RSS

Tag Archives: Κυργιάκης Χρήστος

Να τα λέμε και αυτά!

Να τα λέμε και αυτά!

Να τα λέμε κι αυτά

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Την ώρα που ο πρωθυπουργός της χώρας με βαριά καρδιά ταξίδεψε στις ΗΠΑ, στο Νιού Χέιβεν (Γέηλ) συγκεκριμένα, για να τακτοποιήσει την κόρη του που θα φοιτήσει στο εκεί πανεπιστήμιο, να της βρει μια γκαρσονιέρα, να της τη βάψει, να της πάρει από το αντίστοιχο Μοναστηράκι δυο καρέκλες, ένα τραπέζι και ένα μικρό γραφειάκι βρε αδερφέ, κάποιοι ξετσίπωτοι τον ποτίζετε χολή και φαρμάκι, κι αυτόν και τη Νίκη τη φίλη του.

Του σέρνετε τα χίλια δυο για την ελάχιστη βάση εισαγωγής στα δημόσια πανεπιστήμια της Ελλάδας που είχε σαν αποτέλεσμα να μείνουν μερικές δεκάδες χιλιάδες υποψήφιοι εκτός πανεπιστημιακών σχολών.

Και πού είναι το πρόβλημα; Δεν βλέπετε πόσα καλά προκύπτουν;

Πολλοί από τους κομμένους, και το «κομμένους» υπερβολή είναι εδώ που τα λέμε, θα πάνε σε ένα ιδιωτικό κολλέγιο χωρίς να ξενιτευτούν, θα πληρώσουν, θα πάρουν ισότιμο πτυχίο με τα αντίστοιχα δημόσια, χωρίς άγχος και αγωνία.  Θα δουλέψουν και πτυχιούχοι στα κολέγια αυτά και δεν θα φεύγουν στο εξωτερικό τα καλύτερα παιδιά και τα καλύτερα μυαλά.

Οι υπόλοιποι θα ψάξουν για μια δουλειά, γιατί δουλειές υπάρχουν, να τα λέμε κι αυτά, θα γλυτώσουμε από τους ξένους τους πρόσφυγες και τους μετανάστες που έρχονταν εδώ και έπαιρναν τις καλύτερες δουλειές, στα χωράφια όπως στη Μανωλάδα, καθάριζαν τουαλέτες, στις λαϊκές, στα πλυντήρια αυτοκινήτων κι άλλες τέτοιες χρυσές δουλειές, την ώρα που τα δικά μας τα παιδιά γίνονταν αιώνιοι φοιτητές και έπιαναν και τις θέσεις από άλλα παιδιά που ήθελαν να σπουδάσουν αλλά δεν υπήρχαν θέσεις στα αμφιθέατρα γιατί κάθονταν σ’ αυτές οι αιώνιοι φοιτητές.

Τώρα μετά τις φωτιές ξέρετε πόσοι εργάτες θα χρειαστούν; Να κόψουν τα καμένα, να καθαρίσουν, να αναδασώσουν με μπανανιές που υποσχέθηκε ο πρωθυπουργός μας, να ανοίξουν δρόμους, να κουβαλήσουν τα πτερύγια από τις ανεμογεννήτριες. Έρχεται η ανάπτυξη, δεν τη βλέπετε; Τσάμπα νομίζετε θα πάνε οι εκκενώσεις και οι φωτιές;

Όχι αλλά, να τα λέμε και τα καλά. Μέχρι που ήρθε αυτή η άγια γυναίκα η Νίκη με τις θεόσταλτες οδηγίες του πρωθυπουργού, να τα λέμε κι αυτά, άνθρωπος από μόνος του δεν θα μπορούσε να το σκεφτεί, κι έβαλε μία τάξη.

Πότε επί τέλους θα καταλάβουμε ότι όλοι οι άνθρωποι δεν είναι, δεν μπορούν να είναι και δεν πρέπει να είναι ίσοι. Κάποτε πρέπει να ειπωθούν αλήθειες, να μπει το μαχαίρι στο κόκκαλο. Όχι, αλλά να τα λέμε κι αυτά.

Το ίδιο είναι το παιδί του γιατρού με το παιδί του σκουπιδιάρη ή του εργάτη ή του άνεργου; Μπορεί το παιδί του σκουπιδιάρη να γίνει γιατρός; Μπορεί να γίνει μηχανικός; Ε όχι, δεν μπορεί, αλλά και να μπορούσε, πείτε μου πώς θα άνοιγε ιατρείο ή τεχνικό γραφείο; Με τι λεφτά; Με άνεργο πατέρα, τεμπέλη δηλαδή, να ακούγεται και καμιά αλήθεια, πάλι σε άλλον γιατρό ή σε άλλον μηχανικό θα πήγαινε να δουλέψει. Το μεροκάματο θα κυνηγούσε πάλι!

Ευτυχώς παναΐτσα μου που βρέθηκε αυτή η κυβέρνηση και μας έσωσε από τα χειρότερα.

Να σπουδάζουν αυτοί που μπορούν κι αυτοί που πρέπει.

Τι θα πει «θέλει το παιδί να σπουδάσει»; Ξέρει το παιδί τι θέλει; Φταίμε όμως κι εμείς οι γονήδες που κάνουμε όλα τα χατίρια στα παιδιά.

Είμαι, για παράδειγμα, εγώ ψυκτικός από το Περιστέρι ή αγρότης από την Καρδίτσα. Τι θέλει τώρα το δικό μου το παιδί να πάει και να μπλέξει με πανεπιστήμια, με σχολές, με πτυχία, με μεταπτυχιακά, με πορείες και τέτοιες ανοησίες. Θα μαθαίνει δυο ξένες γλώσσες στο δημοτικό και θα είναι μια χαρά. Και να κάτσει ο ένας να αναλάβει τη δουλειά μου ως ψυκτικός ή τα χωράφια στο χωριό ο άλλος. Ας είναι λίγα, δεν πειράζει. Να ανοίξει το μυαλό λέει. Και μετά από το πολύ το άνοιγμα παίρνουν αέρα και δεν ξέρουν τι ζητάνε.

Α ρε ξύλο που χρειάζονται.

Τράπεζα θεμάτων, εκεί για να μάθουν. Μια χαρά τους κάνει η κυβέρνηση. Να σφίξουν οι προσαγωγοί από νωρίς. Να δίνουν πανελλήνιες εξετάσεις μόνο οι άξιοι, οι ικανοί και οι άριστοι.

Το βρήκαμε τώρα. Παλιά, τα παιδιά μάθαιναν γράμματα, όχι όλα αλλά μάθαιναν. Εντάξει, έπεφτε και ξύλο αλλά και τι πάθαμε; Εγώ, για παράδειγμα δεν βλέπω να με έβλαψε πουθενά. Μια χαρά είμαι. Έχω φρέσκιες απόψεις, δεν βάζω παρωπίδες, το λέω το δίκιο και δεν κοιτάζω μόνο το συμφέρον το δικό μου αλλά το γενικότερο καλό.

Είμαι ένα χρόνο άνεργος, αλλά τι να κάνω; Σάμπως μόνο εγώ είμαι; Δεν ήμουν καλός και με απόλυσε το αφεντικό. Τι να κάνει κι αυτό; Ζητιάνος να γίνει; Άμα κάνει ψυχικά έπρεπε να ανοίξει εκκλησία όχι μαγαζί.

Λοιπόν, για να τελειώνουμε.

Να αφήσετε τον πρωθυπουργό στις σκοτούρες του και την υπουργό στην ησυχία της, να κάνει τη δουλειά της. Είναι σπουδαγμένοι και οι δύο, ξέρουν τι κάνουν.

Και για τον πρωθυπουργό εγώ πιστεύω, όχι να τα λέμε κι αυτά, ότι δεν έπαιξε κανένα ρόλο που έτυχε να λέγεται Μητσοτάκης. Άμα είσαι άξιος δεν χρειάζεσαι κανένα επίθετο. Εντάξει, έτυχε τώρα το συγκεκριμένο το σόι να βγάζει άξιους και ικανούς. Τι να κάνουμε; Με το DNA  να τα βάλουμε;

Όχι να τα λέμε κι αυτά.

 

Ετικέτες: , , , ,

Η άτιμη η κενωνία

Η άτιμη η κενωνία

Η άτιμη η κενωνία

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Τα πράγματα είναι απλά. Απλά και εύκολα. Όσο εύκολες ήταν οι εργασίες που έχουν κάνει στη ζωή τους κάποιοι πολιτικοί μας ηγέτες, άριστοι κατά τα άλλα, και λάτρεις της σκληρής εργασίας.

Άμα είσαι γιατρός και σώζεις ζωές και μάχεσαι για να νιώθει ο άνθρωπος αξιοπρεπής μέσα στην ασθένειά σου, όπως ευτυχώς συμβαίνει με τους περισσότερους γιατρούς, και δεν παίρνεις φακελάκια ως προϋπόθεση για να τους αναλάβεις, η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σου χαρίζει απλόχερα το χειροκρότημά της. Σε στύβει στις υπερωρίες και ακόμα στις χρωστάει. Γιατρουδάκι σε ανεβάζει γιατρουδάκο σε κατεβάζει. Ενώ αν είσαι από τους άλλους, τους εκβιαστές, η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σε ανταμείβει. Σε κάνει καθηγητή, μεγαλογιατρό με πουράκλες στο γραφείο σου κάτω από το «απαγορεύεται το κάπνισμα». Μέχρι και πρύτανη μπορεί να σε κάνει για να έχεις τον έλεγχο και να τα κονομάς από παντού ή και ειδικό σε κάποια από τις επιστημονικές επιτροπές για να έχουν οι ιθύνοντες το κεφάλι τους ήσυχο.

Άμα είσαι άνθρωπος του μόχθου, του μεροκάματου και της καθημερινής βιοπάλης, η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σε έχει κυριολεκτικά χεσμένο. Μόνο η μάνα σου σε θυμάται και μόνο αυτή νιώθει το τι περνάς. Ποιος νοιάζεται αν έχεις να περάσεις το μήνα, αν έχεις για το ενοίκιο, αν σου φτάνουν για τη δόση του δανείου, αν έχεις φαΐ στο πιάτο κάθε που γυρνάς στο σπίτι ή αν δουλεύεις ένα σκασμό ώρες κάθε μέρα;

Αν είσαι όμως μέγας πληρωμένος ξεχασμένος και ξεγραμμένος μαχητής και μπορείς και επιβιώνεις σε στημένες κακουχίες κάπου εκεί στην καραϊβική τότε η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σε έχει περί πολλού. Σε περιμένει στα αεροδρόμια για να σε επευφημήσει λες και ανακάλυψες το φάρμακο για τον καρκίνο, λες και έβαλες έστω ένα λιθαράκι, έναν κόκκο άμμου βρε αδερφέ για να φτιάξεις ένα σκαλί για να πατήσει ο «άνθρωπος» και να δικαιολογήσει το όνομά του. Σου ετοιμάζει συνεντεύξεις σε κανάλια πανελλαδικής εμβέλειας για να αναλύσεις τις κραυγές που έβγαζες όταν βουτούσες στα λασπόνερα ξυπνώντας ακόμη και στα τσακάλια ακόμη πιο ζωώδη ένστικτα.

Αν πάλι είσαι μισθωμένος αγρότης σε φάρμα, τέτοιος αγρότης που σηκώνεται ο φράχτης, παίρνει των ομματιών του και πάει μετανάστης στην Παταγονία, και ουρλιάζεις χωρίς λόγο όλη την ώρα κάνοντας τον άγριο και τον τσαμπουκαλεμένο, η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σε προβάλλει σαν πρότυπο. Να γαμπρός για τις κόρες τις έμορφες. Και δως του τα κανάλια να σε κυνηγάνε για μια σου λέξη, τι λέξη δηλαδή, για ένα σου μουγκρητό έστω για ένα σου γέλιο για να λάμψει η λευκασμένη οδοντοστοιχία σου.

Αν όμως είσαι αγρότης κανονικός, από αυτούς που μυρίζουν το χώμα και καταλαβαίνουν αν και πόσο διψάει, από αυτούς που παλεύουν με τη γη για να ζήσουν οι ίδιοι και οι οικογένειές τους τότε η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, θα σε πει τεμπέλη και καφενόβιο που ζεις με τις επιδοτήσεις και κλείνεις τις εθνικές οδούς του Μπόμπολα και δεν αφήνεις τον Πέτρο να πάει να δει τη μανούλα του και στενοχωριέται ο Πέτρος και οι όμοιοί του. Και σε λίγα χρόνια εκεί που χρωστούσε και της Μιχαλούς κατορθώνει και μας κάνει τη χάρη να προσφέρει και πάλι με τα έντυπά του στον εκπολιτισμό του μνημονιακού νεοέλληνα. Αυτά είναι τα ωραία.

Όμως ευτυχώς για όλους εμάς τους υπόλοιπους που δεν είμαστε μέλη της κοινωνίας ούτε της επίσημης ούτε της ανεπίσημης, υπάρχουν εκείνοι, και είναι πάρα πολλοί, που κρατάνε άσβεστη τη φλόγα της ελπίδας και είναι φορές που την κάνουν πυρκαγιά που καίει ότι τοξικό υπάρχει και μπορούμε και ρουφάμε καθαρό αέρα.

Είναι όλοι αυτοί οι παραπάνω που η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, τους έχει απορρίψει. Και κοντά σ’ αυτούς είναι κι άλλοι, όπως οι φοιτητές που πέταξαν έξω τους μπάτσους του Μιχάλη και του Κούλη από τα πανεπιστήμια ή όπως οι εκπαιδευτικοί που όρθωσαν και πάλι ανάστημα στις εμμονικές αντιδραστικές επιδιώξεις της κυρά-Νίκης και πέταξαν για μία ακόμη φορά στον καλάθι των α(χ)ρήστων την αξιολόγησή τους.

Γιατί τα πράγματα είναι απλά. Άλλες οι ανάγκες της πραγματικής κοινωνίας και άλλες οι εικονικές ανάγκες της κενωνίας που θέλει να εμφανίζεται ως κοινωνία, επίσημη ή ανεπίσημη.

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Η μάνα

Η μάνα

Η μάνα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Λένε πως η δουλειά σε ανταμείβει, πως όποιος δουλεύει αργά ή γρήγορα θα βρει προκοπή. Εννοούν πως θα αποκτήσει περιουσία, θα βγάλει λεφτά θα ανέβει τάξη στην κοινωνία. Θα γίνει κάποιος βρε αδερφέ.

Δώδεκα χρονών ήταν ο Παναγής, εκεί γύρω στα 1920.

Τον ξύπνησε η μάνα του ένα πρωί και του ανακοίνωσε πως ο πατέρας του πέθανε.

– Και δεν θα τον ξαναδούμε μάνα;

– Είδες πολλούς πεθαμένους μέχρι τώρα;

– Δεν ξέρω μάνα, είμαι μικρός.

– Πέθανε σου λέω. Μας άφησε χρόνους που να καεί στην κόλαση ο αφορεσμένος.

– Όχι στην κόλαση μάνα. Κάνει πολλή ζέστα εκεί.

– Να καεί! Καψάλα να γίνει. Πώς θα τα βγάλω πέρα μόνη μου λες; Χωράφια δεν έχουμε, λίρες δεν έχουμε, παράδες δεν έχουμε. Και το σπίτι ακόμα που μένουμε είναι έτοιμο να σαρίσει.

– Μάνα γιατί πέθανε;

– Γιατί ήταν αχαΐρευτος. Εκεί που θέριζε έπεσε τέζα.

– Θέλω να τον δω. Πού είναι;

– Δεν χρειάζεται. Τον πήραν και τον έθαψαν. Δεν χρειάζεται να τον δεις.

– Είχα από προχτές να τον δω.

– Κι εγώ. Νόμιζα κοιμήθηκε στο χωράφι. Το είχε ξανακάνει. Αλλά αυτός πήγε και ψόφησε.

– Μη μιλάς έτσι για τον πατέρα. Σάματις ήθελε να πεθάνει λες;

– Κι άμα δεν ήθελε; Τώρα τι κάνουμε;

– Θα δουλέψω εγώ μάνα. Μη σκιάζεσαι.

– Θα πάω στον κυρ-Στέργιο και θα του ζητήσω δουλειά.

– Μην πας σ’ αυτόν.

– Γιατί;

– Δεν είναι καλός άνθρωπος. Και δεν μ’ αρέσει που σε κοιτάει. Ούτε που σε αγγίζει με τα χέρια του.

Δεν πρόλαβε ο Παναγής να τελειώσει τη φράση του και βρέθηκε με το κεφάλι στον τοίχο από την ξανάστροφη της μάνας του.

– Μάζεψε τη γλώσσα σου γιατί θα στην κόψω. Όταν ψηνόσουν στον πυρετό τις προάλλες, εκείνος πλήρωσε για να πας σε γιατρό στην πόλη. Ο ανεπρόκοπος ο πατέρας σου βλέπεις δεν μπορούσε.

Τα μάτια του παιδιού γέμισαν δάκρυα.

– Αν ξαναπείς ανεπρόκοπο τον πατέρα μου θα σε κλωτσήσω και θα φύγω.

– Να πας στα τρανά που θα με φοβερίξεις κιόλας.

Σηκώθηκε κι έφυγε ο Παναγής. Όχι, δεν την κλώτσησε τη μάνα του μα τα μάτια του έτρεχαν ασταμάτητα σα μικρές βρυσούλες. Μόνο που δεν έβγαζαν νερό γάργαρο. Φαρμάκι και πόνο έσταζαν, πόνο αβάσταχτο για την ψυχούλα του μικρού.

Πήγε στην άλλη άκρη του χωριού, στη θεια του τη Λένω, την αδερφή του πατέρα του.

– Κάτσε λίγες μέρες εδώ μέχρι να περάσει η μπόρα και θα πας να βρεις ξανά τη μάνα σου, του είπε η θεια του.

– Δεν πάω θεια. Δεν τη θέλω. Βρίζει τον πατέρα μου και θα πάει να βρει τον Στέργιο.

– Ποιον, εκείνο το παλιοζάγαρο;

– Ναι εκείνο.

– Ότι πει η μάνα σου, αυτό θα κάνεις κι εσύ.

– Εγώ δεν πάω σ’ αυτόν.

– Καλά! Σώπα τώρα. Αγρίμι σκέτο. Ίδιος ο πατέρας, Σε καλό να σου βγει.

Πέρασαν πάνω από δύο μήνες που έκατσε με τη θεια του. Η μάνα του πήγαινε και τον έβλεπε. Τον ξεκαθάρισε πως τον κυρ-Στέργιο θα τον παντρευτεί.

– Αν δεν τον παντρευτώ θα πεθάνουμε από την πείνα, κι εγώ κι εσύ μαζί που να μην έσωνα να τον παντρευόμουν τον αχαΐρευτο τον πατέρα σου.

Σηκώθηκε ο Παναγής και όρμησε με φόρα στη μάνα του. Τελευταία στιγμή, αντί να κλωτσήσει εκείνη, έριξε μια δυνατή κλωτσιά στο τραπέζι.

Ούρλιαξε η θεια του. Έβαλε τα κλάματα η μάνα του. Το παιδί βγήκε έξω κουτσαίνοντας και φωνάζοντας.

– Άι στο διάολο μάνα. Άι στο διάολο και συ και ο παλιό Στέργιος σου.

Τι κι αν δεν ήθελε ο Παναγής; Στο μήνα πάνω έγινε ο γάμος.

Αυτός κι η μάνα του μετακόμισαν στο σπίτι του πλούσιου πατριού του.

Από την πρώτη μέρα ο πατριός του έβαλε τους όρους του.

– Μικρέ, εδώ είναι το σπίτι μου. Το θες δεν το θες εδώ κουμάντο κάνω μόνο εγώ. Αν δεν συμφωνείς με όσα ορίζω θα μένεις έξω. Η μάνα σου είναι τώρα δική μου. Την ήθελα κι από παλιά αλλά οι δικοί της την έδωκαν στον πάτερα σου γιατί ήμουνα λέει μεγάλος.

– Σαν παππούς μου είσαι. Με το ένα πόδι στο τάφο.

– Όπως βλέπεις εγώ είμαι ολοζώντανος. Άλλος είναι στο τάφο.

Θόλωσε το παιδί με όσα άκουσε. Αρπάζει το κουζινομάχαιρο που ήταν πάνω στο τραπέζι και ορμάει στον κυρ-Στέργιο.

Τον προλαβαίνει εκείνος και του πιάνει το χέρι. Του τραβάει το μαχαίρι και είναι έτοιμος να το καρφώσει στο κορμί του παιδιού.

– Άτιμε θα σε σκοτώσω, ακούστηκε η φωνή της μάνας την ώρα που κάρφωνε στην πλάτη του κυρ-Στέργιου την κάμα που είχε πάντα στο ζωνάρι μέσα από τα σιγκούνια της.

Πέντε μαχαιριές του κατάφερε του κυρ-Στέργιου μέχρι να σιγουρευτεί πως ο γιος της δεν κινδυνεύει από τα χέρια του.

Φαρδύς πλατύς σωριάστηκε ο Στέργιος με το κουζινομάχαιρο να πέφτει δίπλα του στο πάτωμα.

– Φεύγα Παναγή. Τράβα στη θεια σου και πες της τι έγινε. Εμένα να με ξεχάσεις. Εκείνη θα έχεις τώρα για μάνα.

Τα χρόνια πέρασαν, ο Παναγής μεγάλωσε έκανε δική του οικογένεια μα τα σημάδια στην ψυχή του έμειναν ανεξίτηλα.

Ποτέ δεν αγκάλιασε τα τρία του παιδιά, ούτε όταν ήταν μικρά ούτε σαν μεγάλωσαν.

Και τη γυναίκα του, παρόλο που την «έκλεψε» από αγάπη γιατί οι δικοί της δεν τον ήθελαν για γαμπρό τους, δεν της είπε ποτέ ένα καλό, έναν γλυκό λόγο.

Και στο χωριό που κατέφυγε με την γυναίκα του για να συνεχίσει τη ζωή του, είχε τη φήμη του δύστροπου, του παράξενου και του αψύ ανθρώπου που όλα του έφταιγαν.

Σε κανέναν δεν μίλησε ποτέ για τα όσα πέρασε.

Αυτά μαθεύτηκαν αργότερα όταν ο ίδιος είχε φύγει πια από τη ζωή.

Κάποιοι έσκυψαν το κεφάλι, κάποιοι ένιωσαν τύψεις αλλά οι περισσότεροι συνέχισαν να ζουν τις ζωές τους με τα δικά τους τραύματα και τα δικά τους απωθημένα.

Μέχρι να κλείσει τα μάτια του δούλευε στα χωράφια.

Ούτε περιουσία απόκτησε, ούτε παράδες, ούτε λίρες, ούτε παλάτια.

Τι κι αν τον σκιάζονταν τα χώματα σαν τον έβλεπαν;

Ίσως δεν του «άξιζε να προκόψει»…

 

Ετικέτες: , , , , ,

Ευχαριστούμε κυρία Κεραμέως

Ευχαριστούμε κυρία Κεραμέως

Ευχαριστούμε κυρία Κεραμέως

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Ευχαριστούμε κυρία Κεραμέως γιατί:

– από την πρώτη μέρα που αναλάβατε μας δώσατε να καταλάβουμε πως εσείς και το σινάφι σας δεν έχει να προσφέρει τίποτα στο δημόσιο σχολείο

– μας βοηθήσατε να ξαναθυμηθούμε πως οι εκλογές ανάδειξης των αντιπροσώπων μας είναι μια συνεχής, επίπονη και άρα ζωντανή διαδικασία που καμία σχέση δεν έχει με τις αποστεωμένες τηλεεκλογές που προτείνατε. Όχι απλώς γυρίσαμε την πλάτη σε σας, τους συμβούλους σας και σε όσα πρεσβεύετε αλλά σας καταστήσαμε υπόλογους απέναντι στον κλάδο και την κοινωνία. Η ιστορία δεν θα σας αφιερώσει πάνω από δυο σειρές τυπικού χαρακτήρα.

– μας διαλύσατε κάθε αυταπάτη για το πόσο ενδιαφέρεστε για τη βελτίωση της δημόσιας εκπαίδευσης. Δεν χάσατε χρόνο και αναγνωρίσατε ίσα επαγγελματικά δικαιώματα στα τρίχρονα πληρωμένα κολλέγια στέλνοντας το μήνυμα πως όποιος έχει να πληρώσει βρίσκει δουλειά ενώ όποιος δεν έχει θα πρέπει από το νηπιαγωγείο να δίνει εξετάσεις και να «περνάει» βάσεις εισαγωγής λόγω φτώχιας. Μειώνετε τον αριθμό των εισακτέων στα πανεπιστήμια για να αυξηθεί η πελατεία στα αγαπημένα σας ιδιωτικά παραμάγαζα.

– διακόπτοντας τη διά ζώσης εκπαιδευτική διαδικασία λόγω covid, αποκαλύφθηκε ότι εσείς δεν έχετε σκοπό να διορίσετε μόνιμους εκπαιδευτικούς, ούτε να μειώσετε τον αριθμό των μαθητών σε κάθε τμήμα. Έχετε καταδικάσει τη δημόσια εκπαίδευση στη φτώχεια και την υποβάθμιση και νομίζετε πως θα σας αφήσουμε. Ανοίγατε και κλείνατε τα σχολεία χωρίς καμία έγνοια για την υγεία τους μετά από αντιφατικές αποφάσεις και έκαναν, πολλές φορές, ακόμα και το παρδαλό κατσίκι να γελάει ασταμάτητα.

– με την εγκύκλιό σας για τα τηλεδιαγωνίσματα εν μέσω πανδημίας,  αποδείξατε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ότι εσείς βλέπετε το σχολείο σαν μια επιχείρηση, σαν ένα μαγαζί με πελάτες-μαθητές, με εκπαιδευτικούς-πιόνια και διευθυντές-μάνατζερς  σε μια κοινωνία-ζούγκλα. Εμείς πάλι βλέπουμε το σχολείο ως χώρο που οι μαθητές μας θα μορφώνονται ουσιαστικά αναπτύσσοντας ολόπλευρα τα ταλέντα και τις κλίσεις τους, χωρίς το ψυχοφθόρο κυνήγι βαθμών, εξετάσεων και την ανάγκη για υπέρβαση των ταξικών και κοινωνικών φραγμών.

– με την άλλη εγκύκλιο για την κατάθεση βαθμολογίας, πάλι εν μέσω πανδημίας, μας επιβεβαιώσατε ότι για το μόνο που νοιάζεστε είναι αν οι μαθητές θα βαθμολογούνται και αν θα εξετάζονται. Δεν σας ένοιαξε αν έχουν καθηγητές, αν χωράνε, λόγω πλήθους, μέσα στις αίθουσες, αν έχουν εργαστήρια, σύγχρονα βιβλία και κυρίως αν έχουν ίσες ευκαιρίες να διεκδικήσουν το όνειρό τους.

– με τις τελευταίες εκφοβιστικές εγκυκλίους και ανακοινώσεις σχετικά με όσους δεν κατέθεσαν βαθμολογίες αλλά και με όσους δεν θα συμμετάσχουν στην αξιολόγηση δείχνετε ότι δεν ξέρετε να χάνετε ούτε εσείς ούτε ο περίγυρός σας. Διότι, αν δεν το καταλάβατε, έχει ήδη χάσει. Αλήθεια γιατί τώρα θυμηθήκατε να καλέσετε την ΟΛΜΕ στα ιδιαίτερα γραφεία σας ενώ όλο το προηγούμενο διάστημα την απαξιώνατε;

– αποδείξατε την ισχύ του νόμου δράσης-αντίδρασης καλύτερα κι από τον ίδιο το Νεύτωνα. Αφυπνίσατε ανθρώπους, ιστορικές μνήμες, συνειδήσεις και βγάλατε τη νεολαία, τους φοιτητές και τους μαθητές στο δρόμο. Και ξέρετε πως κάθε που η νέα γενιά βγήκε στο δρόμο και διεκδίκησε, ήταν πάντα νικήτρια.

– αποκαλύψατε πως ονειρεύεστε τα πανεπιστήμια όχι σαν χώρο ελεύθερης διακίνησης ιδεών και ανθρώπων αλλά ως χώρο αστυνομοκρατίας, τρομοκράτησης και στραγγαλισμού κάθε διαφορετικής άποψης. Ψάχνετε, δήθεν, για ανομία μέσα στα πανεπιστήμια όταν η ανομία, κάθε μορφής, ξεχειλίζει γύρω σας. Και κάτι ακόμα. Να σας θυμίσω ότι οι φοιτητές δεν διορίζουν διευθυντές στα εθνικά θέατρα…

– οραματίζεστε να επαναφέρετε τον επιθεωρητή στην τάξη. Ποιος δεν τον θυμάται από εμάς τους παλιότερους που τον έχουμε ζήσει ως μαθητές, να μπαίνει με ύφος χιλίων καρδιναλίων μέσα στην αίθουσα, και μερικά «ανθρωπάκια» να κάνουν τεμενάδες μπροστά του και να μετατρέπονται σε γυμνοσάλιαγκες για να έχουν την εύνοιά του; Ποιος αλήθεια παρακολουθούσε μετά το «μάθημα» που έκανε το «ανθρωπάκι»;

– μας επιβεβαιώσατε ότι διοικούν το κράτος, όσοι θέλουν την κατάργησή του, διαχειρίζονται το δημόσιο τομέα όσοι θέλουν να τον ξεπουλήσουν μπιρ παρά  στους ιδιώτες, μας αποκαλούν τεμπέληδες όσοι δεν δούλεψαν ποτέ στη ζωή τους και θέλουν να μας αξιολογήσουν όσοι τους ξέβρασε η σχολική αίθουσα και βρήκαν καταφύγιο σε αναπαυτικές πολυθρόνες.

– μας καταστήσατε σαφές πως βρίσκεστε όλοι σε κατάσταση πανικού. Το επιβεβαιώνετε με την αλόγιστη χρήση βίας πάνω σε κάθε φωνή που αντιδρά, την ίδια στιγμή που οι εγκληματίες χρυσαυγίτες κυκλοφορούν ελεύθεροι με την ανοχή των «λαγωνικών» του συναδέλφου σας που δεν προλαβαίνε να διαβάζει τα μνημόνια που ψήφιζε.

Τέλος, ένα μεγάλο ευχαριστώ, γιατί μας δίνετε την ευκαιρία να στρώσουμε και σε σας τον δρόμο που ακολούθησαν οι προκάτοχοί σας οι οποίοι, τι σύμπτωση, είχαν τις ίδιες-ή περίπου τις ίδιες- απόψεις με σας και την ίδια-ή περίπου την ίδια- πολιτική κατάληξη που θα έχετε κι εσείς.

Καλή σας νύχτα.

 

Ετικέτες: , , , ,

Κι όμως νόμιζα πως δε με λένε Παντελή…η συνέχεια

Κι όμως νόμιζα πως δε με λένε Παντελή…η συνέχεια

Κι όμως νόμιζα πως δε με λένε Παντελή…η συνέχεια

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Φίλε αναγνώστη.

Εσύ που θα διαβάσεις τα παρακάτω να ξέρεις πως μόνο σε μένα αναφέρονται. Σε μένα και κανέναν άλλον. Για μένα μιλάνε και για τις συμπεριφορές μου στη δουλειά, στο σπίτι, στο δρόμο, στην πλατεία και οπουδήποτε αλλού έχω βρεθεί τα τελευταία χρόνια.

Με θυμάμαι στο σπίτι να συζητάω με το παιδί μου. Να το ρωτάω για το σχολείο του, τα μαθήματά του, τους καθηγητές του, τους φίλους του. Από ενδιαφέρον και χωρίς καμία διάθεση να εκμαιεύσω κάτι.

Μου είπε πως τους έδωσε το τεστ στη φυσική και πως πήρε 16/20.

Η αλήθεια είναι πως με πείραξε. Βλέπετε, όντας κι εγώ φυσικός, πώς να δεχτώ έτσι εύκολα ότι το δικό μου το παιδί δεν πήρε τουλάχιστον 20/20; Μήπως και δεν τον βοηθάω εγώ αλλά κάποιος άλλος; Άρα, κάτι δεν έκανε καλά. Κάτι του ξέφυγε. Τίποτε, αυτό δεν συγχωρείται. Δεν καταπίνεται εύκολα.

Εντάξει, δάκρυσε. Το καταλαβαίνω. Το παράκανα κι εγώ λίγο.

Μου είπε επίσης πως ο καθηγητής του δεν τον μάλωσε. Τον ενθάρρυνε λέγοντάς του κάτι που λέει σε όλους του τους μαθητές σε αντίστοιχη περίπτωση. Πως, δηλαδή, η απόδοση σε ένα τεστ δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια στιγμιαία απεικόνιση της γνωστικής και ψυχολογικής κατάστασής του. Σε καμιά περίπτωση, του είπε, δεν τον χαρακτηρίζει ως άνθρωπο και ως προσωπικότητα.

Προς στιγμήν σκέφτηκα πως όλα αυτά είναι κούφια λόγια και πως αυτό που μετράει είναι το αποτέλεσμα.

Διέκοψε τη σκέψη μου λέγοντας πως ο καθηγητής του τού είπε πως για εκείνον αυτό που μετράει κυρίως είναι η προσπάθεια αλλά δυστυχώς αυτή δεν βαθμολογείται και δεν αξιολογείται.

Μου είπε επίσης πως έβαλε τα κλάματα και μέσα στην τάξη καθώς περίμενε την επικριτική μου στάση όταν θα μου ανακοίνωνε τον βαθμό. Μου είπε πως ο καθηγητής του τον παρηγόρησε αποκλείοντας αυτή την περίπτωση.

Μετά από λίγες μέρες, σε συνάντηση που είχα με τον καθηγητή, τον διαβεβαίωσα πως το τελευταίο που με ενδιαφέρει είναι ο βαθμός του παιδιού σε κάποιο τεστ και πως για μένα εκείνο που έχει σημασία είναι η προσπάθεια.

Μου απάντησε πως κατάλαβε αλλά δεν έχω εντελώς ξεκάθαρο τι ακριβώς ήταν αυτό που κατάλαβε.

Μετά από μερικούς μήνες με θυμάμαι να συζητάω με το παιδί μου για το τι πρέπει να γίνει ώστε τα σχολεία να λειτουργούν με τη μεγαλύτερη δυνατή υγειονομική ασφάλεια.

Του εξήγησα πως αυτό δεν είναι δική του δουλειά, δεν είναι αυτά ζητήματα της ηλικίας του και πως αυτά τα ξέρουν καλύτερα οι ειδικοί και οι υπουργοί.

Μου είπε πως πέφτω σε αντιφάσεις γιατί με έχει ακούσει πολλές φορές τα τελευταία χρόνια να παραπονιέμαι για τις αποφάσεις των υπουργών και των ειδικών.

Μου γνωστοποίησε επίσης πως αν στο σχολείο αποφασίσουν οι μαθητές να κάνουν κάτι για να ζητήσουν ανοιχτά σχολεία με ασφάλεια, θα συμμετέχει με όλες του τις δυνάμεις.

Του είπα πως αυτά δεν είναι δικά του λόγια και πως τα άκουσε από όλους εκείνους που γυρίζουν έξω από τα σχολεία και κάνουν προπαγάνδα υπέρ των καταλήψεων.

Μου απάντησε με θράσος πως τον υποτιμάω και πως τουλάχιστον εκείνος δεν πιστεύει στην προπαγάνδα των τηλεοπτικών καναλιών όπως κάνω εγώ.

Την άλλη μέρα με ειδοποίησαν – μη με ρωτάτε ποιος, δεν είμαι και κανένας ρουφιάνος – να πάω στο σχολείο γιατί έχουν κατάληψη.

Πήγα κι έπιασα κουβέντα με κάποιους μαθητές. Το παιδί μου ήρθε και μου ζήτησε να φύγω και πως πρέπει να του δείξω εμπιστοσύνη.

Τον παρακάλεσα να μην ανακατεύεται, του είπα πως δεν θα βγάλει εκείνος το φίδι από την τρύπα και πως το σημαντικό είναι να μην χάνει τα μαθήματά του.

Μου είπε πως έχασε πολλά μαθήματα λόγω έλλειψης καθηγητών αλλά δεν με ένοιαξε. Μου είπε επίσης πως επειδή εγώ δεν αντιδρώ σε ότι με καταπιέζει δεν σημαίνει πως θα κάνει κι εκείνος το ίδιο.

Ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Του είπα πως θα τα πούμε αναλυτικά στο σπίτι. Είδα στο βλέμμα του την απογοήτευση αλλά δεν πειράζει. Όταν ωριμάσει θα καταλάβει.

Φεύγοντας για το σπίτι άκουσα κάποιον να φωνάζει «Παντελή».

Γύρισα…

Μετά απόρησα που γύρισα γιατί νόμιζα πως δε με λένε «Παντελή»

 

Ετικέτες: , , ,

ΒΑΣΕΙΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΜΕΙΩΣΗ ΤΩΝ ΕΙΣΑΚΤΕΩΝ ΣΤΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ ΜΙΑ «ΑΘΩΑ» ΑΠΑΙΤΗΣΗ

ΒΑΣΕΙΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΜΕΙΩΣΗ ΤΩΝ ΕΙΣΑΚΤΕΩΝ ΣΤΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ ΜΙΑ «ΑΘΩΑ» ΑΠΑΙΤΗΣΗ

ΒΑΣΕΙΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΜΕΙΩΣΗ ΤΩΝ ΕΙΣΑΚΤΕΩΝ

ΣΤΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ

ΜΙΑ «ΑΘΩΑ» ΑΠΑΙΤΗΣΗ

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Μια πρόταση για την βάση εισαγωγής στα πανεπιστήμια - Ειδήσεις - νέα - Το  Βήμα Online

Στεναχωριούνται ειλικρινώς αρκετοί με τους χαμηλούς βαθμούς εισαγωγής σε κάποιες σχολές και ζητάνε να μπει βάση-κόφτης.

Καταλαβαίνω…

Απλώς ξεχνάνε πως οι πανελλήνιες είναι εξετάσεις ΕΠΙΛΟΓΗΣ και όχι ελέγχου γνώσεων διότι οι βάσεις εισαγωγής καθορίζονται από διάφορους παράγοντες όπως η δυσκολία και ο όγκος των θεμάτων μαζί με την ζήτηση.

Από όσο γνωρίζω στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο δεν υπάρχουν βάσεις εισαγωγής παρά μόνο χρηματικό αντίτιμο.

Επίσης όσοι κοπούν λόγω βάσης στις πανελλαδικες και θελήσουν να πανε σε κάποιο ιδιωτικό Κολλέγιο, πάλι δεν υπάρχουν βάσεις.

Αντί να ζητάνε όλα τα παιδιά να έχουν πρόσβαση στα πανεπιστήμια εφόσον το θέλουν αναρωτιούνται πώς αυτά τα παιδιά θα μπορέσουν να τελειώσουν τη σχολή τους. Και δως του πόνος και δως του δάκρυα…

Ζητούν τη βάση στο όνομα της αναβάθμισης των σχολείων λες και το επίπεδο της παρεχόμενης εκπαίδευσης το καθορίζουν οι εξετάσεις.

Πολυπληθή τμήματα, ελλείψεις καθηγητών, βιβλία ξεπερασμένα, απουσία εικαστικών και άλλων μαθημάτων που θα ξεδίπλωναν τα ταλέντα των μαθητών, οικονομικοί και κοινωνικοί αποκλεισμοί προφανώς δεν συνιστούν λόγους υποβάθμισης και απαξίωσης της εκπαίδευσης για όσους «ευαίσθητους» δυσανασχετούν για την έλλειψη βάσης εισαγωγής στα πανεπιστήμια.

Έχουν χωριστεί, μάλιστα σε τρία στρατόπεδα.

Στο ένα απαιτούν να μειωθεί ο αριθμός των εισακτέων ακόμη-ακόμη να μειωθεί και  ο αριθμός των μαθητών που θα φτάνουν μέχρι τις πανελλαδικές. Αυτοί που περισσεύουν θα μπορούν να απευθύνονται σε μια ιδιωτική δομή εκπαίδευσης όπου, φυσικά, δεν θα υπάρχει καμία βάση εισαγωγής ή καλύτερα η μόνη «βάση εισαγωγής» θα είναι η αξία των διδάκτρων. Όσοι δεν έχουν τα δίδακτρα θα χρησιμοποιούνται ως ανειδίκευτο, άρα φθηνό και αναλώσιμο, εργατικό δυναμικό στις γαλέρες της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Στο δεύτερο στρατόπεδο απαιτούν να μπει βάση εισαγωγής στα πανεπιστήμια προτείνοντας μάλιστα το βαθμό «10». Με βάση ποια παιδαγωγικά, μορφωτικά ή άλλα κριτήρια προτείνεται το «10» σε εξετάσεις επιλογής, ποτέ δεν δικαιολογήθηκε. Να θυμίσω ότι σε εξετάσεις του ΑΣΕΠ για εκπαιδευτικούς η βάση-κόφτης ήταν το «15», πάντα σε εικοσαβάθμια κλίμακα αναφερόμενοι. Το μέλλον των «κομμένων» κι εδώ θα είναι το ίδιο και θα δικαιολογείται πολύ βολικά με τον γνωστό «αστικό μύθο», έτσι βαφτίστηκε από ορισμένους, πως δεν είναι ανάγκη να σπουδάσουν όλα τα παιδιά; Όμως αν το θέλουν γιατί να μην το κάνουν;

Και για να κάνω λίγο το δικηγόρο του Βελζεβούλ.

Γιατί η βάση να είναι το 10 και όχι το 19,9;

Έτσι για να μπαίνουν όσοι «πραγματικά το αξίζουν»….

Στο τρίτο και πιο «ευαίσθητο» στρατόπεδο απαιτούν και τα δύο προηγούμενα. Και μείωση των εισακτέων και θέσπιση της βάσης του «10».

Ας μην κρύβονται λοιπόν όλοι αυτοί πίσω από το δάχτυλό τους γιατί ούτε τόσο χοντρό δάχτυλο έχουν ούτε τόσο αδύνατοι είναι. Οι μόνοι που δεν θα ωφεληθούν θα είναι οι μαθητές και οι οικογένειές τους.

Αντίθετα τα ιδιωτικά μαγαζιά θα γεμίσουν πελατεία και η ενίσχυση του ανταγωνισμού θα γεμίσει τις αίθουσες των φροντιστηρίων ξεζουμίζοντας ακόμη περισσότερο αυτούς που δυσκολεύονται να ανταποκριθούν οικονομικά.

 

Ετικέτες: , , , , ,

Θα φανεί στο χειροκρότημα

Θα φανεί στο χειροκρότημα
                                                               Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Στα δέκα του έχασε τον πατέρα του. Δεν έχει σημασία το πώς. Αυτό που ήξερε εκείνος ήταν πως δεν θα τον ξανάβλεπε.
Στα δεκατρία άρχισε τους μπάφους. Δήθεν για να ξεχνάει. Έτσι του είπαν και τον βόλευε πολύ αυτή η δικαιολογία.
Την αλήθεια την ήξερε πολύ καλά.
Δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί να τύχει σε κείνον.
Μη βρίσκοντας τον υπαίτιο τα έβαλε με τον εαυτό του. Επειδή δεν μπορούσε να αλλάξει την πραγματικότητα προτιμούσε να δραπετεύει από αυτήν. Ήταν όμως για λίγο κι όταν τέλειωνε το «παραμύθι» η πραγματικότητα έδειχνε τα δόντια της.

Ο αδερφός του, τρία χρόνια πιο μεγάλος, θέλησε να παίξει το ρόλο του πατέρα.

«Είσαι αδερφός μου, δεν είσαι ο πατέρας μου. Αυτός πάει, δεν ξανάρχεται» είπε μια μέρα στον μεγάλο όταν τον ζόρισε που σταμάτησε να διαβάζει.

Το σκαμπίλι που έφαγε τον βρήκε κατευθείαν στην καρδιά κι ας έμεινε στο μάγουλο το σημάδι. Από το μάγουλο το σημάδι έφυγε σε δυο μέρες. Από την καρδιά ποτέ.

Μα κι ο μεγάλος από ανασφάλεια και ανησυχία το έκανε. Την παράκληση της μάνας του προσπάθησε να ακολουθήσει.

«Να τον προσέχεις τον μικρό. Είναι ευαίσθητος και είχε αδυναμία στον πατέρα του».

Σάματις ήξερε κι αυτός πώς έπρεπε να φερθεί; Μήπως κι αυτός δεν ένιωθε αδικημένος;

Τον έπιασε μια μέρα και τον αγκάλιασε.

«Συγνώμη ρε μικρέ. Δεν έπρεπε να το κάνω. Δεν ξέρω τι μ’έπιασε. Ή μάλλον ξέρω. Είναι που δεν μπορώ να βρω τον τρόπο να σε βοηθήσω, να σε κάνω να ξεχάσεις. Πρέπει να προχωρήσουμε που να πάρει η ευχή».

Κάτι τέτοιο του είπε και ο τύπος με τη μαύρη BMW που τριγυρνούσε για πολλούς μήνες έξω από το σχολείο, ένα βράδυ που τον συνάντησε σε μια καφετέρια. Άνθρωπος της διπλανής πόρτας που λένε. Με δουλειά «καθώς πρέπει» και εξέχον μέλος της τοπικής κοινωνίας.

«Τι να σου κάνει το τσιγάρο. Αυτά είναι για μικρούς. Εσύ είσαι μεγάλος και χρειάζεσαι κάτι πιο δυνατό. Δοκίμασε και θα με θυμηθείς. Θα ξεχαστείς με την πρώτη. Άτιμη η ζωή, σε χτύπησε αλύπητα. Έλα άναψέ το. Κέρασμα από μένα. Δεν θέλω χρήματα».

Και το άναψε. Μία και δύο και τρεις. Στην αρχή το είχε κέρασμα, μετά έπρεπε να το πληρώνει. Το χαρτζιλίκι της μάνας του έφτανε μόνο για κουλούρι.

Ο καλός και συμπονετικός άνθρωπος με τη μαύρη BMW δεν αρνήθηκε να τον βοηθήσει.

«Έλα το βράδυ να πάμε μια γύρα σε δυο-τρία στέκια. Θα με βοηθήσεις και θα έχεις και χαρτζιλίκι. Είσαι μεγάλος τώρα και δεν είναι σωστό να κλέβεις από το πορτοφόλι της μάνας σου για τα προσωπικά σου έξοδα. Έτσι δεν είναι;»

Μάταια προσπαθούσε ο φίλος του να τον συνεφέρει. Και τι δεν έκανε. Πάντα ήταν δίπλα του. Ακόμη κι όταν εκείνος δεν ήταν σε θέση να μπει την πρώτη ώρα για μάθημα καθόταν και του έκανε παρέα μην τύχει και χρειαστεί τίποτα. Κι όταν τη δεύτερη ώρα έμπαιναν αργοπορημένοι στην τάξη, πάλι προσπαθούσε να τον σώσει από τις «γλυκές» κουβέντες της καθηγήτριας.

«Μπα! Τον βρήκες το δρόμο για το σχολείο; Ήθελα να’ξερα εκείνοι οι γονείς σου τι κάνουν; Χαμπάρι δεν παίρνουν;»

Το έπαιρνε πάνω του όποτε μπορούσε.

«Δεν φταίει αυτός κυρία. Εγώ αργοπόρησα γιατί ένιωσα μια ζαλάδα και έμεινε κοντά μου για να με βοηθήσει».

Ποιος νοιάζεται όμως για την ουσία και την αλήθεια. Οι νόμοι να τηρούνται και η τάξη. Είναι πιο εύκολο από το να ψάξει κάποιος για τα αίτια. Και να θέλει, πολλές φορές ούτε μπορεί ούτε προλαβαίνει.

«Μη λέτε ¨γονείς¨. Ο πατέρας μου σκοτώθηκε στη δουλειά του».

Ήταν μία από τις φορές που η «καλή» καθηγήτρια έκανε αναφορά στους γονείς του και στην ανατροφή που του έδωσαν. Από τότε και καλά να ήταν δεν ξαναμπήκε στο μάθημά της.

Τρελάθηκε η μάνα του σαν το κατάλαβε. Πήγε να πεθάνει όταν ο φίλος του την έκανε να ψυλλιαστεί. Ήταν και τα λεφτά που έβλεπε να λείπουν από το πορτοφόλι.

Τον έπιασε και του μίλησε. Τον μάλωσε, τον αγκάλιασε, τον έλουσε με δάκρυα, τον ικέτεψε, του φίλησε τα πόδια κι εκείνος υποσχέθηκε να το κόψει.

Χαμένες οι υποσχέσεις χαμένα και τα παρακάλια. Ήταν κι ο τύπος με τη μαύρη BMW που δεν τον άφηνε να κάνει ρούπι.

Ανέλπιστα βρήκε συμπαράσταση από μια άλλη καθηγήτρια του σχολείου. Έψαξαν και ρώτησαν σε κοινότητες, σε συλλόγους μπας και βρουν συμπαράσταση και θεραπεία. Συμφώνησε κι εκείνος αλλά δεν ήταν εύκολο.

Πήγε η μάνα και στην αστυνομία και σε δικηγόρο και στον εισαγγελέα για να δει πώς θα σώσει το παιδί της. Είχε και τα’ αφεντικό της που την απειλούσε με απόλυση κάθε φορά που αργοπορούσε ή που ζητούσε άδεια.

Χωρίς κανείς να ξέρει το πώς, ο τύπος με τη μαύρη BMW έμαθε τα καθέκαστα και δεν κάθισε με σταυρωμένα χέρια.

Την ίδια κινητοποίηση έμαθα πως είχαν και οι γείτονες του «καλού» ανθρώπου με τη μαύρη BMW. Τον είδαν να πρωτοστατεί σε κάτι επεισόδια με πρόσφυγες. Τους ρήμαξαν τους πρόσφυγες στο ξύλο κάτι νταήδες και ήταν ανάμεσά τους μαζί με κάτι υποψήφιους βουλευτές της περιοχής.

Η μαύρη BMW βρέθηκε πεταμένη σε κοντινό ρέμα.

Στο καφενείο την άλλη μέρα άκουγαν με προσοχή τα νέα στην τηλεόραση.

«Κύκλωμα εμπορίας και διακίνησης ινδικής κάνναβης και άλλων ναρκωτικών ουσιών φέρεται να εξαρθρώθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες μετά από συντονισμένες προσπάθειες της αστυνομίας. Στο κύκλωμα, σύμφωνα με ασφαλείς πηγές, εμπλέκονται πολίτες υπέρ άνω πάσης υποψίας, καθώς επίσης και ένας εισαγγελέας, δύο δικηγόροι, ένας εφοπλιστής και δύο αξιωματικοί του αστυνομικού τμήματος της περιοχής».

Ο γηραιότερος της παρέας χαμογέλασε.

«Τα χάλασαν στη μοιρασιά. Το έχουμε ξαναδεί το έργο».

Το παιδί προσπαθεί να βρει τον εαυτό του και να αφήσει την «παραμύθα» πίσω του. Αποφάσισε να ζήσει στην πραγματικότητα και να την αλλάξει. Προσπαθεί να γνωρίσει την εαυτό του και την κοινωνία που ζει.

Αν το καταφέρει ή όχι «θα φανεί στο χειροκρότημα».

 

Ετικέτες: , , , , ,

Μάσκα δεν έχω να γυρνώ

Μάσκα δεν έχω να γυρνώ…

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Mάσκα δεν έχω να γυρνώ

στο καρναβάλι ετούτο
μόνο μια απόχη να τρυγώ

της θάλασσας την πονηριά
και της σιωπής τον πλούτο.

Παντού απλώνεται μια σιωπή, μια βουβαμάρα. Λίγο ένοχη, λίγο ανεξήγητη, λίγο δικαιολογημένη. Όλοι, ή μάλλον οι περισσότεροι, βουτηγμένοι σε βαθιά περισυλλογή αναρωτιούνται.

Τι δεν πήγε καλά; Ποιος έφταιξε; Ποιος φταίει; Εμείς τι κάνουμε; Εμείς γιατί δεν κάνουμε κάτι; Και ποιον να εμπιστευτείς; Υπάρχει άλλη λύση; Μήπως να αφεθούμε στη μοίρα μας και ας γίνει ότι είναι να γίνει;

Οι κυβερνώντες μάς φέρονται σαν να είμαστε υποζύγια γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε πως πράγματι γεννηθήκαμε να ζούμε ως υποζύγια, άρα οφείλουμε τυφλή υπακοή στον ζευγολάτη μας. Ίσως να μην γνωρίζουν πως αν το βόδι «μυγιαστεί» σπάει και αλυσίδες, παρασέρνει και ηνία και ο ζευγολάτης κινδυνεύει άμεσα.

Οι τηλεβόες του συστήματος, μας απευθύνουν το λόγο λες και απευθύνονται σε πρόβατα, γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε ότι είμαστε πρόβατα και για να βγούμε από το μαντρί θα πρέπει να συμμαχήσουμε με το λύκο. Ξεχνάνε όμως πως αυτός που κινδυνεύει με εξαφάνιση δεν είναι τα πρόβατα αλλά ο λύκος.

Οι διαχειριστές του συστήματος μας συμπεριφέρονται ως πελάτες και όχι ως πολίτες, γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε ότι το ζητούμενο δεν είναι τα δικαιώματα των πολιτών αλλά το δίκιο του πελάτη το οποίο πρέπει να αναζητήσει στο καλύτερο μαγαζί πληρώνοντας, εννοείται, το ανάλογο τίμημα.

Bάρα καλή, βάρα γερή,
μια ντουφεκιά ζαχαρωτή
κι άσε να νοιώσει η γαλαρία
του χαρτοπόλεμου τη βία

Μας τριβελίζουν το μυαλό ότι τάχα μαζί τα φάγαμε για να μας κάνουν να πιστέψουμε πως πράγματι η μισή μερίδα που μας πέταξαν αξίζει το ίδιο ή και περισσότερο από τις χιλιάδες μερίδες που κράτησαν για τους εαυτούς τους και την ίδια ώρα μας στέλνουν το λογαριασμό για να πληρώσουμε, όχι μόνο τη δική μας μισή μερίδα μα και τις χιλιάδες δικές τους.

Μας χωρίζουν σε εκατοντάδες εργασιακές ομάδες δίνοντας περισσότερα στη μία ομάδα και λιγότερα στην άλλη ποντάροντας σε συμμαχίες με τους πιο ευνοημένους, υποσχόμενοι πως θα τους εξασφαλίσουν τη συνέχεια της εύνοιας αλλά και με τους πιο αδικημένους, υποσχόμενοι πως θα δώσουν τέλος στην αδικία.

Ξεφτιλίζουν οράματα, ιδανικά και αξίες βαφτίζοντας κάθε τους «μπίζνα» και κάθε αρπαχτή, στο όνομα τάχα της αξιοκρατίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης. Αξιοκρατία υπέρ των ανάξιων, ισότητα υπέρ των εχόντων και δικαιοσύνη υπέρ των δυνατών.

Σκουπίδι η σκέψη την πετώ,

τη λογική απαρνιέμαι
μ’ ένα σαράκι αρμένικο

για δρόμους που δε θέλησα
στις χαραυγές ξεχνιέμαι.

Μας διασπούν σε μικρά ανήμπορα κομμάτια που το καθένα έχει το δίκιο του το οποίο όμως δεν μπορεί να βρει, γι’ αυτό και βαφτίζει άδικο ή λιγότερο δίκιο το δίκιο του διπλανού του. Έτσι ο διπλανός μετατρέπεται από δυνάμει σύμμαχος σε φύσει εχθρός. Φυσικά, ο πραγματικός εχθρός τρίβει τα χέρια του παρακολουθώντας τον πόλεμο μεταξύ συναδέλφων.

Θεωρούν πως τώρα πια περπατάνε σε στέρεο έδαφος, αφού μόλις πριν λίγο έχουν τσαλαπατήσει πάνω στις ψυχές και στις ζωές μας και δεν αντιλαμβάνονται πως βαδίζουν πάνω σε ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί και να τους κάψει με τη λάβα του.

Αγνοούν ή δεν θέλουν να θυμούνται πως οι μεγαλύτερες αυτοκρατορίες κατέρρευσαν όταν στους αυτοκράτορες είχε γίνει συνείδηση πως τίποτα και κανένας δεν μπορεί να τους ταρακουνήσει μέχρι τη στιγμή που ένιωσαν τα θανατηφόρο τράνταγμα της πτώσης.

Επενδύουν σε όποια λογική μπορεί να περικλείει ο πανικός και ο φόβος και στη δημοκρατία της ελεύθερης επιλογής λέγοντάς μας πως είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε αυτό που έχουν αποφασίσει εκείνοι. Μας λένε ορθά κοφτά: εσείς απαγορεύετε να κλέψετε, εμείς όμως επιβάλλεται να το κάνουμε για το καλό σας. Γνωρίζουν όμως πως οι αξίες και τα ιδανικά δεν διαγράφονται, παρά μόνο σκεπάζονται με χώμα, με άμμο ακόμη και με σκουπίδια και πως αρκεί ένας δυνατός αέρας να τα κάνει πάλι ορατά και καθαρά. Και αυτό που αφουγκράζονται να έρχεται δεν είναι απλά δυνατός αέρας αλλά καταιγίδα.

Bάστα το νου, βάστα το νου

να μην γκρινιάξει του καιρού
πού ‘φτιαξε με τον πόνο κλίκα

και τσιγκουνεύεται στη γλύκα.

Ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στο Θανάση Παπακωνσταντίνου για τους στίχους που μας χάρισε και μας κρατάνε συντροφιά ετούτες τις δύσκολες ώρες του πόνου πριν τη γέννα.

 

Ετικέτες: , , ,

Μάσκα δεν έχω να γυρνώ

Μάσκα δεν έχω να γυρνώ…

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Mάσκα δεν έχω να γυρνώ

στο καρναβάλι ετούτο
μόνο μια απόχη να τρυγώ

της θάλασσας την πονηριά
και της σιωπής τον πλούτο.

Παντού απλώνεται μια σιωπή, μια βουβαμάρα. Λίγο ένοχη, λίγο ανεξήγητη, λίγο δικαιολογημένη. Όλοι, ή μάλλον οι περισσότεροι, βουτηγμένοι σε βαθιά περισυλλογή αναρωτιούνται.

Τι δεν πήγε καλά; Ποιος έφταιξε; Ποιος φταίει; Εμείς τι κάνουμε; Εμείς γιατί δεν κάνουμε κάτι; Και ποιον να εμπιστευτείς; Υπάρχει άλλη λύση; Μήπως να αφεθούμε στη μοίρα μας και ας γίνει ότι είναι να γίνει;

Οι κυβερνώντες μάς φέρονται σαν να είμαστε υποζύγια γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε πως πράγματι γεννηθήκαμε να ζούμε ως υποζύγια, άρα οφείλουμε τυφλή υπακοή στον ζευγολάτη μας. Ίσως να μην γνωρίζουν πως αν το βόδι «μυγιαστεί» σπάει και αλυσίδες, παρασέρνει και ηνία και ο ζευγολάτης κινδυνεύει άμεσα.

Οι τηλεβόες του συστήματος, μας απευθύνουν το λόγο λες και απευθύνονται σε πρόβατα, γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε ότι είμαστε πρόβατα και για να βγούμε από το μαντρί θα πρέπει να συμμαχήσουμε με το λύκο. Ξεχνάνε όμως πως αυτός που κινδυνεύει με εξαφάνιση δεν είναι τα πρόβατα αλλά ο λύκος.

Οι διαχειριστές του συστήματος μας συμπεριφέρονται ως πελάτες και όχι ως πολίτες, γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε ότι το ζητούμενο δεν είναι τα δικαιώματα των πολιτών αλλά το δίκιο του πελάτη το οποίο πρέπει να αναζητήσει στο καλύτερο μαγαζί πληρώνοντας, εννοείται, το ανάλογο τίμημα.

Bάρα καλή, βάρα γερή,
μια ντουφεκιά ζαχαρωτή
κι άσε να νοιώσει η γαλαρία
του χαρτοπόλεμου τη βία

Μας τριβελίζουν το μυαλό ότι τάχα μαζί τα φάγαμε για να μας κάνουν να πιστέψουμε πως πράγματι η μισή μερίδα που μας πέταξαν αξίζει το ίδιο ή και περισσότερο από τις χιλιάδες μερίδες που κράτησαν για τους εαυτούς τους και την ίδια ώρα μας στέλνουν το λογαριασμό για να πληρώσουμε, όχι μόνο τη δική μας μισή μερίδα μα και τις χιλιάδες δικές τους.

Μας χωρίζουν σε εκατοντάδες εργασιακές ομάδες δίνοντας περισσότερα στη μία ομάδα και λιγότερα στην άλλη ποντάροντας σε συμμαχίες με τους πιο ευνοημένους, υποσχόμενοι πως θα τους εξασφαλίσουν τη συνέχεια της εύνοιας αλλά και με τους πιο αδικημένους, υποσχόμενοι πως θα δώσουν τέλος στην αδικία.

Ξεφτιλίζουν οράματα, ιδανικά και αξίες βαφτίζοντας κάθε τους «μπίζνα» και κάθε αρπαχτή, στο όνομα τάχα της αξιοκρατίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης. Αξιοκρατία υπέρ των ανάξιων, ισότητα υπέρ των εχόντων και δικαιοσύνη υπέρ των δυνατών.

Σκουπίδι η σκέψη την πετώ,

τη λογική απαρνιέμαι
μ’ ένα σαράκι αρμένικο

για δρόμους που δε θέλησα
στις χαραυγές ξεχνιέμαι.

Μας διασπούν σε μικρά ανήμπορα κομμάτια που το καθένα έχει το δίκιο του το οποίο όμως δεν μπορεί να βρει, γι’ αυτό και βαφτίζει άδικο ή λιγότερο δίκιο το δίκιο του διπλανού του. Έτσι ο διπλανός μετατρέπεται από δυνάμει σύμμαχος σε φύσει εχθρός. Φυσικά, ο πραγματικός εχθρός τρίβει τα χέρια του παρακολουθώντας τον πόλεμο μεταξύ συναδέλφων.

Θεωρούν πως τώρα πια περπατάνε σε στέρεο έδαφος, αφού μόλις πριν λίγο έχουν τσαλαπατήσει πάνω στις ψυχές και στις ζωές μας και δεν αντιλαμβάνονται πως βαδίζουν πάνω σε ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί και να τους κάψει με τη λάβα του.

Αγνοούν ή δεν θέλουν να θυμούνται πως οι μεγαλύτερες αυτοκρατορίες κατέρρευσαν όταν στους αυτοκράτορες είχε γίνει συνείδηση πως τίποτα και κανένας δεν μπορεί να τους ταρακουνήσει μέχρι τη στιγμή που ένιωσαν τα θανατηφόρο τράνταγμα της πτώσης.

Επενδύουν σε όποια λογική μπορεί να περικλείει ο πανικός και ο φόβος και στη δημοκρατία της ελεύθερης επιλογής λέγοντάς μας πως είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε αυτό που έχουν αποφασίσει εκείνοι. Μας λένε ορθά κοφτά: εσείς απαγορεύετε να κλέψετε, εμείς όμως επιβάλλεται να το κάνουμε για το καλό σας. Γνωρίζουν όμως πως οι αξίες και τα ιδανικά δεν διαγράφονται, παρά μόνο σκεπάζονται με χώμα, με άμμο ακόμη και με σκουπίδια και πως αρκεί ένας δυνατός αέρας να τα κάνει πάλι ορατά και καθαρά. Και αυτό που αφουγκράζονται να έρχεται δεν είναι απλά δυνατός αέρας αλλά καταιγίδα.

Bάστα το νου, βάστα το νου

να μην γκρινιάξει του καιρού
πού ‘φτιαξε με τον πόνο κλίκα

και τσιγκουνεύεται στη γλύκα.

Ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στο Θανάση Παπακωνσταντίνου για τους στίχους που μας χάρισε και μας κρατάνε συντροφιά ετούτες τις δύσκολες ώρες του πόνου πριν τη γέννα.

 

Ετικέτες: , , ,

Μια παλιά ιστορία του μέλλοντος

Μια παλιά ιστορία του μέλλοντος

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Φαινόταν πολύ κουρασμένος τούτος εδώ ο παράξενος καβαλάρης. Και το άλογό του περήφανο και ντελικάτο μα το είχε χωρίς σέλα ο αθεόφοβος.

Σαν έφτασε στην πλατεία του χωριού και κατέβηκε από το άτι του, ο χωροφύλακας τον ρώτησε τι έπαθε και είναι έτσι ταλαιπωρημένος. Σκέφτηκε μήπως τον κυνηγάνε, μην είναι κανένας από αυτούς τους παράνομους που γυρνάνε στα χωριά και ξεσηκώνουν τον κόσμο με κουβέντες για δίκιο, ισότητα και άλλες τέτοιες παραινέσεις  του διαβόλου.

Του απάντησε πως φταίνε αυτά που είδε μα και αυτά, όχι που έκανε, αλλά που δεν έκανε.

Προβληματίστηκε ο χωροφύλακας. Δεν πείστηκε με όσα του είπε ο ξένος γιατί δεν τα καλοκατάλαβε.

Ζύγωσε ύστερα ο ρασοφόρος του χωριού και τον καλόπιασε πως τάχα πρέπει σε κείνον να ανοίξει την ψυχή του και να ξομολογηθεί γιατί εκείνος τα’ χει καλά με το θεό και αν χρειαστεί θα μεσολαβήσει για συχώρεση.

Τραβήχτηκε απότομα ο ξένος και έφτυσε με δύναμη στο χώμα. Επέστρεψε περιφρόνηση στον παπά που έβραζε από θυμό για τούτη την απρόσμενη συμπεριφορά του ξένου.

Ύστερα πανηγύρισε ο παππάς σα να ανακάλυψε τίποτα σπουδαίο και απευθυνόμενος στους υπόλοιπους τόνισε πως δεν θα μπορούσε να περιμένει διαφορετική συμπεριφορά από έναν ξένο αντίχριστο.

Πλησίασε κι ο δάσκαλος βρωμώντας ναφθαλίνη από πάνω μέχρι κάτω και από μέσα του μέχρι έξω και αφού του συστήθηκε τον συμβούλεψε πως δεν είναι σοφό ένας ταξιδιώτης σαν και κείνον να καβαλάει το άλογο χωρίς σέλα. Πού ακούστηκε καβαλάρης σε άλογο δίχως σέλα; Του είπε πως δεν είναι σωστό να μην απαντάει με σαφήνεια στον χωροφύλακα και να φέρεται έτσι ξεδιάντροπα στον παπά τον εκπρόσωπο του θεού.

Ο παράξενος επισκέπτης κρατώντας τη μύτη του πρότεινε στο δάσκαλο να φύγει από το σχολείο μπας και μπορέσουν τα μυαλά των μαθητών του και βγουν από το σκοτάδι που τα έχει κλείσει. Του είπε επίσης πως με το δικό του το θεό μιλάει απευθείας χωρίς εκπροσώπους.

Σειρά πήρε ο κοινοτικός σύμβουλος να ζυγώσει στον άγνωστο επισκέπτη. Του πρότεινε αν πεινάει να πάει στην ταβέρνα του λίγο πιο κάτω για να φάει φτηνό φαΐ και καλό. Αν δεν είχε χρήματα δεχόταν και τιμαλφή. Ακόμη και το άλογό του θα μπορούσε να ανταλλάξει για να χορτάσει την πείνα του. Σκέφτηκε ο κουτοπόνηρος πως κάπως έτσι θα έχασε ο ξένος και τη σέλα του αλόγου του.

Ο καβαλάρης  ζήτησε από τον σύμβουλο να τον αφήσει ήσυχο και να κρατήσει το φαΐ για να γεμίσει τη σαπιοκοιλιά του.

Τελευταίος ήρθε ο πρόεδρος του χωριού ντυμένος κατά πως αρμόζει στον άρχοντα του τόπου και προσπάθησε να τον χτυπήσει φιλικά στην πλάτη.

Άρπαξε ο ξένος το χέρι του προέδρου τόσο δυνατά που λίγο ακόμα θα το έσπαγε.

Τράβηξε το όπλο ο χωροφύλακας και το έστρεψε κατά τον ξένο ζητώντας του να αφήσει το χέρι του προέδρου αλλιώς θα πυροβολούσε.

Η σκηνή διακόπηκε από τις φωνές των παιδιών που έρχονταν προς την πλατεία ανακοινώνοντας την έλευση καραβανιού με αγνώστους.

Ταράχτηκε ο χωροφύλακας, σάστισε ο πρόεδρος ενώ ο παπάς χάιδεψε τα γένια του σιχτιρίζοντας .

«Είναι συγχωριανοί μου», είπε ο καβαλάρης και πριν προλάβει να συνεχίσει τον πρόλαβαν τα παιδιά.

«Είναι κι ένα μωρό που το κοιμίζουν σε μια σέλα αλόγου», πετάχτηκε και είπε ένα πιτσιρίκι.

«Να μην πλησιάσουν θα είναι άρρωστοι», φώναξε ο πρόεδρος.

«Και άθεοι», είπε ο παππάς κι άρχισε τα ξόρκια.

«Θα χρειαστούμε ενισχύσεις, πάτε και φέρτε τα όπλα από το σπίτι», είπε ο χωροφύλακας.

«Δεν φτάνει το φαΐ για όλους», πρόσθεσε ο κοινοτικός σύμβουλος.

«Φτάνει πατέρα, Η αποθήκη είναι γεμάτη τρόφιμα», είπε ο γιος του συμβούλου.

«Θα μαγαρίσουν τα ήθη και τα έθιμά μας αν μείνουν εδώ», γρύλισε σαν αγριόσκυλο ο δάσκαλος.

«Η γη δεν είναι μόνο δική σας, είναι όλων μας. Αλλά μη νοιάζεστε. Λίγο θα κάτσουμε και μετά θα συνεχίσουμε προς το ποτάμι. Εδώ σε τούτον τον τόπο δεν μένουμε με τίποτα. Ο αέρας μυρίζει σαπίλα. Αλίμονο στα παιδιά που μεγαλώνετε», είπε ο παράξενος καβαλάρης και με ένα σάλτο βρέθηκε στη ράχη του αλόγου του.

«Στάσου», ακούστηκε μια παιδική φωνή. «Πάρτο. Για το μωρό».

Ο καβαλάρης πήρε το σκουφί από τα χέρια του παιδιού, το χάιδεψε στο κεφάλι και κίνησε να συναντήσει έξω από το χωριό τους συγχωριανούς του.

Ο θρύλος λέει πως πολλά χρόνια αργότερα ξέσπασε πόλεμος ανάμεσα στους ντόπιους και τους ξένους γιατί οι ντόποιοι ήθελαν το νερό του ποταμιού μόνο για τον εαυτό τους.

Μάλλον η πράξη του παιδιού να δωρίσει το σκουφί στον καβαλάρη δεν βρήκε μιμητές στους συνομήλικούς του.

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: