RSS

Tag Archives: Κυργιάκης

Σαν την Ελπίδα

Σαν την Ελπίδα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Τούτο το «παραμύθι» χάνεται μέσα στα βάθη του χρόνου και της λησμονιάς. Κανένας δεν ξέρει αν είναι πραγματική ιστορία ή δημιουργία του μυαλού και της φαντασίας κάποιου ή κάποιων ανθρώπων.

Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, αυτός που μου την διηγήθηκε ισχυριζόταν πως είναι αληθινή.

Ζούσε, λέει, πριν από πολλά-πολλά χρόνια, σε ένα μικρό παραθαλάσσιο ονειρεμένο χωριό, ένα μικρό κορίτσι που το έλεγαν Ελπίδα. Πατέρας της Ελπίδας ήταν ο Φόβος και μητέρα της η Προσμονή.

Παρόλο που το χωριό ήταν πολύ όμορφο και είχε όλα τα καλά του κόσμου, οι κάτοικοί του, μέχρι να γεννηθεί η Ελπίδα, ήταν θλιμμένοι, αγέλαστοι και αμίλητοι.

Η Ελπίδα, λίγες μόλις μέρες μετά τη γέννησή της, έδειξε ότι κουβαλούσε ανεξήγητες και μαγικές δυνάμεις. Μόλις άγγιξε με τα μικρά της χεράκια τη μητέρα της και τον πατέρα της, εκείνοι, χωρίς να μπορούν να το εξηγήσουν, ένιωσαν να τους πλημμυρίζει χαρά μεγάλη, τόση που το γέλιο ξαναβγήκε από τα χείλη τους και φώλιασε σε κάθε γωνιά του σπιτιού τους. Η θλίψη έφυγε από το πρόσωπό τους και οι καθρέφτες του σπιτιού αποκαλύφθηκαν πάλι μετά από πολλά χρόνια αναμονής, κρυμμένοι κάτω από σεντόνια και κουβέρτες. Βλέπετε, Ο Φόβος και η Προσμονή, δεν άντεχαν να βλέπουν τα πρόσωπά τους σε καθρέφτες.

Η Ελπίδα, κοριτσάκι πια, έκανε παρέα με όλα τα παιδάκια του χωριού μα και με τους μεγάλους. Όλοι ήθελαν να χαϊδέψουν τα ξανθά μαλλάκια της και να συναντηθούν με το γαλαζοπράσινο βλέμμα της. Μετά από κάθε τους χάδι, το χαμόγελο μετακόμιζε στο πρόσωπό τους και η θλίψη ετοίμαζε τις βαλίτσες της μετανάστευσης. Δεν υπήρχε κανένας που να μην γνώριζε ότι αγγίζοντας την Ελπίδα η αισιοδοξία επέστρεφε στο μυαλό του.

Οι κάτοικοι του χωριού ζούσαν μέρες χαράς και δημιουργίας μέχρι που το νέο έσκασε σαν ξεχασμένη νάρκη: Η Ελπίδα αρρώστησε βαριά. Εδώ και δύο μέρες ψηνόταν στον πυρετό και κανένα φάρμακο, κανένα γιατροσόφι δεν μπορούσε να τη συνεφέρει. Ούτε και το ευχέλαιο του παπά μπόρεσε να κάνει κάτι.

Στην πλατεία του χωριού οι συζητήσεις έδιναν κι έπαιρναν. Τα παιδιά σταμάτησαν να παίζουν στις ρούγες κι είχαν συγκεντρωθεί κι αυτά στην πλατεία για να μαθαίνουν τα νέα.

Οι νεώτεροι ζητούσαν συμβουλές από τους γέροντες. Μάταια όμως! Κανένας δεν μπορούσε να δώσει μια λύση.

«Ξέρω το φάρμακο που χρειάζεται το κορίτσι», ακούστηκε δυνατά μια φωνή.

Όλοι έψαχναν να βρουν ποιος μίλησε.

Κάτω από τον μεγάλο φτελιά της πλατείας καθόταν ένας άγνωστος άντρας, ακουμπώντας την πλάτη του στον κορμό του γέρικου δέντρου. Φορούσε ένα μεγάλο ψάθινο καπέλο, ρούχα πολυκαιρισμένα κι ένα κατακόκκινο μαντήλι στο λαιμό.

Είχε κάμποση ώρα που βρισκόταν εκεί, σκαλίζοντας με το δεξί του χέρι το χώμα, χωρίς κανένας να έχει αντιληφθεί την παρουσία του.

«Η γιατρειά του κοριτσιού βρίσκεται στα χέρια και στις ψυχές σας», ξαναμίλησε ο άγνωστος άντρας, τούτη τη φορά πιο δυνατά, χωρίς όμως να σηκώσει ούτε μια στιγμή το βλέμμα του από το χώμα που σκάλιζε με το χέρι του.

«Μην τον ακούτε, είναι τρελός δεν τον βλέπετε;», είπε θυμωμένος ο παπάς.

«Ποιος ξέρει από πού έρχεται!», συμπλήρωσε ο πρόεδρος.

«Γιατί να πιστέψουμε έναν άγνωστο κουρελή;» πρόσθεσε ο δάσκαλος.

Για λίγη ώρα δε μίλησε κανείς.

«Αλήθεια λέει ο άγνωστος», ακούστηκε μια παιδική φωνή και η γονείς έτρεξαν να μαλώσουν το παιδί που μίλησε.

«Έχω γυρίσει όλα τα χωριά και τις πόλεις της χώρας. Το δικό σας είναι το τελευταίο», φώναξε ακόμη πιο δυνατά ο άγνωστος. Μόνο που τούτη τη φορά είχε σηκωμένο το κεφάλι και το βλέμμα του καρφωμένο στο παιδί που μίλησε πριν από λίγο.

«Την Ελπίδα μπορείτε να την σώσετε μόνο αν ονειρευτείτε και θελήσετε να κάνετε τα όνειρά σας πραγματικότητα. Εσείς, αυτό που κάνατε μέχρι τώρα ήταν να περιμένετε από την Ελπίδα να σας δώσει τη χαρά που σας έλλειπε. Κάθε φορά που σας άγγιζε, έχανε και λίγη από τη ζωή της. Ψυχορραγούσε γιατί δεν της επιστρέφατε τη ζωή που σας χάριζε».

«Τι παραμύθια είναι αυτά που λες;», πετάχτηκε πάλι ο δάσκαλος.

«Δε λέει παραμύθια», ακούστηκε πάλι η ίδια παιδική φωνή. Τούτη τη φορά, το παιδί που μίλησε, κρατούσε στο αριστερό του χέρι ένα μεγάλο ξύλο και στο δεξί ένα σουγιά. Με το σουγιά του άρχισε να σκαλίζει το ξύλο.

«Πάντα ήθελα ένα ξύλινο άλογο. Ήρθε η ώρα να το αποκτήσω», είπε πάλι το παιδί και συνέχισε να σκαλίζει το ξύλο. Σιγά-σιγά σκάλισε δύο μάτια, μετά τα ρουθούνια, τα αυτιά και τελευταία άφησε τη χαίτη. Όλοι στο χωριό ήξεραν την ικανότητα που είχε το παιδί αυτό να σκαλίζει μορφές στο ξύλο και στο χώμα.

Ο άγνωστος άντρας σηκώθηκε αργά-αργά, καβάλησε το άλογό του που ήταν δεμένο λίγο πιο πέρα και πήρε το δρόμο που οδηγούσε έξω από το χωριό.

Σε κανέναν δε μίλησε μα και κανένας δεν τον χαιρέτησε.

Το παιδί, καβάλησε το ξύλινο άλογό του και κίνησε για το σπίτι της Ελπίδας.

Σαν έφτασε, έτρεξε γρήγορα στο δωμάτιό της. Την είδε ξαπλωμένη στο κρεβάτι να ανασαίνει βαριά με τα μάτια κλειστά.

«Ελπίδα, εγώ είμαι, ο φίλος σου. Μ’ ακούς; Ήρθα να σου δείξω κάτι που έφτιαξα. Πάντα ονειρευόμουν να αποκτήσω ένα ξύλινο άλογο. Άνοιξε τα μάτια και δες το. Τα κατάφερα. Για σένα το έφτιαξα.»

Πολύ γρήγορα, κόσμος πολύς μαζεύτηκε έξω από το σπίτι της Ελπίδας.

Το παιδί, έπιασε το σχεδόν άψυχο χέρι της Ελπίδας και το έβαλε στη χαίτη του ξύλινου αλόγου.

Το χέρι της Ελπίδας κουνήθηκε και χάιδεψε το μικρό παιδί. Τα μάτια της άνοιξαν. Οι γονείς της, ο Φόβος και η Προσμονή, βγήκαν από το δωμάτιο και ανακοίνωσαν το ευχάριστο νέο στους συγκεντρωμένους.

«Η Ελπίδα ζει! Η Ελπίδα ζει! Είχε δίκιο ο άγνωστος καβαλάρης», άρχισαν να φωνάζουν όλοι μη μπορώντας να συγκρατήσουν τα δάκρυα χαράς που έτρεχαν από τα μάτια τους.

Η Ελπίδα έγινε καλά, η ζωή στο χωριό ξαναβρήκε το ρυθμό της αφού οι κάτοικοί του άρχισαν να κάνουν όνειρα και προσπαθούσαν τα όνειρα αυτά να τα πραγματοποιήσουν.

Μέχρι πότε; Κανείς δεν ξέρει. Ούτε αυτός που μου διηγήθηκε ετούτη την παράξενη ιστορία.

Advertisements
 

Ετικέτες: , ,

Σαν την Ελπίδα

Σαν την Ελπίδα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Τούτο το «παραμύθι» χάνεται μέσα στα βάθη του χρόνου και της λησμονιάς. Κανένας δεν ξέρει αν είναι πραγματική ιστορία ή δημιουργία του μυαλού και της φαντασίας κάποιου ή κάποιων ανθρώπων.

Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, αυτός που μου την διηγήθηκε ισχυριζόταν πως είναι αληθινή.

Ζούσε, λέει, πριν από πολλά-πολλά χρόνια, σε ένα μικρό παραθαλάσσιο ονειρεμένο χωριό, ένα μικρό κορίτσι που το έλεγαν Ελπίδα. Πατέρας της Ελπίδας ήταν ο Φόβος και μητέρα της η Προσμονή.

Παρόλο που το χωριό ήταν πολύ όμορφο και είχε όλα τα καλά του κόσμου, οι κάτοικοί του, μέχρι να γεννηθεί η Ελπίδα, ήταν θλιμμένοι, αγέλαστοι και αμίλητοι.

Η Ελπίδα, λίγες μόλις μέρες μετά τη γέννησή της, έδειξε ότι κουβαλούσε ανεξήγητες και μαγικές δυνάμεις. Μόλις άγγιξε με τα μικρά της χεράκια τη μητέρα της και τον πατέρα της, εκείνοι, χωρίς να μπορούν να το εξηγήσουν, ένιωσαν να τους πλημμυρίζει χαρά μεγάλη, τόση που το γέλιο ξαναβγήκε από τα χείλη τους και φώλιασε σε κάθε γωνιά του σπιτιού τους. Η θλίψη έφυγε από το πρόσωπό τους και οι καθρέφτες του σπιτιού αποκαλύφθηκαν πάλι μετά από πολλά χρόνια αναμονής, κρυμμένοι κάτω από σεντόνια και κουβέρτες. Βλέπετε, Ο Φόβος και η Προσμονή, δεν άντεχαν να βλέπουν τα πρόσωπά τους σε καθρέφτες.

Η Ελπίδα, κοριτσάκι πια, έκανε παρέα με όλα τα παιδάκια του χωριού μα και με τους μεγάλους. Όλοι ήθελαν να χαϊδέψουν τα ξανθά μαλλάκια της και να συναντηθούν με το γαλαζοπράσινο βλέμμα της. Μετά από κάθε τους χάδι, το χαμόγελο μετακόμιζε στο πρόσωπό τους και η θλίψη ετοίμαζε τις βαλίτσες της μετανάστευσης. Δεν υπήρχε κανένας που να μην γνώριζε ότι αγγίζοντας την Ελπίδα η αισιοδοξία επέστρεφε στο μυαλό του.

Οι κάτοικοι του χωριού ζούσαν μέρες χαράς και δημιουργίας μέχρι που το νέο έσκασε σαν ξεχασμένη νάρκη: Η Ελπίδα αρρώστησε βαριά. Εδώ και δύο μέρες ψηνόταν στον πυρετό και κανένα φάρμακο, κανένα γιατροσόφι δεν μπορούσε να τη συνεφέρει. Ούτε και το ευχέλαιο του παπά μπόρεσε να κάνει κάτι.

Στην πλατεία του χωριού οι συζητήσεις έδιναν κι έπαιρναν. Τα παιδιά σταμάτησαν να παίζουν στις ρούγες κι είχαν συγκεντρωθεί κι αυτά στην πλατεία για να μαθαίνουν τα νέα.

Οι νεώτεροι ζητούσαν συμβουλές από τους γέροντες. Μάταια όμως! Κανένας δεν μπορούσε να δώσει μια λύση.

«Ξέρω το φάρμακο που χρειάζεται το κορίτσι», ακούστηκε δυνατά μια φωνή.

Όλοι έψαχναν να βρουν ποιος μίλησε.

Κάτω από τον μεγάλο φτελιά της πλατείας καθόταν ένας άγνωστος άντρας, ακουμπώντας την πλάτη του στον κορμό του γέρικου δέντρου. Φορούσε ένα μεγάλο ψάθινο καπέλο, ρούχα πολυκαιρισμένα κι ένα κατακόκκινο μαντήλι στο λαιμό.

Είχε κάμποση ώρα που βρισκόταν εκεί, σκαλίζοντας με το δεξί του χέρι το χώμα, χωρίς κανένας να έχει αντιληφθεί την παρουσία του.

«Η γιατρειά του κοριτσιού βρίσκεται στα χέρια και στις ψυχές σας», ξαναμίλησε ο άγνωστος άντρας, τούτη τη φορά πιο δυνατά, χωρίς όμως να σηκώσει ούτε μια στιγμή το βλέμμα του από το χώμα που σκάλιζε με το χέρι του.

«Μην τον ακούτε, είναι τρελός δεν τον βλέπετε;», είπε θυμωμένος ο παπάς.

«Ποιος ξέρει από πού έρχεται!», συμπλήρωσε ο πρόεδρος.

«Γιατί να πιστέψουμε έναν άγνωστο κουρελή;» πρόσθεσε ο δάσκαλος.

Για λίγη ώρα δε μίλησε κανείς.

«Αλήθεια λέει ο άγνωστος», ακούστηκε μια παιδική φωνή και η γονείς έτρεξαν να μαλώσουν το παιδί που μίλησε.

«Έχω γυρίσει όλα τα χωριά και τις πόλεις της χώρας. Το δικό σας είναι το τελευταίο», φώναξε ακόμη πιο δυνατά ο άγνωστος. Μόνο που τούτη τη φορά είχε σηκωμένο το κεφάλι και το βλέμμα του καρφωμένο στο παιδί που μίλησε πριν από λίγο.

«Την Ελπίδα μπορείτε να την σώσετε μόνο αν ονειρευτείτε και θελήσετε να κάνετε τα όνειρά σας πραγματικότητα. Εσείς, αυτό που κάνατε μέχρι τώρα ήταν να περιμένετε από την Ελπίδα να σας δώσει τη χαρά που σας έλλειπε. Κάθε φορά που σας άγγιζε, έχανε και λίγη από τη ζωή της. Ψυχορραγούσε γιατί δεν της επιστρέφατε τη ζωή που σας χάριζε».

«Τι παραμύθια είναι αυτά που λες;», πετάχτηκε πάλι ο δάσκαλος.

«Δε λέει παραμύθια», ακούστηκε πάλι η ίδια παιδική φωνή. Τούτη τη φορά, το παιδί που μίλησε, κρατούσε στο αριστερό του χέρι ένα μεγάλο ξύλο και στο δεξί ένα σουγιά. Με το σουγιά του άρχισε να σκαλίζει το ξύλο.

«Πάντα ήθελα ένα ξύλινο άλογο. Ήρθε η ώρα να το αποκτήσω», είπε πάλι το παιδί και συνέχισε να σκαλίζει το ξύλο. Σιγά-σιγά σκάλισε δύο μάτια, μετά τα ρουθούνια, τα αυτιά και τελευταία άφησε τη χαίτη. Όλοι στο χωριό ήξεραν την ικανότητα που είχε το παιδί αυτό να σκαλίζει μορφές στο ξύλο και στο χώμα.

Ο άγνωστος άντρας σηκώθηκε αργά-αργά, καβάλησε το άλογό του που ήταν δεμένο λίγο πιο πέρα και πήρε το δρόμο που οδηγούσε έξω από το χωριό.

Σε κανέναν δε μίλησε μα και κανένας δεν τον χαιρέτησε.

Το παιδί, καβάλησε το ξύλινο άλογό του και κίνησε για το σπίτι της Ελπίδας.

Σαν έφτασε, έτρεξε γρήγορα στο δωμάτιό της. Την είδε ξαπλωμένη στο κρεβάτι να ανασαίνει βαριά με τα μάτια κλειστά.

«Ελπίδα, εγώ είμαι, ο φίλος σου. Μ’ ακούς; Ήρθα να σου δείξω κάτι που έφτιαξα. Πάντα ονειρευόμουν να αποκτήσω ένα ξύλινο άλογο. Άνοιξε τα μάτια και δες το. Τα κατάφερα. Για σένα το έφτιαξα.»

Πολύ γρήγορα, κόσμος πολύς μαζεύτηκε έξω από το σπίτι της Ελπίδας.

Το παιδί, έπιασε το σχεδόν άψυχο χέρι της Ελπίδας και το έβαλε στη χαίτη του ξύλινου αλόγου.

Το χέρι της Ελπίδας κουνήθηκε και χάιδεψε το μικρό παιδί. Τα μάτια της άνοιξαν. Οι γονείς της, ο Φόβος και η Προσμονή, βγήκαν από το δωμάτιο και ανακοίνωσαν το ευχάριστο νέο στους συγκεντρωμένους.

«Η Ελπίδα ζει! Η Ελπίδα ζει! Είχε δίκιο ο άγνωστος καβαλάρης», άρχισαν να φωνάζουν όλοι μη μπορώντας να συγκρατήσουν τα δάκρυα χαράς που έτρεχαν από τα μάτια τους.

Η Ελπίδα έγινε καλά, η ζωή στο χωριό ξαναβρήκε το ρυθμό της αφού οι κάτοικοί του άρχισαν να κάνουν όνειρα και προσπαθούσαν τα όνειρα αυτά να τα πραγματοποιήσουν.

Μέχρι πότε; Κανείς δεν ξέρει. Ούτε αυτός που μου διηγήθηκε ετούτη την παράξενη ιστορία.

 

Ετικέτες: , ,

Έλα παλιάτσο διασκέδασέ μας αλλιώς άντε και…

Έλα παλιάτσο διασκέδασέ μας αλλιώς άντε και…

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Έλα παλιάτσο. Γιατί σταμάτησες; Συνέχισε να μας διασκεδάζεις.

Γιατί σταμάτησες;

Πες μας τώρα ότι έχεις κι εσύ αισθήματα., ότι αισθάνεσαι κι εσύ!

Δεν κατάλαβες ακόμα ότι εσύ πρέπει να είσαι πάντα κεφάτος, χαρούμενος, δυνατός και χωρίς αισθήματα;

Εσύ μικρέ παλιάτσο δεν πρέπει να νιώθεις. Πρέπει  μόνο να καταλαβαίνεις τα αισθήματα των άλλων. Δεν δικαιούσαι να μην καταλαβαίνεις τα αισθήματα των άλλων και μάλιστα πριν τα νιώσουν εκείνοι.

Τι τρέχει παλιάτσο; Τόλμησες να εκφράσεις αυτό που νιώθεις;

Άντε και γ@μ&σ*υ μ!λ^κ@.

Ποιος νομίζεις ότι είσαι; Ένα σκουπίδι είσαι, ένα αναλώσιμο εξάρτημα. Για σένα υπάρχουν μόνο πρέπει. Εσύ θα κάνεις πάντα αυτό που πρέπει κι εμείς αυτό που νιώθουμε γιατί εμείς είμαστε ειλικρινείς.

Αν μου έρθει να σε βρίσω, θα σε βρίσω, αν μου έρθει να σε χαϊδέψω, κάποια στιγμή, όταν έχω ανάγκη να χαϊδέψω κάποιον, θα σε χαϊδέψω.

Αν μου έρθει να θυμώσω μαζί σου, θα θυμώσω, αν μου έρθει να ξεσπάσω πάνω σου, θα ξεσπάσω, αν μου έρθει, να σε ξεφτιλίσω θα σε ξεφτιλίσω, αν ψάχνω για κάποιον υπαίτιο, μην ανησυχείς, εσένα θα επιλέξω.

Δεν έχεις καταλάβει ότι εσύ και μόνο εσύ φταις για όλα; Για όσα έκανα και κυρίως για όσα δεν τόλμησα ποτέ να κάνω; Για όσα έχασα και για όσα δεν κέρδισα; Για όσα ήθελα να κάνω αλλά ποτέ δεν κούνησα ούτε το δαχτυλάκι μου;

Δεν έχεις καταλάβει ότι φταις επειδή θέλεις να με βλέπεις χαρούμενο;

Δεν έχεις καταλάβει ότι φταις επειδή δε μου μοιάζεις;

Με ποιο δικαίωμα μ’ αγαπάς όταν εγώ δεν μπορώ να κάνω το διο για σένα;

Είσαι υπεράνω παλιάτσο;

Τι κάνεις παλιάτσο; Αντιδράς; Δυσανασχετείς; Με ποιο δικαίωμα;

Τι κάνεις παλιάτσο; Αγαπάς; Νοιάζεσαι; Αν το κάνεις αυτό τότε πώς θα σου χρεώνουμε το ότι γίνεται; Πώς θα δικαιολογούμε τον εαυτό μας για όσα δεν έχουμε το θάρρος και τη δύναμη να κάνουμε; Πώς θα ζούμε χωρίς τύψεις για όσα αναβάλουμε για το απώτερο μέλλον;

Τι κάνεις παλιάτσο; Θυμώνεις; Στεναχωριέσαι;

Πες μας τώρα ότι δακρύζεις κιόλας, ότι πονάς και υποφέρεις, ότι έχεις ψυχή;

Δεν το πιστεύω αυτό που βλέπω!

Τι κάνεις εκεί παλιάτσο;

Κλαις;

 

Ετικέτες: , , , ,

Μα τι όνειρο ήταν κι αυτό!

Μα τι όνειρο ήταν κι αυτό!

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Τέτοιο όνειρο σαν το χθεσινοβραδινό, δεν θυμάμαι να έχω ξαναδεί. Ακόμη να κατεβεί η τρίχα. Τόση ανατριχίλα πέρασα.

Ήτανε, λέει, ο Ντάισελμπλουμ, αυτός ο καλός άνθρωπος που χρόνια να μου κόβει ο Ύψιστος και να του δίνει ώρες και περπατούσε δίπλα-δίπλα με τον Γιούνκερ, αυτόν που κοπάναγε το μνημόνιο στο κεφάλι του Βενιζέλου κι ο Βενιζέλος ο αθεόφοβος, αντί να του πει ευχαριστώ και να κάθεται να τις τρώει, του έριξε μία με την κοιλιά, και τον πέταξε πέρα τον Χριστιανό.

Μαζί τους ήταν και η Λαγκάρντ, η κούκλα, η αγάπη μας (που λέει και ο Χατζηνικολάου για τη Θεσσαλλονίκη).

Και μετά άρχισε ο εφιάλτης.

Ο χρυσός αυτός άνθρωπος, ο Ντάισελμπλουμ μετατράπηκε σε τέρας με ανθρώπινο σώμα και κεφάλι γύπα.

Ο προστάτης των φτωχών και αδυνάτων, ο Γιούνκερ, μετατράπηκε σε τέρας με ανθρώπινο κεφάλι και σώμα ύαινας.

Η αξιολάτρευτη κυρία, η Λαγκάρντ, το Χριστινάκι των απλών ανθρώπων, το κορίτσι της διπλανής πόρτας, η ανοιχτή αγκαλιά για όλους τους πονεμένους, μετατράπηκε σε τέρας με σώμα λύκαινας και κεφάλι σμέρνας.

Μετά, εμφανίστηκε και ο Σόιμπλε, ο μεγαλύτερος φιλάνθρωπος και φιλέλληνας των τελευταίων ετών, ο προστάτης των απανταχού εργαζομένων, το φόβητρο των τραπεζιτών με ανθρώπινο σώμα και κεφάλι οχιάς.

Βάδιζαν και οι τέσσερις μέσα στο σκοτάδι ακολουθώντας τη Μέρκελ, την Ανγκέλα της ψυχής μας, τη μοναδική μας σύμμαχο στις κρύες, λόγω έλλειψης θέρμανσης, μέρες και νύχτες του χειμώνα.

Κάποια στιγμή, κοίταξε να δεις τι μπορεί να συμβεί σε ένα όνειρο, βρέθηκαν στην πλατεία Συντάγματος, μπροστά από τη Βουλή των Ελλήνων.

Εκεί, είχαν μαζευτεί, λέει, δεκάδες χιλιάδες κόσμος και φώναζαν συνθήματα, ενάντια σ’ αυτούς τους άγιους ανθρώπους, που δεν ταιριάζουν σε ανθρώπους με ευγένεια και ήθος.

Ζητούσαν πίσω κάτι κλεμμένα, κάτι δικαιώματα εργασιακά, κάτι για υγεία έλεγαν, για παιδεία, για αξιοπρέπεια και τέτοια ακαταλαβίστικα.

Αφήστε που μιλούσαν συνέχεια για κατοχικό δάνειο και γερμανικές επανορθώσεις. Έφεραν σε τόσο δύσκολη θέση τον Σόιμπλε και την Μέρκελ, που, παρόλο που ήταν όνειρο, ντράπηκα τόσο πολύ για λογαριασμό τους. Πάει ο Ξένιος Δίας, πέθανε από τότε που έγινε επιχείρηση-σκούπα για μετανάστες, σκέφτηκα.

Μετά, λέει, άρχισαν όλοι αυτοί οι χιλιάδες αγροίκοι, οι απολίτιστοι, οι τεμπέληδες που αρνούνται να ξεπληρώσουν άλλες 24 φορές τα δανεικά, που δεν θέλουν να επιμηκυνθεί το δάνειο μέχρι το 2150, άρχισαν, που λέτε, να πλησιάζουν απειλητικά προς τον Ντάι, τον Γιουνκ, τον Σόι, την Χριστίνα και την Ανγκέλα. Κι όσο πλησίαζαν όλο και ζητούσαν πιο επιτακτικά από τα 5 χρυσά μου να φύγουν, όχι μόνο από την πλατεία αλλά και από τη χώρα.

Ντράπηκα πολύ και έκλαιγα στον ύπνο μου για το πόσο άσχημα θα ένιωθαν εκείνη τη στιγμή, ο Αντώνης, ο Γιωργάκης, ο Βαγγέλαρος, ο Άδωνις και όλη εκείνη η φιλόξενη καλοπαρέα.

Ξύπνησα το πρωί απότομα από την τηλεόραση που είχα ξεχάσει ανοιχτή από το προηγούμενο βράδυ, παρακολουθώντας τις εξελίξεις στο Γιουρογκρουπ.

Άνοιξα τα μάτια μου κι εκείνη τη στιγμή έδειχνε πλάνα από τη συνεδρίαση.

Ήταν όλοι τους εκεί με τις πραγματικές τους μορφές.

Κοράκια, σμέρνες, ύαινες, λύκοι και γύπες όλοι σε παράταξη, έτοιμοι για μία ακόμη φορά να μας επιτεθούν και να συνεχίσουν το ξέσκισμα.

Για να δούμε. Θα τους φοβηθούμε και πάλι; Θα δεχτούμε άλλη μία θυσία στο βωμό των τραπεζών και των κερδών τους;

 

Ετικέτες: , , , , , , , ,

Παραδιαλογισμών…συνέχεια

Παραδιαλογισμών…συνέχεια

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 Π: Πατέρας   Γ: Γιος

Γ: Γιατί πατέρα ο κύριος Σαμαράς δεν σηκώθηκε όρθιος για να συγχαρεί τον κύριο Τσίπρα στη Βουλή;

Π: Λόγω έλλειψης πολιτικού ήθους του ανδρός παιδί μου.

Γ: Τίνος του κυρίου Τσίπρα;

Π: Όχι! Του κυρίου Σαμαρά.

Γ: Γιατί ο κύριος Βαρουφάκης είχε το αριστερό του χέρι στην τσέπη όταν χαιρετούσε τον κύριο Ντάισελμπλουμ;

Π: Λόγω έλλειψης πολιτικού ήθους του ανδρός παιδί μου.

Γ: Τίνος του κυρίου Βαρουφάκη;

Π: Όχι! Του κυρίου Ντάισελμπλουμ.

Γ: Ο κύριος Σόιμπλε είναι κακός άνθρωπος;

Π: Για το «κακός» δεν έχω αμφιβολία. Για το «άνθρωπος», δεν είμαι σίγουρος.

Γ: Πότε θα ζητήσει η κυβέρνησή μας από τη Γερμανία αυτά που μας χρωστάει;

Π: Όταν το απαιτήσουμε εμείς από την κυβέρνησή μας.

Γ: Την κυρία Μέρκελ την αγαπάς;

Π: Την αγαπάω παιδί μου, όμως πολύ λιγότερο από όσο μ’ αγαπάει εκείνη.

Γ: Πιστεύεις ότι ο κύριος Τσίπρας θα κρατήσει τις προεκλογικές του υποσχέσεις;

Π: Πιστεύω πως ήρθε η ώρα να απαιτήσουμε χωρίς καθυστέρηση από τον κύριο Τσίπρα να υλοποιήσει τις προεκλογικές του υποσχέσεις. Μόνο έτσι θα τον βοηθήσουμε να κρατήσει τις υποσχέσεις του.

Γ: Πατέρα, φοβάσαι την έξοδό μας από την Ε.Ε και το ευρώ;

Π: Την παραμονή μας φοβάμαι παιδί μου γιατί τη βίωσα και τη βιώνω.

Γ: Ποια είναι η γνώμη σου για τον κύριο Καμένο;

Π: Στις επόμενες εκλογές, αντί για τρένο στη διαφήμιση θα έχει μία μπουλντόζα της ΜΟΜΑ.

Γ: Πατέρα, αισθάνεσαι κι εσύ όπως και πολλοί άλλοι να σου λείπει ο Σαμαράς, ο Βενιζέλος, ο Άδωνις και οι υπόλοιποι;

Π: Η αλήθεια είναι ότι κάποιες φορές το αισθάνομαι παιδί μου.

Γ: Πώς είναι δυνατόν;

Π: Η Στοκχόλμη φταίει και το σύνδρομό της.

Γ: Πόσα λεφτά χάσαμε ως οικογένεια πατέρα τα τελευταία 4 χρόνια από τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα;

Π: Περίπου 10.000 ευρώ.

Γ: Από την αύξηση της φορολόγησης;

Π: Περίπου 12.000 ευρώ.

Γ: Από τη μείωση των μισθών;

Π: Περίπου 38.000 ευρώ. Συνολικά 60.000 ευρώ. Τόσα χρωστάμε παιδί μου και στην τράπεζα που παραλίγο να μας έπαιρνε το σπίτι.

Γ: Και ποιος μας τα πήρε αυτά τα λεφτά;

Π: Η τράπεζα, αλλά ήθελε και το σπίτι.

Γ: Γιατί;

Π: Για να ανοίξουν κι άλλες τράπεζες και να κλείσουν κι άλλα σπίτια.

Γ: Τι είναι το δημόσιο χρέος πατέρα;

Π: Ένας μακρινός παππούς μου, ο Κάρολος, έλεγε ότι το δημόσιο χρέος, δηλαδή το ξεπούλημα του κράτους, είναι το μοναδικό κομμάτι του λεγόμενου «εθνικού πλούτου» που στους σύγχρονους λαούς ανήκει πραγματικά στο σύνολο του λαού. Αριθμητικά ισούται με τον συσσωρευμένο πλούτο λίγων πλουσίων.

Γ: Τελικά, τι θα γίνει με την «τράπεζα θεμάτων».

Π: Μέχρι αυτή τη στιγμή είναι ξεκάθαρο ότι φεύγει η τράπεζα που μένει και μένει η τράπεζα που φεύγει.

Γ: Δηλαδή τι θα γίνει τελικά; Δεν κατάλαβα!

Π: Μα γιατί; Στο εξήγησα τόσο ξεκάθαρα!

Γ: Τελικά, πότε θα βγούμε πατέρα από τα μνημόνια;

Π: Στο ξανάπα παιδί μου. Όταν βγούμε από τα σπίτια μας και τα καβούκια μας.

 

Ετικέτες: , , , , ,

Σαν την Ελπίδα

Σαν την Ελπίδα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Τούτο το «παραμύθι» χάνεται μέσα στα βάθη του χρόνου και της λησμονιάς. Κανένας δεν ξέρει αν είναι πραγματική ιστορία ή δημιουργία του μυαλού και της φαντασίας κάποιου ή κάποιων ανθρώπων.

Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, αυτός που μου την διηγήθηκε ισχυριζόταν πως είναι αληθινή.

Ζούσε, λέει, πριν από πολλά-πολλά χρόνια, σε ένα μικρό παραθαλάσσιο ονειρεμένο χωριό, ένα μικρό κορίτσι που το έλεγαν Ελπίδα. Πατέρας της Ελπίδας ήταν ο Φόβος και μητέρα της η Προσμονή.

Παρόλο που το χωριό ήταν πολύ όμορφο και είχε όλα τα καλά του κόσμου, οι κάτοικοί του, μέχρι να γεννηθεί η Ελπίδα, ήταν θλιμμένοι, αγέλαστοι και αμίλητοι.

Η Ελπίδα, λίγες μόλις μέρες μετά τη γέννησή της, έδειξε ότι κουβαλούσε ανεξήγητες και μαγικές δυνάμεις. Μόλις άγγιξε με τα μικρά της χεράκια τη μητέρα της και τον πατέρα της, εκείνοι, χωρίς να μπορούν να το εξηγήσουν, ένιωσαν να τους πλημμυρίζει χαρά μεγάλη, τόση που το γέλιο ξαναβγήκε από τα χείλη τους και φώλιασε σε κάθε γωνιά του σπιτιού τους. Η θλίψη έφυγε από το πρόσωπό τους και οι καθρέφτες του σπιτιού αποκαλύφθηκαν πάλι μετά από πολλά χρόνια αναμονής, κρυμμένοι κάτω από σεντόνια και κουβέρτες. Βλέπετε, Ο Φόβος και η Προσμονή, δεν άντεχαν να βλέπουν τα πρόσωπά τους σε καθρέφτες.

Η Ελπίδα, κοριτσάκι πια, έκανε παρέα με όλα τα παιδάκια του χωριού μα και με τους μεγάλους. Όλοι ήθελαν να χαϊδέψουν τα ξανθά μαλλάκια της και να συναντηθούν με το γαλαζοπράσινο βλέμμα της. Μετά από κάθε τους χάδι, το χαμόγελο μετακόμιζε στο πρόσωπό τους και η θλίψη ετοίμαζε τις βαλίτσες της μετανάστευσης. Δεν υπήρχε κανένας που να μην γνώριζε ότι αγγίζοντας την Ελπίδα η αισιοδοξία επέστρεφε στο μυαλό του.

Οι κάτοικοι του χωριού ζούσαν μέρες χαράς και δημιουργίας μέχρι που το νέο έσκασε σαν ξεχασμένη νάρκη: Η Ελπίδα αρρώστησε βαριά. Εδώ και δύο μέρες ψηνόταν στον πυρετό και κανένα φάρμακο, κανένα γιατροσόφι δεν μπορούσε να τη συνεφέρει. Ούτε και το ευχέλαιο του παπά μπόρεσε να κάνει κάτι.

Στην πλατεία του χωριού οι συζητήσεις έδιναν κι έπαιρναν. Τα παιδιά σταμάτησαν να παίζουν στις ρούγες κι είχαν συγκεντρωθεί κι αυτά στην πλατεία για να μαθαίνουν τα νέα.

Οι νεώτεροι ζητούσαν συμβουλές από τους γέροντες. Μάταια όμως! Κανένας δεν μπορούσε να δώσει μια λύση.

«Ξέρω το φάρμακο που χρειάζεται το κορίτσι», ακούστηκε δυνατά μια φωνή.

Όλοι έψαχναν να βρουν ποιος μίλησε.

Κάτω από τον μεγάλο φτελιά της πλατείας καθόταν ένας άγνωστος άντρας, ακουμπώντας την πλάτη του στον κορμό του γέρικου δέντρου. Φορούσε ένα μεγάλο ψάθινο καπέλο, ρούχα πολυκαιρισμένα κι ένα κατακόκκινο μαντήλι στο λαιμό.

Είχε κάμποση ώρα που βρισκόταν εκεί, σκαλίζοντας με το δεξί του χέρι το χώμα, χωρίς κανένας να έχει αντιληφθεί την παρουσία του.

«Η γιατρειά του κοριτσιού βρίσκεται στα χέρια και στις ψυχές σας», ξαναμίλησε ο άγνωστος άντρας, τούτη τη φορά πιο δυνατά, χωρίς όμως να σηκώσει ούτε μια στιγμή το βλέμμα του από το χώμα που σκάλιζε με το χέρι του.

«Μην τον ακούτε, είναι τρελός δεν τον βλέπετε;», είπε θυμωμένος ο παπάς.

«Ποιος ξέρει από πού έρχεται!», συμπλήρωσε ο πρόεδρος.

«Γιατί να πιστέψουμε έναν άγνωστο κουρελή;» πρόσθεσε ο δάσκαλος.

Για λίγη ώρα δε μίλησε κανείς.

«Αλήθεια λέει ο άγνωστος», ακούστηκε μια παιδική φωνή και η γονείς έτρεξαν να μαλώσουν το παιδί που μίλησε.

«Έχω γυρίσει όλα τα χωριά και τις πόλεις της χώρας. Το δικό σας είναι το τελευταίο», φώναξε ακόμη πιο δυνατά ο άγνωστος. Μόνο που τούτη τη φορά είχε σηκωμένο το κεφάλι και το βλέμμα του καρφωμένο στο παιδί που μίλησε πριν από λίγο.

«Την Ελπίδα μπορείτε να την σώσετε μόνο αν ονειρευτείτε και θελήσετε να κάνετε τα όνειρά σας πραγματικότητα. Εσείς, αυτό που κάνατε μέχρι τώρα ήταν να περιμένετε από την Ελπίδα να σας δώσει τη χαρά που σας έλλειπε. Κάθε φορά που σας άγγιζε, έχανε και λίγη από τη ζωή της. Ψυχορραγούσε γιατί δεν της επιστρέφατε τη ζωή που σας χάριζε».

«Τι παραμύθια είναι αυτά που λες;», πετάχτηκε πάλι ο δάσκαλος.

«Δε λέει παραμύθια», ακούστηκε πάλι η ίδια παιδική φωνή. Τούτη τη φορά, το παιδί που μίλησε, κρατούσε στο αριστερό του χέρι ένα μεγάλο ξύλο και στο δεξί ένα σουγιά. Με το σουγιά του άρχισε να σκαλίζει το ξύλο.

«Πάντα ήθελα ένα ξύλινο άλογο. Ήρθε η ώρα να το αποκτήσω», είπε πάλι το παιδί και συνέχισε να σκαλίζει το ξύλο. Σιγά-σιγά σκάλισε δύο μάτια, μετά τα ρουθούνια, τα αυτιά και τελευταία άφησε τη χαίτη. Όλοι στο χωριό ήξεραν την ικανότητα που είχε το παιδί αυτό να σκαλίζει μορφές στο ξύλο και στο χώμα.

Ο άγνωστος άντρας σηκώθηκε αργά-αργά, καβάλησε το άλογό του που ήταν δεμένο λίγο πιο πέρα και πήρε το δρόμο που οδηγούσε έξω από το χωριό.

Σε κανέναν δε μίλησε μα και κανένας δεν τον χαιρέτησε.

Το παιδί, καβάλησε το ξύλινο άλογό του και κίνησε για το σπίτι της Ελπίδας.

Σαν έφτασε, έτρεξε γρήγορα στο δωμάτιό της. Την είδε ξαπλωμένη στο κρεβάτι να ανασαίνει βαριά με τα μάτια κλειστά.

«Ελπίδα, εγώ είμαι, ο φίλος σου. Μ’ ακούς; Ήρθα να σου δείξω κάτι που έφτιαξα. Πάντα ονειρευόμουν να αποκτήσω ένα ξύλινο άλογο. Άνοιξε τα μάτια και δες το. Τα κατάφερα. Για σένα το έφτιαξα.»

Πολύ γρήγορα, κόσμος πολύς μαζεύτηκε έξω από το σπίτι της Ελπίδας.

Το παιδί, έπιασε το σχεδόν άψυχο χέρι της Ελπίδας και το έβαλε στη χαίτη του ξύλινου αλόγου.

Το χέρι της Ελπίδας κουνήθηκε και χάιδεψε το μικρό παιδί. Τα μάτια της άνοιξαν. Οι γονείς της, ο Φόβος και η Προσμονή, βγήκαν από το δωμάτιο και ανακοίνωσαν το ευχάριστο νέο στους συγκεντρωμένους.

«Η Ελπίδα ζει! Η Ελπίδα ζει! Είχε δίκιο ο άγνωστος καβαλάρης», άρχισαν να φωνάζουν όλοι μη μπορώντας να συγκρατήσουν τα δάκρυα χαράς που έτρεχαν από τα μάτια τους.

Η Ελπίδα έγινε καλά, η ζωή στο χωριό ξαναβρήκε το ρυθμό της αφού οι κάτοικοί του άρχισαν να κάνουν όνειρα και προσπαθούσαν τα όνειρα αυτά να τα πραγματοποιήσουν.

Μέχρι πότε; Κανείς δεν ξέρει. Ούτε αυτός που μου διηγήθηκε ετούτητ την παράξενη ιστορία.

 

Ετικέτες: , ,

Όταν ο μπάρμπα-Μήτσος δεν μασάει τα λόγια του

Όταν ο μπάρμπα-Μήτσος δεν μασάει τα λόγια του

                              Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

 

Ο μπάρμπα-Μήτσος είχε ένα λόγο παραπάνω σήμερα να στηθεί μπροστά στην τηλεόραση. Με πατημένα τα 85, θα περίμενε κανείς ότι δεν έχουν και μεγάλη βαρύτητα τα όσα λέει. Μπορεί τα πόδια του να μην τον βαστούσαν και τόσο-ας είναι καλά εκείνα τα κρυοπαγήματα από τον πόλεμο του ’40-αλλά το μυαλό του, σκέτο ξουράφι.

Σήμερα, λοιπόν, φιλοξενούσε στο σπίτι του τον ανεψιό του το Νίκο. Παιδί της αδερφής του, και υψηλόβαθμο στέλεχος σε μεγάλη τράπεζα.

Κάθισαν, που λέτε, μαζί να δουν τις ειδήσεις και να κουβεντιάσουν.

Μέσα στην κουζίνα η κυρά-Κατίνα, στολίδι του σπιτιού την αποκαλούσε ο μπάρμπα-Μήτσος, ετοίμαζε τα σχετικά για το τσίπουρο που θα πρόσφερε στους δύο άντρες.

Έφτασε με το δίσκο καργαρισμένο, ακούμπησε τα πιόματα με τους μεζέδες στο τραπέζι, κένωσε τα ποτήρια-έβαλε κι εκείνη ένα, έτσι για το καλό-και κάθισε σε μια καρέκλα απέναντι από την οθόνη της τηλεόρασης.

Μ: Άι να δούμι τι ψέματα θα μας πουν απόψι. Μας ζούρλαναν στα ψέματα. Μέχρι κι για τουν κιρό, ψέματα λιεν. Βρέχι αβέρτα, έλιγε τα προυάλις, κι μεις σκάσαμι απ’ τον ήλιου. Βρε ζαγάρι, αφού τουν βλιέπου τουν ήλιο γιατί μι λιες ότι βρέχι;

Ν: Έλα μπάρμπα-Μήτσο, μη γίνεσαι υπερβολικός. Κάνουν κι αυτοί λάθη. Ο καιρός κάποιες φορές είναι απρόβλεπτος.

Μ: Καλά του’ πις. Είμαι βουλικός. Αφού Νίκου μ’ ου κιρός είνι απρόβλεπτους, γιατί λιεν ότι τουν προυβλιέπν;

Κ: Δε σταματάτι τώρα ν’ ακούσουμι. Νάτην η Όλγα, ξικίντσι. Αχ κουρίτσι μ ισί.

«Κυρίες και κύριοι καλησπέρα σας. Με βαρυσήμαντη δήλωσή του ο πρωθυπουργός της χώρας τονίζει ότι στις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές κρίνεται το αν η Ελλάδα θα μπει με σιγουριά στην τροχιά της ανάπτυξης ή θα επιστρέψει στην πολιτική των δανεικών και της αλόγιστης σπατάλης κάτι που θα σήμαινε ότι όλες οι προηγούμενες θυσίες του ελληνικού λαού πάνε χαμένες».

Ν: Μάλλον το έχασε το παιχνίδι ο πρωθυπουργός. Δεν τον σώζει τίποτα. Το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. Τέρμα, ο κόσμος θέλει αλλαγή, θέλει άλλη διακυβέρνηση.

Μ: Ισί τα λιες αυτά Νίκου μ; Καλά, ισί δεν ίσαν μι του Σαμαρά;

Ν: Ναι μπάρμπα, ήμουν.

Μ: Κι πιο πριν δεν ίσαν μι του Γιουργάκι;

Ν: Ναι μπάρμπα, ήμουν και με το Γιωργάκη όταν έλεγε ότι «λεφτά υπάρχουν».

Μ: Γιατί, ου Σαμαράς δεν έλιγι να καταργηθούν τα μνημόνια; Αλλά, δε μι λιες; Πιο πριν δεν ίσαν μι τουν Καραμαλή;

Ν: Ναι μπάρμπα, ήμουν και με τον Καραμανλή και πιο πριν με τον Σημίτη και πιο πριν με το Μητσοτάκη και πιο πριν με τον Ανδρέα.

Μ: Μπράβο σταθιρότητα Νίκου μ! Αυτό θα πει ξικάθαρη στάση.

Ν: Να σου πω και κάτι άλλο μπάρμπα;

Μ: Για πέσι μι!θα

Ν: Μέχρι και από την ΚΝΕ πέρασα στα νιάτα μου!

Μ: Μωρέ πέρασις αλλά δεν ακούμψις ντιπ. Άι, γεια μας.

Κ: Κι τώρα τι θα ψηφίσεις Νικόλα μ;

Ν: Τώρα θεία, θα ψηφίσω ΣυΡιζΑ. Είναι να το ρωτάς; Θα παίξουμε με το μέλλον των παιδιών μας και της χώρας;

Μ: Τόσα χρόνια μι ούλους αυτούς που ψήφσις τι έκανις Νίκο μ; Δεν έπιζις; Τώρα δηλαδή σοβάριψις;

Ν: Κάθε φορά είχε να κάνει με την πολιτική και οικονομική συγκυρία. Τι να σου εξηγώ τώρα μπάρμπα, δεν θα καταλάβις;

Κ: Καλά σι λέει του πιδί Μήτσου. Δεν ξέρει αυτό; Τόσα πτυχία έχει;

Μ: Άι μαρή χαζουμσόχαζη! Ου Αντρέας δεν είχι πτυχία;

Κ: Είχι.

Μ: Ου Μητσουτάκς; Ου Σημίτς; Ου άλλους ου Καραμαλής που ήθιλι δυο σούβλις σντ’ κατσιά δεν είχαν αυτοί πτυχία; Ακόμα κι ου Γιουργάκς, αυτό που το’ ληγις ισί χαμένου, είχι κι αυτό πτυχίου. Ιδώ τουν καλάν κι κάνει μαθήματα σι πανιπιστήμια στν’ Αμιρική. Άι, στίλι μιτά ισί του πιδί ς, να σπουδάσι στν’ Αμιρική. Να έχει δάσκαλου του Γιουργάκη.

Ν: Ελάτε, σταματήστε. Μιλάνε οι εκπρόσωποι του ΣυΡιζΑ.

«Θα προχωρήσουμε σε μονομερείς ενέργειες»-«Δεν θα προχωρήσουμε σε μονομερείς ενέργειες»

«Για μας το ευρώ δεν είναι ταμπού»-«Δεν είναι στις προθέσεις μας η έξοδος της χώρας από το ευρώ»

«Δεν θα διστάσουμε να προβούμε σε μονομερή διαγραφή του χρέους»-«Θα δώσουμε τη μάχη μέσα στην Ε.Ε διαπραγματευόμενοι σκληρά με τους δανειστές μας».

Μ: Καλά, απού ποια κόμματα ήταν αυτοί οι δυο;

Ν: Και οι δύο από το ΣυΡιζΑ ήταν μπάρμπα!

Μ: Κι γιατί έλιγαν τα αντίθιτα; Δεν απουφάσισαν ακόμα τι θα κάνουν;

Ν: Δεν πειράζει να υπάρχουν διαφορετικές απόψεις για το ίδιο θέμα μπάρμπα-Μήτσο. Ας γίνει τελικά αυτό που θέλουν οι περισσότεροι.

Κ: Πάντους Μήτσου μ, ιγώ στουν Αυτιά άκσα ότι ου σύριζας δεν θα κάνει πουλλά πράματα, αλλά λίγα κι καλά. Όσα μπουρεί.

Μ: Κι τούτους που είχαμι, όσα μπουρούσι έκανι. Έτσι έλιγε. Κρίμα που δούλιυει 24 ώρις του 24ωρου. Τζιάμπα ου κόπους τ. Άμα μη λιες κι συ ότι ου Τσίπρας θα κάνει όσα μπορεί, τίποτα δε θα κάνει κι αυτός κι θα πει, όπους είπαν κι άλλοι ότι έκανι όσα μπουρούσι. Μαναχά, μην τουν ακούσου να πει κι αυτός ότι παρέλαβι χάους, όπους λιεν ούλοι όσοι βγαίνουν πρωθυπουργοί!

Ν: Μπάρμπα, δεν είναι εύκολα τα πράγματα. Οι αγορές δεν θα μας αφήσουν πολλά περιθώρια.

Μ: Ποιες αγουρές; Οι λαϊκές;

Ν: Οι αγορές μπάρμπα, τα χρηματιστήρια, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, όσοι έχουν το χρήμα.

Μ: Κι που του βρήκαν αρέ, αυτοί του χρήμα κι του έχουν; Θκο μας δεν είνι; Απού τουν κουσμάκη δεν το’ κλιψαν;

Ν: Μπάρμπα, δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Είναι πιο πολύπλοκα. Δεν μπορείς να τα καταλάβεις.

Μ: Μ’ εχς για χαζό ιμένα ε! Μην τσ δούμι κι τς δυο μαζί να κυβηρνάν κι τότε να σι που ιγώ τς ιξιπνάδις που μη λες ισί τώρα.

Κ: Κι τι; Κακό είνι αυτό Μήτσο; Γιατί να μη σμίξουν ούλοι μια φορά;

Μ: Αυτοί ας σμίξουν. Έτσι κι αλλιώς, σμιγμένοι είνι. Δεν είδις αυτού τι έγινι; Βινιζέλους, Σαμαράς, Καρατζαφέρς, Κουβέλτς. Ούλοι μαζί έβγαζαν τα μάτια τς.

Ιγώ πάντους, μ’ αυτούς ούλους δε σμίγου! Άντι βίβα!

 

Ετικέτες: , , , , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: