RSS

Tag Archives: Χρήστος Κυργιάκης

Η ελέω χρήματος αριστεία αποτελεί γάγγραινα για την κοινωνία

Η ελέω χρήματος αριστεία αποτελεί γάγγραινα για την κοινωνία

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Και έβγαλαν πάλι τα όρνεα σε παράταξη. Με βήμα και ρυθμό όπως ταιριάζει σε δειλούς που θέλουν να δείχνουν θαρραλέοι και να προκαλούν το φόβο για να κρύβουν το δικό τους τρόμο.
Γιατί σαν έχεις άδικο ο φόβος σε πλημμυρίζει και γίνεται τρόμος όταν πας να χτυπήσεις τον αδικημένο.
Ανθρωπάκια μικρά, χωρίς στάλα φιλότιμο, πήραν θαρρούν αποφάσεις τρανές και διέταξαν τα ανθρωποειδή να πάνε και να τρομάξουν ψυχές παιδικές.
Αλήθεια, πόσο πανικό βιώνει εκείνος που πιστεύει πως θα σβήσει την εικόνα της αδικίας από το βλέμμα ενός ανυπεράσπιστου παιδιού, μόνο και μόνο επειδή φοράει κράνος, κρατάει ασπίδα και έχει αδειάσει από αισθήματα;
Αλήθεια, πόσο πανικό βιώνει εκείνος που πιστεύει πως θα σβήσει το χαμόγελο από τα χείλη ενός ανυπεράσπιστου παιδιού, μόνο και μόνο επειδή φοράει ακριβό κοστούμι και υπογράφει αποφάσεις με στυλό που στάζουν χολή και όχι μελάνι.
Πόσο στεγνοί και πόσο στυγνοί έχουν γίνει για να μπορούν μετά να πάνε και να αγκαλιάζουν με “στοργή” τα δικά τους παιδιά;
Ξεφτίλα!
Και πιστεύουν αλήθεια ότι τα δικά τους παιδιά δεν θα διακρίνουν το ψυχρό κενό που κρύβουν μέσα τους; Διότι έτσι είναι το κενό. Σιωπηλό και κρύο!
Και όλοι οι υπόλοιποι, οι θεατές ντε, το φιλοθεάμον κοινό, που δημιουργεί τα νούμερα τηλεθέασης και τα εκλογικά ποσοστά, με πόση σκέψη και περισσή σοφία θα συμπεράνουν πως κακώς οι γονείς των προσφυγόπουλων έθεσαν σε κίνδυνο τα παιδιά τους; Οι ίδιοι δεν θα το έκαναν ποτέ αυτό!
Πόσο τους ανακουφίζει αυτό το εύκολο συμπέρασμα που με τόση θλίψη διατυπώνουν από τη θαλπωρή του καναπέ τους και τη σιγουριά της σπιτικής ασφάλειας που τους παρέχει πρόσκαιρα το στεγαστικό της τράπεζας για όσο θα μπορούν να το πληρώνουν!
Με την ίδια ευκολία και την ίδια σιγουριά, όλοι οι υπόλοιποι, οι θεατές ντε, το φιλοθεάμον κοινό, που δημιουργεί τα νούμερα τηλεθέασης και τα εκλογικά ποσοστά, θα δώσουν τα θερμά τους συγχαρητήρια σε όλα τα παιδιά που “πέτυχαν” στις πανελλαδικές εξετάσεις και θα χτυπήσουν με κατανόηση και ανείπωτη αγάπη την πλάτη στα παιδιά που “απέτυχαν” λέγοντάς τους στοργικά πως όλοι έχουν δικαίωμα σε μια δεύτερη ευκαιρία.
Αλήθεια, δεύτερη ευκαιρία για ποιον; Και η προσπάθεια; Δεν μετράει; Δεν επιβραβεύεται; Μόνο το αποτέλεσμα έχει αξία και μάλιστα σε ένα προκαθορισμένο πλαίσιο που καθορίστηκε όχι με βάση τις ανάγκες των παιδιών αλλά με βάση τις ανάγκες της αγοράς;
Και θα είναι αυτοί οι ίδιοι που θα σαγηνευτούν από τις σειρήνες των άριστων.
Άραγε ποιων άριστων;
Αυτών που με κόπο, προσπάθεια, ξενύχτια και θυσίες θριάμβευσαν στην εξεταστική αρένα;
Όχι βέβαια!
Των “άλλων άριστων”. Των ελέω θεού-για το χρήμα μιλάω-και ονόματος και “οικογενειακής παράδοσης”.
Δεν χρειάζονται πολλά. Λίγο να δούμε τα ονόματα των κυβερνόντων και των κατόχων του πλούτου τα τελευταία ογδόντα χρόνια και εύκολα μπορούμε να συμπεράνουμε ποιοι “εξ ορισμού” άριστοι έχουν συμφέρον να πουλήσουν το παραμύθι της αριστείας στους πληβείους.
Ποιοι είναι οι πληβείοι;
Μα όλοι οι υπόλοιποι, οι θεατές ντε, το φιλοθεάμον κοινό, που δημιουργεί τα νούμερα της τηλεθέασης και τα εκλογικά ποσοστά.
Ευτυχώς υπάρχουν κι εκείνοι που θα αμφισβητούν πάντα την ελέω θεού αριστεία και θα κάνουν ότι μπορούν για να τη συντρίψουν γιατί αποτελεί γάγγραινα που κατατρώει τις σάρκες και σωστό δηλητήριο που κυλάει στις φλέβες μιας κοινωνίας.
Αν υπάρχει μια αποδεκτή “αριστεία” είναι αυτή που μετριέται με τον αγώνα και τη διεκδίκηση για το δίκιο των πολλών, με την προσφορά και την αλληλεγγύη, στον συνάνθρωπο, στο συνοδοιπόρο, στο σύντροφο, στο φίλο, στον άγνωστο, χωρίς φραγμούς που σχετίζονται με την όποια διαφορετικότητα.
Η “αριστεία” που συνδέεται με την ανθρώπινη εκμετάλλευση και υποτάσσεται στο κέρδος με σκοπό τη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και τη συνέχιση της κυριαρχίας των λίγων εις βάρος των πολλών δεν μπορεί να έχει θέση σε μια κοινωνία που θέλει να λέγεται ανθρώπινη.
Δεν λείπουν οι τίτλοι αριστείας από τα παιδιά μας.
Η προσοχή μας και η αποδοχή μας τους λείπουν.
Και μια αγκαλιά, όχι χτύπημα στην πλάτη γεμάτο λύπηση, για να καταλάβουν ότι είναι μοναδικά και το καθένα ξεχωριστά ένα ολόκληρο σύμπαν.

 

 

 

Ετικέτες: , , , ,

Κατάντια για τον άνθρωπο

Κατάντια για τον άνθρωπο
Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη
Κατάντια για τον άνθρωπο να βάζει την περιουσία του στη θέση της ψυχής του.
Κατάντια για τον άνθρωπο να μετράει τον άνθρωπο με τα γρόσια και με τη γλώσσα και με το χρώμα του δέρματος πνιγμένος στην αρρωστημένη κανονικότητά του.
Κατάντια για τον άνθρωπο να φτιάχνει κοινωνίες που μισούν τον άνθρωπο και σφαγιάζουν ότι όρισαν οι ίδιες ως διαφορετικό.
Κατάντια για τον άνθρωπο να βουτάει στην υποκρισία και να χρήζει «μάγκα» το λαμόγιο, τον κλέφτη του ανθρώπινου ιδρώτα, τον εκμεταλλευτή του πόνου, την ίδια ώρα που βρίζει τον εγκληματία που έκλεψε μολύβια για το παιδί του και στέρησε τα υπερκέρδη από τον νόμιμο και καλό και καημένο επιχειρηματία.
Κατάντια για τον άνθρωπο να δίνει συγχωροχάρτι στις κερκίδες στον λαθρέμπορο έναντι μιας καλής μεταγραφής και να χαίρεται που ένα ακόμα πρεζόνι, πελάτης του λαθρέμπορου, καθαγιάζει με το χαμό του τις δικές του αμαρτίες βγαίνοντας νικητής επειδή νομίζει πως το δικό του το παιδί δεν θα γίνει ποτέ πρεζόνι.
Κατάντια για τον άνθρωπο να επικαλείται τη διαφύλαξη της περιουσίας του όταν σπάει κεφάλια και τσακίζει κόκκαλα με κλωτσιές και γίνεται ο ίδιος δικαστής και εκτελεστής μαζί. Κι αναρωτιέσαι και λες: πώς είναι δυνατόν να μην νιώθει τον πόνο από την κλωτσιά στο ίδιο του το κεφάλι;
«Το δικό μου το παιδί δεν θα γίνει ποτέ ούτε πούστης ούτε πρεζάκι. Το δικό μου το παιδί είναι μαύρη μερσεντές, κόκκινη φεράρι, κίτρινη λαμποργκίνι και δεν πρόκειται ποτέ να γίνει ροζ ντε σε βω. Το δικό μου το παιδί είναι κανονικό, προορισμένο μόνο να αριστεύσει. Τι άλλο θα μπορούσε να είναι το παιδί μου αφού είναι δικό μου;»
«Πατέρα το δικό σου το παιδί θέλει να είναι ο εαυτός του μα πάνω απ’ όλα θέλει να συνεχίσει να είναι άνθρωπος. Να μάθει να στέκεται στα πόδια του και μετά να πετάξει. Το ακούς πατέρα; Κι αν θες σε παρακαλώ να είσαι στα μάτια μου παλικάρι να τα βάλεις μ’αυτούς που σε καταπιέζουν στη δουλειά και στη ζωή σου. Να θυμάσαι πως το παιδί σου δεν είναι κανονικό αλλά ιδιαίτερο. Σκέψου λίγο πως αν όλα τα παιδιά ήταν ίδια δεν θα αναγνώριζες το δικό σου. Καληνύχτα πατέρα και να θυμάσαι πως αυτός που σκότωσες σήμερα με τις κλωτσιές τον περιμένει το βράδυ ο δικός του πατέρας,
Το παιδί σου αλλά όχι κτήμα σου».
Σήμερα γιορτάζουν όλοι οι κυρ-Παντελήδες.

 

Ετικέτες: ,

Θα φανεί στο χειροκρότημα

Θα φανεί στο χειροκρότημα
                                                               Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Στα δέκα του έχασε τον πατέρα του. Δεν έχει σημασία το πώς. Αυτό που ήξερε εκείνος ήταν πως δεν θα τον ξανάβλεπε.
Στα δεκατρία άρχισε τους μπάφους. Δήθεν για να ξεχνάει. Έτσι του είπαν και τον βόλευε πολύ αυτή η δικαιολογία.
Την αλήθεια την ήξερε πολύ καλά.
Δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί να τύχει σε κείνον.
Μη βρίσκοντας τον υπαίτιο τα έβαλε με τον εαυτό του. Επειδή δεν μπορούσε να αλλάξει την πραγματικότητα προτιμούσε να δραπετεύει από αυτήν. Ήταν όμως για λίγο κι όταν τέλειωνε το «παραμύθι» η πραγματικότητα έδειχνε τα δόντια της.

Ο αδερφός του, τρία χρόνια πιο μεγάλος, θέλησε να παίξει το ρόλο του πατέρα.

«Είσαι αδερφός μου, δεν είσαι ο πατέρας μου. Αυτός πάει, δεν ξανάρχεται» είπε μια μέρα στον μεγάλο όταν τον ζόρισε που σταμάτησε να διαβάζει.

Το σκαμπίλι που έφαγε τον βρήκε κατευθείαν στην καρδιά κι ας έμεινε στο μάγουλο το σημάδι. Από το μάγουλο το σημάδι έφυγε σε δυο μέρες. Από την καρδιά ποτέ.

Μα κι ο μεγάλος από ανασφάλεια και ανησυχία το έκανε. Την παράκληση της μάνας του προσπάθησε να ακολουθήσει.

«Να τον προσέχεις τον μικρό. Είναι ευαίσθητος και είχε αδυναμία στον πατέρα του».

Σάματις ήξερε κι αυτός πώς έπρεπε να φερθεί; Μήπως κι αυτός δεν ένιωθε αδικημένος;

Τον έπιασε μια μέρα και τον αγκάλιασε.

«Συγνώμη ρε μικρέ. Δεν έπρεπε να το κάνω. Δεν ξέρω τι μ’έπιασε. Ή μάλλον ξέρω. Είναι που δεν μπορώ να βρω τον τρόπο να σε βοηθήσω, να σε κάνω να ξεχάσεις. Πρέπει να προχωρήσουμε που να πάρει η ευχή».

Κάτι τέτοιο του είπε και ο τύπος με τη μαύρη BMW που τριγυρνούσε για πολλούς μήνες έξω από το σχολείο, ένα βράδυ που τον συνάντησε σε μια καφετέρια. Άνθρωπος της διπλανής πόρτας που λένε. Με δουλειά «καθώς πρέπει» και εξέχον μέλος της τοπικής κοινωνίας.

«Τι να σου κάνει το τσιγάρο. Αυτά είναι για μικρούς. Εσύ είσαι μεγάλος και χρειάζεσαι κάτι πιο δυνατό. Δοκίμασε και θα με θυμηθείς. Θα ξεχαστείς με την πρώτη. Άτιμη η ζωή, σε χτύπησε αλύπητα. Έλα άναψέ το. Κέρασμα από μένα. Δεν θέλω χρήματα».

Και το άναψε. Μία και δύο και τρεις. Στην αρχή το είχε κέρασμα, μετά έπρεπε να το πληρώνει. Το χαρτζιλίκι της μάνας του έφτανε μόνο για κουλούρι.

Ο καλός και συμπονετικός άνθρωπος με τη μαύρη BMW δεν αρνήθηκε να τον βοηθήσει.

«Έλα το βράδυ να πάμε μια γύρα σε δυο-τρία στέκια. Θα με βοηθήσεις και θα έχεις και χαρτζιλίκι. Είσαι μεγάλος τώρα και δεν είναι σωστό να κλέβεις από το πορτοφόλι της μάνας σου για τα προσωπικά σου έξοδα. Έτσι δεν είναι;»

Μάταια προσπαθούσε ο φίλος του να τον συνεφέρει. Και τι δεν έκανε. Πάντα ήταν δίπλα του. Ακόμη κι όταν εκείνος δεν ήταν σε θέση να μπει την πρώτη ώρα για μάθημα καθόταν και του έκανε παρέα μην τύχει και χρειαστεί τίποτα. Κι όταν τη δεύτερη ώρα έμπαιναν αργοπορημένοι στην τάξη, πάλι προσπαθούσε να τον σώσει από τις «γλυκές» κουβέντες της καθηγήτριας.

«Μπα! Τον βρήκες το δρόμο για το σχολείο; Ήθελα να’ξερα εκείνοι οι γονείς σου τι κάνουν; Χαμπάρι δεν παίρνουν;»

Το έπαιρνε πάνω του όποτε μπορούσε.

«Δεν φταίει αυτός κυρία. Εγώ αργοπόρησα γιατί ένιωσα μια ζαλάδα και έμεινε κοντά μου για να με βοηθήσει».

Ποιος νοιάζεται όμως για την ουσία και την αλήθεια. Οι νόμοι να τηρούνται και η τάξη. Είναι πιο εύκολο από το να ψάξει κάποιος για τα αίτια. Και να θέλει, πολλές φορές ούτε μπορεί ούτε προλαβαίνει.

«Μη λέτε ¨γονείς¨. Ο πατέρας μου σκοτώθηκε στη δουλειά του».

Ήταν μία από τις φορές που η «καλή» καθηγήτρια έκανε αναφορά στους γονείς του και στην ανατροφή που του έδωσαν. Από τότε και καλά να ήταν δεν ξαναμπήκε στο μάθημά της.

Τρελάθηκε η μάνα του σαν το κατάλαβε. Πήγε να πεθάνει όταν ο φίλος του την έκανε να ψυλλιαστεί. Ήταν και τα λεφτά που έβλεπε να λείπουν από το πορτοφόλι.

Τον έπιασε και του μίλησε. Τον μάλωσε, τον αγκάλιασε, τον έλουσε με δάκρυα, τον ικέτεψε, του φίλησε τα πόδια κι εκείνος υποσχέθηκε να το κόψει.

Χαμένες οι υποσχέσεις χαμένα και τα παρακάλια. Ήταν κι ο τύπος με τη μαύρη BMW που δεν τον άφηνε να κάνει ρούπι.

Ανέλπιστα βρήκε συμπαράσταση από μια άλλη καθηγήτρια του σχολείου. Έψαξαν και ρώτησαν σε κοινότητες, σε συλλόγους μπας και βρουν συμπαράσταση και θεραπεία. Συμφώνησε κι εκείνος αλλά δεν ήταν εύκολο.

Πήγε η μάνα και στην αστυνομία και σε δικηγόρο και στον εισαγγελέα για να δει πώς θα σώσει το παιδί της. Είχε και τα’ αφεντικό της που την απειλούσε με απόλυση κάθε φορά που αργοπορούσε ή που ζητούσε άδεια.

Χωρίς κανείς να ξέρει το πώς, ο τύπος με τη μαύρη BMW έμαθε τα καθέκαστα και δεν κάθισε με σταυρωμένα χέρια.

Την ίδια κινητοποίηση έμαθα πως είχαν και οι γείτονες του «καλού» ανθρώπου με τη μαύρη BMW. Τον είδαν να πρωτοστατεί σε κάτι επεισόδια με πρόσφυγες. Τους ρήμαξαν τους πρόσφυγες στο ξύλο κάτι νταήδες και ήταν ανάμεσά τους μαζί με κάτι υποψήφιους βουλευτές της περιοχής.

Η μαύρη BMW βρέθηκε πεταμένη σε κοντινό ρέμα.

Στο καφενείο την άλλη μέρα άκουγαν με προσοχή τα νέα στην τηλεόραση.

«Κύκλωμα εμπορίας και διακίνησης ινδικής κάνναβης και άλλων ναρκωτικών ουσιών φέρεται να εξαρθρώθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες μετά από συντονισμένες προσπάθειες της αστυνομίας. Στο κύκλωμα, σύμφωνα με ασφαλείς πηγές, εμπλέκονται πολίτες υπέρ άνω πάσης υποψίας, καθώς επίσης και ένας εισαγγελέας, δύο δικηγόροι, ένας εφοπλιστής και δύο αξιωματικοί του αστυνομικού τμήματος της περιοχής».

Ο γηραιότερος της παρέας χαμογέλασε.

«Τα χάλασαν στη μοιρασιά. Το έχουμε ξαναδεί το έργο».

Το παιδί προσπαθεί να βρει τον εαυτό του και να αφήσει την «παραμύθα» πίσω του. Αποφάσισε να ζήσει στην πραγματικότητα και να την αλλάξει. Προσπαθεί να γνωρίσει την εαυτό του και την κοινωνία που ζει.

Αν το καταφέρει ή όχι «θα φανεί στο χειροκρότημα».

 

Ετικέτες: , , , , ,

Μια παλιά ιστορία του μέλλοντος

Μια παλιά ιστορία του μέλλοντος

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Φαινόταν πολύ κουρασμένος τούτος εδώ ο παράξενος καβαλάρης. Και το άλογό του περήφανο και ντελικάτο μα το είχε χωρίς σέλα ο αθεόφοβος.

Σαν έφτασε στην πλατεία του χωριού και κατέβηκε από το άτι του, ο χωροφύλακας τον ρώτησε τι έπαθε και είναι έτσι ταλαιπωρημένος. Σκέφτηκε μήπως τον κυνηγάνε, μην είναι κανένας από αυτούς τους παράνομους που γυρνάνε στα χωριά και ξεσηκώνουν τον κόσμο με κουβέντες για δίκιο, ισότητα και άλλες τέτοιες παραινέσεις  του διαβόλου.

Του απάντησε πως φταίνε αυτά που είδε μα και αυτά, όχι που έκανε, αλλά που δεν έκανε.

Προβληματίστηκε ο χωροφύλακας. Δεν πείστηκε με όσα του είπε ο ξένος γιατί δεν τα καλοκατάλαβε.

Ζύγωσε ύστερα ο ρασοφόρος του χωριού και τον καλόπιασε πως τάχα πρέπει σε κείνον να ανοίξει την ψυχή του και να ξομολογηθεί γιατί εκείνος τα’ χει καλά με το θεό και αν χρειαστεί θα μεσολαβήσει για συχώρεση.

Τραβήχτηκε απότομα ο ξένος και έφτυσε με δύναμη στο χώμα. Επέστρεψε περιφρόνηση στον παπά που έβραζε από θυμό για τούτη την απρόσμενη συμπεριφορά του ξένου.

Ύστερα πανηγύρισε ο παππάς σα να ανακάλυψε τίποτα σπουδαίο και απευθυνόμενος στους υπόλοιπους τόνισε πως δεν θα μπορούσε να περιμένει διαφορετική συμπεριφορά από έναν ξένο αντίχριστο.

Πλησίασε κι ο δάσκαλος βρωμώντας ναφθαλίνη από πάνω μέχρι κάτω και από μέσα του μέχρι έξω και αφού του συστήθηκε τον συμβούλεψε πως δεν είναι σοφό ένας ταξιδιώτης σαν και κείνον να καβαλάει το άλογο χωρίς σέλα. Πού ακούστηκε καβαλάρης σε άλογο δίχως σέλα; Του είπε πως δεν είναι σωστό να μην απαντάει με σαφήνεια στον χωροφύλακα και να φέρεται έτσι ξεδιάντροπα στον παπά τον εκπρόσωπο του θεού.

Ο παράξενος επισκέπτης κρατώντας τη μύτη του πρότεινε στο δάσκαλο να φύγει από το σχολείο μπας και μπορέσουν τα μυαλά των μαθητών του και βγουν από το σκοτάδι που τα έχει κλείσει. Του είπε επίσης πως με το δικό του το θεό μιλάει απευθείας χωρίς εκπροσώπους.

Σειρά πήρε ο κοινοτικός σύμβουλος να ζυγώσει στον άγνωστο επισκέπτη. Του πρότεινε αν πεινάει να πάει στην ταβέρνα του λίγο πιο κάτω για να φάει φτηνό φαΐ και καλό. Αν δεν είχε χρήματα δεχόταν και τιμαλφή. Ακόμη και το άλογό του θα μπορούσε να ανταλλάξει για να χορτάσει την πείνα του. Σκέφτηκε ο κουτοπόνηρος πως κάπως έτσι θα έχασε ο ξένος και τη σέλα του αλόγου του.

Ο καβαλάρης  ζήτησε από τον σύμβουλο να τον αφήσει ήσυχο και να κρατήσει το φαΐ για να γεμίσει τη σαπιοκοιλιά του.

Τελευταίος ήρθε ο πρόεδρος του χωριού ντυμένος κατά πως αρμόζει στον άρχοντα του τόπου και προσπάθησε να τον χτυπήσει φιλικά στην πλάτη.

Άρπαξε ο ξένος το χέρι του προέδρου τόσο δυνατά που λίγο ακόμα θα το έσπαγε.

Τράβηξε το όπλο ο χωροφύλακας και το έστρεψε κατά τον ξένο ζητώντας του να αφήσει το χέρι του προέδρου αλλιώς θα πυροβολούσε.

Η σκηνή διακόπηκε από τις φωνές των παιδιών που έρχονταν προς την πλατεία ανακοινώνοντας την έλευση καραβανιού με αγνώστους.

Ταράχτηκε ο χωροφύλακας, σάστισε ο πρόεδρος ενώ ο παπάς χάιδεψε τα γένια του σιχτιρίζοντας .

«Είναι συγχωριανοί μου», είπε ο καβαλάρης και πριν προλάβει να συνεχίσει τον πρόλαβαν τα παιδιά.

«Είναι κι ένα μωρό που το κοιμίζουν σε μια σέλα αλόγου», πετάχτηκε και είπε ένα πιτσιρίκι.

«Να μην πλησιάσουν θα είναι άρρωστοι», φώναξε ο πρόεδρος.

«Και άθεοι», είπε ο παππάς κι άρχισε τα ξόρκια.

«Θα χρειαστούμε ενισχύσεις, πάτε και φέρτε τα όπλα από το σπίτι», είπε ο χωροφύλακας.

«Δεν φτάνει το φαΐ για όλους», πρόσθεσε ο κοινοτικός σύμβουλος.

«Φτάνει πατέρα, Η αποθήκη είναι γεμάτη τρόφιμα», είπε ο γιος του συμβούλου.

«Θα μαγαρίσουν τα ήθη και τα έθιμά μας αν μείνουν εδώ», γρύλισε σαν αγριόσκυλο ο δάσκαλος.

«Η γη δεν είναι μόνο δική σας, είναι όλων μας. Αλλά μη νοιάζεστε. Λίγο θα κάτσουμε και μετά θα συνεχίσουμε προς το ποτάμι. Εδώ σε τούτον τον τόπο δεν μένουμε με τίποτα. Ο αέρας μυρίζει σαπίλα. Αλίμονο στα παιδιά που μεγαλώνετε», είπε ο παράξενος καβαλάρης και με ένα σάλτο βρέθηκε στη ράχη του αλόγου του.

«Στάσου», ακούστηκε μια παιδική φωνή. «Πάρτο. Για το μωρό».

Ο καβαλάρης πήρε το σκουφί από τα χέρια του παιδιού, το χάιδεψε στο κεφάλι και κίνησε να συναντήσει έξω από το χωριό τους συγχωριανούς του.

Ο θρύλος λέει πως πολλά χρόνια αργότερα ξέσπασε πόλεμος ανάμεσα στους ντόπιους και τους ξένους γιατί οι ντόποιοι ήθελαν το νερό του ποταμιού μόνο για τον εαυτό τους.

Μάλλον η πράξη του παιδιού να δωρίσει το σκουφί στον καβαλάρη δεν βρήκε μιμητές στους συνομήλικούς του.

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , ,

Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος

Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Σ.Σ

Η παρακάτω ιστορία είναι φανταστική. Κάθε ομοιότητα με πραγματικά γεγονότα και περιστατικά είναι τελείως συμπτωματική.

Το ξυπνητήρι χτύπησε ακριβώς στις 5:30 το πρωί. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Κάθε που ο Μπάμπης είχε πρωινή βάρδια εκείνο έδειχνε απίστευτη συνέπεια στη δουλειά του. Όπως κι ο Μπάμπης. Στις 6:30 ακριβώς έπιανε δουλειά. Δεν είχε αργήσει ούτε μία φορά. Δεν έλλειψε ούτε μία μέρα τα τελευταία τέσσερα χρόνια, από τότε που έπιασε δουλειά, δηλαδή, στο διυλιστήριο.

Κανά δυο φορές που έτυχε να αρρωστήσει-όχι τίποτα το σοβαρό, κάποια κρυολογήματα που του ανέβασαν τον πυρετό-δεν ζήτησε άδεια. Άλλωστε, του είχε πει ο υπεύθυνος του τομέα του πως στα αφεντικά δεν άρεσαν και πολύ οι εργάτες που αρρωσταίνουν συχνά.

Ακολουθώντας το συνηθισμένο πρωινό «τελετουργικό», ο Μπάμπης βρέθηκε μετά από λίγη ώρα στη στάση περιμένοντας το λεωφορείο της γραμμής που θα τον πήγαινε έξω από την πύλη του διυλιστηρίου. Περίπου μισή δρόμος, ότι πρέπει για σκέψη, προγραμματισμό και όνειρα.

Ναι, όνειρα. Γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι κάτω από τέτοιες συνθήκες ονειρεύονται. Στο λεωφορείο, στο διάλλειμα της δουλειάς, την ώρα που πίνουν τον καφέ τους ή την ώρα που ανακατεύουν με κρασί τα «αχ», τα «πότε», τα «γιατί» και τα δάκρυά τους.

Καθισμένος σε μια θέση του λεωφορείου, χωρίς να το θέλει-λες και το μυαλό ρωτάει-σκέφτηκε τη Μάνια, την καλή του. Έξι χρόνια μαζί. Έξι χρόνια ο ένας για τον άλλον. Με τα καλά και με τα δύσκολα. Με τις έντονες καταιγίδες και τις ατέλειωτες λιακάδες. Με υπομονή και θέληση και με αγάπη που έμοιαζε ανίκητη.

«Μην πας σε παρακαλώ στο διυλιστήριο», του είχε πει πριν από 4 χρόνια όταν της ανακοίνωσε πως βρήκε δουλειά στα «πετρέλαια».

«Είναι βαριά δουλειά. Άσε που είναι και επικίνδυνη. Τόσα ατυχήματα γίνονται. Δεν έχεις ακούσει τίποτα εσύ;».

«Μην ανησυχείς», της είχε πει εκείνος. «Παίρνουν μέτρα προστασίας τώρα. Δεν είναι όπως παλιά και ο μισθός είναι καλός. Άλλωστε, πώς αλλιώς θα μπορέσουμε να πάρουμε κι εκείνη τη βάρκα που λέγαμε; ¨Μάνια¨ θα τη βαφτίσουμε. Έτσι; Θα είναι γαλαζοπράσινη σαν τα μάτια σου».

«Τα ξέρω τα μέτρα προστασίας τους. Μόνο στα χαρτιά. Τα γεύτηκε κι ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου. Μήπως το ξέχασες;».

Το λεωφορείο άνοιξε τις πόρτες του. «ΣΤΑΣΗ ΔΙΥΛΙΣΤΗΡΙΟ». Καμιά εικοσαριά νοματέοι κατέβηκαν. Όλοι τους εργάτες στα «πετρέλαια». Ανάμεσά τους κι ο Μπάμπης.

«Καλημέρα ρε Κωστή! Τι κάνει ο γιος σου; Παίζετε καμιά μπαλίτσα; Παντρεύτηκε μωρέ ή ακόμα;».

«Άστα. Μας ξενύχτησε πάλι. Να βγάλει επιτέλους τα δόντια του να ηρεμήσουμε κι εμείς κι αυτός».

Οι μηχανές δούλευαν στο φουλ. Ασταμάτητα. Φόρεσαν τα κράνη τους, υπέγραψαν την ώρα προσέλευσης και ο καθένας στο πόστο του. Μηχανές και οι ίδιοι, τέλεια προγραμματισμένες με σάρκα και οστά.

Κι όμως κάτι έτρεχε. Κάτι αδιευκρίνιστο. Πλανιόταν στον, βαρύ από τη μυρωδιά των υδρογονανθράκων, αέρα και τρυπούσε τα σωθικά. Φαινόταν στα ανήσυχα μάτια των εργατών και στις νευρικές τους κινήσεις. Το΄νιωσε κι ο Μπάμπης.

«Τι έγινε μάστορα; Συμβαίνει κάτι;», ρώτησε με μια μικρή ανησυχία ο Μπάμπης το Νικήτα, τον αρχιμηχανικό της βάρδιας του.

«Τίποτα μικρέ. Όσο έχεις εσύ το μάστορα δίπλα σου μη στενοχωριέσαι για τίποτα», του απάντησε χαμογελώντας ο Νικήτας.

Όμως, ακόμα και το χαμόγελό του Νικήτα, σφιγμένο και αγχωμένο έδειχνε πως κάτι δεν πήγαινε καλά.

«Νικήτα, δε με πείθεις», επέμεινε ο Μπάμπης.

Ο Νικήτας τον πλησίασε, έβγαλε το κράνος του και σκούπισε τα ιδρωμένα του μαλλιά.

«Να μωρέ. Εκείνη η γαμημένη η βαλβίδα ασφαλείας στον αγωγό του μεθανίου. Κόλλησε πάλι στη βραδινή βάρδια. Αν δεν το είχε πάρει χαμπάρι ο Γιάννης, για δύο λεπτά μιλάμε, θα είχε γίνει εδώ ολοκαύτωμα. Ευτυχώς με ειδοποίησε και τελευταία στιγμή πρόλαβα και σταμάτησα την παροχή. Γι΄αυτό είμαι ακόμα εδώ κι ούτε που ξέρω πότε θα φύγω σήμερα. Άστα. Θυμήθηκα το μεγάλο ατύχημα πριν από 10 χρόνια. Έξι άνθρωποι νεκροί και τρεις σε μόνιμη αναπηρία.  Τους είπα να σταματήσουμε την παραγωγή σ΄εκείνη τη μονάδα αλλά ούτε που να το ακούσουν. Τρέχουν οι παραγγελίες μου είπαν τα μεγάλα αφεντικά. Έκανα τώρα μια πατέντα και λειτουργεί. Δεν ξέρω όμως για πόσο. Έτσι μου΄ρχεται να σηκωθώ και να φύγω. Θα γίνει καμιά στραβή και θα το΄χω βάρος στη συνείδησή μου».

«Καλά ρε μάστορα. Δυο χρόνια τώρα ακούω γι’ αυτή τη κωλοβαλβίδα. Εφιάλτης κατάντησε. Γιατί δεν την αλλά ζουν που να πάρει η ευχή;».

«Γιατί κοστίζει μικρέ. Δεν είναι μόνο η βαλβίδα. Θέλει ξήλωμα όλος ο αγωγός και αντικατάσταση και ότι κοστίζει προκαλεί αλλεργία στα αφεντικά. Άσε που θα μειωθεί η παραγωγή στο 1/3 μέχρι να ολοκληρωθούν οι εργασίες. Και οι παραγγελίες τρέχουν».

«Κοστίζει; Μόνο οι άγκυρες στην καινούργια τους θαλαμηγό κοστίζουν περισσότερο».

«Άντε, τράβα τώρα και μη σκοτίζεσαι. Θα’ χω το νου μου κι εγώ. Να προσέχετε κι εσείς όμως. Έτσι; Άντε παλικάρι μου. Καλή δύναμη. Κι ο Θεός βοηθός».

Την τελευταία παράκληση, ο Μπάμπης δεν την άκουσε. Ο Νικήτας την είπε ψιθυριστά. Σχεδόν αθόρυβα…

Εν τω μεταξύ, στα κεντρικά γραφεία των ιδιοκτητών του διυλιστηρίου, στον τελευταίο όροφο έφτανε στο τέλος της η έκτακτη συνεδρίαση του ΔΣ. Η βλάβη στη βαλβίδα με ότι μπορούσε να ακολουθήσει θορύβησε πάρα πολύ τους ιδιοκτήτες. Ακούστηκαν κάποιες προτάσεις για σταμάτημα της λειτουργίας της προβληματικής μονάδας και άμεση έναρξη εργασιών αποκατάστασης, μπροστά στον διαφαινόμενο κίνδυνο ενός ατυχήματος με απρόβλεπτες συνέπειες.

Τα μεγάλα αφεντικά τις απέρριψαν. Τα διαφυγόντα κέρδη θα ήταν μεγάλα. Τις παραγγελίες θα τις έπαιρναν άλλοι και οι εποχές δεν σήκωναν τέτοια ρίσκα.

Ο κύβος ερρίφθη. Η λειτουργία θα συνεχιζόταν με δύο αρχιμηχανικούς σε κάθε βάρδια για καλύτερη εποπτεία και άμεση, αν χρειαζόταν, αντίδραση.

Όλα αυτά μέχρι που χτύπησε το κινητό του προέδρου. Αυτό που άκουσε τον έκανε να χάσει προς στιγμήν τη λαλιά του.

«Ανοίξτε την τηλεόραση να δούμε. Έγινε έκρηξη στο διυλιστήριο», είπε με παγωμένη φωνή.

«Μόλις πριν από λίγο σημειώθηκε έκρηξη στο διυλιστήριο. Οι πρώτες πληροφορίες, κάνουν λόγο για 4 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες. Για κάθε νεώτερο θα διακόπτουμε τη ροή του προγράμματος με έκτακτες συνδέσεις», είπε ο εκφωνητής του καναλιού.

«Πάρτε τους τηλέφωνο και πείτε τους να το τρενάρουν όσο μπορούν. Ειδοποιείστε να ετοιμάσουν το αεροπλάνο. Φεύγουμε για Ζυρίχη»,διέταξε ο πρόεδρος και σηκώθηκε από την καρέκλα του βρίζοντας.

Η έκρηξη ήταν τόσο μεγάλη που συγκλόνισε την περιοχή γύρω από το διυλιστήριο. Μαύροι καπνοί άρχισαν να καλύπτουν τον ουρανό. Κόσμος πολύς άρχισε σιγά-σιγά να μαζεύεται έξω από το εργοστάσιο. Η πυροσβεστική και τα πρώτα ασθενοφόρα άρχισαν να καταφτάνουν μαζί με τους συγγενείς των εργατών που κατοικούσαν στις γύρω περιοχές.

Το διυλιστήριο, σταμάτησε τη λειτουργία του. Το νέο μαθεύτηκε και στα άλλα διυλιστήρια της ευρύτερης περιοχής. Η αντίδραση των εργαζομένων σ΄αυτά ήταν άμεση. Κατέβασαν τις διακόπτες, παράτησαν τα κράνη τους και με κάθε μέσο προσπαθούσαν να φτάσουν στον τόπο του ατυχήματος.

«Δεν ήταν ατύχημα. Ήταν φόνος εκ προμελέτης» ακούστηκε δυνατά μια φωνή έξω από την πύλη του διυλιστηρίου.

Στους γύρω δρόμους επικρατούσε πραγματικό κομφούζιο. Δημοσιογράφοι και τηλεοπτικά συνεργεία προσπαθούσαν να πλησιάσουν αλλά ήταν σχεδόν αδύνατο να το καταφέρουν.

Το τηλέφωνο της κυρά-Μυρσίνης, της μάνας του Μπάμπη, χτυπούσε επίμονα.

«Ποιος να΄ναι τέτοια ώρα; Θα μου καεί το φαΐ», μονολόγησε καθώς σήκωνε το τηλέφωνο.

Ήταν η Μάνια. Με τρεμάμενη φωνή της ανακοίνωσε το δυσάρεστο. Το ακουστικό της έπεσε από τα χέρια. Μάταια προσπαθούσε η Μάνια, φωνάζοντας, να επικοινωνήσει μαζί της.

Η κυρά-Μυρσίνη, πέρασε από την κουζίνα, έσβησε το φαγητό, έβαλε στην τσάντα της μια φωτογραφία του γιου της και βγήκε σα χαμένη από το σπίτι.

Πλέον, όλα τα κανάλια είχαν ζωντανή σύνδεση με τον τόπο του ατυχήματος. Μαρτυρίες διάφορες από παρευρισκόμενους έδιναν κι έπαιρναν.

Άρχισαν και οι πρώτες δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων.

Εργαζόμενοι από άλλα διυλιστήρια έφταναν σιγά-σιγά και η φράση «κάτι πρέπει να κάνουμε», έτρεχε από στόμα σε στόμα.

«Γενική απεργία», «Κατάληψη παντού», «Να λογοδοτήσουν οι ένοχοι», ήταν μερικές από τις κραυγές οργής που άρχισαν να ακούγονται.

«Κάντε στην άκρη να περάσουν οι πυροσβέστες», ακούστηκε μια φωνή μέσα από το διυλιστήριο.

Σιωπή απλώθηκε παντού καθώς, πυροσβέστες κουβαλούσαν σε φορεία εργάτες μέσα από τον τόπο του ατυχήματος. Κανείς δεν μπορούσε ακόμα να ξέρει αν ζούσαν ή είχαν πεθάνει.

Μια αλαφιασμένη ηλικιωμένη γυναίκα, κρατώντας μια φωτογραφία στον κόρφο της προσπαθούσε σπρώχνοντας και φωνάζοντας να πλησιάσει στην πύλη.

«Αφήστε να περάσω. Είναι ο γιος μου εκεί μέσα. Κάντε στην άκρη σας λέω».

Οι πυροσβέστες άφησαν τα φορεία έξω από την πύλη, δίπλα στα ασθενοφόρα και ξαναμπήκαν μέσα.

Η κυρά-Μυρσίνη επιτέλους έφτασε κοντά. Το βλέμμα της καρφώθηκε στο ακριανό φορείο. Τρικλίζοντας, με τα χέρια κατεβασμένα, κρατώντας σφιχτά στο ένα της χέρι τη φωτογραφία, έφτασε κοντά στο φορείο.

Κανείς μέχρι τότε δεν είχε ξανακούσει τέτοια κραυγή, σαν αυτή που έβγαλε η δόλια η μάνα, αντικρίζοντας πάνω στο φορείο τον μισοκαμένο γιο της.

Όλοι σώπασαν για να ακούσουν το μοιρολόι της.

«Κόκκινο γαρούφαλλό μου/γιατί μ΄άφηκες;

Γω σε πότιζα με δάκρυ/και μαράθηκες.

Γω σε πότιζα με δάκρυ/και μαράθηκες».

Ένα χέρι ένιωσε να την ακουμπά και να προσπαθεί να τη σηκώσει. Η Μάνια, μάταια προσπαθούσε, κλαίγοντας κι εκείνη, να την απομακρύνει.

Η κυρά_Μυρσίνη, σκούπισε τα δάκρυά της, άφησε τη φωτογραφία πάνω στο νεκρό παιδί της και σηκώθηκε όρθια.

«Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος», είπε και απομακρύνθηκε στηριζόμενη στον ώμο της Μάνιας.

Πλέον, ούτε έβλεπε ούτε άκουγε τους ανθρώπους γύρω της. Άλλοι έβριζαν, άλλοι σκορπούσαν απειλές και κατάρες. Εκείνη πλέον δε ζούσε. Μόνο ανέπνεε.

Η κυρά-Μυρσίνη, πέθανε μαζί με το γιο της…

 

Ετικέτες: , , , ,

Κι όμως θα χορέψουμε πάλι «μοσχοβολούν οι γειτονιές»

Κι όμως θα χορέψουμε πάλι «μοσχοβολούν οι γειτονιές»

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Πώς να χορέψεις πάλι «μοσχοβολούν οι γειτονιές»;

Μοσχοβολούν ακόμα;

Δεν θα είναι τα πόδια βαριά;

Δεν θα ξεφεύγουν από το ρυθμό;

Δεν θα ντρέπονται οι νότες να αναδυθούν και να ταξιδέψουν;

Κι αν ακόμη φτάσουν στο αυτί, θα προκαλούν ανατριχίλα;

Άντε βρε Γιάννη κι εσύ Μανώλη, Τάσο, Νίκο, πιάστε τις λέξεις και κάντε τις ποιήματα και βάλτε φωτιά στις καρδιές να ζεσταθούν οι άνθρωποι όπως έκανε πριν από σας ο Ρίτσος, ο Αναγνωστάκης, ο Λειβαδίτης κι ο Καββαδίας.

Κι εσύ Μάρκο, Βασίλη, Μάνο και Γιάννη αρπάξτε τις νότες και ζωγραφίστε τραγούδια όμορφα στο φράχτη του πενταγράμμου μπας και πάρουν φωτιά τα μυαλά μας και φωτίσει πάλι ο κόσμος όλος όπως έκανε πριν από σας ο Βαμβακάρης, ο Τσιτσάνης, ο Λοΐζος κι ο Μαρκόπουλος.

Γιατί πώς θα είναι η ζωή χωρίς ποιήματα και τραγούδια;

Υπάρχει φως χωρίς αυτά;

Το σκοτάδι και το μίσος δεν αντέχουν ούτε τις λέξεις ούτε τις νότες.

Τα φίδια δεν βλέπουν φως, ζουν στο σκοτάδι.

Μόνο σέρνονται και δαγκώνουν, δαγκώνουν και χύνουν το δηλητήριο και μετά κρύβονται στις τρύπες τους.

Ποτέ τα φίδια δεν έβγαλαν έναν ποιητή, ποτέ το σκοτάδι δε γέννησε ένα τραγούδι.

Δεν θέλει πολύ ο άνθρωπος, έτσι μικρός που είναι στην αρχή, να πάρει μπόι και να ψηλώσει.

Μια πράξη ασύλληπτη, μια «αποκοτιά» κι αυτό ήταν. Το μπόι του μεγαλώνει και γίνεται δυνατός, έτοιμος και βουνά να γκρεμίσει.

Κι ας είναι δαρμένος, ματωμένος, νηστικός κι ας μοιάζει αδύναμος κι ανήμπορος.

Ένα «δεν συμμορφώνομαι» και ατέλειωτο κουράγιο είναι αρκετά.

Δεν θέλει πολύ ο άνθρωπος, έτσι μεγάλος που έγινε, να μικρύνει.

Μια πράξη ακατανόητη, μια «αποκοτιά» κι αυτό ήταν. Το μπόι που απέκτησε το χάνει και γίνεται αδύναμος, ανήμπορος ακόμη και να δει το φως του ήλιου.

Κι ας είναι μέγας, τρανός, διάσημος, αποδεκτός κι ας μοιάζει θεός ότι είναι.

Ένα «συμμορφώνομαι» κι ατέλειωτη λησμονιά για το σεβασμό που κέρδισε, είναι αρκετά.

Ας είναι…

Θα έρθει εκείνη η ώρα, βραδάκι θα είναι καλοκαιρινό που θα χορέψεις πάλι «μοσχοβολούν οι γειτονιές βασιλικό κι ασβέστη» γιατί θα μοσχοβολήσουν τόσο που θα μεθύσεις από τη μυρωδιά τους.

Και τα πόδια θα πιάσουν πάλι το ρυθμό.

Κι οι νότες θα αναδύονται με όλη την ομορφιά τους χωρίς ντροπή.

Κι η ψυχή θα ανεβαίνει στα ουράνια.

Και θα στριφογυρίζεις γεμάτος ανατριχίλα με τα χέρια ανοιχτά.

Πάντα έτσι γίνεται.

Πάντα θα υπάρχουν ανθρώπινες πράξεις που θα γεννάνε ποιητές και μελωδούς.

Γι’ αυτές γράφονται τα ποιήματα, γι’ αυτές και τα τραγούδια.

Αυτές γράφουν τα ποιήματα, αυτές και τα τραγούδια.

 

Σε όλους τους υπόλοιπους που τίμησαν μέχρι τέλους τον σεβασμό που κέρδισαν με το αίμα τους.

 

Ετικέτες: , , , , ,

Τότε που ήταν όλα δύσκολα

Τότε που ήταν όλα δύσκολα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Δεκαετία του ’60.
Σε καφενείο της παλιάς αγοράς στη μικρή επαρχιακή πόλη, δυο-τρεις παρέες οικοδόμων ακούνε ρεμπέτικα και λαϊκά στο τζουκ μποξ.

Σάββατο απόγευμα βλέπεις, ημέρα πληρωμής, πλησιάζουν και Χριστούγεννα και τα λεφτά λιγοστά και μετρημένα.

Τα καραφάκια κι αυτά μετρημένα, ίσα-ίσα για το κέφι. Οι κουβέντες, λιγοστές κι αυτές όπως σε όλες τις συναθροίσεις αυτού του είδους. Πάνω απ’όλα τα λόγια και οι μελωδίες των τραγουδιών, πάνω απ’όλα το συναίσθημα.

Κάπου-κάπου, όταν το μεράκι ξεχείλιζε, κατέβαινε στα πόδια και γινόταν ζεϊμπέκικο. Εκείνο το απλό και απέριττο λίκνισμα των ψυχών που ενώνει τη γη με τους ανθρώπους και τον ουρανό.

Ήταν και οι ψυχές έτοιμες. Σαν δε θέλει η ψυχή κανένας λόγος και καμιά μελωδία δεν μπορεί να την αγγίξει.

Μα και οι καταστάσεις πολύ δύσκολες. Φορτίο βαρύ κουβαλούσαν όλοι τους καθημερινά για να τα φέρουν βόλτα κι η ξενιτιά πλανιόταν πάνω από τα κεφάλια τους σαν ακονισμένο σπαθί που σφύριζε απειλητικά.

Κι είχες και τους παρακρατικούς και τους ασφαλίτες να τρομοκρατούν ξεδιάντροπα όποιον είχε «ύποπτη» συμπεριφορά.

Οι χαφιέδες ήταν στα πάνω τους νομίζοντας, οι ανόητοι, πως θα είχαν παντοτινή ασυλία.

Όλα τα λεμόνια έτσι σκέφτονται πριν καταλήξουν λεμονόκουπες στημένες.  Ένας ψευτόμαγκας ασφαλίτης, γνωστός στην πιάτσα, μπαίνει με ύφος στρατηγού, στέκεται κάποιες στιγμές και πάει και κλείνει το τζουκμπόξ.
«Δε μου αρέσουν αυτά τα άσματα, δεν είναι ποιοτικά» λέει και πάει και κάθεται μόνος σε μια γωνία περιμένοντας να παραγγείλει.

Ο καφετζής αργοπορεί επιδεικτικά.

Μεγάλη προσβολή να διακόπτεις το τραγούδι που ακούει η παρέα χωρίς την άδειά της. Νόμος άγραφος σα να λέμε ανώτερος.
Ένας νεαρός σηκώνεται και πάει και βάζει στο τζουκ μποξ το γνωστό: Τούτοι οι μπάτσοι που’ ρθαν τώρα.
Οι υπόλοιποι είναι σε ετοιμότητα καθώς τέτοια περιστατικά, έτσι για σπάσιμο που λένε, ήταν πολύ συχνά.
Ο ασφαλίτης βλέπει ότι δεν τον παίρνει για πολλά-πολλά. Σηκώνεται και φεύγει τσαντισμένος κλωτσώντας μια καρέκλα στο πέρασμά του και κλείνοντας με δύναμη την πόρτα του καφενείου φεύγοντας.
Πίσω στο καφενείο όλοι τραγουδούν το μη «ποιοτικό άσμα» και πανηγυρίζουν.

Ο καφετζής κερνάει από μία γύρα τους θαμώνες απλώνοντας τα πυκνά του μουστάκια γεμάτος ευχαρίστηση και στέλνοντας στο διάολο τον ασφαλίτη.

Ήταν μέρες Χριστουγέννων όπως μου είπε κάποιος που ήταν τότε παρών και τώρα … λείπει.

Το ίδιο βράδυ τα σπίτια μερικών από τους θαμώνες δέχτηκαν τις γνωστές «φιλικές» επισκέψεις. Χτυπήματα στις πόρτες και απειλές από άγνωστες σκιές του σκοταδιού που κρύβονταν στο φως της μέρας για να μην καούν.

Όπως ακριβώς και οι βρυκόλακες.

 

Ετικέτες: , , , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: