RSS

Tag Archives: ΚΥΡΓΙΑΚΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ

Ψηλότερο να κάνεις το μπόι των ανθρώπων

Ψηλότερο να κάνεις το μπόι των ανθρώπων

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Αποτέλεσμα εικόνας για συννεφα

Όχι γιόκα μου μην κλάψεις.

Μην τους κάνεις τη χάρη να σε θεωρήσουν αδύναμο.

Μην τους δίνεις τη χαρά να δουν τα διαμαντένια σου δάκρυα.

Μην κλάψεις καλέ μου, μονάκριβέ μου και προπαντός μη λυγίσεις. Αυτό θέλουν κι εκείνοι. Να σε κάνουν να λυγίσεις, να χάσεις τη δύναμη της ψυχής σου.

Την ψυχή σου την ίδια θέλουν να χάσεις.

Μην τους αφήσεις να σε στείλουν στο σφαγείο που έχουν στήσει και βρωμάει, εκτός από αίμα, πετρέλαιο και υδρογονάνθρακες και κυρίως κέρδη.

Μην τους εμπιστεύεσαι.

Είναι αυτοί οι ίδιοι που σου έταξαν ευτυχία, ισότητα, αξιοκρατία.

Μέχρι και κανονικότητα σου έταξαν και φυλακισμένη ελευθερία, γαντζωμένη στην ασφάλεια που σου παρέχουν οι χειροπέδες περασμένες πισθάγκωνα.

Μην κλάψεις γιόκα μου. Μονάκριβέ μου. Μην τους χαρίζεις τα δάκρυά σου. Κράτα τα για συγκινήσεις και χαρές μεγάλες. Ακόμα και για λύπες ανθρώπινες, για απώλειες ανείπωτες που ανοίγουν φυλακές και φωτίζουν δρόμους.

Μην κλάψεις εσύ γραμμένε μου, στα τέσσερα σημεία της γης και προπαντός μη φοβηθείς.

Μην τρομάξεις και μην ντραπείς και κυρίως μην ευχηθείς κακό για τα δικά τους παιδιά γιατί σαν εκείνους θα γίνεις, τέρας όμοιο με δαύτους.

Μα εσύ είσαι δεν είσαι τέρας. Η ομορφιά η ίδια με μορφή ανθρώπινη είσαι.

Μην τους αφήσεις να σου ψαλιδίσουν τα πόδια. Σου έχουν ήδη ψαλιδίσει τα φτερά.

Μέχρι να ξαναφυτρώσουν-γιαατί να ξέρεις μονάκριβέ μου, τα φτερά σαν θελήσουμε ξαναφυτρώνουν πιο μεγάλα και πιο γερά από τα πρώτα-πρέπει να έχεις τα δυο σου πόδια δυνατά γα να κρατάς τη στάση την ανθρώπινη την όρθια.

Σκυμμένος σαν βρεθείς δεν λογαριάζεσαι για άνθρωπος.

Μην κλαις καλέ μου.

Σαν βγεις εκεί έξω να ξαναπάρεις, μαζί με τους συντρόφους σου, ότι σου στέρησαν θα δεις πως ο αέρας που ανασαίνεις θα γεμίσει οξυγόνο που θα σου δίνει ζωή.

Ζωή σαν αυτή που θέλουν να σου στερήσουν.

Εσύ δεν έχεις ανάγκη να την αγοράσεις τη ζωή.

Θα την κερδίσεις όπως έκαναν χιλιάδες άλλοι πριν από σένα ομορφαίνοντας τον κόσμο και ψηλώνοντας το μπόι των ανθρώπων.

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Αν δεν το καταλάβατε, φάγατε πάλι άλλη μία ήττα

Αν δεν το καταλάβατε, φάγατε πάλι άλλη μία ήττα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Προσπαθείτε πολύ, είναι ολοφάνερο, εδώ και πολλά χρόνια αλλά δεν μπορείτε.
Θέλετε πολύ να μας πείσετε, μα δεν τα καταφέρνετε γιατί γνωρίζετε, πολλές φορές καλύτερα από εμάς, ποια είναι η αλήθεια.
Προβάλλετε την δήθεν ανωτερότητά σας, αγορασμένη άλλοτε τοις μετρητοίς, άλλοτε κοψοχρονιάς, άλλοτε με το ζόρι και άλλοτε επί πιστώσει ως αδιαπραγμάτευτη και αδιαμφισβήτητη για να καλύψετε την εσωτερική σας κατωτερότητα.
Και μιλάω γι’ αυτό το εσωτερικό κενό που σας χαρακτηρίζει και σας επιτρέπει να μπορείτε να ζείτε σε κάστρα και φρούρια την ίδια στιγμή που δημιουργείτε εκατομμύρια άστεγων.
Για το εσωτερικό κενό που σας οδηγεί στο να παραβιάζετε τους νόμους που εσείς θεσπίσατε στο όνομα της ισονομίας.
Δεν αντέχετε το δίκιο γιατί γεννηθήκατε μέσα στο άδικο, μεγαλώσατε αναπνέοντας αδικία, και ζείτε στο βασίλειο της αδικίας και της εκμετάλλευσης.
Κλέβετε και νομίζετε πως κάνετε κάτι τόσο σημαντικό γιατί δεν είστε άξιοι ούτε να βαδίσετε, χωρίς να κλέψετε την περπατησιά των άλλων.
Βιάζετε, βρίζετε, ασελγείτε, δωροδοκείτε, απειλείτε, σκοτώνετε γιατί δεν είστε πλέον άνθρωποι κι αυτό σας τρώει τα σωθικά επειδή δεν μπορείτε να το αλλάξετε ούτε να πληρώσετε για να εξαφανιστεί. Το κουβαλάτε μέσα σας.
Σπέρνετε το μίσος και το διαχωρισμό, μισείτε το διαφορετικό, το απλό, το όμορφο γιατί δεν μπορείτε να του μοιάσετε και να το χαρείτε. Το θέλετε αλλά δεν μπορείτε.
Στις φλέβες σας δεν κυλάει αίμα αλλά χρυσόσκονη.
Σπάσατε τους καθρέφτες στα θωρακισμένα σπίτια σας, στην αρχή για να μην σας θυμίζουν την παλιά σας ανθρώπινη υπόσταση και αργότερα για να μην σας θυμίζουν ότι γίνατε τέρατα.
Θαρρείτε πως μας τρομάζετε με τις ασχήμιες σας αλλά οι μόνοι που τρέμετε από φόβο είστε εσείς.
Ξέρετε πως το δίκιο δεν πνίγεται και πως το άδικο πάντοτε στο τέλος νικιέται.
Αυτό το τέλος είναι που το ακούτε να έρχεται καλύτερα από εμάς.
Στην αρχή σαν μικρό αυλάκι ακούγεται, μικρό αυλάκι κόκκινο σαν το αίμα αθώων που χωρίς ντροπή δεν διστάζετε να χύσετε.
Και μετά ρυάκι γίνεται και χείμαρρος και ποτάμι φουσκωμένο που θα καθαρίσει τους βρώμικους στάβλους σας.
Ποτάμι φουσκωμένο θα γίνει η οργή και θα σας πνίξει.
Πιστεύετε ότι νικάτε κάθε φορά που ορμάτε σε αδύναμους και ανυπεράσπιστους, μα κάθε φορά καταλαβαίνετε πως “φάγατε” άλλη μια ήττα.
Είστε αναλώσιμοι, μιας χρήσης, κι εσείς και τα αφεντικά σας και τα αφεντικά των αφεντικών σας.
Κοιτάζετε ο ένας τον άλλον από την κορφή ως τα νύχια. Άλλοτε βλέπετε μπότες, ασπίδες, κράνη σκέτους δίποδους αστακούς και άλλοτε πανάκριβα λουστρίνια, λαμέ παντελόνια και φορέματα και πανάκριβα αρώματα για να καλύπτουν την εσωτερική δυσοσμία που αναδύετε. Στο μόνο που διαφέρετε είναι στην αμοιβή σας. Άλλοι πληρώνεστε με λίγες δεκάδες ευρώ και άλλοι με πολλές δεκάδες χιλιάδες.
Χτυπάτε στα κρυφά και στα σκοτάδια οι μεν με γκλομπς και οι δε με νόμους και δικαστικές αποφάσεις.
Αλήθεια σαν ξεγυμνώσεις τον αδύναμο ποιος ξεφτιλίζεται περισσότερο;
Σαν κλέψεις τον ανήμπορο ποιος είναι ο πιο έξυπνος και ο πιο ικανός;
Σας αρέσει η εξουσία και κρέμεστε πάνω της γιατί είστε ετερόφωτοι και το μόνο που ξέρετε να κάνετε πολύ καλά είναι να υπακούτε.
Υποκριτές ως το μεδούλι, τρέχετε στις εκκλησιές και στα μοναστήρια να σώσετε τις ψυχές σας, ξεχνώντας πως ζείτε εδώ και πολύ καιρό με την απουσία τους.
Δεν μπορείτε να δημιουργήσετε, παρά μόνο να καταστρέψετε γιατί δεν κάνατε ποτέ όνειρα που να χωράνε, εκτός από τους εαυτούς σας, έστω ένα κόκκινο τριαντάφυλλο ή μια μελωδία με βιολί κοιτώντας ένα βράδυ το φεγγάρι.
Εντάξει, μην τρομάζετε άλλο.
Απλά είναι όλα αυτά κι ανθρώπινα και πανέμορφα.
Ίσως γι’ αυτό σας φαίνονται τόσο δύσκολα.
Η ανθρωπιά και η ομορφιά, σας προκαλεί αυτανάφλεξη γι’ αυτό καλά κάνετε και τις αγνοείτε παντελώς.
Εμείς αμετανόητοι, θα συνεχίσουμε να βαδίζουμε με την όρθια στάση που ταιριάζει σε ανθρώπους και να συγκινούμαστε με τις ομορφιές της ζωής. Γι’ αυτές άλλωστε αγωνιζόμαστε όσο μπορούμε.
Τις ασχήμιες κρατήστε τις.
Όλες δικές σας.

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Κόκκινο φουστάνι

Κόκκινο φουστάνι

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

– Άντε. Πάμε μια βόλτα να περπατήσουμε. Να δούμε και τις βιτρίνες που τόσο σου αρέσει.

– Εσένα πάλι καθόλου. Άστο καλύτερα. Έτσι κι αλλιώς δεν μπορούμε να αγοράσουμε τίποτα.

Βγήκαν από το σπίτι αγκαλιασμένοι σαν να είχαν γνωριστεί την προηγούμενη μέρα παρόλο που συμπλήρωσαν κοντά τριάντα ένα χρόνια μαζί.

Ο κόσμος στο πεζοδρόμιο αρκετός. Οι περισσότεροι απολάμβαναν την απογευματινή ανοιξιάτικη βόλτα με έναν καφέ στο χέρι όπως επιβάλλουν τα νέα καταναλωτικά ήθη.

Κοντοστάθηκαν σε μια βιτρίνα. Εκείνος μετρούσε άθελά του τις μέρες που μεσολαβούν μέχρι να πληρώσει τη δόση του στεγαστικού, το ηλεκτρικό ρεύμα, και το μήνα στα φροντιστήριο Αγγλικών.

Ούτε που άκουσε τη σύντροφό του να εκφράζει την επιθυμία της για δεύτερη και τρίτη φορά.

– Δεν ακούς που σου μιλάω;

– Ακούω. Φυσικά ακούω.

– Σιγά μην ακούς.

– Έλα πες το μου πάλι.

– Αυτό το φουστάνι. Δεν είναι ωραίο;

– Ποιο;

– Αυτό. Το κόκκινο.

– Καλό είναι.

Οι σκέψεις επέστρεψαν στο μπερδεμένο του μυαλό. Η προσοχή του απομακρύνθηκε πάλι από τη σύντροφό του η οποία εξακολουθούσε να κοιτάζει, μάλλον με παράπονο, τη βιτρίνα με το κόκκινο φουστάνι.

Σκέφτηκε πως τα τελευταία τρία χρόνια δεν είχε αγοράσει για εκείνη ούτε μία κάλτσα, που λέει ο λόγος.

Πώς να τολμήσει άλλωστε να κάνει σκέψη για αγορά. Ήταν τόσες πολλές οι οικονομικές υποχρεώσεις που το κουτσουρεμένο οικογενειακό εισόδημα δεν μπορούσε να τις καλύψει.

Προστέθηκαν και κάτι έκτακτα έξοδα-τα έκτακτα έσοδα ήταν ανύπαρκτο είδος-που απομάκρυναν ακόμη περισσότερο ένα πιθανό ενδεχόμενο αγοράς.

– Να μπούμε να το δοκιμάσω; Νομίζω πως θα μου πάει.

– Έλα τώρα. Τι να δοκιμάσεις; Λες και υπάρχει περίπτωση να το πάρουμε; Άλλωστε ξέρεις πως δεν τα μπορώ αυτά.

Η όψη της σκοτείνιασε. Γύρισε το πρόσωπό της από την άλλη για να μην διαβάσει τα συναισθήματά της. Όμως εκείνος είχε ήδη προλάβει να καθρεφτιστεί στα μάτια της.

Κι είδε τον εαυτό του ευτυχισμένο να ακούει τα γέλια της μικρής του κόρης καθώς έπαιζε ανέμελα με τη φίλη της.

Και διέκρινε τον εαυτό του να γλεντάει και να χορεύει με τους φίλους του στη γιορτή του γιου του.

Είδε ακόμη τον εαυτό του να «αγαπιέται» σφόδρα με το ματατζή σε μια διαδήλωση για τα μνημόνια.

Και ντράπηκε πολύ. Ναι ντράπηκε. Και θύμωσε. Κυρίως με τον εαυτό του.

– Να πάνε να γ…….νε. Πάμε μέσα να το δοκιμάσεις.

– Τι έπαθες; Τρελλάθηκες;

– Και δε χαίρεσαι. Πάμε σε παρακαλώ.

Την έπιασε από το χέρι και την τράβηξε μέσα στο κατάστημα. Η αλήθεια είναι πως της πήγαινε πολύ. Δεν χόρταιναν τα μάτια του να την κοιτάζει και δεν ήξερε αν ήταν επειδή εκείνη ήταν τόσο όμορη ή αν ομόρφυνε ο τρόπος που ο ίδιος πλέον την κοίταζε. Μάλλον ήταν και τα δύο.

Εκείνη κοιτούσε τον εαυτό της στον καθρέφτη και σκεφτόταν πότε θα τελείωνε αυτό το μαρτύριο. Πήγε στο παραβάν και επέστρεψε με το φουστάνι στο χέρι.

– Σας ευχαριστώ. Είναι πολύ ωραίο αλλά δεν θα μπορέσουμε να το πάρουμε. Είναι ακριβό.

– Θα το πάρουμε.

– Μα τι λες τώρα; Και η δόση του δανείου;

– Να πάει να γ….ει. Θα το πάρουμε. Τελείωσε.

Ακολούθησαν στιγμές σιωπής, αμηχανίας και ευτυχίας.

Βγήκαν από το κατάστημα αγκαλιασμένοι.

Την άλλη μέρα, πηγαίνοντας οι άνθρωποι στις δουλειές τους είδαν κόσμο μαζεμένο έξω από την τράπεζα.

Κάποιος το προηγούμενο βράδυ είχε γράψει με κόκκινη μπογιά:

«Το γέλιο της αξίζει πιο πολύ από το στεγαστικό σας».

 

 

Ετικέτες: , , , ,

Μάσκα δεν έχω να γυρνώ

Μάσκα δεν έχω να γυρνώ…

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Mάσκα δεν έχω να γυρνώ

στο καρναβάλι ετούτο
μόνο μια απόχη να τρυγώ

της θάλασσας την πονηριά
και της σιωπής τον πλούτο.

Παντού απλώνεται μια σιωπή, μια βουβαμάρα. Λίγο ένοχη, λίγο ανεξήγητη, λίγο δικαιολογημένη. Όλοι, ή μάλλον οι περισσότεροι, βουτηγμένοι σε βαθιά περισυλλογή αναρωτιούνται.

Τι δεν πήγε καλά; Ποιος έφταιξε; Ποιος φταίει; Εμείς τι κάνουμε; Εμείς γιατί δεν κάνουμε κάτι; Και ποιον να εμπιστευτείς; Υπάρχει άλλη λύση; Μήπως να αφεθούμε στη μοίρα μας και ας γίνει ότι είναι να γίνει;

Οι κυβερνώντες μάς φέρονται σαν να είμαστε υποζύγια γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε πως πράγματι γεννηθήκαμε να ζούμε ως υποζύγια, άρα οφείλουμε τυφλή υπακοή στον ζευγολάτη μας. Ίσως να μην γνωρίζουν πως αν το βόδι «μυγιαστεί» σπάει και αλυσίδες, παρασέρνει και ηνία και ο ζευγολάτης κινδυνεύει άμεσα.

Οι τηλεβόες του συστήματος, μας απευθύνουν το λόγο λες και απευθύνονται σε πρόβατα, γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε ότι είμαστε πρόβατα και για να βγούμε από το μαντρί θα πρέπει να συμμαχήσουμε με το λύκο. Ξεχνάνε όμως πως αυτός που κινδυνεύει με εξαφάνιση δεν είναι τα πρόβατα αλλά ο λύκος.

Οι διαχειριστές του συστήματος μας συμπεριφέρονται ως πελάτες και όχι ως πολίτες, γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε ότι το ζητούμενο δεν είναι τα δικαιώματα των πολιτών αλλά το δίκιο του πελάτη το οποίο πρέπει να αναζητήσει στο καλύτερο μαγαζί πληρώνοντας, εννοείται, το ανάλογο τίμημα.

Bάρα καλή, βάρα γερή,
μια ντουφεκιά ζαχαρωτή
κι άσε να νοιώσει η γαλαρία
του χαρτοπόλεμου τη βία

Μας τριβελίζουν το μυαλό ότι τάχα μαζί τα φάγαμε για να μας κάνουν να πιστέψουμε πως πράγματι η μισή μερίδα που μας πέταξαν αξίζει το ίδιο ή και περισσότερο από τις χιλιάδες μερίδες που κράτησαν για τους εαυτούς τους και την ίδια ώρα μας στέλνουν το λογαριασμό για να πληρώσουμε, όχι μόνο τη δική μας μισή μερίδα μα και τις χιλιάδες δικές τους.

Μας χωρίζουν σε εκατοντάδες εργασιακές ομάδες δίνοντας περισσότερα στη μία ομάδα και λιγότερα στην άλλη ποντάροντας σε συμμαχίες με τους πιο ευνοημένους, υποσχόμενοι πως θα τους εξασφαλίσουν τη συνέχεια της εύνοιας αλλά και με τους πιο αδικημένους, υποσχόμενοι πως θα δώσουν τέλος στην αδικία.

Ξεφτιλίζουν οράματα, ιδανικά και αξίες βαφτίζοντας κάθε τους «μπίζνα» και κάθε αρπαχτή, στο όνομα τάχα της αξιοκρατίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης. Αξιοκρατία υπέρ των ανάξιων, ισότητα υπέρ των εχόντων και δικαιοσύνη υπέρ των δυνατών.

Σκουπίδι η σκέψη την πετώ,

τη λογική απαρνιέμαι
μ’ ένα σαράκι αρμένικο

για δρόμους που δε θέλησα
στις χαραυγές ξεχνιέμαι.

Μας διασπούν σε μικρά ανήμπορα κομμάτια που το καθένα έχει το δίκιο του το οποίο όμως δεν μπορεί να βρει, γι’ αυτό και βαφτίζει άδικο ή λιγότερο δίκιο το δίκιο του διπλανού του. Έτσι ο διπλανός μετατρέπεται από δυνάμει σύμμαχος σε φύσει εχθρός. Φυσικά, ο πραγματικός εχθρός τρίβει τα χέρια του παρακολουθώντας τον πόλεμο μεταξύ συναδέλφων.

Θεωρούν πως τώρα πια περπατάνε σε στέρεο έδαφος, αφού μόλις πριν λίγο έχουν τσαλαπατήσει πάνω στις ψυχές και στις ζωές μας και δεν αντιλαμβάνονται πως βαδίζουν πάνω σε ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί και να τους κάψει με τη λάβα του.

Αγνοούν ή δεν θέλουν να θυμούνται πως οι μεγαλύτερες αυτοκρατορίες κατέρρευσαν όταν στους αυτοκράτορες είχε γίνει συνείδηση πως τίποτα και κανένας δεν μπορεί να τους ταρακουνήσει μέχρι τη στιγμή που ένιωσαν τα θανατηφόρο τράνταγμα της πτώσης.

Επενδύουν σε όποια λογική μπορεί να περικλείει ο πανικός και ο φόβος και στη δημοκρατία της ελεύθερης επιλογής λέγοντάς μας πως είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε αυτό που έχουν αποφασίσει εκείνοι. Μας λένε ορθά κοφτά: εσείς απαγορεύετε να κλέψετε, εμείς όμως επιβάλλεται να το κάνουμε για το καλό σας. Γνωρίζουν όμως πως οι αξίες και τα ιδανικά δεν διαγράφονται, παρά μόνο σκεπάζονται με χώμα, με άμμο ακόμη και με σκουπίδια και πως αρκεί ένας δυνατός αέρας να τα κάνει πάλι ορατά και καθαρά. Και αυτό που αφουγκράζονται να έρχεται δεν είναι απλά δυνατός αέρας αλλά καταιγίδα.

Bάστα το νου, βάστα το νου

να μην γκρινιάξει του καιρού
πού ‘φτιαξε με τον πόνο κλίκα

και τσιγκουνεύεται στη γλύκα.

Ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στο Θανάση Παπακωνσταντίνου για τους στίχους που μας χάρισε και μας κρατάνε συντροφιά ετούτες τις δύσκολες ώρες του πόνου πριν τη γέννα.

 

Ετικέτες: , , ,

Μάσκα δεν έχω να γυρνώ

Μάσκα δεν έχω να γυρνώ…

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Mάσκα δεν έχω να γυρνώ

στο καρναβάλι ετούτο
μόνο μια απόχη να τρυγώ

της θάλασσας την πονηριά
και της σιωπής τον πλούτο.

Παντού απλώνεται μια σιωπή, μια βουβαμάρα. Λίγο ένοχη, λίγο ανεξήγητη, λίγο δικαιολογημένη. Όλοι, ή μάλλον οι περισσότεροι, βουτηγμένοι σε βαθιά περισυλλογή αναρωτιούνται.

Τι δεν πήγε καλά; Ποιος έφταιξε; Ποιος φταίει; Εμείς τι κάνουμε; Εμείς γιατί δεν κάνουμε κάτι; Και ποιον να εμπιστευτείς; Υπάρχει άλλη λύση; Μήπως να αφεθούμε στη μοίρα μας και ας γίνει ότι είναι να γίνει;

Οι κυβερνώντες μάς φέρονται σαν να είμαστε υποζύγια γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε πως πράγματι γεννηθήκαμε να ζούμε ως υποζύγια, άρα οφείλουμε τυφλή υπακοή στον ζευγολάτη μας. Ίσως να μην γνωρίζουν πως αν το βόδι «μυγιαστεί» σπάει και αλυσίδες, παρασέρνει και ηνία και ο ζευγολάτης κινδυνεύει άμεσα.

Οι τηλεβόες του συστήματος, μας απευθύνουν το λόγο λες και απευθύνονται σε πρόβατα, γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε ότι είμαστε πρόβατα και για να βγούμε από το μαντρί θα πρέπει να συμμαχήσουμε με το λύκο. Ξεχνάνε όμως πως αυτός που κινδυνεύει με εξαφάνιση δεν είναι τα πρόβατα αλλά ο λύκος.

Οι διαχειριστές του συστήματος μας συμπεριφέρονται ως πελάτες και όχι ως πολίτες, γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε ότι το ζητούμενο δεν είναι τα δικαιώματα των πολιτών αλλά το δίκιο του πελάτη το οποίο πρέπει να αναζητήσει στο καλύτερο μαγαζί πληρώνοντας, εννοείται, το ανάλογο τίμημα.

Bάρα καλή, βάρα γερή,
μια ντουφεκιά ζαχαρωτή
κι άσε να νοιώσει η γαλαρία
του χαρτοπόλεμου τη βία

Μας τριβελίζουν το μυαλό ότι τάχα μαζί τα φάγαμε για να μας κάνουν να πιστέψουμε πως πράγματι η μισή μερίδα που μας πέταξαν αξίζει το ίδιο ή και περισσότερο από τις χιλιάδες μερίδες που κράτησαν για τους εαυτούς τους και την ίδια ώρα μας στέλνουν το λογαριασμό για να πληρώσουμε, όχι μόνο τη δική μας μισή μερίδα μα και τις χιλιάδες δικές τους.

Μας χωρίζουν σε εκατοντάδες εργασιακές ομάδες δίνοντας περισσότερα στη μία ομάδα και λιγότερα στην άλλη ποντάροντας σε συμμαχίες με τους πιο ευνοημένους, υποσχόμενοι πως θα τους εξασφαλίσουν τη συνέχεια της εύνοιας αλλά και με τους πιο αδικημένους, υποσχόμενοι πως θα δώσουν τέλος στην αδικία.

Ξεφτιλίζουν οράματα, ιδανικά και αξίες βαφτίζοντας κάθε τους «μπίζνα» και κάθε αρπαχτή, στο όνομα τάχα της αξιοκρατίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης. Αξιοκρατία υπέρ των ανάξιων, ισότητα υπέρ των εχόντων και δικαιοσύνη υπέρ των δυνατών.

Σκουπίδι η σκέψη την πετώ,

τη λογική απαρνιέμαι
μ’ ένα σαράκι αρμένικο

για δρόμους που δε θέλησα
στις χαραυγές ξεχνιέμαι.

Μας διασπούν σε μικρά ανήμπορα κομμάτια που το καθένα έχει το δίκιο του το οποίο όμως δεν μπορεί να βρει, γι’ αυτό και βαφτίζει άδικο ή λιγότερο δίκιο το δίκιο του διπλανού του. Έτσι ο διπλανός μετατρέπεται από δυνάμει σύμμαχος σε φύσει εχθρός. Φυσικά, ο πραγματικός εχθρός τρίβει τα χέρια του παρακολουθώντας τον πόλεμο μεταξύ συναδέλφων.

Θεωρούν πως τώρα πια περπατάνε σε στέρεο έδαφος, αφού μόλις πριν λίγο έχουν τσαλαπατήσει πάνω στις ψυχές και στις ζωές μας και δεν αντιλαμβάνονται πως βαδίζουν πάνω σε ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί και να τους κάψει με τη λάβα του.

Αγνοούν ή δεν θέλουν να θυμούνται πως οι μεγαλύτερες αυτοκρατορίες κατέρρευσαν όταν στους αυτοκράτορες είχε γίνει συνείδηση πως τίποτα και κανένας δεν μπορεί να τους ταρακουνήσει μέχρι τη στιγμή που ένιωσαν τα θανατηφόρο τράνταγμα της πτώσης.

Επενδύουν σε όποια λογική μπορεί να περικλείει ο πανικός και ο φόβος και στη δημοκρατία της ελεύθερης επιλογής λέγοντάς μας πως είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε αυτό που έχουν αποφασίσει εκείνοι. Μας λένε ορθά κοφτά: εσείς απαγορεύετε να κλέψετε, εμείς όμως επιβάλλεται να το κάνουμε για το καλό σας. Γνωρίζουν όμως πως οι αξίες και τα ιδανικά δεν διαγράφονται, παρά μόνο σκεπάζονται με χώμα, με άμμο ακόμη και με σκουπίδια και πως αρκεί ένας δυνατός αέρας να τα κάνει πάλι ορατά και καθαρά. Και αυτό που αφουγκράζονται να έρχεται δεν είναι απλά δυνατός αέρας αλλά καταιγίδα.

Bάστα το νου, βάστα το νου

να μην γκρινιάξει του καιρού
πού ‘φτιαξε με τον πόνο κλίκα

και τσιγκουνεύεται στη γλύκα.

Ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στο Θανάση Παπακωνσταντίνου για τους στίχους που μας χάρισε και μας κρατάνε συντροφιά ετούτες τις δύσκολες ώρες του πόνου πριν τη γέννα.

 

Ετικέτες: , , ,

Σαν την Ελπίδα

Σαν την Ελπίδα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Τούτο το «παραμύθι» χάνεται μέσα στα βάθη του χρόνου και της λησμονιάς. Κανένας δεν ξέρει αν είναι πραγματική ιστορία ή δημιουργία του μυαλού και της φαντασίας κάποιου ή κάποιων ανθρώπων.

Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, αυτός που μου την διηγήθηκε ισχυριζόταν πως είναι αληθινή.

Ζούσε, λέει, πριν από πολλά-πολλά χρόνια, σε ένα μικρό παραθαλάσσιο ονειρεμένο χωριό, ένα μικρό κορίτσι που το έλεγαν Ελπίδα. Πατέρας της Ελπίδας ήταν ο Φόβος και μητέρα της η Προσμονή.

Παρόλο που το χωριό ήταν πολύ όμορφο και είχε όλα τα καλά του κόσμου, οι κάτοικοί του, μέχρι να γεννηθεί η Ελπίδα, ήταν θλιμμένοι, αγέλαστοι και αμίλητοι.

Η Ελπίδα, λίγες μόλις μέρες μετά τη γέννησή της, έδειξε ότι κουβαλούσε ανεξήγητες και μαγικές δυνάμεις. Μόλις άγγιξε με τα μικρά της χεράκια τη μητέρα της και τον πατέρα της, εκείνοι, χωρίς να μπορούν να το εξηγήσουν, ένιωσαν να τους πλημμυρίζει χαρά μεγάλη, τόση που το γέλιο ξαναβγήκε από τα χείλη τους και φώλιασε σε κάθε γωνιά του σπιτιού τους. Η θλίψη έφυγε από το πρόσωπό τους και οι καθρέφτες του σπιτιού αποκαλύφθηκαν πάλι μετά από πολλά χρόνια αναμονής, κρυμμένοι κάτω από σεντόνια και κουβέρτες. Βλέπετε, Ο Φόβος και η Προσμονή, δεν άντεχαν να βλέπουν τα πρόσωπά τους σε καθρέφτες.

Η Ελπίδα, κοριτσάκι πια, έκανε παρέα με όλα τα παιδάκια του χωριού μα και με τους μεγάλους. Όλοι ήθελαν να χαϊδέψουν τα ξανθά μαλλάκια της και να συναντηθούν με το γαλαζοπράσινο βλέμμα της. Μετά από κάθε τους χάδι, το χαμόγελο μετακόμιζε στο πρόσωπό τους και η θλίψη ετοίμαζε τις βαλίτσες της μετανάστευσης. Δεν υπήρχε κανένας που να μην γνώριζε ότι αγγίζοντας την Ελπίδα η αισιοδοξία επέστρεφε στο μυαλό του.

Οι κάτοικοι του χωριού ζούσαν μέρες χαράς και δημιουργίας μέχρι που το νέο έσκασε σαν ξεχασμένη νάρκη: Η Ελπίδα αρρώστησε βαριά. Εδώ και δύο μέρες ψηνόταν στον πυρετό και κανένα φάρμακο, κανένα γιατροσόφι δεν μπορούσε να τη συνεφέρει. Ούτε και το ευχέλαιο του παπά μπόρεσε να κάνει κάτι.

Στην πλατεία του χωριού οι συζητήσεις έδιναν κι έπαιρναν. Τα παιδιά σταμάτησαν να παίζουν στις ρούγες κι είχαν συγκεντρωθεί κι αυτά στην πλατεία για να μαθαίνουν τα νέα.

Οι νεώτεροι ζητούσαν συμβουλές από τους γέροντες. Μάταια όμως! Κανένας δεν μπορούσε να δώσει μια λύση.

«Ξέρω το φάρμακο που χρειάζεται το κορίτσι», ακούστηκε δυνατά μια φωνή.

Όλοι έψαχναν να βρουν ποιος μίλησε.

Κάτω από τον μεγάλο φτελιά της πλατείας καθόταν ένας άγνωστος άντρας, ακουμπώντας την πλάτη του στον κορμό του γέρικου δέντρου. Φορούσε ένα μεγάλο ψάθινο καπέλο, ρούχα πολυκαιρισμένα κι ένα κατακόκκινο μαντήλι στο λαιμό.

Είχε κάμποση ώρα που βρισκόταν εκεί, σκαλίζοντας με το δεξί του χέρι το χώμα, χωρίς κανένας να έχει αντιληφθεί την παρουσία του.

«Η γιατρειά του κοριτσιού βρίσκεται στα χέρια και στις ψυχές σας», ξαναμίλησε ο άγνωστος άντρας, τούτη τη φορά πιο δυνατά, χωρίς όμως να σηκώσει ούτε μια στιγμή το βλέμμα του από το χώμα που σκάλιζε με το χέρι του.

«Μην τον ακούτε, είναι τρελός δεν τον βλέπετε;», είπε θυμωμένος ο παπάς.

«Ποιος ξέρει από πού έρχεται!», συμπλήρωσε ο πρόεδρος.

«Γιατί να πιστέψουμε έναν άγνωστο κουρελή;» πρόσθεσε ο δάσκαλος.

Για λίγη ώρα δε μίλησε κανείς.

«Αλήθεια λέει ο άγνωστος», ακούστηκε μια παιδική φωνή και η γονείς έτρεξαν να μαλώσουν το παιδί που μίλησε.

«Έχω γυρίσει όλα τα χωριά και τις πόλεις της χώρας. Το δικό σας είναι το τελευταίο», φώναξε ακόμη πιο δυνατά ο άγνωστος. Μόνο που τούτη τη φορά είχε σηκωμένο το κεφάλι και το βλέμμα του καρφωμένο στο παιδί που μίλησε πριν από λίγο.

«Την Ελπίδα μπορείτε να την σώσετε μόνο αν ονειρευτείτε και θελήσετε να κάνετε τα όνειρά σας πραγματικότητα. Εσείς, αυτό που κάνατε μέχρι τώρα ήταν να περιμένετε από την Ελπίδα να σας δώσει τη χαρά που σας έλλειπε. Κάθε φορά που σας άγγιζε, έχανε και λίγη από τη ζωή της. Ψυχορραγούσε γιατί δεν της επιστρέφατε τη ζωή που σας χάριζε».

«Τι παραμύθια είναι αυτά που λες;», πετάχτηκε πάλι ο δάσκαλος.

«Δε λέει παραμύθια», ακούστηκε πάλι η ίδια παιδική φωνή. Τούτη τη φορά, το παιδί που μίλησε, κρατούσε στο αριστερό του χέρι ένα μεγάλο ξύλο και στο δεξί ένα σουγιά. Με το σουγιά του άρχισε να σκαλίζει το ξύλο.

«Πάντα ήθελα ένα ξύλινο άλογο. Ήρθε η ώρα να το αποκτήσω», είπε πάλι το παιδί και συνέχισε να σκαλίζει το ξύλο. Σιγά-σιγά σκάλισε δύο μάτια, μετά τα ρουθούνια, τα αυτιά και τελευταία άφησε τη χαίτη. Όλοι στο χωριό ήξεραν την ικανότητα που είχε το παιδί αυτό να σκαλίζει μορφές στο ξύλο και στο χώμα.

Ο άγνωστος άντρας σηκώθηκε αργά-αργά, καβάλησε το άλογό του που ήταν δεμένο λίγο πιο πέρα και πήρε το δρόμο που οδηγούσε έξω από το χωριό.

Σε κανέναν δε μίλησε μα και κανένας δεν τον χαιρέτησε.

Το παιδί, καβάλησε το ξύλινο άλογό του και κίνησε για το σπίτι της Ελπίδας.

Σαν έφτασε, έτρεξε γρήγορα στο δωμάτιό της. Την είδε ξαπλωμένη στο κρεβάτι να ανασαίνει βαριά με τα μάτια κλειστά.

«Ελπίδα, εγώ είμαι, ο φίλος σου. Μ’ ακούς; Ήρθα να σου δείξω κάτι που έφτιαξα. Πάντα ονειρευόμουν να αποκτήσω ένα ξύλινο άλογο. Άνοιξε τα μάτια και δες το. Τα κατάφερα. Για σένα το έφτιαξα.»

Πολύ γρήγορα, κόσμος πολύς μαζεύτηκε έξω από το σπίτι της Ελπίδας.

Το παιδί, έπιασε το σχεδόν άψυχο χέρι της Ελπίδας και το έβαλε στη χαίτη του ξύλινου αλόγου.

Το χέρι της Ελπίδας κουνήθηκε και χάιδεψε το μικρό παιδί. Τα μάτια της άνοιξαν. Οι γονείς της, ο Φόβος και η Προσμονή, βγήκαν από το δωμάτιο και ανακοίνωσαν το ευχάριστο νέο στους συγκεντρωμένους.

«Η Ελπίδα ζει! Η Ελπίδα ζει! Είχε δίκιο ο άγνωστος καβαλάρης», άρχισαν να φωνάζουν όλοι μη μπορώντας να συγκρατήσουν τα δάκρυα χαράς που έτρεχαν από τα μάτια τους.

Η Ελπίδα έγινε καλά, η ζωή στο χωριό ξαναβρήκε το ρυθμό της αφού οι κάτοικοί του άρχισαν να κάνουν όνειρα και προσπαθούσαν τα όνειρα αυτά να τα πραγματοποιήσουν.

Μέχρι πότε; Κανείς δεν ξέρει. Ούτε αυτός που μου διηγήθηκε ετούτη την παράξενη ιστορία.

 

Ετικέτες: , ,

Είπαμε το μεγάλο «ναι» αντί να πούμε το μεγάλο «όχι»;

Είπαμε το μεγάλο «ναι» αντί να πούμε το μεγάλο «όχι»;

                  Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Δηλαδή πάει τελείωσε; Αυτό ήταν; Δεν θα ξαναμιλήσουμε; Δεν θα γελάσουμε ξανά; Ούτε θα αγαπήσουμε κι ούτε θα κάνουμε πάλι όνειρα σαν εκείνα που κάναμε κάθε βράδυ στα καλοκαίρια των παιδικών μας χρόνων τότε που πετούσαμε ανάμεσα στη γη και στα άστρα;

Δεν θα βαδίσουμε ξανά στο δρόμο με τις γροθιές υψωμένες και το πείσμα να ξεχειλίζει μαζί με το δίκιο και τη σιγουριά της νίκης;

Δεν θα πιάσουμε τα βιβλία με μεράκι για να γνωρίσουμε τους εαυτούς μας, τον κόσμο και τους ανθρώπους;

Δεν θα ομορφύνουμε τους εαυτούς μας, τον κόσμο και τους ανθρώπους; Αλλιώς  πως θα μπορέσουμε να τους κάνουμε πιο φωτεινούς;

Θα ζούμε από δω και πέρα στη θλίψη, τη δυστυχία και την ανημποριά; Ώστε δεν μπορούμε λοιπόν να κάνουμε τίποτα; Ηττηθήκαμε από τους εαυτούς μας και όσους μας περιβάλλουν και φροντίζουν πριν από μας, για μας, χωρίς εμάς;

Τους παραδώσαμε τα κλειδιά έτσι; Χωρίς ούτε μια βλαστήμια;

Είπαμε το μεγάλο «ναι» αντί να πούμε το μεγάλο «όχι»;

Και τι θα πούμε αύριο στα παιδιά μας; Τι θα πούμε στους παππούδες και στις γιαγιάδες μας; Σε όλους αυτούς που μάτωσαν σε κελιά, σε ξερονήσια, που περπάτησαν με τα γόνατα σε τριβόλια; Σε όλους αυτούς που θυσιάστηκαν με τη βεβαιότητα ότι η θυσία τους δεν θα πάει χαμένη;

Θα τους πούμε πως δεν μπορέσαμε; Κι εκείνοι γιατί μπόρεσαν;

Τι θα πούμε στους μαθητές μας; Ότι τους διδάσκουμε το ψέμα και την υποκρισία; Ότι είμαστε μόνο λόγια παχιά και κούφια που δεν τα νιώθουμε και δεν τα εννοούμε;

Θα αναφωνήσουμε: ναι μεν αλλά; Για να ξεγελάσουμε ποιον;

Θα καλυφθούμε πίσω από τις όποιες ηγεσίες τις οποίες εμείς οι ίδιοι έχουμε επιλέξει;

Ή μήπως θα αρχίσουμε τις ευχές και τα «μακάρι»; Τα «πρέπει» και τα «ίσως θα ήταν καλύτερα»;

Ας κρατήσουμε λοιπόν το λίγο, το τίποτα, το εφικτό αφού αυτό μας αξίζει κι ας αφήσουμε το «όλον» για τους «ωραίους» και τους «μεγάλους», γι’αυτούς που κυνήγησαν το όνειρο μέχρι το τέλος και έκαναν τον αγώνα στάση ζωής.

Ας αφήσουμε το όραμα για τους μάγκες κι εμείς ας ζήσουμε στη μιζέρια και στην ομίχλη.

 

Ετικέτες: , , , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: