθηγητή, μεγαλογιατρό με πουράκλες στο γραφείο σου κάτω από το «απαγορεύεται το κάπνισμα». Μέχρι και πρύτανη μπορεί να σε κάνει για να έχεις τον έλεγχο και να τα κονομάς από παντού ή και ειδικό σε κάποια από τις επιστημονικές επιτροπές για να έχουν οι ιθύνοντες το κεφάλι τους ήσυχο.

Άμα είσαι άνθρωπος του μόχθου, του μεροκάματου και της καθημερινής βιοπάλης, η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σε έχει κυριολεκτικά χεσμένο. Μόνο η μάνα σου σε θυμάται και μόνο αυτή νιώθει το τι περνάς. Ποιος νοιάζεται αν έχεις να περάσεις το μήνα, αν έχεις για το ενοίκιο, αν σου φτάνουν για τη δόση του δανείου, αν έχεις φαΐ στο πιάτο κάθε που γυρνάς στο σπίτι ή αν δουλεύεις ένα σκασμό ώρες κάθε μέρα;

Αν είσαι όμως μέγας πληρωμένος ξεχασμένος και ξεγραμμένος μαχητής και μπορείς και επιβιώνεις σε στημένες κακουχίες κάπου εκεί στην καραϊβική τότε η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σε έχει περί πολλού. Σε περιμένει στα αεροδρόμια για να σε επευφημήσει λες και ανακάλυψες το φάρμακο για τον καρκίνο, λες και έβαλες έστω ένα λιθαράκι, έναν κόκκο άμμου βρε αδερφέ για να φτιάξεις ένα σκαλί για να πατήσει ο «άνθρωπος» και να δικαιολογήσει το όνομά του. Σου ετοιμάζει συνεντεύξεις σε κανάλια πανελλαδικής εμβέλειας για να αναλύσεις τις κραυγές που έβγαζες όταν βουτούσες στα λασπόνερα ξυπνώντας ακόμη και στα τσακάλια ακόμη πιο ζωώδη ένστικτα.

Αν πάλι είσαι μισθωμένος αγρότης σε φάρμα, τέτοιος αγρότης που σηκώνεται ο φράχτης, παίρνει των ομματιών του και πάει μετανάστης στην Παταγονία, και ουρλιάζεις χωρίς λόγο όλη την ώρα κάνοντας τον άγριο και τον τσαμπουκαλεμένο, η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σε προβάλλει σαν πρότυπο. Να γαμπρός για τις κόρες τις έμορφες. Και δως του τα κανάλια να σε κυνηγάνε για μια σου λέξη, τι λέξη δηλαδή, για ένα σου μουγκρητό έστω για ένα σου γέλιο για να λάμψει η λευκασμένη οδοντοστοιχία σου.

Αν όμως είσαι αγρότης κανονικός, από αυτούς που μυρίζουν το χώμα και καταλαβαίνουν αν και πόσο διψάει, από αυτούς που παλεύουν με τη γη για να ζήσουν οι ίδιοι και οι οικογένειές τους τότε η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, θα σε πει τεμπέλη και καφενόβιο που ζεις με τις επιδοτήσεις και κλείνεις τις εθνικές οδούς του Μπόμπολα και δεν αφήνεις τον Πέτρο να πάει να δει τη μανούλα του και στενοχωριέται ο Πέτρος και οι όμοιοί του. Και σε λίγα χρόνια εκεί που χρωστούσε και της Μιχαλούς κατορθώνει και μας κάνει τη χάρη να προσφέρει και πάλι με τα έντυπά του στον εκπολιτισμό του μνημονιακού νεοέλληνα. Αυτά είναι τα ωραία.

Όμως ευτυχώς για όλους εμάς τους υπόλοιπους που δεν είμαστε μέλη της κοινωνίας ούτε της επίσημης ούτε της ανεπίσημης, υπάρχουν εκείνοι, και είναι πάρα πολλοί, που κρατάνε άσβεστη τη φλόγα της ελπίδας και είναι φορές που την κάνουν πυρκαγιά που καίει ότι τοξικό υπάρχει και μπορούμε και ρουφάμε καθαρό αέρα.

Είναι όλοι αυτοί οι παραπάνω που η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, τους έχει απορρίψει. Και κοντά σ’ αυτούς είναι κι άλλοι, όπως οι φοιτητές που πέταξαν έξω τους μπάτσους του Μιχάλη και του Κούλη από τα πανεπιστήμια ή όπως οι εκπαιδευτικοί που όρθωσαν και πάλι ανάστημα στις εμμονικές αντιδραστικές επιδιώξεις της κυρά-Νίκης και πέταξαν για μία ακόμη φορά στον καλάθι των α(χ)ρήστων την αξιολόγησή τους.

Γιατί τα πράγματα είναι απλά. Άλλες οι ανάγκες της πραγματικής κοινωνίας και άλλες οι εικονικές ανάγκες της κενωνίας που θέλει να εμφανίζεται ως κοινωνία, επίσημη ή ανεπίσημη.

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Η μάνα

Η μάνα

Η μάνα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Λένε πως η δουλειά σε ανταμείβει, πως όποιος δουλεύει αργά ή γρήγορα θα βρει προκοπή. Εννοούν πως θα αποκτήσει περιουσία, θα βγάλει λεφτά θα ανέβει τάξη στην κοινωνία. Θα γίνει κάποιος βρε αδερφέ.

Δώδεκα χρονών ήταν ο Παναγής, εκεί γύρω στα 1920.

Τον ξύπνησε η μάνα του ένα πρωί και του ανακοίνωσε πως ο πατέρας του πέθανε.

– Και δεν θα τον ξαναδούμε μάνα;

– Είδες πολλούς πεθαμένους μέχρι τώρα;

– Δεν ξέρω μάνα, είμαι μικρός.

– Πέθανε σου λέω. Μας άφησε χρόνους που να καεί στην κόλαση ο αφορεσμένος.

– Όχι στην κόλαση μάνα. Κάνει πολλή ζέστα εκεί.

– Να καεί! Καψάλα να γίνει. Πώς θα τα βγάλω πέρα μόνη μου λες; Χωράφια δεν έχουμε, λίρες δεν έχουμε, παράδες δεν έχουμε. Και το σπίτι ακόμα που μένουμε είναι έτοιμο να σαρίσει.

– Μάνα γιατί πέθανε;

– Γιατί ήταν αχαΐρευτος. Εκεί που θέριζε έπεσε τέζα.

– Θέλω να τον δω. Πού είναι;

– Δεν χρειάζεται. Τον πήραν και τον έθαψαν. Δεν χρειάζεται να τον δεις.

– Είχα από προχτές να τον δω.

– Κι εγώ. Νόμιζα κοιμήθηκε στο χωράφι. Το είχε ξανακάνει. Αλλά αυτός πήγε και ψόφησε.

– Μη μιλάς έτσι για τον πατέρα. Σάματις ήθελε να πεθάνει λες;

– Κι άμα δεν ήθελε; Τώρα τι κάνουμε;

– Θα δουλέψω εγώ μάνα. Μη σκιάζεσαι.

– Θα πάω στον κυρ-Στέργιο και θα του ζητήσω δουλειά.

– Μην πας σ’ αυτόν.

– Γιατί;

– Δεν είναι καλός άνθρωπος. Και δεν μ’ αρέσει που σε κοιτάει. Ούτε που σε αγγίζει με τα χέρια του.

Δεν πρόλαβε ο Παναγής να τελειώσει τη φράση του και βρέθηκε με το κεφάλι στον τοίχο από την ξανάστροφη της μάνας του.

– Μάζεψε τη γλώσσα σου γιατί θα στην κόψω. Όταν ψηνόσουν στον πυρετό τις προάλλες, εκείνος πλήρωσε για να πας σε γιατρό στην πόλη. Ο ανεπρόκοπος ο πατέρας σου βλέπεις δεν μπορούσε.

Τα μάτια του παιδιού γέμισαν δάκρυα.

– Αν ξαναπείς ανεπρόκοπο τον πατέρα μου θα σε κλωτσήσω και θα φύγω.

– Να πας στα τρανά που θα με φοβερίξεις κιόλας.

Σηκώθηκε κι έφυγε ο Παναγής. Όχι, δεν την κλώτσησε τη μάνα του μα τα μάτια του έτρεχαν ασταμάτητα σα μικρές βρυσούλες. Μόνο που δεν έβγαζαν νερό γάργαρο. Φαρμάκι και πόνο έσταζαν, πόνο αβάσταχτο για την ψυχούλα του μικρού.

Πήγε στην άλλη άκρη του χωριού, στη θεια του τη Λένω, την αδερφή του πατέρα του.

– Κάτσε λίγες μέρες εδώ μέχρι να περάσει η μπόρα και θα πας να βρεις ξανά τη μάνα σου, του είπε η θεια του.

– Δεν πάω θεια. Δεν τη θέλω. Βρίζει τον πατέρα μου και θα πάει να βρει τον Στέργιο.

– Ποιον, εκείνο το παλιοζάγαρο;

– Ναι εκείνο.

– Ότι πει η μάνα σου, αυτό θα κάνεις κι εσύ.

– Εγώ δεν πάω σ’ αυτόν.

– Καλά! Σώπα τώρα. Αγρίμι σκέτο. Ίδιος ο πατέρας, Σε καλό να σου βγει.

Πέρασαν πάνω από δύο μήνες που έκατσε με τη θεια του. Η μάνα του πήγαινε και τον έβλεπε. Τον ξεκαθάρισε πως τον κυρ-Στέργιο θα τον παντρευτεί.

– Αν δεν τον παντρευτώ θα πεθάνουμε από την πείνα, κι εγώ κι εσύ μαζί που να μην έσωνα να τον παντρευόμουν τον αχαΐρευτο τον πατέρα σου.

Σηκώθηκε ο Παναγής και όρμησε με φόρα στη μάνα του. Τελευταία στιγμή, αντί να κλωτσήσει εκείνη, έριξε μια δυνατή κλωτσιά στο τραπέζι.

Ούρλιαξε η θεια του. Έβαλε τα κλάματα η μάνα του. Το παιδί βγήκε έξω κουτσαίνοντας και φωνάζοντας.

– Άι στο διάολο μάνα. Άι στο διάολο και συ και ο παλιό Στέργιος σου.

Τι κι αν δεν ήθελε ο Παναγής; Στο μήνα πάνω έγινε ο γάμος.

Αυτός κι η μάνα του μετακόμισαν στο σπίτι του πλούσιου πατριού του.

Από την πρώτη μέρα ο πατριός του έβαλε τους όρους του.

– Μικρέ, εδώ είναι το σπίτι μου. Το θες δεν το θες εδώ κουμάντο κάνω μόνο εγώ. Αν δεν συμφωνείς με όσα ορίζω θα μένεις έξω. Η μάνα σου είναι τώρα δική μου. Την ήθελα κι από παλιά αλλά οι δικοί της την έδωκαν στον πάτερα σου γιατί ήμουνα λέει μεγάλος.

– Σαν παππούς μου είσαι. Με το ένα πόδι στο τάφο.

– Όπως βλέπεις εγώ είμαι ολοζώντανος. Άλλος είναι στο τάφο.

Θόλωσε το παιδί με όσα άκουσε. Αρπάζει το κουζινομάχαιρο που ήταν πάνω στο τραπέζι και ορμάει στον κυρ-Στέργιο.

Τον προλαβαίνει εκείνος και του πιάνει το χέρι. Του τραβάει το μαχαίρι και είναι έτοιμος να το καρφώσει στο κορμί του παιδιού.

– Άτιμε θα σε σκοτώσω, ακούστηκε η φωνή της μάνας την ώρα που κάρφωνε στην πλάτη του κυρ-Στέργιου την κάμα που είχε πάντα στο ζωνάρι μέσα από τα σιγκούνια της.

Πέντε μαχαιριές του κατάφερε του κυρ-Στέργιου μέχρι να σιγουρευτεί πως ο γιος της δεν κινδυνεύει από τα χέρια του.

Φαρδύς πλατύς σωριάστηκε ο Στέργιος με το κουζινομάχαιρο να πέφτει δίπλα του στο πάτωμα.

– Φεύγα Παναγή. Τράβα στη θεια σου και πες της τι έγινε. Εμένα να με ξεχάσεις. Εκείνη θα έχεις τώρα για μάνα.

Τα χρόνια πέρασαν, ο Παναγής μεγάλωσε έκανε δική του οικογένεια μα τα σημάδια στην ψυχή του έμειναν ανεξίτηλα.

Ποτέ δεν αγκάλιασε τα τρία του παιδιά, ούτε όταν ήταν μικρά ούτε σαν μεγάλωσαν.

Και τη γυναίκα του, παρόλο που την «έκλεψε» από αγάπη γιατί οι δικοί της δεν τον ήθελαν για γαμπρό τους, δεν της είπε ποτέ ένα καλό, έναν γλυκό λόγο.

Και στο χωριό που κατέφυγε με την γυναίκα του για να συνεχίσει τη ζωή του, είχε τη φήμη του δύστροπου, του παράξενου και του αψύ ανθρώπου που όλα του έφταιγαν.

Σε κανέναν δεν μίλησε ποτέ για τα όσα πέρασε.

Αυτά μαθεύτηκαν αργότερα όταν ο ίδιος είχε φύγει πια από τη ζωή.

Κάποιοι έσκυψαν το κεφάλι, κάποιοι ένιωσαν τύψεις αλλά οι περισσότεροι συνέχισαν να ζουν τις ζωές τους με τα δικά τους τραύματα και τα δικά τους απωθημένα.

Μέχρι να κλείσει τα μάτια του δούλευε στα χωράφια.

Ούτε περιουσία απόκτησε, ούτε παράδες, ούτε λίρες, ούτε παλάτια.

Τι κι αν τον σκιάζονταν τα χώματα σαν τον έβλεπαν;

Ίσως δεν του «άξιζε να προκόψει»…

 

Ετικέτες: , , , , ,

Πρέπει να φας παιδί μου

Πρέπει να φας παιδί μου

Πρέπει να φας παιδί μου

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

«Γιατί κλαις παιδί μου; Μήπως πεινάς; Θα πεινάς σίγουρα. Είσαι αδύνατος. Πρέπει να τρως. Έλα σε παρακαλώ. Φάε λίγο ψωμί τουλάχιστον.»

Δώδεκα γυναίκες, εργάτριες γης, στοιβαγμένες σε μια αποθήκη «του αφέντη», όλες από το διπλανό χωριό, αποκαμωμένες από το σκάλισμα των βαμβακιών νύχτα με νύχτα, στρωματσάδα πάνω σε κάτι σελτέδες γεμάτους κοριούς και τσιμπούρια. Τουαλέτα, που λέει ο λόγος, και τουλούμπα για πλύσιμο έξω από την αποθήκη. Καμιά τριανταριά μέτρα μακριά.

Είκοσι έξι χρονών η μικρότερη, με δύο παιδιά, τρίχρονο το τελευταίο, εξήντα δύο η μεγαλύτερη. Όλες άφησαν τα σπίτια τους και τις οικογένειές τους για δύο βδομάδες επειδή η ανάγκη τους έσφιγγε το λαιμό.

Για το μεροκάματο, για να βουλώσουν καμιά τρύπα, για να αγοράσουν ξύλα για το χειμώνα, για να πάρουν κανένα κιλό κρέας για το παιδί, για, για…

– Πάλι εφιάλτη έβλεπε η μικρή. Θα σκάσει από το κακό της.

– Μας βγήκε ευαίσθητη. Λες και τα δικά μας είναι σκυλιά κι όχι παιδιά.

Η μεγαλύτερη από όλες πήγε και σκούντηξε σιγά-σιγά τη μικρή για να την ξυπνήσει χωρίς να τρομάξει.

– Έλα σήκω. Σου είπα να μην ξεσυνερίζεσαι με όσα βάζεις στο μυαλό σου. Μια χαρά είναι το παιδί. Έχουμε δέκα μέρες ακόμα. Άμα δεν κοιμάσαι πώς θα αντέξεις όλες τις μέρες με το τσαπί στο χέρι;

– Είδα πάλι ότι έκλαιγε και δεν έτρωγε. Έμαθε με μένα και δεν τρώει με την πεθερά μου. Πώς θα βάλει κάνα γραμμάριο άμα δεν τρώει.

– Μην κάνεις έτσι. Εμείς δεν έχουμε παιδιά; Δεν βλέπουμε και εφιάλτες κάθε βράδυ, πετάχτηκε η εργάτρια που την κατέκρινε και πριν.

Η «μικρή» δεν μίλησε. Μόνο την κοίταξε με απορία και θλίψη.

– Εσύ να κοιτάς τη δουλειά σου, της είπε η πιο ηλικιωμένη.

– Κι εσύ τη δική σου, της απάντησε η ίδια εργάτρια.

Από την πρώτη μέρα η μικρομάνα δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει πίσω στα παιδιά της και στο σπίτι της. Είχε έρθει και πέρυσι για μεροκάματο, στον ίδιο «αφέντη», αλλά φέτος δεν επέστρεφε κάθε βράδυ στους δικούς της. Για δυο βδομάδες, μέχρι να τελειώσει το σκάλισμα θα έμεναν στην αποθήκη του αφέντη για να μην χάνουν χρόνο.

Το φαΐ λιγοστό και μετρημένο. Βλέπετε «δεν του περίσσευαν» και του αφέντη. Με αυτά τα «ψωροχωραφάκια πάσχιζε κι αυτός να τα φέρει βόλτα».

Όλη τη μέρα την έβγαζε στο χωράφι να επιτηρεί τις εργάτριες.

Άμα του «γυάλιζε» και καμία, την πλησίαζε όταν έβρισκε ευκαιρία και άρχιζε τις «προτάσεις».

– Ας τολμήσει να πλησιάσει και θα του ανοίξω το κεφάλι με την τσάπα στα δυο σαν κολοκύθι, είπε μία από τις εργάτριες που ο αφέντης έδειξε από την πρώτη στιγμή ότι του αρέσει.

Το έλεγε και το εννοούσε η συγκεκριμένη. Ήταν όμορφη κι ανύπαντρη κι όσο να’ ναι όσοι έβαζαν κακό με το νου τους τη θεωρούσαν «εύκολο στόχο».

Πριν από τρία χρόνια όταν ο γιος του αφεντικού σε ένα άλλο χωριό τόλμησε να απλώσει το χέρι του και να την ακουμπήσει την ώρα που γύριζε με το θκούλι το τριφύλλι, του κάρφωσε το θκούλι στο χέρι και το έμπηξε στο χώμα.

– Εμένα χωρίς να το θέλω δεν με ακουμπάει κανείς, του είπε. Έβγαλε το θκούλι από το χέρι του νεαρού, το ακούμπησε στον ώμο της και τράβηξε κατά το αφεντικό που ερχόταν προς το μέρος της καθώς άκουσε τα ουρλιαχτά του γιού του.

– Τα μεροκάματά μου και φεύγω, του είπε κρατώντας το θκούλι κατά πάνω του.

– Παλάβωσες; Της είπε εκείνος.

– Τώρα θα παλαβώσω. Σύμασε το γυφτόπιασμα το παλιοζάγαρο το γιο σου να μην τον στείλω σουβλισμένο στη γυναίκα σου.

Σκιάχτηκε το αφεντικό. Είδε και το θκούλι να τον σημαδεύει στο «δόξα πατρί» και σου λέει: ζουρλή είναι ετούτη χωρίς αμφιβολία.

– Δεν έχω μαζί μου παράδες. Στέκα εδώ να πάω στο σπίτι να σου φέρω.

Πήρε τα μεροκάματα και έφυγε με τα ποδάρια. Από κοντά την ακολούθησαν κι άλλες. Μόνο πέντε έμειναν. Τον τάραξε στο ξύλο το γιο του το αφεντικό.

– Σύρε να γυρίσεις μόνο σου το τριφύλλι τώρα. Παλιο κοθώνι του κερατά.

Πίσω στην αποθήκη οι περισσότερες εργάτριες ξαγρύπνησαν. Άρχισαν να λένε ιστορίες και να σιγοτραγουδούν. Αυτές που νύσταζαν γκρίνιαζαν πως ήθελαν να κοιμηθούν για να αντέξουν την επόμενη μέρα.

– Στεκάτε λίγο, είπε σε κάποια στιγμή η ηλικιωμένη. Πήγε στον τροβά της και έβγαλε από μέσα ένα μπουκάλι. Τράβηξε το φελλό και ήπιε μια γουλιά. Σφούγγιξε με το μανίκι το στόμα της και είπε: Μωρέ και πεθαμένο ανασταίνει το άτιμο.

– Έφερες τσίπουρο μαρή;

– Όχι θα κάθομαν. Χρειάζεται κι αυτό καμιά φορά. Έλα πιες λίγο και να πλαγιάσουμε. Πέρασε η ώρα. Άρχισαν να λαλάνε τα κοκόρια. Ξημερώνει σε λίγο.

Πριν ακόμα χαράξει, το αφεντικό έφτασε έξω από την αποθήκη και άρχισε να φωνάζει για να ξυπνήσουν οι εργάτριες.

Οι γυναίκες άρχισαν να αναδεύονται και να σκουντάνε η μία την άλλη.

– Ήρθε ο ξεσποριασμένος ακόμα δεν βγήκε ο ήλιος! Μη χάσει κάνα λεπτό!

Πολύ γρήγορα όλες ήταν στο πόδι. Κίνησαν προς την άλλη πλευρά της αποθήκης για να πάρουν τα τσαπιά.

Όλες εκτός από μία.

Η μικρομάνα έλλειπε.

– Το’ πε και το’ κανε, η αφορισμένη, είπε η πιο ηλικιωμένη για να συνεχίσει: Αφεντικό, η μικρή έφυγε. Εγώ δεν κάθομαι να δουλέψω. Θα πάω να τη βρω μην πάθει και τίποτα στο δρόμο. Μικρό κορίτσι είναι.

– Όποια φύγει να ξέρει πως δεν θα πληρωθεί και δεν θα ξαναδουλέψει για μένα.

– Θα μας πληρώσεις και θα πεις κι ένα τραγούδι μην πάρω το θκούλι και σε περιλάβω μ’ αυτό, όπως τον άλλον. Τώρα όσο για τη δουλειά, θα μας παρακαλάς και δεν θα ερχόμαστε, του είπε η άλλη εργάτρια.

– Μα δεν τα έχω τώρα τα λεφτά. Αλλιώς τα υπολόγιζα. Και θα με αφήσετε έτσι; Ρωτούσε απεγνωσμένος τώρα ο «αφέντης» που έβλεπε πως το αρχικό του νταηλίκι πήγε στράφι.

– Εγώ θα μείνω, είπε μία από τις εργάτριες.

– Θα μείνει καμία άλλη; Ρώτησε η ηλικιωμένη.

Καμία δεν μίλησε.

– Πάμε λοιπόν. Θα στείλω αύριο τον άντρα μου για τα μεροκάματα, είπε πάλι η ηλικιωμένη στο αφεντικό.

Τελικά, όλες πήραν το δρόμο της επιστροφής.

Δυο χιλιόμετρα πιο πέρα, μετά το ποτάμι κάτω από έναν φτελιά, αντάμωσαν την εργάτρια που είχε φύγει.

Στάθηκε κάτω από τον ίσκιο να ξαποστάσει και την πήρε ο ύπνος. Ούτε που τις κατάλαβε που πλησίασαν.

«Μην κλαις παιδί μου. Μην κλαις γραμμένο μου. Έρχομαι να σε ταΐσω εγώ. Κάνε λίγο υπομονή κι έρχομαι. Πρέπει να φας παιδί μου. Είσαι αδύνατο.»

 

Ετικέτες: , , ,

ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ, ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ ΚΑΙ ΠΡΑΙΤΟΡΕΣ ΤΙΜΗΣΑΝ ΤΗΝ ΕΠΑΙΤΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟ

ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ, ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ ΚΑΙ ΠΡΑΙΤΟΡΕΣ ΤΙΜΗΣΑΝ ΤΗΝ ΕΠΑΙΤΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟ

ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ, ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ ΚΑΙ ΠΡΑΙΤΟΡΕΣ ΤΙΜΗΣΑΝ ΤΗΝ ΕΠΑΙΤΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟ

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Νόμισαν πως με απαγορεύσεις, με αστυνομικές και υπουργικές αποφάσεις που ζέχνουν επταετία και παραβιάζουν κατοχυρωμένα δικαιώματα, που είναι γραμμένα με αίμα σε τούτο το Σύνταγμα, που υποτίθεται ότι υπηρετούν, πως θα διαγράψουν από τη λαϊκή μνήμη τη δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Γρηγορόπουλου.

Απέκλεισαν δρόμους, λες και μπορούν να αποκλείσουν τη σκέψη, έδειραν ανθρώπους, μικρούς και μεγάλους, νέους και γέρους, υγιείς και αρρώστους λες και είναι αυτοί οι μόνοι αλαζόνες που γέννησαν οι μαύροι αιώνες της ιστορίας. Τίποτα δεν ξέρουν, τίποτα δεν έμαθαν, τίποτα δεν διδάχτηκαν για το βόθρο που επιφυλάσσει η ιστορική μνήμη στους αλαζόνες εξουσιαστές.

Μέχρι και τα λουλούδια στο πεζούλι που άκουσε την τελευταία πνοή του παιδιού προσπάθησαν να μαγαρίσουν. Όμως τα λουλούδια και ειδικά αυτά τα λουλούδια, δεν μαγαρίζουν από βρώμικα χέρια και μαγαρισμένες ψυχές.

Το αντίθετο. Ανθίζουν πιο πολύ και ευωδιάζουν τόσο που δηλητηριάζονται με το άρωμά τους αυτοί που τα καταστρέφουν. Για τις μαγαρισμένες ψυχές δηλητήριο είναι η ευωδιά των λουλουδιών μα δεν το ‘χουν πάρει ακόμα χαμπάρι.

Το μόνο που κατάφεραν ήταν να θυμίσουν σε όλους μας και να πληροφορήσουν τους νέους που δεν θυμούνται, ποιοι ήταν αυτοί που δολοφόνησαν τον Γρηγορόπουλο. Όχι ως φυσικοί αυτουργοί αλλά ως ηθικοί και ιδεολογικοί παρακινητές.

Η κρατική βία, η αυθαιρεσία και ο αυταρχισμός των μηχανισμών καταστολής όποτε επιλέγονται ως μέσο για να καταπνίξουν δικαιώματα, θα σκοτώνουν ότι είναι νέο και αντιμάχεται το σάπιο σύστημα που γεννάει και κατευθύνει όλα τα παραπάνω.

Όμως πάντα, το νέο θα ανασταίνεται ενώ το σύστημά τους όλο και θα σαπίζει μέχρι να γκρεμιστεί κάτω από τη λαϊκή οργή.

 

Ετικέτες: , ,

Καθολικό αίτημα η αύξηση των μισθών για όλους

Καθολικό αίτημα η αύξηση των μισθών για όλους

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Η αύξηση του ελάχιστου μισθού σχετίζεται με μείωση στις ...

Άρχισαν πάλι κυβερνώντες και φερέφωνα, οι μεν να πιπιλίζουν και οι δε να αναπαράγουν, τις απειλές με τη μορφή προειδοποιήσεων για μειώσεις των μισθών.

Η συνταγή απλή και δοκιμασμένη σε σημείο που έχει καταντήσει αηδία και επικίνδυνη για πρόκληση εγκεφαλικών δηλητηριάσεων.

Γιατί μείωση μισθών;

Γιατί όχι αύξηση των μισθών όλων των εργαζομένων στα επίπεδα τουλάχιστον ίδια με αυτά των βουλευτών και των δικαστικών;

Ποιος εργαζόμενος θα διαφωνήσει σε κάτι τέτοιο;

Ποιος εργαζόμενος θα θεωρήσει ότι δεν το αξίζει;

Ποιος βουλευτής θα αρνηθεί την ισότητα των οικονομικών απολαβών στην πράξη και θα διστάσει να σηκώσει το χέρι ψηφίζοντας «ναι» σε κάποιο αντίστοιχο νομοσχέδιο;

Ποιος δικαστής θα κρίνει αυτό το νομοσχέδιο άδικο όταν ο ίδιος έχει εισηγηθεί θετικά για αύξηση στις δικές του απολαβές;

Ποιος θα αρνηθεί και γιατί οι μισθοί των εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων να είναι στα παραπάνω επίπεδα; Ποιοι έμαθαν γράμματα σε όλους τους υπόλοιπους; Ποιοι βοήθησαν στο να αποκτήσουν γνώσεις και μόρφωση;

Ποιος θα αρνηθεί και γιατί οι οικονομικές απολαβές όλων των υπόλοιπων εργαζόμενων και αγροτών να είναι και αυτές στα παραπάνω επίπεδα; Μπορούμε να επιβιώσουμε χωρίς αυτούς;

Κάποιοι θα πουν:

«Μα αυτό είναι ανέκδοτο», «Δεν γίνονται αυτά», «Που θα βρεθούν τα χρήματα;», «Δεν αντέχει η εθνική οικονομία», «Θα δημιουργηθούν αντιδράσεις;», «Που θα βρεθούν τα χρήματα;».

Εντάξει λοιπόν! Ας τα δούμε ένα-ένα.

Γιατί να θεωρείται ανέκδοτο ο μισθός των 7.000 ευρώ σε όλους και να μην θεωρείται ανέκδοτο, το ποσό αυτό να το παίρνουν ελάχιστοι και οι πολλοί να πρέπει να «ζήσουν» με τρεις κι εξήντα;

Γιατί να μην θεωρείται ανέκδοτο οι μειώσεις των μισθών που σκέφτονται και προετοιμάζουν;

Γιατί να μην θεωρείται ανέκδοτο η στέρηση του δικαιώματος να ζούμε όλοι αξιοπρεπώς;

Τα χρήματα υπάρχουν και τα έχουν οι πλούσιοι. Πλούσιος άλλωστε αυτό σημαίνει. Οι πολύ πλούσιοι έχουν ακόμα περισσότερα. Με τον ιδρώτα, το μόχθο και το αίμα των πολλών δεν τα απέκτησαν;

Ποια είναι αυτή η εθνική οικονομία επιτέλους που δεν αντέχει; Αυτοί που δεν αντέχουν είναι οι εκατοντάδες χιλιάδες των ανέργων και τα εκατομμύρια των εργαζόμενων.

Δεν είδα ποτέ κανέναν εργοστασιάρχη, βιομήχανο, εφοπλιστή ή τραπεζίτη να πεινάει. Είδατε εσείς; Ελάχιστοι άνθρωποι κατέχουν τον μισό πλούτο της γης. Μπορούν να ζήσουν και με πολύ λιγότερα. Μήπως ήρθε η ώρα να τα επιστρέψουν στους «νόμιμους δικαιούχους» που άλλωστε τα παρήγαγαν;

Εθνική οικονομία είναι η «οικονομία» των εκατομμυρίων εργαζομένων και όχι των ελάχιστων οικονομικών κηφήνων.

Κανένας άνθρωπος δεν έχει μεγαλύτερη αξία από κάποιων άλλον λόγω περισσότερων χρημάτων.

Οι κοινωνίες που μετράνε την αξία των ανθρώπων με το πάχος των πορτοφολιών τους είναι σάπιες και αναπαράγουν ανισότητες.

Καθολικό αίτημα λοιπόν.

Όλοι να έχουν τις ίδιες απολαβές όσο «ψηλά» ή «χαμηλά» κι αν βρίσκονται.

Η πανδημία έδειξε ότι τα γρανάζια της κοινωνίας γυρνάνε με τους «απλούς» και «ασήμαντους», τους «αόρατους» και τους «σιωπηλούς» και όχι με τους «κηφήνες» και τα «φερέφωνα».

 

Ετικέτες: , , , ,

ΔΩΡΕΑΝ ΒΟΗΘΗΜΑ ΓΙΑ ΗΛΕΚΡΟΜΑΓΝΗΤΙΣΜΟ-ΕΠΑΓΩΓΗ ΦΥΣΙΚΗ Β ΛΥΚΕΙΟΥ

Click to access cea6cf85cf83ceb9cebaceaece92ce9bcf85cebaceb5ceafcebfcf85.pdf

 

 

Ετικέτες: ,

ΤΕΛΙΚΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΚΟΥΦΑΛΑ Η ΖΩΗ

ΤΕΛΙΚΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΚΟΥΦΑΛΑ Η ΖΩΗ

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Λέσβος: Θυελλώδεις άνεμοι ξερίζωσαν υπεραιωνόβιο πλάτανο - Με ...
Φοβηθήκαμε μη μας κολλήσουν αρρώστιες, μικρόβια και αλλά τινά κέρατα οι απολίτιστοι οι «λάθρο» και όλοι αυτοί οι «εισβολείς». Έτσι, εμείς οι πολιτισμένοι, τους μαντρώσαμε σε εξωτικές «δομές» μέχρι που τους μεταδώσαμε και τον βασιλικό μας ιό. Αλήθεια, πόσο πολιτισμένος θεωρείται αυτός που επιτρέπει να πεθαίνουν από την πείνα παιδιά «απολίτιστων»; Που βομβαρδίζει σπίτια, σχολεία, νοσοκομεία και άμαχους «απολίτιστους»;

Χρόνια και χρόνια καταβλήθηκαν τιτάνιες προσπάθειες από τα «Μιράζ της ελληνικής δημοσιογραφίας», που θα έλεγε και ο Τράγκας, από τους «τιτάνες της ενημέρωσης» και από διάφορους άλλους ειδικούς, που ούτε του κ@λου δεν τους λες, για να πειστεί ο λαουτζίκος, αυτός ο μικρός, ο Μέγας, ότι για το δικό του το καλό δεν θα έπρεπε να υπάρχουν δημόσια νοσοκομεία, ούτε κέντρα υγείας, ούτε ΕΚΑΒ, ούτε νοσηλευτές, ούτε και προσωπικό καθαριότητας. Κι ήρθε η στιγμή που ένα από τα «Μιράζ» μπήκε εντατική λόγω του βασιλικού μας ιού. Και βγαίνοντας, ευτυχώς υγιής, ανακάλυψε τη σημαντικότητα και την αξία των δημόσιων νοσοκομείων μα και την αξιοσύνη των γιατρών και των νοσηλευτών τους.

Ποιος να το περίμενε πριν από λίγους μήνες ότι όλοι εκείνοι οι εργαζόμενοι, οι γνωστοί κωπηλάτες της γαλέρας, της μισθολογικής σφαλιάρας και της ανασφάλιστης εργασίας θα αποδείκνυαν σε όλη την κοινωνία, οι εργοδότες τους το ήξεραν πολύ καλά, ότι αυτοί και μόνο αυτοί στηρίζουν τη λειτουργία της φαινομενικά πανίσχυρης ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Δεν πρόκειται ούτε για μανατζαρέους με ευφυείς σχεδιασμούς, έχουμε και στην εκπαίδευση τέτοια φυντάνια, ούτε για «χρυσά και ασημένια παιδιά».

Στους ντελιβεράδες αναφέρομαι και στους εργαζόμενους στα σούπερ μάρκετς, στους εργαζόμενους στην καθαριότητα και σε όσους έχουν απομείνει στην «βοήθεια στο σπίτι». Στους αγρότες και τους κτηνοτρόφους, που παράγουν για να μπορούμε να επιβιώνουμε ως έγκλειστοι μα και όσους φορτώνουν και ξεφορτώνουν καράβια και φορτηγά σε λιμάνια και σταθμούς αυτοκινήτων.

Τα προηγούμενα δύο καλοκαίρια στα νησιά της χώρας μας και όχι μόνο, οι επισκέπτες ήταν ευπρόσδεκτοι και όλοι τους περίμεναν πως και πως. Τουρισμός βλέπεις. Λογικό και αναμενόμενο. Και να που φτάσαμε στο σημείο οι κάτοικοι, λέει, των νησιών να μην θέλουν την άφιξη επισκεπτών μπροστά στον φόβο της εξάπλωσης του βασιλικού ιού.

Τελικά δεν ήρθε η συντέλεια του κόσμου όταν λόγω του βασιλικού ιού ανέκοψαν ρυθμό οι μηχανές σε εργοστάσια, πλοία, αεροπλάνα και αυτοκίνητα. Το αντίθετο συνέβη. Ο πλανήτης μας ανάσανε!

Πριν την πανδημία οι οπαδοί του νεοφιλελευθερισμού, κρυφοί και φανεροί, ούρλιαζαν στην κυριολεξία ζητώντας «λιγότερο κράτος». Τώρα φωνάζουν ρωτώντας: «που είναι το κράτος να μας προστατεύσει;». Αυτό είναι ή μία όψη η αληθινή. Υπάρχει και η άλλη όψη, κι αυτή αληθινή, που θέλει πολλούς πονηρούληδες εργοδοτούληδες να προσπαθούν να βγάλουν εν μέσω πανδημίας από τη μύγα-εργαζόμενο, ξύγκι και από το κράτος ότι μπορέσουν.

Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που απορούσαν με τους πρόσφυγες και μετανάστες πως είναι δυνατόν να εγκαταλείπουν τα σπίτια τους και να βάζουν σε κίνδυνο τη ζωή τη δική τους και των παιδιών τους. Δεν τους περνούσε από το μυαλό πως το αίσθημα της επιβίωσης και η ανάγκη να προστατεύσουμε τους εαυτούς μας και τους δικούς μας ανθρώπους μας οδηγεί σε πράξεις που μπορεί σε κάποιον που ζει στη γυάλα της ασφάλειάς του να φαντάζουν ακατανόητες. Κι όμως, λίγες μέρες χρειάστηκαν για να μπορέσει ο βασιλικός ιός, μπροστά στο φόβο να πάθουμε κάτι εμείς και οι δικοί μας άνθρωποι, να μας οδηγήσει σε συμπεριφορές που ούτε να τις φανταστούμε θα μπορούσαμε ποτέ. Με το που έσκασε ο ιός ο βασιλικός, αρκετοί από εμάς που είχαν κι ένα σπίτι στο χωριό, έτρεξαν να σωθούν. Ο φόβος βλέπετε.  Έγκλειστοι στα σπίτια μας, ουρές ατελείωτες παντού, κομμένες οι βόλτες, κομμένα τα μπάνια, κομμένα πάρα πολλά. Αυτό το αίσθημα της ανάγκης για επιβίωση ας το θυμόμαστε πριν μιλήσουμε για «εισβολείς».

Τελικά αν είναι κάτι θετικό που θα μπορούσαμε να κρατήσουμε, τουλάχιστον εγώ έτσι το αντιλαμβάνομαι, είναι η θέληση για να ζήσουμε. Όλοι προσμένουμε όμως, είτε το λέμε είτε όχι, μια ζωή καλύτερη από την προηγούμενη. Πιο απλή και πιο ανθρώπινη.

Γιατί τελικά μπορεί να είναι μεγάλη κουφάλα η ζωή αλλά είναι ωραία.

Ειδικά αν τη διεκδικείς από αυτούς που θέλουν να σου την κλέψουν.

 

Ετικέτες: , , , , ,

Πλησιάζει η μέρα…

Η εικόνα ίσως περιέχει: 2 άτομα, άτομα στέκονται

Πλησιάζει η μέρα…
Χρήστος Επαμ. Κυργιάκης
 
Πλησιάζει η μέρα…
που οι άνθρωποι θα θέλουν να λένε αυτό που εννοούν
που οι άνθρωποι θα θέλουν να εννοούν αυτό που λένε
που οι υποκριτές θα είναι ελάχιστοι, θλιβερά απομεινάρια μιας εποχής που έφυγε
που τα όνειρα θα οδηγούν τους ανθρώπους προς την πραγματοποίησή τους
που η γνώση θα είναι κοινωνικό αγαθό, δώρο σε όλα τα παιδιά του κόσμου από όσους την κατέχουν πραγματικά
που οι ανθρώπινες ζωές δεν θα κοστολογούνται με το χρήμα γιατί θα είναι υπεράνω χρημάτων
που όσοι δεν κλέβουν δεν θα αισθάνονται μαλάκες αλλά περήφανοι
που η αξιοπρέπεια δεν θα συνθλίβεται από την καθημερινότητα
που η πρωτοχρονιά δεν θα ευαγγελίζεται το καλύτερο γιατί αυτό θα υπάρχει ήδη
που τα δώρα δεν θα είναι μια καταναγκαστική διαφημιστική παρότρυνση αλλά ένα κομμένο λουλούδι από την αυλή της ψυχής μας, πολύ μεγαλύτερης αξίας από τα καταναλωτικά πρότυπα
που οι καθρέφτες των πρωταγωνιστών της χαριτωμενιάς θα σπάνε μη μπορώντας να αντέξουν την ασχήμια
που δεν θα πεθαίνουν άνθρωποι από την πείνα, το κρύο και τη μοναξιά
που η σοφία των ανθρώπων θα είναι οδηγός για την απελευθέρωση και όχι για τη σκλαβιά
που δεν θα υπάρχουν ποιητές να γράφουν για τη θλίψη των ανθρώπων, ούτε τραγουδιστές που να τραγουδούν την αδικία
που η ηθική θα είναι νόμος άγραφος άρα δυνατός και ανίκητος
που οι μόνοι άνεργοι θα είναι οι κατ’ επάγγελμα ηγέτες και ηγετίσκοι
που οι άνθρωποι δεν θα διεκδικούν το αυτονόητο γιατί θα το έχουν ήδη κατακτήσει
που οι τράπεζες, οι οίκοι αξιολόγησης και όλα τα συναφή τερατουργήματα θα αποτελούν μουσειακά κτήρια που θα θυμίζουν την πιο σκοτεινή περίοδο στην ιστορία της ανθρώπινης εξέλιξης
που δεν θα υπάρχει ελεημοσύνη γιατί δεν θα υπάρχουν πλούσιοι να δημιουργούν τους φτωχούς που θα ελεημονούν
που τα μωρά θα γεννιούνται για να αφήσουν το στίγμα τους στην εξέλιξη της ανθρωπότητας και όχι για να ξεχρεώσουν το καταγεγραμμένο χρέος τους στα κιτάπια κάποιας τράπεζας
που τα παλιά και νέα τζάκια θα είναι μονίμως σβηστά με τους ιδιοκτήτες τους καταδικασμένους να καθαρίζουν τις καμινάδες τους από τη μαύρη και δηλητηριώδη κάπνα τους
που η κοινωνία μας θα γεμίσει με λιάπηδες, βουλγαράκηδες, μητσοτάκηδες, γεωργιάδηδες, παπανδρέου, βενιζέλους, καραμανλήδες και παπακωνσταντίνου, καθώς το κεφαλαίο αρχικό γράμμα των επωνύμων μας θα είναι τίτλος τιμής και δεν θα αποδίδεται στον καθένα με τη γέννησή του
που οι άνθρωποι δεν θα ζουν ούτε με το φόβο ούτε με την ελπίδα γιατί θα είναι και θα αισθάνονται πραγματικά λεύτεροι.
 

Ετικέτες: , , , , , ,

Ψηλότερο να κάνεις το μπόι των ανθρώπων

Ψηλότερο να κάνεις το μπόι των ανθρώπων

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Αποτέλεσμα εικόνας για συννεφα

Όχι γιόκα μου μην κλάψεις.

Μην τους κάνεις τη χάρη να σε θεωρήσουν αδύναμο.

Μην τους δίνεις τη χαρά να δουν τα διαμαντένια σου δάκρυα.

Μην κλάψεις καλέ μου, μονάκριβέ μου και προπαντός μη λυγίσεις. Αυτό θέλουν κι εκείνοι. Να σε κάνουν να λυγίσεις, να χάσεις τη δύναμη της ψυχής σου.

Την ψυχή σου την ίδια θέλουν να χάσεις.

Μην τους αφήσεις να σε στείλουν στο σφαγείο που έχουν στήσει και βρωμάει, εκτός από αίμα, πετρέλαιο και υδρογονάνθρακες και κυρίως κέρδη.

Μην τους εμπιστεύεσαι.

Είναι αυτοί οι ίδιοι που σου έταξαν ευτυχία, ισότητα, αξιοκρατία.

Μέχρι και κανονικότητα σου έταξαν και φυλακισμένη ελευθερία, γαντζωμένη στην ασφάλεια που σου παρέχουν οι χειροπέδες περασμένες πισθάγκωνα.

Μην κλάψεις γιόκα μου. Μονάκριβέ μου. Μην τους χαρίζεις τα δάκρυά σου. Κράτα τα για συγκινήσεις και χαρές μεγάλες. Ακόμα και για λύπες ανθρώπινες, για απώλειες ανείπωτες που ανοίγουν φυλακές και φωτίζουν δρόμους.

Μην κλάψεις εσύ γραμμένε μου, στα τέσσερα σημεία της γης και προπαντός μη φοβηθείς.

Μην τρομάξεις και μην ντραπείς και κυρίως μην ευχηθείς κακό για τα δικά τους παιδιά γιατί σαν εκείνους θα γίνεις, τέρας όμοιο με δαύτους.

Μα εσύ είσαι δεν είσαι τέρας. Η ομορφιά η ίδια με μορφή ανθρώπινη είσαι.

Μην τους αφήσεις να σου ψαλιδίσουν τα πόδια. Σου έχουν ήδη ψαλιδίσει τα φτερά.

Μέχρι να ξαναφυτρώσουν-γιαατί να ξέρεις μονάκριβέ μου, τα φτερά σαν θελήσουμε ξαναφυτρώνουν πιο μεγάλα και πιο γερά από τα πρώτα-πρέπει να έχεις τα δυο σου πόδια δυνατά γα να κρατάς τη στάση την ανθρώπινη την όρθια.

Σκυμμένος σαν βρεθείς δεν λογαριάζεσαι για άνθρωπος.

Μην κλαις καλέ μου.

Σαν βγεις εκεί έξω να ξαναπάρεις, μαζί με τους συντρόφους σου, ότι σου στέρησαν θα δεις πως ο αέρας που ανασαίνεις θα γεμίσει οξυγόνο που θα σου δίνει ζωή.

Ζωή σαν αυτή που θέλουν να σου στερήσουν.

Εσύ δεν έχεις ανάγκη να την αγοράσεις τη ζωή.

Θα την κερδίσεις όπως έκαναν χιλιάδες άλλοι πριν από σένα ομορφαίνοντας τον κόσμο και ψηλώνοντας το μπόι των ανθρώπων.

 

Ετικέτες: , , , , , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: