RSS

Tag Archives: ΚΥΡΓΙΑΚΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ

ΘΕΑΤΡΙΚΟ: ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ

ΘΕΑΤΡΙΚΟ

 

«ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ»

 Χρήστος Επαμ. Κυργιάκης

ΠΡΑΞΗ 1η

 

Η ιστορία διαδραματίζεται στο καφενείο: «Το ραντεβού της νεολαίας». Μόνιμοι θαμώνες στο καφενείο της γειτονιάς μια παρέα  συνταξιούχων για να περνάνε το χρόνο τους και να γεμίζουν τη μοναξιά τους. Τους τοίχους του καφενείου κοσμούν οι φωτογραφίες του Κωνσταντίνου Καραμανλή, του Ανδρέα Παπανδρέου, του Κώστα Σημίτη, του Κώστα Καραμανλή, του Γιώργου Παπανδρέου, του Αντώνη Σαμαρά και του Αλέξη Τσίπρα. Σε μια ιδιαίτερη θέση, δίπλα στο εικονοστάσι, βρίσκεται κρεμασμένη και η φωτογραφία του Κώστα Μητσοτάκη, «διανθισμένη» με μια αρμαθιά σκόρδα για καλό και για κακό.

 

Είναι 9 η ώρα το πρωί, ημέρα Δευτέρα 2 Απριλίου. Οι φίλοι και οι φίλες μας πληρώθηκαν τη σύνταξή τους και το κλίμα είναι θετικό.

Η μουσική που έβαλε η Ντίνα, η γυναίκα του καφετζή, του Γρηγόρη, ταιριάζει με το θετικό κλίμα. Ήδη στο καφενείο βρίσκονται ο Αντώνης, ο Κώστας, η Ευτέρπη και η Γεωργία.

 

ΝΤΙΝΑ: Αντωνάκη μου, στον πέτυχα τον καφέ σήμερα, έτσι δεν είναι;

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Μωρέ τον πέτυχες… στο «δόξα πατρί». Αν είχε και λίγο καφέ μέσα θα μπορούσες να τον πεις και «καφέ».

 

ΝΤΙΝΑ: Μια ζωή γκρινιάρης και γρουσούζης, γι’ αυτό έμεινες μόνος σου.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Είσαι οχιά και μέγαιρα.

 

ΕΥΤΕΡΠΗ: Έλα Ντίνα μου, μην του δίνεις σημασία.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Μίλησε και η «Τέρπη». Άκου Τέρπη! Αλλά, τι ανάγκη έχεις; Ας έπαιρνα κι εγώ τη συνταξάρα που παίρνεις εσύ και να δεις τι πλακίτσες θα έκανα.

 

ΕΥΤΕΡΠΗ: Δούλεψα τόσα χρόνια Αντώνη.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Ε βέβαια, ενώ εμείς κάναμε διακοπές στις Μπαχάμες. (ειρωνικά). Δούλεψες! Σ’έφαγε το λιοπύρι. Καθόσουνα αναπαυτικά στα δικαστικά έδρανα και απένειμες τάχα δικαιοσύνη, κι εσύ κι ο άντρας σου. Άιντε μην ανοίξω το στόμα μου, άιντε μην τ’ ανοίξω.

 

ΝΤΙΝΑ: Μπα! κλειστό το είχες τόση ώρα;

 

(Παύση…)

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: (Ψιθυριστά και εμπιστευτικά). Δεν ξέρω εσύ Τέρπη μου πως τα πας με τον Σόλωνα, πάντως εγώ έχω θέμα με τον Τάσο.

 

ΤΕΡΠΗ: Τι θέμα;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Να, ξέρεις…καταλαβαίνεις…σεξουαλικής φύσεως.

 

ΤΕΡΠΗ: Τι; Δεν ανταποκρίνεται;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ανταποκρίνεται, δε λέω. Κάνε πιο δω να σου πω. Κάθε φορά που παίρνουμε τη σύνταξη, θέλει να το γιορτάζουμε.

 

ΤΕΡΠΗ: Μπα, και δεν του φαινότανε. Κοίτα να δεις ο Τάσος!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ναι αλλά, μόλις αρχίσει κι ανεβάσει παλμούς αρχίζει και «ξεφυσάει».

 

ΤΕΡΠΗ: Ταύρος πραγματικός ο Τάσος σα να λέμε!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ναι αλλά δεν ξεφυσάει από το στόμα.

 

ΤΕΡΠΗ: Κι από πού ξεφυσάει;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: (γεμάτη ντροπή) Από…τον πισινό.

 

(Ακούγονται τρανταχτά γέλια. Ο Κώστας που ήταν λίγο πιο πέρα άκουσε όλη τη συζήτηση)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Συγνώμη Γιωργίτσα μου, δεν το έκανα επίτηδες. Αλλά μου φάνηκε τόσο αστείο. (γελώντας) Άκου να «ξεφυσάει»!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Καλά δε ντρέπεσαι να κρυφακούς; Αλλά τι περιμένεις από έναν άνθρωπο που ήταν σε όλη του τη ζωή χασάπης; Από πού να μάθει τρόπους; Από τα μοσχάρια ή από τα γουρούνια;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Χασάπης ήμουνα και λέω τα πράγματα με το όνομά τους. Βλέπεις, δεν ήμουνα δικηγόρος σαν τον Τάσο σου (αρχίζει πάλι να γελάει). Άκους εκεί να «ξεφυσάει»!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Γέλα τώρα που μπορείς γιατί σε λίγο, θα πλακώσει το σόι σου για την «είσπραξη» και θα σου κοπεί το γέλιο. Ούτε μία δεκάρα δεν θα έχεις αύριο στην τσέπη σου βρε κακομοίρη!

 

(Πριν καλά-καλά προλάβει η Γεωργία να τελειώσει τη φράση της, η πόρτα του καφενείου ανοίγει και εισέρχεται ο Δημήτρης, ο γιος του Κώστα)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Καλημέρα σε όλους. Πατέρα, καλημέρα. Όλα καλά; Ντινάκι, μου φτιάχνεις ένα καφεδάκι σε παρακαλώ, έτσι μερακλίδικο να το φχαριστηθώ;

 

ΝΤΙΝΑ: Να σου φτιάξω, γιατί να μη σου φτιάξω. Δε μου λες Δημητράκη μου. Κερασμένος από τον μπαμπά σου;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Ντινάκι μου με πληγώνεις. Επειδή, δηλαδή με χτύπησε η ατυχία σα το χταπόδι στο βράχο, θα πρέπει η κοινωνία να πέσει να με φάει;

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Ποια ατυχία Δημητράκη; Για ποια ατυχία μιλάς; Είχες μια χαρά στρωμένη δουλειά από τον πατέρα σου και την εγκατέλειψες.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Κυρ-Αντώνη, άσε αυτά που εγκατέλειψα εγώ και πιάσε αυτούς που εγκατέλειψαν εσένα.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Μπορείτε σας παρακαλώ να σταματήσετε; Στο κάτω-κάτω δεν σας αφορά τι κάνω εγώ με τα λεφτά μου. Δική μου είναι η σύνταξη και την κάνω ότι θέλω.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Καλά σας λέει ο πατέρας μου. Μπράβο ρε πατέρα, τους έβαλες στη θέση τους.

ΚΩΣΤΑΣ: Μάλλον δεν κατάλαβες καλά γιε μου. Αυτά που είπα αφορούν και σένα. Τέρμα το άρμεγμα. Ότι έφαγες, έφαγες. Το μαγαζί είναι ακόμα στη θέση του και σε περιμένει. Αύριο κιόλας αν θέλεις ξεκινάς.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Τι μου λες τώρα ρε γέρο; Και τη μεγάλη μου αγάπη τι να την κάνω; Να την παρατήσω; Κρίμα είναι;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Για ποια μιλάς; Γνώρισες καμιά κοπέλα;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Κοπέλα;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Ε, τι γνώρισες; Μπουλντόζα;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Η μεγάλη μου αγάπη είναι η ποίηση. Πόσες φορές να στο πω; Έχω εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές. Είναι θέμα χρόνου, μέχρι να με ανακαλύψουν οι αναγνώστες. Ειδικά η τελευταία μου συλλογή αναμένεται να κάνει θραύση. Ο εκδότης μου είναι σίγουρος.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Ο εκδότης σου είναι σίγουρος γιατί σε μαδάει κανονικά. Δηλαδή, όχι εσένα. Εμένα έχει τσουρομαδήσει όπως τη γριά κότα πριν την κάνουν σούπα.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: (μαζεμένος γιατί βλέπει ότι χάνει τη χρηματοδότηση)

Πατέρα, είσαι άδικος. Άμα σου διαβάσω μερικούς στίχους από ένα τελευταίο ποίημά μου, θα αλλάξεις γνώμη.

 

(Βγάζει την ποιητική του συλλογή από το σακίδιό του, το ανοίγει και αρχίζει να διαβάζει όρθιος. Εν τω μεταξύ η Ντίνα του φέρνει και τον καφέ που είχε παραγγείλει)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Λέγεται: «Ζαρζαβατικούλι μου».

Δεν άντεξα όταν σε είδα/πίσω από τη λαχανίδα

Γλυκούλα σαν μια ντοματούλα/και ζουμερή σαν πατατούλα

Άγρια ήσουν σαν τσουκνίδα/κι αφράτη σαν την κουνουπίδα

 

ΝΤΙΝΑ: Κουνουπίδι λέγεται, όχι κουνουπίδα.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Ποιητική αδεία, αγράμματη, αλλά τι να καταλάβεις εσύ από ποίηση;

ΝΤΙΝΑ: Αν σου φέρω το δίσκο στο κεφάλι να δεις εσύ τι θα καταλάβεις.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Δεν πα να φτιάξεις καμιά σαλάτα λέω εγώ, να λιγδώσει λίγο και το άντερό σου.

 

(Εν τω μεταξύ ο Κώστας, είχε γύρει πάνω στο τραπέζι με τα χέρια του να έχουν αγκαλιάσει το κεφάλι σα να θέλει να προφυλαχτεί από σεισμό. Δεν άντεξε κι έβαλε τα κλάματα. Σκουπίζει τα μάτια του και αρχίζει να μιλάει)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκες, η σχωρεμένη η μάνα σου ονειρευόταν μεγαλεία για σένα. Πως θα γίνεις μεγάλος και τρανός. Σε ήθελε το λιγότερο πρωθυπουργό της Ελλάδας.

(Γυρνώντας προς τη φωτογραφία του Ανδρέα Παπανδρέου σταυροκοπιέται) Μεγάλε Ανδρέα, σχώρα με. Χατίρι δε σου χάλασε ποτέ. Θα το χαλάσεις το παιδί, της έλεγα. Το χαβά της αυτή.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Η μητέρα με αγαπούσε και με πίστευε όσο κανείς άλλος στον κόσμο. Είχε αντιληφθεί από πολύ νωρίς την κλίση μου στην ποίηση.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: (Φασκελώνοντάς τον  και με τα δύο χέρια)

Να, πάρε δέκα Νόμπελ για να ησυχάσεις.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Βλέπεις, εκείνη ήταν από τζάκι. Δε συγχώρεσε ποτέ στον εαυτό της το ότι ερωτεύτηκε εμένα, έναν χασάπη. Προσπάθησα να τη συνεφέρω αλλά δεν έπαιρνε από λόγια. Κι εσύ, βρε παλιοτόμαρο κατάλαβες από νωρίς την αδυναμία που σου είχε και την εκμεταλλευόσουνα μέχρι εκεί που δεν παίρνει.

 

(Ο Δημήτρης κάθεται σε μια καρέκλα και ακούει με σκυφτό το κεφάλι)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Όμως Δημητράκη μου ως εδώ. Δεν αντέχω άλλο. Έστω κι αν είναι αργά, αποφάσισα να το σταματήσω αυτό το παραμύθι. Η χρηματοδότηση κομμένη. Η θα δουλέψεις το μαγαζί ή να αρχίσεις να τρως τις ποιητικές συλλογές σου.

 

(Ο Δημήτρης σηκώνεται. Με σκυφτό το κεφάλι και αργά βήματα, κατευθύνεται προς την πόρτα του καφενείου για να φύγει)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Εντάξει πατέρα, έχεις δίκιο. Φεύγω.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Και που πας;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Πάω να φάω τις ποιητικές μου συλλογές, όπως είπες. Άλλωστε έχω τρεις μέρες να βάλω μπουκιά στο στόμα μου. (Φεύγει τρέχοντας)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Στάσου, μη φεύγεις. Δεν μου απάντησες (Τον ακολουθεί με το γέρικο βηματισμό του. Στο καφενείο επικρατεί απόλυτη σιωπή)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Μικρά παραμύθια για μεγάλους

Μικρά παραμύθια για μεγάλους

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Ο καθηγητής σταμάτησε για λίγο τη διδασκαλία και είπε ένα σύντομο αστείο για να χαλαρώσει κάπως τους μαθητές του.
Αμέσως μετά…
– Πολύ ωραία η μπούζα που φοράτε κύριε, του είπε ένας μαθητής.
– Ευχαριστώ πολύ. Να μου πεις πότε έχεις γενέθλια να σου πάρω μία ίδια, απάντησε εκείνος γελώντας.
– Εγώ θα ήθελα να είχα το μυαλό σας, είπε ένας άλλος.
– Έχεις το δικό σου παιδί μου. Άλλωστε το δικό μου αρχίζει και φυραίνει.
– Εγώ θα ήθελα την καρδιά σας κύριε, είπε ένας τρίτος μαθητής.
Ο καθηγητής, προφασιζόμενος ενόχληση στο μάτι, βγήκε στο διάδρομο. Σκούπισε τα μάτια και έκανε να ξαναμπεί στην αίθουσα.
Δεν κατάλαβε το πόσο ψήλωσε στις λίγες αυτές στιγμές με αποτέλεσμα το κεφάλι του να βρει στο κούφωμα της πόρτας…

 

 

Ήταν μια φορά ένας γονιός που έμαθε στα παιδιά του να μισεί τους ξένους τους ανήμπορους και τους διαφορετικούς.
Τα χρόνια πέρασαν και ο πατέρας μεγάλωσε. Έγινε γέρος άρρωστος κι ανήμπορος.
Τα παιδιά του είχαν μάθει καλά το μάθημα τους και εφάρμοσαν πίστα τις οδηγίες του πατέρα τους.
Τον έδιωξαν από το σπίτι ακολουθώντας τις απόψεις που χρόνια ριζωναν στην κατάμαυρη ψυχή τους.
Ο πατέρας βρέθηκε από περαστικούς ξεπαγιασμένους κάποιο χειμωνιάτικο βράδυ στο παγκάκι ενός πάρκου.
Κανείς δεν τον αναζήτησε.
Κανείς δεν έκλαψε για κείνον εκτός από το αδέσποτο σκυλί που του έκανε παρέα τους τελευταίους μήνες.

 
– Δεν θέλω να με φοβίζεις ούτε να σε τρομάζω. Αγάπη θέλω να δίνω και να παίρνω. Να αναπνέω την ανάσα σου και να ανασαίνω μαζί σου.
– Μου ζητάς πολλά. Έτσι δεν θα μείνει ανάσα για μένα.
– Θαρρείς πως δεν το ξέρω οτι σε τούτο τον κόσμο μοιάζω σαν από άλλο πλανήτη μακρινό κι ανεξερεύνητο; Στην πρώτη ευκαιρία θα φύγω και θα πάω στον κόσμο μου.
– Και τότε ποιος θα ανασαίνει μαζί μου;
– Γίνε ο κόσμος μου για να μείνω!

 
– Κάθε φορά που κοιτάς το ηλιοβασίλεμα σε πιάνει θλίψη. Είναι επειδή αφήνεις πίσω σου άλλη μια μέρα?
– Όχι, δεν είναι γι΄αυτό.
– Τότε?
– Είναι για την ανατολή της αυριανής μέρας.
– Δηλαδή?
– Φοβάμαι μην κυλήσει αύριο η μέρα δίχως φως και ήχους, δίχως χρώματα και μουσικές. Βουβή, γκρίζα και κρύα. Φοβάμαι μην κυλήσει χωρίς να τη ζήσω.

 
– Μου είπες πως θα μου μάθεις να διαβάζω τα βλέμματα. Πες μου τι πρέπει να κάνω και θα το κάνω.
– Πρέπει πρώτα να πλύνεις την ψυχή σου με δάκρυα, να τη λούσεις με γέλια και να τη στεγνώσεις με τα φύλλα της καρδιά σου.
– Και μετά θα μπορώ τα βλέμματα να διαβάζω χωρίς να χρειάζεται να μιλούν τα χείλη?
– Ναι και τότε αλίμονό σου!
– Γιατί?
– Γιατί θα ακούς λέξεις που δεν θα ήθελες να ακούσεις και που ίσως δεν θα είχαν ειπωθεί ποτέ. Θα μαθαίνεις αλήθειες πικρές που θα σε κάνουν να πεθαίνεις σιγά-σιγά σαν το δηλητήριο. Επιμένεις?
– Επιμένω. Πιο καλά να χάνεσαι μες στην αλήθεια παρά να υπάρχεις ανασαίνοντας το ψέμα.

 
– Για κοιτάξτε με. Είμαι κομψός, ωραίος, καλοντυμένος. Είμαι διευθυντής, βουλευτής, υπουργός, εξουσιάζω υφισταμένους.
– Κάτω από το ύφος και τα ρούχα τι κρύβεις? Την εξουσία που κάποιοι σου τι χάρισαν και κάποιοι την ανέχονται μπορεί αύριο να τη χάσεις και χωρίς αυτήν θα νιώθεις ένα τίποτα γιατί το τίποτα δεν μπορεί να νιώσει τίποτε άλλο.
– Θα σε συντρίψω για όσα λες.
– Πάλι τίποτα θα νιώσεις. Το τίποτα είναι γραφτό να μένει τίποτα. Εσύ θα συντριβείς.

 
Ξάπλωσε δίπλα της την ώρα που εκείνη κοιμόταν. Μετρούσε τις αναπνοές της και τις ένιωθε δικές του.
Σαν ξύπνησε και την αντίκρισε διάβασε στα μάτια της το όνειρο που είδε και τρόμαξε.
Το πήρε απόφαση. Δεν θα την άφηνε να ξαναδεί άσχημο όνειρο. Μπορούσε πια να το πετύχει κι αυτό για χάρη της.
Το τελευταίο πλέον που του έμενε να καταφέρει ήταν να αναπνέει για κείνη.

 
– Δεν καταλαβαίνεις ότι η αγάπη σου με πνίγει? του είπε.
– Πόσο θα ήθελα να νιώσω μια φορά να πνίγομαι από τη δική σου αγάπη κι ας ήταν η τελευταία μου, της απάντησε και πήρε το δρόμο της φυγής χωρίς επιστροφή.

 
Του είπαν πως δεν βλέπει και παραδέχτηκε ότι είναι τυφλός. Έβλεπε καλύτερα κι από γεράκι.
Του είπαν πως δεν ακούει και παραδέχτηκε πως είναι κουφός. Άκουγε καλύτερα κι από δελφίνι.
Του είπαν πως δε νιώθει. Εκεί λύγισε. Γονάτισε και ξέσπασε σε κλάματα. Η καρδιά του δεν το άντεξε κι έσπασε. Τον βρήκαν την άλλη μέρα δίπλα σε μια τριανταφυλλιά να έχει κλεισμένη στη χούφτα του μια φωτογραφία. Είχε πάψει να ανασαίνει.

 

 

 

 

Ετικέτες: , , ,

Ποτέ πια φασισμός

Ποτέ πια φασισμός

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Γεννήθηκαν στην ίδια γειτονιά, σχεδόν ταυτόχρονα στις 15 Αυγούστου του 1924. Η μία, η Κλειώ, γεννήθηκε 2 ώρες μετά την άλλη, τη Δώρα.

Μαζί έκαναν τα πρώτα τους βήματα, τα πρώτα παιχνίδια, τις πρώτες σκανδαλιές. Οι γονείς τους ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που δεν ήθελαν τα παιδιά τους να μείνουν αγράμματα. Ας ήταν κορίτσια, θα πήγαιναν στο σχολείο και θα μάθαιναν γράμματα. Το μυαλό σαν το αφήσεις αγράμματο και απαίδευτο δεν μπορεί να πετάξει. Μένει φοβισμένο και κουρνιασμένο. Ας ήταν φτωχοί που τα ‘φερναν δύσκολα βόλτα. Τα κορίτσια δεν θα μεγάλωναν ούτε εσώκλειστες σε κάποιο σπίτι ούτε ανάμεσα στις μηχανές του κοντινού υφαντουργείου.

Στις δύο φίλες άρεσε πολύ το σχολείο. «Τα παίρνουν τα γράμματα καλύτερα από τα’ αγόρια» έλεγε συχνά ο δάσκαλός τους. Όμως, πιο πολύ τους άρεσε να ξεφυλλίζουν εκείνο το μεγάλο βιβλίο που τους χάρισε ο θείος της Κλειώς.

Έγραφε για χώρες άγνωστες, μακρινές, για ανθρώπους με άλλες συνήθειες, ήθη και έθιμα. Είχαν υποσχεθεί η μία στην άλλη πως θα έκαναν ότι μπορούσαν για να ταξιδέψουν στις χώρες εκείνες. Πάνω απ’ όλα όμως είχαν δώσει όρκο να επισκεφτούν το Αϊβαλί, τον τόπο καταγωγής των γονιών τους και όλων των συγγενών τους.

Την ημέρα των γενεθλίων τους το 1940 καθώς έκλειναν τα 16, έφτασαν τα μαντάτα. Το ελληνικό καταδρομικό «Έλλη»,  βυθίστηκε από τορπίλη ιταλικού υποβρυχίου, του Delfino, όπως έγινε αργότερα γνωστό.

Βέβαια, τα τελευταία 3 χρόνια, είχαν γίνει ήδη γνωστές οι επεκτατικές προθέσεις της φασιστικής Ιταλίας του Μουσολίνι και της ναζιστικής Γερμανίας του Χίτλερ ο οποίος, βασιζόμενος στη βαθιά οικονομική κρίση που χτύπησε τη Γερμανία τη δεκαετία του 1930, κατάφερε να πείσει τους Γερμανούς για την αναγκαιότητα του λεγόμενου «ζωτικού χώρου», φορτώνοντας ταυτόχρονα την εξαθλίωση του γερμανικού λαού, στους λαούς άλλων εθνοτήτων.

Κ.   Να δεις που πάμε για πόλεμο!

Δ.   Γιατί το λες;

Κ.   Ακούω τους γονείς μας που το συζητάνε έντονα. Ο Χίτλερ ήδη προσάρτησε την Αυστρία τη δυτική Τσεχοσλοβακία και την Πολωνία. Οι ναζιστές του Χίτλερ σπέρνουν παντού το μίσος και κυνηγάνε κάθε ξένο προς την Άρια φυλή. Οι φασίστες του Μουσολίνι ακολουθούν.

Δ.   Κι εγώ τους άκουσα ένα βράδυ που συζητούσαν κι έλεγαν πως θα’ ρθουν δύσκολες μέρες. Περιμένουν πόλεμο, έλεγαν, με τους Ιταλούς και τους Γερμανούς. Μαύρες μέρες μας περιμένουν, έλεγαν.

Κ.   Εγώ, αν γίνει πόλεμος θα πάω να πολεμήσω. Όπως κι ο Μάρκος. Μου το είπε χθες το βράδυ πριν πέσουμε για ύπνο.

Δ.   Ο αδερφός σου είναι 23 χρόνων. Εσύ πώς θα πας να πολεμήσεις; Δεν θα σ’ αφήσουν…Να σε ρωτήσω; Δεν φοβάσαι;

Κ.   Φυσικά και φοβάμαι. Αν δεν το κάνω όμως θα ντρέπομαι για μια ζωή. Δεν θέλω να γίνω σαν τον Παντελή το γείτονα που όποτε έρχεται στο σπίτι μας λέει πως όλη η Ευρώπη πρέπει να πάει με το Χίτλερ. Αυτός, λέει, είναι ο πιο δυνατός ετούτη τη στιγμή. Όποιος αντισταθεί, χάθηκε, λέει.

Δ.   Μήπως έχει δίκιο; Μήπως θα ήταν καλύτερο να είμαστε φίλοι του;

Κ.   Φιλίες με τα αρπακτικά δεν γίνονται! Ξέρεις πώς ονειρεύεται τους νέους ο Χίτλερ; Χωρίς συνείδηση. Η συνείδηση, λέει, πως είναι ελάττωμα και πως η νεολαία θα πρέπει να είναι σκληρή και αδίστακτη, να μην αισθάνεται τίποτα μπροστά στο θάνατο, να μην λυπάται τον άλλον που πεθαίνει. Δεν ξέρω για σένα, εγώ χωρίς συνείδηση δεν μπορώ να ζήσω. Άλλωστε, ξέρεις πολύ καλά πως θέλω να γίνω δασκάλα. Γίνεται δασκάλα χωρίς ευαισθησία, χωρίς ανθρωπιά και χωρίς συνείδηση;

Μόλις 2 μήνες χρειάστηκαν για να συμβεί αυτό που όλοι περίμεναν και απεύχονταν. Όμως η Ιστορία, δεν προχωράει με ευχές. Η Γερμανία είχε ανάγκη τα πετρέλαια της Ρουμανίας, το χάλυβα της Πολωνίας και τη θάλασσα της Ελλάδας. Στις 28 Οκτωβρίου του 1940, η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα και η, μέχρι τότε ουδέτερη Ελλάδα, αρνήθηκε την άνευ όρων συνθηκολόγηση που ζητούσε ο Μουσολίνι, παρόλη την ιδεολογική συγγένεια του δικτάτορα Μεταξά με το φασισμό και το ναζισμό.

Κ.   Μάνα σου λέω πως δεν μπορώ να κάθομαι στο σπίτι και να μην κάνω τίποτα. Θα πάω κι εγώ να πολεμήσω, όπως ο Μάρκος.

Μ.   Ο Μάρκος κόρη μου είναι άντρας. Νομίζεις πως θα σου δώσουν εσένα όπλο; Μια σταλιά κοριτσάκι είσαι. Το όπλο είναι βαρύτερο από σένα.

Κ.   Αν δεν μου δώσουν, θα πάω εθελόντρια στον Ερυθρό Σταυρό. Σε παρακαλώ μανούλα μου. Κατάλαβέ με. Πνίγομαι. Δεν μπορώ να νιώθω ότι ο αδερφός μου πολεμάει για μένα κι εγώ να μην κάνω τίποτα να βοηθήσω.

Άλλωστε τα νέα που φτάνουν από το μέτωπο είναι καλά. Οι Ιταλοί τα βρήκαν σκούρα, οι δικοί μας έκαναν αντεπίθεση κι εκείνοι άρχισαν να υποχωρούν.

Μ. Κλειώ μου αυτά αλλάζουν. Στον πόλεμο δεν μπορείς ποτέ να είσαι σίγουρος. Σήμερα κερδίζεις και αύριο τρέχεις ηττημένος να κρυφτείς. Μη μου ανάβεις φωτιές παιδί μου.

Πράγματι, οι Έλληνες με γενικευμένη αντεπίθεση, υποχρέωσαν τους Ιταλούς να υποχωρήσουν στο έδαφος της Αλβανίας, κινούμενοι προς τη χώρα τους. Το έπος του 1940 είχε γραφτεί με κεφαλαία γράμματα στην Ιστορία. Ήταν η πρώτη πολεμική ήττα του γερμανοιταλικού άξονα η οποία ανάγκασε τη Γερμανία να σπεύσει προς βοήθεια των συμμάχων τους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα από τις 12 Απριλίου του 1940 ο ελληνικός στρατός να αρχίσει να αποχωρεί από το έδαφος της Αλβανίας μέχρι που στις 20 Απριλίου υπογράφτηκε συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς και 3 μέρες αργότερα με τους Ιταλούς.

Οι Γερμανοί, μετά τη συνθηκολόγηση, εισήλθαν στην Αθήνα στις 27 Απριλίου και όρκισαν φιλογερμανική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον στρατηγό Γεώργιο Τσολάκογλου. Σχεδόν ταυτόχρονα, ο ελληνικός λαός, στην αρχή σποραδικά, αργότερα με μεγάλη μαζικότητα, οργάνωσε την αντίστασή του στους κατακτητές Γερμανούς, Ιταλούς και Βούλγαρους, μέσα από τις γραμμές διάφορων αντιστασιακών οργανώσεων, από τις οποίες η μαζικότερη ήταν αυτή του ΕΑΜ. Βέβαια, υπήρχαν κι εκείνοι, πάντα θα υπάρχουν, που προτίμησαν όχι να αντισταθούν στους κατακτητές αλλά να συνεργαστούν μαζί τους προδίδοντας και καταδίδοντας Έλληνες πατριώτες που αντιστέκονταν, οδηγώντας τους στη φυλακή ή στο εκτελεστικό απόσπασμα. Για αντάλλαγμα είχαν την εύνοια των κατακτητών, που τους εξασφάλιζε τον πλουτισμό μέσω της μαύρης αγοράς τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης σε μια περίοδο που η πείνα και η ανέχεια θέριζε τις ζωές και τις ψυχές των ανθρώπων.

Μέσα στις συνθήκες αυτές συνεχίζεται η δική μας ιστορία με τις δύο φίλες, την Κλειώ και τη Δώρα, να έχουν φύγει από το σπίτι και να έχουν ενταχθεί από πολύ νωρίς στις γραμμές της εθνικής αντίστασης και τον γείτονά τους τον κυρ Παντελή να γίνεται συνεργάτης των Γερμανών, καταδότης και μαυραγορίτης.

Ήταν βράδυ, λίγες ώρες μετά την έναρξη της απαγόρευσης της κυκλοφορίας όταν στο δρόμο έξω από το σπίτι της Κλειώς το πέρασμα μιας γερμανικής περιπόλου 6 στρατιωτών, έσχιζε την απόλυτη ησυχία. Μπροστά πήγαινε ο Γερμανός λοχίας και δίπλα τους, σερνόμενος σα φίδι ο κυρ Παντελής. Η περίπολος στάθηκε λίγο πριν το σπίτι της Κλειώς. Ο κυρ Παντελής, έδειξε με το χέρι του το σπίτι στο λοχία, και αμέσως μετά, με το φιδίσιο σύρσιμό του χάθηκε στο σκοτάδι. Οι στρατιώτες, άνοιξαν με δύναμη την εξώπορτα της μικρής αυλής και φτάνοντας στην πόρτα του σπιτιού κοντοστάθηκαν. Ο λοχίας, άρχισε να χτυπά με δύναμη την πόρτα και μιλώντας σπαστά ελληνικά ζητούσε επίμονα να ανοίξουν την πόρτα.

Η μάνα της Κλειώς έτρεξε έντρομη και άνοιξε την πόρτα. Ο λοχίας και οι στρατιώτες, μπήκαν με ορμή και άρχισαν να ψάχνουν τα δωμάτια του σπιτιού.

Μ. Τι θέλετε; Ποιον ζητάτε τέτοια ώρα;

Ο λοχίας τη ρώτησε που είναι ο άντρας της και τα παιδιά της.

Μ. Ο άντρας μου, πήγε στον ξάδερφό του στο Παγκράτι να τον δει που αρρώστησε. Ο Μάρκος μου λείπει καιρό από το σπίτι. Δεν ξέρω που βρίσκεται το παλικάρι μου. Η Κλειώ μου πήγε με τον πατέρα της. Θα κοιμηθούν εκεί το βράδυ.

Ενώ οι στρατιώτες έκαναν άνω κάτω το σπίτι ψάχνοντας, ο λοχίας, ουρλιάζοντας της είπε: «Τα παιδιά σου ξέρουμε ότι είναι στην αντίσταση. Ξέρουμε ότι θέλουν το κακό της Γερμανίας και του Φύρερ. Ξέρουμε ότι η κόρη σου ήρθε σήμερα στο σπίτι. Μη μας λες ψέματα! Πες μας που την κρύβεις;

Μ. Όποιος σας είπε κάτι τέτοιο, σας είπε ψέματα. Ξέρω ποιος είναι. Αυτός ο σπιούνος ο Παντελής.

Ένα δυνατό χαστούκι του λοχία, έκοψε τη μιλιά της δύστυχης μάνας και την έριξε με δύναμη στο πάτωμα.

Μ. Εσύ δεν έχεις μάνα; Δεν είσαι γιος; Δεν ξέρω που είναι η Κλειώ, μα και να ήξερα δεν θα σου το έλεγα ακόμη κι αν με βασάνιζες, ακόμη κι αν με σκότωνες. Πήγαινε παιδί μου στη μάνα σου και πες της αυτό που έκανες πριν από λίγο για να νιώσει περήφανη…

Ο λοχίας αγρίεψε με την αντίδραση της ανήμπορης γυναίκας. Λύσσαξε από το κακό του. Με μία γρήγορη κίνηση, βγάζει το πιστόλι του και πυροβολεί. Ακόμη και οι στρατιώτες τρόμαξαν. Η μάνα της Κλειώς, με το βλέμμα της καρφωμένο πάνω του έπεσε στο ξύλινο πάτωμα αφήνοντας την τελευταία της πνοή. Πρόλαβε μόνο να πει:

Μ. Δεν είστε πια άνθρωποι… Αγρίμια γίνατε …που ξεδιψάτε με το αίμα αθώων. Αυτό το αίμα…σύντομα … θα σας πνίξει.

Έξω, στη μικρή αυλή του σπιτιού, σε μια κρυφή καταπακτή που είχε φτιάξει ο πατέρας της Κλειώς, όταν άρχισε ο πόλεμος, βρίσκονταν κουρνιασμένες η Κλειώ και η Δώρα. Άκουσαν όλα όσα είχαν προηγηθεί. Η Δώρα με το ζόρι κρατούσε την Κλειώ να μη βγει έξω.

Κ. Πρέπει να βγω έξω να πάω να βοηθήσω τη μάνα μου. Άσε με σε παρακαλώ, μη με κρατάς.

Δ. Δεν θα πας πουθενά. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, δεν το καταλαβαίνεις; Το μόνο που θα καταφέρεις αν εμφανιστείς τώρα είναι να πεθάνουμε και οι τρεις μας.

Στο άκουσμα του πυροβολισμού, η καρδιά της έσπασε σα γυαλί.

Κ. Μάνα μου! Μανούλα μου! Γλυκιά μου μανούλα. Θυσιάστηκες για μένα! Ακόμη και την τελευταία σου πνοή μου την έκανες δώρο.

Κακούργοιοιοι…

Δ. Σώπα. Σώπα καλή μου. Μην τους κάνεις δώρο τη θυσία της. Εκείνη έφυγε για να ζήσουμε εμείς. Μην την προδίδεις. Κλάψε! Κλάψε όσο μπορείς. Θα είναι μεγάλη η νύχτα. Κλάψε όσο μπορείς. Σου υπόσχομαι πως θα είναι για τελευταία φορά.

Οι ώρες μες στην καταπακτή μέχρι να ξημερώσει, ήταν ατελείωτες. Λίγο πριν φέξει, οι δύο φίλες βγήκαν με μεγάλη προσοχή στη μικρή αυλή και προχωρώντας τοίχο-τοίχο άρχισαν να απομακρύνονται από το σπίτι. Η μισή καρδιά της Κλειώς έμεινε για πάντα πίσω. Φτάνοντας σε μια διασταύρωση, στην απέναντι γωνία, έξω από ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι φάνηκε η φιγούρα του κυρ Παντελή. Εκεί είχε την αποθήκη του όπου συγκέντρωνε όλα τα πράγματα που πουλούσε στη μαύρη αγορά. Η Κλειώ δεν άντεξε και η φωνή της έσκισε σαν ξυράφι την πρωινή ησυχία.

Κ. Σκουλήκι! Δεν είσαι άνθρωπος εσύ. Κτήνος είσαι…

… κι έκανε να τρέξει προς το μέρος του. Εκείνος, ακούγοντας τη φωνή της Κλειώς, παράτησε τα κλειδιά πάνω στην πόρτα της αποθήκης και το έβαλε στα πόδια. Με τα χίλια ζόρια η Δώρα μπόρεσε και απομάκρυνε τη φίλη της για να χαθούν σε λίγο στο σκοτάδι που άρχισε να δίνει τη θέση του στο φως της ημέρας.

Οι μέρες περνούσαν με τους Έλληνες να αντιστέκονται καθολικά στους Γερμανούς κατακτητές και τους συμμάχους τους, μέσα από τις γραμμές των πολλών αντιστασιακών οργανώσεων που δημιουργήθηκαν. Ο λαός μας πλήρωσε με αγώνες, θυσίες και αίμα τη θέλησή του να ζει και να διαχειρίζεται τις τύχες του ελεύθερος. Περίπου 90.000 Έλληνες στρατιώτες και πάνω από 330.000 άμαχοι Έλληνες πολίτες έχασαν τη ζωή τους, στον αγώνα ενάντια στη φασιστική λαίλαπα. Οι εκτελέσεις πολιτών στην περίοδο της γερμανικής κατοχής μετά από σχεδιασμένα μπλόκα των κατοχικών δυνάμεων και των ταγμάτων ασφαλείας, βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη.

Καλογρέζα, Κοκκινιά, Καισαριανή, Ζωγράφου και πολλές ακόμη περιοχές της Αθήνας αλλά και της Ελλάδας ολόκληρης, υπήρξαν τόποι θυσίας άμαχων Ελλήνων κάθε ηλικίας, ακόμη και αναπήρων του πολέμου με τους Ιταλούς.

Οι δύο φίλες συμμετείχαν με όλες τους τις δυνάμεις στον ανυποχώρητο αντιστασιακό αγώνα. Έναν αγώνα που ήταν μονόδρομος για την ελευθερία και την εθνική ανεξαρτησία.

Στις 12 Οκτωβρίου του 1944, οι Γερμανοί στρατιώτες, αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την Αθήνα. Ο λαός ξεχύνεται στους δρόμους  πανηγυρίζοντας και ζητωκραυγάζοντας. Η Δώρα με την Κλειώ, κρυμμένες στο υπόγειο του σπιτιού ενός αντιστασιακού συνδέσμου, ξυπνάνε από τις φωνές του κόσμου που περνάνε απ’ έξω.

Δ. Κλειώ ξύπνα. Ξύπνα γρήγορα. Σήκω. Οι Γερμανοί ξεκουμπίστηκαν. Γίνεται χαμός έξω.

Κ. Ήταν θέμα ημερών. Ο φασισμός εδώ και καιρό, ψυχομαχούσε σε όλο τον κόσμο. Γρήγορα να ετοιμαστούμε να βγούμε έξω.

Δ. Δεν ξέρω αν πρέπει να χαίρομαι ή να λυπάμαι. Τόσοι νεκροί, τόσοι τραυματίες. Πόλεμοι, βασανιστήρια, στρατόπεδα συγκέντρωσης, πείνα, αρρώστιες, εκτελέσεις. Κι όλα αυτά για έναν τρελό!

Κ. Πιστεύεις πως όλα έγιναν επειδή έτυχε να γεννηθεί ο Χίτλερ; Όλα έγιναν γιατί το επέβαλλαν συγκεκριμένες συνθήκες να γίνουν. Δες λίγο τον φυσικό πλούτο και τα ορυκτά στις χώρες που επιτέθηκε ο Χίτλερ. Πετρέλαιο, νικέλιο, χάλυβας, άνθρακας. Όλα ήταν απαραίτητα για την βιομηχανική ανάκαμψη της Γερμανίας. Μπροστά στην ανάγκη αυτή, οι ανθρώπινες ζωές δεν έχουν καμιά σημασία.

Δ. Όμως τελικά, δεν τους πέρασε. Το έχασαν μια και καλή το παιχνίδι. Οι λαοί, κατάλαβαν ποιο είναι το δικό τους συμφέρον.

Κ. Μόνο που το κατάλαβαν με τον πιο οδυνηρό τρόπο. Άσε που έχω και μια αμφιβολία κατά πόσο το κατάλαβαν. Το μέλλον θα δείξει. Έλα, τέρμα οι κουβέντες. Πάμε να το γιορτάσουμε. Μόνο που…

Δ. Λέγε! Τι θέλεις;

Κ. Θέλω να περάσουμε πρώτα να αφήσουμε ένα λουλούδι στον τάφο της μάνας μου. Να της πω ότι οι φονιάδες της ξεκουμπίστηκαν. Να της πω ότι δεν θυσίασε χωρίς λόγο της ζωή της και ότι τα παιδιά της από δω και πέρα θα ζουν ελεύθερα και χωρίς φόβο…Και να της δώσω μια υπόσχεση.

Δ. Ποια υπόσχεση;

Κ. Πως θα κάνω ότι περνάει από το χέρι μου ώστε να μην ξαναζήσει η ανθρωπότητα τον πόλεμο, να μην ξαναζήσει ποτέ το φασισμό.

 

 

Ετικέτες: , , , ,

Fascismo

Fascismo

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

φασισμόςΘα ήθελα, ξεκινώντας, να υπενθυμίσω κάποιους γνωστούς στίχους που αναφέρονται στο φασισμό.

Οι ρίζες του το σύστημα αγκαλιάζουν/και χάνονται βαθιά στα περασμένα

Οι μάσκες του με τον καιρό αλλάζουν/μα όχι και το μίσος του για μένα

Πρόκειται, νομίζω για την πιο άρτια και σύντομη περιγραφή του φασισμού και των φασιστών.

Ο καπιταλισμός, ιδιαίτερα στις κρίσεις του, δεν μπορεί χωρίς το φασισμό αλλά και ο φασισμός συνδέεται μέσω ομφάλιου λώρου με τον καπιταλισμό και τους καπιταλιστές.

Ίσως να αρκούσε το να σταθούμε στην απευθείας χρηματοδότηση των φασιστικών και ναζιστικών κομμάτων από τους ίδιους τους καπιταλιστές και τα πιο σκοτεινά παρακλάδια του.

Ίσως, πάλι, το προηγούμενο να ήταν αρκετό για να θέσει τους εργαζόμενους και τη νεολαία απέναντι από το φασισμό.

Όμως, η κατά καιρούς άνοδος της επίδρασης των φασιστικών ιδεών, όπως και στις μέρες μας και η αποδοχή τους από ανθρώπους που αντικειμενικά θα έπρεπε να τον αντιπαλεύουν, μας αναγκάζει να σταθούμε στα αίτια που οδήγησαν και μπορεί να οδηγήσουν στο μέλλον, στην αύξηση της επίδρασης του φασισμού στα μυαλά και στις ψυχές των ανθρώπων και ειδικότερα των νέων.

Ποιος δεν θυμάται πριν από καιρό τα ρατσιστικά ανέκδοτα που «κοσμούσαν» ακόμη και σελίδες «έγκυρων και αδέσμευτων» εφημερίδων; Όποιος θεωρεί ότι υπήρξαν «αθώα» και ανώδυνα κάνει μεγάλο λάθος καθώς, λειτουργώντας με τον ίδιο τρόπο, αυτόν της επανάληψης, όπως και μια διαφήμιση, βοήθησαν στο να διαμορφωθεί σε πάρα πολλούς η άποψη ότι κάποιοι άνθρωποι είναι κατώτεροι λόγω εθνότητας, λόγω χρώματος ή λόγω κάποιας ιδιαιτερότητας. Πρόκειται για ένα από τα βασικά «πιστεύω» των φασιστών, αυτό της φυλετικής ανωτερότητας.

Θα θυμάστε, ίσως το πρωτοσέλιδο στην εφημερίδα του γνωστού «κομιστή των DVD» στο οποίο γινόταν συγκριτική αναφορά στο πόσο κοστίζει στο ελληνικό κράτος ένας μετανάστης, από τη μία και ένας έλληνας ασθενής, από την άλλη. Το κατάπτυστο μήνυμα, πέρασε και φώλιασε στο πίσω μέρος του εγκεφάλου πολλών αναγνωστών: Κόβονται χρήματα από την υγεία γιατί δίνονται στους μετανάστες. Άρα οι μετανάστες φταίνε για τα χάλια στα νοσοκομεία. Ό,τι καλύτερο για να ενισχυθεί το μίσος και η ξενοφοβία.

Δεν μας είπε όμως ο «κομιστής», τα 600 δις ευρώ που αναπαύονται στις ελβετικές τράπεζες από πού κόβονται; Ούτε για τα θαλασσοδάνεια, ούτε για την φορολογική ασυλία των εφοπλιστών και των καναλαρχών.

Μήπως όμως ξεχνιέται η δήλωση του πονόψυχου μέχρι δακρύων, Λοβέρδου, όταν χαρακτήριζε τους μετανάστες στο κέντρο της Αθήνας ως «υγειονομική βόμβα έτοιμη να εκραγεί» και τη χρυσή αυγή ως «γνήσιο κόμμα ακτιβιστών»;

Μέχρι και ο Σαμαράς συμμετείχε στην προπαγάνδα αυτού του είδους, όχι μόνο προσφέροντας τη φιλία του στον Μπαλτάκο, έμπιστο συνομιλητή των χρυσαυγιτών, αλλά δηλώνοντας κι εκείνο το περίφημο: «1.500.000 άνεργοι, 1.500.000 μετανάστες». Κι εδώ το μήνυμα είναι σαφές: Η ανεργία οφείλεται στους μετανάστες που παίρνουν τις δουλειές από τους Έλληνες εργαζόμενους.

Προφανώς, πάει ο μετανάστης στον εργοδότη και τον εξαναγκάζει, να απολύσει τον Έλληνα και να προσλάβει εκείνον με πολύ λιγότερα χρήματα, για περισσότερες ώρες δουλειάς και χωρίς ασφάλιση. Τι να κάνει και ο εργοδότης, κάποια στιγμή αναγκάζεται, κάτω από την πίεση του μετανάστη, να υποκύψει.

Μάλλον ξέχασε ο πρωθυπουργός μας ότι μετά την υπεραξία η μεγαλύτερη «εφεύρεση» των καπιταλιστών είναι η ανεργία όπως ξέχασε επίσης ότι εκεί γύρω στα 1990 αυτός ήταν που άνοιξε τα σύνορα προς τα «αδέρφια μας» για να συμπιεστούν τα μεροκάματα και να μπορέσουμε να πιάσουμε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, που ήταν απαραίτητοι για να μπορέσουμε να μπούμε στη φάκα του ευρώ.

Αν προσθέσουμε και τα ΜΜΕ, που έσπευδαν να χρεώσουν κάθε εγκληματική πράξη σε αλλοδαπούς τότε δεν πρέπει να μας παραξενεύει το γεγονός ότι ενέργειες όπως ο «Ξένιος Δίας» της αστυνομίας και οι επιθέσεις των φασιστών  σε ανυπεράσπιστους ξένους έβρισκαν αρκετούς υποστηρικτές.

Το μίσος είχε ήδη φωλιάσει σε πάρα πολλούς ανθρώπους. Αναμενόμενη η αποθράσυνση της χρυσής αυγής με ότι ακολούθησε μέχρι τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

Αργότερα είχαμε την εμφάνιση της θεωρίας των δύο άκρων η οποία δεν είναι καινούργια. Έχει τις ρίζες της στον προηγούμενο αιώνα και αποσκοπεί, από τη μια στο να απενοχοποιήσει το φασισμό και τις πρακτικές του και από την άλλη να εξισώσει τους φασίστες με τους κομμουνιστές και όλους όσοι αγωνίστηκαν και αγωνίζονται ενάντια στην καταπίεση και την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Αξίζει τον κόπο να δούμε πώς η φασιστική προπαγάνδα διαχεόταν με ύπουλο τρόπο στα χρόνια της ναζιστικής Γερμανίας, μέσω των σχολικών βιβλίων, χρησιμοποιώντας απλά εργαλεία όπως, για παράδειγμα, τα προβλήματα των μαθηματικών:

[Το να συντηρηθεί ένα νοητικά ανάπηρο άτομο, κοστίζει περίπου 4 μάρκα την ημέρα. Υπάρχουν 300.000 νοητικά καθυστερημένα άτομα για φροντίδα. Πόσο κοστίζουν συνολικά αυτά τα άτομα; Πόσα επιδόματα γάμου των 1.000 μάρκων θα μπορούσαν να δοθούν με τα ίδια χρήματα;] 1

[Ένα βομβαρδιστικό αεροπλάνο κατά την απογείωσή μεταφέρει 12 ντουζίνες βόμβες, η κάθε μία από τις οποίες ζυγίζει 10 κιλά. Το αεροσκάφος απογειώνεται για τη Βαρσοβία, το διεθνές κέντρο του Ιουδαϊσμού. Βομβαρδίζει την πόλη. Κατά την απογείωση, με όλες τις βόμβες και γεμάτη τη δεξαμενή με 100 κιλά καυσίμων, το αεροσκάφος ζύγιζε 8 τόνους περίπου. Όταν επιστρέφει από τη σταυροφορία υπάρχουν ακόμη 230 κιλά υλικού. Ποιο είναι το βάρος του αεροσκάφους όταν είναι άδειο;] 2

Όσο αληθινά είναι τα προηγούμενα άλλο τόσο αλήθεια είναι πως ο φασισμός και οι φασίστες πνίγονται στο φως που σκορπίζει ο πολιτισμός, η κοινωνική αλληλεγγύη, η αποκάλυψη του σάπιου συστήματος και οι αγώνες για την ανατροπή του. Δεν είναι τυχαίο πως τα μόνα μνημεία που έχουν αφήσει στο πέρασμά τους είναι ερείπια, στρατόπεδα συγκέντρωσης, κρεματόρια και ομαδικοί τάφοι.

Όσοι αγωνίζονται για την απελευθέρωση του ανθρώπου από κάθε είδους καταπίεση, όσοι παλεύουν για να μπορούν οι άνθρωποι να αναπτύσσουν ελεύθερα τα ταλέντα και τις ικανότητές τους, όσοι επιδιώκουν το να έχουν όλοι τη δυνατότητα να χαίρονται τη ζωή και όχι να αργοπεθαίνουν καθημερινά στη μάχη για επιβίωση, είναι εξ ορισμού ορκισμένοι εχθροί των φασιστών.

Όσοι επιδιώκουν τον εξανθρωπισμό κάθε ανθρώπινης οντότητας θα είναι πάντα αντίπαλοι των φασιστών καθώς ο φασισμός, στην εφαρμογή του, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του Χίτλερ όταν απευθυνόταν στη νεολαία, επιδιώκει τη μετατροπή του ανθρώπου σε αδίστακτο σαρκοφάγο αρπακτικό, χωρίς ευαισθησίες, χωρίς ανάγκη μόρφωσης.

[Μια βίαιη, δραστήρια, κυριαρχική, ατρόμητη, σκληρή νεολαία-αυτήν θέλω. Η νεολαία πρέπει να είναι όλα αυτά τα πράγματα. Πρέπει να αδιαφορεί για τον πόνο. Να μην έχει αδυναμία ή ευαισθησία μέσα της. Θέλω να δω για μια ακόμη φορά στα μάτια της τη λάμψη της υπερηφάνειας και της ανεξαρτησίας του σαρκοβόρου αρπακτικού…Μ’ αυτόν τον τρόπο θα εξαλείψω χιλιάδες χρόνια ανθρώπινης εξημέρωσης…Δεν θα προσφέρω πνευματική κατάρτιση. Η γνώση είναι καταστροφή για τους νέους άνδρες μου]  3

Στα χρόνια των μνημονίων και της βαθιάς κρίσης του καπιταλισμού, τα τσοπανόσκυλα του συστήματος εγκατέλειψαν τις φιλολαϊκές ρητορείες, και έδειξαν το πραγματικό τους πρόσωπο. Ψήφισαν κάθε νόμο των μνημονίων που στόχευαν στη μεγιστοποίηση του κέρδους, στην δουλοποίηση των εργαζομένων και στην αύξηση του αυταρχισμού και του φόβου.

Δρώντας, είτε μόνοι τους είτε δίπλα στις κρατικές δυνάμεις βίας και καταστολής βρέθηκαν απέναντι στους απεργούς της χαλυβουργίας, σύμμαχοι των εργοδοτών, κυνήγησαν και χτύπησαν διαδηλωτές παρέα με τα ΜΑΤ και τους ασφαλίτες, τραυμάτισαν και σκότωσαν ανυπεράσπιστους μετανάστες μέχρι που έφτασαν στη προμελετημένη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

Απευθυνόμενοι σε ανώριμες ταξικές συνειδήσεις, ανιστόρητα μυαλά και μαυρισμένες ψυχές θέλησαν να απλώσουν το μαύρο σύννεφο του φόβου σ’ ολόκληρη την κοινωνία και κυρίως τη νεολαία.

Δυστυχώς ο φασισμός δεν αντιμετωπίζεται μόνο με καλές προθέσεις και ευχολόγια. Θα μαραζώνει τόσο πιο πολύ όσο θα αποκαλύπτονται οι πραγματικές αιτίες της ανεργίας, της φτώχειας και της εξαθλίωσης. Θα συρρικνώνεται τόσο πιο πολύ όσο θα εντείνεται η πάλη για την ανατροπή του σάπιου καπιταλιστικού συστήματος. Θα αποδυναμώνεται τόσο πιο πολύ όσο δυναμώνει η αντίσταση ενάντια στο φόβο, τον αυταρχισμό και τα μέτρα καταστολής. Θα χάνει τόσο πιο πολλούς υποστηρικτές όσο οι άνθρωποι με τη μόρφωσή τους θα μπορούν να εξηγούν τα όσα παθαίνουν και να ανακαλύπτουν τους νόμους που διέπουν τη φύση και τις κοινωνίες.

Γι’ αυτό σήμερα, ο αγώνας ενάντια στη διάλυση της δημόσιας δωρεάν παιδείας και υπέρ της πραγματικής μόρφωσης όλων των νέων χωρίς περιορισμούς και αποκλεισμούς που να οφείλονται σε οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους ή σε λόγους υγείας, είναι περισσότερο παρά ποτέ και αγώνας ενάντια στο φασισμό.

Οι παραπομπές 1,2,3 περιλαμβάνονται στο βιβλίο:

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΑΖΙΣΤΙΚΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ

Του Άγγελου Παληκίδη, εκδόσεις: ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ

 
Σχολιάστε

Posted by στο Οκτωβρίου 4, 2016 in Uncategorized

 

Ετικέτες: , , , ,

Σαν την Ελπίδα

Σαν την Ελπίδα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Τούτο το «παραμύθι» χάνεται μέσα στα βάθη του χρόνου και της λησμονιάς. Κανένας δεν ξέρει αν είναι πραγματική ιστορία ή δημιουργία του μυαλού και της φαντασίας κάποιου ή κάποιων ανθρώπων.

Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, αυτός που μου την διηγήθηκε ισχυριζόταν πως είναι αληθινή.

Ζούσε, λέει, πριν από πολλά-πολλά χρόνια, σε ένα μικρό παραθαλάσσιο ονειρεμένο χωριό, ένα μικρό κορίτσι που το έλεγαν Ελπίδα. Πατέρας της Ελπίδας ήταν ο Φόβος και μητέρα της η Προσμονή.

Παρόλο που το χωριό ήταν πολύ όμορφο και είχε όλα τα καλά του κόσμου, οι κάτοικοί του, μέχρι να γεννηθεί η Ελπίδα, ήταν θλιμμένοι, αγέλαστοι και αμίλητοι.

Η Ελπίδα, λίγες μόλις μέρες μετά τη γέννησή της, έδειξε ότι κουβαλούσε ανεξήγητες και μαγικές δυνάμεις. Μόλις άγγιξε με τα μικρά της χεράκια τη μητέρα της και τον πατέρα της, εκείνοι, χωρίς να μπορούν να το εξηγήσουν, ένιωσαν να τους πλημμυρίζει χαρά μεγάλη, τόση που το γέλιο ξαναβγήκε από τα χείλη τους και φώλιασε σε κάθε γωνιά του σπιτιού τους. Η θλίψη έφυγε από το πρόσωπό τους και οι καθρέφτες του σπιτιού αποκαλύφθηκαν πάλι μετά από πολλά χρόνια αναμονής, κρυμμένοι κάτω από σεντόνια και κουβέρτες. Βλέπετε, Ο Φόβος και η Προσμονή, δεν άντεχαν να βλέπουν τα πρόσωπά τους σε καθρέφτες.

Η Ελπίδα, κοριτσάκι πια, έκανε παρέα με όλα τα παιδάκια του χωριού μα και με τους μεγάλους. Όλοι ήθελαν να χαϊδέψουν τα ξανθά μαλλάκια της και να συναντηθούν με το γαλαζοπράσινο βλέμμα της. Μετά από κάθε τους χάδι, το χαμόγελο μετακόμιζε στο πρόσωπό τους και η θλίψη ετοίμαζε τις βαλίτσες της μετανάστευσης. Δεν υπήρχε κανένας που να μην γνώριζε ότι αγγίζοντας την Ελπίδα η αισιοδοξία επέστρεφε στο μυαλό του.

Οι κάτοικοι του χωριού ζούσαν μέρες χαράς και δημιουργίας μέχρι που το νέο έσκασε σαν ξεχασμένη νάρκη: Η Ελπίδα αρρώστησε βαριά. Εδώ και δύο μέρες ψηνόταν στον πυρετό και κανένα φάρμακο, κανένα γιατροσόφι δεν μπορούσε να τη συνεφέρει. Ούτε και το ευχέλαιο του παπά μπόρεσε να κάνει κάτι.

Στην πλατεία του χωριού οι συζητήσεις έδιναν κι έπαιρναν. Τα παιδιά σταμάτησαν να παίζουν στις ρούγες κι είχαν συγκεντρωθεί κι αυτά στην πλατεία για να μαθαίνουν τα νέα.

Οι νεώτεροι ζητούσαν συμβουλές από τους γέροντες. Μάταια όμως! Κανένας δεν μπορούσε να δώσει μια λύση.

«Ξέρω το φάρμακο που χρειάζεται το κορίτσι», ακούστηκε δυνατά μια φωνή.

Όλοι έψαχναν να βρουν ποιος μίλησε.

Κάτω από τον μεγάλο φτελιά της πλατείας καθόταν ένας άγνωστος άντρας, ακουμπώντας την πλάτη του στον κορμό του γέρικου δέντρου. Φορούσε ένα μεγάλο ψάθινο καπέλο, ρούχα πολυκαιρισμένα κι ένα κατακόκκινο μαντήλι στο λαιμό.

Είχε κάμποση ώρα που βρισκόταν εκεί, σκαλίζοντας με το δεξί του χέρι το χώμα, χωρίς κανένας να έχει αντιληφθεί την παρουσία του.

«Η γιατρειά του κοριτσιού βρίσκεται στα χέρια και στις ψυχές σας», ξαναμίλησε ο άγνωστος άντρας, τούτη τη φορά πιο δυνατά, χωρίς όμως να σηκώσει ούτε μια στιγμή το βλέμμα του από το χώμα που σκάλιζε με το χέρι του.

«Μην τον ακούτε, είναι τρελός δεν τον βλέπετε;», είπε θυμωμένος ο παπάς.

«Ποιος ξέρει από πού έρχεται!», συμπλήρωσε ο πρόεδρος.

«Γιατί να πιστέψουμε έναν άγνωστο κουρελή;» πρόσθεσε ο δάσκαλος.

Για λίγη ώρα δε μίλησε κανείς.

«Αλήθεια λέει ο άγνωστος», ακούστηκε μια παιδική φωνή και η γονείς έτρεξαν να μαλώσουν το παιδί που μίλησε.

«Έχω γυρίσει όλα τα χωριά και τις πόλεις της χώρας. Το δικό σας είναι το τελευταίο», φώναξε ακόμη πιο δυνατά ο άγνωστος. Μόνο που τούτη τη φορά είχε σηκωμένο το κεφάλι και το βλέμμα του καρφωμένο στο παιδί που μίλησε πριν από λίγο.

«Την Ελπίδα μπορείτε να την σώσετε μόνο αν ονειρευτείτε και θελήσετε να κάνετε τα όνειρά σας πραγματικότητα. Εσείς, αυτό που κάνατε μέχρι τώρα ήταν να περιμένετε από την Ελπίδα να σας δώσει τη χαρά που σας έλλειπε. Κάθε φορά που σας άγγιζε, έχανε και λίγη από τη ζωή της. Ψυχορραγούσε γιατί δεν της επιστρέφατε τη ζωή που σας χάριζε».

«Τι παραμύθια είναι αυτά που λες;», πετάχτηκε πάλι ο δάσκαλος.

«Δε λέει παραμύθια», ακούστηκε πάλι η ίδια παιδική φωνή. Τούτη τη φορά, το παιδί που μίλησε, κρατούσε στο αριστερό του χέρι ένα μεγάλο ξύλο και στο δεξί ένα σουγιά. Με το σουγιά του άρχισε να σκαλίζει το ξύλο.

«Πάντα ήθελα ένα ξύλινο άλογο. Ήρθε η ώρα να το αποκτήσω», είπε πάλι το παιδί και συνέχισε να σκαλίζει το ξύλο. Σιγά-σιγά σκάλισε δύο μάτια, μετά τα ρουθούνια, τα αυτιά και τελευταία άφησε τη χαίτη. Όλοι στο χωριό ήξεραν την ικανότητα που είχε το παιδί αυτό να σκαλίζει μορφές στο ξύλο και στο χώμα.

Ο άγνωστος άντρας σηκώθηκε αργά-αργά, καβάλησε το άλογό του που ήταν δεμένο λίγο πιο πέρα και πήρε το δρόμο που οδηγούσε έξω από το χωριό.

Σε κανέναν δε μίλησε μα και κανένας δεν τον χαιρέτησε.

Το παιδί, καβάλησε το ξύλινο άλογό του και κίνησε για το σπίτι της Ελπίδας.

Σαν έφτασε, έτρεξε γρήγορα στο δωμάτιό της. Την είδε ξαπλωμένη στο κρεβάτι να ανασαίνει βαριά με τα μάτια κλειστά.

«Ελπίδα, εγώ είμαι, ο φίλος σου. Μ’ ακούς; Ήρθα να σου δείξω κάτι που έφτιαξα. Πάντα ονειρευόμουν να αποκτήσω ένα ξύλινο άλογο. Άνοιξε τα μάτια και δες το. Τα κατάφερα. Για σένα το έφτιαξα.»

Πολύ γρήγορα, κόσμος πολύς μαζεύτηκε έξω από το σπίτι της Ελπίδας.

Το παιδί, έπιασε το σχεδόν άψυχο χέρι της Ελπίδας και το έβαλε στη χαίτη του ξύλινου αλόγου.

Το χέρι της Ελπίδας κουνήθηκε και χάιδεψε το μικρό παιδί. Τα μάτια της άνοιξαν. Οι γονείς της, ο Φόβος και η Προσμονή, βγήκαν από το δωμάτιο και ανακοίνωσαν το ευχάριστο νέο στους συγκεντρωμένους.

«Η Ελπίδα ζει! Η Ελπίδα ζει! Είχε δίκιο ο άγνωστος καβαλάρης», άρχισαν να φωνάζουν όλοι μη μπορώντας να συγκρατήσουν τα δάκρυα χαράς που έτρεχαν από τα μάτια τους.

Η Ελπίδα έγινε καλά, η ζωή στο χωριό ξαναβρήκε το ρυθμό της αφού οι κάτοικοί του άρχισαν να κάνουν όνειρα και προσπαθούσαν τα όνειρα αυτά να τα πραγματοποιήσουν.

Μέχρι πότε; Κανείς δεν ξέρει. Ούτε αυτός που μου διηγήθηκε ετούτη την παράξενη ιστορία.

 

Ετικέτες: , ,

Σας παρακαλώ μη μου ζητάτε το αδύνατο

Σας παρακαλώ μη μου ζητάτε το αδύνατο

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 Προσπάθησα να μετρήσω την απουσία της με το χρόνο, μα δεν κυλούσαν τα λεπτά και οι ώρες χάθηκαν από κάθε διάσταση. Σταμάτησε ο χρόνος και με κοιτούσε.

– Τι προσπαθείς να κάνεις; μου είπε. Δεν είμαι ο κατάλληλος εγώ για να μετρήσω την απουσία της. Δεν γίνεται να συγκριθώ μαζί της.

 

Μετά, δοκίμασα με το νυχτερινό ουρανό καθώς λένε πως είναι άπειρος. Κάθε αστέρι και μια σκέψη. Πού είναι; Πώς είναι; Χαμογελάει; Πέφτουν οι μπούκλες της έτσι όμορφα κι ανέμελα μπρος τα μάτια της; Δώσε μου αστέρι λίγο από το φως σου να το στείλω πάνω της να μου επιστρέψει την εικόνα της.

– Τι προσπαθείς να κάνεις; μου είπε. Θες να με καταστρέψεις; Αν μου στείλει το φως της θα με κάψει. Έτσι δεν έκαψε κι εσένα;

– Δε με νοιάζει που μ’ έκαψε, απάντησα. Προτιμώ τη φωτιά της από το κρύο της απουσίας της. Το έχεις νιώσει αυτό το κρύο; Μην το νιώσεις ποτέ. Προτιμώ το φως της κι ας με καίει.

 

Τέλος, δοκίμασα με τα τραγούδια. Κάθε τραγούδι και μια εικόνα. Χαρά, λύπη, θλίψη, έρωτας, αγάπη. Όλα τα τραγούδια εκείνη. Κάθε νότα και μια απορία ανυπόφορη. Είναι καλά; Κι αν είναι λυπημένη;

Μακάρι να γελάει κι ας μην αντέχω που δεν βλέπω το γέλιο της.

– Τι προσπαθείς να κάνεις; μου είπαν οι στίχοι του τραγουδιού. Δεν μπορούμε, δεν γίνεται να μιλήσουμε για την απουσία της. Γράψε εσύ αν μπορείς στίχους να περιγράφουν το κενό σου σαν λείπει.

– Μα δεν γίνεται, απάντησα. Δεν ξέρω τόσες λέξεις. Δεν ξέρω τέτοιες λέξεις. Πώς να τις εφεύρω; Το μυαλό μου σταματάει στη σκέψη της.

– Δεν φοβάσαι που την αγαπάς τόσο; μου είπαν. Δεν φοβάσαι μήπως την πνίξεις;

– Δεν ξέρω αλλιώς, απάντησα. Δεν θέλω αλλιώς, δεν μπορώ αλλιώς. Μα, αν είναι να την πνίξω, θα γίνω στεριά για να πατήσει, θα γίνω αέρας για να ανασάνει, θα γίνω λίγο από το κόκκινο των χειλιών της, λίγο από το πράσινο των ματιών της, θα γίνω βράχος για να ξαποστάσει και ήλιος για να στεγνώσει.

Μα, δεν μπορώ αλλιώς, δεν μπορώ πιο λίγο.

Σας παρακαλώ, μη μου ζητάτε το αδύνατο…

 

Ετικέτες: , , , ,

Αλήθειες;

«Ανάμεσα στο <αισθάνομαι> και στο <καταλαβαίνω> προτιμώ το <αισθάνομαι>»

 

«Οι αυτόφωτοι άνθρωποι συνήθως κινούνται αθόρυβα και σεμνά. Οι ετερόφωτοι γυροφέρνουν κομπάζοντας για το ξένο φως που εκπέμπουν»

 

«Τρομάζω στη σκέψη ότι οι άνθρωποι θα πάψουν να κάνουν λάθη. Τελικά οι άνθρωποι είναι τα λάθη τους. Είναι όσα διόρθωσαν και όσα δεν μπόρεσαν να διορθώσουν.»

 

 

«Χειρότερη από όλες τις φυλακές είναι αυτή που έχει φτιάξει κάποιος με το καλάμι που έχει καβαλήσει»

 

‘’Σαν μετρήσεις τις μέρες που έζησες να βγάλεις από το μέτρημα τις μέρες που δεν ένιωσες αγάπη.’’

 

‘’Όσοι απειλούν με μαχαίρια και πιστόλια παριστάνοντας τους άντρες είναι βέβαιο ότι τα παντελόνια που φορούν στερούνται ουσιαστικού περιεχομένου και το κρανίο τους είναι έτοιμο νσ σπάσει λόγω υποπίεσης.’’

 

Κοιτάζοντας σήμερα έναν φοβισμένο μαθητή βλέπω έναν αυριανό δουλικό πολίτη. Ρωτάτε αν ντρέπομαι? Ντρέπομαι ακόμη και να απαντήσω…

 

«Δε θα νιώσεις ποτέ τη ζεστασιά του ήλιου αν κρύβεσαι στη σκιά επειδή φοβάσαι μην καείς.»

 

«Όταν οι λίγοι γεμίζουν τις τσέπες τους με χρυσάφι βουτηγμένο στο αίμα δε μένει στους πολλούς παρά να γεμίσουν τις τσέπες τους με πέτρες βουτηγμένες στο δίκιο.»

 

«Όταν ακούς ότι ένας ιδιώτης ζητάει 10 εργαζόμενους να θυμάσαι πως θέλει απλά 10 ανθρώπους για να του αυξήσουν κι άλλο την περιουσία του χωρίς ο ίδιος να ιδρώσει»

 

C.K

 

Ετικέτες: , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: