RSS

Tag Archives: ΚΥΡΓΙΑΚΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ

Είπαμε το μεγάλο «ναι» αντί να πούμε το μεγάλο «όχι»;

Είπαμε το μεγάλο «ναι» αντί να πούμε το μεγάλο «όχι»;

                  Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Δηλαδή πάει τελείωσε; Αυτό ήταν; Δεν θα ξαναμιλήσουμε; Δεν θα γελάσουμε ξανά; Ούτε θα αγαπήσουμε κι ούτε θα κάνουμε πάλι όνειρα σαν εκείνα που κάναμε κάθε βράδυ στα καλοκαίρια των παιδικών μας χρόνων τότε που πετούσαμε ανάμεσα στη γη και στα άστρα;

Δεν θα βαδίσουμε ξανά στο δρόμο με τις γροθιές υψωμένες και το πείσμα να ξεχειλίζει μαζί με το δίκιο και τη σιγουριά της νίκης;

Δεν θα πιάσουμε τα βιβλία με μεράκι για να γνωρίσουμε τους εαυτούς μας, τον κόσμο και τους ανθρώπους;

Δεν θα ομορφύνουμε τους εαυτούς μας, τον κόσμο και τους ανθρώπους; Αλλιώς  πως θα μπορέσουμε να τους κάνουμε πιο φωτεινούς;

Θα ζούμε από δω και πέρα στη θλίψη, τη δυστυχία και την ανημποριά; Ώστε δεν μπορούμε λοιπόν να κάνουμε τίποτα; Ηττηθήκαμε από τους εαυτούς μας και όσους μας περιβάλλουν και φροντίζουν πριν από μας, για μας, χωρίς εμάς;

Τους παραδώσαμε τα κλειδιά έτσι; Χωρίς ούτε μια βλαστήμια;

Είπαμε το μεγάλο «ναι» αντί να πούμε το μεγάλο «όχι»;

Και τι θα πούμε αύριο στα παιδιά μας; Τι θα πούμε στους παππούδες και στις γιαγιάδες μας; Σε όλους αυτούς που μάτωσαν σε κελιά, σε ξερονήσια, που περπάτησαν με τα γόνατα σε τριβόλια; Σε όλους αυτούς που θυσιάστηκαν με τη βεβαιότητα ότι η θυσία τους δεν θα πάει χαμένη;

Θα τους πούμε πως δεν μπορέσαμε; Κι εκείνοι γιατί μπόρεσαν;

Τι θα πούμε στους μαθητές μας; Ότι τους διδάσκουμε το ψέμα και την υποκρισία; Ότι είμαστε μόνο λόγια παχιά και κούφια που δεν τα νιώθουμε και δεν τα εννοούμε;

Θα αναφωνήσουμε: ναι μεν αλλά; Για να ξεγελάσουμε ποιον;

Θα καλυφθούμε πίσω από τις όποιες ηγεσίες τις οποίες εμείς οι ίδιοι έχουμε επιλέξει;

Ή μήπως θα αρχίσουμε τις ευχές και τα «μακάρι»; Τα «πρέπει» και τα «ίσως θα ήταν καλύτερα»;

Ας κρατήσουμε λοιπόν το λίγο, το τίποτα, το εφικτό αφού αυτό μας αξίζει κι ας αφήσουμε το «όλον» για τους «ωραίους» και τους «μεγάλους», γι’αυτούς που κυνήγησαν το όνειρο μέχρι το τέλος και έκαναν τον αγώνα στάση ζωής.

Ας αφήσουμε το όραμα για τους μάγκες κι εμείς ας ζήσουμε στη μιζέρια και στην ομίχλη.

Advertisements
 

Ετικέτες: , , , ,

Ο ξένος με το βιβλίο και τη φλογέρα

Ο ξένος με το βιβλίο και τη φλογέρα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Η μέρα ήταν ιδανική για βόλτα και πικ-νικ, κάτω από τον παχύ ίσκιο των δέντρων στο μεγάλο λιβάδι, στην ανατολική πλαγιά του λόφου.

Στη δυτική πλευρά του λόφου υπήρχε κι άλλο λιβάδι αλλά δεν είχε ούτε ένα δέντρο. Μόνο κάτι χαμηλοί θάμνοι είχαν καταδεχτεί να ριζώσουν που μπορούσαν να δώσουν τη σκιά τους, μετά βίας σε έναν άνθρωπο.

Στην κορυφή του λόφου φαινόταν από μακριά το παλάτι δίπλα σε μία μεγάλη εκκλησία που συναγωνιζόταν σε ύψος και σε αίγλη το διπλανό παλάτι.

Στη νότια πλαγιά του λόφου απλωνόταν η πόλη που ήταν εμπορικό κέντρο της περιοχής.

Είχε μπει ο Ιούνιος, ήταν και Κυριακή, τι άλλο θα μπορούσε να περιμένει κάποιος για να πάρει την οικογένειά του και να πάει στο μεγάλο λιβάδι;

Τα παιδιά, έτρεχαν ξένοιαστα πέρα δώθε, πότε τραγουδώντας, πότε κλαίγοντας και πότε ουρλιάζοντας και παίζοντας γεμάτα χαρά.

Οι γυναίκες έστρωναν με ευλάβεια το σεντόνι που είχαν φέρει για την περίσταση και έβγαζαν σιγά-σιγά τα φαγητά και τους μεζέδες που είχαν μαζί τους από το σπίτι.

Οι άντρες έκοβαν βόλτες πατώντας με σταθερό βήμα στο χαμηλό χορτάρι του λιβαδιού, πηγαίνοντας από το ένα δέντρο στο άλλο, απολαμβάνοντας τον ίσκιο τους και τσιμπολογώντας από τα εδέσματα που βρίσκονταν απλωμένα στα σεντόνια.

Με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, καμάρωναν τα παιδιά τους που έτρεχαν ανέμελα δεξιά κι αριστερά.

«Πρόσεξε παιδί μου. Μην τρέχεις. Θα πέσεις και θα χτυπήσεις. Άσε που θα ιδρώσεις και ποιος ακούει τη μάνα σου», ήταν οι συμβουλές που απηύθυναν πολύ συχνά οι άντρες προς τα παιδιά τους καθώς έκαναν τη βόλτα τους κουτσοπίνοντας, ψιλοτρώγοντας και συζητώντας για τις δουλειές τους και το παιδιά τους. Ο καθένας έλεγε τα δικά του χωρίς να ακούει κουβέντα από όσα έλεγαν οι συνομιλητές τους.

Οι μανάδες, καθισμένες κάτω από τον ίσκιο, σηκώνονταν που και που για να δώσουν τις δικές τους συμβουλές: «Έλα να φας κάτι παιδί μου. Μην τρέχεις, θα ιδρώσεις και θα βήχεις το βράδυ και τότε, αλίμονο τι έχεις να ακούσεις από τον πατέρα σου».

Αρκετά μέτρα πιο πέρα, κάτω από το μοναδικό θάμνο της περιοχής, καθόταν ένας άνθρωπος. Δεν έμοιαζε με τους άλλους, ούτε στο ντύσιμο μα ούτε και στην όψη. Είχε κάπως μακριά μαλλιά, αχτένιστα και ο ίδιος έδινε την εντύπωση του ανθρώπου που δεν λογάριαζε και πολύ την εμφάνισή του.

Κρατούσε στα χέρια του ένα βιβλίο και δίπλα στα πόδια του πάνω σε μια πέτρα ήταν ακουμπισμένη μια παλιά φλογέρα.

Ήταν τόσο απορροφημένος σ’ αυτό που διάβαζε που δεν πήρε χαμπάρι ένα τσούρμο από παιδιά τα οποία τον πλησίασαν σε απόσταση δύο μέτρων και τον περιεργάζονταν.

Κάποια στιγμή, ο άνθρωπος σήκωσε το βλέμμα του και αντικρίζοντας καμιά δεκαριά παιδιά να τον κοιτάζουν, τους χαμογέλασε.

«Γεια σας παιδιά», τους είπε. «Θέλετε κάτι;»

«Ποιος είσαι εσύ;», τον ρώτησε ένα παιδί. «Μένεις στην πόλη μας;»

«Όχι, είμαι ξένος» απάντησε ο περίεργος εκείνος άνθρωπος.

«Τι διαβάζεις;», επέμενε το παιδί.

«Κάτι ιστορίες με ανθρώπους».

« Λένε αλήθεια ή ψέματα, αυτές οι ιστορίες;»

«Ψέματα».

«Και γιατί διαβάζεις αυτά τα ψέματα;»

«Γιατί, μέσα από τα ψέματα ανακαλύπτω τις αλήθειες»

«Για ποιους;»

«Μα για τους ανθρώπους και τα έργα τους. Για τι άλλο;»

Τα παιδιά ξέσπασαν σε γέλια. Ένα από αυτά έτρεξε στη μητέρα του και άρχισε να της εξιστορεί όσα τους είχε πει λίγο νωρίτερα ο ξένος.

Της στάθηκε η μπουκιά στο λαιμό, της μητέρας του. Παραλίγο να πνιγεί. Κοκκίνισε από τα νεύρα της και έβγαλε μια δυνατή κραυγή.

«Παντελήήήήή. Που είσαι μωρέ; Δεν πήρες χαμπάρι τι άκουσε το παιδί μας;»

Έτρεξε ο Παντελής, κατασκοτώθηκε να πάει στη γυναίκα του και σαν έμαθε τα καθέκαστα, μάζεψε και μερικούς άλλους και σε λίγο βρέθηκαν όλοι να έχουν περικυκλώσει το δύστυχο ξένο.

«Ποιος είσαι εσύ; Πώς βρέθηκες στα μέρη μας;», τον ρώτησε κάποιος.

«Γεια σας φίλοι μου. Μην ανησυχείτε, περαστικός είμαι, δεν είμαι από δω».

«Και τι είναι αυτά που είπες στα παιδιά;» πήρε το λόγο κάποιος άλλος.

«Για ποιο πράγμα μιλάς; Δεν καταλαβαίνω!», απάντησε ο ξένος.

«Τους είπες ή όχι ότι διαβάζεις ιστορίες με ψέματα;»

«Τους είπα».

«Και ότι από τα ψέματα αυτά ανακαλύπτεις την αλήθεια;»

«Ναι! Έχω άδικο;»

«Φυσικά και έχεις άδικο. Μέσα από τα ψέματα ανακαλύπτεις το ψέμα και μόνο μέσα από τις αλήθειες ανακαλύπτεις την αλήθεια. Αυτό είναι γνωστό σε όλους. Το διδάσκουν και στα σχολεία οι δάσκαλοι»

«Κι εγώ δάσκαλος είμαι».

«Και γιατί δεν είσαι στο σχολείο;»

«Γιατί, μ’ έδιωξαν εδώ και κάμποσο καιρό».

«Άμα έλεγες τέτοια στα παιδιά, καλά σου έκαναν».

«Εσύ τι δουλειά κάνεις, αν επιτρέπεται;»

«Μεγαλέμπορος φρούτων και λαχανικών. Ο μεγαλύτερος της περιοχής»

«Στέλνεις και στο διπλανό χωριό εμπόρευμα;»

«Ασφαλώς. Το εμπόρευμά μου φημίζεται για την ποιότητά του».

«Τότε γιατί στο διπλανό χωριό τα έχουν βάλει μαζί σου και σε κατηγορούν ότι τους στέλνεις σάπια φρούτα και λαχανικά; Τις προάλλες που πέρασα από κει, οι μισοί κάτοικοι είχαν πάθει τα εντερικά τους και έλεγαν πως τα μήλα που τους πούλησες ήταν για πέταμα»

«Ε! Ας μην τα αγόραζαν. Δεν τους τα πούλησα με το ζόρι».

«Τους είπες ότι από μέσα ήταν χαλασμένα;»

«Όχι βέβαια! Κορόιδο είμαι;»

«Άρα, τους είπες ψέματα»

«Περίπου»

«Βλέπεις;»

«Τι να δώ;»

«Μέσα από το ψέμα που τους είπες, εκείνοι ανακάλυψαν την αλήθεια».

«Ποια αλήθεια;»

«Ότι το εμπόρευμά σου είναι σκάρτο και συ απατεώνας».

Οι υπόλοιποι άρχισαν να μουρμουρίζουν και να συζητούν μεταξύ τους., μέχρι που κάποιος πήρε το λόγο και είπε στον ξένο:

«Αν θες να συνεχίσεις να βρίσκεσαι εδώ, πρέπει να σταματήσεις να διαβάζεις αυτό το βιβλίο και φυσικά να μην τολμήσεις να πλησιάσεις τα παιδιά μας».

«Δεν τα πλησίασα εγώ. Εκείνα με πλησίασαν», απάντησε ο ξένος κλείνοντας το βιβλίο και ακουμπώντας το δίπλα.

Οι κάτοικοι της πόλης απομακρύνθηκαν παίρνοντας και τα παιδιά μαζί τους.

Κάποια στιγμή, ενώ είχαν απομακρυνθεί αρκετά, σταμάτησαν απότομα και κοίταξαν όλοι προς τα πίσω. Αιτία ήταν αυτός ο ήχος που έφτανε στ’ αυτιά τους. Ήταν ήχος φλογέρας που παρόμοιό του δεν είχαν ξανακούσει.

Κοιτώντας προς τον ξένο, τον είδαν να έχει πάρει τη φλογέρα στα χέρια του και να παίζει τόσο γλυκά και τόσο αληθινά που ακόμη και οι ίδιοι ξαφνιάστηκαν και άφησαν τον εαυτό τους να δείξει πως τους άρεσε πολύ ο ήχος που έβγαζε εκείνος ο ξένος με τη φλογέρα του.

Μετά ξαναφόρεσαν το βλοσυρό τους ύφος και κατευθύνθηκαν προς τον ξένο που συνέχιζε να παίζει τη φλογέρα του σαγηνεύοντας τα παιδιά και κάνοντάς τα να γελάνε και να χαίρονται.

«Τι κάνεις εκεί;» του είπε ο μεγαλέμπορος λαχανικών.

Ο ξένος σταμάτησε να παίζει τη φλογέρα του, τον κοίταξε ίσα στα μάτια και του είπε με ήρεμη φωνή:

«Τι εννοείς τι κάνω; Παίζω τη φλογέρα μου»

«Γιατί;»

«Επειδή η μουσική κρύβει αλήθεια»

«Πριν διάβαζες το βιβλίο με τα ψέματα για να βρίσκεις την αλήθεια και τώρα παίζεις μουσική γιατί κρύβει αλήθεια;»

«Ακριβώς!»

«Είσαι τρελός, δεν εξηγείται αλλιώς».

«Είναι απλό. Αν γνωρίζεις τι είναι αληθινό μπορείς να ξεχωρίζεις το ψεύτικο».

«Δηλαδή;»

«Κάθεστε όλη τη μέρα κάτω από τη σκιά των δέντρων νομίζοντας ότι σας προσφέρει ασφάλεια. Αν όμως ξεσπάσει καταιγίδα θα καταλάβετε ότι η ασφάλεια που νομίζετε είναι ψεύτικη. Δεν μπορούν να συγκρατήσουν τον κεραυνό. Θα σας κάνει στάχτη».

«Κάνεις λάθος ξένε. Πάλι θα είμαστε ασφαλείς κάτω από τα δέντρα. Θα γλυτώσουμε από τη βροχή ενώ εσύ θα γίνεις μούσκεμα εδώ στο πουρνάρι που κάθεσαι».

«Γιατί φοβάστε τη βροχή; Μήπως ξεπλυθεί η μπογιά και φανεί το πρόσωπό σας;»

Τα λόγια του ξένου εξαγρίωσαν το μεγαλέμπορο ο οποίος κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος του ξένου όταν οι πρώτες σταγόνες της βροχής έπεσαν στα πρόσωπά τους. Με την ταραχή και τη φασαρία, κανένας τους δεν πήρε είδηση τα μαύρα σύννεφα που μαζεύτηκαν πάνω από το μεγάλο λιβάδι και την καταιγίδα που ερχόταν. Εκτός από τον ξένο.

Σχεδόν αμέσως ο ουρανός άρχισε να σκίζεται από αστραπές και οι βροντές τρόμαζαν τους μικρούς μα και τους μεγάλους.

«Πάμε κάτω από τα δέντρα», ακούστηκε μια φωνή και όλοι έτρεξαν προς τα δέντρα για να προστατευτούν από τη βροχή. Όλοι εκτός από τον ξένο που σηκώθηκε όρθιος και ούρλιαζε απεγνωσμένα:

«Όχι στα δέντρα. Όχι κάτω από τα δέντρα. Θα σας κάψουν οι κεραυνοί. Τουλάχιστον όχι τα παιδιά. Αφήστε τα παιδιά στη βροχή. Καλύτερα να βραχούν παρά να καούν. Καλύτερα να ζήσουν παρά να πεθάνουν».

Μάταια όμως προσπαθούσε. Οι γονείς τραβούσαν τα παιδιά με το ζόρι από τα χέρια και τα κρατούσαν σφιχτά κάτω από τα δέντρα. Κάποια παιδιά γλίστρησαν από τα χέρια των γονιών τους και δεν πρόλαβαν να φτάσουν στα δέντρα. Κάποιες οικογένειες, πάλι, δίστασαν να μπουν κάτω από τα δέντρα επηρεασμένοι από τα λόγια του ξένου και προτίμησαν να υποστούν τη μανία της βροχής που ράπιζε με δύναμη τα πρόσωπά τους.

Αυτό που ακολούθησε δεν περιγράφεται.

Αλλεπάλληλοι κεραυνοί έπεσαν πάνω στα δέντρα προκαλώντας το χαμό όσων βρέθηκαν εκεί για να προστατευτούν.

Όσοι γλύτωσαν, ξέσπασαν σε λυγμούς και θρήνους.

Η καταιγίδα πέρασε μα άφησε πίσω της αποκαΐδια. Το κακό είχε γίνει.

Ο ξένος, βρεγμένος μέχρι το κόκαλο, πιο πολύ από τα δάκρυα, παρά από τη βροχή, μάζεψε τη μουσκεμένη φλογέρα και το σχεδόν κατεστραμμένο βιβλίο του και απομακρύνθηκε με λυγμούς.

Κανείς δεν τον ξαναείδε. Μόνο κάποιοι από τους επιζώντες αφηγούνται πως φεύγοντας τον άκουσαν να λέει:

«Αν γνώριζαν την αλήθεια θα μπορούσαν να ξεχωρίσουν εύκολα το ψέμα»

 

 

 

Ετικέτες: ,

Να φύγει, να πάει στα ΕΠΑΛ

Να φύγει, να πάει στα ΕΠΑΛ

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Άλλο ένα βράδυ θα περάσει μάλλον δύσκολα όπως και τα προηγούμενα βράδια εδώ και ένα μήνα.

Βλέπεις, η μάχη που γίνεται μέσα μου ανάμεσα σε μένα και τον εαυτό μου δεν έχει λήξει ακόμη κι απ’ότι φαίνεται δεν θα λήξει ούτε απόψε.

Είναι κι εκείνες οι απόψεις που ακούω κατά καιρούς, που λένε πως δεν μπορούν και δεν πρέπει να γίνουν όλοι επιστήμονες, οι οποίες με δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο στο να καταλήξω ποιο είναι το σωστό για το μαθητή μου.

Και κάποιες άλλες που λένε πως με «καμένα χαρτιά» δεν πρέπει να ασχολούμαστε γιατί αποβαίνει εις βάρος των «καλών» μαθητών.

Ξέρετε, είναι από εκείνους τους μαθητές που κάθονται κάπου σε μια άκρη στα τελευταία θρανία και προσπαθούν να κρυφτούν από τη ματιά μου.

Κι όμως πολλές φορές έπιασα τον εαυτό μου να με βολεύει αυτό το κρύψιμο. Μπορούσα έτσι, κάνοντας πως δεν τον είδα, να συνεχίσω το μάθημά μου χωρίς εκείνον, να αγορεύω και να υπαγορεύω για τους άλλους και όχι για κείνον.

Κι έρχομαι μετά εγώ ο άλλος για να μου θυμίσω τη συνάντηση με τον πατέρα του.

«Ρίξτου και καμιά σφαλιάρα δάσκαλε. Από μένα έχεις το ελεύθερο». Η δόλια η μάνα του στεκόταν παραδίπλα βουρκωμένη.

Μου’ρθε να του ορμήσω όμως τότε σε τι θα διέφερα από εκείνον;

«Σας παρακαλώ πολύ» του είπα, «Τι είναι αυτά που λέτε; Ούτε τα ζώα δεν έχουν τέτοιες συμπεριφορές. Ο άνθρωπος αφήνει πίσω του τα ζωώδη ένστικτα, δεν επιστρέφει σ’αυτά».

Ώστε έτσι λοιπόν. «Σφαλιάρα» από τη μία «καμένα χαρτιά» από την άλλη. Οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Όποιος μαθητής ξεφεύγει από το τυπικό πλαίσιο συμπεριφοράς και απόδοσης που μάθαμε και που μας βολεύει, πρέπει να εξοστρακίζεται.

«Να φύγει, να πάει στα ΕΠΑΛ. Εκεί τουλάχιστον θα πάρει ένα απολυτήριο». Ποιος τα λέει αυτά; Ο ίδιος που ισχυρίστηκε λίγο πριν πως είναι καλύτερο «αυτά» τα παιδιά να μαθαίνουν μία τέχνη. Ο ίδιος που κάποια άλλη φορά χλεύασε τον υδραυλικό γιατί δεν ήξερε να μιλάει σωστά. Αγράμματο τον αποκάλεσε συμπληρώνοντας: «Τι περιμένεις; Το ΕΠΑΛ τελείωσε κι αυτό με το ζόρι».

Το χειρότερο απ’όλα είναι πως τελικά αυτά τα παιδιά συνηθίζουν, γιατί είναι βολικό και για τα ίδια, στην ιδέα πως δεν τα καταφέρνουν, δεν αξίζουν για κάτι καλύτερο, δεν είναι δα και τα πιο έξυπνα οπότε καλύτερα να πάνε με την «πλέμπα». Τι τις θέλουν τις σπουδές και άλλα τέτοια μεγαλεία; Κι έτσι αποδέχονται την ανημποριά και τη δουλικότητα. Χωρίς αυτοεκτίμηση κι αξιοπρέπεια γίνονται οι καλύτεροι συνεχιστές της αδικίας του συστήματος που και οι ίδιοι βιώνουν. Δεν θα διεκδικήσουν, δεν θα αμφισβητήσουν, δεν θα αντιδράσουν.

Κι επανέρχεται ο εαυτός μου δριμύτερος και μου θυμίζει ότι ο μαθητής αυτός είναι αγενής, καθυστερεί στο μάθημά μου, μιλάει και πετάει χαρτάκια την ώρα του μαθήματός μου και δεν επιτρέπει και στους άλλους μαθητές να παρακολουθήσουν. Του μίλησα ιδιαιτέρως, τον απέβαλλα από την τάξη, τον έστειλα στο διευθυντή, κάλεσα τους γονείς του-εντάξει δεν είχε και το καλύτερο αποτέλεσμα-του ξαναμίλησα, αλλά αυτός τίποτα. Αρνείται να γράψει, να διαβάσει και γενικά να μου δείξει ότι το προσπαθεί. Κι εγώ πόση υπομονή να δείξω; Σάμπως δεν έχω κι εγώ τα δικά μου; Δεν έχω κι εγώ παιδιά με ανάγκες και προβλήματα; Τι να πρωτοθυμηθώ; Δάνεια, εφορία, υποχρεώσεις για τα παιδιά που σπουδάζουν. Και που σπουδάζουν τι θα καταφέρουν; Άνεργα θα μείνουν. Έτσι βιώνω άλλη μία προσωπική ήττα.

Μετά θυμάμαι πως αν ο μαθητής αυτός και δυο τρεις ακόμη πάνε στα ΕΠΑΛ, θα λιγοστέψουν τα τμήματα θα έχω πρόβλημα με τις ώρες. Δεν θα συμπληρώνω ωράριο και θα πρέπει να πάω και σε άλλο σχολείο. Να πάρει η ευχή. Δεν είναι καλό αυτό. Μεταξύ μας, ούτε και τόσο έντιμο είναι που το σκέφτηκα…

Ναι αλλά τότε για ποιους μαθητές πάω στο σχολείο; Μόνο για τους «καλούς»; Και θα εύχομαι να είναι όλοι τους «καλά» παιδιά, να διαβάζουν, να μην δημιουργούν προβλήματα, να σέβονται-λες κι ο σεβασμός πουλιέται στη λαϊκή με το κιλό-να προσπαθούν και να κάνουν, τέλος πάντων, ότι χρειάζεται για να έχω το κεφάλι μου ήσυχο;

Όμως, αν οι παραπάνω ευχές πραγματοποιηθούν τότε μάλλον δεν με χρειάζονται. Τις γνώσεις μπορούν να τις βρουν και στο ίντερνετ.

Καληνύχτα εαυτέ μου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Τα καλοκαίρια που τολμήσαμε

Τα καλοκαίρια που τολμήσαμε

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Τελευταία μέρα σχολείου, τελευταίο μάθημα, τελευταία ώρα.

Καλό καλοκαίρι παιδιά, καλές διακοπές.”

Τι σου είναι όμως το μυαλό!

Στην ίδια ευχή ήρθε και ξαπόστασε το άτιμο και με γύρισε πίσω στα δικά μου μαθητικά χρόνια. Τότε που το κουδούνι ήταν χειροκίνητο και όχι ηλεκτρικό.

Όλη η παλιοπαρέα έτοιμη για παιχνίδι ατελείωτο μα και για δουλειά στα χωράφια όταν χρειαζόταν. Και βέβαια δεν ξεχνούσαμε την απαραίτητη “συγκομιδή”.

Πρώτα περνούσαμε από τη γιαγιά τη Γιώργαινα. Μια γιαγιά καλοσυνάτη και δοτική.

Γιαγιά να πάρουμε λίγα κορόμηλα;”

Όσα θέλετε παιδιά μου. Πάρτε και αχλάδια. Μόνο αφήστε λίγα και σε μένα γιατί τα ρημάδια τα ποδάρια δεν μ’ αφήνουν να πάω να τα μαζέψω”.

Γεμίζαμε τα σουρκόφια μας και της τα πηγαίναμε. Κρατούσαμε δυο-τρία ο καθένας μας και τα υπόλοιπα της τα αφήναμε.

Τι να τα κάνω τόσα πολλά παιδιά μου; Σάματις έχω και δόντια να τα φάω;”

Μετά κοιταζόμασταν συνωμοτικά και πηγαίναμε για το σπίτι του κυρ-Θόδωρου. Ήταν ο πλούσιος του χωριού. Κανείς μας δεν τον είδε ποτέ να δουλεύει. Είχε βρει λίρες, κατοχικές τις έλεγαν στο καφενείο, αλλά εμείς δεν ξέραμε τι σημαίνει. Αγόρασε χωράφια πολλά και δάνειζε στους συγχωριανούς. Όσοι δεν μπορούσαν να ξεχρεώσουν τους έπαιρνε το χωράφι και μετά τους έβαζε να δουλεύουν για κείνον.

Τοκογλύφο” τον έλεγαν πίσω από την πλάτη του αλλά και κατάμουτρα μερικοί που τσακώνονταν μαζί του όταν τους ζητούσε πίσω τα δανεικά και τα πανωτόκια.

Βουρ για του τοκογλύφου λοιπόν. Το σπίτι του ήταν μεγάλο με μάντρα γύρω-γύρω και μέσα δυο σκυλιά μαύρα. Το ένα το’ χε δεμένο και γάβγιζε ακόμα και τη μύγα που πετούσε. Το άλλο, ο Μάρκος, ήταν κι αυτό ζόρικο μα εμείς το κάναμε φίλο. Του δίναμε νερό και κανένα κόκκαλο που και που.

Του ζητήσαμε του τοκογλύφου να μας αφήσει να κόψουμε λίγα φρούτα που ήταν γεμάτος ο κήπος του αλλά μας διαολόστειλε. Θα μας κόψει τα πόδια, είπε, αν τολμήσουμε και αγγίξουμε έστω και ένα φρούτο.

Κι όμως τολμήσαμε.

Με το που έφυγε για την πόλη πηδήσαμε τη μάντρα, πετάξαμε στο Μάρκο ένα κόκκαλο και δεν έμεινε φρούτο για φρούτο στα δέντρα. Λες και πέρασαν ακρίδες.

Το άλλο το θηρίο αλυχτούσε κι έλεγες θα φάει την αλυσίδα. Φεύγοντας του αφήσαμε λίγα “λάφυρα” στην πόρτα του σπιτιού του έτσι για να τον τσιγκλίσουμε.

Όχι μόνο τολμήσαμε αλλά το κάναμε κιόλας.

Μόνο εγκεφαλικό δεν έπαθε ο τσιφούτης. Έβριζε και κλωτσούσε ότι έβρισκε μπροστά του. Το λυσσασμένο σκυλί μάζεψε τις περισσότερες.

Ρε σεις, γιατί δεν πάμε στου παπά να του ζητήσουμε;” τους λέω μια μέρα.

Σιγά μη μας δώσει.”

Θα μας δώσει. Του Χριστού είναι. Δεν θυμάσαι στα θρησκευτικά που έλεγε ο Χριστός όποιος έχει δύο χιτώνες να δίνει τον έναν;”

Για χιτώνες έλεγε όχι για φρούτα”.

Πήγαμε λοιπόν στον παπά. Το και το του λέω.

Θα σας έδινα αλλά θα’ ρθει η αγγόνα μου από την πόλη τα θέλω για κείνη”.

Και ο Χριστός με τους δύο χιτώνες;”, του λέω!

Άλλο χιτώνες κι άλλο φρούτα”, μου απαντάει.

Το είπα. Δεν το είπα;” πετάχτηκε θριαμβευτικά ο φίλος μου.

Μου ‘ρθε ο ουρανός σφοντύλι. Καλά ο τοκογλύφος ήταν άνθρωπος του χρήματος, ο παππάς όμως; Άνθρωπος του θεού σου λέει μετά. Από τότε δεν ξαναμπήκα στην εκκλησία. Μόνο απ’ έξω περνούσα και χάζευα τα λελέκια στο καμπαναριό.

Τα βράδια όλη η παρέα μαζευόμασταν στον φτελιά της πλατείας κάτω από τ’ αστέρια, βγάζαμε τα όνειρα από τι ψυχές μας και τα στρώναμε χάμω.

Όλοι θα γινόμασταν σπουδαίοι και τρανοί. Δάσκαλοι, γιατροί, αγρότες, μηχανουργοί, αεροπόροι, ταχυδρόμοι… Δώσαμε όρκο να μη γίνει κανένας μας “τοκογλύφος” και παπάς. Μόνο δύο έμειναν στο χωριό. Οι υπόλοιποι όλοι φευγάτοι. ”Ένεκα η εσωτερική και εξωτερική μετανάστευσις” που ‘λεγε κι ο πρόεδρος του χωριού.

Κάποιοι ξανασμίξαμε κάτω από τα ίδια πανό διεκδικώντας τους “καρπούς” που μας στέρησαν στα χρόνια που ακολούθησαν κυνηγώντας με πάθος τα όνειρά μας.

Οι τοκογλύφοι ονομάστηκαν και τραπεζίτες, η εκκλησία απέκτησε ηλεκτρονική πλατφόρμα για να τα καταφέρνει καλύτερα με τους χιτώνες και ο αγώνας για δίκαιη μοιρασιά των φρούτων συνεχίζεται χωρίς σταματημό μέχρι να γκρεμιστούν όλες οι μάντρες και τα λυσσασμένα σκυλιά να εκλείψουν.

Κάποιοι, εξακολουθούν τα βράδια, κάτω από τ’ αστέρια, να βγάζουν τα όνειρα από τις ψυχές τους και να τα στρώνουν χάμω για να θυμίζουν σε όλους πως τίποτα δεν τελειώνει σαν κάνεις όνειρα και προσπαθείς να τα πραγματοποιήσεις. Φτάνει μόνο να μην αναθέσεις σε άλλους να στα υλοποιήσουν.

Φτάνει μόνο να τολμήσεις.

Η φωνή των συναδέλφων που έφευγαν από το σχολείο με επανέφερε στο τώρα.

Τι έγινε; Έπαθες τίποτα;”

Όχι κατεβαίνω. Απλά, ξεσκόνιζα κάτι αναμνήσεις καλοκαιρινές…”

 

Ετικέτες: , , , ,

Δυο μέρες δημιουργικής εργασίας

Δυο μέρες δημιουργικής εργασίας

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Το κείμενο που ακολουθεί είναι πράγματι υπερβολικό όπως υπερβολική θεωρώ ότι είναι η παρουσίαση των δημιουργικών εργασιών και υπερβολικές οι προσδοκίες από τη μεριά του υπουργείου παιδείας.

 

Το κλίμα που επικρατεί, τουλάχιστον κατά τη δική μου αντίληψη και εκτίμηση, στους κόλπους των εκπαιδευτικών των λυκείων δεν είναι αυτή που θα ήθελε το υπουργείο παιδείας.

Οι δημιουργικές εργασίες είναι μια πολύ σοβαρή εκπαιδευτική διαδικασία η οποία όταν αποφασίζεται, σχεδιάζεται και αναμένεται να υλοποιηθεί με βιασύνη και προχειρότητα απαξιώνεται στη συνείδηση ό΄λων των μελών της εκπαιδευτικής κοινότητας.

Το θέμα δεν είναι να προτείνουμε στους μαθητές εμείς οι εκπαιδευτικοί ένα πλήθος θεμάτων και οι μαθητές να επιλέξουν. Αυτό, μάλλον στερείται δημιουργικότητας παρά χαρακτηρίζεται από αυτήν.

Όταν η παρότρυνση, σε πάρα πολλές περιπτώσεις εκ μέρους των σχολικών συμβούλων, όπως οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί μαρτυρούν, είναι να δίνουμε «αβέρτα» φωτοτυπίες με το σχετικό υλικό για να μπορέσουν οι μαθητές να εκπονήσουν τις εργασίες δεν μπορούμε να μιλάμε για ερευνητική διαδικασία.

Οι φωτοτυπίες δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τις ανύπαρκτες ή τις υποτυπώδεις βιβλιοθήκες.

Να μην αναφερθούμε σε σχολεία που είτε δεν έχουν φωτοτυπικό μηχάνημα είτε το φωτοτυπικό χαρτί είναι το ίδιο δυσεύρετο όπως και το χαρτί υγείας στις τουαλέτες μαθητών και εκπαιδευτικών. Κι αυτό είναι πραγματικότητα και όχι υπερβολή, κύριοι υπουργοί. Είναι τα αποτελέσματα της πολιτικής των περικοπών και της υποβάθμισης της δημόσιας εκπαίδευσης.

Σωστή, κατά την άποψή μου, η σκέψη το να εκπονηθούν οι εργασίες στο χώρο του σχολείου για να αποφευχθεί, αν και δεν μπορεί να αποκλειστεί, η δημιουργία μιας νέας «δημιουργικής μπίζνας», όμως, πώς αυτό μπορεί να γίνει σε μία μέρα; Υπάρχει η απαραίτητη υλικοτεχνική υποδομή στα σχολεία;

Με τον κίνδυνο να χαρακτηριστώ καχύποπτος και μίζερος, μήπως όλο αυτό το εγχείρημα γίνεται για να αναδειχτούν οι μεγάλες ελλείψεις υλικοτεχνικής φύσεως στα σχολεία ώστε να ανοίξει η πόρτα για την εισβολή, στην κυριολεξία, διαφόρων «χορηγών», «ευεργετών» και «σωτήρων»;

Όταν ως πολιτεία θεωρείς σημαντική την εισαγωγή νέων πρακτικών στην εκπαιδευτική διαδικασία, δεν την ακυρώνεις, δεν την απαξιώνεις πριν αυτή εφαρμοστεί.

Υπάρχει, βέβαια, καλοπροαίρετα και η άποψη που λέει: «Από το να μη γίνει τίποτα, καλύτερα να γίνει κι ας μην είναι τέλειο».

Νομίζω πως το ζήτημα με τις δημιουργικές εργασίες είναι ότι με τον τρόπο που θα πραγματοποιηθούν στραγγαλίζεται η ουσία και καταργούνται οι σκοποί που έρχονται να εξυπηρετήσουν.

Ακόμη και το γεγονός ότι μπορούν να λειτουργήσουν ενισχυτικά στο βαθμό, για μαθήματα που οι μαθητές έχουν χαμηλή βαθμολογία, μπορεί να θεωρηθεί αρνητικό αφού οι μαθητές δεν θα επιλέγουν τις εργασίες με βάση τα ενδιαφέροντα και τις αναζητήσεις τους αλλά με κριτήριο το να βελτιώσουν το βαθμό τους σε κάποιο μάθημα.

Νομίζω πως, έστω και τώρα, το υπουργείο δεν πρέπει να προχωρήσει στην υλοποίηση των δημιουργικών εργασιών για την τρέχουσα σχολική χρονιά. Αν σκοπεύει να δώσει μόνιμο χαρακτήρα στη διαδικασία αυτή θα πρέπει να φροντίσει να εξασφαλίσει όλα όσα χρειάζεται να διαθέτουν τα σχολεία, οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές για να μπορέσουν να ανταποκριθούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο σε ένα τέτοιο εγχείρημα.

Πολύ φοβάμαι ότι, τελικά, το διήμερο των δημιουργικών εργασιών θα καταλήξει σε ένα διήμερο διεκπεραίωσης και όχι δημιουργικότητας, αγγαρείας και όχι ευχάριστης εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Κι αυτό δεν θα οφείλεται στους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές κύριοι υπουργοί.

 

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Περί εγκυμοσύνης λοιπόν κύριε υπουργέ της Παιδείας

Περί εγκυμοσύνης λοιπόν κύριε υπουργέ της Παιδείας

Χρήστος Επαμ. Κυργιάκης

Ώστε κάνατε εμπεριστατωμένη έρευνα κύριε υπουργέ και βρήκατε ότι μετά τις πενθήμερες έχουμε αυξημένες εγκυμοσύνες;
Σε τι ποσοστό δεν μας είπατε. Πόσες από αυτές είναι δίδυμες κυήσεις, επίσης δεν μας είπατε.
Καταλήγουν σε γεννήσεις; Πάλι δεν μας είπατε.
Μετά τις μονοήμερες και τους περιπάτους δεν παρατηρήσατε κάτι τις;
Μετά τις τριήμερες τίποτα;                                                                                                                           Και τι θα κάνετε κύριε υπουργέ; Μήπως θα καταργήσετε τις εκδρομές;                                                 Και τους ξενοδόχους; Τους ιδιοκτήτες τουριστικών γραφείων, εστιατορίων και κέντρων διασκέδασης θα τους αγνοήσετε;                                                   

Μήπως, εκτός των άλλων διαπιστώσατε ότι μετά από πεντάμηνη παραμονή ενός υπουργού στην καρέκλα του παρατηρείται ολίσθηση και κατρακύλα;
Αν δεν με πιστεύετε δείτε τους προκατόχους σας. Το λιγότερο που μπορώ να πω ήταν ότι αστοχήσατε.
Κρίμα, κύριε υπουργέ. Κρίμα.

(Εκτός αν δεν αναφερόσασταν σε μαθήτριες αλλά γενικά στον γυναικείο πληθυσμό της χώρας)

 

Ετικέτες: , , , ,

ΘΕΑΤΡΙΚΟ: ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ

ΘΕΑΤΡΙΚΟ

 

«ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ»

 Χρήστος Επαμ. Κυργιάκης

ΠΡΑΞΗ 1η

 

Η ιστορία διαδραματίζεται στο καφενείο: «Το ραντεβού της νεολαίας». Μόνιμοι θαμώνες στο καφενείο της γειτονιάς μια παρέα  συνταξιούχων για να περνάνε το χρόνο τους και να γεμίζουν τη μοναξιά τους. Τους τοίχους του καφενείου κοσμούν οι φωτογραφίες του Κωνσταντίνου Καραμανλή, του Ανδρέα Παπανδρέου, του Κώστα Σημίτη, του Κώστα Καραμανλή, του Γιώργου Παπανδρέου, του Αντώνη Σαμαρά και του Αλέξη Τσίπρα. Σε μια ιδιαίτερη θέση, δίπλα στο εικονοστάσι, βρίσκεται κρεμασμένη και η φωτογραφία του Κώστα Μητσοτάκη, «διανθισμένη» με μια αρμαθιά σκόρδα για καλό και για κακό.

 

Είναι 9 η ώρα το πρωί, ημέρα Δευτέρα 2 Απριλίου. Οι φίλοι και οι φίλες μας πληρώθηκαν τη σύνταξή τους και το κλίμα είναι θετικό.

Η μουσική που έβαλε η Ντίνα, η γυναίκα του καφετζή, του Γρηγόρη, ταιριάζει με το θετικό κλίμα. Ήδη στο καφενείο βρίσκονται ο Αντώνης, ο Κώστας, η Ευτέρπη και η Γεωργία.

 

ΝΤΙΝΑ: Αντωνάκη μου, στον πέτυχα τον καφέ σήμερα, έτσι δεν είναι;

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Μωρέ τον πέτυχες… στο «δόξα πατρί». Αν είχε και λίγο καφέ μέσα θα μπορούσες να τον πεις και «καφέ».

 

ΝΤΙΝΑ: Μια ζωή γκρινιάρης και γρουσούζης, γι’ αυτό έμεινες μόνος σου.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Είσαι οχιά και μέγαιρα.

 

ΕΥΤΕΡΠΗ: Έλα Ντίνα μου, μην του δίνεις σημασία.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Μίλησε και η «Τέρπη». Άκου Τέρπη! Αλλά, τι ανάγκη έχεις; Ας έπαιρνα κι εγώ τη συνταξάρα που παίρνεις εσύ και να δεις τι πλακίτσες θα έκανα.

 

ΕΥΤΕΡΠΗ: Δούλεψα τόσα χρόνια Αντώνη.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Ε βέβαια, ενώ εμείς κάναμε διακοπές στις Μπαχάμες. (ειρωνικά). Δούλεψες! Σ’έφαγε το λιοπύρι. Καθόσουνα αναπαυτικά στα δικαστικά έδρανα και απένειμες τάχα δικαιοσύνη, κι εσύ κι ο άντρας σου. Άιντε μην ανοίξω το στόμα μου, άιντε μην τ’ ανοίξω.

 

ΝΤΙΝΑ: Μπα! κλειστό το είχες τόση ώρα;

 

(Παύση…)

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: (Ψιθυριστά και εμπιστευτικά). Δεν ξέρω εσύ Τέρπη μου πως τα πας με τον Σόλωνα, πάντως εγώ έχω θέμα με τον Τάσο.

 

ΤΕΡΠΗ: Τι θέμα;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Να, ξέρεις…καταλαβαίνεις…σεξουαλικής φύσεως.

 

ΤΕΡΠΗ: Τι; Δεν ανταποκρίνεται;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ανταποκρίνεται, δε λέω. Κάνε πιο δω να σου πω. Κάθε φορά που παίρνουμε τη σύνταξη, θέλει να το γιορτάζουμε.

 

ΤΕΡΠΗ: Μπα, και δεν του φαινότανε. Κοίτα να δεις ο Τάσος!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ναι αλλά, μόλις αρχίσει κι ανεβάσει παλμούς αρχίζει και «ξεφυσάει».

 

ΤΕΡΠΗ: Ταύρος πραγματικός ο Τάσος σα να λέμε!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ναι αλλά δεν ξεφυσάει από το στόμα.

 

ΤΕΡΠΗ: Κι από πού ξεφυσάει;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: (γεμάτη ντροπή) Από…τον πισινό.

 

(Ακούγονται τρανταχτά γέλια. Ο Κώστας που ήταν λίγο πιο πέρα άκουσε όλη τη συζήτηση)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Συγνώμη Γιωργίτσα μου, δεν το έκανα επίτηδες. Αλλά μου φάνηκε τόσο αστείο. (γελώντας) Άκου να «ξεφυσάει»!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Καλά δε ντρέπεσαι να κρυφακούς; Αλλά τι περιμένεις από έναν άνθρωπο που ήταν σε όλη του τη ζωή χασάπης; Από πού να μάθει τρόπους; Από τα μοσχάρια ή από τα γουρούνια;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Χασάπης ήμουνα και λέω τα πράγματα με το όνομά τους. Βλέπεις, δεν ήμουνα δικηγόρος σαν τον Τάσο σου (αρχίζει πάλι να γελάει). Άκους εκεί να «ξεφυσάει»!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Γέλα τώρα που μπορείς γιατί σε λίγο, θα πλακώσει το σόι σου για την «είσπραξη» και θα σου κοπεί το γέλιο. Ούτε μία δεκάρα δεν θα έχεις αύριο στην τσέπη σου βρε κακομοίρη!

 

(Πριν καλά-καλά προλάβει η Γεωργία να τελειώσει τη φράση της, η πόρτα του καφενείου ανοίγει και εισέρχεται ο Δημήτρης, ο γιος του Κώστα)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Καλημέρα σε όλους. Πατέρα, καλημέρα. Όλα καλά; Ντινάκι, μου φτιάχνεις ένα καφεδάκι σε παρακαλώ, έτσι μερακλίδικο να το φχαριστηθώ;

 

ΝΤΙΝΑ: Να σου φτιάξω, γιατί να μη σου φτιάξω. Δε μου λες Δημητράκη μου. Κερασμένος από τον μπαμπά σου;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Ντινάκι μου με πληγώνεις. Επειδή, δηλαδή με χτύπησε η ατυχία σα το χταπόδι στο βράχο, θα πρέπει η κοινωνία να πέσει να με φάει;

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Ποια ατυχία Δημητράκη; Για ποια ατυχία μιλάς; Είχες μια χαρά στρωμένη δουλειά από τον πατέρα σου και την εγκατέλειψες.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Κυρ-Αντώνη, άσε αυτά που εγκατέλειψα εγώ και πιάσε αυτούς που εγκατέλειψαν εσένα.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Μπορείτε σας παρακαλώ να σταματήσετε; Στο κάτω-κάτω δεν σας αφορά τι κάνω εγώ με τα λεφτά μου. Δική μου είναι η σύνταξη και την κάνω ότι θέλω.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Καλά σας λέει ο πατέρας μου. Μπράβο ρε πατέρα, τους έβαλες στη θέση τους.

ΚΩΣΤΑΣ: Μάλλον δεν κατάλαβες καλά γιε μου. Αυτά που είπα αφορούν και σένα. Τέρμα το άρμεγμα. Ότι έφαγες, έφαγες. Το μαγαζί είναι ακόμα στη θέση του και σε περιμένει. Αύριο κιόλας αν θέλεις ξεκινάς.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Τι μου λες τώρα ρε γέρο; Και τη μεγάλη μου αγάπη τι να την κάνω; Να την παρατήσω; Κρίμα είναι;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Για ποια μιλάς; Γνώρισες καμιά κοπέλα;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Κοπέλα;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Ε, τι γνώρισες; Μπουλντόζα;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Η μεγάλη μου αγάπη είναι η ποίηση. Πόσες φορές να στο πω; Έχω εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές. Είναι θέμα χρόνου, μέχρι να με ανακαλύψουν οι αναγνώστες. Ειδικά η τελευταία μου συλλογή αναμένεται να κάνει θραύση. Ο εκδότης μου είναι σίγουρος.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Ο εκδότης σου είναι σίγουρος γιατί σε μαδάει κανονικά. Δηλαδή, όχι εσένα. Εμένα έχει τσουρομαδήσει όπως τη γριά κότα πριν την κάνουν σούπα.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: (μαζεμένος γιατί βλέπει ότι χάνει τη χρηματοδότηση)

Πατέρα, είσαι άδικος. Άμα σου διαβάσω μερικούς στίχους από ένα τελευταίο ποίημά μου, θα αλλάξεις γνώμη.

 

(Βγάζει την ποιητική του συλλογή από το σακίδιό του, το ανοίγει και αρχίζει να διαβάζει όρθιος. Εν τω μεταξύ η Ντίνα του φέρνει και τον καφέ που είχε παραγγείλει)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Λέγεται: «Ζαρζαβατικούλι μου».

Δεν άντεξα όταν σε είδα/πίσω από τη λαχανίδα

Γλυκούλα σαν μια ντοματούλα/και ζουμερή σαν πατατούλα

Άγρια ήσουν σαν τσουκνίδα/κι αφράτη σαν την κουνουπίδα

 

ΝΤΙΝΑ: Κουνουπίδι λέγεται, όχι κουνουπίδα.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Ποιητική αδεία, αγράμματη, αλλά τι να καταλάβεις εσύ από ποίηση;

ΝΤΙΝΑ: Αν σου φέρω το δίσκο στο κεφάλι να δεις εσύ τι θα καταλάβεις.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Δεν πα να φτιάξεις καμιά σαλάτα λέω εγώ, να λιγδώσει λίγο και το άντερό σου.

 

(Εν τω μεταξύ ο Κώστας, είχε γύρει πάνω στο τραπέζι με τα χέρια του να έχουν αγκαλιάσει το κεφάλι σα να θέλει να προφυλαχτεί από σεισμό. Δεν άντεξε κι έβαλε τα κλάματα. Σκουπίζει τα μάτια του και αρχίζει να μιλάει)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκες, η σχωρεμένη η μάνα σου ονειρευόταν μεγαλεία για σένα. Πως θα γίνεις μεγάλος και τρανός. Σε ήθελε το λιγότερο πρωθυπουργό της Ελλάδας.

(Γυρνώντας προς τη φωτογραφία του Ανδρέα Παπανδρέου σταυροκοπιέται) Μεγάλε Ανδρέα, σχώρα με. Χατίρι δε σου χάλασε ποτέ. Θα το χαλάσεις το παιδί, της έλεγα. Το χαβά της αυτή.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Η μητέρα με αγαπούσε και με πίστευε όσο κανείς άλλος στον κόσμο. Είχε αντιληφθεί από πολύ νωρίς την κλίση μου στην ποίηση.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: (Φασκελώνοντάς τον  και με τα δύο χέρια)

Να, πάρε δέκα Νόμπελ για να ησυχάσεις.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Βλέπεις, εκείνη ήταν από τζάκι. Δε συγχώρεσε ποτέ στον εαυτό της το ότι ερωτεύτηκε εμένα, έναν χασάπη. Προσπάθησα να τη συνεφέρω αλλά δεν έπαιρνε από λόγια. Κι εσύ, βρε παλιοτόμαρο κατάλαβες από νωρίς την αδυναμία που σου είχε και την εκμεταλλευόσουνα μέχρι εκεί που δεν παίρνει.

 

(Ο Δημήτρης κάθεται σε μια καρέκλα και ακούει με σκυφτό το κεφάλι)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Όμως Δημητράκη μου ως εδώ. Δεν αντέχω άλλο. Έστω κι αν είναι αργά, αποφάσισα να το σταματήσω αυτό το παραμύθι. Η χρηματοδότηση κομμένη. Η θα δουλέψεις το μαγαζί ή να αρχίσεις να τρως τις ποιητικές συλλογές σου.

 

(Ο Δημήτρης σηκώνεται. Με σκυφτό το κεφάλι και αργά βήματα, κατευθύνεται προς την πόρτα του καφενείου για να φύγει)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Εντάξει πατέρα, έχεις δίκιο. Φεύγω.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Και που πας;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Πάω να φάω τις ποιητικές μου συλλογές, όπως είπες. Άλλωστε έχω τρεις μέρες να βάλω μπουκιά στο στόμα μου. (Φεύγει τρέχοντας)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Στάσου, μη φεύγεις. Δεν μου απάντησες (Τον ακολουθεί με το γέρικο βηματισμό του. Στο καφενείο επικρατεί απόλυτη σιωπή)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: