RSS

Tag Archives: ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΥΡΓΙΑΚΗΣ

Κόκκινο φουστάνι

Κόκκινο φουστάνι

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

– Άντε. Πάμε μια βόλτα να περπατήσουμε. Να δούμε και τις βιτρίνες που τόσο σου αρέσει.

– Εσένα πάλι καθόλου. Άστο καλύτερα. Έτσι κι αλλιώς δεν μπορούμε να αγοράσουμε τίποτα.

Βγήκαν από το σπίτι αγκαλιασμένοι σαν να είχαν γνωριστεί την προηγούμενη μέρα παρόλο που συμπλήρωσαν κοντά τριάντα ένα χρόνια μαζί.

Ο κόσμος στο πεζοδρόμιο αρκετός. Οι περισσότεροι απολάμβαναν την απογευματινή ανοιξιάτικη βόλτα με έναν καφέ στο χέρι όπως επιβάλλουν τα νέα καταναλωτικά ήθη.

Κοντοστάθηκαν σε μια βιτρίνα. Εκείνος μετρούσε άθελά του τις μέρες που μεσολαβούν μέχρι να πληρώσει τη δόση του στεγαστικού, το ηλεκτρικό ρεύμα, και το μήνα στα φροντιστήριο Αγγλικών.

Ούτε που άκουσε τη σύντροφό του να εκφράζει την επιθυμία της για δεύτερη και τρίτη φορά.

– Δεν ακούς που σου μιλάω;

– Ακούω. Φυσικά ακούω.

– Σιγά μην ακούς.

– Έλα πες το μου πάλι.

– Αυτό το φουστάνι. Δεν είναι ωραίο;

– Ποιο;

– Αυτό. Το κόκκινο.

– Καλό είναι.

Οι σκέψεις επέστρεψαν στο μπερδεμένο του μυαλό. Η προσοχή του απομακρύνθηκε πάλι από τη σύντροφό του η οποία εξακολουθούσε να κοιτάζει, μάλλον με παράπονο, τη βιτρίνα με το κόκκινο φουστάνι.

Σκέφτηκε πως τα τελευταία τρία χρόνια δεν είχε αγοράσει για εκείνη ούτε μία κάλτσα, που λέει ο λόγος.

Πώς να τολμήσει άλλωστε να κάνει σκέψη για αγορά. Ήταν τόσες πολλές οι οικονομικές υποχρεώσεις που το κουτσουρεμένο οικογενειακό εισόδημα δεν μπορούσε να τις καλύψει.

Προστέθηκαν και κάτι έκτακτα έξοδα-τα έκτακτα έσοδα ήταν ανύπαρκτο είδος-που απομάκρυναν ακόμη περισσότερο ένα πιθανό ενδεχόμενο αγοράς.

– Να μπούμε να το δοκιμάσω; Νομίζω πως θα μου πάει.

– Έλα τώρα. Τι να δοκιμάσεις; Λες και υπάρχει περίπτωση να το πάρουμε; Άλλωστε ξέρεις πως δεν τα μπορώ αυτά.

Η όψη της σκοτείνιασε. Γύρισε το πρόσωπό της από την άλλη για να μην διαβάσει τα συναισθήματά της. Όμως εκείνος είχε ήδη προλάβει να καθρεφτιστεί στα μάτια της.

Κι είδε τον εαυτό του ευτυχισμένο να ακούει τα γέλια της μικρής του κόρης καθώς έπαιζε ανέμελα με τη φίλη της.

Και διέκρινε τον εαυτό του να γλεντάει και να χορεύει με τους φίλους του στη γιορτή του γιου του.

Είδε ακόμη τον εαυτό του να «αγαπιέται» σφόδρα με το ματατζή σε μια διαδήλωση για τα μνημόνια.

Και ντράπηκε πολύ. Ναι ντράπηκε. Και θύμωσε. Κυρίως με τον εαυτό του.

– Να πάνε να γ…….νε. Πάμε μέσα να το δοκιμάσεις.

– Τι έπαθες; Τρελλάθηκες;

– Και δε χαίρεσαι. Πάμε σε παρακαλώ.

Την έπιασε από το χέρι και την τράβηξε μέσα στο κατάστημα. Η αλήθεια είναι πως της πήγαινε πολύ. Δεν χόρταιναν τα μάτια του να την κοιτάζει και δεν ήξερε αν ήταν επειδή εκείνη ήταν τόσο όμορη ή αν ομόρφυνε ο τρόπος που ο ίδιος πλέον την κοίταζε. Μάλλον ήταν και τα δύο.

Εκείνη κοιτούσε τον εαυτό της στον καθρέφτη και σκεφτόταν πότε θα τελείωνε αυτό το μαρτύριο. Πήγε στο παραβάν και επέστρεψε με το φουστάνι στο χέρι.

– Σας ευχαριστώ. Είναι πολύ ωραίο αλλά δεν θα μπορέσουμε να το πάρουμε. Είναι ακριβό.

– Θα το πάρουμε.

– Μα τι λες τώρα; Και η δόση του δανείου;

– Να πάει να γ….ει. Θα το πάρουμε. Τελείωσε.

Ακολούθησαν στιγμές σιωπής, αμηχανίας και ευτυχίας.

Βγήκαν από το κατάστημα αγκαλιασμένοι.

Την άλλη μέρα, πηγαίνοντας οι άνθρωποι στις δουλειές τους είδαν κόσμο μαζεμένο έξω από την τράπεζα.

Κάποιος το προηγούμενο βράδυ είχε γράψει με κόκκινη μπογιά:

«Το γέλιο της αξίζει πιο πολύ από το στεγαστικό σας».

 

Advertisements
 

Ετικέτες: , , , ,

Τότε που ήταν όλα δύσκολα

Τότε που ήταν όλα δύσκολα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Δεκαετία του ’60.
Σε καφενείο της παλιάς αγοράς στη μικρή επαρχιακή πόλη, δυο-τρεις παρέες οικοδόμων ακούνε ρεμπέτικα και λαϊκά στο τζουκ μποξ.

Σάββατο απόγευμα βλέπεις, ημέρα πληρωμής, πλησιάζουν και Χριστούγεννα και τα λεφτά λιγοστά και μετρημένα.

Τα καραφάκια κι αυτά μετρημένα, ίσα-ίσα για το κέφι. Οι κουβέντες, λιγοστές κι αυτές όπως σε όλες τις συναθροίσεις αυτού του είδους. Πάνω απ’όλα τα λόγια και οι μελωδίες των τραγουδιών, πάνω απ’όλα το συναίσθημα.

Κάπου-κάπου, όταν το μεράκι ξεχείλιζε, κατέβαινε στα πόδια και γινόταν ζεϊμπέκικο. Εκείνο το απλό και απέριττο λίκνισμα των ψυχών που ενώνει τη γη με τους ανθρώπους και τον ουρανό.

Ήταν και οι ψυχές έτοιμες. Σαν δε θέλει η ψυχή κανένας λόγος και καμιά μελωδία δεν μπορεί να την αγγίξει.

Μα και οι καταστάσεις πολύ δύσκολες. Φορτίο βαρύ κουβαλούσαν όλοι τους καθημερινά για να τα φέρουν βόλτα κι η ξενιτιά πλανιόταν πάνω από τα κεφάλια τους σαν ακονισμένο σπαθί που σφύριζε απειλητικά.

Κι είχες και τους παρακρατικούς και τους ασφαλίτες να τρομοκρατούν ξεδιάντροπα όποιον είχε «ύποπτη» συμπεριφορά.

Οι χαφιέδες ήταν στα πάνω τους νομίζοντας, οι ανόητοι, πως θα είχαν παντοτινή ασυλία.

Όλα τα λεμόνια έτσι σκέφτονται πριν καταλήξουν λεμονόκουπες στημένες.  Ένας ψευτόμαγκας ασφαλίτης, γνωστός στην πιάτσα, μπαίνει με ύφος στρατηγού, στέκεται κάποιες στιγμές και πάει και κλείνει το τζουκμπόξ.
«Δε μου αρέσουν αυτά τα άσματα, δεν είναι ποιοτικά» λέει και πάει και κάθεται μόνος σε μια γωνία περιμένοντας να παραγγείλει.

Ο καφετζής αργοπορεί επιδεικτικά.

Μεγάλη προσβολή να διακόπτεις το τραγούδι που ακούει η παρέα χωρίς την άδειά της. Νόμος άγραφος σα να λέμε ανώτερος.
Ένας νεαρός σηκώνεται και πάει και βάζει στο τζουκ μποξ το γνωστό: Τούτοι οι μπάτσοι που’ ρθαν τώρα.
Οι υπόλοιποι είναι σε ετοιμότητα καθώς τέτοια περιστατικά, έτσι για σπάσιμο που λένε, ήταν πολύ συχνά.
Ο ασφαλίτης βλέπει ότι δεν τον παίρνει για πολλά-πολλά. Σηκώνεται και φεύγει τσαντισμένος κλωτσώντας μια καρέκλα στο πέρασμά του και κλείνοντας με δύναμη την πόρτα του καφενείου φεύγοντας.
Πίσω στο καφενείο όλοι τραγουδούν το μη «ποιοτικό άσμα» και πανηγυρίζουν.

Ο καφετζής κερνάει από μία γύρα τους θαμώνες απλώνοντας τα πυκνά του μουστάκια γεμάτος ευχαρίστηση και στέλνοντας στο διάολο τον ασφαλίτη.

Ήταν μέρες Χριστουγέννων όπως μου είπε κάποιος που ήταν τότε παρών και τώρα … λείπει.

Το ίδιο βράδυ τα σπίτια μερικών από τους θαμώνες δέχτηκαν τις γνωστές «φιλικές» επισκέψεις. Χτυπήματα στις πόρτες και απειλές από άγνωστες σκιές του σκοταδιού που κρύβονταν στο φως της μέρας για να μην καούν.

Όπως ακριβώς και οι βρυκόλακες.

 

Ετικέτες: , , , ,

Είπαμε το μεγάλο «ναι» αντί να πούμε το μεγάλο «όχι»;

Είπαμε το μεγάλο «ναι» αντί να πούμε το μεγάλο «όχι»;

                  Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Δηλαδή πάει τελείωσε; Αυτό ήταν; Δεν θα ξαναμιλήσουμε; Δεν θα γελάσουμε ξανά; Ούτε θα αγαπήσουμε κι ούτε θα κάνουμε πάλι όνειρα σαν εκείνα που κάναμε κάθε βράδυ στα καλοκαίρια των παιδικών μας χρόνων τότε που πετούσαμε ανάμεσα στη γη και στα άστρα;

Δεν θα βαδίσουμε ξανά στο δρόμο με τις γροθιές υψωμένες και το πείσμα να ξεχειλίζει μαζί με το δίκιο και τη σιγουριά της νίκης;

Δεν θα πιάσουμε τα βιβλία με μεράκι για να γνωρίσουμε τους εαυτούς μας, τον κόσμο και τους ανθρώπους;

Δεν θα ομορφύνουμε τους εαυτούς μας, τον κόσμο και τους ανθρώπους; Αλλιώς  πως θα μπορέσουμε να τους κάνουμε πιο φωτεινούς;

Θα ζούμε από δω και πέρα στη θλίψη, τη δυστυχία και την ανημποριά; Ώστε δεν μπορούμε λοιπόν να κάνουμε τίποτα; Ηττηθήκαμε από τους εαυτούς μας και όσους μας περιβάλλουν και φροντίζουν πριν από μας, για μας, χωρίς εμάς;

Τους παραδώσαμε τα κλειδιά έτσι; Χωρίς ούτε μια βλαστήμια;

Είπαμε το μεγάλο «ναι» αντί να πούμε το μεγάλο «όχι»;

Και τι θα πούμε αύριο στα παιδιά μας; Τι θα πούμε στους παππούδες και στις γιαγιάδες μας; Σε όλους αυτούς που μάτωσαν σε κελιά, σε ξερονήσια, που περπάτησαν με τα γόνατα σε τριβόλια; Σε όλους αυτούς που θυσιάστηκαν με τη βεβαιότητα ότι η θυσία τους δεν θα πάει χαμένη;

Θα τους πούμε πως δεν μπορέσαμε; Κι εκείνοι γιατί μπόρεσαν;

Τι θα πούμε στους μαθητές μας; Ότι τους διδάσκουμε το ψέμα και την υποκρισία; Ότι είμαστε μόνο λόγια παχιά και κούφια που δεν τα νιώθουμε και δεν τα εννοούμε;

Θα αναφωνήσουμε: ναι μεν αλλά; Για να ξεγελάσουμε ποιον;

Θα καλυφθούμε πίσω από τις όποιες ηγεσίες τις οποίες εμείς οι ίδιοι έχουμε επιλέξει;

Ή μήπως θα αρχίσουμε τις ευχές και τα «μακάρι»; Τα «πρέπει» και τα «ίσως θα ήταν καλύτερα»;

Ας κρατήσουμε λοιπόν το λίγο, το τίποτα, το εφικτό αφού αυτό μας αξίζει κι ας αφήσουμε το «όλον» για τους «ωραίους» και τους «μεγάλους», γι’αυτούς που κυνήγησαν το όνειρο μέχρι το τέλος και έκαναν τον αγώνα στάση ζωής.

Ας αφήσουμε το όραμα για τους μάγκες κι εμείς ας ζήσουμε στη μιζέρια και στην ομίχλη.

 

Ετικέτες: , , , ,

Ο ξένος με το βιβλίο και τη φλογέρα

Ο ξένος με το βιβλίο και τη φλογέρα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Η μέρα ήταν ιδανική για βόλτα και πικ-νικ, κάτω από τον παχύ ίσκιο των δέντρων στο μεγάλο λιβάδι, στην ανατολική πλαγιά του λόφου.

Στη δυτική πλευρά του λόφου υπήρχε κι άλλο λιβάδι αλλά δεν είχε ούτε ένα δέντρο. Μόνο κάτι χαμηλοί θάμνοι είχαν καταδεχτεί να ριζώσουν που μπορούσαν να δώσουν τη σκιά τους, μετά βίας σε έναν άνθρωπο.

Στην κορυφή του λόφου φαινόταν από μακριά το παλάτι δίπλα σε μία μεγάλη εκκλησία που συναγωνιζόταν σε ύψος και σε αίγλη το διπλανό παλάτι.

Στη νότια πλαγιά του λόφου απλωνόταν η πόλη που ήταν εμπορικό κέντρο της περιοχής.

Είχε μπει ο Ιούνιος, ήταν και Κυριακή, τι άλλο θα μπορούσε να περιμένει κάποιος για να πάρει την οικογένειά του και να πάει στο μεγάλο λιβάδι;

Τα παιδιά, έτρεχαν ξένοιαστα πέρα δώθε, πότε τραγουδώντας, πότε κλαίγοντας και πότε ουρλιάζοντας και παίζοντας γεμάτα χαρά.

Οι γυναίκες έστρωναν με ευλάβεια το σεντόνι που είχαν φέρει για την περίσταση και έβγαζαν σιγά-σιγά τα φαγητά και τους μεζέδες που είχαν μαζί τους από το σπίτι.

Οι άντρες έκοβαν βόλτες πατώντας με σταθερό βήμα στο χαμηλό χορτάρι του λιβαδιού, πηγαίνοντας από το ένα δέντρο στο άλλο, απολαμβάνοντας τον ίσκιο τους και τσιμπολογώντας από τα εδέσματα που βρίσκονταν απλωμένα στα σεντόνια.

Με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, καμάρωναν τα παιδιά τους που έτρεχαν ανέμελα δεξιά κι αριστερά.

«Πρόσεξε παιδί μου. Μην τρέχεις. Θα πέσεις και θα χτυπήσεις. Άσε που θα ιδρώσεις και ποιος ακούει τη μάνα σου», ήταν οι συμβουλές που απηύθυναν πολύ συχνά οι άντρες προς τα παιδιά τους καθώς έκαναν τη βόλτα τους κουτσοπίνοντας, ψιλοτρώγοντας και συζητώντας για τις δουλειές τους και το παιδιά τους. Ο καθένας έλεγε τα δικά του χωρίς να ακούει κουβέντα από όσα έλεγαν οι συνομιλητές τους.

Οι μανάδες, καθισμένες κάτω από τον ίσκιο, σηκώνονταν που και που για να δώσουν τις δικές τους συμβουλές: «Έλα να φας κάτι παιδί μου. Μην τρέχεις, θα ιδρώσεις και θα βήχεις το βράδυ και τότε, αλίμονο τι έχεις να ακούσεις από τον πατέρα σου».

Αρκετά μέτρα πιο πέρα, κάτω από το μοναδικό θάμνο της περιοχής, καθόταν ένας άνθρωπος. Δεν έμοιαζε με τους άλλους, ούτε στο ντύσιμο μα ούτε και στην όψη. Είχε κάπως μακριά μαλλιά, αχτένιστα και ο ίδιος έδινε την εντύπωση του ανθρώπου που δεν λογάριαζε και πολύ την εμφάνισή του.

Κρατούσε στα χέρια του ένα βιβλίο και δίπλα στα πόδια του πάνω σε μια πέτρα ήταν ακουμπισμένη μια παλιά φλογέρα.

Ήταν τόσο απορροφημένος σ’ αυτό που διάβαζε που δεν πήρε χαμπάρι ένα τσούρμο από παιδιά τα οποία τον πλησίασαν σε απόσταση δύο μέτρων και τον περιεργάζονταν.

Κάποια στιγμή, ο άνθρωπος σήκωσε το βλέμμα του και αντικρίζοντας καμιά δεκαριά παιδιά να τον κοιτάζουν, τους χαμογέλασε.

«Γεια σας παιδιά», τους είπε. «Θέλετε κάτι;»

«Ποιος είσαι εσύ;», τον ρώτησε ένα παιδί. «Μένεις στην πόλη μας;»

«Όχι, είμαι ξένος» απάντησε ο περίεργος εκείνος άνθρωπος.

«Τι διαβάζεις;», επέμενε το παιδί.

«Κάτι ιστορίες με ανθρώπους».

« Λένε αλήθεια ή ψέματα, αυτές οι ιστορίες;»

«Ψέματα».

«Και γιατί διαβάζεις αυτά τα ψέματα;»

«Γιατί, μέσα από τα ψέματα ανακαλύπτω τις αλήθειες»

«Για ποιους;»

«Μα για τους ανθρώπους και τα έργα τους. Για τι άλλο;»

Τα παιδιά ξέσπασαν σε γέλια. Ένα από αυτά έτρεξε στη μητέρα του και άρχισε να της εξιστορεί όσα τους είχε πει λίγο νωρίτερα ο ξένος.

Της στάθηκε η μπουκιά στο λαιμό, της μητέρας του. Παραλίγο να πνιγεί. Κοκκίνισε από τα νεύρα της και έβγαλε μια δυνατή κραυγή.

«Παντελήήήήή. Που είσαι μωρέ; Δεν πήρες χαμπάρι τι άκουσε το παιδί μας;»

Έτρεξε ο Παντελής, κατασκοτώθηκε να πάει στη γυναίκα του και σαν έμαθε τα καθέκαστα, μάζεψε και μερικούς άλλους και σε λίγο βρέθηκαν όλοι να έχουν περικυκλώσει το δύστυχο ξένο.

«Ποιος είσαι εσύ; Πώς βρέθηκες στα μέρη μας;», τον ρώτησε κάποιος.

«Γεια σας φίλοι μου. Μην ανησυχείτε, περαστικός είμαι, δεν είμαι από δω».

«Και τι είναι αυτά που είπες στα παιδιά;» πήρε το λόγο κάποιος άλλος.

«Για ποιο πράγμα μιλάς; Δεν καταλαβαίνω!», απάντησε ο ξένος.

«Τους είπες ή όχι ότι διαβάζεις ιστορίες με ψέματα;»

«Τους είπα».

«Και ότι από τα ψέματα αυτά ανακαλύπτεις την αλήθεια;»

«Ναι! Έχω άδικο;»

«Φυσικά και έχεις άδικο. Μέσα από τα ψέματα ανακαλύπτεις το ψέμα και μόνο μέσα από τις αλήθειες ανακαλύπτεις την αλήθεια. Αυτό είναι γνωστό σε όλους. Το διδάσκουν και στα σχολεία οι δάσκαλοι»

«Κι εγώ δάσκαλος είμαι».

«Και γιατί δεν είσαι στο σχολείο;»

«Γιατί, μ’ έδιωξαν εδώ και κάμποσο καιρό».

«Άμα έλεγες τέτοια στα παιδιά, καλά σου έκαναν».

«Εσύ τι δουλειά κάνεις, αν επιτρέπεται;»

«Μεγαλέμπορος φρούτων και λαχανικών. Ο μεγαλύτερος της περιοχής»

«Στέλνεις και στο διπλανό χωριό εμπόρευμα;»

«Ασφαλώς. Το εμπόρευμά μου φημίζεται για την ποιότητά του».

«Τότε γιατί στο διπλανό χωριό τα έχουν βάλει μαζί σου και σε κατηγορούν ότι τους στέλνεις σάπια φρούτα και λαχανικά; Τις προάλλες που πέρασα από κει, οι μισοί κάτοικοι είχαν πάθει τα εντερικά τους και έλεγαν πως τα μήλα που τους πούλησες ήταν για πέταμα»

«Ε! Ας μην τα αγόραζαν. Δεν τους τα πούλησα με το ζόρι».

«Τους είπες ότι από μέσα ήταν χαλασμένα;»

«Όχι βέβαια! Κορόιδο είμαι;»

«Άρα, τους είπες ψέματα»

«Περίπου»

«Βλέπεις;»

«Τι να δώ;»

«Μέσα από το ψέμα που τους είπες, εκείνοι ανακάλυψαν την αλήθεια».

«Ποια αλήθεια;»

«Ότι το εμπόρευμά σου είναι σκάρτο και συ απατεώνας».

Οι υπόλοιποι άρχισαν να μουρμουρίζουν και να συζητούν μεταξύ τους., μέχρι που κάποιος πήρε το λόγο και είπε στον ξένο:

«Αν θες να συνεχίσεις να βρίσκεσαι εδώ, πρέπει να σταματήσεις να διαβάζεις αυτό το βιβλίο και φυσικά να μην τολμήσεις να πλησιάσεις τα παιδιά μας».

«Δεν τα πλησίασα εγώ. Εκείνα με πλησίασαν», απάντησε ο ξένος κλείνοντας το βιβλίο και ακουμπώντας το δίπλα.

Οι κάτοικοι της πόλης απομακρύνθηκαν παίρνοντας και τα παιδιά μαζί τους.

Κάποια στιγμή, ενώ είχαν απομακρυνθεί αρκετά, σταμάτησαν απότομα και κοίταξαν όλοι προς τα πίσω. Αιτία ήταν αυτός ο ήχος που έφτανε στ’ αυτιά τους. Ήταν ήχος φλογέρας που παρόμοιό του δεν είχαν ξανακούσει.

Κοιτώντας προς τον ξένο, τον είδαν να έχει πάρει τη φλογέρα στα χέρια του και να παίζει τόσο γλυκά και τόσο αληθινά που ακόμη και οι ίδιοι ξαφνιάστηκαν και άφησαν τον εαυτό τους να δείξει πως τους άρεσε πολύ ο ήχος που έβγαζε εκείνος ο ξένος με τη φλογέρα του.

Μετά ξαναφόρεσαν το βλοσυρό τους ύφος και κατευθύνθηκαν προς τον ξένο που συνέχιζε να παίζει τη φλογέρα του σαγηνεύοντας τα παιδιά και κάνοντάς τα να γελάνε και να χαίρονται.

«Τι κάνεις εκεί;» του είπε ο μεγαλέμπορος λαχανικών.

Ο ξένος σταμάτησε να παίζει τη φλογέρα του, τον κοίταξε ίσα στα μάτια και του είπε με ήρεμη φωνή:

«Τι εννοείς τι κάνω; Παίζω τη φλογέρα μου»

«Γιατί;»

«Επειδή η μουσική κρύβει αλήθεια»

«Πριν διάβαζες το βιβλίο με τα ψέματα για να βρίσκεις την αλήθεια και τώρα παίζεις μουσική γιατί κρύβει αλήθεια;»

«Ακριβώς!»

«Είσαι τρελός, δεν εξηγείται αλλιώς».

«Είναι απλό. Αν γνωρίζεις τι είναι αληθινό μπορείς να ξεχωρίζεις το ψεύτικο».

«Δηλαδή;»

«Κάθεστε όλη τη μέρα κάτω από τη σκιά των δέντρων νομίζοντας ότι σας προσφέρει ασφάλεια. Αν όμως ξεσπάσει καταιγίδα θα καταλάβετε ότι η ασφάλεια που νομίζετε είναι ψεύτικη. Δεν μπορούν να συγκρατήσουν τον κεραυνό. Θα σας κάνει στάχτη».

«Κάνεις λάθος ξένε. Πάλι θα είμαστε ασφαλείς κάτω από τα δέντρα. Θα γλυτώσουμε από τη βροχή ενώ εσύ θα γίνεις μούσκεμα εδώ στο πουρνάρι που κάθεσαι».

«Γιατί φοβάστε τη βροχή; Μήπως ξεπλυθεί η μπογιά και φανεί το πρόσωπό σας;»

Τα λόγια του ξένου εξαγρίωσαν το μεγαλέμπορο ο οποίος κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος του ξένου όταν οι πρώτες σταγόνες της βροχής έπεσαν στα πρόσωπά τους. Με την ταραχή και τη φασαρία, κανένας τους δεν πήρε είδηση τα μαύρα σύννεφα που μαζεύτηκαν πάνω από το μεγάλο λιβάδι και την καταιγίδα που ερχόταν. Εκτός από τον ξένο.

Σχεδόν αμέσως ο ουρανός άρχισε να σκίζεται από αστραπές και οι βροντές τρόμαζαν τους μικρούς μα και τους μεγάλους.

«Πάμε κάτω από τα δέντρα», ακούστηκε μια φωνή και όλοι έτρεξαν προς τα δέντρα για να προστατευτούν από τη βροχή. Όλοι εκτός από τον ξένο που σηκώθηκε όρθιος και ούρλιαζε απεγνωσμένα:

«Όχι στα δέντρα. Όχι κάτω από τα δέντρα. Θα σας κάψουν οι κεραυνοί. Τουλάχιστον όχι τα παιδιά. Αφήστε τα παιδιά στη βροχή. Καλύτερα να βραχούν παρά να καούν. Καλύτερα να ζήσουν παρά να πεθάνουν».

Μάταια όμως προσπαθούσε. Οι γονείς τραβούσαν τα παιδιά με το ζόρι από τα χέρια και τα κρατούσαν σφιχτά κάτω από τα δέντρα. Κάποια παιδιά γλίστρησαν από τα χέρια των γονιών τους και δεν πρόλαβαν να φτάσουν στα δέντρα. Κάποιες οικογένειες, πάλι, δίστασαν να μπουν κάτω από τα δέντρα επηρεασμένοι από τα λόγια του ξένου και προτίμησαν να υποστούν τη μανία της βροχής που ράπιζε με δύναμη τα πρόσωπά τους.

Αυτό που ακολούθησε δεν περιγράφεται.

Αλλεπάλληλοι κεραυνοί έπεσαν πάνω στα δέντρα προκαλώντας το χαμό όσων βρέθηκαν εκεί για να προστατευτούν.

Όσοι γλύτωσαν, ξέσπασαν σε λυγμούς και θρήνους.

Η καταιγίδα πέρασε μα άφησε πίσω της αποκαΐδια. Το κακό είχε γίνει.

Ο ξένος, βρεγμένος μέχρι το κόκαλο, πιο πολύ από τα δάκρυα, παρά από τη βροχή, μάζεψε τη μουσκεμένη φλογέρα και το σχεδόν κατεστραμμένο βιβλίο του και απομακρύνθηκε με λυγμούς.

Κανείς δεν τον ξαναείδε. Μόνο κάποιοι από τους επιζώντες αφηγούνται πως φεύγοντας τον άκουσαν να λέει:

«Αν γνώριζαν την αλήθεια θα μπορούσαν να ξεχωρίσουν εύκολα το ψέμα»

 

 

 

Ετικέτες: ,

Να φύγει, να πάει στα ΕΠΑΛ

Να φύγει, να πάει στα ΕΠΑΛ

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Άλλο ένα βράδυ θα περάσει μάλλον δύσκολα όπως και τα προηγούμενα βράδια εδώ και ένα μήνα.

Βλέπεις, η μάχη που γίνεται μέσα μου ανάμεσα σε μένα και τον εαυτό μου δεν έχει λήξει ακόμη κι απ’ότι φαίνεται δεν θα λήξει ούτε απόψε.

Είναι κι εκείνες οι απόψεις που ακούω κατά καιρούς, που λένε πως δεν μπορούν και δεν πρέπει να γίνουν όλοι επιστήμονες, οι οποίες με δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο στο να καταλήξω ποιο είναι το σωστό για το μαθητή μου.

Και κάποιες άλλες που λένε πως με «καμένα χαρτιά» δεν πρέπει να ασχολούμαστε γιατί αποβαίνει εις βάρος των «καλών» μαθητών.

Ξέρετε, είναι από εκείνους τους μαθητές που κάθονται κάπου σε μια άκρη στα τελευταία θρανία και προσπαθούν να κρυφτούν από τη ματιά μου.

Κι όμως πολλές φορές έπιασα τον εαυτό μου να με βολεύει αυτό το κρύψιμο. Μπορούσα έτσι, κάνοντας πως δεν τον είδα, να συνεχίσω το μάθημά μου χωρίς εκείνον, να αγορεύω και να υπαγορεύω για τους άλλους και όχι για κείνον.

Κι έρχομαι μετά εγώ ο άλλος για να μου θυμίσω τη συνάντηση με τον πατέρα του.

«Ρίξτου και καμιά σφαλιάρα δάσκαλε. Από μένα έχεις το ελεύθερο». Η δόλια η μάνα του στεκόταν παραδίπλα βουρκωμένη.

Μου’ρθε να του ορμήσω όμως τότε σε τι θα διέφερα από εκείνον;

«Σας παρακαλώ πολύ» του είπα, «Τι είναι αυτά που λέτε; Ούτε τα ζώα δεν έχουν τέτοιες συμπεριφορές. Ο άνθρωπος αφήνει πίσω του τα ζωώδη ένστικτα, δεν επιστρέφει σ’αυτά».

Ώστε έτσι λοιπόν. «Σφαλιάρα» από τη μία «καμένα χαρτιά» από την άλλη. Οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Όποιος μαθητής ξεφεύγει από το τυπικό πλαίσιο συμπεριφοράς και απόδοσης που μάθαμε και που μας βολεύει, πρέπει να εξοστρακίζεται.

«Να φύγει, να πάει στα ΕΠΑΛ. Εκεί τουλάχιστον θα πάρει ένα απολυτήριο». Ποιος τα λέει αυτά; Ο ίδιος που ισχυρίστηκε λίγο πριν πως είναι καλύτερο «αυτά» τα παιδιά να μαθαίνουν μία τέχνη. Ο ίδιος που κάποια άλλη φορά χλεύασε τον υδραυλικό γιατί δεν ήξερε να μιλάει σωστά. Αγράμματο τον αποκάλεσε συμπληρώνοντας: «Τι περιμένεις; Το ΕΠΑΛ τελείωσε κι αυτό με το ζόρι».

Το χειρότερο απ’όλα είναι πως τελικά αυτά τα παιδιά συνηθίζουν, γιατί είναι βολικό και για τα ίδια, στην ιδέα πως δεν τα καταφέρνουν, δεν αξίζουν για κάτι καλύτερο, δεν είναι δα και τα πιο έξυπνα οπότε καλύτερα να πάνε με την «πλέμπα». Τι τις θέλουν τις σπουδές και άλλα τέτοια μεγαλεία; Κι έτσι αποδέχονται την ανημποριά και τη δουλικότητα. Χωρίς αυτοεκτίμηση κι αξιοπρέπεια γίνονται οι καλύτεροι συνεχιστές της αδικίας του συστήματος που και οι ίδιοι βιώνουν. Δεν θα διεκδικήσουν, δεν θα αμφισβητήσουν, δεν θα αντιδράσουν.

Κι επανέρχεται ο εαυτός μου δριμύτερος και μου θυμίζει ότι ο μαθητής αυτός είναι αγενής, καθυστερεί στο μάθημά μου, μιλάει και πετάει χαρτάκια την ώρα του μαθήματός μου και δεν επιτρέπει και στους άλλους μαθητές να παρακολουθήσουν. Του μίλησα ιδιαιτέρως, τον απέβαλλα από την τάξη, τον έστειλα στο διευθυντή, κάλεσα τους γονείς του-εντάξει δεν είχε και το καλύτερο αποτέλεσμα-του ξαναμίλησα, αλλά αυτός τίποτα. Αρνείται να γράψει, να διαβάσει και γενικά να μου δείξει ότι το προσπαθεί. Κι εγώ πόση υπομονή να δείξω; Σάμπως δεν έχω κι εγώ τα δικά μου; Δεν έχω κι εγώ παιδιά με ανάγκες και προβλήματα; Τι να πρωτοθυμηθώ; Δάνεια, εφορία, υποχρεώσεις για τα παιδιά που σπουδάζουν. Και που σπουδάζουν τι θα καταφέρουν; Άνεργα θα μείνουν. Έτσι βιώνω άλλη μία προσωπική ήττα.

Μετά θυμάμαι πως αν ο μαθητής αυτός και δυο τρεις ακόμη πάνε στα ΕΠΑΛ, θα λιγοστέψουν τα τμήματα θα έχω πρόβλημα με τις ώρες. Δεν θα συμπληρώνω ωράριο και θα πρέπει να πάω και σε άλλο σχολείο. Να πάρει η ευχή. Δεν είναι καλό αυτό. Μεταξύ μας, ούτε και τόσο έντιμο είναι που το σκέφτηκα…

Ναι αλλά τότε για ποιους μαθητές πάω στο σχολείο; Μόνο για τους «καλούς»; Και θα εύχομαι να είναι όλοι τους «καλά» παιδιά, να διαβάζουν, να μην δημιουργούν προβλήματα, να σέβονται-λες κι ο σεβασμός πουλιέται στη λαϊκή με το κιλό-να προσπαθούν και να κάνουν, τέλος πάντων, ότι χρειάζεται για να έχω το κεφάλι μου ήσυχο;

Όμως, αν οι παραπάνω ευχές πραγματοποιηθούν τότε μάλλον δεν με χρειάζονται. Τις γνώσεις μπορούν να τις βρουν και στο ίντερνετ.

Καληνύχτα εαυτέ μου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Δυο μέρες δημιουργικής εργασίας

Δυο μέρες δημιουργικής εργασίας

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Το κείμενο που ακολουθεί είναι πράγματι υπερβολικό όπως υπερβολική θεωρώ ότι είναι η παρουσίαση των δημιουργικών εργασιών και υπερβολικές οι προσδοκίες από τη μεριά του υπουργείου παιδείας.

 

Το κλίμα που επικρατεί, τουλάχιστον κατά τη δική μου αντίληψη και εκτίμηση, στους κόλπους των εκπαιδευτικών των λυκείων δεν είναι αυτή που θα ήθελε το υπουργείο παιδείας.

Οι δημιουργικές εργασίες είναι μια πολύ σοβαρή εκπαιδευτική διαδικασία η οποία όταν αποφασίζεται, σχεδιάζεται και αναμένεται να υλοποιηθεί με βιασύνη και προχειρότητα απαξιώνεται στη συνείδηση ό΄λων των μελών της εκπαιδευτικής κοινότητας.

Το θέμα δεν είναι να προτείνουμε στους μαθητές εμείς οι εκπαιδευτικοί ένα πλήθος θεμάτων και οι μαθητές να επιλέξουν. Αυτό, μάλλον στερείται δημιουργικότητας παρά χαρακτηρίζεται από αυτήν.

Όταν η παρότρυνση, σε πάρα πολλές περιπτώσεις εκ μέρους των σχολικών συμβούλων, όπως οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί μαρτυρούν, είναι να δίνουμε «αβέρτα» φωτοτυπίες με το σχετικό υλικό για να μπορέσουν οι μαθητές να εκπονήσουν τις εργασίες δεν μπορούμε να μιλάμε για ερευνητική διαδικασία.

Οι φωτοτυπίες δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τις ανύπαρκτες ή τις υποτυπώδεις βιβλιοθήκες.

Να μην αναφερθούμε σε σχολεία που είτε δεν έχουν φωτοτυπικό μηχάνημα είτε το φωτοτυπικό χαρτί είναι το ίδιο δυσεύρετο όπως και το χαρτί υγείας στις τουαλέτες μαθητών και εκπαιδευτικών. Κι αυτό είναι πραγματικότητα και όχι υπερβολή, κύριοι υπουργοί. Είναι τα αποτελέσματα της πολιτικής των περικοπών και της υποβάθμισης της δημόσιας εκπαίδευσης.

Σωστή, κατά την άποψή μου, η σκέψη το να εκπονηθούν οι εργασίες στο χώρο του σχολείου για να αποφευχθεί, αν και δεν μπορεί να αποκλειστεί, η δημιουργία μιας νέας «δημιουργικής μπίζνας», όμως, πώς αυτό μπορεί να γίνει σε μία μέρα; Υπάρχει η απαραίτητη υλικοτεχνική υποδομή στα σχολεία;

Με τον κίνδυνο να χαρακτηριστώ καχύποπτος και μίζερος, μήπως όλο αυτό το εγχείρημα γίνεται για να αναδειχτούν οι μεγάλες ελλείψεις υλικοτεχνικής φύσεως στα σχολεία ώστε να ανοίξει η πόρτα για την εισβολή, στην κυριολεξία, διαφόρων «χορηγών», «ευεργετών» και «σωτήρων»;

Όταν ως πολιτεία θεωρείς σημαντική την εισαγωγή νέων πρακτικών στην εκπαιδευτική διαδικασία, δεν την ακυρώνεις, δεν την απαξιώνεις πριν αυτή εφαρμοστεί.

Υπάρχει, βέβαια, καλοπροαίρετα και η άποψη που λέει: «Από το να μη γίνει τίποτα, καλύτερα να γίνει κι ας μην είναι τέλειο».

Νομίζω πως το ζήτημα με τις δημιουργικές εργασίες είναι ότι με τον τρόπο που θα πραγματοποιηθούν στραγγαλίζεται η ουσία και καταργούνται οι σκοποί που έρχονται να εξυπηρετήσουν.

Ακόμη και το γεγονός ότι μπορούν να λειτουργήσουν ενισχυτικά στο βαθμό, για μαθήματα που οι μαθητές έχουν χαμηλή βαθμολογία, μπορεί να θεωρηθεί αρνητικό αφού οι μαθητές δεν θα επιλέγουν τις εργασίες με βάση τα ενδιαφέροντα και τις αναζητήσεις τους αλλά με κριτήριο το να βελτιώσουν το βαθμό τους σε κάποιο μάθημα.

Νομίζω πως, έστω και τώρα, το υπουργείο δεν πρέπει να προχωρήσει στην υλοποίηση των δημιουργικών εργασιών για την τρέχουσα σχολική χρονιά. Αν σκοπεύει να δώσει μόνιμο χαρακτήρα στη διαδικασία αυτή θα πρέπει να φροντίσει να εξασφαλίσει όλα όσα χρειάζεται να διαθέτουν τα σχολεία, οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές για να μπορέσουν να ανταποκριθούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο σε ένα τέτοιο εγχείρημα.

Πολύ φοβάμαι ότι, τελικά, το διήμερο των δημιουργικών εργασιών θα καταλήξει σε ένα διήμερο διεκπεραίωσης και όχι δημιουργικότητας, αγγαρείας και όχι ευχάριστης εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Κι αυτό δεν θα οφείλεται στους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές κύριοι υπουργοί.

 

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Η εμμονή με τις «υψηλόβαθμες σχολές» και τα «καλά επαγγέλματα» βλάπτει σοβαρά την άρχουσα τάξη

Η εμμονή με τις «υψηλόβαθμες σχολές» και τα «καλά επαγγέλματα» βλάπτει σοβαρά την άρχουσα τάξη

 

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Με αφορμή σχετικό άρθρο στο ΑΒ του κυρίου Δ. Τσιριγώτη. Σε αγκύλες περικλείονται αυτούσια κομμάτια του άρθρου.

 

[Πρόσφατα συνάντησα στο δρόμο έναν παλιό μου μαθητή από ένα Λύκειο των βορείων προαστίων. Όταν τον ρώτησα «πως πάει το πανεπιστήμιο» πήρα μια απάντηση που με άφησε εμβρόντητο: «Κύριε το παράτησα. Εγώ πάντα ήθελα να γίνω μάγειρας. Γράφτηκα σε μια σχολή μαγειρικής την οποία τελείωσα και ήδη δουλεύω σε ένα εστιατόριο ως βοηθός σεφ. Είμαι πολύ ευχαριστημένος». Αφού ξεπέρασα το αρχικό σοκ, μετά προσπάθησα να κρύψω την συγκίνησή μου από τα λεγόμενά του. Βλέπετε σκέφτηκα ότι ο μαθητής μου είχε πολλά κότσια για να τα βάλει με ένα ολόκληρο καθιερωμένο μοντέλο εκπαίδευσης.]

 

Προσωπικά θα ήθελα να ξέρω σε ποια περιοχή των βορείων προαστίων ζει ο μαθητής; Στην Κηφισιά, στη Φιλοθέη ή στη Νέα Ιωνία;

Ο μαθητής ως βοηθός σεφ δουλεύει σε εστιατόριο δικής του ιδιοκτησίας ή σε εστιατόριου άλλου ιδιοκτήτη; Αλήθεια, ποιες είναι οι απολαβές ενός βοηθού σεφ και πόσες ώρες εργάζεται ώστε να προκαλούν ευχαρίστηση στον ίδιο τον εργαζόμενο;

Ειλικρινά δεν κατάλαβα πώς η επιλογή του συγκεκριμένου μαθητή να αφήσει τη σχολή του για να ασχοληθεί με τη μαγειρική αποτελεί απόδειξη ότι ο μαθητής τα έβαλε με το καθιερωμένο μοντέλο εκπαίδευσης;

Σε ποιο ακριβώς μοντέλο εκπαίδευσης αναφέρεται το άρθρο; Των ανισοτήτων; Των ανύπαρκτων ευκαιριών για τα φτωχά και κοινωνικά αποκλεισμένα παιδιά; Ή μήπως εκείνο το μοντέλο εκπαίδευσης που ωθεί τους μαθητές ώστε την επιλογή της σχολής τους να την καθορίζει το αν βρίσκεται ή όχι κοντά στον τόπο κατοικίας τους;

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο μαθητής ήθελε να γίνει μάγειρας και πέρασε ιατρική αλλά αν κάποιος άλλος μαθητής ήθελε να γίνει γιατρός αλλά δεν μπόρεσε να το κάνει λόγω κοινωνικού και οικονομικού αποκλεισμού.

 

[Κακά τα ψέματα, η επιτυχία στο Πανεπιστήμιο είναι ο ελληνικός οικογενειακός μύθος. Ως εκ τούτου είναι και η πιο σημαντική αιτία της απαξίωσης που επικρατεί για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και κυρίως του Λυκείου. Οι γονείς είναι αποφασισμένοι να δαπανήσουν ένα πολύ μεγάλο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού τους σε φροντιστήρια, ιδιαίτερα μαθήματα κ.α.]

 

Αλήθεια, πιστεύει κανένας ότι για την κατάσταση στην εκπαίδευση η πιο σημαντική αιτία είναι ο αναφερόμενος στο άρθρο «ελληνικός οικογενειακός μύθος»;

Το περιεχόμενο της εκπαίδευσης; Η πενιχρή χρηματοδότηση; Η απαξίωση του έργου αλλά και των ίδιων των εκπαιδευτικών; Η έλλειψη υποστηρικτικών δομών; Τα τριαντάρια τμήματα; Όλα αυτά κι άλλα τόσα είναι ασήμαντα;

Τη μόνη απαξίωση που βλέπω με το «ελληνικός οικογενειακός μύθος» είναι η απαξίωση για την αγωνία των γονιών και των παιδιών να βελτιώσουν τη ζωή τους, να την κάνουν κάπως καλύτερη αλλά και την ανάγκη τους να αναπτύξουν τις δυνατότητές τους και να ικανοποιήσουν τα ενδιαφέροντά τους.

Η εμμονή των γονιών και μαθητών όχι μόνο το να θέλουν τις καλύτερες σχολές και τα καλύτερα επαγγέλματα αλλά κυρίως το να αγωνίζονται για να μην αφαιρεθεί αυτό το δικαίωμα από κανένα παιδί, βλάπτει μόνο τις επιδιώξεις της άρχουσας τάξης. Προφανώς, όταν μιλάνε για επαγγελματική εκπαίδευση δεν την εννοούν για τα παιδιά των πλουσίων. Έτσι δεν είναι;

Το ότι έχει στηθεί μια ολόκληρη μπίζνα γύρω από την ανάγκη των ανθρώπων μέσα από τις σπουδές τους να βελτιώσουν την κοινωνική τους θέση είναι απολύτως φυσιολογικό. Σε καπιταλισμό ζούμε. Το ίδιο δεν κάνουν στον τομέα της υγείας και της κοινωνικής ασφάλισης; Απαξιώνουν και κατεδαφίζουν οτιδήποτε δημόσιο για να ανοίξουν το δρόμο στον ιδιωτικό τομέα;

Δεν ξέρω γιατί αλλά μου ήρθε στο μυαλό εκείνη η διαφήμιση επί εποχής Αρβανιτόπουλου με το μαθητή που δήθεν του άρεσε να βιδώνει βίδες αλλά ήθελαν ντε και καλά να τον κάνουν γιατρό.

 

 

Αν οι όποιες προτάσεις ακολουθούν στο άρθρο δεν αναδεικνύουν την ταξικότητα του σχολείου και το ότι λειτουργεί ως εργαστήριο παραγωγής αυριανών πειθήνιων εργαζόμενων έτοιμων να υπηρετήσουν χωρίς καμιά αμφισβήτηση τις ανάγκες τις αγοράς, τότε απλώς αποτελούν στάχτη στα μάτια και λειτουργούν για να χαϊδεύουν αυτιά και να αποπροσανατολίζουν τη σκέψη.

 

Ετικέτες: , , , , , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: