RSS

Tag Archives: Χρήστος Κυργιάκης

Τα καλοκαίρια που τολμήσαμε

Τα καλοκαίρια που τολμήσαμε

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Τελευταία μέρα σχολείου, τελευταίο μάθημα, τελευταία ώρα.

Καλό καλοκαίρι παιδιά, καλές διακοπές.”

Τι σου είναι όμως το μυαλό!

Στην ίδια ευχή ήρθε και ξαπόστασε το άτιμο και με γύρισε πίσω στα δικά μου μαθητικά χρόνια. Τότε που το κουδούνι ήταν χειροκίνητο και όχι ηλεκτρικό.

Όλη η παλιοπαρέα έτοιμη για παιχνίδι ατελείωτο μα και για δουλειά στα χωράφια όταν χρειαζόταν. Και βέβαια δεν ξεχνούσαμε την απαραίτητη “συγκομιδή”.

Πρώτα περνούσαμε από τη γιαγιά τη Γιώργαινα. Μια γιαγιά καλοσυνάτη και δοτική.

Γιαγιά να πάρουμε λίγα κορόμηλα;”

Όσα θέλετε παιδιά μου. Πάρτε και αχλάδια. Μόνο αφήστε λίγα και σε μένα γιατί τα ρημάδια τα ποδάρια δεν μ’ αφήνουν να πάω να τα μαζέψω”.

Γεμίζαμε τα σουρκόφια μας και της τα πηγαίναμε. Κρατούσαμε δυο-τρία ο καθένας μας και τα υπόλοιπα της τα αφήναμε.

Τι να τα κάνω τόσα πολλά παιδιά μου; Σάματις έχω και δόντια να τα φάω;”

Μετά κοιταζόμασταν συνωμοτικά και πηγαίναμε για το σπίτι του κυρ-Θόδωρου. Ήταν ο πλούσιος του χωριού. Κανείς μας δεν τον είδε ποτέ να δουλεύει. Είχε βρει λίρες, κατοχικές τις έλεγαν στο καφενείο, αλλά εμείς δεν ξέραμε τι σημαίνει. Αγόρασε χωράφια πολλά και δάνειζε στους συγχωριανούς. Όσοι δεν μπορούσαν να ξεχρεώσουν τους έπαιρνε το χωράφι και μετά τους έβαζε να δουλεύουν για κείνον.

Τοκογλύφο” τον έλεγαν πίσω από την πλάτη του αλλά και κατάμουτρα μερικοί που τσακώνονταν μαζί του όταν τους ζητούσε πίσω τα δανεικά και τα πανωτόκια.

Βουρ για του τοκογλύφου λοιπόν. Το σπίτι του ήταν μεγάλο με μάντρα γύρω-γύρω και μέσα δυο σκυλιά μαύρα. Το ένα το’ χε δεμένο και γάβγιζε ακόμα και τη μύγα που πετούσε. Το άλλο, ο Μάρκος, ήταν κι αυτό ζόρικο μα εμείς το κάναμε φίλο. Του δίναμε νερό και κανένα κόκκαλο που και που.

Του ζητήσαμε του τοκογλύφου να μας αφήσει να κόψουμε λίγα φρούτα που ήταν γεμάτος ο κήπος του αλλά μας διαολόστειλε. Θα μας κόψει τα πόδια, είπε, αν τολμήσουμε και αγγίξουμε έστω και ένα φρούτο.

Κι όμως τολμήσαμε.

Με το που έφυγε για την πόλη πηδήσαμε τη μάντρα, πετάξαμε στο Μάρκο ένα κόκκαλο και δεν έμεινε φρούτο για φρούτο στα δέντρα. Λες και πέρασαν ακρίδες.

Το άλλο το θηρίο αλυχτούσε κι έλεγες θα φάει την αλυσίδα. Φεύγοντας του αφήσαμε λίγα “λάφυρα” στην πόρτα του σπιτιού του έτσι για να τον τσιγκλίσουμε.

Όχι μόνο τολμήσαμε αλλά το κάναμε κιόλας.

Μόνο εγκεφαλικό δεν έπαθε ο τσιφούτης. Έβριζε και κλωτσούσε ότι έβρισκε μπροστά του. Το λυσσασμένο σκυλί μάζεψε τις περισσότερες.

Ρε σεις, γιατί δεν πάμε στου παπά να του ζητήσουμε;” τους λέω μια μέρα.

Σιγά μη μας δώσει.”

Θα μας δώσει. Του Χριστού είναι. Δεν θυμάσαι στα θρησκευτικά που έλεγε ο Χριστός όποιος έχει δύο χιτώνες να δίνει τον έναν;”

Για χιτώνες έλεγε όχι για φρούτα”.

Πήγαμε λοιπόν στον παπά. Το και το του λέω.

Θα σας έδινα αλλά θα’ ρθει η αγγόνα μου από την πόλη τα θέλω για κείνη”.

Και ο Χριστός με τους δύο χιτώνες;”, του λέω!

Άλλο χιτώνες κι άλλο φρούτα”, μου απαντάει.

Το είπα. Δεν το είπα;” πετάχτηκε θριαμβευτικά ο φίλος μου.

Μου ‘ρθε ο ουρανός σφοντύλι. Καλά ο τοκογλύφος ήταν άνθρωπος του χρήματος, ο παππάς όμως; Άνθρωπος του θεού σου λέει μετά. Από τότε δεν ξαναμπήκα στην εκκλησία. Μόνο απ’ έξω περνούσα και χάζευα τα λελέκια στο καμπαναριό.

Τα βράδια όλη η παρέα μαζευόμασταν στον φτελιά της πλατείας κάτω από τ’ αστέρια, βγάζαμε τα όνειρα από τι ψυχές μας και τα στρώναμε χάμω.

Όλοι θα γινόμασταν σπουδαίοι και τρανοί. Δάσκαλοι, γιατροί, αγρότες, μηχανουργοί, αεροπόροι, ταχυδρόμοι… Δώσαμε όρκο να μη γίνει κανένας μας “τοκογλύφος” και παπάς. Μόνο δύο έμειναν στο χωριό. Οι υπόλοιποι όλοι φευγάτοι. ”Ένεκα η εσωτερική και εξωτερική μετανάστευσις” που ‘λεγε κι ο πρόεδρος του χωριού.

Κάποιοι ξανασμίξαμε κάτω από τα ίδια πανό διεκδικώντας τους “καρπούς” που μας στέρησαν στα χρόνια που ακολούθησαν κυνηγώντας με πάθος τα όνειρά μας.

Οι τοκογλύφοι ονομάστηκαν και τραπεζίτες, η εκκλησία απέκτησε ηλεκτρονική πλατφόρμα για να τα καταφέρνει καλύτερα με τους χιτώνες και ο αγώνας για δίκαιη μοιρασιά των φρούτων συνεχίζεται χωρίς σταματημό μέχρι να γκρεμιστούν όλες οι μάντρες και τα λυσσασμένα σκυλιά να εκλείψουν.

Κάποιοι, εξακολουθούν τα βράδια, κάτω από τ’ αστέρια, να βγάζουν τα όνειρα από τις ψυχές τους και να τα στρώνουν χάμω για να θυμίζουν σε όλους πως τίποτα δεν τελειώνει σαν κάνεις όνειρα και προσπαθείς να τα πραγματοποιήσεις. Φτάνει μόνο να μην αναθέσεις σε άλλους να στα υλοποιήσουν.

Φτάνει μόνο να τολμήσεις.

Η φωνή των συναδέλφων που έφευγαν από το σχολείο με επανέφερε στο τώρα.

Τι έγινε; Έπαθες τίποτα;”

Όχι κατεβαίνω. Απλά, ξεσκόνιζα κάτι αναμνήσεις καλοκαιρινές…”

Advertisements
 

Ετικέτες: , , , ,

Ως εδώ;

Ως εδώ;

Ως εδώ;

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Κάποτε σε μια στιγμή της ιστορίας σε κοίταξαν στα μάτια και σου είπαν ότι αν δουλέψεις σκληρά θα δεις κάποτε άσπρη μέρα. Σου έκρυψαν ότι έπρεπε να δουλέψεις σκληρά γι’ αυτούς τους ίδιους.

Σου είπαν πως θα σου δώσουν δουλειά για να έχεις επιτέλους κι εσύ ένα κομμάτι ψωμί. Σου έκρυψαν ότι εκείνοι θα είχαν κοφίνια ολόκληρα γεμάτα καρβέλια με ψωμιά.

Σου είπαν πως αυτοί είχαν τα εργαλεία, τα χωράφια, τα σπίτια και τα εργοστάσια και πως θα έπρεπε να πας στη δούλεψή τους για να μπορέσεις κάποια στιγμή να χτίσεις τη δική σου καλύβα και να έχεις ολόδικά σου δυο μέτρα ολόκληρα γης. Σου έκρυψαν πως με τον κόπο σου εκείνοι θα έχτιζαν κάστρα και θα σε βάζαν να πολεμήσεις για να τα υπερασπιστείς.

Σου είπαν πως θα έπρεπε να κάνεις οικογένεια, παιδιά, να φτιάξεις το δικό σου σόι γιατί μόνος του ο άνθρωπος δεν κάνει ούτε στον παράδεισο. Σου έκρυψαν πως τα παιδιά σου και τους συγγενείς σου τους είχαν ανάγκη μεγάλη για να αβγατίζουν το βιος τους και να γίνονται ισχυρότεροι.

Σου είπαν πως πρέπει αυτοί να εξουσιάζουν γιατί είναι δυνατοί, γνωρίζουν τα πράγματα και δεν φοβούνται τίποτα και κανέναν. Εσύ πρέπει να υποκύψεις στις επιθυμίες τους, πρέπει να φοβάσαι γιατί μόνος σου δεν μπορείς να τα βάλεις μαζί τους. Σου έκρυψαν πως μαζί με άλλους μπορείς να τους σαρώσεις, να τους γκρεμίσεις και να πάρεις εσύ την εξουσία. Φτάνει να το πιστέψεις και να το θελήσεις.

Σου είπαν πως θα φτιάξουν κανόνες δίκαιους, νόμους τους ονόμασαν, για να τους ακολουθείς. Δεν πρέπει να τους παραβιάζεις γιατί θα σε τιμωρούν. Σου έκρυψαν πως οι δίκαιοι νόμοι υπερασπίζονταν το δικό τους δίκιο και όχι το δικό σου. Το δικό σου δίκιο συγκρούεται με το δικό τους.

Σου έδωσαν και πολιτεύματα πολλά για να διαλέγεις με ποιο θέλεις να σε διαφεντεύουν καλύτερα. Σου έκρυψαν πως μέσα σ’αυτά δεν υπάρχει κάποιο που να διαφεντεύεις πραγματικά εσύ και οι όμοιοί σου που είστε και περισσότεροι.

Σου είπαν πως πρέπει να πιστεύεις στον δικό σου θεό, να ζεις στη δική σου πατρίδα, να ακολουθείς τη δική σου ομάδα αλλά να ασπάζεσαι τη δική τους ιδεολογία. Σου έκρυψαν πως οι ίδιοι δεν έχουν πατρίδα, έχουν κοινή ιδεολογία και μοναδικό θεό το κέρδος.

Σου είπαν πως δεν πρέπει να ονειρεύεσαι, να ερωτεύεσαι, να γράφεις τραγούδια και ποιήματα γιατί δεν είναι αυτή η δουλειά σου. Σου έκρυψαν πως τα πιο όμορφα τραγούδια και ποιήματα γράφτηκαν από εσένα και τους όμοιούς σου.

Κάποτε σε μια στιγμή της ιστορίας βρήκες το θάρρος, εσύ και οι όμοιοί σου, και τους κοίταξες στα μάτια. Κατάλαβες πως δεν είναι ατρόμητοι. Σε φοβήθηκαν για λίγο και το έβαλαν στα πόδια. Νόμισες πως έφυγαν για πάντα. Λάθος μεγάλο που το πλήρωσες και το πληρώνεις εσύ και οι όμοιοί σου.

Και τώρα απογοητευμένος γυροφέρνεις στις ξεχασμένες πλατείες έχοντας φορέσει όλους τους φόβους σου.

Φαίνεται πως για κάτι προετοιμάζεσαι.

Για μια ακόμη ήττα ή για ένα νέο “Ως εδώ”;

 

Ετικέτες: , , , ,

Ο σχολικός διευθυντής του μέλλοντος

Ο σχολικός διευθυντής του μέλλοντος

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

– Καλημέρα σας κύριε διευθυντά.
– Καλημέρα κύριε υφιστάμενε.
– Μπορώ να σας κοιτώ στα μάτια; Το επιτρέπει ο νόμος;
– Δυστυχώς υφιστάμενε ή μάλλον ευτυχώς, δεν το επιτρέπει. Μέχρι το πηγούνι ορίζει ο νόμος κι αυτό σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Δεν φταίω εγώ υφιστάμενέ μου. Ο νόμος δεν σε θεωρεί ισάξιό μου. Εσύ μπορείς μόνο να με περιγράφεις.
Ας πούμε, πώς σου φαίνεται το καινούριο μου πουκάμισο; Νομίζω ταιριάζει τέλεια με τη γραβάτα και φυσικά το άρωμα που φοράω.
– Μπορώ να σας απαντήσω κύριε διευθυντά ή μήπως θα παρανομήσω αν το κάνω;
– Φυσικά και μπορείς υφιστάμενέ μου. Μίλα ελεύθερα, δημοκρατία έχουμε. Όμως πρόσεξε σε παρακαλώ τι θα πεις! Με την ευκαιρία, δεν θυμάμαι. Αναπληρωτής είστε ή μόνιμος;
– Για την τελευταία εγκύκλιο που μας κοινοποιήσατε ήθελα να σας ρωτήσω.
– Αγαπητέ υφιστάμενε, η εγκύκλιος είναι του υπουργείου. Εγώ απλώς σας τη μεταφέρω.
– Συμφωνείτε με το περιεχόμενό της; Ω συγνώμη, παραλίγο η ματιά μου να συναντούσε τη δική σας.
– Εννοείτε ότι συμφωνώ, αλλιώς δεν θα είχα τη θέση που έχω. Η δουλειά μου δεν είναι να διαφωνώ με τις εγκυκλίους του υπουργείου υφιστάμενέ μου αλλά να τις υλοποιώ.
Βέβαια έχω απεριόριστη ελευθερία να διαφωνήσω με το μέγεθος και τη γραμματοσειρά του κειμένου αλλά όχι με το περιεχόμενό της.
Που ακούστηκε;
Ένας καλός διευθυντής πρέπει στο εξής να είναι ένας τέλειος μάνατζερ, όπως σε μία επιχείρηση.
– Μα το σχολείο κύριε διευθυντή δεν είναι επιχείρηση.
– Δεν είναι; Και γιατί δεν είναι; Κακώς που δεν είναι. Πρέπει να γίνει. Γιατί να μη γίνει; Και προϊόν διαθέτει και εργαζόμενους και πελάτες.
– Νομίζω πως δεν είναι καθόλου έτσι.
– Έτσι ακριβώς είναι. Πάρε για παράδειγμα το δικό μου το σχολείο. Συγκρίνεται με εκείνο που βρίσκεται από την άλλη πλευρά των γραμμών; Δεν είναι καλύτερο; Όχι πες μου, δεν είναι;
– Τι εννοείτε; Σε τι είναι καλύτερο;
– Καλύτερο κτίριο, ας είναι καλά ο μπαμπάς με το χρωματοπωλείο. Καλύτερες κουρτίνες, ας είναι καλά ο μπαμπάς με το εμπορικό. Καλύτεροι πίνακες, ας είναι καλά η μαμά που δουλεύει στο Ίδρυμα Σοχράιν.
Δεν είναι τυχαίο υφιστάμενέ μου που αυτοί οι γονείς έβγαλαν τέτοια παιδιά διαμάντια.
– Τα παιδιά παντού είναι παιδιά κύριε διευθυντή. Απλώς δεν έχουν όλοι οι γονείς την ίδια οικονομική δυνατότητα και την ίδια κοινωνική επιφάνεια.
– Όχι υφιστάμενε, όχι. Υπάρχουν παιδιά και παιδιά. Είδες τα δικά μας παιδιά τη συμπεριφορά που είχαν τώρα που πήγαμε εκδρομή στην Ισπανία;
– Όχι κύριε διευθυντή δεν είδα επειδή δεν ήρθα. Αλλά ούτε όλα τα παιδιά πήγαν. Αφήστε που αν βρισκόμασταν σε άλλη περιοχή…
– Ας έρχονταν, υφιστάμενε. Ας έρχονταν. Δεν τους το απαγόρεψε κανείς. Δημοκρατία έχουμε. Δε λες ευτυχώς που δεν ήρθαν; Θα χαλούσαν την εικόνα του σχολείου. Ενώ τώρα μάλλον θα πάρουμε το πρώτο βραβείο από την περιφέρεια για την παρουσία και τη συμπεριφορά μας.
Θα γεμίσουν οι τοίχοι του σχολείου βραβεία.
Λέω να φτιάξουμε και μια αίθουσα ξεχωριστή όπως έχουν και τα μεγάλα αθλητικά σωματεία.
– Κύριε διευθυντή παραφέρεστε νομίζω. Συγνώμη και πάλι αλληθώρισε το μάτι και έφτασε στη μύτη σας.
– Φτωχέ υφιστάμενέ μου. Δεν μπορείς να καταλάβεις το όραμά μου και τα μελλοντικά μου σχέδια. Μιλάς με μάνατζερ φτωχέ μου, μιλάς με το μέλλον.
– Με το μέλλον μπορεί να μιλάω αλλά όχι του σχολείου κύριε διευθυντή μου. Αυτό δεν θα είναι το μέλλον του σχολείου όσο κι αν το επιθυμείς.
Φτωχέ διευθυντή μου! Στημένη λεμονόκουπα σε βλέπω να καταλήγεις και να λες ότι σου χρειαζόταν καημένε!

Σ.Σ

Εννοείτε ότι η ιστορία είναι φανταστική. Κάθε ομοιότητα με την πραγματικότητα είναι συμπτωματική.

 

Ετικέτες: , , ,

Ο τσοπάνης, ο λύκος, το μαντρί και τα πρόβατα

Ο τσοπάνης, ο λύκος, το μαντρί και τα πρόβατα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Δυο φορές και τρεις καιρούς, πριν από πολλά-πολλά χρόνια σε μια καταπράσινη κοιλάδα στους πρόποδες του ψηλού βουνού, ζούσαν τα πρόβατα.

Ήταν ευτυχισμένα γιατί ήταν ελεύθερα.

Έβοσκαν το χορτάρι της κοιλάδας, έπιναν το καθαρό νερό από το διπλανό ρυάκι, γεννούσαν τα αρνιά τους, τα τάιζαν με το γάλα τους και τα μεγάλωναν για να συνεχίσουν τον κύκλο της ζωής.

Τα καλοκαίρια με τις μεγάλες ζέστες, άραζαν κάτω από τους ίσκιους των φτελιάδων, τραγουδούσαν, έλεγαν ιστορίες, διάβαζαν και γενικά έκαναν ότι κάνει κάθε ξένοιαστο πρόβατο στη ζωή του.

Το χειμώνα με τα μεγάλα κρύα, είχαν το μαλλί τους να τα ζεσταίνει και τις μικρές σπηλιές στους πρόποδες του βουνού για να προφυλάσσονται από τις βροχές και τα χιόνια.

Στην άκρη της κοιλάδας είχαν χτίσει οι άνθρωποι τα σπίτια τους και έφτιαξαν ένα χωριό.

Οι άνθρωποι τα πήγαιναν καλά με τα πρόβατα. Που και που έδιναν στα πρόβατα λίγη τροφή κι εκείνα το ανταπέδιδαν με λίγο γάλα, όταν δεν το ήθελαν για τα αρνιά τους.

Κάποιοι άνθρωποι, από το σόι των τσοπαναραίων, άρχισαν να πονηρεύονται.

Σκέφτηκαν πως θα ήταν πολύ καλό γι’ αυτούς να μπορούσαν να παίρνουν από τα πρόβατα όλο το γάλα και το μαλλί και, γιατί όχι, να σφάζουν και κανένα πρόβατο για να γεμίζουν τα τραπέζια τους.

Πήγαν λοιπόν και το ζήτησαν επίσημα από τα πρόβατα.

Τα πρόβατα αρνήθηκαν χωρίς δεύτερη κουβέντα και τα κριάρια μετέφεραν στους τσοπαναραίους την απόφασή τους.

Καθόλου δεν άρεσε στους τσοπαναραίους η άρνηση αυτή. Πώς ήταν δυνατόν τα πρόβατα να αρνηθούν την πρότασή τους; Στο κάτω-κάτω πρόβατα ήταν!

Γύρισαν πίσω στο χωριό, μαζεύτηκαν στο δικό τους καφενείο και άρχισαν να καταστρώνουν σχέδια για το πώς θα καταφέρουν να πείσουν τα πρόβατα να δεχτούν να τους δίνουν τα καλούδια τους, ακόμη και να θυσιάζονται, με τη θέλησή τους.

Κάποιος πρότεινε να φτιάξουν παιδικούς σταθμούς και σχολεία για τα μικρά αρνάκια. Άλλωστε αυτό το ζητούσαν τα πρόβατα εδώ και πολλούς αιώνες. Σε αντάλλαγμα θα απαιτούσαν από τα πρόβατα γάλα, μαλλί και μια θυσία το μήνα.

Στα σχολεία θα μπορούσαν να μάθουν στα αρνιά όλα εκείνα που χρειάζονταν ώστε μεγαλώνοντας να δίνουν στους τσοπαναραίους όλα όσα θα τους ζητούσαν χωρίς αντιρρήσεις.

Ένας άλλος είπε πως θα ήταν καλό να περιφράξουν σχεδόν όλη την κοιλάδα ώστε να μην μπορούν τα πρόβατα να βόσκουν σ’ αυτήν, εκτός αν τους έδιναν γάλα, μαλλί και δύο θυσίες το μήνα.

Ακούστηκαν κι άλλες πολλές έξυπνες προτάσεις όμως όλες σταματούσαν σε κάποιο κομβικό σημείο.

Η άρνηση των προβάτων ήταν δεδομένη και δεδηλωμένη από πολύ παλιά.

Περισυλλογή έπεσε στο σόι των τσοπαναραίων μέχρι που ένας νεαρός τσοπάνης  φώναξε γελώντας πονηρά και χαιρέκακα: «Φόβος».

Του ζήτησαν να εξηγηθεί.

Τους εξήγηση πως μόνο με το φόβο θα μπορούσαν να κάμψουν την άρνηση των προβάτων.

Ναι αλλά τι θα τον προκαλούσε;

Ο νεαρός είχε έτοιμη την απάντηση.

Ο λύκος θα προκαλούσε το φόβο. Ποιος άλλος;

Να που όσα ξόδεψαν για να τον σπουδάσουν στο μεγάλο χωριό δεν πήγαν χαμένα.

Το λύκο τον είχαν χρησιμοποιήσει και οι πρόγονοι των τσοπαναραίων για να μπορέσουν να βάλουν χέρι στον πλούτο των προβάτων όμως απέτυχαν οικτρά. Όλοι γνώριζαν τον ταπεινωτικό διωγμό του λύκου από τα κριάρια ο οποίος ήταν και η αιτία που ο λύκος αποσύρθηκε στο βουνό χωρίς να ξαναενοχλήσει τα πρόβατα εδώ και πάρα μα πάρα πολλά χρόνια.

Ο νεαρός συνέχισε να εξηγεί το σχέδιό του.

Η ιστορική μνήμη των προβάτων της μεγάλης τους νίκης ενάντια στο λύκο είχε ατονήσει.

Αν ο φόβος του λύκου επικρατούσε τότε θα μπορούσαν οι τσοπαναραίοι να προτείνουν στα πρόβατα το μάντρωμα για να προστατεύονται.

Σε αντάλλαγμα θα απαιτούσαν και θα έπαιρναν το περισσότερο γάλα και μαλλί και πολλές θυσίες το μήνα. Αλλά το πιο πιθανό ήταν τα ίδια τα πρόβατα να τα πρόσφεραν χωρίς καμία αντίρρηση προκειμένου να προστατεύονται στο μαντρί από το λύκο.

Η ιδέα άρεσε πάρα πολύ στους τσοπαναραίους που ξέσπασαν σε χειροκροτήματα και εξουσιοδότησαν τον νεαρό να προχωρήσει άμεσα στην υλοποίηση του σχεδίου του.

Εκείνος το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να πάει στο βουνό για να βρει το λύκο.

Ο λύκος, στην αρχή αρνήθηκε γιατί θυμήθηκε την ντροπιαστική του ήττα όμως η επιμονή του νεαρού τσοπάνη και το επιχείρημα πως αποτελούσε μια πολύ καλή ευκαιρία για να εκδικηθεί τα πρόβατα και να τους καταφέρει επιβλητική νίκη, τον έπεισαν.

Από όσα μπορούμε να γνωρίζουμε το σχέδιο του νεαρού τσοπάνη μάλλον πέτυχε.

Άλλοι λένε πως πέτυχε προσωρινά και άλλη πως δεν υπάρχει περίπτωση τα πρόβατα να νικήσουν το φόβο του λύκου.

Οι τελευταίοι μάλλον ξεχνάνε πως αφού ο λύκος νικήθηκε μια φορά μπορεί να νικηθεί και πάλι.

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Κι έγιναν όλα όπως είπαν τα παιδιά

Κι έγιναν όλα όπως είπαν τα παιδιά

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Κι έγιναν όλα όπως είπαν τα παιδιά. ΄

Όμως, τι σημασία έχει;

Στο μικρό κρατίδιο του νοτιοανατολικού άκρου του Άγριου Βασιλείου, την εποχή της Μεγάλης Ελπίδας θα ακολουθήσει η εποχή της Μεγάλης Απογοήτευσης και Μελαγχολίας είπαν.

Διότι η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία λέει το βιβλίο με τις ξεχασμένες αλήθειες, όμως τελικά πεθαίνει…αν δεν προλάβει να ανθίσει και να καρπίσει πράξεις αληθινές.

Οι κάτοικοι του κρατιδίου έκαναν πως δεν ήξεραν, έκαναν πως δεν κατάλαβαν γιατί είναι βολικό.

Είναι βολικό καλέ φίλε μου να λες πως σε κορόιδεψαν με λόγια και υποσχέσεις που ήξερες από την αρχή πως είναι φύκια κι όχι μεταξωτές κορδέλες.

Λογικό.

Έτσι, πονηρέ εαυτέ μου, διώχνεις τις ευθύνες από πάνω σου και τις φορτώνεις σε εκείνον που, δήθεν, σε κορόιδεψε.

Έτσι, κουτοπόνηρε γείτονα, δέχεσαι να έχεις πιαστεί κορόιδο για μία ακόμη φορά, παρά να σπάσεις τον παραμορφωτικό καθρέφτη που κοιτάζεις κάθε πρωί και σε δείχνει κούκλο παρόλο που είσαι τέρας.

Κουρνιάζεις πονηρέ εαυτέ μου, στην αποχαύνωση του τηλεοπτικού σου καναπέ και σαν σε πιάσει ο νταλκάς της άδικης κοινωνίας βάζεις το Στέλιο στο youtube πίνοντας τσίπουρα στο μπαλκόνι.

Αποχαζεύεις κουτοπόνηρε γείτονα, στα σκαμπό, παίζοντας στοιχήματα σε στημένους αγώνες κομπάζοντας θριαμβευτικά ότι είσαι μεγάλο γατόνι και ξέρεις που «θα κάτσει η μπίλια».

Εκστασιάζεσαι καλέ μου φίλε με τις ψεύτικες τηλεοπτικές σειρές σχολιάζοντάς τις ειρωνικά την ίδια στιγμή που εύχεσαι να ήσουν εσύ ο πρωταγωνιστής.

Υποκρίνεσαι πονηρέ εαυτέ μου πως τα καταλαβαίνεις όλα όσα γίνονται αλλά όμως δεν γίνεται τίποτα.

Αναπολείς κουτοπόνηρε γείτονα, τους αγώνες του παρελθόντος ξεχνώντας να «θυμηθείς» πως εσύ απουσίαζες από αυτούς.

Υμνείς καλέ μου φίλε, τις απεργίες που ποτέ δεν έκανες για να δικαιολογήσεις τις τωρινές που πάλι δεν κάνεις.

Όμως, τι σημασία έχει;

Τα βάζεις πονηρέ εαυτέ μου, με τους νέους και τις νέες αλλά ξεχνάς πως είναι όλοι τους παιδιά δικά σου, παιδιά του γείτονά σου και παιδιά του καλού σου φίλου.

Καλέ μου φίλε, πονηρέ μου εαυτέ, κουτοπόνηρε γείτονα στο χέρι σου είναι να βάλεις τέλος στην εποχή της Μεγάλης Απογοήτευσης και Μελαγχολίας και να ζήσεις την εποχή της Μεγάλης Ανατροπής.

Όμως, το θέλεις ή προτιμάς τη σιγουριά της φυλακής;

Αν δεν το θέλεις, τι σημασία έχει;

 

 

 

 

Ετικέτες: , , ,

Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος

Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Σ.Σ

Η παρακάτω ιστορία είναι φανταστική. Κάθε ομοιότητα με πραγματικά γεγονότα και περιστατικά είναι τελείως συμπτωματική.

Το ξυπνητήρι χτύπησε ακριβώς στις 5:30 το πρωί. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Κάθε που ο Μπάμπης είχε πρωινή βάρδια εκείνο έδειχνε απίστευτη συνέπεια στη δουλειά του. Όπως κι ο Μπάμπης. Στις 6:30 ακριβώς έπιανε δουλειά. Δεν είχε αργήσει ούτε μία φορά. Δεν έλλειψε ούτε μία μέρα τα τελευταία τέσσερα χρόνια, από τότε που έπιασε δουλειά, δηλαδή, στο διυλιστήριο.

Κανά δυο φορές που έτυχε να αρρωστήσει-όχι τίποτα το σοβαρό, κάποια κρυολογήματα που του ανέβασαν τον πυρετό-δεν ζήτησε άδεια. Άλλωστε, του είχε πει ο υπεύθυνος του τομέα του πως στα αφεντικά δεν άρεσαν και πολύ οι εργάτες που αρρωσταίνουν συχνά.

Ακολουθώντας το συνηθισμένο πρωινό «τελετουργικό», ο Μπάμπης βρέθηκε μετά από λίγη ώρα στη στάση περιμένοντας το λεωφορείο της γραμμής που θα τον πήγαινε έξω από την πύλη του διυλιστηρίου. Περίπου μισή δρόμος, ότι πρέπει για σκέψη, προγραμματισμό και όνειρα.

Ναι, όνειρα. Γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι κάτω από τέτοιες συνθήκες ονειρεύονται. Στο λεωφορείο, στο διάλλειμα της δουλειάς, την ώρα που πίνουν τον καφέ τους ή την ώρα που ανακατεύουν με κρασί τα «αχ», τα «πότε», τα «γιατί» και τα δάκρυά τους.

Καθισμένος σε μια θέση του λεωφορείου, χωρίς να το θέλει-λες και το μυαλό ρωτάει-σκέφτηκε τη Μάνια, την καλή του. Έξι χρόνια μαζί. Έξι χρόνια ο ένας για τον άλλον. Με τα καλά και με τα δύσκολα. Με τις έντονες καταιγίδες και τις ατέλειωτες λιακάδες. Με υπομονή και θέληση και με αγάπη που έμοιαζε ανίκητη.

«Μην πας σε παρακαλώ στο διυλιστήριο», του είχε πει πριν από 4 χρόνια όταν της ανακοίνωσε πως βρήκε δουλειά στα «πετρέλαια».

«Είναι βαριά δουλειά. Άσε που είναι και επικίνδυνη. Τόσα ατυχήματα γίνονται. Δεν έχεις ακούσει τίποτα εσύ;».

«Μην ανησυχείς», της είχε πει εκείνος. «Παίρνουν μέτρα προστασίας τώρα. Δεν είναι όπως παλιά και ο μισθός είναι καλός. Άλλωστε, πώς αλλιώς θα μπορέσουμε να πάρουμε κι εκείνη τη βάρκα που λέγαμε; ¨Μάνια¨ θα τη βαφτίσουμε. Έτσι; Θα είναι γαλαζοπράσινη σαν τα μάτια σου».

«Τα ξέρω τα μέτρα προστασίας τους. Μόνο στα χαρτιά. Τα γεύτηκε κι ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου. Μήπως το ξέχασες;».

Το λεωφορείο άνοιξε τις πόρτες του. «ΣΤΑΣΗ ΔΙΥΛΙΣΤΗΡΙΟ». Καμιά εικοσαριά νοματέοι κατέβηκαν. Όλοι τους εργάτες στα «πετρέλαια». Ανάμεσά τους κι ο Μπάμπης.

«Καλημέρα ρε Κωστή! Τι κάνει ο γιος σου; Παίζετε καμιά μπαλίτσα; Παντρεύτηκε μωρέ ή ακόμα;».

«Άστα. Μας ξενύχτησε πάλι. Να βγάλει επιτέλους τα δόντια του να ηρεμήσουμε κι εμείς κι αυτός».

Οι μηχανές δούλευαν στο φουλ. Ασταμάτητα. Φόρεσαν τα κράνη τους, υπέγραψαν την ώρα προσέλευσης και ο καθένας στο πόστο του. Μηχανές και οι ίδιοι, τέλεια προγραμματισμένες με σάρκα και οστά.

Κι όμως κάτι έτρεχε. Κάτι αδιευκρίνιστο. Πλανιόταν στον, βαρύ από τη μυρωδιά των υδρογονανθράκων, αέρα και τρυπούσε τα σωθικά. Φαινόταν στα ανήσυχα μάτια των εργατών και στις νευρικές τους κινήσεις. Το΄νιωσε κι ο Μπάμπης.

«Τι έγινε μάστορα; Συμβαίνει κάτι;», ρώτησε με μια μικρή ανησυχία ο Μπάμπης το Νικήτα, τον αρχιμηχανικό της βάρδιας του.

«Τίποτα μικρέ. Όσο έχεις εσύ το μάστορα δίπλα σου μη στενοχωριέσαι για τίποτα», του απάντησε χαμογελώντας ο Νικήτας.

Όμως, ακόμα και το χαμόγελό του Νικήτα, σφιγμένο και αγχωμένο έδειχνε πως κάτι δεν πήγαινε καλά.

«Νικήτα, δε με πείθεις», επέμεινε ο Μπάμπης.

Ο Νικήτας τον πλησίασε, έβγαλε το κράνος του και σκούπισε τα ιδρωμένα του μαλλιά.

«Να μωρέ. Εκείνη η γαμημένη η βαλβίδα ασφαλείας στον αγωγό του μεθανίου. Κόλλησε πάλι στη βραδινή βάρδια. Αν δεν το είχε πάρει χαμπάρι ο Γιάννης, για δύο λεπτά μιλάμε, θα είχε γίνει εδώ ολοκαύτωμα. Ευτυχώς με ειδοποίησε και τελευταία στιγμή πρόλαβα και σταμάτησα την παροχή. Γι΄αυτό είμαι ακόμα εδώ κι ούτε που ξέρω πότε θα φύγω σήμερα. Άστα. Θυμήθηκα το μεγάλο ατύχημα πριν από 10 χρόνια. Έξι άνθρωποι νεκροί και τρεις σε μόνιμη αναπηρία.  Τους είπα να σταματήσουμε την παραγωγή σ΄εκείνη τη μονάδα αλλά ούτε που να το ακούσουν. Τρέχουν οι παραγγελίες μου είπαν τα μεγάλα αφεντικά. Έκανα τώρα μια πατέντα και λειτουργεί. Δεν ξέρω όμως για πόσο. Έτσι μου΄ρχεται να σηκωθώ και να φύγω. Θα γίνει καμιά στραβή και θα το΄χω βάρος στη συνείδησή μου».

«Καλά ρε μάστορα. Δυο χρόνια τώρα ακούω γι’ αυτή τη κωλοβαλβίδα. Εφιάλτης κατάντησε. Γιατί δεν την αλλά ζουν που να πάρει η ευχή;».

«Γιατί κοστίζει μικρέ. Δεν είναι μόνο η βαλβίδα. Θέλει ξήλωμα όλος ο αγωγός και αντικατάσταση και ότι κοστίζει προκαλεί αλλεργία στα αφεντικά. Άσε που θα μειωθεί η παραγωγή στο 1/3 μέχρι να ολοκληρωθούν οι εργασίες. Και οι παραγγελίες τρέχουν».

«Κοστίζει; Μόνο οι άγκυρες στην καινούργια τους θαλαμηγό κοστίζουν περισσότερο».

«Άντε, τράβα τώρα και μη σκοτίζεσαι. Θα’ χω το νου μου κι εγώ. Να προσέχετε κι εσείς όμως. Έτσι; Άντε παλικάρι μου. Καλή δύναμη. Κι ο Θεός βοηθός».

Την τελευταία παράκληση, ο Μπάμπης δεν την άκουσε. Ο Νικήτας την είπε ψιθυριστά. Σχεδόν αθόρυβα…

Εν τω μεταξύ, στα κεντρικά γραφεία των ιδιοκτητών του διυλιστηρίου, στον τελευταίο όροφο έφτανε στο τέλος της η έκτακτη συνεδρίαση του ΔΣ. Η βλάβη στη βαλβίδα με ότι μπορούσε να ακολουθήσει θορύβησε πάρα πολύ τους ιδιοκτήτες. Ακούστηκαν κάποιες προτάσεις για σταμάτημα της λειτουργίας της προβληματικής μονάδας και άμεση έναρξη εργασιών αποκατάστασης, μπροστά στον διαφαινόμενο κίνδυνο ενός ατυχήματος με απρόβλεπτες συνέπειες.

Τα μεγάλα αφεντικά τις απέρριψαν. Τα διαφυγόντα κέρδη θα ήταν μεγάλα. Τις παραγγελίες θα τις έπαιρναν άλλοι και οι εποχές δεν σήκωναν τέτοια ρίσκα.

Ο κύβος ερρίφθη. Η λειτουργία θα συνεχιζόταν με δύο αρχιμηχανικούς σε κάθε βάρδια για καλύτερη εποπτεία και άμεση, αν χρειαζόταν, αντίδραση.

Όλα αυτά μέχρι που χτύπησε το κινητό του προέδρου. Αυτό που άκουσε τον έκανε να χάσει προς στιγμήν τη λαλιά του.

«Ανοίξτε την τηλεόραση να δούμε. Έγινε έκρηξη στο διυλιστήριο», είπε με παγωμένη φωνή.

«Μόλις πριν από λίγο σημειώθηκε έκρηξη στο διυλιστήριο. Οι πρώτες πληροφορίες, κάνουν λόγο για 4 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες. Για κάθε νεώτερο θα διακόπτουμε τη ροή του προγράμματος με έκτακτες συνδέσεις», είπε ο εκφωνητής του καναλιού.

«Πάρτε τους τηλέφωνο και πείτε τους να το τρενάρουν όσο μπορούν. Ειδοποιείστε να ετοιμάσουν το αεροπλάνο. Φεύγουμε για Ζυρίχη»,διέταξε ο πρόεδρος και σηκώθηκε από την καρέκλα του βρίζοντας.

Η έκρηξη ήταν τόσο μεγάλη που συγκλόνισε την περιοχή γύρω από το διυλιστήριο. Μαύροι καπνοί άρχισαν να καλύπτουν τον ουρανό. Κόσμος πολύς άρχισε σιγά-σιγά να μαζεύεται έξω από το εργοστάσιο. Η πυροσβεστική και τα πρώτα ασθενοφόρα άρχισαν να καταφτάνουν μαζί με τους συγγενείς των εργατών που κατοικούσαν στις γύρω περιοχές.

Το διυλιστήριο, σταμάτησε τη λειτουργία του. Το νέο μαθεύτηκε και στα άλλα διυλιστήρια της ευρύτερης περιοχής. Η αντίδραση των εργαζομένων σ΄αυτά ήταν άμεση. Κατέβασαν τις διακόπτες, παράτησαν τα κράνη τους και με κάθε μέσο προσπαθούσαν να φτάσουν στον τόπο του ατυχήματος.

«Δεν ήταν ατύχημα. Ήταν φόνος εκ προμελέτης» ακούστηκε δυνατά μια φωνή έξω από την πύλη του διυλιστηρίου.

Στους γύρω δρόμους επικρατούσε πραγματικό κομφούζιο. Δημοσιογράφοι και τηλεοπτικά συνεργεία προσπαθούσαν να πλησιάσουν αλλά ήταν σχεδόν αδύνατο να το καταφέρουν.

Το τηλέφωνο της κυρά-Μυρσίνης, της μάνας του Μπάμπη, χτυπούσε επίμονα.

«Ποιος να΄ναι τέτοια ώρα; Θα μου καεί το φαΐ», μονολόγησε καθώς σήκωνε το τηλέφωνο.

Ήταν η Μάνια. Με τρεμάμενη φωνή της ανακοίνωσε το δυσάρεστο. Το ακουστικό της έπεσε από τα χέρια. Μάταια προσπαθούσε η Μάνια, φωνάζοντας, να επικοινωνήσει μαζί της.

Η κυρά-Μυρσίνη, πέρασε από την κουζίνα, έσβησε το φαγητό, έβαλε στην τσάντα της μια φωτογραφία του γιου της και βγήκε σα χαμένη από το σπίτι.

Πλέον, όλα τα κανάλια είχαν ζωντανή σύνδεση με τον τόπο του ατυχήματος. Μαρτυρίες διάφορες από παρευρισκόμενους έδιναν κι έπαιρναν.

Άρχισαν και οι πρώτες δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων.

Εργαζόμενοι από άλλα διυλιστήρια έφταναν σιγά-σιγά και η φράση «κάτι πρέπει να κάνουμε», έτρεχε από στόμα σε στόμα.

«Γενική απεργία», «Κατάληψη παντού», «Να λογοδοτήσουν οι ένοχοι», ήταν μερικές από τις κραυγές οργής που άρχισαν να ακούγονται.

«Κάντε στην άκρη να περάσουν οι πυροσβέστες», ακούστηκε μια φωνή μέσα από το διυλιστήριο.

Σιωπή απλώθηκε παντού καθώς, πυροσβέστες κουβαλούσαν σε φορεία εργάτες μέσα από τον τόπο του ατυχήματος. Κανείς δεν μπορούσε ακόμα να ξέρει αν ζούσαν ή είχαν πεθάνει.

Μια αλαφιασμένη ηλικιωμένη γυναίκα, κρατώντας μια φωτογραφία στον κόρφο της προσπαθούσε σπρώχνοντας και φωνάζοντας να πλησιάσει στην πύλη.

«Αφήστε να περάσω. Είναι ο γιος μου εκεί μέσα. Κάντε στην άκρη σας λέω».

Οι πυροσβέστες άφησαν τα φορεία έξω από την πύλη, δίπλα στα ασθενοφόρα και ξαναμπήκαν μέσα.

Η κυρά-Μυρσίνη επιτέλους έφτασε κοντά. Το βλέμμα της καρφώθηκε στο ακριανό φορείο. Τρικλίζοντας, με τα χέρια κατεβασμένα, κρατώντας σφιχτά στο ένα της χέρι τη φωτογραφία, έφτασε κοντά στο φορείο.

Κανείς μέχρι τότε δεν είχε ξανακούσει τέτοια κραυγή, σαν αυτή που έβγαλε η δόλια η μάνα, αντικρίζοντας πάνω στο φορείο τον μισοκαμένο γιο της.

Όλοι σώπασαν για να ακούσουν το μοιρολόι της.

«Κόκκινο γαρούφαλλό μου/γιατί μ΄άφηκες;

Γω σε πότιζα με δάκρυ/και μαράθηκες.

Γω σε πότιζα με δάκρυ/και μαράθηκες».

Ένα χέρι ένιωσε να την ακουμπά και να προσπαθεί να τη σηκώσει. Η Μάνια, μάταια προσπαθούσε, κλαίγοντας κι εκείνη, να την απομακρύνει.

Η κυρά_Μυρσίνη, σκούπισε τα δάκρυά της, άφησε τη φωτογραφία πάνω στο νεκρό παιδί της και σηκώθηκε όρθια.

«Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος», είπε και απομακρύνθηκε στηριζόμενη στον ώμο της Μάνιας.

Πλέον, ούτε έβλεπε ούτε άκουγε τους ανθρώπους γύρω της. Άλλοι έβριζαν, άλλοι σκορπούσαν απειλές και κατάρες. Εκείνη πλέον δε ζούσε. Μόνο ανέπνεε.

Η κυρά-Μυρσίνη, πέθανε μαζί με το γιο της…

 

Ετικέτες: , , , ,

Μικρά παραμύθια για μεγάλους

Μικρά παραμύθια για μεγάλους

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Ο καθηγητής σταμάτησε για λίγο τη διδασκαλία και είπε ένα σύντομο αστείο για να χαλαρώσει κάπως τους μαθητές του.
Αμέσως μετά…
– Πολύ ωραία η μπούζα που φοράτε κύριε, του είπε ένας μαθητής.
– Ευχαριστώ πολύ. Να μου πεις πότε έχεις γενέθλια να σου πάρω μία ίδια, απάντησε εκείνος γελώντας.
– Εγώ θα ήθελα να είχα το μυαλό σας, είπε ένας άλλος.
– Έχεις το δικό σου παιδί μου. Άλλωστε το δικό μου αρχίζει και φυραίνει.
– Εγώ θα ήθελα την καρδιά σας κύριε, είπε ένας τρίτος μαθητής.
Ο καθηγητής, προφασιζόμενος ενόχληση στο μάτι, βγήκε στο διάδρομο. Σκούπισε τα μάτια και έκανε να ξαναμπεί στην αίθουσα.
Δεν κατάλαβε το πόσο ψήλωσε στις λίγες αυτές στιγμές με αποτέλεσμα το κεφάλι του να βρει στο κούφωμα της πόρτας…

 

 

Ήταν μια φορά ένας γονιός που έμαθε στα παιδιά του να μισεί τους ξένους τους ανήμπορους και τους διαφορετικούς.
Τα χρόνια πέρασαν και ο πατέρας μεγάλωσε. Έγινε γέρος άρρωστος κι ανήμπορος.
Τα παιδιά του είχαν μάθει καλά το μάθημα τους και εφάρμοσαν πίστα τις οδηγίες του πατέρα τους.
Τον έδιωξαν από το σπίτι ακολουθώντας τις απόψεις που χρόνια ριζωναν στην κατάμαυρη ψυχή τους.
Ο πατέρας βρέθηκε από περαστικούς ξεπαγιασμένους κάποιο χειμωνιάτικο βράδυ στο παγκάκι ενός πάρκου.
Κανείς δεν τον αναζήτησε.
Κανείς δεν έκλαψε για κείνον εκτός από το αδέσποτο σκυλί που του έκανε παρέα τους τελευταίους μήνες.

 
– Δεν θέλω να με φοβίζεις ούτε να σε τρομάζω. Αγάπη θέλω να δίνω και να παίρνω. Να αναπνέω την ανάσα σου και να ανασαίνω μαζί σου.
– Μου ζητάς πολλά. Έτσι δεν θα μείνει ανάσα για μένα.
– Θαρρείς πως δεν το ξέρω οτι σε τούτο τον κόσμο μοιάζω σαν από άλλο πλανήτη μακρινό κι ανεξερεύνητο; Στην πρώτη ευκαιρία θα φύγω και θα πάω στον κόσμο μου.
– Και τότε ποιος θα ανασαίνει μαζί μου;
– Γίνε ο κόσμος μου για να μείνω!

 
– Κάθε φορά που κοιτάς το ηλιοβασίλεμα σε πιάνει θλίψη. Είναι επειδή αφήνεις πίσω σου άλλη μια μέρα?
– Όχι, δεν είναι γι΄αυτό.
– Τότε?
– Είναι για την ανατολή της αυριανής μέρας.
– Δηλαδή?
– Φοβάμαι μην κυλήσει αύριο η μέρα δίχως φως και ήχους, δίχως χρώματα και μουσικές. Βουβή, γκρίζα και κρύα. Φοβάμαι μην κυλήσει χωρίς να τη ζήσω.

 
– Μου είπες πως θα μου μάθεις να διαβάζω τα βλέμματα. Πες μου τι πρέπει να κάνω και θα το κάνω.
– Πρέπει πρώτα να πλύνεις την ψυχή σου με δάκρυα, να τη λούσεις με γέλια και να τη στεγνώσεις με τα φύλλα της καρδιά σου.
– Και μετά θα μπορώ τα βλέμματα να διαβάζω χωρίς να χρειάζεται να μιλούν τα χείλη?
– Ναι και τότε αλίμονό σου!
– Γιατί?
– Γιατί θα ακούς λέξεις που δεν θα ήθελες να ακούσεις και που ίσως δεν θα είχαν ειπωθεί ποτέ. Θα μαθαίνεις αλήθειες πικρές που θα σε κάνουν να πεθαίνεις σιγά-σιγά σαν το δηλητήριο. Επιμένεις?
– Επιμένω. Πιο καλά να χάνεσαι μες στην αλήθεια παρά να υπάρχεις ανασαίνοντας το ψέμα.

 
– Για κοιτάξτε με. Είμαι κομψός, ωραίος, καλοντυμένος. Είμαι διευθυντής, βουλευτής, υπουργός, εξουσιάζω υφισταμένους.
– Κάτω από το ύφος και τα ρούχα τι κρύβεις? Την εξουσία που κάποιοι σου τι χάρισαν και κάποιοι την ανέχονται μπορεί αύριο να τη χάσεις και χωρίς αυτήν θα νιώθεις ένα τίποτα γιατί το τίποτα δεν μπορεί να νιώσει τίποτε άλλο.
– Θα σε συντρίψω για όσα λες.
– Πάλι τίποτα θα νιώσεις. Το τίποτα είναι γραφτό να μένει τίποτα. Εσύ θα συντριβείς.

 
Ξάπλωσε δίπλα της την ώρα που εκείνη κοιμόταν. Μετρούσε τις αναπνοές της και τις ένιωθε δικές του.
Σαν ξύπνησε και την αντίκρισε διάβασε στα μάτια της το όνειρο που είδε και τρόμαξε.
Το πήρε απόφαση. Δεν θα την άφηνε να ξαναδεί άσχημο όνειρο. Μπορούσε πια να το πετύχει κι αυτό για χάρη της.
Το τελευταίο πλέον που του έμενε να καταφέρει ήταν να αναπνέει για κείνη.

 
– Δεν καταλαβαίνεις ότι η αγάπη σου με πνίγει? του είπε.
– Πόσο θα ήθελα να νιώσω μια φορά να πνίγομαι από τη δική σου αγάπη κι ας ήταν η τελευταία μου, της απάντησε και πήρε το δρόμο της φυγής χωρίς επιστροφή.

 
Του είπαν πως δεν βλέπει και παραδέχτηκε ότι είναι τυφλός. Έβλεπε καλύτερα κι από γεράκι.
Του είπαν πως δεν ακούει και παραδέχτηκε πως είναι κουφός. Άκουγε καλύτερα κι από δελφίνι.
Του είπαν πως δε νιώθει. Εκεί λύγισε. Γονάτισε και ξέσπασε σε κλάματα. Η καρδιά του δεν το άντεξε κι έσπασε. Τον βρήκαν την άλλη μέρα δίπλα σε μια τριανταφυλλιά να έχει κλεισμένη στη χούφτα του μια φωτογραφία. Είχε πάψει να ανασαίνει.

 

 

 

 

Ετικέτες: , , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: