RSS

Tag Archives: ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΥΡΓΙΑΚΗΣ

Να φύγει, να πάει στα ΕΠΑΛ

Να φύγει, να πάει στα ΕΠΑΛ

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Άλλο ένα βράδυ θα περάσει μάλλον δύσκολα όπως και τα προηγούμενα βράδια εδώ και ένα μήνα.

Βλέπεις, η μάχη που γίνεται μέσα μου ανάμεσα σε μένα και τον εαυτό μου δεν έχει λήξει ακόμη κι απ’ότι φαίνεται δεν θα λήξει ούτε απόψε.

Είναι κι εκείνες οι απόψεις που ακούω κατά καιρούς, που λένε πως δεν μπορούν και δεν πρέπει να γίνουν όλοι επιστήμονες, οι οποίες με δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο στο να καταλήξω ποιο είναι το σωστό για το μαθητή μου.

Και κάποιες άλλες που λένε πως με «καμένα χαρτιά» δεν πρέπει να ασχολούμαστε γιατί αποβαίνει εις βάρος των «καλών» μαθητών.

Ξέρετε, είναι από εκείνους τους μαθητές που κάθονται κάπου σε μια άκρη στα τελευταία θρανία και προσπαθούν να κρυφτούν από τη ματιά μου.

Κι όμως πολλές φορές έπιασα τον εαυτό μου να με βολεύει αυτό το κρύψιμο. Μπορούσα έτσι, κάνοντας πως δεν τον είδα, να συνεχίσω το μάθημά μου χωρίς εκείνον, να αγορεύω και να υπαγορεύω για τους άλλους και όχι για κείνον.

Κι έρχομαι μετά εγώ ο άλλος για να μου θυμίσω τη συνάντηση με τον πατέρα του.

«Ρίξτου και καμιά σφαλιάρα δάσκαλε. Από μένα έχεις το ελεύθερο». Η δόλια η μάνα του στεκόταν παραδίπλα βουρκωμένη.

Μου’ρθε να του ορμήσω όμως τότε σε τι θα διέφερα από εκείνον;

«Σας παρακαλώ πολύ» του είπα, «Τι είναι αυτά που λέτε; Ούτε τα ζώα δεν έχουν τέτοιες συμπεριφορές. Ο άνθρωπος αφήνει πίσω του τα ζωώδη ένστικτα, δεν επιστρέφει σ’αυτά».

Ώστε έτσι λοιπόν. «Σφαλιάρα» από τη μία «καμένα χαρτιά» από την άλλη. Οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Όποιος μαθητής ξεφεύγει από το τυπικό πλαίσιο συμπεριφοράς και απόδοσης που μάθαμε και που μας βολεύει, πρέπει να εξοστρακίζεται.

«Να φύγει, να πάει στα ΕΠΑΛ. Εκεί τουλάχιστον θα πάρει ένα απολυτήριο». Ποιος τα λέει αυτά; Ο ίδιος που ισχυρίστηκε λίγο πριν πως είναι καλύτερο «αυτά» τα παιδιά να μαθαίνουν μία τέχνη. Ο ίδιος που κάποια άλλη φορά χλεύασε τον υδραυλικό γιατί δεν ήξερε να μιλάει σωστά. Αγράμματο τον αποκάλεσε συμπληρώνοντας: «Τι περιμένεις; Το ΕΠΑΛ τελείωσε κι αυτό με το ζόρι».

Το χειρότερο απ’όλα είναι πως τελικά αυτά τα παιδιά συνηθίζουν, γιατί είναι βολικό και για τα ίδια, στην ιδέα πως δεν τα καταφέρνουν, δεν αξίζουν για κάτι καλύτερο, δεν είναι δα και τα πιο έξυπνα οπότε καλύτερα να πάνε με την «πλέμπα». Τι τις θέλουν τις σπουδές και άλλα τέτοια μεγαλεία; Κι έτσι αποδέχονται την ανημποριά και τη δουλικότητα. Χωρίς αυτοεκτίμηση κι αξιοπρέπεια γίνονται οι καλύτεροι συνεχιστές της αδικίας του συστήματος που και οι ίδιοι βιώνουν. Δεν θα διεκδικήσουν, δεν θα αμφισβητήσουν, δεν θα αντιδράσουν.

Κι επανέρχεται ο εαυτός μου δριμύτερος και μου θυμίζει ότι ο μαθητής αυτός είναι αγενής, καθυστερεί στο μάθημά μου, μιλάει και πετάει χαρτάκια την ώρα του μαθήματός μου και δεν επιτρέπει και στους άλλους μαθητές να παρακολουθήσουν. Του μίλησα ιδιαιτέρως, τον απέβαλλα από την τάξη, τον έστειλα στο διευθυντή, κάλεσα τους γονείς του-εντάξει δεν είχε και το καλύτερο αποτέλεσμα-του ξαναμίλησα, αλλά αυτός τίποτα. Αρνείται να γράψει, να διαβάσει και γενικά να μου δείξει ότι το προσπαθεί. Κι εγώ πόση υπομονή να δείξω; Σάμπως δεν έχω κι εγώ τα δικά μου; Δεν έχω κι εγώ παιδιά με ανάγκες και προβλήματα; Τι να πρωτοθυμηθώ; Δάνεια, εφορία, υποχρεώσεις για τα παιδιά που σπουδάζουν. Και που σπουδάζουν τι θα καταφέρουν; Άνεργα θα μείνουν. Έτσι βιώνω άλλη μία προσωπική ήττα.

Μετά θυμάμαι πως αν ο μαθητής αυτός και δυο τρεις ακόμη πάνε στα ΕΠΑΛ, θα λιγοστέψουν τα τμήματα θα έχω πρόβλημα με τις ώρες. Δεν θα συμπληρώνω ωράριο και θα πρέπει να πάω και σε άλλο σχολείο. Να πάρει η ευχή. Δεν είναι καλό αυτό. Μεταξύ μας, ούτε και τόσο έντιμο είναι που το σκέφτηκα…

Ναι αλλά τότε για ποιους μαθητές πάω στο σχολείο; Μόνο για τους «καλούς»; Και θα εύχομαι να είναι όλοι τους «καλά» παιδιά, να διαβάζουν, να μην δημιουργούν προβλήματα, να σέβονται-λες κι ο σεβασμός πουλιέται στη λαϊκή με το κιλό-να προσπαθούν και να κάνουν, τέλος πάντων, ότι χρειάζεται για να έχω το κεφάλι μου ήσυχο;

Όμως, αν οι παραπάνω ευχές πραγματοποιηθούν τότε μάλλον δεν με χρειάζονται. Τις γνώσεις μπορούν να τις βρουν και στο ίντερνετ.

Καληνύχτα εαυτέ μου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements
 

Ετικέτες: , , , , , ,

Δυο μέρες δημιουργικής εργασίας

Δυο μέρες δημιουργικής εργασίας

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Το κείμενο που ακολουθεί είναι πράγματι υπερβολικό όπως υπερβολική θεωρώ ότι είναι η παρουσίαση των δημιουργικών εργασιών και υπερβολικές οι προσδοκίες από τη μεριά του υπουργείου παιδείας.

 

Το κλίμα που επικρατεί, τουλάχιστον κατά τη δική μου αντίληψη και εκτίμηση, στους κόλπους των εκπαιδευτικών των λυκείων δεν είναι αυτή που θα ήθελε το υπουργείο παιδείας.

Οι δημιουργικές εργασίες είναι μια πολύ σοβαρή εκπαιδευτική διαδικασία η οποία όταν αποφασίζεται, σχεδιάζεται και αναμένεται να υλοποιηθεί με βιασύνη και προχειρότητα απαξιώνεται στη συνείδηση ό΄λων των μελών της εκπαιδευτικής κοινότητας.

Το θέμα δεν είναι να προτείνουμε στους μαθητές εμείς οι εκπαιδευτικοί ένα πλήθος θεμάτων και οι μαθητές να επιλέξουν. Αυτό, μάλλον στερείται δημιουργικότητας παρά χαρακτηρίζεται από αυτήν.

Όταν η παρότρυνση, σε πάρα πολλές περιπτώσεις εκ μέρους των σχολικών συμβούλων, όπως οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί μαρτυρούν, είναι να δίνουμε «αβέρτα» φωτοτυπίες με το σχετικό υλικό για να μπορέσουν οι μαθητές να εκπονήσουν τις εργασίες δεν μπορούμε να μιλάμε για ερευνητική διαδικασία.

Οι φωτοτυπίες δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τις ανύπαρκτες ή τις υποτυπώδεις βιβλιοθήκες.

Να μην αναφερθούμε σε σχολεία που είτε δεν έχουν φωτοτυπικό μηχάνημα είτε το φωτοτυπικό χαρτί είναι το ίδιο δυσεύρετο όπως και το χαρτί υγείας στις τουαλέτες μαθητών και εκπαιδευτικών. Κι αυτό είναι πραγματικότητα και όχι υπερβολή, κύριοι υπουργοί. Είναι τα αποτελέσματα της πολιτικής των περικοπών και της υποβάθμισης της δημόσιας εκπαίδευσης.

Σωστή, κατά την άποψή μου, η σκέψη το να εκπονηθούν οι εργασίες στο χώρο του σχολείου για να αποφευχθεί, αν και δεν μπορεί να αποκλειστεί, η δημιουργία μιας νέας «δημιουργικής μπίζνας», όμως, πώς αυτό μπορεί να γίνει σε μία μέρα; Υπάρχει η απαραίτητη υλικοτεχνική υποδομή στα σχολεία;

Με τον κίνδυνο να χαρακτηριστώ καχύποπτος και μίζερος, μήπως όλο αυτό το εγχείρημα γίνεται για να αναδειχτούν οι μεγάλες ελλείψεις υλικοτεχνικής φύσεως στα σχολεία ώστε να ανοίξει η πόρτα για την εισβολή, στην κυριολεξία, διαφόρων «χορηγών», «ευεργετών» και «σωτήρων»;

Όταν ως πολιτεία θεωρείς σημαντική την εισαγωγή νέων πρακτικών στην εκπαιδευτική διαδικασία, δεν την ακυρώνεις, δεν την απαξιώνεις πριν αυτή εφαρμοστεί.

Υπάρχει, βέβαια, καλοπροαίρετα και η άποψη που λέει: «Από το να μη γίνει τίποτα, καλύτερα να γίνει κι ας μην είναι τέλειο».

Νομίζω πως το ζήτημα με τις δημιουργικές εργασίες είναι ότι με τον τρόπο που θα πραγματοποιηθούν στραγγαλίζεται η ουσία και καταργούνται οι σκοποί που έρχονται να εξυπηρετήσουν.

Ακόμη και το γεγονός ότι μπορούν να λειτουργήσουν ενισχυτικά στο βαθμό, για μαθήματα που οι μαθητές έχουν χαμηλή βαθμολογία, μπορεί να θεωρηθεί αρνητικό αφού οι μαθητές δεν θα επιλέγουν τις εργασίες με βάση τα ενδιαφέροντα και τις αναζητήσεις τους αλλά με κριτήριο το να βελτιώσουν το βαθμό τους σε κάποιο μάθημα.

Νομίζω πως, έστω και τώρα, το υπουργείο δεν πρέπει να προχωρήσει στην υλοποίηση των δημιουργικών εργασιών για την τρέχουσα σχολική χρονιά. Αν σκοπεύει να δώσει μόνιμο χαρακτήρα στη διαδικασία αυτή θα πρέπει να φροντίσει να εξασφαλίσει όλα όσα χρειάζεται να διαθέτουν τα σχολεία, οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές για να μπορέσουν να ανταποκριθούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο σε ένα τέτοιο εγχείρημα.

Πολύ φοβάμαι ότι, τελικά, το διήμερο των δημιουργικών εργασιών θα καταλήξει σε ένα διήμερο διεκπεραίωσης και όχι δημιουργικότητας, αγγαρείας και όχι ευχάριστης εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Κι αυτό δεν θα οφείλεται στους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές κύριοι υπουργοί.

 

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Η εμμονή με τις «υψηλόβαθμες σχολές» και τα «καλά επαγγέλματα» βλάπτει σοβαρά την άρχουσα τάξη

Η εμμονή με τις «υψηλόβαθμες σχολές» και τα «καλά επαγγέλματα» βλάπτει σοβαρά την άρχουσα τάξη

 

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Με αφορμή σχετικό άρθρο στο ΑΒ του κυρίου Δ. Τσιριγώτη. Σε αγκύλες περικλείονται αυτούσια κομμάτια του άρθρου.

 

[Πρόσφατα συνάντησα στο δρόμο έναν παλιό μου μαθητή από ένα Λύκειο των βορείων προαστίων. Όταν τον ρώτησα «πως πάει το πανεπιστήμιο» πήρα μια απάντηση που με άφησε εμβρόντητο: «Κύριε το παράτησα. Εγώ πάντα ήθελα να γίνω μάγειρας. Γράφτηκα σε μια σχολή μαγειρικής την οποία τελείωσα και ήδη δουλεύω σε ένα εστιατόριο ως βοηθός σεφ. Είμαι πολύ ευχαριστημένος». Αφού ξεπέρασα το αρχικό σοκ, μετά προσπάθησα να κρύψω την συγκίνησή μου από τα λεγόμενά του. Βλέπετε σκέφτηκα ότι ο μαθητής μου είχε πολλά κότσια για να τα βάλει με ένα ολόκληρο καθιερωμένο μοντέλο εκπαίδευσης.]

 

Προσωπικά θα ήθελα να ξέρω σε ποια περιοχή των βορείων προαστίων ζει ο μαθητής; Στην Κηφισιά, στη Φιλοθέη ή στη Νέα Ιωνία;

Ο μαθητής ως βοηθός σεφ δουλεύει σε εστιατόριο δικής του ιδιοκτησίας ή σε εστιατόριου άλλου ιδιοκτήτη; Αλήθεια, ποιες είναι οι απολαβές ενός βοηθού σεφ και πόσες ώρες εργάζεται ώστε να προκαλούν ευχαρίστηση στον ίδιο τον εργαζόμενο;

Ειλικρινά δεν κατάλαβα πώς η επιλογή του συγκεκριμένου μαθητή να αφήσει τη σχολή του για να ασχοληθεί με τη μαγειρική αποτελεί απόδειξη ότι ο μαθητής τα έβαλε με το καθιερωμένο μοντέλο εκπαίδευσης;

Σε ποιο ακριβώς μοντέλο εκπαίδευσης αναφέρεται το άρθρο; Των ανισοτήτων; Των ανύπαρκτων ευκαιριών για τα φτωχά και κοινωνικά αποκλεισμένα παιδιά; Ή μήπως εκείνο το μοντέλο εκπαίδευσης που ωθεί τους μαθητές ώστε την επιλογή της σχολής τους να την καθορίζει το αν βρίσκεται ή όχι κοντά στον τόπο κατοικίας τους;

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο μαθητής ήθελε να γίνει μάγειρας και πέρασε ιατρική αλλά αν κάποιος άλλος μαθητής ήθελε να γίνει γιατρός αλλά δεν μπόρεσε να το κάνει λόγω κοινωνικού και οικονομικού αποκλεισμού.

 

[Κακά τα ψέματα, η επιτυχία στο Πανεπιστήμιο είναι ο ελληνικός οικογενειακός μύθος. Ως εκ τούτου είναι και η πιο σημαντική αιτία της απαξίωσης που επικρατεί για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και κυρίως του Λυκείου. Οι γονείς είναι αποφασισμένοι να δαπανήσουν ένα πολύ μεγάλο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού τους σε φροντιστήρια, ιδιαίτερα μαθήματα κ.α.]

 

Αλήθεια, πιστεύει κανένας ότι για την κατάσταση στην εκπαίδευση η πιο σημαντική αιτία είναι ο αναφερόμενος στο άρθρο «ελληνικός οικογενειακός μύθος»;

Το περιεχόμενο της εκπαίδευσης; Η πενιχρή χρηματοδότηση; Η απαξίωση του έργου αλλά και των ίδιων των εκπαιδευτικών; Η έλλειψη υποστηρικτικών δομών; Τα τριαντάρια τμήματα; Όλα αυτά κι άλλα τόσα είναι ασήμαντα;

Τη μόνη απαξίωση που βλέπω με το «ελληνικός οικογενειακός μύθος» είναι η απαξίωση για την αγωνία των γονιών και των παιδιών να βελτιώσουν τη ζωή τους, να την κάνουν κάπως καλύτερη αλλά και την ανάγκη τους να αναπτύξουν τις δυνατότητές τους και να ικανοποιήσουν τα ενδιαφέροντά τους.

Η εμμονή των γονιών και μαθητών όχι μόνο το να θέλουν τις καλύτερες σχολές και τα καλύτερα επαγγέλματα αλλά κυρίως το να αγωνίζονται για να μην αφαιρεθεί αυτό το δικαίωμα από κανένα παιδί, βλάπτει μόνο τις επιδιώξεις της άρχουσας τάξης. Προφανώς, όταν μιλάνε για επαγγελματική εκπαίδευση δεν την εννοούν για τα παιδιά των πλουσίων. Έτσι δεν είναι;

Το ότι έχει στηθεί μια ολόκληρη μπίζνα γύρω από την ανάγκη των ανθρώπων μέσα από τις σπουδές τους να βελτιώσουν την κοινωνική τους θέση είναι απολύτως φυσιολογικό. Σε καπιταλισμό ζούμε. Το ίδιο δεν κάνουν στον τομέα της υγείας και της κοινωνικής ασφάλισης; Απαξιώνουν και κατεδαφίζουν οτιδήποτε δημόσιο για να ανοίξουν το δρόμο στον ιδιωτικό τομέα;

Δεν ξέρω γιατί αλλά μου ήρθε στο μυαλό εκείνη η διαφήμιση επί εποχής Αρβανιτόπουλου με το μαθητή που δήθεν του άρεσε να βιδώνει βίδες αλλά ήθελαν ντε και καλά να τον κάνουν γιατρό.

 

 

Αν οι όποιες προτάσεις ακολουθούν στο άρθρο δεν αναδεικνύουν την ταξικότητα του σχολείου και το ότι λειτουργεί ως εργαστήριο παραγωγής αυριανών πειθήνιων εργαζόμενων έτοιμων να υπηρετήσουν χωρίς καμιά αμφισβήτηση τις ανάγκες τις αγοράς, τότε απλώς αποτελούν στάχτη στα μάτια και λειτουργούν για να χαϊδεύουν αυτιά και να αποπροσανατολίζουν τη σκέψη.

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Περί εγκυμοσύνης λοιπόν κύριε υπουργέ της Παιδείας

Περί εγκυμοσύνης λοιπόν κύριε υπουργέ της Παιδείας

Χρήστος Επαμ. Κυργιάκης

Ώστε κάνατε εμπεριστατωμένη έρευνα κύριε υπουργέ και βρήκατε ότι μετά τις πενθήμερες έχουμε αυξημένες εγκυμοσύνες;
Σε τι ποσοστό δεν μας είπατε. Πόσες από αυτές είναι δίδυμες κυήσεις, επίσης δεν μας είπατε.
Καταλήγουν σε γεννήσεις; Πάλι δεν μας είπατε.
Μετά τις μονοήμερες και τους περιπάτους δεν παρατηρήσατε κάτι τις;
Μετά τις τριήμερες τίποτα;                                                                                                                           Και τι θα κάνετε κύριε υπουργέ; Μήπως θα καταργήσετε τις εκδρομές;                                                 Και τους ξενοδόχους; Τους ιδιοκτήτες τουριστικών γραφείων, εστιατορίων και κέντρων διασκέδασης θα τους αγνοήσετε;                                                   

Μήπως, εκτός των άλλων διαπιστώσατε ότι μετά από πεντάμηνη παραμονή ενός υπουργού στην καρέκλα του παρατηρείται ολίσθηση και κατρακύλα;
Αν δεν με πιστεύετε δείτε τους προκατόχους σας. Το λιγότερο που μπορώ να πω ήταν ότι αστοχήσατε.
Κρίμα, κύριε υπουργέ. Κρίμα.

(Εκτός αν δεν αναφερόσασταν σε μαθήτριες αλλά γενικά στον γυναικείο πληθυσμό της χώρας)

 

Ετικέτες: , , , ,

Πιότερο από το μάθημά σου ν’ αγαπάς τους μαθητές σου

Πιότερο από το μάθημά σου ν’ αγαπάς τους μαθητές σου

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

τι φταίμε εμείςΜε αφορμή έναν πραγματικό διάλογο με αρκετές προσθήκες. Σε κάποιους ίσως να φανούν υπερβολικές μα όσοι κινούνται στο χώρο των σχολείων ίσως να έχουν να κάνουν και άλλες.

– Δάσκαλος θέλω να γίνω παππού σαν μεγαλώσω. Μόνο αυτό αγαπάω.

– Πιότερο από το μάθημά σου ν’ αγαπάς τους μαθητές σου. Μόνο τότε θα κάνεις και το μάθημα σου πιο όμορφο και δεν θα πάψεις ποτέ να διεκδικείς γι’ αυτούς αλλά και για σένα το καλύτερο.

– …

– Μιας κι αποφάσισες να γίνεις δάσκαλος πρέπει να ξέρεις πως ο δρόμος που θα διαβείς είναι δύσκολος. Μη θαρρείς πως θα τον διανύσεις με αυτοκίνητο. Με τα πόδια θα πας και πολλές φορές στα πόδια σου δεν θα φοράς παπούτσια, θα είσαι ξυπόλυτος.

– Γιατί το λες αυτό παππού;

– Γιατί θα έρχονται μέρες που η ψυχή σου θα πονάει τόσο που θα θέλεις να το βάλλεις στα πόδια. Θα έρχονται μέρες που δεν θα μπορείς να πεις ψέμματα στους μαθητές σου γιατί θα σε κοιτάνε στα μάτια και θα παρακαλάνε για μια σταγόνα αλήθειας.

Θα έρχονται στιγμές που δεν θα μπορείς να γιατρέψεις μια παιδική ψυχή πληγωμένη. Θα συναντήσεις παιδιά παρατημένα από γονείς και κοινωνία, παιδιά δαρμένα και βιασμένα ψυχικά. Τούτο το σύστημα το εκπαιδευτικό δε νοιάζεται γι’ αυτά τα παιδιά και το χειρότερο θα ζητήσει κι από σένα να κάνεις το ίδιο. Μην ασχολείσαι με καμμένα χαρτιά θα σου πουν κι εσένα δεν θα το χωράει ο νου σου και θα σχίζεται η καρδιά σου. Βλέπεις τούτο το σύστημα το εκπαιδευτικό, μόνο εκπαιδευτικό δεν είναι.

– Και τι είναι;

– Βαθμοθηρικό είναι, εξεταστικό είναι χωρίς ισότητα και χωρίς δικαιοσύνη. Κρύβει την ανεπάρκειά του να εμπνεύσει τους νέους πίσω από διαγωνισμούς, πρωτιές, αριστείες και καινοτομίες. Πνίγει την κριτική σκέψη που γεννά αμφισβήτηση και υμνεί την αδιάκοπη προσπάθεια χωρίς ανάσα και κυρίως χωρίς σκέψη. Επιβραβεύεται αυτός που θα μάθει να λέει το τρίωρο ποίημα σε μια πανελλαδική εξεταστική διαδικασία που θα στοιβάξει τους περισσότερους υποψήφιους σε σχολές που επιλέγουν όχι από αγάπη αλλά από ανάγκη.

– Μα οι καλύτεροι δεν πρέπει να επιβραβεύονται; Αυτό δεν είναι το δίκαιο; Όλοι δεν έχουν δικαίωμα συμμετοχής στις εξετάσεις; Αυτό δεν είναι ισότητα;

– Καλύτεροι σε τι; Τι σόι εκπαιδευτικό σύστημα είναι αυτό που εκπαιδεύει τα παιδιά, από το δημοτικό ακόμα, στην πειθαρχία, στη ρουφιανιά, στην υπακοή και στις συνεχείς εξετάσεις; Αν συμβεί κάτι μέσα στην τάξη η πιο συνηθισμένη αντιμετώπιση είναι η απαίτηση κάποιος μαθητής να μαρτυρήσει ποιος το έκανε. Πάρε 50 ερωτήσεις για επανάληψη και εξέταση στην Ιστορία, λέει ο ένας δάσκαλος. Τεστ στη Γλώσσα, τεστ στα μαθηματικά, τεστ στη γεωγραφία, τεστ στα θρησκευτικά. Η αξιολόγηση επικαλύπτει την ομορφιά της απόκτησης της γνώσης. Και να τα παρατράγουδα με τους βαθμούς. Γιατί στο παιδί μου έβαλες 9 αντί για 10;,παραπονιέται ο ένας ο γονιός, γιατί μπήκε το άλλο το παιδί στη σημαία για την παρέλαση και όχι το δικό μου; παραπονιέται ο άλλος ο γονιός, γιατί το δικό μου το παιδί που δεν κάνει φασαρία πήρε τον ίδιο βαθμό με το άλλο που κάνει; παραπονιέται ο τρίτος γονιός και πάει λέγοντας. Πρέπει να μάθουν από μικρά στην πίεση, να ξεχάσουν ότι είναι παιδιά που πρέπει να παίζουν. Πρέπει να μάθουν από μικρά να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των εξετάσεων της τρίτης λυκείου. Όλο το εκπαιδευτικό μας σύστημα έχει τα μάτια του στραμμένα στις πανελλαδικές. Και ποιο είναι το αποτέλεσμα; Ένας μεγάλος αριθμός υποψηφίων, αν όχι η πλειοψηφία, να περνάει σε κάποια σχολή όχι αυτή που θα προτιμούσε, έτσι για να περάσει κάπου. Τα εκπαιδευτικά συστήματα πρέπει να βοηθούν με όποιον τρόπο χρειαστεί και με οποιοδήποτε οικονομικό τίμημα ώστε οι μαθητές να αναπτύσσουν τις κλίσεις και τα ταλέντα τους μέσα στο σχολείο με ψυχική ηρεμία και ισορροπία, χωρίς ανισότητες, χωρίς αδικίες και χωρίς αποκλεισμούς.

– Υπάρχει τέτοιο σχολείο παππού κάπου;

– Δεν ξέρω αν υπάρχει. Ξέρω πως, αν δεν υπάρχει πρέπει να δημιουργηθεί. Αυτό πίστευα όσο ήμουν δάσκαλος κι αυτό πιστεύω και τώρα. Γι’ αυτό σου είπα τα προηγούμενα. Αν γίνεις δάσκαλος να σπέρνεις κάθε μέρα στους μαθητές σου την αμφισβήτηση. Κι όταν οι μαθητές σου αμφισβητήσουν κι όσα τους λες εσύ ο ίδιος, τότε να νιώσεις περήφανος γιατί πέτυχες το σκοπό σου. Αμφισβητώντας προχωράει ο άνθρωπος όρθιος. Υπακούοντας άκριτα βαδίζει πάντα σκυφτός και υποταγμένος. Τον λες άνθρωπο όμως αυτόν;

 

Ετικέτες: , , , ,

ΘΕΑΤΡΙΚΟ: ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ

ΘΕΑΤΡΙΚΟ

 

«ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ»

 Χρήστος Επαμ. Κυργιάκης

ΠΡΑΞΗ 1η

 

Η ιστορία διαδραματίζεται στο καφενείο: «Το ραντεβού της νεολαίας». Μόνιμοι θαμώνες στο καφενείο της γειτονιάς μια παρέα  συνταξιούχων για να περνάνε το χρόνο τους και να γεμίζουν τη μοναξιά τους. Τους τοίχους του καφενείου κοσμούν οι φωτογραφίες του Κωνσταντίνου Καραμανλή, του Ανδρέα Παπανδρέου, του Κώστα Σημίτη, του Κώστα Καραμανλή, του Γιώργου Παπανδρέου, του Αντώνη Σαμαρά και του Αλέξη Τσίπρα. Σε μια ιδιαίτερη θέση, δίπλα στο εικονοστάσι, βρίσκεται κρεμασμένη και η φωτογραφία του Κώστα Μητσοτάκη, «διανθισμένη» με μια αρμαθιά σκόρδα για καλό και για κακό.

 

Είναι 9 η ώρα το πρωί, ημέρα Δευτέρα 2 Απριλίου. Οι φίλοι και οι φίλες μας πληρώθηκαν τη σύνταξή τους και το κλίμα είναι θετικό.

Η μουσική που έβαλε η Ντίνα, η γυναίκα του καφετζή, του Γρηγόρη, ταιριάζει με το θετικό κλίμα. Ήδη στο καφενείο βρίσκονται ο Αντώνης, ο Κώστας, η Ευτέρπη και η Γεωργία.

 

ΝΤΙΝΑ: Αντωνάκη μου, στον πέτυχα τον καφέ σήμερα, έτσι δεν είναι;

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Μωρέ τον πέτυχες… στο «δόξα πατρί». Αν είχε και λίγο καφέ μέσα θα μπορούσες να τον πεις και «καφέ».

 

ΝΤΙΝΑ: Μια ζωή γκρινιάρης και γρουσούζης, γι’ αυτό έμεινες μόνος σου.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Είσαι οχιά και μέγαιρα.

 

ΕΥΤΕΡΠΗ: Έλα Ντίνα μου, μην του δίνεις σημασία.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Μίλησε και η «Τέρπη». Άκου Τέρπη! Αλλά, τι ανάγκη έχεις; Ας έπαιρνα κι εγώ τη συνταξάρα που παίρνεις εσύ και να δεις τι πλακίτσες θα έκανα.

 

ΕΥΤΕΡΠΗ: Δούλεψα τόσα χρόνια Αντώνη.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Ε βέβαια, ενώ εμείς κάναμε διακοπές στις Μπαχάμες. (ειρωνικά). Δούλεψες! Σ’έφαγε το λιοπύρι. Καθόσουνα αναπαυτικά στα δικαστικά έδρανα και απένειμες τάχα δικαιοσύνη, κι εσύ κι ο άντρας σου. Άιντε μην ανοίξω το στόμα μου, άιντε μην τ’ ανοίξω.

 

ΝΤΙΝΑ: Μπα! κλειστό το είχες τόση ώρα;

 

(Παύση…)

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: (Ψιθυριστά και εμπιστευτικά). Δεν ξέρω εσύ Τέρπη μου πως τα πας με τον Σόλωνα, πάντως εγώ έχω θέμα με τον Τάσο.

 

ΤΕΡΠΗ: Τι θέμα;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Να, ξέρεις…καταλαβαίνεις…σεξουαλικής φύσεως.

 

ΤΕΡΠΗ: Τι; Δεν ανταποκρίνεται;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ανταποκρίνεται, δε λέω. Κάνε πιο δω να σου πω. Κάθε φορά που παίρνουμε τη σύνταξη, θέλει να το γιορτάζουμε.

 

ΤΕΡΠΗ: Μπα, και δεν του φαινότανε. Κοίτα να δεις ο Τάσος!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ναι αλλά, μόλις αρχίσει κι ανεβάσει παλμούς αρχίζει και «ξεφυσάει».

 

ΤΕΡΠΗ: Ταύρος πραγματικός ο Τάσος σα να λέμε!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ναι αλλά δεν ξεφυσάει από το στόμα.

 

ΤΕΡΠΗ: Κι από πού ξεφυσάει;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: (γεμάτη ντροπή) Από…τον πισινό.

 

(Ακούγονται τρανταχτά γέλια. Ο Κώστας που ήταν λίγο πιο πέρα άκουσε όλη τη συζήτηση)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Συγνώμη Γιωργίτσα μου, δεν το έκανα επίτηδες. Αλλά μου φάνηκε τόσο αστείο. (γελώντας) Άκου να «ξεφυσάει»!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Καλά δε ντρέπεσαι να κρυφακούς; Αλλά τι περιμένεις από έναν άνθρωπο που ήταν σε όλη του τη ζωή χασάπης; Από πού να μάθει τρόπους; Από τα μοσχάρια ή από τα γουρούνια;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Χασάπης ήμουνα και λέω τα πράγματα με το όνομά τους. Βλέπεις, δεν ήμουνα δικηγόρος σαν τον Τάσο σου (αρχίζει πάλι να γελάει). Άκους εκεί να «ξεφυσάει»!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Γέλα τώρα που μπορείς γιατί σε λίγο, θα πλακώσει το σόι σου για την «είσπραξη» και θα σου κοπεί το γέλιο. Ούτε μία δεκάρα δεν θα έχεις αύριο στην τσέπη σου βρε κακομοίρη!

 

(Πριν καλά-καλά προλάβει η Γεωργία να τελειώσει τη φράση της, η πόρτα του καφενείου ανοίγει και εισέρχεται ο Δημήτρης, ο γιος του Κώστα)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Καλημέρα σε όλους. Πατέρα, καλημέρα. Όλα καλά; Ντινάκι, μου φτιάχνεις ένα καφεδάκι σε παρακαλώ, έτσι μερακλίδικο να το φχαριστηθώ;

 

ΝΤΙΝΑ: Να σου φτιάξω, γιατί να μη σου φτιάξω. Δε μου λες Δημητράκη μου. Κερασμένος από τον μπαμπά σου;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Ντινάκι μου με πληγώνεις. Επειδή, δηλαδή με χτύπησε η ατυχία σα το χταπόδι στο βράχο, θα πρέπει η κοινωνία να πέσει να με φάει;

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Ποια ατυχία Δημητράκη; Για ποια ατυχία μιλάς; Είχες μια χαρά στρωμένη δουλειά από τον πατέρα σου και την εγκατέλειψες.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Κυρ-Αντώνη, άσε αυτά που εγκατέλειψα εγώ και πιάσε αυτούς που εγκατέλειψαν εσένα.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Μπορείτε σας παρακαλώ να σταματήσετε; Στο κάτω-κάτω δεν σας αφορά τι κάνω εγώ με τα λεφτά μου. Δική μου είναι η σύνταξη και την κάνω ότι θέλω.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Καλά σας λέει ο πατέρας μου. Μπράβο ρε πατέρα, τους έβαλες στη θέση τους.

ΚΩΣΤΑΣ: Μάλλον δεν κατάλαβες καλά γιε μου. Αυτά που είπα αφορούν και σένα. Τέρμα το άρμεγμα. Ότι έφαγες, έφαγες. Το μαγαζί είναι ακόμα στη θέση του και σε περιμένει. Αύριο κιόλας αν θέλεις ξεκινάς.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Τι μου λες τώρα ρε γέρο; Και τη μεγάλη μου αγάπη τι να την κάνω; Να την παρατήσω; Κρίμα είναι;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Για ποια μιλάς; Γνώρισες καμιά κοπέλα;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Κοπέλα;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Ε, τι γνώρισες; Μπουλντόζα;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Η μεγάλη μου αγάπη είναι η ποίηση. Πόσες φορές να στο πω; Έχω εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές. Είναι θέμα χρόνου, μέχρι να με ανακαλύψουν οι αναγνώστες. Ειδικά η τελευταία μου συλλογή αναμένεται να κάνει θραύση. Ο εκδότης μου είναι σίγουρος.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Ο εκδότης σου είναι σίγουρος γιατί σε μαδάει κανονικά. Δηλαδή, όχι εσένα. Εμένα έχει τσουρομαδήσει όπως τη γριά κότα πριν την κάνουν σούπα.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: (μαζεμένος γιατί βλέπει ότι χάνει τη χρηματοδότηση)

Πατέρα, είσαι άδικος. Άμα σου διαβάσω μερικούς στίχους από ένα τελευταίο ποίημά μου, θα αλλάξεις γνώμη.

 

(Βγάζει την ποιητική του συλλογή από το σακίδιό του, το ανοίγει και αρχίζει να διαβάζει όρθιος. Εν τω μεταξύ η Ντίνα του φέρνει και τον καφέ που είχε παραγγείλει)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Λέγεται: «Ζαρζαβατικούλι μου».

Δεν άντεξα όταν σε είδα/πίσω από τη λαχανίδα

Γλυκούλα σαν μια ντοματούλα/και ζουμερή σαν πατατούλα

Άγρια ήσουν σαν τσουκνίδα/κι αφράτη σαν την κουνουπίδα

 

ΝΤΙΝΑ: Κουνουπίδι λέγεται, όχι κουνουπίδα.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Ποιητική αδεία, αγράμματη, αλλά τι να καταλάβεις εσύ από ποίηση;

ΝΤΙΝΑ: Αν σου φέρω το δίσκο στο κεφάλι να δεις εσύ τι θα καταλάβεις.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Δεν πα να φτιάξεις καμιά σαλάτα λέω εγώ, να λιγδώσει λίγο και το άντερό σου.

 

(Εν τω μεταξύ ο Κώστας, είχε γύρει πάνω στο τραπέζι με τα χέρια του να έχουν αγκαλιάσει το κεφάλι σα να θέλει να προφυλαχτεί από σεισμό. Δεν άντεξε κι έβαλε τα κλάματα. Σκουπίζει τα μάτια του και αρχίζει να μιλάει)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκες, η σχωρεμένη η μάνα σου ονειρευόταν μεγαλεία για σένα. Πως θα γίνεις μεγάλος και τρανός. Σε ήθελε το λιγότερο πρωθυπουργό της Ελλάδας.

(Γυρνώντας προς τη φωτογραφία του Ανδρέα Παπανδρέου σταυροκοπιέται) Μεγάλε Ανδρέα, σχώρα με. Χατίρι δε σου χάλασε ποτέ. Θα το χαλάσεις το παιδί, της έλεγα. Το χαβά της αυτή.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Η μητέρα με αγαπούσε και με πίστευε όσο κανείς άλλος στον κόσμο. Είχε αντιληφθεί από πολύ νωρίς την κλίση μου στην ποίηση.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: (Φασκελώνοντάς τον  και με τα δύο χέρια)

Να, πάρε δέκα Νόμπελ για να ησυχάσεις.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Βλέπεις, εκείνη ήταν από τζάκι. Δε συγχώρεσε ποτέ στον εαυτό της το ότι ερωτεύτηκε εμένα, έναν χασάπη. Προσπάθησα να τη συνεφέρω αλλά δεν έπαιρνε από λόγια. Κι εσύ, βρε παλιοτόμαρο κατάλαβες από νωρίς την αδυναμία που σου είχε και την εκμεταλλευόσουνα μέχρι εκεί που δεν παίρνει.

 

(Ο Δημήτρης κάθεται σε μια καρέκλα και ακούει με σκυφτό το κεφάλι)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Όμως Δημητράκη μου ως εδώ. Δεν αντέχω άλλο. Έστω κι αν είναι αργά, αποφάσισα να το σταματήσω αυτό το παραμύθι. Η χρηματοδότηση κομμένη. Η θα δουλέψεις το μαγαζί ή να αρχίσεις να τρως τις ποιητικές συλλογές σου.

 

(Ο Δημήτρης σηκώνεται. Με σκυφτό το κεφάλι και αργά βήματα, κατευθύνεται προς την πόρτα του καφενείου για να φύγει)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Εντάξει πατέρα, έχεις δίκιο. Φεύγω.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Και που πας;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Πάω να φάω τις ποιητικές μου συλλογές, όπως είπες. Άλλωστε έχω τρεις μέρες να βάλω μπουκιά στο στόμα μου. (Φεύγει τρέχοντας)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Στάσου, μη φεύγεις. Δεν μου απάντησες (Τον ακολουθεί με το γέρικο βηματισμό του. Στο καφενείο επικρατεί απόλυτη σιωπή)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Ποτέ πια φασισμός

Ποτέ πια φασισμός

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Γεννήθηκαν στην ίδια γειτονιά, σχεδόν ταυτόχρονα στις 15 Αυγούστου του 1924. Η μία, η Κλειώ, γεννήθηκε 2 ώρες μετά την άλλη, τη Δώρα.

Μαζί έκαναν τα πρώτα τους βήματα, τα πρώτα παιχνίδια, τις πρώτες σκανδαλιές. Οι γονείς τους ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που δεν ήθελαν τα παιδιά τους να μείνουν αγράμματα. Ας ήταν κορίτσια, θα πήγαιναν στο σχολείο και θα μάθαιναν γράμματα. Το μυαλό σαν το αφήσεις αγράμματο και απαίδευτο δεν μπορεί να πετάξει. Μένει φοβισμένο και κουρνιασμένο. Ας ήταν φτωχοί που τα ‘φερναν δύσκολα βόλτα. Τα κορίτσια δεν θα μεγάλωναν ούτε εσώκλειστες σε κάποιο σπίτι ούτε ανάμεσα στις μηχανές του κοντινού υφαντουργείου.

Στις δύο φίλες άρεσε πολύ το σχολείο. «Τα παίρνουν τα γράμματα καλύτερα από τα’ αγόρια» έλεγε συχνά ο δάσκαλός τους. Όμως, πιο πολύ τους άρεσε να ξεφυλλίζουν εκείνο το μεγάλο βιβλίο που τους χάρισε ο θείος της Κλειώς.

Έγραφε για χώρες άγνωστες, μακρινές, για ανθρώπους με άλλες συνήθειες, ήθη και έθιμα. Είχαν υποσχεθεί η μία στην άλλη πως θα έκαναν ότι μπορούσαν για να ταξιδέψουν στις χώρες εκείνες. Πάνω απ’ όλα όμως είχαν δώσει όρκο να επισκεφτούν το Αϊβαλί, τον τόπο καταγωγής των γονιών τους και όλων των συγγενών τους.

Την ημέρα των γενεθλίων τους το 1940 καθώς έκλειναν τα 16, έφτασαν τα μαντάτα. Το ελληνικό καταδρομικό «Έλλη»,  βυθίστηκε από τορπίλη ιταλικού υποβρυχίου, του Delfino, όπως έγινε αργότερα γνωστό.

Βέβαια, τα τελευταία 3 χρόνια, είχαν γίνει ήδη γνωστές οι επεκτατικές προθέσεις της φασιστικής Ιταλίας του Μουσολίνι και της ναζιστικής Γερμανίας του Χίτλερ ο οποίος, βασιζόμενος στη βαθιά οικονομική κρίση που χτύπησε τη Γερμανία τη δεκαετία του 1930, κατάφερε να πείσει τους Γερμανούς για την αναγκαιότητα του λεγόμενου «ζωτικού χώρου», φορτώνοντας ταυτόχρονα την εξαθλίωση του γερμανικού λαού, στους λαούς άλλων εθνοτήτων.

Κ.   Να δεις που πάμε για πόλεμο!

Δ.   Γιατί το λες;

Κ.   Ακούω τους γονείς μας που το συζητάνε έντονα. Ο Χίτλερ ήδη προσάρτησε την Αυστρία τη δυτική Τσεχοσλοβακία και την Πολωνία. Οι ναζιστές του Χίτλερ σπέρνουν παντού το μίσος και κυνηγάνε κάθε ξένο προς την Άρια φυλή. Οι φασίστες του Μουσολίνι ακολουθούν.

Δ.   Κι εγώ τους άκουσα ένα βράδυ που συζητούσαν κι έλεγαν πως θα’ ρθουν δύσκολες μέρες. Περιμένουν πόλεμο, έλεγαν, με τους Ιταλούς και τους Γερμανούς. Μαύρες μέρες μας περιμένουν, έλεγαν.

Κ.   Εγώ, αν γίνει πόλεμος θα πάω να πολεμήσω. Όπως κι ο Μάρκος. Μου το είπε χθες το βράδυ πριν πέσουμε για ύπνο.

Δ.   Ο αδερφός σου είναι 23 χρόνων. Εσύ πώς θα πας να πολεμήσεις; Δεν θα σ’ αφήσουν…Να σε ρωτήσω; Δεν φοβάσαι;

Κ.   Φυσικά και φοβάμαι. Αν δεν το κάνω όμως θα ντρέπομαι για μια ζωή. Δεν θέλω να γίνω σαν τον Παντελή το γείτονα που όποτε έρχεται στο σπίτι μας λέει πως όλη η Ευρώπη πρέπει να πάει με το Χίτλερ. Αυτός, λέει, είναι ο πιο δυνατός ετούτη τη στιγμή. Όποιος αντισταθεί, χάθηκε, λέει.

Δ.   Μήπως έχει δίκιο; Μήπως θα ήταν καλύτερο να είμαστε φίλοι του;

Κ.   Φιλίες με τα αρπακτικά δεν γίνονται! Ξέρεις πώς ονειρεύεται τους νέους ο Χίτλερ; Χωρίς συνείδηση. Η συνείδηση, λέει, πως είναι ελάττωμα και πως η νεολαία θα πρέπει να είναι σκληρή και αδίστακτη, να μην αισθάνεται τίποτα μπροστά στο θάνατο, να μην λυπάται τον άλλον που πεθαίνει. Δεν ξέρω για σένα, εγώ χωρίς συνείδηση δεν μπορώ να ζήσω. Άλλωστε, ξέρεις πολύ καλά πως θέλω να γίνω δασκάλα. Γίνεται δασκάλα χωρίς ευαισθησία, χωρίς ανθρωπιά και χωρίς συνείδηση;

Μόλις 2 μήνες χρειάστηκαν για να συμβεί αυτό που όλοι περίμεναν και απεύχονταν. Όμως η Ιστορία, δεν προχωράει με ευχές. Η Γερμανία είχε ανάγκη τα πετρέλαια της Ρουμανίας, το χάλυβα της Πολωνίας και τη θάλασσα της Ελλάδας. Στις 28 Οκτωβρίου του 1940, η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα και η, μέχρι τότε ουδέτερη Ελλάδα, αρνήθηκε την άνευ όρων συνθηκολόγηση που ζητούσε ο Μουσολίνι, παρόλη την ιδεολογική συγγένεια του δικτάτορα Μεταξά με το φασισμό και το ναζισμό.

Κ.   Μάνα σου λέω πως δεν μπορώ να κάθομαι στο σπίτι και να μην κάνω τίποτα. Θα πάω κι εγώ να πολεμήσω, όπως ο Μάρκος.

Μ.   Ο Μάρκος κόρη μου είναι άντρας. Νομίζεις πως θα σου δώσουν εσένα όπλο; Μια σταλιά κοριτσάκι είσαι. Το όπλο είναι βαρύτερο από σένα.

Κ.   Αν δεν μου δώσουν, θα πάω εθελόντρια στον Ερυθρό Σταυρό. Σε παρακαλώ μανούλα μου. Κατάλαβέ με. Πνίγομαι. Δεν μπορώ να νιώθω ότι ο αδερφός μου πολεμάει για μένα κι εγώ να μην κάνω τίποτα να βοηθήσω.

Άλλωστε τα νέα που φτάνουν από το μέτωπο είναι καλά. Οι Ιταλοί τα βρήκαν σκούρα, οι δικοί μας έκαναν αντεπίθεση κι εκείνοι άρχισαν να υποχωρούν.

Μ. Κλειώ μου αυτά αλλάζουν. Στον πόλεμο δεν μπορείς ποτέ να είσαι σίγουρος. Σήμερα κερδίζεις και αύριο τρέχεις ηττημένος να κρυφτείς. Μη μου ανάβεις φωτιές παιδί μου.

Πράγματι, οι Έλληνες με γενικευμένη αντεπίθεση, υποχρέωσαν τους Ιταλούς να υποχωρήσουν στο έδαφος της Αλβανίας, κινούμενοι προς τη χώρα τους. Το έπος του 1940 είχε γραφτεί με κεφαλαία γράμματα στην Ιστορία. Ήταν η πρώτη πολεμική ήττα του γερμανοιταλικού άξονα η οποία ανάγκασε τη Γερμανία να σπεύσει προς βοήθεια των συμμάχων τους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα από τις 12 Απριλίου του 1940 ο ελληνικός στρατός να αρχίσει να αποχωρεί από το έδαφος της Αλβανίας μέχρι που στις 20 Απριλίου υπογράφτηκε συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς και 3 μέρες αργότερα με τους Ιταλούς.

Οι Γερμανοί, μετά τη συνθηκολόγηση, εισήλθαν στην Αθήνα στις 27 Απριλίου και όρκισαν φιλογερμανική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον στρατηγό Γεώργιο Τσολάκογλου. Σχεδόν ταυτόχρονα, ο ελληνικός λαός, στην αρχή σποραδικά, αργότερα με μεγάλη μαζικότητα, οργάνωσε την αντίστασή του στους κατακτητές Γερμανούς, Ιταλούς και Βούλγαρους, μέσα από τις γραμμές διάφορων αντιστασιακών οργανώσεων, από τις οποίες η μαζικότερη ήταν αυτή του ΕΑΜ. Βέβαια, υπήρχαν κι εκείνοι, πάντα θα υπάρχουν, που προτίμησαν όχι να αντισταθούν στους κατακτητές αλλά να συνεργαστούν μαζί τους προδίδοντας και καταδίδοντας Έλληνες πατριώτες που αντιστέκονταν, οδηγώντας τους στη φυλακή ή στο εκτελεστικό απόσπασμα. Για αντάλλαγμα είχαν την εύνοια των κατακτητών, που τους εξασφάλιζε τον πλουτισμό μέσω της μαύρης αγοράς τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης σε μια περίοδο που η πείνα και η ανέχεια θέριζε τις ζωές και τις ψυχές των ανθρώπων.

Μέσα στις συνθήκες αυτές συνεχίζεται η δική μας ιστορία με τις δύο φίλες, την Κλειώ και τη Δώρα, να έχουν φύγει από το σπίτι και να έχουν ενταχθεί από πολύ νωρίς στις γραμμές της εθνικής αντίστασης και τον γείτονά τους τον κυρ Παντελή να γίνεται συνεργάτης των Γερμανών, καταδότης και μαυραγορίτης.

Ήταν βράδυ, λίγες ώρες μετά την έναρξη της απαγόρευσης της κυκλοφορίας όταν στο δρόμο έξω από το σπίτι της Κλειώς το πέρασμα μιας γερμανικής περιπόλου 6 στρατιωτών, έσχιζε την απόλυτη ησυχία. Μπροστά πήγαινε ο Γερμανός λοχίας και δίπλα τους, σερνόμενος σα φίδι ο κυρ Παντελής. Η περίπολος στάθηκε λίγο πριν το σπίτι της Κλειώς. Ο κυρ Παντελής, έδειξε με το χέρι του το σπίτι στο λοχία, και αμέσως μετά, με το φιδίσιο σύρσιμό του χάθηκε στο σκοτάδι. Οι στρατιώτες, άνοιξαν με δύναμη την εξώπορτα της μικρής αυλής και φτάνοντας στην πόρτα του σπιτιού κοντοστάθηκαν. Ο λοχίας, άρχισε να χτυπά με δύναμη την πόρτα και μιλώντας σπαστά ελληνικά ζητούσε επίμονα να ανοίξουν την πόρτα.

Η μάνα της Κλειώς έτρεξε έντρομη και άνοιξε την πόρτα. Ο λοχίας και οι στρατιώτες, μπήκαν με ορμή και άρχισαν να ψάχνουν τα δωμάτια του σπιτιού.

Μ. Τι θέλετε; Ποιον ζητάτε τέτοια ώρα;

Ο λοχίας τη ρώτησε που είναι ο άντρας της και τα παιδιά της.

Μ. Ο άντρας μου, πήγε στον ξάδερφό του στο Παγκράτι να τον δει που αρρώστησε. Ο Μάρκος μου λείπει καιρό από το σπίτι. Δεν ξέρω που βρίσκεται το παλικάρι μου. Η Κλειώ μου πήγε με τον πατέρα της. Θα κοιμηθούν εκεί το βράδυ.

Ενώ οι στρατιώτες έκαναν άνω κάτω το σπίτι ψάχνοντας, ο λοχίας, ουρλιάζοντας της είπε: «Τα παιδιά σου ξέρουμε ότι είναι στην αντίσταση. Ξέρουμε ότι θέλουν το κακό της Γερμανίας και του Φύρερ. Ξέρουμε ότι η κόρη σου ήρθε σήμερα στο σπίτι. Μη μας λες ψέματα! Πες μας που την κρύβεις;

Μ. Όποιος σας είπε κάτι τέτοιο, σας είπε ψέματα. Ξέρω ποιος είναι. Αυτός ο σπιούνος ο Παντελής.

Ένα δυνατό χαστούκι του λοχία, έκοψε τη μιλιά της δύστυχης μάνας και την έριξε με δύναμη στο πάτωμα.

Μ. Εσύ δεν έχεις μάνα; Δεν είσαι γιος; Δεν ξέρω που είναι η Κλειώ, μα και να ήξερα δεν θα σου το έλεγα ακόμη κι αν με βασάνιζες, ακόμη κι αν με σκότωνες. Πήγαινε παιδί μου στη μάνα σου και πες της αυτό που έκανες πριν από λίγο για να νιώσει περήφανη…

Ο λοχίας αγρίεψε με την αντίδραση της ανήμπορης γυναίκας. Λύσσαξε από το κακό του. Με μία γρήγορη κίνηση, βγάζει το πιστόλι του και πυροβολεί. Ακόμη και οι στρατιώτες τρόμαξαν. Η μάνα της Κλειώς, με το βλέμμα της καρφωμένο πάνω του έπεσε στο ξύλινο πάτωμα αφήνοντας την τελευταία της πνοή. Πρόλαβε μόνο να πει:

Μ. Δεν είστε πια άνθρωποι… Αγρίμια γίνατε …που ξεδιψάτε με το αίμα αθώων. Αυτό το αίμα…σύντομα … θα σας πνίξει.

Έξω, στη μικρή αυλή του σπιτιού, σε μια κρυφή καταπακτή που είχε φτιάξει ο πατέρας της Κλειώς, όταν άρχισε ο πόλεμος, βρίσκονταν κουρνιασμένες η Κλειώ και η Δώρα. Άκουσαν όλα όσα είχαν προηγηθεί. Η Δώρα με το ζόρι κρατούσε την Κλειώ να μη βγει έξω.

Κ. Πρέπει να βγω έξω να πάω να βοηθήσω τη μάνα μου. Άσε με σε παρακαλώ, μη με κρατάς.

Δ. Δεν θα πας πουθενά. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, δεν το καταλαβαίνεις; Το μόνο που θα καταφέρεις αν εμφανιστείς τώρα είναι να πεθάνουμε και οι τρεις μας.

Στο άκουσμα του πυροβολισμού, η καρδιά της έσπασε σα γυαλί.

Κ. Μάνα μου! Μανούλα μου! Γλυκιά μου μανούλα. Θυσιάστηκες για μένα! Ακόμη και την τελευταία σου πνοή μου την έκανες δώρο.

Κακούργοιοιοι…

Δ. Σώπα. Σώπα καλή μου. Μην τους κάνεις δώρο τη θυσία της. Εκείνη έφυγε για να ζήσουμε εμείς. Μην την προδίδεις. Κλάψε! Κλάψε όσο μπορείς. Θα είναι μεγάλη η νύχτα. Κλάψε όσο μπορείς. Σου υπόσχομαι πως θα είναι για τελευταία φορά.

Οι ώρες μες στην καταπακτή μέχρι να ξημερώσει, ήταν ατελείωτες. Λίγο πριν φέξει, οι δύο φίλες βγήκαν με μεγάλη προσοχή στη μικρή αυλή και προχωρώντας τοίχο-τοίχο άρχισαν να απομακρύνονται από το σπίτι. Η μισή καρδιά της Κλειώς έμεινε για πάντα πίσω. Φτάνοντας σε μια διασταύρωση, στην απέναντι γωνία, έξω από ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι φάνηκε η φιγούρα του κυρ Παντελή. Εκεί είχε την αποθήκη του όπου συγκέντρωνε όλα τα πράγματα που πουλούσε στη μαύρη αγορά. Η Κλειώ δεν άντεξε και η φωνή της έσκισε σαν ξυράφι την πρωινή ησυχία.

Κ. Σκουλήκι! Δεν είσαι άνθρωπος εσύ. Κτήνος είσαι…

… κι έκανε να τρέξει προς το μέρος του. Εκείνος, ακούγοντας τη φωνή της Κλειώς, παράτησε τα κλειδιά πάνω στην πόρτα της αποθήκης και το έβαλε στα πόδια. Με τα χίλια ζόρια η Δώρα μπόρεσε και απομάκρυνε τη φίλη της για να χαθούν σε λίγο στο σκοτάδι που άρχισε να δίνει τη θέση του στο φως της ημέρας.

Οι μέρες περνούσαν με τους Έλληνες να αντιστέκονται καθολικά στους Γερμανούς κατακτητές και τους συμμάχους τους, μέσα από τις γραμμές των πολλών αντιστασιακών οργανώσεων που δημιουργήθηκαν. Ο λαός μας πλήρωσε με αγώνες, θυσίες και αίμα τη θέλησή του να ζει και να διαχειρίζεται τις τύχες του ελεύθερος. Περίπου 90.000 Έλληνες στρατιώτες και πάνω από 330.000 άμαχοι Έλληνες πολίτες έχασαν τη ζωή τους, στον αγώνα ενάντια στη φασιστική λαίλαπα. Οι εκτελέσεις πολιτών στην περίοδο της γερμανικής κατοχής μετά από σχεδιασμένα μπλόκα των κατοχικών δυνάμεων και των ταγμάτων ασφαλείας, βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη.

Καλογρέζα, Κοκκινιά, Καισαριανή, Ζωγράφου και πολλές ακόμη περιοχές της Αθήνας αλλά και της Ελλάδας ολόκληρης, υπήρξαν τόποι θυσίας άμαχων Ελλήνων κάθε ηλικίας, ακόμη και αναπήρων του πολέμου με τους Ιταλούς.

Οι δύο φίλες συμμετείχαν με όλες τους τις δυνάμεις στον ανυποχώρητο αντιστασιακό αγώνα. Έναν αγώνα που ήταν μονόδρομος για την ελευθερία και την εθνική ανεξαρτησία.

Στις 12 Οκτωβρίου του 1944, οι Γερμανοί στρατιώτες, αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την Αθήνα. Ο λαός ξεχύνεται στους δρόμους  πανηγυρίζοντας και ζητωκραυγάζοντας. Η Δώρα με την Κλειώ, κρυμμένες στο υπόγειο του σπιτιού ενός αντιστασιακού συνδέσμου, ξυπνάνε από τις φωνές του κόσμου που περνάνε απ’ έξω.

Δ. Κλειώ ξύπνα. Ξύπνα γρήγορα. Σήκω. Οι Γερμανοί ξεκουμπίστηκαν. Γίνεται χαμός έξω.

Κ. Ήταν θέμα ημερών. Ο φασισμός εδώ και καιρό, ψυχομαχούσε σε όλο τον κόσμο. Γρήγορα να ετοιμαστούμε να βγούμε έξω.

Δ. Δεν ξέρω αν πρέπει να χαίρομαι ή να λυπάμαι. Τόσοι νεκροί, τόσοι τραυματίες. Πόλεμοι, βασανιστήρια, στρατόπεδα συγκέντρωσης, πείνα, αρρώστιες, εκτελέσεις. Κι όλα αυτά για έναν τρελό!

Κ. Πιστεύεις πως όλα έγιναν επειδή έτυχε να γεννηθεί ο Χίτλερ; Όλα έγιναν γιατί το επέβαλλαν συγκεκριμένες συνθήκες να γίνουν. Δες λίγο τον φυσικό πλούτο και τα ορυκτά στις χώρες που επιτέθηκε ο Χίτλερ. Πετρέλαιο, νικέλιο, χάλυβας, άνθρακας. Όλα ήταν απαραίτητα για την βιομηχανική ανάκαμψη της Γερμανίας. Μπροστά στην ανάγκη αυτή, οι ανθρώπινες ζωές δεν έχουν καμιά σημασία.

Δ. Όμως τελικά, δεν τους πέρασε. Το έχασαν μια και καλή το παιχνίδι. Οι λαοί, κατάλαβαν ποιο είναι το δικό τους συμφέρον.

Κ. Μόνο που το κατάλαβαν με τον πιο οδυνηρό τρόπο. Άσε που έχω και μια αμφιβολία κατά πόσο το κατάλαβαν. Το μέλλον θα δείξει. Έλα, τέρμα οι κουβέντες. Πάμε να το γιορτάσουμε. Μόνο που…

Δ. Λέγε! Τι θέλεις;

Κ. Θέλω να περάσουμε πρώτα να αφήσουμε ένα λουλούδι στον τάφο της μάνας μου. Να της πω ότι οι φονιάδες της ξεκουμπίστηκαν. Να της πω ότι δεν θυσίασε χωρίς λόγο της ζωή της και ότι τα παιδιά της από δω και πέρα θα ζουν ελεύθερα και χωρίς φόβο…Και να της δώσω μια υπόσχεση.

Δ. Ποια υπόσχεση;

Κ. Πως θα κάνω ότι περνάει από το χέρι μου ώστε να μην ξαναζήσει η ανθρωπότητα τον πόλεμο, να μην ξαναζήσει ποτέ το φασισμό.

 

 

Ετικέτες: , , , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: