RSS

Tag Archives: παραμύθια

Ο τσοπάνης, ο λύκος, το μαντρί και τα πρόβατα

Ο τσοπάνης, ο λύκος, το μαντρί και τα πρόβατα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Δυο φορές και τρεις καιρούς, πριν από πολλά-πολλά χρόνια σε μια καταπράσινη κοιλάδα στους πρόποδες του ψηλού βουνού, ζούσαν τα πρόβατα.

Ήταν ευτυχισμένα γιατί ήταν ελεύθερα.

Έβοσκαν το χορτάρι της κοιλάδας, έπιναν το καθαρό νερό από το διπλανό ρυάκι, γεννούσαν τα αρνιά τους, τα τάιζαν με το γάλα τους και τα μεγάλωναν για να συνεχίσουν τον κύκλο της ζωής.

Τα καλοκαίρια με τις μεγάλες ζέστες, άραζαν κάτω από τους ίσκιους των φτελιάδων, τραγουδούσαν, έλεγαν ιστορίες, διάβαζαν και γενικά έκαναν ότι κάνει κάθε ξένοιαστο πρόβατο στη ζωή του.

Το χειμώνα με τα μεγάλα κρύα, είχαν το μαλλί τους να τα ζεσταίνει και τις μικρές σπηλιές στους πρόποδες του βουνού για να προφυλάσσονται από τις βροχές και τα χιόνια.

Στην άκρη της κοιλάδας είχαν χτίσει οι άνθρωποι τα σπίτια τους και έφτιαξαν ένα χωριό.

Οι άνθρωποι τα πήγαιναν καλά με τα πρόβατα. Που και που έδιναν στα πρόβατα λίγη τροφή κι εκείνα το ανταπέδιδαν με λίγο γάλα, όταν δεν το ήθελαν για τα αρνιά τους.

Κάποιοι άνθρωποι, από το σόι των τσοπαναραίων, άρχισαν να πονηρεύονται.

Σκέφτηκαν πως θα ήταν πολύ καλό γι’ αυτούς να μπορούσαν να παίρνουν από τα πρόβατα όλο το γάλα και το μαλλί και, γιατί όχι, να σφάζουν και κανένα πρόβατο για να γεμίζουν τα τραπέζια τους.

Πήγαν λοιπόν και το ζήτησαν επίσημα από τα πρόβατα.

Τα πρόβατα αρνήθηκαν χωρίς δεύτερη κουβέντα και τα κριάρια μετέφεραν στους τσοπαναραίους την απόφασή τους.

Καθόλου δεν άρεσε στους τσοπαναραίους η άρνηση αυτή. Πώς ήταν δυνατόν τα πρόβατα να αρνηθούν την πρότασή τους; Στο κάτω-κάτω πρόβατα ήταν!

Γύρισαν πίσω στο χωριό, μαζεύτηκαν στο δικό τους καφενείο και άρχισαν να καταστρώνουν σχέδια για το πώς θα καταφέρουν να πείσουν τα πρόβατα να δεχτούν να τους δίνουν τα καλούδια τους, ακόμη και να θυσιάζονται, με τη θέλησή τους.

Κάποιος πρότεινε να φτιάξουν παιδικούς σταθμούς και σχολεία για τα μικρά αρνάκια. Άλλωστε αυτό το ζητούσαν τα πρόβατα εδώ και πολλούς αιώνες. Σε αντάλλαγμα θα απαιτούσαν από τα πρόβατα γάλα, μαλλί και μια θυσία το μήνα.

Στα σχολεία θα μπορούσαν να μάθουν στα αρνιά όλα εκείνα που χρειάζονταν ώστε μεγαλώνοντας να δίνουν στους τσοπαναραίους όλα όσα θα τους ζητούσαν χωρίς αντιρρήσεις.

Ένας άλλος είπε πως θα ήταν καλό να περιφράξουν σχεδόν όλη την κοιλάδα ώστε να μην μπορούν τα πρόβατα να βόσκουν σ’ αυτήν, εκτός αν τους έδιναν γάλα, μαλλί και δύο θυσίες το μήνα.

Ακούστηκαν κι άλλες πολλές έξυπνες προτάσεις όμως όλες σταματούσαν σε κάποιο κομβικό σημείο.

Η άρνηση των προβάτων ήταν δεδομένη και δεδηλωμένη από πολύ παλιά.

Περισυλλογή έπεσε στο σόι των τσοπαναραίων μέχρι που ένας νεαρός τσοπάνης  φώναξε γελώντας πονηρά και χαιρέκακα: «Φόβος».

Του ζήτησαν να εξηγηθεί.

Τους εξήγηση πως μόνο με το φόβο θα μπορούσαν να κάμψουν την άρνηση των προβάτων.

Ναι αλλά τι θα τον προκαλούσε;

Ο νεαρός είχε έτοιμη την απάντηση.

Ο λύκος θα προκαλούσε το φόβο. Ποιος άλλος;

Να που όσα ξόδεψαν για να τον σπουδάσουν στο μεγάλο χωριό δεν πήγαν χαμένα.

Το λύκο τον είχαν χρησιμοποιήσει και οι πρόγονοι των τσοπαναραίων για να μπορέσουν να βάλουν χέρι στον πλούτο των προβάτων όμως απέτυχαν οικτρά. Όλοι γνώριζαν τον ταπεινωτικό διωγμό του λύκου από τα κριάρια ο οποίος ήταν και η αιτία που ο λύκος αποσύρθηκε στο βουνό χωρίς να ξαναενοχλήσει τα πρόβατα εδώ και πάρα μα πάρα πολλά χρόνια.

Ο νεαρός συνέχισε να εξηγεί το σχέδιό του.

Η ιστορική μνήμη των προβάτων της μεγάλης τους νίκης ενάντια στο λύκο είχε ατονήσει.

Αν ο φόβος του λύκου επικρατούσε τότε θα μπορούσαν οι τσοπαναραίοι να προτείνουν στα πρόβατα το μάντρωμα για να προστατεύονται.

Σε αντάλλαγμα θα απαιτούσαν και θα έπαιρναν το περισσότερο γάλα και μαλλί και πολλές θυσίες το μήνα. Αλλά το πιο πιθανό ήταν τα ίδια τα πρόβατα να τα πρόσφεραν χωρίς καμία αντίρρηση προκειμένου να προστατεύονται στο μαντρί από το λύκο.

Η ιδέα άρεσε πάρα πολύ στους τσοπαναραίους που ξέσπασαν σε χειροκροτήματα και εξουσιοδότησαν τον νεαρό να προχωρήσει άμεσα στην υλοποίηση του σχεδίου του.

Εκείνος το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να πάει στο βουνό για να βρει το λύκο.

Ο λύκος, στην αρχή αρνήθηκε γιατί θυμήθηκε την ντροπιαστική του ήττα όμως η επιμονή του νεαρού τσοπάνη και το επιχείρημα πως αποτελούσε μια πολύ καλή ευκαιρία για να εκδικηθεί τα πρόβατα και να τους καταφέρει επιβλητική νίκη, τον έπεισαν.

Από όσα μπορούμε να γνωρίζουμε το σχέδιο του νεαρού τσοπάνη μάλλον πέτυχε.

Άλλοι λένε πως πέτυχε προσωρινά και άλλη πως δεν υπάρχει περίπτωση τα πρόβατα να νικήσουν το φόβο του λύκου.

Οι τελευταίοι μάλλον ξεχνάνε πως αφού ο λύκος νικήθηκε μια φορά μπορεί να νικηθεί και πάλι.

 

 

 

 

Advertisements
 

Ετικέτες: , , , , , ,

Ο παλιάτσος του δρόμου και η καρδερίνα-Το τέλος

Ο παλιάτσος του δρόμου και η καρδερίνα-Το τέλος

Ο Παλιάτσος του δρόμου και η καρδερίνα- Το τέλος

Από τον Χρήστο Επάμ. Κυργιάκη

Παλιάτσος1…συνέχεια

«Όμως, καθώς περνούσε ο καιρός, ο Πέτρος άρχισε τα πάρε-δώσε με τα πλουσιόπαιδα της πόλης. Βλέπεις, στη γειτονιά που μετακόμισε οι γείτονές του δεν ήταν της σειράς. Γειτονιά πλουσίων και δυνατών. Εκεί έμενε ο μεγαλοεργολάβος της πόλης, ο διευθυντής της κλινικής, ο διευθυντής της τράπεζας και όλη η υπόλοιπη αφρόκρεμα της πόλης. Δεν του περίσσευε ούτε λεπτό για μένα. Ξεχνούσε να με ταΐσει και να μου αλλάξει το νερό.

Περνούσαν μέρες χωρίς να μου πει ούτε μία κουβέντα. Κάποτε οι φίλοι του τού πρότειναν να τον βοηθήσουν να γίνει Δήμαρχος γιατί εκτίμησαν πολύ τα προσόντα του, όπως του έλεγαν.»

«Δύσκολες οι φιλίες με τέτοιους ανθρώπους. Πρέπει κι εσύ να στοχεύεις στο χρήμα και τη δύναμη, όπως κι εκείνοι. Σε κάνουν παρέα όσο τους είσαι χρήσιμος. Μετά, σου λένε ¨γεια χαρά¨ και σε πετάνε στην άκρη.»

«Η συμπεριφορά του Πέτρου με πλήγωσε. Δεν είχα διάθεση για τραγούδι. Ούτε μία νότα δεν μπορούσα να βγάλω. Ακόμη κι όταν παντρεύτηκε με την Ελενίτσα, δεν ημέρεψε η ψυχή του. Δεν τον ένοιαζε όμως, δεν καταλάβαινε πόσο με στεναχωρούσε, μέχρι που μια μέρα ήρθε στο σπίτι πολύ θυμωμένος.

Είχε τσακωθεί με τους ¨φίλους¨ του και ερχόμενος στο σπίτι τα’ βαλε και με τη γυναίκα του. Μετά με πλησίασε και με ρώτησε γιατί δεν κελαηδάω. Του είπα πως η συμπεριφορά του μου έκοψε κάθε διάθεση για τραγούδι. Του είπα επίσης ότι οι παρέες του δεν του κάνουν καλό, δεν του ταιριάζουν. Βγήκε έξω από τα ρούχα του. Με πήρε μαζί με το κλουβί έξω από το σπίτι και με πέταξε, στην κυριολεξία, στο δρόμο.»

«Τόσο πολύ άλλαξε; Έγινε τόσο απάνθρωπος; Αχ βρε Πέτρο!», είπε μέσα από τα χείλη του ο παλιάτσος.

«Τι μουρμουρίζεις καλέ μου;»

«Τίποτα Ρινούλα μου, συνέχισε».

«Από το χτύπημα του κλουβιού στο δρόμο, η πόρτα άνοιξε κι εγώ βρέθηκα έξω από το κλουβί, ελεύθερη αλλά ολομόναχη χωρίς να ξέρω τι να κάνω και πού να πάω. Πέρασα το βράδυ σ’ ένα πεύκο με το φόβο μη με βρει καμιά κουκουβάγια και με κάνει κομματάκια. Σαν ξημέρωσε, κατευθύνθηκα προς τη θάλασσα. Έκανα μια στάση στον πεζόδρομο, σε τούτο εδώ το δέντρο, και κοιτώντας κάτω είδα τον πιο γλυκό άνθρωπο του κόσμου να σκορπάει το γέλιο σ’ ένα τσούρμο από πιτσιρίκια που στέκονταν μπροστά του. Τα υπόλοιπα τα ξέρεις νομίζω.»

«Τα ξέρω, τα ξέρω. Θυμάσαι που ήθελες ντε και καλά να σε βάλω σε κλουβί;»

«Το θυμάμαι. Ήθελα γιατί έτσι είχα μάθει. Είχα ξεχάσει πώς είναι να μπορώ να πετάω ελεύθερη, είχα ξεχάσει να ισορροπώ στο φύσημα του αέρα. Είχα ξεχάσει πώς είναι να φυσάει αέρας.»

«Είχες ξεχάσει πώς είναι να είσαι ελεύθερη, όπως κι ο Δήμαρχος ξέχασε πώς είναι να ζεις και να φέρεσαι σαν άνθρωπος.»

«Όμως, για πες μου καλέ μου παλιάτσο. Μου φαίνεται πως γνωρίζεσαι με το Δήμαρχο ή κάνω λάθος;»

Ο παλιάτσος προσπάθησε να αποφύγει την απάντηση αλλά η Ρινούλα επέμενε. Στην επιμονή της καρδερίνας να μάθει την αλήθεια η όψη του παλιάτσου άλλαξε. Παρόλο που ήταν πολύχρωμα βαμμένο δεν μπορούσε να κρύψει το θυμό και, κυρίως, τη στενοχώρια που ένιωθε. Κάποια στιγμή, το μέρος του προσώπου του κάτω από τα μάτια άρχισε να ξεβάφει.

Η μικρή καρδιρίνα πήγε και στάθηκε στα πόδια του.

«Πες μου καλέ μου, τι σου τρώει τα σωθικά;» του είπε γλυκά.

«Είναι μεγάλη ιστορία, δε θέλω να τη θυμάμαι», απάντησε εκείνος.

«Σε παρακαλώ, βγάλτο από μέσα σου».

«Εντάξει, εντάξει θα σου πω», της είπε ο παλιάτσος και συνέχισε.

«Σαν ήμουν νέος, φοιτητής ακόμη, είχα έναν φίλο, αδερφό θα έλεγα. Όλες τις φουρτούνες τις περνάγαμε μαζί και τα όνειρά μας ήταν κοινά. Όνειρα όμορφα και μεγάλα. Να πολεμήσουμε τ’ άδικο, να κάνουμε την πόλη όμορφη κι ανθρώπινη, μαζί με τους κατοίκους της, κόντρα σε όποιον έβλεπε την πόλη σαν τσιφλίκι του».

«Κι ο Δήμαρχος τη σχέση έχει;»

«Ο Πέτρος, ο Δήμαρχος ήταν ο φίλος μου».

Η καρδερίνα, στα τελευταία λόγια του παλιάτσου φούσκωσε τα φτερά της όπως όταν προσπαθεί να προστατευτεί το χειμώνα από το χιονιά. Βρήκε όμως τη δύναμη να ανέβει στον ώμο του αγαπημένου της φίλου.

«Έλα, συνέχισε μη σε παίρνει από κάτω» παρότρυνε τον παλιάτσο.

«Όσο περνούσε ο καιρός, ο Πέτρος άρχισε να αλλάζει. Τελειώνοντας τις σπουδές έπιασε δουλειά στον μεγαλοεργολάβο της πόλης και σιγά-σιγά άρχισε να βάζει νερό στο κρασί του. Άρχισε να μιλάει για μάταιους αγώνες χωρίς νόημα και αποτέλεσμα, για εφηβικά όνειρα που δεν πρόκειται να πραγματοποιηθούν και διάφορα τέτοια. Βλέπεις, δεν άντεξε σε όσα του έταξε ο μεγαλοεργολάβος. Τον προόριζε για Δήμαρχο ώστε να μπορεί να κάνει όμορφα και ωραία τις δουλειές του. Όποτε προσπαθούσα να του μιλήσω και να του θυμίσω τις προηγούμενες αξίες του και τα οράματά του, θύμωνε και μετά με ειρωνευόταν. Με αποκαλούσε αφελή και ονειροπόλο κι έλεγε πως έπρεπε πια να μεγαλώσω και να σοβαρευτώ».

«Όμως εσύ καλέ μου δεν άλλαξες κι ούτε θ’ αλλάξεις ποτέ. Θα παραμείνεις ονειροπόλος, έτσι δεν είναι;»

«Η αλήθεια είναι ότι με προβλημάτισαν πολύ τα όσα μου είπε ο Πέτρος, σε σημείο που αναρωτιόμουν μήπως και είχε δίκιο. Ξέρεις κάτι Ρινούλα. Κάποια στιγμή θέλησα ν’ αλλάξω αλλά δεν μπόρεσα. Ένιωσα ότι θα πρόδινα όλους όσους με γνώριζαν μα πιο πολύ ντρεπόμουν στο συχωρεμένο τον παππού μου. Βλέπεις εκείνος δεν συμβιβάστηκε ποτέ. Προτίμησε να δώσει τη ζωή του όταν ήταν να υπερασπιστεί το δίκιο. Έτσι, οι δρόμοι μας χώρισαν. Όμως, είχα ακόμη την ελπίδα ότι τα πράγματα θα γίνονταν όπως παλιά, μέχρι…»

«…Μέχρι;»

«Μέχρι που ήρθε η οριστική ρήξη, το τελειωτικό χτύπημα».

«Δηλαδή;»

«Άστο Ρινούλα μου, θα στα πω μια άλλη φορά. Πέρασε κι η ώρα».

«Παλιάτσο μου, τώρα θα τα πεις όπως έκανα κι εγώ»

Ο παλιάτσος έστριψε τσιγάρο, πήρε δυο βαθιές ρουφηξιές και συνέχισε σχεδόν δακρυσμένος.

«Με την Ελενίτσα αγαπιόμασταν. Κάναμε όνειρα να ζήσουμε μαζί. Ένα σπίτι με αυλή και πολλά παιδιά».

Η καρδερίνα, ακούγοντας το όνομα «Ελενίτσα», ξαναφούσκωσε τα φτερά της και ευχήθηκε να μην είναι αυτό που σκέφτηκε. Ο παλιάτσος γύρισε το κεφάλι του και την είδε.

«Ακριβώς αυτό που σκέφτηκες έγινε μικρή μου», της είπε και συνέχισε.

«Οι γονείς της, φτωχοί άνθρωποι, ήθελαν το καλύτερο για κείνη. Δε λέω, κι ο Πέτρος την αγαπούσε μα την έπνιξε την αγάπη του σαν είδε ότι εκείνη αγάπησε εμένα. Όμως αργότερα, προτίμησε να αγοράσει αυτό που δεν μπόρεσε να αποκτήσει με αγάπη. Η Ελενίτσα, έπεσε να πεθάνει. Το ίδιο κι εγώ όταν το’ μαθα. Μετά σκέφτηκα πως θα ήταν καλύτερο για κείνη να παντρευόταν τον Πέτρο κι εξαφανίστηκα από τη ζωή της».

«Λάθος σου».

«Έχεις δίκιο. Λάθος μου μεγάλο».

«Έπρεπε να μείνεις και να παλέψεις, όχι να το βάλεις στα πόδια».

«Δεν είχα κουράγιο. Η απογοήτευση με θόλωσε. Όμως, σε παρακαλώ μικρή μου, δεν μπορώ να συνεχίσω άλλο», έκλεισε κάπως απότομα την κουβέντα ο παλιάτσος.

Η νύχτα ήταν εφιαλτική και για τους δύο. Ο παλιάτσος και η μικρή του φίλη δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν το μυαλό τους από το παρελθόν που ξαναζωντάνεψε την προηγούμενη μέρα τόσο απότομα.

Την επόμενη Κυριακή ο παλιάτσος βρισκόταν πάλι στη θέση του διασκεδάζοντας μια ομάδα παιδιών και η καρδερίνα τον συντρόφευε με το γλυκό της κελάηδισμα. Μέχρι που εμφανίστηκε ο ίδιος αντιπαθής αστυνομικός να συνοδεύει αυτή τη φορά τον ίδιο το Δήμαρχο αυτοπροσώπως.

«Μου είπαν ότι ζήτησες να σου ανακοινώσω ο ίδιος ότι είσαι παράνομος και πρέπει να φύγεις. Εκτός αν πληρώσεις για το πόστο που κρατάς στον πεζόδρομο. Αν αρνηθείς τότε θα συλληφθείς», είπε με φωνή γεμάτη θυμό και μίσος ο Δήμαρχος.

«Μεγάλη μου τιμή, να έρχεται ο ίδιος ο Δήμαρχος να με συλλάβει», απάντησε με πίκρα και μια δόση ειρωνείας ο παλιάτσος.

«Δεν μπορείς εσύ να είσαι εξαίρεση και να αποφεύγεις να πληρώνεις ότι σου αναλογεί όπως όλοι οι συμπολίτες σου».

«Μάλλον με μπερδεύεις με τους κολλητούς σου Δήμαρχε», απάντησε δυνατά ο παλιάτσος.

Το σκηνικό δεν πέρασε απαρατήρητο από τους περαστικούς και κυρίως από τα παιδιά.

«Ο Δήμαρχος ζητάει λεφτά από τον παλιάτσο μας αλλιώς θα τον διώξει», ακούστηκε μια παιδική φωνή και αμέσως μετά η φωνή της μητέρας του που έλεγε στον μικρό: «Μην ανακατεύεσαι Γιωργάκη».

«Ο Δήμαρχος είναι κακός», ακούστηκε από την άλλη πλευρά.

Ένα πιτσιρίκι, ήταν δεν ήταν έξι χρονών, προχώρησε και στάθηκε με σφιγμένη τη γροθίτσα του μπροστά στο Δήμαρχο. Άνοιξε τη γροθιά του και άφησε να πέσει μπροστά στα πόδια του Δημάρχου το κέρμα που κρατούσε.

«Κύριε Δήμαρχε, ορίστε. Σας δίνω εγώ χρήματα», είπε το παιδί κοιτώντας το Δήμαρχο ίσια στα μάτια.

Πολύ σύντομα δεκάδες μικρά παιδιά βρέθηκαν μπροστά στο Δήμαρχο. Το καθένα του πετούσε κι από ένα κέρμα.

«Τι κοιτάς;» του είπε ένας παππούς που συνόδευε τον εγγονό του. «Αν είχες λίγη τσίπα θα έπρεπε να είχες ήδη εξαφανιστεί. Μπρος, μάζεψε τον παρά σου. Η οφειλή του παλιάτσου πληρώθηκε από τα παιδιά. Σύρε στο σπίτι σου και κλάψε γιατί εσένα δεν θα σε αγαπήσουν και δεν θα σε υπερασπιστούν ποτέ τούτα τα παιδιά», του είπε ο γέροντας.

Ο Δήμαρχος με δυσκολία έπαιρνε ανάσα. Χωρίς να πει κουβέντα έγνεψε στον αστυνομικό και απομακρύνθηκαν κι οι δύο σχεδόν τρέχοντας.

Ο κόσμος που είχε μαζευτεί ξέσπασε σε χειροκροτήματα ενώ τα παιδιά ξεφώνιζαν και χαχάνιζαν από τη χαρά τους.

Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλο του παλιάτσου καθώς ψιθύρισε: «Αχ βρε Πέτρο, πώς κατρακύλησες τόσο;»

Η καρδερίνα πέταξε και στάθηκε στον ώμο του.

«Γι αυτό θα σ’ αγαπάω και θα σου κελαηδάω μέχρι να πεθάνω, καλέ μου», του είπε με όλη τη γλύκα του κόσμου.

Ο Δήμαρχος δεν τόλμησε να ξαναπεράσει από τον πεζόδρομο. Ανακοινώθηκε ότι θα απουσίαζε από την πόλη για μεγάλο χρονικό διάστημα για κάποιες σημαντικές υποθέσεις.

Κάποιοι είπαν ότι παραιτήθηκε αλλά οι κολλητοί του το κρατούσαν κρυφό και προσπαθούσαν να τον μεταπείσουν.

Λέγεται πως μια μέρα, μια γυναίκα πέρασε άφησε ένα τριαντάφυλλο στον παλιάτσο και έφυγε τρέχοντας. Εκείνος είδε μόνο τα μαλλιά της να ανεμίζουν.

Σταμάτησε την παράστασή του καθώς το ανέμισμα αυτό του ήταν γνώριμο. Ζήτησε συγνώμη από τους μικρούς του θεατές και κάθισε στο παγκάκι καθώς ο βήχας ήταν τόσο έντονος που του έκοψε την ανάσα…

Η μικρή του φίλη, η Ρινούλα του τον συντρόφεψε στο τελευταίο του ταξίδι με το πιο όμορφο κελάηδισμα που έκανε ποτέ καρδερίνα σε τούτο τον κόσμο.

Τέλος

 

Ετικέτες: , , ,

Ο παλιάτσος του δρόμου και η καρδερίνα-Μέρος 2ο

Ο παλιάτσος του δρόμου και η καρδερίνα-Μέρος 2ο

Ο παλιάτσος του δρόμου και η καρδερίνα-Μέρος 2ο

Δείτε εδώ το 1ο μέρος 

…συνέχεια

Παλιάτσος1

ΜΕΡΟΣ 2ο

Έτσι οι δρόμοι των δύο νεαρών φίλων χωρίστηκαν οριστικά. Ο παλιάτσος μας έπεσε να πεθάνει από τη στενοχώρια του. Τότε ήταν που απέκτησε και το άσθμα. Προτίμησε να γίνει ο παλιάτσος για τα παιδιά.

Ο Δήμαρχος, διάλεξε να γίνει ο «παλιάτσος» των δυνατών της πόλης.

Όταν, λοιπόν, έφτασε η οικογένεια του Δημάρχου μπροστά στον παλιάτσο, ο μικρός του γιος στύλωσε τα ποδαράκια του και κάρφωσε το βλέμμα του στον ώμο του παλιάτσου.

«Έλα μικρέ, προχώρα. Τι έπαθες;», τον ρώτησε ο Δήμαρχος.

«Κοίτα μπαμπά, κοίτα.», είπε ο μικρός.

«Τι να κοιτάξω;»

«Πάνω στον ώμο του παλιάτσου κάθεται μια καρδερίνα.»

Ο Δήμαρχος κοίταξε πιο προσεκτικά και το πρόσωπό του κοκκίνισε. Λες και είδε κανένα τέρας.

Η καρδερίνα στη θέα του Δημάρχου ταράχτηκε.

«Παλιάτσο μου, κρύψε με. Κρύψε με στην τσέπη σου σε παρακαλώ. Γρήγορα.»

«Τι έπαθες Ρινούλα μου; Μη φοβάσαι. Δεν θ’ αφήσω κανέναν να σε πειράξει.»

Ο παλιάτσος σταμάτησε την παράστασή του, έπιασε με προσοχή τη μικρή καρδερίνα και την έκρυψε στην τσέπη του σακακιού του. Σήκωσε το κεφάλι του με θυμό και η ματιά του συνάντησε τη ματιά του Δημάρχου. Ο θυμός του έγινε στενοχώρια και μετά θλίψη. Θυμήθηκε το φόβο της καρδερίνας και γέμισε πάλι με θυμό που σύντομα έγινε οργή. Ένιωθε τα πνευμόνια του να προσπαθούν να μην ξεσπάσουν σε βήχα και την καρδιά του να πάλλεται έτοιμη να σπάσει.

Ο Δήμαρχος, αφού κοντοστάθηκε για μερικά λεπτά κοιτώντας στο πουθενά, άρπαξε απότομα το μικρό του γιο και κάνοντας νόημα στη σύζυγό του απομακρύνθηκε από τον πεζόδρομο.

Μέσα σε λίγη ώρα, η αστυνομία της πόλης εμφανίστηκε μπροστά στον παλιάτσο ο οποίος κρατούσε στη χούφτα του τη μικρή καρδερίνα, προσπαθώντας να την πείσει πως δεν υπάρχει πια λόγος να φοβάται.

Ο επικεφαλής αστυνομικός απευθυνόμενος με έντονο ύφος στον παλιάτσο του είπε:

«Έχεις άδεια για να κάνεις αυτή τη δουλειά εδώ στον πεζόδρομο;»

«Άδεια; Για ποιο λόγο; Για να διασκεδάζω τα παιδιά;», ρώτησε απατώντας ήρεμα ο παλιάτσος.

«Βγάζεις χρήματα όμως διασκεδάζοντας τα παιδιά. Έτσι δεν είναι;»

«Δεν έχω εισιτήριο. Δεν υποχρεώνω κανέναν να με πληρώσει. Όμως, ναι βγάζω. Ίσα-ίσα για να πληρώνω το δωμάτιο που μένω και το φαΐ που τρώμε εγώ και η Ρινούλα. Μην ψάχνεις σε μένα αστυνόμε για κρυμμένα πλούτη».

«Είσαι και παντρεμένος ε; Που λες, είναι παράνομο αυτό που κάνεις γιατί δεν έχεις άδεια».

«Μπορεί να είμαι παράνομος με τους νόμους που υπηρετείς εσύ, αλλά εγώ δεν αισθάνομαι καθόλου έτσι. Έχω εκατοντάδες άδειες να σου δείξω.»

«Γι δείξε μου!»

«Δες πίσω σου πόσα παιδικά μάτια σε κοιτάνε! Αυτές είναι οι δικές μου άδειες.»

Ο αστυνομικός γύρισε πίσω του και μόλις τότε διαπίστωσε τον κόσμο που είχε μαζευτεί και είχε κάνει ένα ημικύκλιο.

«Είσαι κακός. Ν’ αφήσεις τον παλιάτσο ήσυχο και να φύγεις», του φώναξε ένα παιδάκι.

Μετά ακολούθησε κι άλλο και σιγά-σιγά οι παιδικές διαμαρτυρίες μαζί με αυτές πολλών γονιών έκαναν την κατάσταση ανυπόφορη για τον αστυνομικό και τους δύο υφισταμένους του.

«Αύριο να μην είσαι εδώ χωρίς άδεια. Μ’ άκουσες;», είπε γεμάτος νεύρα ο αστυνομικός και έκανε να αποχωρήσει.
«Αύριο θα είμαι πάλι εδώ. Μ’ άκουσες; Και πες στο Δήμαρχο πως αν έχει τα κότσια να έρθει εκείνος να με διώξει. Εσύ αστυνόμε δεν έχεις παιδιά;»

«Φυσικά και έχω. Έχω και τ’ αγαπάω πάρα πολύ.»

«Σ’ αυτό είστε ίδιοι με το Δήμαρχο. Αγαπάτε μόνο τα δικά σας παιδιά όπως αγαπάτε τις περιουσίες σας. Σαν κτήματα τα βλέπετε. Να του το πεις κι αυτό του Δημάρχου», είπε ο παλιάτσος και συνέχισε προσπαθώντας να τελειώσει την παράστασή του που με όλα αυτά έμεινε στη μέση.

Αφού τελείωσε το νούμερό του, έβγαλε από τη μεγάλη τσέπη του παντελονιού του ένα γεμάτο σακούλι με καραμέλες.

«Παιδιά, κάτι μου λέει ότι θα βρέξει σε λίγο», απευθύνθηκε ο παλιάτσος στα παιδιά πετώντας συγχρόνως ψηλά τις καραμέλες για να πέφτουν σα βροχή πάνω τους.

Ύστερα, φρόντισε το φαγητό και το νερό της Ρινούλας σε μία άκρη στο διπλανό παγκάκι κι έκατσε να στρίψει τσιγάρο.

«Για πες μου τώρα μικρούλα μου, γιατί τρόμαξες τόσο σαν είδες το Δήμαρχο; Τι ήταν αυτό που σε φόβισε τόσο;», ρώτησε γλυκά ο παλιάτσος τη μικρή καρδερίνα.

Η καρδερίνα, στο άκουσμα του Δημάρχου φούσκωσε τα φτερά της, όπως τα φουσκώνει όταν κρυώνει με τους δυνατούς βοριάδες και κούρνιασε στα πόδια του παλιάτσου.

«Μα τι είναι τέλος πάντων αυτό που συμβαίνει; Γιατί φοβάσαι να μου μιλήσεις;» παρακάλεσε ο παλιάτσος για μια ακόμη φορά τη μικρή του καρδερίνα.

«Θυμάσαι όταν με βρήκες, εδώ σ’ αυτό το παγκάκι, μισολιπόθυμη και φοβισμένη;»

«Φυσικά και θυμάμαι. Ήσουν διψασμένη και ταλαιπωρημένη που δεν μπορούσες ούτε τα φτερά σου να κουνήσεις. Σε ρώτησα τι σου είχε συμβεί αλλά δε μου απάντησες ούτε τότε ούτε κάποια άλλη από τις τόσες φορές που σε ρώτησα. Σταμάτησα, λοιπόν, κι εγώ να σε ρωτάω.»

«Πριν από κάμποσα χρόνια, ένας νεαρός πέρασε από το μαγαζί του μπάρμπα Νίκου. Του ζήτησε μια καρδερίνα για να του κάνει συντροφιά. Ήταν λυπημένος γιατί τσακώθηκε με τον καλύτερό του φίλο. Ο μπάρμπα Νίκος διάλεξε εμένα. Μ’ έβαλε σ’ ένα όμορφο κλουβάκι και μ’ έδωσε στον Πέτρο. Έτσι ήταν τ’ όνομά του νεαρού. Με φρόντιζε και μ’ αγαπούσε κι εγώ, κελαηδώντας προσπαθούσα να του διώχνω τη στενοχώρια και να τον κάνω χαρούμενο».

«Πέτρο είπες; Έτσι λένε και το Δήμαρχο!»

«Κι εσύ παλιάτσο μου πώς ξέρεις το όνομα του Δημάρχου;»

«Ρινούλα, μην αλλάζεις θέμα. Για συνέχισε.»

συνεχίζεται…

 

Ετικέτες: , , , , ,

Ο παλιάτσος του δρόμου και η καρδερίνα-Μέρος 1ο

Ο παλιάτσος του δρόμου και η καρδερίνα-Μέρος 1ο

Ο παλιάτσος του δρόμου και η καρδερίνα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 ΜΕΡΟΣ 1ο 

Παλιάτσος1Ήταν ένα κυριακάτικο ηλιόλουστο ανοιξιάτικο πρωινό. Ήδη, αν και σχετικά νωρίς, ο κόσμος άρχισε να γεμίζει σιγά-σιγά τον μεγάλο πεζόδρομο του κέντρου της πόλης.

Νεαρά ζευγάρια, δεν έχασαν την ευκαιρία, να ξεμυτίσουν λίγο από τα σπίτια τους και να χαρούν, κάνοντας την καθιερωμένη βόλτα, την τρυφερότητα της νιότης τους.

Ζευγάρια ηλικιωμένων, πιασμένοι χέρι-χέρι είπαν να ανανεώσουν εκείνο το πρωινό την αφοσίωση μιας ζωής που έγερνε προς τη δύση της.

Παρέες μεγάλες και μικρές περνούσαν πάνω κάτω κάνοντας, άλλες λιγότερο και άλλες περισσότερο θόρυβο. Άλλωστε γι’ αυτό είναι οι παρέες, για να μας κρατάνε με το θόρυβό τους ζωντανούς.

Πώς θα μπορούσαν μια τέτοια μέρα να λείπουν τα παιδιά; Μικρά και μεγαλύτερα, άλλα γαντζωμένα από την ασφάλεια των χεριών των γονιών τους και άλλα, στο πρώτο τους φτερούγισμα να διεκδικούν από τους γονείς τους λίγα βήματα χωρίς το ασφυκτικό μέχρι και ντροπιαστικό κράτημα του χεριού τους.

Στις άκρες και στο κέντρο, σε διάφορα σημεία του πεζόδρομου, οι καλλιτέχνες του δρόμου, είχαν πάρει θέση για να δώσουν ο καθένας τη δική του σύντομη παράσταση σε μικρούς και μεγάλους θεατές με αμοιβή: Ότι προαιρείσθε!

Κάπου εκεί στην άκρη του πεζόδρομου είχε στήσει το υπαίθριο καλλιτεχνικό του εργαστήρι και ο παλιάτσος μας. Ο μοναδικός παλιάτσος σε όλον τον πεζόδρομο.

Ως «παλιάτσο» τον ήξεραν οι «συνάδελφοί» του στον πεζόδρομο, «παλιάτσο» τον αποκαλούσαν και οι θεατές του, μικροί και μεγάλοι. Σα να μην είχε όνομα, σα να μην δικαιούταν να έχει όνομα.

Τον ίδιο δεν τον ένοιαζε. Για κείνον ήταν αρκετό που μπορούσε να ζωγραφίζει για λίγο το χαμόγελο στα παιδικά πρόσωπα και μαζί και στα πρόσωπα των γονιών τους που έβρισκαν την ευκαιρία να κλέψουν λίγη από τη χαρά και την ευτυχία των παιδιών τους. Κι όσο έβλεπε ο παλιάτσος μας τα παιδιά να γελάνε με τα καμώματά του, άλλο τόσο πάσχιζε να τα κάνει ακόμα πιο πολύ χαρούμενα.

Μερικές φορές, σαν κουραζόταν πολύ, τον έπιανε εκείνο το αναθεματισμένο το άσθμα. Προίκα της ζωής, ατελείωτη που προσπαθούσε να τη βγάλει από μέσα του για να μην τον πνίξει, κάθε φορά που έβηχε.

Όμως, εδώ και καιρό, είχε για παρηγοριά του τη Ρινούλα. Μια μικρή πανέμορφη καρδερίνα με το κόκκινο και το κίτρινο στα φτερά της κλεμμένα από τα χρώματα της ανατολής. Είχε κι εκείνα τα δύο μαύρα φτερά στα δεξιά της, μοναδικό σημάδι για καρδερίνα, που την έκαναν ξεχωριστή.

Σαν τον έβλεπε η Ρινούλα να πνίγεται στο βήχα, φτερούγιζε από το διπλανό δέντρο, πήγαινε και καθόταν στον ώμο του και άρχιζε το κελάηδισμα. Ένα κελάηδισμα γλυκό που το σταματούσε μόνο όταν σταματούσε κι ο παλιάτσος το βήχα του. Τότε εκείνος, την έπαιρνε με τα δυο του χέρια απαλά, την έφερνε κοντά στο πρόσωπό του και τη ρωτούσε: «Μ’ αγαπάς Ρινούλα μου;». «Σ’ αγαπάω παλιάτσο μου. Μόνο εσένα και μόνο για σένα κελαηδάω» του απαντούσε εκείνη και του χάριζε ένα ακόμη μοναδικό κελάηδισμα. Κι εκείνος, φορούσε το χαμόγελό του και συνέχιζε να σκορπάει χαρά στους μικρούς του θεατές.

Εκείνο το πρωί σκέφτηκε κι ο Δήμαρχος της πόλης να κάνει τη βόλτα του στον πεζόδρομο, πράγμα σπάνιο και ασυνήθιστο για το Δήμαρχο που προτιμούσε τις μακρινές βόλτες με άμαξα, παρέα με τη γυναίκα του και τα δυο του παιδιά. Ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να ξαναβρεθεί για λίγο κοντά στους ψηφοφόρους του, να βγάλει και μερικές αναμνηστικές φωτογραφίες. Όλο και κάποια εφημερίδα της πόλης θα ενδιαφερόταν να τις δημοσιεύσει.

Άλλωστε ο Δήμαρχος δεν καταγόταν από κανένα επώνυμο «τζάκι». Ήταν παιδί λαϊκό, αγωνιστής με περγαμηνές, όχι αστεία. Σαν ήταν νέος το είχε βάλει σκοπό να γκρεμίσει οτιδήποτε σάπιο υπήρχε στην πόλη και την κοινωνία της. Στην πορεία σκέφτηκε πως το γκρέμισμα ήταν κομματάκι δύσκολο και είπε να το ρίξει στις επισκευές και τις συντηρήσεις. Κι οι ψηφοφόροι του, προφανώς, το ίδιο σκέφτηκαν.

Δεν προλάβαινε ο Δήμαρχος να χαιρετάει τους ψηφοφόρους του που έτρεχαν, με το που τον έβλεπαν, να τον συναντήσουν και να του σφίξουν το χέρι, άλλοι κάνοντας μια ελαφριά υπόκλιση και άλλοι βγάζοντάς του το καπέλο τους.

Περιχαρής και γεμάτος καμάρι εκείνος προχωρούσε κρατώντας το μικρότερο από τα δύο του παιδιά και συζητώντας ταυτόχρονα με τη σύζυγό του. Που και που σταματούσε για λίγο σε κάποιον καλλιτέχνη του δρόμου. Φεύγοντας, δεν παρέλειπε να αφήνει τον οβολό του εκφράζοντας με γκριμάτσες και χειρονομίες το θαυμασμό του γι’ αυτό που έβλεπε.

Έτσι, κάποια στιγμή η οικογένεια του Δημάρχου έφτασε και στο σημείο που βρισκόταν ο παλιάτσος ο οποίος προσπαθούσε με όλη τη δύναμη της ψυχής του να διασκεδάσει μια παρέα παιδιών που είχαν σταθεί μπροστά του και τον παρακολουθούσαν.

Και τι δεν έκανε ο παλιάτσος μας για να το πετύχει! Αστείες γκριμάτσες και κινήσεις με το σώμα του, ξεκαρδιστικές «τυχαίες» πτώσεις, ζογκλερικά με μπαλάκια και ράβδους.

Τη ζούσε την κάθε μικρή παράσταση που έδινε ο παλιάτσος. Ειδικά αν την έδινε μπροστά σε παιδιά.

Τα παιδιά ήταν η μεγάλη του αγάπη και συγχρόνως το μεγάλο του μαράζι. Το σαράκι που του έτρωγε λίγο-λίγο την ψυχή του.

Σαν ήταν νέος, ήθελε να κάνει πολλά παιδιά. Ονειρευόταν μια αυλή γεμάτη με παιδιά να παίζουν. Όμως, στην κρίσιμη στιγμή, η κοπέλα που αγάπησε, αναγκάστηκε να τον εγκαταλείψει. Δύσκολες εποχές, φτώχεια καταραμένη! Οι δικοί της προτίμησαν να την παντρέψουν με έναν άλλον νέο, φίλο του παλιάτσου ο οποίος, όμως, ήταν πολύ φιλόδοξος. Τόσο πολύ που το αρχικό του όνειρο, να γκρεμίσει το σάπιο και ν’ αλλάξει την κοινωνία, θυσιάστηκε στο βωμό της προσωπικής προβολής και του δημαρχικού αξιώματος.

Οι επαφές με τους ισχυρούς της πόλης ήταν αναπόφευκτες. Χάρη στην εύνοια και την στήριξή τους κατάφερε κι έγινε Δήμαρχος. Οχτώ συνεχόμενα χρόνια στο δημαρχικό θώκο και, κατά πως φαινόταν, θα κέρδιζε και τις επόμενες εκλογές.

Όμως, αυτού του είδους οι συναναστροφές, είναι «δανεικά» κι ο Δήμαρχος τα επέστρεψε με τόκο.

Συνεχίζεται…

 

Ετικέτες: , , , ,

Τα τρία γουρουνάκια που δεν έγιναν ποτέ άνθρωποι

Τα τρία γουρουνάκια που δεν έγιναν ποτέ άνθρωποι

Τα τρία γουρουνάκια που δεν έγιναν ποτέ άνθρωποι

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 γουρουνάκια1Μια φορά και δυο καιρούς, όχι πολύ παλιά, ζούσαν τρία μικρά γουρουνάκια με τη μαμά τους και τον μπαμπά τους. Τα μικρά γουρουνάκια σαν μεγάλωναν θα μπορούσαν να γίνουν άνθρωποι, αν η ανθρωπιά υπερτερούσε της γουρουνιάς. Έτσι το θέλησαν οι μοίρες του κόσμου, έτσι και θα γινόταν.

Τα τρία γουρουνάκια κάποτε μεγάλωσαν οπότε, τους μάζεψε στο σαλόνι του μικρού σπιτιού τους ο μπαμπάς τους-η μαμά τους απουσίαζε στο άλλο το γνωστό παραμύθι-και τους είπε:

Μπ: Μικρά μου γουρουνάκια-τι μικρά δηλαδή, γίνατε κοτζάμ γουρούνια. Μεγαλώσατε, με άλλα λόγια, οπότε πρέπει να φύγετε από τούτο το σπίτι και να πάτε να μείνετε το καθένα στο δικό του σπίτι.

Γ1: Γιατί να φύγουμε βρε πατέρα από το σπίτι;

Γ2: Γιατί έτσι γίνεται στο γνωστό παραμύθι! Άλλωστε με ένα spa στο σπίτι, δεν μπορούμε, πλέον, να εξυπηρετηθούμε όλοι.

Γ3: Εγώ πάντως, δε δέχομαι να κάνω το χαζό και τεμπέλικο γουρουνάκι που πήγε κι έφτιαξε σπίτι από άχυρο. Άκου σπίτι από άχυρο!

Μπ: Μην ανησυχείτε καμάρια μου. Θα σας στείλω εγώ να βρείτε έναν κολλητό μου και θα σας δείξει εκείνος τρεις σπιταρόνες, μέσα στο δάσος με όλα τα κομφόρ.

Γ1: Μέσα στο δάσος δεν είναι παράνομο πατέρα;

Μπ: Το παράνομο και το νόμιμο είναι σχετικά. Δεν είναι καμάρι μου όλα παράνομα για όλους ούτε όλα νόμιμα για όλους. Θα σας τα μάθω τα «κόλπα» σιγά-σιγά.

Γ2: Εγώ πατέρα θέλω να έχει γύρω-γύρω τζαμαρία, να ξυπνάω το πρωί και να πίνω τον καφέ μου κοιτάζοντας το δάσος όπως στις διαφημίσεις.

Γ3: Πατέρα, πού θα τα βρούμε τα λεφτά για να αγοράσουμε τέτοια σπίτια;

Μπ: Γιατί ζαλίζεις το μυαλό σου με τέτοιες λεπτομέρειες; Στο άλλο παραμύθι,  τα τρία γουρουνάκια δεν έκαναν τέτοιες ερωτήσεις;

Γ3: Τώρα όμως είμαστε στο δικό μας παραμύθι και θέλω να μου λύσεις την απορία.

Μπ: Θα πάμε σε μία τράπεζα, δηλαδή σε μία ατμομηχανή της ελληνικής οικονομίας, και θα μας δώσει δάνειο. Το διευθυντή της τράπεζας τον ξέρω. Αγωνιστής. Μαζί δίνουμε τις μάχες για το κόμμα. Ο «μεγάλος» πίνει νερό στο όνομά μας.

Γ1: Και πώς θα το πληρώσουμε το δάνειο πατέρα; Ο μισθός που παίρνουμε δε φτάνει.

Μπ: Μα κι εσύ! Στην εφορία δουλεύεις, τόσα χρήματα περνάνε από τα χέρια σου. Κάνε λίγο το ζόρικο στους πολίτες. Ύστερα, δικαιούσαι κι εσύ ένα δωράκι για τον εαυτό σου!

Γ2: Δωράκι;

Μπ: Ναι καμάρια μου. Δωράκι! Το είχε πει κι ο «μεγάλος».

Γ3: Ποιος είναι ο «μεγάλος»;

Μπ: Ένας ήταν ο «μεγάλος». Αυτός μπορεί να έφυγε αλλά το πνεύμα του και η φιλοσοφία του για τη ζωή, ζουν και βασιλεύουν.

Γ1: Δε μου απάντησες όμως πατέρα. Πώς θα πληρώσουμε το δάνειο;

Γ2: Καλά σου λέει πατέρα!

Μπ: Σας απάντησα καμάρια μου αλλά δεν το καταλάβατε. Ας προσπαθήσω πάλι. Εσύ μικρό μου δε δουλεύεις στην πολεοδομία;

Γ2: Ναι δουλεύω αλλά νομίζεις θα φτάνει ο μισθός;

Μπ: Στο χέρι σου είναι να τον αυξήσεις. Οι δουλειά που κάνεις, άμα θελήσεις, σηκώνει πολύ λάδωμα. Κούνα κι εσύ λίγο τα ποδαράκια σου. Τόσος κόσμος περνάει από την υπηρεσία σου που καίγεται. Άλλους τους κυνηγάει ο χρόνος. Άλλοι την έχουν λερωμένη λίγο τη φωλίτσα τους. Εσύ θα τους βοηθάς στο πρόβλημά τους κι εκείνοι θα σου δίνουν το κάτι τις για να σ’ ευχαριστήσουν. Τι δεν καταλαβαίνεις;

Γ2: Μάλλον κατάλαβα μπαμπούλη. Εγώ κατάλαβα! Για τ΄αδέρφια μου δεν ξέρω.

Γ1: Κι εγώ κατάλαβα και μάλιστα πολύ καλά.

Γ3: Εγώ πάλι, δεν κατάλαβα ή μάλλον δε θέλω να καταλάβω.

Μπ: Αχ, ονειροπόλε μου εσύ! Να δούμε πότε θα θελήσεις να ζήσεις στον πραγματικό κόσμο. Λοιπόν, θα στο κάνω πιο κατανοητό. Χειρουργός δεν είσαι;

Γ3: Ναι και προσπαθώ να σώζω ανθρώπους.

Μπ: Ωραία! Αφού εσύ θα τους σώζεις πειράζει να τους αφήνεις να σ’ ευχαριστούν κι εκείνοι με τον τρόπο τους. Ένα δωράκι δε βλάπτει. Θα ζητάς ένα δωράκι πριν την εγχείρηση. Ζωές σώζεις έτσι δεν είναι; Άλλωστε, το κάνουν κι άλλοι.

Γ3: Αυτοί που το κάνουν δεν είναι γιατροί. Έμποροι είναι μηνν πω τίποτα χειρότερο!

Μπ: Τι να σου πω; Όπως νομίζεις. Πάντως αν θέλεις σπίτι με θέα, καθαρό αέρα, τζακούζια και όλα τα σχετικά, πρέπει να βάλεις λίγο νερό στο κρασί σου. Αλλιώς, βρες ένα αχυρένιο σπίτι, όπως στο άλλο το παραμύθι και μείνε. Όμως, με το πρώτο φύσημα, θα εξαφανιστεί.

Γ3: Δεν πειράζει, ας εξαφανιστεί. Εγώ μπαμπά μου, έβαλα σκοπό να γίνω άνθρωπος αλλά όλα αυτά που μας λες εσύ να κάνουμε είναι γουρουνιές και μάλιστα οι χειρότερες.

Γ1,Γ2: Εμάς, πατέρα δε μας πειράζουν οι γουρουνιές. Άλλωστε γουρούνια είμαστε, γουρουνιές θα κάνουμε.

Γ3: Εντάξει λοιπόν, σας χαιρετώ. Εγώ θα συνεχίσω το δρόμο μου χωρίς εσάς και χωρίς εσένα πατέρα.

Μπ: Κάνεις λάθος μικρό μου. Ξανασκέψου το κι αν αλλάξεις γνώμη, εγώ εδώ είμαι. Αφού ξέρεις, τον έχω τον τρόπο μου.

Το τρίτο γουρουνάκι, το μικρότερο, απομακρύνθηκε γρήγορα από τα’ αδέρφια του και τον μπαμπά του, έψαξε και βρήκε μια μικρή πλαγιά απ΄όπου μπορούσε να βλέπει τη θάλασσα που τόσο του άρεσε.

Έφτιαξε γρήγορα ένα μικρό σπιτάκι από άχυρο. Μπορεί να μην είχε ανέσεις και πολυτέλειες αλλά ήταν σκέτο κουκλί. Είχε κι ένα παράθυρο για να μπορεί να ρεμβάζει κοιτώντας την αγαπημένη του θάλασσα.

Μια μέρα άκουσε το χτύπο της πόρτας.

Γ3: Ποιος είναι;

Λ: Εγώ είμαι ο λύκος. Δε με περίμενες;

Γ3: Πες μου τώρα ότι ήρθες να με φας κι αν δε σου ανοίξω θα φυσήξεις τρεις φορές και θα μου γκρεμίσεις το σπίτι;

Λ: Όχι ρε φίλε. Ο λύκος αυτός είναι στο άλλο παραμύθι. Εγώ άλλωστε είμαι χορτοφάγος. Άσε που δεν έχω κανένα λόγο να σου χαλάσω το σπίτι.

Γ3: Τότε τι θέλεις;

Λ: Κερνάς καφέ να τα πούμε;

Γ3: Έλα πέρνα και βολέψου όπου μπορείς….Έτοιμα και τα καφεδάκια.

Λ: Λοιπόν, άκου το δράμα που περνάω. Από μικρός, το όνειρό μου ήταν να γίνω άνθρωπος. Δεν ήθελα να είμαι λύκος και να με φοβούνται όλα τα παιδάκια όταν διάβαζαν τα παραμύθια. Όμως με όσα έχω δει να κάνουν οι άνθρωποι τους φοβήθηκα. Προτιμώ να μείνω λύκος. Στάθηκα σε μια βιτρίνα με τηλεοράσεις και ράγισε η καρδιά μου.

Μικρά παιδάκια πνιγμένα στη θάλασσα, άλλα πεινασμένα και διψασμένα, άλλα πεθαίνουν άρρωστα.

Γ3: Κάτι τέτοιο έπαθα κι εγώ. Κι εγώ άνθρωπος ήθελα να γίνω για να μπορώ να προσφέρω στους άλλους αλλά βλέπω ότι για να το κάνω αυτό πρέπει να παραμείνω γουρούνι. Βλέπεις, οι άνθρωποι άρχισαν να κάνουν γουρουνιές κι έχω μπερδευτεί. Μάλλον θα συνεχίσω να είμαι γουρούνι.

Λ: Πώς μπερδευτήκαμε έτσι; Τι συμπέρασμα θα βγάλουν τώρα τα παιδιά που θα διαβάσουν το παραμύθι; Στο άλλο το παραμύθι ήταν ξεκάθαρα τα πράγματα. Εσύ ήσουνα το καλό κι εγώ ο κακός.

Γ3: Μην ανησυχείς φίλε μου. Να έχεις εμπιστοσύνη στα παιδιά. Καταλαβαίνουν πολύ περισσότερα από όσα μπορούν να πουν και κυρίως, διαισθάνονται τα πάντα. Και το καλό και το κακό.

Λ: Και τώρα τι κάνουμε;

Γ3: Τώρα; Θα φέρω δύο ποτηράκια να πιούμε από το λικέρ που μου έφτιαξε η μαμά μου και να το γιορτάσουμε.

Λ: Τι θα γιορτάσουμε;

Γ3: Τι άλλο; Το ότι δεν προδώσαμε, τελικά, το όνειρό μας. Θέλαμε να γίνουμε άνθρωποι όχι για να γίνουμε δίποδα αλλά γιατί πιστεύαμε ότι έτσι θα γινόμασταν καλύτεροι. Αν είναι να γίνουμε άνθρωποι-ζώα και να χάσουμε ότι καλύτερο έχουμε, τότε να μας λείπει.

Λ: Σαν καλύτερο μου φαίνεται αυτό το τέλος από το να τσουρουφλίζομαι στο τζάκι του σπιτιού του αδερφού σου…

 

Ετικέτες: , , , , ,

Ο λύκος, η μαμά κατσίκα και τα εφτά κατσικάκια

Ο λύκος, η μαμά κατσίκα και τα εφτά κατσικάκια

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Μια φορά και δύο καιρούς ήταν μια μαμά κατσίκα. Ήταν όμως κατσίκα-κατσίκα. Κατσίκα με τα όλα της, ξέρετε εσείς.

Μια μέρα, μες στην καλή χαρά, αφού είδε όλα τα πρωινάδικα ταυτόχρονα στις εφτά τηλεοράσεις που είχε στο δωμάτιο-TV, ξεκίνησε να πάει την καθιερωμένη βόλτα της.

Θα έβγαινε πρώτα να δει τί καινούργιο βγήκε στις βιτρίνες, μετά θα περνούσε από το Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων του σχολείου των κατσικακίων της μιας και ήταν γραμματέας του Συλλόγου, μετά θα ανέβαινε στα γραφεία του κόμματος που την περίμενε ο πρόεδρος και τέλος θα γευμάτιζε στην πισίνα του ξενοδοχείου «Μάσα, ξάπλα κι αραλίκι» με τον τράγο σύζυγό της.

Εκείνη τη μέρα, τα εφτά της κατσικάκια δεν είχανε σχολείο. Βλέπετε ήταν η Παγκόσμια Μέρα Προστασίας του Έβδομου Ποδιού των Χταποδιών και τα κατσικάκια της ως ενεργά μέλη της εθελοντικής ομάδας του σχολείου τους για την προστασία του έβδομου ποδιού των χταποδιών, θα έμεναν στο σπίτι για να προετοιμάσουν εθελοντικές δράσεις.

[Εδώ και κάμποσα χρόνια, πολλά διεθνή ινστιτούτα θαλασσίων ερευνών, μετά από έρευνες που κόστισαν εκατομμύρια δολάρια, διαπίστωσαν ότι το έβδομο πόδι των χταποδιών τείνει προς εξαφάνιση, κάτι που θα είχε ως αποτέλεσμα, τα χταπόδια να μετατρέπονταν τελικά σε φταπόδια και ίσως αργότερα σε ξαπόδια]

Ήθελαν, επίσης, να προετοιμάσουν εξορμήσεις για να μαζέψουν τροφές για τα άπορα και πεινασμένα προβατάκια της περιοχής, αφού το σχολείο τους μαζί με τη μαμά κατσίκα και τρεις ΜΚΟ, τρεις παρακαλώ, είχαν αναλάβει το κατσικιστικό αυτό έργο.

Έτσι, πριν η μαμά κατσίκα βγει από το σπίτι, μάζεψε τα κατσικάκια της στο δωμάτιο-αίθουσα συνεδριάσεων και τους είπε:

Μ: Κατσικάκια μου όμορφα, ακούστε με καλά. Εγώ θα βγω έξω από το σπίτι γιατί η σημερινή μου μέρα είναι πολύ φορτωμένη. Δε μου έφταναν όλα τα άλλα πρέπει να περάσω κι από το κομμωτήριο να φτιάξω το μαλλί γιατί σήμερα έχω με τον μπαμπά τράγο το γεύμα του εξαμήνου. Καταλαβαίνετε έτσι;

Λοιπόν, θα βάλω βγαίνοντας το συναγερμό. Θέλω να θυμάστε τον κωδικό. Σας τον υπενθυμίζω: ΜΝΗΜΟΝΙΟ1

Κ1: ΜΝΗΜΟΝΙΟ3 μανούλα.

Μ: Όχι χρυσό μου. Το μνημόνιο3 είναι αριστερό. Εμείς είμαστε με το μνημόνιο1, το πρώτο και αυθεντικό. Τέλος πάντων. Δεν θα ανοίξετε σε κανέναν. Μόνο στον οδηγό της λιμουζίνας που θα έρθει για να σας μεταφέρει στις απογευματινές σας δραστηριότητες θα ανοίξετε. Να θυμάστε, το συνθηματικό που θα σας πει είναι ΕΘΕΛΟΝΤΙΣΜΟΣ.

Κ2: Εντάξει μανούλα, μην ανησυχείς. Δεν είμαστε τίποτα χαζά κατσικάκια. Άλλωστε, το έχουμε κάνει τόσες πολλές φορές. Την ξέρουμε τη διαδικασία.

Μ: Προσέξτε, όμως γιατί τις τελευταίες μέρες ήρθε ένας πρόσφυγας λύκος από μια μακρινή χώρα κι όταν λέμε λύκος εννοούμε λαθρολύκος. Επικίνδυνος και αιμοβόρος δηλαδή. Μια μπουκιά θα σας κάνει αν σας κοροϊδέψει και του ανοίξετε.

Κ3. Δεν θα ανοίξουμε σε κανέναν μαμά, μόνο στον οδηγό, αν μας πει το συνθηματικό ΕΘΕΛΟΝΤΙΣΜΟΣ.

Μ: Μπράβο τραγάκι μου μικρό. Εσένα σου έχω απόλυτη εμπιστοσύνη.

Κ4: Εμένα μανούλα δε μου έχειθ εμπιθτοθύνη;

Μ: Κι εσένα μικρή μου κι εσένα. Λοιπόν, τέρμα οι κουβέντες γιατί έχω αργήσει. Γεια σας. Ίσως να σας προλάβω το βράδυ πριν κοιμηθείτε. Αλλιώς, θα τα πούμε αύριο. Γεια σας.

Τα κατσικάκια έμειναν μόνα τους στο σπίτι για να ετοιμαστούν για τις εθελοντικές κατσικιστικές και χταποδιστικές στους δραστηριότητες.

Κ5: Δεν πάμε λίγο στο δωμάτιο-TV να δούμε κανένα παιδικό και μετά να ξεκινήσουμε τη δουλειά μας;

Κ6: Καλή ιδέα. Ελάτε πάμε.

Κ7: Ναι αλλά, όλα τα κανάλια έχουν ειδήσεις. Όλα δείχνουν πρόσφυγες. Κοιτάξτε αυτά τα κατσικάκια-προσφυγόπουλα.

Κ1: Δεν είναι κατσικάκια. Δεν είναι σαν κι εμάς. Προβατάκια είναι και μάλιστα μαυριδερά.

Κ4: Κοιτάκθτε. Δεν έχουν παπουτθάκια θτα ποδαράκια τουθ. Δεν τουθ αγόραθε η μαμά τους.

Κ2: Είναι φτωχά. Δεν είναι σαν κι εμάς.

Κ3: Το βρήκα. Τι λέτε να κάνουμε μια εθελοντική ομάδα στο σχολείο για να μαζέψουμε παπούτσια για τα προσφυγόπουλα; Ωραία ιδέα. Μπορούμε να την παρουσιάσουμε στο τέλος της σχολικής χρονιάς μπροστά στον Δήμαρχο.

Κ4: Εγώ λέω να πούμε θτο μπαμπά να τουθ δώθει λίγα χρήματα. Έχει τόθα πολλά που δεν θα του λείπθουν.

Κ1: Τι είναι αυτά που λες εσύ μικρή; Αν ο μπαμπάς μας σκορπάει τα λεφτά του σε προσφυγόπουλα για μας δεν θα μείνει τίποτα. Θα γίνουμε κι εμείς φτωχοί και τότε θα κάνουν οι άλλοι εράνους για μας.

Η συζήτηση διακόπηκε από τον ήχο του κουδουνιού. Όλα τα κατσικάκια μαζεύτηκαν πίσω από τη θωρακισμένη πόρτα.

Κ4: Ποιοθ είναι παρακαλώ.

Ο: Καλημέρα σας. Ο οδηγός είμαι.

Κ3: Πες μας το συνθηματικό.

Ο: ΕΘΕΛΟΝΤΙΣΜΟΣ

Κ5: Εντάξει. Ετοιμαστείτε να φύγουμε. Ποιος είπαμε ότι είναι ο κωδικός του συναγερμού;

Κ1: ΜΝΗΜΟΝΙΟ3

Κ2: Ξεκόλλα. ΜΝΗΜΟΝΙΟ1 είπε η μαμά. Το πρώτο και αυθεντικό. Το 3 είναι αριστερό είπε. Δεν την άκουσες;

Κ7: Ελάτε μην τσακώνεστε τώρα έχουμε και δουλειές.

Τα κατσικάκια επιβιβάστηκαν στη λιμουζίνα και ξεκίνησαν για το Μεγάλο Μέγαρο που ήταν το σημείο συνάντησης των εθελοντικών ομάδων.

Σε κάτι φανάρια που τους έπιασε το κόκκινο δύο προσφυγόπουλα στέκονταν στην άκρη στο πεζοδρόμιο. Το ένα, το μικρότερο κρατούσε στα χέρια του δύο μικρά πλαστικά ανθρωπάκια και έπαιζε.

Ένα από τα έξι πίσω παράθυρα της λιμουζίνας ήταν ανοιχτό. Το προσφυγόπουλο κοίταξε τη μικρή κατσικούλα, σηκώθηκε και άπλωσε το χεράκι του προσφέροντάς της το ένα από τα δύο ανθρωπάκια. Η μικρή του χάρισε το πιο ωραίο της χαμόγελο και πήρε το ανθρωπάκι στα χέρια της

Κ4: Θ’ ευχαριθτώ, θ’ ευχαριθτώ πολύ.

Κ1: Τι κάνεις εκεί; Κλείσε γρήγορα το παράθυρο. Η μαμά είμαι ότι δεν παίρνουμε ποτέ πράγματα από ξένους. Ξέχασες που μας μίλησε για το λύκο;

Ο: Δεν υπάρχει λύκος εκεί έξω μικρά μου. Το λύκο τον έχουμε μέσα μας. Από το φόβο και το μίσος κινδυνεύουμε όταν μας κυριεύσουν.

Την επόμενη μέρα η μαμά κατσίκα μόλις πληροφορήθηκε το περιστατικό κάλεσε τον οδηγό και του ανακοίνωσε την απόλυσή του…

 

Ετικέτες: ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: