RSS

Tag Archives: ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΥΡΓΙΑΚΗΣ

Ζεϊμπέκικο

<strong>Ζεϊμπέκικο</strong>

Του Χρήστου Επαμ. Κυργιάκη

Τεσσάρων ετών, περίπου. Καλοκαίρι. Σάββατο απόγευμα. Οι οικοδόμοι πήραν το βδομαδιάτικο. Ένα μέρος του, το απόθεσαν σε καημό, αλκοόλ, τραγούδι και χορό. Εκεί στο γνωστό καφενείο. Μετά, αγόρασαν το κρέας της επόμενης μέρας. Μοσχάρι, από το καλό, όχι «κατεψυγμένο».

Στα ίδια κι ο πατέρας του, με το συνεργείο της οικοδομής.

Κατά τις πέντε έφτασαν στο σπίτι. Ξεπέζεψαν από τα μηχανάκια. Οι σοφάδες σκέπαζαν ρούχα και χέρια.

Η μάνα του, τους περίμενε. Κάθε Σάββατο τους περίμενε. Με αγωνία και λαχτάρα μαζί.

Μπήκαν και οι τέσσερις μέσα, χαιρετώντας και τραγουδώντας. Τα ποτήρια βρήκαν θέση στο τραπέζι και τα τραγούδια στις ψυχές.

Ήρθε κι η μάνα του δίπλα τους.

«Έβαλε ο διαβολάκος, την ουρά του πάλι», τραγουδούσε ο Μιχαλόπουλος.

Ο Γιαννακός ρίχνει την ιδέα: «Χορεύει ο μικρός».

Ο Γώγος συμφωνεί. Το ίδιο κι ο Λευτέρης. Ο πατέρας, του ρίχνει μια ματιά και του γνέφει να χορέψει.

Τεσσάρων ετών.

Σηκώνεται, χωρίς να καταλαβαίνει ακριβώς τι γίνεται. Νιώθει μόνο ότι κάνει κάτι σπουδαίο. Ξεκινάει το χορό ακούγοντας τα λόγια για να μη χάσει το ρυθμό.

Οι τέσσερις άντρες με τη μάνα του έκαναν τον κύκλο του χορού. Η ευλάβεια στα παλαμάκια ίδια σα να χόρευε συνομήλικος.

Ο μικρός το κατάλαβε. Έπρεπε να τους δικαιώσει. Σιγά μη δεν στεκόταν στο μπόι του. Ύψος δεν είχε, αλλά από μπόι περίσσευε.

Ο χορός τελείωσε. Ο ιδρώτας έλουζε το παιδί από την κορφή ως τα νύχια.

Ο πατέρας αγκάλιασε πρώτα τη μάνα, μετά το ίδιο. Πήρε το τραπέζι μαζί με τα ποτήρια και τα πιόματα, το σήκωσε, το έβγαλε έξω στην αυλή και το γύρισε ανάποδα. Μετά το ξαναέβαλε στη θέση του. Πήγε στην κουζίνα και το ξαναγέμισε με κρασί και ποτήρια.

Εφτά ετών, περίπου. Φθινόπωρο. Οι συγγενείς, μετανάστες πρώτης γενιάς μαζί με τα παιδιά τους, περιμένουν στο σπίτι στο χωριό, το ταξί για να τους μεταφέρει στα ΚΤΕΛ. Το φαγητό είχε ολοκληρωθεί και εδώ και αρκετή ώρα παρέα στο κρασί έκαναν τα τραγούδια. Της ξενιτιάς-τι άλλο θα μπορούσαν να είναι;-του καημού και της ελπίδας.

«Να χορέψει ο μικρός», πρόσταξε και παρακάλεσε μαζί κάποιος. «Παραγγελιά, να παραγγείλει ποιο θέλει».

«Το μερτικό μου απ΄τη χαρά», προστάζει το παιδί και ο Στέλιος αρχίζει να «κλαίει». Μαζί του και ο γηραιότερος της παρέας. Το ταξί ήρθε μα κανένας δεν το κατάλαβε. Μόνο η θκια η Παναγιώτα.

«Περίμενε να χορέψει ο μικρός πρώτα. Δεν φεύγουμε αλλιώς», είπε στον ταξιτζή. Έτσι κι έγινε.

Άδειασαν τα ποτήρια, άδειασαν τα μυαλά, γέμισαν οι ψυχές και το ταξίδι για τη Σουηδία ξεκίνησε. Υπόσχεση για αντάμωση του χρόνου.

Δώδεκα ετών, περίπου. Μάλλον Χειμώνας, λίγο πριν τα Χριστούγεννα.

Ο μικρός, που μεγάλωσε κάμποσο, πήγαινε μετά το μεσημεριανό φαγητό προς την πλατεία του χωριού για να ανταμώσει τους φίλους τους.

Στο δρόμο, έξω από το σπίτι του Πέτρου του γείτονα ακούει τραγούδια. Γυρνάει το κεφάλι και τον καλησπερίζει.

«Έλα να σε κεράσω», του λέει ο Πέτρος.

Κάνει να φύγει, μα ο γείτονας επιμένει.

«Πες ποιο τραγούδι θες να χορέψεις;» ακούστηκε η φωνή του Πέτρου.

«Του Βοτανικού ο μάγκας», λέει κοφτά το παιδί.

Η παραγγελιά μπήκε στο κασετόφωνο σε λίγα δευτερόλεπτα. Του Πέτρου του φάνηκε πως η παραγγελιά είχε και πολιτικό υπονοούμενο.

Μπορεί και να είχε.

«Που θα πάει. Θα αλλάξουν τα πράγματα», είπε καθώς ευχαριστούσε το παιδί που συνέχιζε το δρόμο του.

Το παιδί μεγάλωσε, τα χρόνια πέρασαν και κάποια στιγμή θέλησε με ένα ζεϊμπέκικο να χορέψει για τον πατέρα του το αγαπημένο του τραγούδι: «Τα νιάτα τα μπερμπάντικα». Το ήξεραν κι οι δύο πως η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει. Κανένας δεν το έλεγε στον άλλο. Μόνο το αντάλλασσαν με τα βλέμματα.

Θέλησε το παιδί να το ουρλιάξει με ένα ζεϊμπέκικο. Το τελευταίο που θα χόρευε για τον πατέρα του.

Το τελευταίο και το καλύτερο.

Έπρεπε να μην πατάει στη γη. Μόνο να τη νιώθει με τις άκρες της ψυχής του την ώρα που ο πατέρας θα του χτυπούσε παλαμάκια για τελευταία φορά.

Δεν θυμάται πώς και πότε το τραπέζι βρέθηκε πέρα από την αυλή.

Δεν θυμάται αν οι καρέκλες έσπασαν με δική του παρέμβαση ή αν λύγισαν από το βάρος του αναπάντητου «γιατί να φύγεις ρε πατέρα».

Τώρα πια, αυτό που θυμάται είναι πως την ώρα που χόρευε, η ψυχή του έγινε ένα με τον ουρανό και τα μάτια του είχαν στεγνώσει, σα να έκλαιγε μέρες.

Η αλήθεια είναι πως έκλαιγε, αλλά βουβά. Κανένας μην τον δει. Κανένας μην τον ακούσει.

Κανένας μην καταλάβει…

 

Ετικέτες: , , , , ,

Για το ανέφικτο λοιπόν

Για το ανέφικτο λοιπόν

Για το «ανέφικτο» λοιπόν

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Τα μετράς από δω, τα ζυγίζεις από κει, τα υπολογίζεις ξανά από την άλλη, μα πάντα βγαίνεις με έλλειμμα.

Πόλεμος, σκοτωμοί, προσφυγιά, ανέχεια, ακρίβεια, φτώχια-άλλος πόλεμος αυτός-ανηθικότητα, υποκρισία, απογοήτευση, κρύο. Αυτό το κρύο σου τρυπάει τα μηνίγγια. Τη μια στιγμή να καίγεται ο κόσμος και η φύση και την άλλη να κρυώνεις μέσα στο σπίτι σου, τη σύγχρονη φυλακή σου, τη σημερινή αλυσίδα των ποδιών σου. Να έχεις ηλεκτρικές συσκευές και να αναπολείς τους μπουχαρήδες και τις γάστρες.

Πιάνεις τον εαυτό σου να γελάει δυνατά, καυστικά, θυμωμένα, μόνο και μόνο για να μην βάλεις τα κλάματα και αρχίσεις να ουρλιάζεις από οργή.

Το βλέπεις αδύνατο, παράταιρο και ανεξήγητο όλο αυτό που γίνεται γύρω σου.

Σου ρούφηξαν το μεδούλι δώδεκα χρόνια τώρα, σου έκοψαν με τσαμπουκά περίσσιο σχεδόν το μισό από το μισθό σου, το αντάλλαγμα του ελεύθερου χρόνου σου, σου άρπαξαν τη χαρά τού να κάνεις δώρα στις γιορτές και να πας τρεις μέρες κάπου, έτσι για να λες πως έκανες διακοπές.

Γιατί τι άλλο ήταν αλήθεια ο 13ος και 14ος μισθός;

Κι εκείνοι οι λίγοι οι ζάμπλουτοι παίζουν με τα εκατομμύρια λες και είναι πλατανόφυλλα και όχι το αίμα και ο ιδρώτας ο δικός σου και του διπλανού σου.

Σε έβαλαν να δουλεύεις νύχτα με νύχτα και το δέχτηκες σχεδόν αγόγγυστα.

Σου στέρησαν την αξιοπρέπεια στην αρρώστια, σου χαντάκωσαν τα όνειρα τα δικά σου και των παιδιών σου.

Σου ξέσκισαν και πάλι την αξιοπρέπεια όταν έγινες απόμαχος της ζωής και αντί για σεβασμό σου χάρισαν ντροπή καθώς περίμενες ελεημοσύνη έξω από το φούρνο της γειτονιάς σου.

Πώς τους ανέχεσαι ακόμα;

Πώς αντέχεις να τους ακούς να σου μιλάνε για γενναίες αυξήσεις της τάξης του 2% ή 5% ή 10% όταν ξέρεις πως οποιαδήποτε αύξηση κάτω από 70% είναι κοροϊδία αφού μόνο έτσι καλύπτονται οι μειώσεις στο μισθό, η ακρίβεια και ο πληθωρισμός; Όταν μετράς τις απώλειες των δώδεκα μνημονιακών χρόνων και τις βρίσκεις γύρω στις 80.000 ευρώ;

Αναρωτιέσαι πώς είναι δυνατόν να ζητάς με το σωματείο σου, «γενναίες και πραγματικές» αυξήσεις; Ως πότε θα παίζεις άμυνα που να πάρει η ευχή;

Πότε θα σταματήσεις να φοβάσαι μήπως και πεις κάτι που δεν θα αρέσει στην «κοινή γνώμη»; Στους καναλάρχες και στα φερέφωνά τους δηλαδή; Εσύ κι ο διπλανός σου είστε η «κοινή γνώμη». Κανένας άλλος.

Νιώθεις πως τουλάχιστον εσύ και οι όμοιοί σου πρέπει να λέτε την αλήθεια, να ζητάτε, όπως λέτε με το φίλο σου όλα αυτά που σας αξίζουν και τίποτα λιγότερο.

Και η αλήθεια είναι πως αυτό που περνάμε δεν είναι ζωή αλλά ένας άνισος αγώνας για επιβίωση στη ζούγκλα που ονόμασαν καπιταλισμό.

Όπως επίσης είναι αλήθεια πως αν δεν πάψουν να υπάρχουν οι ελάχιστοι τρισεκατομμυριούχοι, οι λίγο περισσότεροι δισεκατομμυριούχοι και οι μερικοί εκατομμυριούχοι που έχουν το μισό πλούτο της υφηλίου, δεν θα πάψεις να υποφέρεις εσύ και οι όμοιοί σου που αποτελείτε τη συντριπτική πλειοψηφία του πλανήτη.

Αλήθεια είναι και πως όλοι αυτοί οι ζάμπλουτοι δεν θα ξυπνήσουν ένα πρωί και θα μοιράσουν τις περιουσίες τους επειδή το επιβάλει η θρησκεία τους ή η ηθική τους. Τότε δεν θα είχαν εφεύρει τις τόσες  θρησκείες κι εσύ δεν θα μπορούσες να ισχυριστείς ότι υπερτερείς απέναντί τους ηθικά.

Γιατί η δική τους ηθική είναι βουτηγμένη στα έσχατα όταν δεν είναι ανύπαρκτη.

Γιατί η δική σου ηθική μπορεί να εμπνέει και να ανάβει πυρκαγιές στις ψυχές των ανθρώπων, ενώ η δική τους ηθική μπορεί να φτάσει το πολύ μέχρι την εξαγορά. Εξαγορά μυαλών, συνειδήσεων και ζωών.

Γιατί όσο και να προσπαθούν με τους μηχανισμούς που διαθέτουν να σου αποδείξουν πως έχεις άδικο ξέρουν πως αυτό είναι αδύνατο. Το αίσθημα του δικαίου δεν ξεριζώνεται από κανέναν άνθρωπο. Ούτε από τον βασανισμένο, ούτε από αυτόν που στάθηκε απέναντι από το εκτελεστικό απόσπασμα. Το ξέρουν και γι’ αυτό ανακάλυψαν την έννοια του εφικτού. Έχεις δίκιο σου λένε αλλά δεν είναι εφικτό.

Πώς κρίνεται όμως κάτι ως «εφικτό» πριν προσπαθήσεις με όλο σου το είναι, με όσο μυαλό και φαντασία διαθέτεις, ώστε να το πετύχεις;

Το «ανέφικτο» είναι που τους τρομάζει γιατί θα χάσουν τα προνόμιά τους.

Σκέψου λίγο, πόσο πιο ανέφικτα είναι τα «θέλω» των πολλών από αυτήν την ανισότητα και την αδικία που υπάρχει γύρω μας και κανένας ανθρώπινος νους δεν μπορεί να το εξηγήσει;

Σκέψου ότι υπάρχει τόση φτώχια δίπλα σε βουνά από πλούτη, τόση πείνα δίπλα σε σωρούς πεταμένα αποφάγια, τόση δυστυχία δίπλα στην αντικειμενική δυνατότητα να ζούμε χωρίς τα άγχη της επιβίωσης!

Σκέψου πόσα «ανέφικτα» αποδείχτηκαν τελικά πως ήταν μια χαρά «εφικτά».

Φωτιά, τροχός, αλληλεγγύη, αγάπη για το όμορφο και το ανθρώπινο, αγώνες επιτυχημένοι για δικαιοσύνη, ισότητα, εξανθρωπισμό και κοινωνική απελευθέρωση.

Όχι, το δικό σου το «ανέφικτο» δεν θα το εγκαταλείψεις γιατί είναι το ίδιο με των άλλων, των όμοιων με σένα, των πολλών που αναζητάνε το ξέφωτο, που δεν βούτηξαν και δεν θέλουν να βουτήξουν στα έσχατα για το χρήμα το πολύ ή το λίγο.

Το «ανέφικτο» όλων εκείνων που συγκινούνται από το χαμόγελο ενός  παιδιού όποιο κι αν είναι το χρώμα του δέρματός του, που προσπαθούν να συναισθανθούν και όχι να υπολογίσουν, που μισούν το μίσος, πολεμούν τον πόλεμο, χαίρονται τη χαρά και αγαπούν τους ανθρώπους και όχι τις τσέπες τους.

Να το ξαναπιάσεις από την αρχή. Έτσι πρέπει! Αγκαζέ με τους άλλους, τους πολλούς, τους όμοιούς σου, με το κεφάλι αγέρωχο, ψηλά, τη ματιά καρφωμένη μπροστά και τη γροθιά υψωμένη. Έτσι πρέπει!

Όχι φίλε μου, θα το πετύχεις το «ανέφικτο».

Δεν «δικαιούσαι» να μην το πετύχεις…

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Ποιο είναι το νόημα της ζωής τελικά;

Ποιο είναι το νόημα της ζωής τελικά;

Ποιο είναι το νόημα της ζωής τελικά;

Από την Γεωργία-Ειρήνη Βαχλιώτη

Με το ψεύτικο χαμόγελο της προσπαθούσε πάση θυσία να περιορίσει τα δάκρυα της. Τα γαλανά της μάτια πιέζονταν να μην ξεσπάσουν, να μην δείξουν τι πραγματικά ένιωθαν. Προσπαθούσε να επιβάλλει ένα ψεύτικο χαμόγελο στο πρόσωπο της, σάμπως ήταν κάποιος πιεστικός τύραννος. Μέσα της ήξερε καλά πως ήθελε να ουρλιάξει, φαινόταν καλά πίσω από την προστατευτική «μάσκα» που είχε φορέσει. Κρατιόταν με νύχια και με δόντια, μα παρόλο το καταπιεζόμενο χαμόγελο της και τα ψευδώς γελαστά της ματιά, μπορούσες να διακρίνεις, αν κοίταγες λίγο καλύτερα, πως κάτι μέσα της είχε γίνει κομμάτια. Ένα βαθύ αγκάθι είχε μπει στο μυαλό της και στην καρδιά της, που δεν την έκανε απλώς να πονέσει.

Την έκανε να υποκρίνεται, άθελά της, στους ανθρώπους που την αγαπούσαν. Μα δεν ήθελαν να την ρωτήσουν τι έγινε. Θα ένιωθε χειρότερα. Όταν την αγκάλιασα, ένιωσα πως το σώμα της ζητούσε βοήθεια. Σαν κάποιος να μου ψιθυρίζει ότι αυτό που αγκάλιαζα είχε τεράστια ανάγκη την σωματική επαφή εκείνη την στιγμή. Έσφιξε τα αδύναμα χέρια της στα πλευρά μου. Ήταν η αιτία που κυριολεκτικά ανατρίχιασε όλο μου το σώμα. Όταν πήγα να δω τι είχε συμβεί είχα τρομάξει, ήξερα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά μα δεν ήξερα τι συνέβαινε στ’ αλήθεια. Αντίκρισα το βαθύ γαλάζιο των ματιών της και για μια στιγμή απόρησα. Πως δεν είχα προσέξει τα πανέμορφα μάτια της;

Έτρεχαν σαν ποτάμι τα δάκρυα στο πρόσωπο της και το μακιγιάζ της πλέον είχε πάρει την κάτω βόλτα. Άραγε τι ήταν αυτό που την είχε κάνει να νιώθει τόσο ευάλωτη; Κανείς δεν ξέρει τι γίνεται πίσω από τις κλειστές πόρτες, και όταν το μάθει τρομάζει και αναρωτιέται: για πόσα είμαστε ικανοί τελικά; 

Δεν κοιμήθηκα εκείνο το βράδυ. Ξέρεις, έχω εκείνο το χαρακτηριστικό: όταν κάποιος που αγαπάω, σέβομαι και εκτιμώ δεν είναι χαρούμενος και έχει κάποιο πρόβλημα που τον βασανίζει, δεν μπορώ να κοιμηθώ τα βράδια. Καλό ή κακό; Δεν ξέρω. Θα μου πεις, αν ήταν έτσι, δεν θα κοιμόμουν ποτέ – όλοι έχουν πάντα προβλήματα. Όμως, όσο και αν πασχίζω, δεν μπορώ να δαμάσω αυτό το τέρας μέσα μου που προσπαθεί να βρει μια λύση. Ακόμα και αν τις περισσότερες φορές δεν ξέρω πραγματικά το πρόβλημα.

Ίσως το νόημα της ζωής να είναι τελικά όλα αυτά που σε κάνουν να νιώθεις ζωντανός και ανθρώπινος. Αυτή η αγκαλιά που θα δώσεις σε αυτόν που αγαπάς όταν πραγματικά την έχει ανάγκη, όταν σου φωνάζει έμμεσα ότι τώρα σε χρειάζεται περισσότερο από ποτέ. Ίσως εκείνο το συμβάν μου έδωσε, χωρίς να το καταλάβω, την απάντηση στο ερώτημα εκείνης της βραδιάς: «Ποιο είναι το νόημα της ζωής τελικά;»

 

Ετικέτες: , , ,

Σπέρνουν το ψέμα μα θα θερίσουν αλήθεια

Σπέρνουν το ψέμα μα θα θερίσουν αλήθεια

Σπέρνουν το ψέμα μα θα θερίσουν αλήθεια

Ο ένας ήταν εργάτης της ασφάλτου, διανομέας, ντελιβεράς «ανώνυμος», 44 χρονών, ξημερώματα Σαββάτου σκοτώθηκε σε τροχαίο στο Παλαιό Φάληρο εν ώρα δουλείας.

Άλλος συνάδελφός του στα Χανιά μια μέρα νωρίτερα, στάθηκε «τυχερός» και τη «γλύτωσε» με βαρύ τραυματισμό. Στο κορμί του; Στο μυαλό του; Στην ψυχή του;

Τρίτος εργαζόμενος εν ώρα δουλείας, προσπαθώντας να αποκαταστήσει βλάβη στην ηλεκτροδότηση την ώρα που η κακοκαιρία «Διομήδης» βρισκόταν σε εξέλιξη, για να μην στερηθούν οι συνάνθρωποί του το αγαθό του ηλεκτρικού ρεύματος, τουλάχιστον λόγω βλάβης. Γιατί πάρα πολύ το στερούνται λόγω ανημποριάς οικονομικής. Κάπου στη Λίμνη Πλαστήρα. Αγαπημένος θερινός και χειμερινός προορισμός.

Δεν ήταν διάσημοι, δεν τους έδειξε ποτέ ή τηλεόραση, δεν χάθηκαν ούτε κινδύνεψαν οδηγώντας παράτολμα κάποιο ακριβό αυτοκίνητο.

Τα γνωστά τηλεοπτικά κανάλια δεν ασχολήθηκαν μαζί τους. Δεν τους έκαναν αφιερώματα, δεν νοιάστηκαν για τις ζωές τους, για τις οικογένειες που θα τους στερηθούν, για τα παιδιά που θα τους αναζητούν, για τους φίλους και τους δικούς που θα τους ψάχνουν στις παρέες να τσουγκρίσουν τα ποτήρια και να πιουν στην υγειά τους-τραγική ειρωνεία-δεν έψαξαν με «αναλυτικό ρεπορτάζ» για τα όνειρά τους και τα μελλοντικά τους σχέδια.

Αλλά τι σόι όνειρα και τι σόι σχέδια μπορεί να έκαναν αυτοί οι φτωχοδιάβολοι, που να άξιζε να αναφερθούν από τους τηλεαστέρες της δήθεν ενημέρωσης.

Ίσως και να είναι άκρως τιμητικό για τη μνήμη τους το γεγονός ότι οι δικές τους οι ζωές, οι πραγματικές, οι ανθρώπινες, οι γήινες, δεν χωράνε στην ψευτιά που εκπέμπουν τα εν λόγω τηλεοπτικά κανάλια. Είναι τόσο μικρά για να χωρέσουν το μεγαλείο αυτών των ζωών.

Σπέρνουν το ψέμα λες και δεν γνωρίζουν πως θα θερίσουν αλήθεια!

Χ.Κ

 

Ετικέτες: , , , ,

Το Σχόλιο της Δευτέρας: 12.647 ευρώ το λεπτό, 211 ευρώ το δευτερόλεπτο

Το Σχόλιο της Δευτέρας: 12.647 ευρώ το λεπτό, 211 ευρώ το δευτερόλεπτο

12.647 ευρώ το λεπτό, 211 ευρώ το δευτερόλεπτο

215.000 ευρώ θα διατεθούν με εντολή του δημάρχου Αθηναίων κυρίου Μπακογιάννη, σε γνωστό καλλιτέχνη, για ένα γιορτινό σώου διάρκειας 17 λεπτών.

Σε μόλις 1 λεπτό στον γνωστό καλλιτέχνη θα δοθούν με εντολή του γαλαντόμου δημάρχου, τόσα χρήματα (12.647 ευρώ) όσα παίρνει ένας εκπαιδευτικός ολόκληρο το χρόνο έχοντας στην πλάτη του δεκαετίες προϋπηρεσίας.

Σε μόλις 1 δευτερόλεπτο στον ταλαντούχος κριτή και καλλιτέχνη θα δοθούν με εντολή του γόνου της μεγάλης των Μητσοτάκηδων οικογένειας, που με την αξία τους και τη δουλειά τους προκόβουν εδώ και δεκαετίες, τόσα χρήματα (211 ευρώ) όσα βγάζει ένας διανομέας σε έναν ολόκληρο μήνα οργώνοντας τους δρόμους με κίνδυνο της ζωής του.

Εννοείται πως ο κουβαρντάς δήμαρχος δεν θα πληρώσει τον καλλίφωνο καλλιτέχνη με δικά του χρήματα, όπως δεν πλήρωσε και για το μεγάλο περίπατο-φιάσκο.

Με τα χρήματα αυτά, θα μπορούσαν να δημιουργηθούν δομές που να στηρίζουν ανθρώπους που έχουν ανάγκη. Ψιλά, πολύ ψιλά γράμματα για όλους αυτούς τους γόνους που απομυζούν το δημόσιο χρήμα τη στιγμή που εκατομμύρια άνθρωποι, εργαζόμενοι, άνεργοι, συνταξιούχοι, επιβιώνουν με ψίχουλα.

Κοντά στα 3 δισεκατομμύρια ευρώ κέρδη θα έχουν οι τέσσερις συστημικές τράπεζες της χώρας για το 2021 με τους πλειστηριασμούς να φτάνουν τις δεκάδες χιλιάδες και το ευνομούμενο κράτος να στέλνει στα δικαστήρια όσους αντιστέκονται σε αυτούς. Και μιλάμε για τράπεζες που τις έχουμε ξεχρεώσει εμείς οι εργαζόμενοι δύο και τρεις φορές για να μπορούν στη συνέχεια «νόμιμα» να μας αρπάζουν τους κόπους μιας ζωής.

Τα ποσά αυτά είναι ασύλληπτα και προκλητικά για τους νέους που αγωνίζονται να βρουν μια δουλειά χωρίς ένσημα για να πάρουν το μήνα όσα θα πάρει ο εν λόγω αοιδός σε 1 δευτερόλεπτο από τον ελέω οικογένειας άριστο δήμαρχο.

Είναι εξωφρενικά για εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχους που αναγκάζονται να διαλέξουν μέσα στο καταχείμωνο ανάμεσα στο ψωμί, τη ζέστη, το ηλεκτρικό και τα φάρμακα.

Αν οι εργαζόμενοι γνώριζαν για την χλιδή μέσα στην οποία ζούνε κάποιοι λίγοι, μάλλον θα επαναστατούσαν.

Την ίδια στιγμή στην κυβέρνηση αναζητούν την ανύπαρκτη αξιοπιστία της ψάχνοντας την περίφημη έρευνα-μελέτη Τσιόδρα-Λύτρα, όπως παλιά που σε κάποια άλλη κυβέρνηση αναζητούσαν την περίφημη λίστα Λαγκάρντ, έχοντας τη στήριξη της αξιωματικής και όχι μόνο, αντιπολίτευσης που φτάνει μέχρι τη διεξαγωγή στημένων τηλεκοκορομαχιών με αφορμή την ψήφιση του προϋπολογισμού.

Κι ενώ η μετάδοση των διαφόρων μεταλλάξεων του κορωνοϊού καλά κρατεί, ο γενικός γραμματέας του ΥΠΑΙΘ, όπως και οι προκάτοχοί του, ζητάει «αποδείξεις και ονόματα». Πέρυσι ήταν οι αιρετικοί εκπαιδευτικοί, «εξτρεμιστές» που λένε και οι Δακίτες, που δεν παρέδωσαν βαθμολογίες στο πρώτο τετράμηνο. Φέτος είναι όλοι αυτοί που δεν συμμετέχουν, μέσω της αξιολόγησης, στο γκρέμισμα του δημόσιου σχολείου. Άλλη μία καθαρή απόδειξη, μαζί με τόσες άλλες, πως το υπουργείο έχασε πανηγυρικά τη μάχη της αξιολόγησης και προσπαθεί με απειλές και εκφοβισμούς να μαζέψει τα ασυμμάζευτα.

Αντί το υπουργείο να πάρει μέτρα για την προστασία μαθητών και εκπαιδευτικών από τον Covid, αντί να μεριμνήσει για τα μαθησιακά κενά των μαθητών που προκάλεσε η ολέθρια πρακτική της εξ αποστάσεως, αντί να καλύψει τα κενά σε εκπαιδευτικούς, διαλέγει τον κατήφορο της τρομοκράτησης των εκπαιδευτικών για να κρύψει το δικό του φόβο.

Όλο και πιο πολλοί, και κυρίως νέοι, αντιλαμβάνονται πλέον πως το φανταχτερό, γεμάτο ευκαιρίες και αξιοκρατία μέλλον που τους τάζουν ούτε φανταχτερό ούτε αξιοκρατικό είναι. Δεν είναι ούτε καν μέλλον.

Το καζάνι των κοινωνικών διεργασιών σιγοβράζει και το καπάκι είναι κλειστό. Κάποιοι προσπαθούν να το ανοίξουν για να εκτονωθεί και να μην εκραγεί.

Ο αγώνας που θα στοχεύει σε όσα μας αξίζουν είναι μονόδρομος. Οτιδήποτε λιγότερο κρύβει τις δυνατότητες που υπάρχουν σήμερα ώστε οι άνθρωποι να απολαμβάνουν περισσότερα δουλεύοντας λιγότερο.

Το μονοπάτι έχει στο ένα του άκρο τη φυλακή και στο άλλο το ξέφωτο.

Στον άνθρωπο, το ξέφωτο είναι που του αξίζει και όχι η φυλακή.

12.647 ευρώ το λεπτό, 211 ευρώ το δευτερόλεπτο

215.000 ευρώ θα διατεθούν με εντολή του δημάρχου Αθηναίων κυρίου Μπακογιάννη, σε γνωστό καλλιτέχνη, για ένα γιορτινό σώου διάρκειας 17 λεπτών.

Σε μόλις 1 λεπτό στον γνωστό καλλιτέχνη θα δοθούν με εντολή του γαλαντόμου δημάρχου, τόσα χρήματα (12.647 ευρώ) όσα παίρνει ένας εκπαιδευτικός ολόκληρο το χρόνο έχοντας στην πλάτη του δεκαετίες προϋπηρεσίας.

Σε μόλις 1 δευτερόλεπτο στον ταλαντούχος κριτή και καλλιτέχνη θα δοθούν με εντολή του γόνου της μεγάλης των Μητσοτάκηδων οικογένειας, που με την αξία τους και τη δουλειά τους προκόβουν εδώ και δεκαετίες, τόσα χρήματα (211 ευρώ) όσα βγάζει ένας διανομέας σε έναν ολόκληρο μήνα οργώνοντας τους δρόμους με κίνδυνο της ζωής του.

Εννοείται πως ο κουβαρντάς δήμαρχος δεν θα πληρώσει τον καλλίφωνο καλλιτέχνη με δικά του χρήματα, όπως δεν πλήρωσε και για το μεγάλο περίπατο-φιάσκο.

Με τα χρήματα αυτά, θα μπορούσαν να δημιουργηθούν δομές που να στηρίζουν ανθρώπους που έχουν ανάγκη. Ψιλά, πολύ ψιλά γράμματα για όλους αυτούς τους γόνους που απομυζούν το δημόσιο χρήμα τη στιγμή που εκατομμύρια άνθρωποι, εργαζόμενοι, άνεργοι, συνταξιούχοι, επιβιώνουν με ψίχουλα.

Κοντά στα 3 δισεκατομμύρια ευρώ κέρδη θα έχουν οι τέσσερις συστημικές τράπεζες της χώρας για το 2021 με τους πλειστηριασμούς να φτάνουν τις δεκάδες χιλιάδες και το ευνομούμενο κράτος να στέλνει στα δικαστήρια όσους αντιστέκονται σε αυτούς. Και μιλάμε για τράπεζες που τις έχουμε ξεχρεώσει εμείς οι εργαζόμενοι δύο και τρεις φορές για να μπορούν στη συνέχεια «νόμιμα» να μας αρπάζουν τους κόπους μιας ζωής.

Τα ποσά αυτά είναι ασύλληπτα και προκλητικά για τους νέους που αγωνίζονται να βρουν μια δουλειά χωρίς ένσημα για να πάρουν το μήνα όσα θα πάρει ο εν λόγω αοιδός σε 1 δευτερόλεπτο από τον ελέω οικογένειας άριστο δήμαρχο.

Είναι εξωφρενικά για εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχους που αναγκάζονται να διαλέξουν μέσα στο καταχείμωνο ανάμεσα στο ψωμί, τη ζέστη, το ηλεκτρικό και τα φάρμακα.

Αν οι εργαζόμενοι γνώριζαν για την χλιδή μέσα στην οποία ζούνε κάποιοι λίγοι, μάλλον θα επαναστατούσαν.

Την ίδια στιγμή στην κυβέρνηση αναζητούν την ανύπαρκτη αξιοπιστία της ψάχνοντας την περίφημη έρευνα-μελέτη Τσιόδρα-Λύτρα, όπως παλιά που σε κάποια άλλη κυβέρνηση αναζητούσαν την περίφημη λίστα Λαγκάρντ, έχοντας τη στήριξη της αξιωματικής και όχι μόνο, αντιπολίτευσης που φτάνει μέχρι τη διεξαγωγή στημένων τηλεκοκορομαχιών με αφορμή την ψήφιση του προϋπολογισμού.

Κι ενώ η μετάδοση των διαφόρων μεταλλάξεων του κορωνοϊού καλά κρατεί, ο γενικός γραμματέας του ΥΠΑΙΘ, όπως και οι προκάτοχοί του, ζητάει «αποδείξεις και ονόματα». Πέρυσι ήταν οι αιρετικοί εκπαιδευτικοί, «εξτρεμιστές» που λένε και οι Δακίτες, που δεν παρέδωσαν βαθμολογίες στο πρώτο τετράμηνο. Φέτος είναι όλοι αυτοί που δεν συμμετέχουν, μέσω της αξιολόγησης, στο γκρέμισμα του δημόσιου σχολείου. Άλλη μία καθαρή απόδειξη, μαζί με τόσες άλλες, πως το υπουργείο έχασε πανηγυρικά τη μάχη της αξιολόγησης και προσπαθεί με απειλές και εκφοβισμούς να μαζέψει τα ασυμμάζευτα.

Αντί το υπουργείο να πάρει μέτρα για την προστασία μαθητών και εκπαιδευτικών από τον Covid, αντί να μεριμνήσει για τα μαθησιακά κενά των μαθητών που προκάλεσε η ολέθρια πρακτική της εξ αποστάσεως, αντί να καλύψει τα κενά σε εκπαιδευτικούς, διαλέγει τον κατήφορο της τρομοκράτησης των εκπαιδευτικών για να κρύψει το δικό του φόβο.

Όλο και πιο πολλοί, και κυρίως νέοι, αντιλαμβάνονται πλέον πως το φανταχτερό, γεμάτο ευκαιρίες και αξιοκρατία μέλλον που τους τάζουν ούτε φανταχτερό ούτε αξιοκρατικό είναι. Δεν είναι ούτε καν μέλλον.

Το καζάνι των κοινωνικών διεργασιών σιγοβράζει και το καπάκι είναι κλειστό. Κάποιοι προσπαθούν να το ανοίξουν για να εκτονωθεί και να μην εκραγεί.

Ο αγώνας που θα στοχεύει σε όσα μας αξίζουν είναι μονόδρομος. Οτιδήποτε λιγότερο κρύβει τις δυνατότητες που υπάρχουν σήμερα ώστε οι άνθρωποι να απολαμβάνουν περισσότερα δουλεύοντας λιγότερο.

Το μονοπάτι έχει στο ένα του άκρο τη φυλακή και στο άλλο το ξέφωτο.

Στον άνθρωπο, το ξέφωτο είναι που του αξίζει και όχι η φυλακή.

215.000 ευρώ θα διατεθούν με εντολή του δημάρχου Αθηναίων κυρίου Μπακογιάννη, σε γνωστό καλλιτέχνη, για ένα γιορτινό σώου διάρκειας 17 λεπτών.

Σε μόλις 1 λεπτό στον γνωστό καλλιτέχνη θα δοθούν με εντολή του γαλαντόμου δημάρχου, τόσα χρήματα (12.647 ευρώ) όσα παίρνει ένας εκπαιδευτικός ολόκληρο το χρόνο έχοντας στην πλάτη του δεκαετίες προϋπηρεσίας.

Σε μόλις 1 δευτερόλεπτο στον ταλαντούχος κριτή και καλλιτέχνη θα δοθούν με εντολή του γόνου της μεγάλης των Μητσοτάκηδων οικογένειας, που με την αξία τους και τη δουλειά τους προκόβουν εδώ και δεκαετίες, τόσα χρήματα (211 ευρώ) όσα βγάζει ένας διανομέας σε έναν ολόκληρο μήνα οργώνοντας τους δρόμους με κίνδυνο της ζωής του.

Εννοείται πως ο κουβαρντάς δήμαρχος δεν θα πληρώσει τον καλλίφωνο καλλιτέχνη με δικά του χρήματα, όπως δεν πλήρωσε και για το μεγάλο περίπατο-φιάσκο.

Με τα χρήματα αυτά, θα μπορούσαν να δημιουργηθούν δομές που να στηρίζουν ανθρώπους που έχουν ανάγκη. Ψιλά, πολύ ψιλά γράμματα για όλους αυτούς τους γόνους που απομυζούν το δημόσιο χρήμα τη στιγμή που εκατομμύρια άνθρωποι, εργαζόμενοι, άνεργοι, συνταξιούχοι, επιβιώνουν με ψίχουλα.

Κοντά στα 3 δισεκατομμύρια ευρώ κέρδη θα έχουν οι τέσσερις συστημικές τράπεζες της χώρας για το 2021 με τους πλειστηριασμούς να φτάνουν τις δεκάδες χιλιάδες και το ευνομούμενο κράτος να στέλνει στα δικαστήρια όσους αντιστέκονται σε αυτούς. Και μιλάμε για τράπεζες που τις έχουμε ξεχρεώσει εμείς οι εργαζόμενοι δύο και τρεις φορές για να μπορούν στη συνέχεια «νόμιμα» να μας αρπάζουν τους κόπους μιας ζωής.

Τα ποσά αυτά είναι ασύλληπτα και προκλητικά για τους νέους που αγωνίζονται να βρουν μια δουλειά χωρίς ένσημα για να πάρουν το μήνα όσα θα πάρει ο εν λόγω αοιδός σε 1 δευτερόλεπτο από τον ελέω οικογένειας άριστο δήμαρχο.

Είναι εξωφρενικά για εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχους που αναγκάζονται να διαλέξουν μέσα στο καταχείμωνο ανάμεσα στο ψωμί, τη ζέστη, το ηλεκτρικό και τα φάρμακα.

Αν οι εργαζόμενοι γνώριζαν για την χλιδή μέσα στην οποία ζούνε κάποιοι λίγοι, μάλλον θα επαναστατούσαν.

Την ίδια στιγμή στην κυβέρνηση αναζητούν την ανύπαρκτη αξιοπιστία της ψάχνοντας την περίφημη έρευνα-μελέτη Τσιόδρα-Λύτρα, όπως παλιά που σε κάποια άλλη κυβέρνηση αναζητούσαν την περίφημη λίστα Λαγκάρντ, έχοντας τη στήριξη της αξιωματικής και όχι μόνο, αντιπολίτευσης που φτάνει μέχρι τη διεξαγωγή στημένων τηλεκοκορομαχιών με αφορμή την ψήφιση του προϋπολογισμού.

Κι ενώ η μετάδοση των διαφόρων μεταλλάξεων του κορωνοϊού καλά κρατεί, ο γενικός γραμματέας του ΥΠΑΙΘ, όπως και οι προκάτοχοί του, ζητάει «αποδείξεις και ονόματα». Πέρυσι ήταν οι αιρετικοί εκπαιδευτικοί, «εξτρεμιστές» που λένε και οι Δακίτες, που δεν παρέδωσαν βαθμολογίες στο πρώτο τετράμηνο. Φέτος είναι όλοι αυτοί που δεν συμμετέχουν, μέσω της αξιολόγησης, στο γκρέμισμα του δημόσιου σχολείου. Άλλη μία καθαρή απόδειξη, μαζί με τόσες άλλες, πως το υπουργείο έχασε πανηγυρικά τη μάχη της αξιολόγησης και προσπαθεί με απειλές και εκφοβισμούς να μαζέψει τα ασυμμάζευτα.

Αντί το υπουργείο να πάρει μέτρα για την προστασία μαθητών και εκπαιδευτικών από τον Covid, αντί να μεριμνήσει για τα μαθησιακά κενά των μαθητών που προκάλεσε η ολέθρια πρακτική της εξ αποστάσεως, αντί να καλύψει τα κενά σε εκπαιδευτικούς, διαλέγει τον κατήφορο της τρομοκράτησης των εκπαιδευτικών για να κρύψει το δικό του φόβο.

Όλο και πιο πολλοί, και κυρίως νέοι, αντιλαμβάνονται πλέον πως το φανταχτερό, γεμάτο ευκαιρίες και αξιοκρατία μέλλον που τους τάζουν ούτε φανταχτερό ούτε αξιοκρατικό είναι. Δεν είναι ούτε καν μέλλον.

Το καζάνι των κοινωνικών διεργασιών σιγοβράζει και το καπάκι είναι κλειστό. Κάποιοι προσπαθούν να το ανοίξουν για να εκτονωθεί και να μην εκραγεί.

Ο αγώνας που θα στοχεύει σε όσα μας αξίζουν είναι μονόδρομος. Οτιδήποτε λιγότερο κρύβει τις δυνατότητες που υπάρχουν σήμερα ώστε οι άνθρωποι να απολαμβάνουν περισσότερα δουλεύοντας λιγότερο.

Το μονοπάτι έχει στο ένα του άκρο τη φυλακή και στο άλλο το ξέφωτο.

Στον άνθρωπο, το ξέφωτο είναι που του αξίζει και όχι η φυλακή.

selidodeiktis.edu.gr

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Με 390 ευρώ το μήνα…

Με 390 ευρώ το μήνα…

Με 390 ευρώ το μήνα…

Από τονΧρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Ξυπνάς το πρωί και η «καλημέρα» δε λέει να βγει από το σφιγμένα χείλη μα κι όταν βγει δεν έχει χαρά, δεν έχει ζωή. Μια κενή ευχή και τίποτα περισσότερο.

Ετοιμάζεις τα παιδιά για το σχολείο, κάνεις στα γρήγορα ένα καφέ και για σένα-γαμώτο πότε άδειασε το βάζο του καφέ-και ανάβεις τσιγάρο. Ρουφάς δυο τζούρες δηλητήριο-χωρίς καφέ δεν κατεβαίνει το άτιμο-κι ετοιμάζεσαι να «ζήσεις» άλλη μία μέρα.

Άλλο ένα ευέλικτο πεντάωρο σε περιμένει για να συμπληρώσεις τις 120 ώρες το μήνα. Απολογισμός: 390 ευρώ καθαρά κι αυτά στο περίπου.

Κάτι πήρε το αυτί σου για τον εργάτη στο λιμάνι της Cosco-της Cosco είναι και όχι του Πειραιά-που σκοτώθηκε εν ώρα εργασίας. Οι άλλοι εργάτες είπαν πως τον σκότωσε το εξαντλητικό ωράριο. Αναρωτιέσαι τι γίνεται; Ή θα δουλεύεις μέχρι θανάτου ή θα δουλεύεις ίσα για να πεθαίνεις λίγο-λίγο; Κάτι πιο ανθρώπινο δεν υπάρχει; Όχι, δε μιλάς για αυτά που δικαιούσαι αλλά για αυτά που σου αξίζουν. Ποιος αποφάσισε πόσο αξίζει η ζωή σου;

Κάτι πήρε το αυτί σου πως οι άλλοι εργάτες στο λιμάνι εξαγριώθηκαν και γκρέμισαν τις πύλες του κολαστηρίου. Έμαθες πως κέρδισαν πράγματα και αναθάρρησες. Σκέφτηκες: γιατί δεν το κάνουμε κι εμείς με τα δικά μας κολαστήρια. Απάντησες μόνος σου: μα εμείς δεν έχουμε νεκρό…Ξεφτίλα…

Κάπου διάβασες για τον εργάτη στη ΣΤΑΣΥ που σκοτώθηκε εν ώρα εργασίας επειδή ο συρμός δεν είχε φρένα, όπως θα έπρεπε να έχει, και σκέφτεσαι τα δικά σου φρένα που είναι έτοιμα να σπάσουν. Οι άλλοι εργάτες είπαν πως αυτό είναι το σύνηθες και πως ασφαλείς συνθήκες εργασίας δεν υπάρχουν γιατί αυτό σημαίνει λιγότερα φράγκα στις τσέπες των ιδιοκτητών.

Κάπου διάβασες πως έγινε απεργία διαμαρτυρίας. Όχι, τούτη τη φορά δεν έπεσαν οι πύλες του κολαστηρίου. Οι αυτόκλητοι προστάτες καρεκλοκένταυροι δεινόσαυροι της ΓΣΕΕ, για μία ακόμη φορά, γύρισαν πλευρό, όπως ήταν αναμενόμενο.

Τις προάλλες που γύριζες από τη δουλειά, είδες ένα κόκκινο ποτάμι από μηχανάκια και ντελιβεράδες να πορεύονται στην κεντρική λεωφόρο. Περίμενες να τελειώσει τούτο το ποτάμι για να περάσεις απέναντι γιατί βιαζόσουν. Κι αυτό το άτιμο δε λιγόστευε. Θυμήθηκες το Βάρναλη και σκέφτηκες: να δεις που θα έρθει ανάποδα ο ντουνιάς. Το δεξί σου χέρι έγινε γροθιά, τούτη τη φορά όχι ασυναίσθητα αλλά έχοντας πλήρη επίγνωση για το τι κάνεις. Το σήκωσες ψηλά και μετά χειροκροτούσες, και μετά φώναζες  «μπράβο» και «μαζί σας» και εισέπραξες ευχαριστίες. Στο τέλος ακολουθούσαν οι μηχανόβιοι ρόμποκοπ και φαίνονταν τόσο αστείοι και κυρίως τόσο αδύναμοι. Σα να τους έσερνε το κόκκινο ποτάμι από τη μύτη. Παρακαλούσες να μην είχε τελειώσει ποτέ τούτη η μοτοπορεία. Φούσκωσες από αυτοπεποίθηση και σκέφτηκες: αφού μπόρεσαν αυτοί μπορώ κι εγώ, μπορούμε κι εμείς και συνέχισες το δρόμο σου τραγουδώντας τον κυρ Μέντιο του Βάρναλη.

Έμαθες την επομένη πως εκείνοι οι τύποι για όλες τις δουλειές κέρδισαν αυτό που φαινόταν την προηγούμενη ως παράλογο, ανέφικτο κι αδύνατο.

Θυμήθηκες τότε-τι σου είναι το μυαλό-εκείνα τα παλιόπαιδα που συγκεντρώνονταν παράνομα για να μην επιτρέψουν στους αστυνομικούς να κάθονται δίπλα τους στα έδρανα των πανεπιστημιακών αμφιθεάτρων και ένιωσες ικανοποίηση γιατί εκείνα τα παλιόπαιδα νίκησαν. Μπορεί να μην ήταν δικά σου παιδιά μα αποφάσισες πως από την αμέσως επόμενη στιγμή θα είναι και δικά σου παιδιά.

Μπήκες στο σπίτι για να μαζέψεις λίγο τα συναισθήματά σου, κι άκουσες τον τηλεκανίβαλο να απαξιώνει τους δασκάλους. Πως είναι τάχα τεμπέληδες, πως δεν θέλουν να βελτιώνονται, πως είναι βολεμένοι και άλλα τέτοια.

Έκλεισες τον τηλεανεμιστήρα με τη λάσπη έβγαλες μια ξεχασμένη «επιστολή» από την τσάντα σου και βγήκες στο μπαλκόνι. Ήταν γράμμα των εκπαιδευτικών της περιοχής σου προς την κοινωνία. Το μοίραζαν κάτι «τεμπέληδες» στη λαϊκή πριν από μέρες. Δεν του είχες δώσει σημασία. Το διάβασες με προσοχή. Έγραφε για δημόσιο σχολείο, για δωρεάν παιδεία για όλα τα παιδιά. Έγραφε για φτώχεια στην εκπαίδευση για δεκάδες χιλιάδες κενά, για αίθουσες γεμάτες με μαθητές, για απολύσεις, για καταργήσεις σχολείων, για χορηγούς και ταξικούς φραγμούς στα παιδιά των οικονομικά και κοινωνικά αδύνατων. Αυτή, έγραφε, πως είναι η αξιολόγησή τους. Έφριξες! «Κουφάλες τηλεψεύτες», σκέφτηκες μέσα στην οργή και το θυμό.

Κάτι φωνές έφταναν στα αυτιά σου. Έκανες στην άκρη του μπαλκονιού για να βλέπεις στο μεγάλο δρόμο. Κι άλλο ποτάμι κατέβαινε με πανό και συνθήματα. Για αγώνα και δωρεάν παιδεία, διαδήλωναν, για κάποια δικαστήρια διαμαρτύρονταν. Έβγαλαν το δίκιο παράνομο αφού πρώτα έκαναν το άδικο νόμο. Σκέφτηκες πως αυτό δεν είναι μόνο άδικο μα και υβριστικό για τον καθένα. Είχες ακούσει πως οι δάσκαλοι των παιδιών σου αντιδρούσαν μαζικά σε τούτο το άδικο. Αναθάρρησες και πάλι.

Δεν πρόλαβες να ηρεμήσεις και το μυαλό σου πόνεσε από το τελευταίο «αγκάθι» των ημερών. Είχε και όνομα, εκτός από ψυχούλα…αχ βρε ψυχούλα μου.

Όλγα την έλεγαν και ήταν παιδί. Τι πρόλαβε να δει; Τι πρόλαβε να ζήσει; Μέχρι τη στιγμή που σφηνώθηκε στην πόρτα, πολύ λίγα. Όμως, τη στιγμή της τελευταίας αναγνωριστικής κλωτσιάς-ζει ή πέθανε ετούτο;-έζησε όλη την αδικία και την περιφρόνηση της γης. Κι όταν αυτή η περιφρόνηση προέρχεται από «το γιο της πλύστρας» είναι αφόρητη κι αβάστακτη που να πάρει η ευχή. Γιατί όλοι «οι γιοι της πλύστρας» οφείλουν να τα βάζουν με εκείνους που καταδίκασαν τη μάνα τους να είναι μια ζωή «πλύστρα» και όχι με τη Όλγα και την κάθε Όλγα.

Κι ένιωσες τότε σαν εκείνα τα ποτάμια τα βαθιά που άμα τα δεις από μακριά, έτσι όπως ρέουν χωρίς ορμή, τα περνάς για ακίνδυνα και δεν τους δίνεις σημασία. Όμως έχουν τέτοιο βάθος που αλίμονο σε όποιον τολμήσει να τα διασχίσει αψηφώντας τα.

Κατά πως φαίνεται, έτσι νιώθουν κι άλλοι που γίνονται όλο και περισσότεροι.

Με 390 ευρώ το μήνα, αυτό που περνάς δεν το λες ζωή…

 

Ετικέτες: , , , , ,

Προς καλοπροαίρετους και «καλοπροαίρετους»

<strong>Προς καλοπροαίρετους και «καλοπροαίρετους»</strong>

Προς καλοπροαίρετους και «καλοπροαίρετους»

Από τον Χρήστο Επάμ. Κυργιάκη

«Οι συνδικαλιστές πρέπει να πρωτοπορούν και όχι να αρνούνται την αξιολόγηση», υποστηρίζει καλοπροαίρετα φίλος αγαπημένος μαθαίνοντας τα της εκπαίδευσης από τα ΜΜΕ.

«Οι συνδικαλιστές δεν θέλουν την αξιολόγηση», γράφει και πληκτρολογεί «καλοπροαίρετα» ο Καθημερινός κονδηλοφόρος.

Σημείο αναφοράς και των δύο δεν είναι άλλο παρά οι περίφημοι «συνδικαλιστές».

Παραβλέπουν και οι δύο, ο πρώτος άθελά του και ο δεύτερος εσκεμμένα, πως η αντίθεση ενάντια στην αξιολόγηση προήλθε, με πάταγο είναι η αλήθεια, από το σύνολο, σχεδόν, του κλάδου των εκπαιδευτικών και όχι από μερικούς «συνδικαλιστές».

Τη μάχη της απεργίας-αποχής την έδωσαν με απόλυτη επιτυχία και συνέπεια καταφέρνοντας μία από τις πιο σημαντικές ήττες στην «ατσαλάκωτη» και κυριλέ κυβερνητική και νεοφιλελεύθερη λογική του σχολείου της αγοράς και της μπίζνας, οι «απλοί» και «ανώνυμοι», όπως συχνά τους αποκαλούν, εκπαιδευτικοί.

Αυτοί που τα τελευταία δέκα χρόνια είδαν τους μισθούς τους να εξανεμίζονται τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα να καταργούνται, και τη λάσπη προς το πρόσωπό τους να πετιέται ασταμάτητα.

Αυτοί που έχουν γίνει, εκτός από εκπαιδευτικοί, γραμματείς, ερμηνευτές νόμων, γραφειοκράτες με ειδικότητα στο να συμπληρώνουν φόρμες, ψυχαναλυτές και ψυχολόγοι δικοί τους μα και των μαθητών, των παιδιών τους και των μελών των οικογενειών τους.

Είναι οι ίδιοι που γυρνάνε σε τρία, τέσσερα και πέντε σχολεία, για να συμπληρώσουν ωράριο, οι λεγόμενοι αόρατοι συνάδελφοι που μόνο οι «προγραμματιστές» ξέρουν τα ονόματά τους στα σχολεία που πηγαίνουν και που δεν προλαβαίνουν ούτε μια ανθρώπινη φιλική και συναδελφική σχέση να χτίσουν.

Είναι όλοι αυτοί οι εργαζόμενοι-λάστιχο που έχουν ένα σκασμό προϋπηρεσία στα δημόσια σχολεία αλλά θεωρούνται ανίκανοι από το επίσημο ευνομούμενο κράτος να συνεχίσουν να «γράφουν» προϋπηρεσία αλλά με όρους εργασιακής ασφάλειας και μονιμότητας. Γιατί ούτε τα κενά καλύφθηκαν ούτε οι αναπληρωτές εξαφανίστηκαν.

Δεν είναι άλλοι παρά αυτοί οι μοναδικοί που με το φιλότιμο, την αυταπάρνηση και τον «επαγγελματισμό» τους κράτησαν, κρατάνε και θα εξακολουθήσουν να κρατάνε όρθιο το δημόσιο σχολείο, ανοιχτό σε όλα τα παιδιά, χωρίς αποκλεισμούς, κόντρα σε ρουφιάνους και ρατσιστές.

Στους καλοπροαίρετους που ζητάνε από τους εκπαιδευτικούς να πρωτοπορήσουν, η απάντηση, επίσης καλοπροαίρετα είναι πως μονίμως πρωτοπορούν ζητώντας και διεκδικώντας:

Ολιγομελή τμήματα για να μπορούν να ασχολούνται πολύ περισσότερο με το κάθε παιδί και τις μαθησιακές του ανάγκες.

Ουσιαστικές συνεχείς δωρεάν επιμορφώσεις, και εκπαιδευτικές άδειες με αποδοχές για να μπορούν όλοι όσοι το επιθυμούν να διευρύνουν με δωρεάν  μεταπτυχιακά προγράμματα τους ορίζοντες και τις γνώσεις τους χωρίς να χρειάζεται να ξοδεύουν μια περιουσία σε σεμινάρια και μεταπτυχιακά επί πληρωμή.

Πρόσληψη προσωπικού για γραμματειακή υποστήριξη ώστε να μπορούν οι εκπαιδευτικοί να ασχολούνται μόνο με το μαθησιακό-γνωστικό κομμάτι και τις ανάγκες των μαθητών και όχι της εκάστοτε γραφειοκρατικής διοίκησης.

Σύγχρονα βιβλία και αναλυτικά προγράμματα σπουδών σύμφωνα με τις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων για πραγματική γνώση και μόρφωση και όχι σύμφωνα με τις ανάγκες της αγοράς σε δεξιότητες.

Σχολεία σύγχρονα, αντάξια των μαθητών και των κόπων των γονιών τους που φορολογούνται άγρια, με εργαστήρια, γυμναστήρια, θέατρα, μουσικά όργανα, αίθουσες προβολών πλαισιωμένα από τους αντίστοιχους εκπαιδευτικούς εικαστικών μαθημάτων αλλά και μαθημάτων κοινωνικών επιστημών.

Στους «καλοπροαίρετους» κονδηλοφόρους που επίσης ζητάνε από τους εκπαιδευτικούς να «πρωτοπορήσουν» και να δεχτούν την αξιολόγηση της κυβέρνησης και των διεθνών οργανισμών η απάντηση βγαίνει αβίαστα.

Η «αξιολόγησή» τους ή η «αποτίμησή» τους ή η «ανατροφοδότηση» τους, μόνο πρωτοπορία δεν συνιστά. Ίσα-ίσα που παραπέμπει ευθέως σε Μεσαίωνα καθώς προβλέπει, κατηγοριοποίηση εκπαιδευτικών και σχολείων, κατάργηση, ή συρρίκνωση σχολικών μονάδων, μείωση χρηματοδότησης, μείωση μισθών, απολύσεις, δηλαδή, καίριο χτύπημα στο δημόσιο σχολείο και τις παροχές του. Σημαίνει ασφυκτική πίεση προς τους εκπαιδευτικούς και στραγγαλισμό της  παιδαγωγικής ελευθερίας την οποία επιβάλλεται να έχει.

Η «αξιολόγησή» τους θέλει να μετατρέψει τον εκπαιδευτικό σε έναν κυνηγό μαγισσών που αντί για σκούπα θα καβαλάνε ηλεκτρονικές φόρμες αποτίμησης και στατιστικών στοιχείων και που το μόνο για το οποίο θα νοιάζεται είναι το πώς θα «φέρνει» ζεστό χρήμα στο σχολείο αναζητώντας χορηγούς και υλοποιώντας «προγράμματα».

Η «αξιολόγησή» τους σημαίνει περισσότερα παιδιά εκτός δημόσιου σχολείου, απροστάτευτα στις ορέξεις είτε των αφεντικών είτε των ιδιωτικών σχολαρχών. Η ελάχιστη βάση εισαγωγής έδειξε το δρόμο και η τράπεζα θεμάτων θα έρθει να τον ασφαλτοστρώσει.

Αν τα προηγούμενα δεν οδηγούν στον σκοταδισμό και τον στραγγαλισμό του δημόσιου σχολείου, τότε ο εθνικός μας λεξικογράφος πρέπει να ψάξει για νέες λέξεις και ορολογίες.

Όπως και να το δει κανείς, είτε καλοπροαίρετα είτε «καλοπροαίρετα», οι εκπαιδευτικοί ήταν, είναι και θα είναι αυτοί που θα πρωτοπορούν.

Για αρχή, θα ευχηθούν «καλές διακοπές και καλό καλοκαίρι», στους εμπνευστές της αξιολόγησης και στους υποστηρικτές της νέας προσπάθειας για εφαρμογή της.

Μάλλον όλοι οι παραπάνω πρέπει να ετοιμάζονται για άλλη μία ήττα, αυτή τη φορά ακόμη πιο σκληρή, οδυνηρή, μια ήττα τελειωτική.

 

Ετικέτες: , , , ,

Η άτιμη η κενωνία

Η άτιμη η κενωνία

Η άτιμη η κενωνία

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Τα πράγματα είναι απλά. Απλά και εύκολα. Όσο εύκολες ήταν οι εργασίες που έχουν κάνει στη ζωή τους κάποιοι πολιτικοί μας ηγέτες, άριστοι κατά τα άλλα, και λάτρεις της σκληρής εργασίας.

Άμα είσαι γιατρός και σώζεις ζωές και μάχεσαι για να νιώθει ο άνθρωπος αξιοπρεπής μέσα στην ασθένειά σου, όπως ευτυχώς συμβαίνει με τους περισσότερους γιατρούς, και δεν παίρνεις φακελάκια ως προϋπόθεση για να τους αναλάβεις, η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σου χαρίζει απλόχερα το χειροκρότημά της. Σε στύβει στις υπερωρίες και ακόμα στις χρωστάει. Γιατρουδάκι σε ανεβάζει γιατρουδάκο σε κατεβάζει. Ενώ αν είσαι από τους άλλους, τους εκβιαστές, η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σε ανταμείβει. Σε κάνει καθηγητή, μεγαλογιατρό με πουράκλες στο γραφείο σου κάτω από το «απαγορεύεται το κάπνισμα». Μέχρι και πρύτανη μπορεί να σε κάνει για να έχεις τον έλεγχο και να τα κονομάς από παντού ή και ειδικό σε κάποια από τις επιστημονικές επιτροπές για να έχουν οι ιθύνοντες το κεφάλι τους ήσυχο.

Άμα είσαι άνθρωπος του μόχθου, του μεροκάματου και της καθημερινής βιοπάλης, η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σε έχει κυριολεκτικά χεσμένο. Μόνο η μάνα σου σε θυμάται και μόνο αυτή νιώθει το τι περνάς. Ποιος νοιάζεται αν έχεις να περάσεις το μήνα, αν έχεις για το ενοίκιο, αν σου φτάνουν για τη δόση του δανείου, αν έχεις φαΐ στο πιάτο κάθε που γυρνάς στο σπίτι ή αν δουλεύεις ένα σκασμό ώρες κάθε μέρα;

Αν είσαι όμως μέγας πληρωμένος ξεχασμένος και ξεγραμμένος μαχητής και μπορείς και επιβιώνεις σε στημένες κακουχίες κάπου εκεί στην καραϊβική τότε η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σε έχει περί πολλού. Σε περιμένει στα αεροδρόμια για να σε επευφημήσει λες και ανακάλυψες το φάρμακο για τον καρκίνο, λες και έβαλες έστω ένα λιθαράκι, έναν κόκκο άμμου βρε αδερφέ για να φτιάξεις ένα σκαλί για να πατήσει ο «άνθρωπος» και να δικαιολογήσει το όνομά του. Σου ετοιμάζει συνεντεύξεις σε κανάλια πανελλαδικής εμβέλειας για να αναλύσεις τις κραυγές που έβγαζες όταν βουτούσες στα λασπόνερα ξυπνώντας ακόμη και στα τσακάλια ακόμη πιο ζωώδη ένστικτα.

Αν πάλι είσαι μισθωμένος αγρότης σε φάρμα, τέτοιος αγρότης που σηκώνεται ο φράχτης, παίρνει των ομματιών του και πάει μετανάστης στην Παταγονία, και ουρλιάζεις χωρίς λόγο όλη την ώρα κάνοντας τον άγριο και τον τσαμπουκαλεμένο, η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σε προβάλλει σαν πρότυπο. Να γαμπρός για τις κόρες τις έμορφες. Και δως του τα κανάλια να σε κυνηγάνε για μια σου λέξη, τι λέξη δηλαδή, για ένα σου μουγκρητό έστω για ένα σου γέλιο για να λάμψει η λευκασμένη οδοντοστοιχία σου.

Αν όμως είσαι αγρότης κανονικός, από αυτούς που μυρίζουν το χώμα και καταλαβαίνουν αν και πόσο διψάει, από αυτούς που παλεύουν με τη γη για να ζήσουν οι ίδιοι και οι οικογένειές τους τότε η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, θα σε πει τεμπέλη και καφενόβιο που ζεις με τις επιδοτήσεις και κλείνεις τις εθνικές οδούς του Μπόμπολα και δεν αφήνεις τον Πέτρο να πάει να δει τη μανούλα του και στενοχωριέται ο Πέτρος και οι όμοιοί του. Και σε λίγα χρόνια εκεί που χρωστούσε και της Μιχαλούς κατορθώνει και μας κάνει τη χάρη να προσφέρει και πάλι με τα έντυπά του στον εκπολιτισμό του μνημονιακού νεοέλληνα. Αυτά είναι τα ωραία.

Όμως ευτυχώς για όλους εμάς τους υπόλοιπους που δεν είμαστε μέλη της κοινωνίας ούτε της επίσημης ούτε της ανεπίσημης, υπάρχουν εκείνοι, και είναι πάρα πολλοί, που κρατάνε άσβεστη τη φλόγα της ελπίδας και είναι φορές που την κάνουν πυρκαγιά που καίει ότι τοξικό υπάρχει και μπορούμε και ρουφάμε καθαρό αέρα.

Είναι όλοι αυτοί οι παραπάνω που η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, τους έχει απορρίψει. Και κοντά σ’ αυτούς είναι κι άλλοι, όπως οι φοιτητές που πέταξαν έξω τους μπάτσους του Μιχάλη και του Κούλη από τα πανεπιστήμια ή όπως οι εκπαιδευτικοί που όρθωσαν και πάλι ανάστημα στις εμμονικές αντιδραστικές επιδιώξεις της κυρά-Νίκης και πέταξαν για μία ακόμη φορά στον καλάθι των α(χ)ρήστων την αξιολόγησή τους.

Γιατί τα πράγματα είναι απλά. Άλλες οι ανάγκες της πραγματικής κοινωνίας και άλλες οι εικονικές ανάγκες της κενωνίας που θέλει να εμφανίζεται ως κοινωνία, επίσημη ή ανεπίσημη.

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Η μάνα

Η μάνα

Η μάνα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Λένε πως η δουλειά σε ανταμείβει, πως όποιος δουλεύει αργά ή γρήγορα θα βρει προκοπή. Εννοούν πως θα αποκτήσει περιουσία, θα βγάλει λεφτά θα ανέβει τάξη στην κοινωνία. Θα γίνει κάποιος βρε αδερφέ.

Δώδεκα χρονών ήταν ο Παναγής, εκεί γύρω στα 1920.

Τον ξύπνησε η μάνα του ένα πρωί και του ανακοίνωσε πως ο πατέρας του πέθανε.

– Και δεν θα τον ξαναδούμε μάνα;

– Είδες πολλούς πεθαμένους μέχρι τώρα;

– Δεν ξέρω μάνα, είμαι μικρός.

– Πέθανε σου λέω. Μας άφησε χρόνους που να καεί στην κόλαση ο αφορεσμένος.

– Όχι στην κόλαση μάνα. Κάνει πολλή ζέστα εκεί.

– Να καεί! Καψάλα να γίνει. Πώς θα τα βγάλω πέρα μόνη μου λες; Χωράφια δεν έχουμε, λίρες δεν έχουμε, παράδες δεν έχουμε. Και το σπίτι ακόμα που μένουμε είναι έτοιμο να σαρίσει.

– Μάνα γιατί πέθανε;

– Γιατί ήταν αχαΐρευτος. Εκεί που θέριζε έπεσε τέζα.

– Θέλω να τον δω. Πού είναι;

– Δεν χρειάζεται. Τον πήραν και τον έθαψαν. Δεν χρειάζεται να τον δεις.

– Είχα από προχτές να τον δω.

– Κι εγώ. Νόμιζα κοιμήθηκε στο χωράφι. Το είχε ξανακάνει. Αλλά αυτός πήγε και ψόφησε.

– Μη μιλάς έτσι για τον πατέρα. Σάματις ήθελε να πεθάνει λες;

– Κι άμα δεν ήθελε; Τώρα τι κάνουμε;

– Θα δουλέψω εγώ μάνα. Μη σκιάζεσαι.

– Θα πάω στον κυρ-Στέργιο και θα του ζητήσω δουλειά.

– Μην πας σ’ αυτόν.

– Γιατί;

– Δεν είναι καλός άνθρωπος. Και δεν μ’ αρέσει που σε κοιτάει. Ούτε που σε αγγίζει με τα χέρια του.

Δεν πρόλαβε ο Παναγής να τελειώσει τη φράση του και βρέθηκε με το κεφάλι στον τοίχο από την ξανάστροφη της μάνας του.

– Μάζεψε τη γλώσσα σου γιατί θα στην κόψω. Όταν ψηνόσουν στον πυρετό τις προάλλες, εκείνος πλήρωσε για να πας σε γιατρό στην πόλη. Ο ανεπρόκοπος ο πατέρας σου βλέπεις δεν μπορούσε.

Τα μάτια του παιδιού γέμισαν δάκρυα.

– Αν ξαναπείς ανεπρόκοπο τον πατέρα μου θα σε κλωτσήσω και θα φύγω.

– Να πας στα τρανά που θα με φοβερίξεις κιόλας.

Σηκώθηκε κι έφυγε ο Παναγής. Όχι, δεν την κλώτσησε τη μάνα του μα τα μάτια του έτρεχαν ασταμάτητα σα μικρές βρυσούλες. Μόνο που δεν έβγαζαν νερό γάργαρο. Φαρμάκι και πόνο έσταζαν, πόνο αβάσταχτο για την ψυχούλα του μικρού.

Πήγε στην άλλη άκρη του χωριού, στη θεια του τη Λένω, την αδερφή του πατέρα του.

– Κάτσε λίγες μέρες εδώ μέχρι να περάσει η μπόρα και θα πας να βρεις ξανά τη μάνα σου, του είπε η θεια του.

– Δεν πάω θεια. Δεν τη θέλω. Βρίζει τον πατέρα μου και θα πάει να βρει τον Στέργιο.

– Ποιον, εκείνο το παλιοζάγαρο;

– Ναι εκείνο.

– Ότι πει η μάνα σου, αυτό θα κάνεις κι εσύ.

– Εγώ δεν πάω σ’ αυτόν.

– Καλά! Σώπα τώρα. Αγρίμι σκέτο. Ίδιος ο πατέρας, Σε καλό να σου βγει.

Πέρασαν πάνω από δύο μήνες που έκατσε με τη θεια του. Η μάνα του πήγαινε και τον έβλεπε. Τον ξεκαθάρισε πως τον κυρ-Στέργιο θα τον παντρευτεί.

– Αν δεν τον παντρευτώ θα πεθάνουμε από την πείνα, κι εγώ κι εσύ μαζί που να μην έσωνα να τον παντρευόμουν τον αχαΐρευτο τον πατέρα σου.

Σηκώθηκε ο Παναγής και όρμησε με φόρα στη μάνα του. Τελευταία στιγμή, αντί να κλωτσήσει εκείνη, έριξε μια δυνατή κλωτσιά στο τραπέζι.

Ούρλιαξε η θεια του. Έβαλε τα κλάματα η μάνα του. Το παιδί βγήκε έξω κουτσαίνοντας και φωνάζοντας.

– Άι στο διάολο μάνα. Άι στο διάολο και συ και ο παλιό Στέργιος σου.

Τι κι αν δεν ήθελε ο Παναγής; Στο μήνα πάνω έγινε ο γάμος.

Αυτός κι η μάνα του μετακόμισαν στο σπίτι του πλούσιου πατριού του.

Από την πρώτη μέρα ο πατριός του έβαλε τους όρους του.

– Μικρέ, εδώ είναι το σπίτι μου. Το θες δεν το θες εδώ κουμάντο κάνω μόνο εγώ. Αν δεν συμφωνείς με όσα ορίζω θα μένεις έξω. Η μάνα σου είναι τώρα δική μου. Την ήθελα κι από παλιά αλλά οι δικοί της την έδωκαν στον πάτερα σου γιατί ήμουνα λέει μεγάλος.

– Σαν παππούς μου είσαι. Με το ένα πόδι στο τάφο.

– Όπως βλέπεις εγώ είμαι ολοζώντανος. Άλλος είναι στο τάφο.

Θόλωσε το παιδί με όσα άκουσε. Αρπάζει το κουζινομάχαιρο που ήταν πάνω στο τραπέζι και ορμάει στον κυρ-Στέργιο.

Τον προλαβαίνει εκείνος και του πιάνει το χέρι. Του τραβάει το μαχαίρι και είναι έτοιμος να το καρφώσει στο κορμί του παιδιού.

– Άτιμε θα σε σκοτώσω, ακούστηκε η φωνή της μάνας την ώρα που κάρφωνε στην πλάτη του κυρ-Στέργιου την κάμα που είχε πάντα στο ζωνάρι μέσα από τα σιγκούνια της.

Πέντε μαχαιριές του κατάφερε του κυρ-Στέργιου μέχρι να σιγουρευτεί πως ο γιος της δεν κινδυνεύει από τα χέρια του.

Φαρδύς πλατύς σωριάστηκε ο Στέργιος με το κουζινομάχαιρο να πέφτει δίπλα του στο πάτωμα.

– Φεύγα Παναγή. Τράβα στη θεια σου και πες της τι έγινε. Εμένα να με ξεχάσεις. Εκείνη θα έχεις τώρα για μάνα.

Τα χρόνια πέρασαν, ο Παναγής μεγάλωσε έκανε δική του οικογένεια μα τα σημάδια στην ψυχή του έμειναν ανεξίτηλα.

Ποτέ δεν αγκάλιασε τα τρία του παιδιά, ούτε όταν ήταν μικρά ούτε σαν μεγάλωσαν.

Και τη γυναίκα του, παρόλο που την «έκλεψε» από αγάπη γιατί οι δικοί της δεν τον ήθελαν για γαμπρό τους, δεν της είπε ποτέ ένα καλό, έναν γλυκό λόγο.

Και στο χωριό που κατέφυγε με την γυναίκα του για να συνεχίσει τη ζωή του, είχε τη φήμη του δύστροπου, του παράξενου και του αψύ ανθρώπου που όλα του έφταιγαν.

Σε κανέναν δεν μίλησε ποτέ για τα όσα πέρασε.

Αυτά μαθεύτηκαν αργότερα όταν ο ίδιος είχε φύγει πια από τη ζωή.

Κάποιοι έσκυψαν το κεφάλι, κάποιοι ένιωσαν τύψεις αλλά οι περισσότεροι συνέχισαν να ζουν τις ζωές τους με τα δικά τους τραύματα και τα δικά τους απωθημένα.

Μέχρι να κλείσει τα μάτια του δούλευε στα χωράφια.

Ούτε περιουσία απόκτησε, ούτε παράδες, ούτε λίρες, ούτε παλάτια.

Τι κι αν τον σκιάζονταν τα χώματα σαν τον έβλεπαν;

Ίσως δεν του «άξιζε να προκόψει»…

 

Ετικέτες: , , , , ,

Πρέπει να φας παιδί μου

Πρέπει να φας παιδί μου

Πρέπει να φας παιδί μου

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

«Γιατί κλαις παιδί μου; Μήπως πεινάς; Θα πεινάς σίγουρα. Είσαι αδύνατος. Πρέπει να τρως. Έλα σε παρακαλώ. Φάε λίγο ψωμί τουλάχιστον.»

Δώδεκα γυναίκες, εργάτριες γης, στοιβαγμένες σε μια αποθήκη «του αφέντη», όλες από το διπλανό χωριό, αποκαμωμένες από το σκάλισμα των βαμβακιών νύχτα με νύχτα, στρωματσάδα πάνω σε κάτι σελτέδες γεμάτους κοριούς και τσιμπούρια. Τουαλέτα, που λέει ο λόγος, και τουλούμπα για πλύσιμο έξω από την αποθήκη. Καμιά τριανταριά μέτρα μακριά.

Είκοσι έξι χρονών η μικρότερη, με δύο παιδιά, τρίχρονο το τελευταίο, εξήντα δύο η μεγαλύτερη. Όλες άφησαν τα σπίτια τους και τις οικογένειές τους για δύο βδομάδες επειδή η ανάγκη τους έσφιγγε το λαιμό.

Για το μεροκάματο, για να βουλώσουν καμιά τρύπα, για να αγοράσουν ξύλα για το χειμώνα, για να πάρουν κανένα κιλό κρέας για το παιδί, για, για…

– Πάλι εφιάλτη έβλεπε η μικρή. Θα σκάσει από το κακό της.

– Μας βγήκε ευαίσθητη. Λες και τα δικά μας είναι σκυλιά κι όχι παιδιά.

Η μεγαλύτερη από όλες πήγε και σκούντηξε σιγά-σιγά τη μικρή για να την ξυπνήσει χωρίς να τρομάξει.

– Έλα σήκω. Σου είπα να μην ξεσυνερίζεσαι με όσα βάζεις στο μυαλό σου. Μια χαρά είναι το παιδί. Έχουμε δέκα μέρες ακόμα. Άμα δεν κοιμάσαι πώς θα αντέξεις όλες τις μέρες με το τσαπί στο χέρι;

– Είδα πάλι ότι έκλαιγε και δεν έτρωγε. Έμαθε με μένα και δεν τρώει με την πεθερά μου. Πώς θα βάλει κάνα γραμμάριο άμα δεν τρώει.

– Μην κάνεις έτσι. Εμείς δεν έχουμε παιδιά; Δεν βλέπουμε και εφιάλτες κάθε βράδυ, πετάχτηκε η εργάτρια που την κατέκρινε και πριν.

Η «μικρή» δεν μίλησε. Μόνο την κοίταξε με απορία και θλίψη.

– Εσύ να κοιτάς τη δουλειά σου, της είπε η πιο ηλικιωμένη.

– Κι εσύ τη δική σου, της απάντησε η ίδια εργάτρια.

Από την πρώτη μέρα η μικρομάνα δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει πίσω στα παιδιά της και στο σπίτι της. Είχε έρθει και πέρυσι για μεροκάματο, στον ίδιο «αφέντη», αλλά φέτος δεν επέστρεφε κάθε βράδυ στους δικούς της. Για δυο βδομάδες, μέχρι να τελειώσει το σκάλισμα θα έμεναν στην αποθήκη του αφέντη για να μην χάνουν χρόνο.

Το φαΐ λιγοστό και μετρημένο. Βλέπετε «δεν του περίσσευαν» και του αφέντη. Με αυτά τα «ψωροχωραφάκια πάσχιζε κι αυτός να τα φέρει βόλτα».

Όλη τη μέρα την έβγαζε στο χωράφι να επιτηρεί τις εργάτριες.

Άμα του «γυάλιζε» και καμία, την πλησίαζε όταν έβρισκε ευκαιρία και άρχιζε τις «προτάσεις».

– Ας τολμήσει να πλησιάσει και θα του ανοίξω το κεφάλι με την τσάπα στα δυο σαν κολοκύθι, είπε μία από τις εργάτριες που ο αφέντης έδειξε από την πρώτη στιγμή ότι του αρέσει.

Το έλεγε και το εννοούσε η συγκεκριμένη. Ήταν όμορφη κι ανύπαντρη κι όσο να’ ναι όσοι έβαζαν κακό με το νου τους τη θεωρούσαν «εύκολο στόχο».

Πριν από τρία χρόνια όταν ο γιος του αφεντικού σε ένα άλλο χωριό τόλμησε να απλώσει το χέρι του και να την ακουμπήσει την ώρα που γύριζε με το θκούλι το τριφύλλι, του κάρφωσε το θκούλι στο χέρι και το έμπηξε στο χώμα.

– Εμένα χωρίς να το θέλω δεν με ακουμπάει κανείς, του είπε. Έβγαλε το θκούλι από το χέρι του νεαρού, το ακούμπησε στον ώμο της και τράβηξε κατά το αφεντικό που ερχόταν προς το μέρος της καθώς άκουσε τα ουρλιαχτά του γιού του.

– Τα μεροκάματά μου και φεύγω, του είπε κρατώντας το θκούλι κατά πάνω του.

– Παλάβωσες; Της είπε εκείνος.

– Τώρα θα παλαβώσω. Σύμασε το γυφτόπιασμα το παλιοζάγαρο το γιο σου να μην τον στείλω σουβλισμένο στη γυναίκα σου.

Σκιάχτηκε το αφεντικό. Είδε και το θκούλι να τον σημαδεύει στο «δόξα πατρί» και σου λέει: ζουρλή είναι ετούτη χωρίς αμφιβολία.

– Δεν έχω μαζί μου παράδες. Στέκα εδώ να πάω στο σπίτι να σου φέρω.

Πήρε τα μεροκάματα και έφυγε με τα ποδάρια. Από κοντά την ακολούθησαν κι άλλες. Μόνο πέντε έμειναν. Τον τάραξε στο ξύλο το γιο του το αφεντικό.

– Σύρε να γυρίσεις μόνο σου το τριφύλλι τώρα. Παλιο κοθώνι του κερατά.

Πίσω στην αποθήκη οι περισσότερες εργάτριες ξαγρύπνησαν. Άρχισαν να λένε ιστορίες και να σιγοτραγουδούν. Αυτές που νύσταζαν γκρίνιαζαν πως ήθελαν να κοιμηθούν για να αντέξουν την επόμενη μέρα.

– Στεκάτε λίγο, είπε σε κάποια στιγμή η ηλικιωμένη. Πήγε στον τροβά της και έβγαλε από μέσα ένα μπουκάλι. Τράβηξε το φελλό και ήπιε μια γουλιά. Σφούγγιξε με το μανίκι το στόμα της και είπε: Μωρέ και πεθαμένο ανασταίνει το άτιμο.

– Έφερες τσίπουρο μαρή;

– Όχι θα κάθομαν. Χρειάζεται κι αυτό καμιά φορά. Έλα πιες λίγο και να πλαγιάσουμε. Πέρασε η ώρα. Άρχισαν να λαλάνε τα κοκόρια. Ξημερώνει σε λίγο.

Πριν ακόμα χαράξει, το αφεντικό έφτασε έξω από την αποθήκη και άρχισε να φωνάζει για να ξυπνήσουν οι εργάτριες.

Οι γυναίκες άρχισαν να αναδεύονται και να σκουντάνε η μία την άλλη.

– Ήρθε ο ξεσποριασμένος ακόμα δεν βγήκε ο ήλιος! Μη χάσει κάνα λεπτό!

Πολύ γρήγορα όλες ήταν στο πόδι. Κίνησαν προς την άλλη πλευρά της αποθήκης για να πάρουν τα τσαπιά.

Όλες εκτός από μία.

Η μικρομάνα έλλειπε.

– Το’ πε και το’ κανε, η αφορισμένη, είπε η πιο ηλικιωμένη για να συνεχίσει: Αφεντικό, η μικρή έφυγε. Εγώ δεν κάθομαι να δουλέψω. Θα πάω να τη βρω μην πάθει και τίποτα στο δρόμο. Μικρό κορίτσι είναι.

– Όποια φύγει να ξέρει πως δεν θα πληρωθεί και δεν θα ξαναδουλέψει για μένα.

– Θα μας πληρώσεις και θα πεις κι ένα τραγούδι μην πάρω το θκούλι και σε περιλάβω μ’ αυτό, όπως τον άλλον. Τώρα όσο για τη δουλειά, θα μας παρακαλάς και δεν θα ερχόμαστε, του είπε η άλλη εργάτρια.

– Μα δεν τα έχω τώρα τα λεφτά. Αλλιώς τα υπολόγιζα. Και θα με αφήσετε έτσι; Ρωτούσε απεγνωσμένος τώρα ο «αφέντης» που έβλεπε πως το αρχικό του νταηλίκι πήγε στράφι.

– Εγώ θα μείνω, είπε μία από τις εργάτριες.

– Θα μείνει καμία άλλη; Ρώτησε η ηλικιωμένη.

Καμία δεν μίλησε.

– Πάμε λοιπόν. Θα στείλω αύριο τον άντρα μου για τα μεροκάματα, είπε πάλι η ηλικιωμένη στο αφεντικό.

Τελικά, όλες πήραν το δρόμο της επιστροφής.

Δυο χιλιόμετρα πιο πέρα, μετά το ποτάμι κάτω από έναν φτελιά, αντάμωσαν την εργάτρια που είχε φύγει.

Στάθηκε κάτω από τον ίσκιο να ξαποστάσει και την πήρε ο ύπνος. Ούτε που τις κατάλαβε που πλησίασαν.

«Μην κλαις παιδί μου. Μην κλαις γραμμένο μου. Έρχομαι να σε ταΐσω εγώ. Κάνε λίγο υπομονή κι έρχομαι. Πρέπει να φας παιδί μου. Είσαι αδύνατο.»

 

Ετικέτες: , , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: