RSS

Tag Archives: Κυργιάκης Χρήστος

Ο σχολικός διευθυντής του μέλλοντος

Ο σχολικός διευθυντής του μέλλοντος

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

– Καλημέρα σας κύριε διευθυντά.
– Καλημέρα κύριε υφιστάμενε.
– Μπορώ να σας κοιτώ στα μάτια; Το επιτρέπει ο νόμος;
– Δυστυχώς υφιστάμενε ή μάλλον ευτυχώς, δεν το επιτρέπει. Μέχρι το πηγούνι ορίζει ο νόμος κι αυτό σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Δεν φταίω εγώ υφιστάμενέ μου. Ο νόμος δεν σε θεωρεί ισάξιό μου. Εσύ μπορείς μόνο να με περιγράφεις.
Ας πούμε, πώς σου φαίνεται το καινούριο μου πουκάμισο; Νομίζω ταιριάζει τέλεια με τη γραβάτα και φυσικά το άρωμα που φοράω.
– Μπορώ να σας απαντήσω κύριε διευθυντά ή μήπως θα παρανομήσω αν το κάνω;
– Φυσικά και μπορείς υφιστάμενέ μου. Μίλα ελεύθερα, δημοκρατία έχουμε. Όμως πρόσεξε σε παρακαλώ τι θα πεις! Με την ευκαιρία, δεν θυμάμαι. Αναπληρωτής είστε ή μόνιμος;
– Για την τελευταία εγκύκλιο που μας κοινοποιήσατε ήθελα να σας ρωτήσω.
– Αγαπητέ υφιστάμενε, η εγκύκλιος είναι του υπουργείου. Εγώ απλώς σας τη μεταφέρω.
– Συμφωνείτε με το περιεχόμενό της; Ω συγνώμη, παραλίγο η ματιά μου να συναντούσε τη δική σας.
– Εννοείτε ότι συμφωνώ, αλλιώς δεν θα είχα τη θέση που έχω. Η δουλειά μου δεν είναι να διαφωνώ με τις εγκυκλίους του υπουργείου υφιστάμενέ μου αλλά να τις υλοποιώ.
Βέβαια έχω απεριόριστη ελευθερία να διαφωνήσω με το μέγεθος και τη γραμματοσειρά του κειμένου αλλά όχι με το περιεχόμενό της.
Που ακούστηκε;
Ένας καλός διευθυντής πρέπει στο εξής να είναι ένας τέλειος μάνατζερ, όπως σε μία επιχείρηση.
– Μα το σχολείο κύριε διευθυντή δεν είναι επιχείρηση.
– Δεν είναι; Και γιατί δεν είναι; Κακώς που δεν είναι. Πρέπει να γίνει. Γιατί να μη γίνει; Και προϊόν διαθέτει και εργαζόμενους και πελάτες.
– Νομίζω πως δεν είναι καθόλου έτσι.
– Έτσι ακριβώς είναι. Πάρε για παράδειγμα το δικό μου το σχολείο. Συγκρίνεται με εκείνο που βρίσκεται από την άλλη πλευρά των γραμμών; Δεν είναι καλύτερο; Όχι πες μου, δεν είναι;
– Τι εννοείτε; Σε τι είναι καλύτερο;
– Καλύτερο κτίριο, ας είναι καλά ο μπαμπάς με το χρωματοπωλείο. Καλύτερες κουρτίνες, ας είναι καλά ο μπαμπάς με το εμπορικό. Καλύτεροι πίνακες, ας είναι καλά η μαμά που δουλεύει στο Ίδρυμα Σοχράιν.
Δεν είναι τυχαίο υφιστάμενέ μου που αυτοί οι γονείς έβγαλαν τέτοια παιδιά διαμάντια.
– Τα παιδιά παντού είναι παιδιά κύριε διευθυντή. Απλώς δεν έχουν όλοι οι γονείς την ίδια οικονομική δυνατότητα και την ίδια κοινωνική επιφάνεια.
– Όχι υφιστάμενε, όχι. Υπάρχουν παιδιά και παιδιά. Είδες τα δικά μας παιδιά τη συμπεριφορά που είχαν τώρα που πήγαμε εκδρομή στην Ισπανία;
– Όχι κύριε διευθυντή δεν είδα επειδή δεν ήρθα. Αλλά ούτε όλα τα παιδιά πήγαν. Αφήστε που αν βρισκόμασταν σε άλλη περιοχή…
– Ας έρχονταν, υφιστάμενε. Ας έρχονταν. Δεν τους το απαγόρεψε κανείς. Δημοκρατία έχουμε. Δε λες ευτυχώς που δεν ήρθαν; Θα χαλούσαν την εικόνα του σχολείου. Ενώ τώρα μάλλον θα πάρουμε το πρώτο βραβείο από την περιφέρεια για την παρουσία και τη συμπεριφορά μας.
Θα γεμίσουν οι τοίχοι του σχολείου βραβεία.
Λέω να φτιάξουμε και μια αίθουσα ξεχωριστή όπως έχουν και τα μεγάλα αθλητικά σωματεία.
– Κύριε διευθυντή παραφέρεστε νομίζω. Συγνώμη και πάλι αλληθώρισε το μάτι και έφτασε στη μύτη σας.
– Φτωχέ υφιστάμενέ μου. Δεν μπορείς να καταλάβεις το όραμά μου και τα μελλοντικά μου σχέδια. Μιλάς με μάνατζερ φτωχέ μου, μιλάς με το μέλλον.
– Με το μέλλον μπορεί να μιλάω αλλά όχι του σχολείου κύριε διευθυντή μου. Αυτό δεν θα είναι το μέλλον του σχολείου όσο κι αν το επιθυμείς.
Φτωχέ διευθυντή μου! Στημένη λεμονόκουπα σε βλέπω να καταλήγεις και να λες ότι σου χρειαζόταν καημένε!

Σ.Σ

Εννοείτε ότι η ιστορία είναι φανταστική. Κάθε ομοιότητα με την πραγματικότητα είναι συμπτωματική.

 

Ετικέτες: , , ,

Ο τσοπάνης, ο λύκος, το μαντρί και τα πρόβατα

Ο τσοπάνης, ο λύκος, το μαντρί και τα πρόβατα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Δυο φορές και τρεις καιρούς, πριν από πολλά-πολλά χρόνια σε μια καταπράσινη κοιλάδα στους πρόποδες του ψηλού βουνού, ζούσαν τα πρόβατα.

Ήταν ευτυχισμένα γιατί ήταν ελεύθερα.

Έβοσκαν το χορτάρι της κοιλάδας, έπιναν το καθαρό νερό από το διπλανό ρυάκι, γεννούσαν τα αρνιά τους, τα τάιζαν με το γάλα τους και τα μεγάλωναν για να συνεχίσουν τον κύκλο της ζωής.

Τα καλοκαίρια με τις μεγάλες ζέστες, άραζαν κάτω από τους ίσκιους των φτελιάδων, τραγουδούσαν, έλεγαν ιστορίες, διάβαζαν και γενικά έκαναν ότι κάνει κάθε ξένοιαστο πρόβατο στη ζωή του.

Το χειμώνα με τα μεγάλα κρύα, είχαν το μαλλί τους να τα ζεσταίνει και τις μικρές σπηλιές στους πρόποδες του βουνού για να προφυλάσσονται από τις βροχές και τα χιόνια.

Στην άκρη της κοιλάδας είχαν χτίσει οι άνθρωποι τα σπίτια τους και έφτιαξαν ένα χωριό.

Οι άνθρωποι τα πήγαιναν καλά με τα πρόβατα. Που και που έδιναν στα πρόβατα λίγη τροφή κι εκείνα το ανταπέδιδαν με λίγο γάλα, όταν δεν το ήθελαν για τα αρνιά τους.

Κάποιοι άνθρωποι, από το σόι των τσοπαναραίων, άρχισαν να πονηρεύονται.

Σκέφτηκαν πως θα ήταν πολύ καλό γι’ αυτούς να μπορούσαν να παίρνουν από τα πρόβατα όλο το γάλα και το μαλλί και, γιατί όχι, να σφάζουν και κανένα πρόβατο για να γεμίζουν τα τραπέζια τους.

Πήγαν λοιπόν και το ζήτησαν επίσημα από τα πρόβατα.

Τα πρόβατα αρνήθηκαν χωρίς δεύτερη κουβέντα και τα κριάρια μετέφεραν στους τσοπαναραίους την απόφασή τους.

Καθόλου δεν άρεσε στους τσοπαναραίους η άρνηση αυτή. Πώς ήταν δυνατόν τα πρόβατα να αρνηθούν την πρότασή τους; Στο κάτω-κάτω πρόβατα ήταν!

Γύρισαν πίσω στο χωριό, μαζεύτηκαν στο δικό τους καφενείο και άρχισαν να καταστρώνουν σχέδια για το πώς θα καταφέρουν να πείσουν τα πρόβατα να δεχτούν να τους δίνουν τα καλούδια τους, ακόμη και να θυσιάζονται, με τη θέλησή τους.

Κάποιος πρότεινε να φτιάξουν παιδικούς σταθμούς και σχολεία για τα μικρά αρνάκια. Άλλωστε αυτό το ζητούσαν τα πρόβατα εδώ και πολλούς αιώνες. Σε αντάλλαγμα θα απαιτούσαν από τα πρόβατα γάλα, μαλλί και μια θυσία το μήνα.

Στα σχολεία θα μπορούσαν να μάθουν στα αρνιά όλα εκείνα που χρειάζονταν ώστε μεγαλώνοντας να δίνουν στους τσοπαναραίους όλα όσα θα τους ζητούσαν χωρίς αντιρρήσεις.

Ένας άλλος είπε πως θα ήταν καλό να περιφράξουν σχεδόν όλη την κοιλάδα ώστε να μην μπορούν τα πρόβατα να βόσκουν σ’ αυτήν, εκτός αν τους έδιναν γάλα, μαλλί και δύο θυσίες το μήνα.

Ακούστηκαν κι άλλες πολλές έξυπνες προτάσεις όμως όλες σταματούσαν σε κάποιο κομβικό σημείο.

Η άρνηση των προβάτων ήταν δεδομένη και δεδηλωμένη από πολύ παλιά.

Περισυλλογή έπεσε στο σόι των τσοπαναραίων μέχρι που ένας νεαρός τσοπάνης  φώναξε γελώντας πονηρά και χαιρέκακα: «Φόβος».

Του ζήτησαν να εξηγηθεί.

Τους εξήγηση πως μόνο με το φόβο θα μπορούσαν να κάμψουν την άρνηση των προβάτων.

Ναι αλλά τι θα τον προκαλούσε;

Ο νεαρός είχε έτοιμη την απάντηση.

Ο λύκος θα προκαλούσε το φόβο. Ποιος άλλος;

Να που όσα ξόδεψαν για να τον σπουδάσουν στο μεγάλο χωριό δεν πήγαν χαμένα.

Το λύκο τον είχαν χρησιμοποιήσει και οι πρόγονοι των τσοπαναραίων για να μπορέσουν να βάλουν χέρι στον πλούτο των προβάτων όμως απέτυχαν οικτρά. Όλοι γνώριζαν τον ταπεινωτικό διωγμό του λύκου από τα κριάρια ο οποίος ήταν και η αιτία που ο λύκος αποσύρθηκε στο βουνό χωρίς να ξαναενοχλήσει τα πρόβατα εδώ και πάρα μα πάρα πολλά χρόνια.

Ο νεαρός συνέχισε να εξηγεί το σχέδιό του.

Η ιστορική μνήμη των προβάτων της μεγάλης τους νίκης ενάντια στο λύκο είχε ατονήσει.

Αν ο φόβος του λύκου επικρατούσε τότε θα μπορούσαν οι τσοπαναραίοι να προτείνουν στα πρόβατα το μάντρωμα για να προστατεύονται.

Σε αντάλλαγμα θα απαιτούσαν και θα έπαιρναν το περισσότερο γάλα και μαλλί και πολλές θυσίες το μήνα. Αλλά το πιο πιθανό ήταν τα ίδια τα πρόβατα να τα πρόσφεραν χωρίς καμία αντίρρηση προκειμένου να προστατεύονται στο μαντρί από το λύκο.

Η ιδέα άρεσε πάρα πολύ στους τσοπαναραίους που ξέσπασαν σε χειροκροτήματα και εξουσιοδότησαν τον νεαρό να προχωρήσει άμεσα στην υλοποίηση του σχεδίου του.

Εκείνος το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να πάει στο βουνό για να βρει το λύκο.

Ο λύκος, στην αρχή αρνήθηκε γιατί θυμήθηκε την ντροπιαστική του ήττα όμως η επιμονή του νεαρού τσοπάνη και το επιχείρημα πως αποτελούσε μια πολύ καλή ευκαιρία για να εκδικηθεί τα πρόβατα και να τους καταφέρει επιβλητική νίκη, τον έπεισαν.

Από όσα μπορούμε να γνωρίζουμε το σχέδιο του νεαρού τσοπάνη μάλλον πέτυχε.

Άλλοι λένε πως πέτυχε προσωρινά και άλλη πως δεν υπάρχει περίπτωση τα πρόβατα να νικήσουν το φόβο του λύκου.

Οι τελευταίοι μάλλον ξεχνάνε πως αφού ο λύκος νικήθηκε μια φορά μπορεί να νικηθεί και πάλι.

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Η εμμονή με τις «υψηλόβαθμες σχολές» και τα «καλά επαγγέλματα» βλάπτει σοβαρά την άρχουσα τάξη

Η εμμονή με τις «υψηλόβαθμες σχολές» και τα «καλά επαγγέλματα» βλάπτει σοβαρά την άρχουσα τάξη

 

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Με αφορμή σχετικό άρθρο στο ΑΒ του κυρίου Δ. Τσιριγώτη. Σε αγκύλες περικλείονται αυτούσια κομμάτια του άρθρου.

 

[Πρόσφατα συνάντησα στο δρόμο έναν παλιό μου μαθητή από ένα Λύκειο των βορείων προαστίων. Όταν τον ρώτησα «πως πάει το πανεπιστήμιο» πήρα μια απάντηση που με άφησε εμβρόντητο: «Κύριε το παράτησα. Εγώ πάντα ήθελα να γίνω μάγειρας. Γράφτηκα σε μια σχολή μαγειρικής την οποία τελείωσα και ήδη δουλεύω σε ένα εστιατόριο ως βοηθός σεφ. Είμαι πολύ ευχαριστημένος». Αφού ξεπέρασα το αρχικό σοκ, μετά προσπάθησα να κρύψω την συγκίνησή μου από τα λεγόμενά του. Βλέπετε σκέφτηκα ότι ο μαθητής μου είχε πολλά κότσια για να τα βάλει με ένα ολόκληρο καθιερωμένο μοντέλο εκπαίδευσης.]

 

Προσωπικά θα ήθελα να ξέρω σε ποια περιοχή των βορείων προαστίων ζει ο μαθητής; Στην Κηφισιά, στη Φιλοθέη ή στη Νέα Ιωνία;

Ο μαθητής ως βοηθός σεφ δουλεύει σε εστιατόριο δικής του ιδιοκτησίας ή σε εστιατόριου άλλου ιδιοκτήτη; Αλήθεια, ποιες είναι οι απολαβές ενός βοηθού σεφ και πόσες ώρες εργάζεται ώστε να προκαλούν ευχαρίστηση στον ίδιο τον εργαζόμενο;

Ειλικρινά δεν κατάλαβα πώς η επιλογή του συγκεκριμένου μαθητή να αφήσει τη σχολή του για να ασχοληθεί με τη μαγειρική αποτελεί απόδειξη ότι ο μαθητής τα έβαλε με το καθιερωμένο μοντέλο εκπαίδευσης;

Σε ποιο ακριβώς μοντέλο εκπαίδευσης αναφέρεται το άρθρο; Των ανισοτήτων; Των ανύπαρκτων ευκαιριών για τα φτωχά και κοινωνικά αποκλεισμένα παιδιά; Ή μήπως εκείνο το μοντέλο εκπαίδευσης που ωθεί τους μαθητές ώστε την επιλογή της σχολής τους να την καθορίζει το αν βρίσκεται ή όχι κοντά στον τόπο κατοικίας τους;

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο μαθητής ήθελε να γίνει μάγειρας και πέρασε ιατρική αλλά αν κάποιος άλλος μαθητής ήθελε να γίνει γιατρός αλλά δεν μπόρεσε να το κάνει λόγω κοινωνικού και οικονομικού αποκλεισμού.

 

[Κακά τα ψέματα, η επιτυχία στο Πανεπιστήμιο είναι ο ελληνικός οικογενειακός μύθος. Ως εκ τούτου είναι και η πιο σημαντική αιτία της απαξίωσης που επικρατεί για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και κυρίως του Λυκείου. Οι γονείς είναι αποφασισμένοι να δαπανήσουν ένα πολύ μεγάλο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού τους σε φροντιστήρια, ιδιαίτερα μαθήματα κ.α.]

 

Αλήθεια, πιστεύει κανένας ότι για την κατάσταση στην εκπαίδευση η πιο σημαντική αιτία είναι ο αναφερόμενος στο άρθρο «ελληνικός οικογενειακός μύθος»;

Το περιεχόμενο της εκπαίδευσης; Η πενιχρή χρηματοδότηση; Η απαξίωση του έργου αλλά και των ίδιων των εκπαιδευτικών; Η έλλειψη υποστηρικτικών δομών; Τα τριαντάρια τμήματα; Όλα αυτά κι άλλα τόσα είναι ασήμαντα;

Τη μόνη απαξίωση που βλέπω με το «ελληνικός οικογενειακός μύθος» είναι η απαξίωση για την αγωνία των γονιών και των παιδιών να βελτιώσουν τη ζωή τους, να την κάνουν κάπως καλύτερη αλλά και την ανάγκη τους να αναπτύξουν τις δυνατότητές τους και να ικανοποιήσουν τα ενδιαφέροντά τους.

Η εμμονή των γονιών και μαθητών όχι μόνο το να θέλουν τις καλύτερες σχολές και τα καλύτερα επαγγέλματα αλλά κυρίως το να αγωνίζονται για να μην αφαιρεθεί αυτό το δικαίωμα από κανένα παιδί, βλάπτει μόνο τις επιδιώξεις της άρχουσας τάξης. Προφανώς, όταν μιλάνε για επαγγελματική εκπαίδευση δεν την εννοούν για τα παιδιά των πλουσίων. Έτσι δεν είναι;

Το ότι έχει στηθεί μια ολόκληρη μπίζνα γύρω από την ανάγκη των ανθρώπων μέσα από τις σπουδές τους να βελτιώσουν την κοινωνική τους θέση είναι απολύτως φυσιολογικό. Σε καπιταλισμό ζούμε. Το ίδιο δεν κάνουν στον τομέα της υγείας και της κοινωνικής ασφάλισης; Απαξιώνουν και κατεδαφίζουν οτιδήποτε δημόσιο για να ανοίξουν το δρόμο στον ιδιωτικό τομέα;

Δεν ξέρω γιατί αλλά μου ήρθε στο μυαλό εκείνη η διαφήμιση επί εποχής Αρβανιτόπουλου με το μαθητή που δήθεν του άρεσε να βιδώνει βίδες αλλά ήθελαν ντε και καλά να τον κάνουν γιατρό.

 

 

Αν οι όποιες προτάσεις ακολουθούν στο άρθρο δεν αναδεικνύουν την ταξικότητα του σχολείου και το ότι λειτουργεί ως εργαστήριο παραγωγής αυριανών πειθήνιων εργαζόμενων έτοιμων να υπηρετήσουν χωρίς καμιά αμφισβήτηση τις ανάγκες τις αγοράς, τότε απλώς αποτελούν στάχτη στα μάτια και λειτουργούν για να χαϊδεύουν αυτιά και να αποπροσανατολίζουν τη σκέψη.

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος

Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Σ.Σ

Η παρακάτω ιστορία είναι φανταστική. Κάθε ομοιότητα με πραγματικά γεγονότα και περιστατικά είναι τελείως συμπτωματική.

Το ξυπνητήρι χτύπησε ακριβώς στις 5:30 το πρωί. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Κάθε που ο Μπάμπης είχε πρωινή βάρδια εκείνο έδειχνε απίστευτη συνέπεια στη δουλειά του. Όπως κι ο Μπάμπης. Στις 6:30 ακριβώς έπιανε δουλειά. Δεν είχε αργήσει ούτε μία φορά. Δεν έλλειψε ούτε μία μέρα τα τελευταία τέσσερα χρόνια, από τότε που έπιασε δουλειά, δηλαδή, στο διυλιστήριο.

Κανά δυο φορές που έτυχε να αρρωστήσει-όχι τίποτα το σοβαρό, κάποια κρυολογήματα που του ανέβασαν τον πυρετό-δεν ζήτησε άδεια. Άλλωστε, του είχε πει ο υπεύθυνος του τομέα του πως στα αφεντικά δεν άρεσαν και πολύ οι εργάτες που αρρωσταίνουν συχνά.

Ακολουθώντας το συνηθισμένο πρωινό «τελετουργικό», ο Μπάμπης βρέθηκε μετά από λίγη ώρα στη στάση περιμένοντας το λεωφορείο της γραμμής που θα τον πήγαινε έξω από την πύλη του διυλιστηρίου. Περίπου μισή δρόμος, ότι πρέπει για σκέψη, προγραμματισμό και όνειρα.

Ναι, όνειρα. Γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι κάτω από τέτοιες συνθήκες ονειρεύονται. Στο λεωφορείο, στο διάλλειμα της δουλειάς, την ώρα που πίνουν τον καφέ τους ή την ώρα που ανακατεύουν με κρασί τα «αχ», τα «πότε», τα «γιατί» και τα δάκρυά τους.

Καθισμένος σε μια θέση του λεωφορείου, χωρίς να το θέλει-λες και το μυαλό ρωτάει-σκέφτηκε τη Μάνια, την καλή του. Έξι χρόνια μαζί. Έξι χρόνια ο ένας για τον άλλον. Με τα καλά και με τα δύσκολα. Με τις έντονες καταιγίδες και τις ατέλειωτες λιακάδες. Με υπομονή και θέληση και με αγάπη που έμοιαζε ανίκητη.

«Μην πας σε παρακαλώ στο διυλιστήριο», του είχε πει πριν από 4 χρόνια όταν της ανακοίνωσε πως βρήκε δουλειά στα «πετρέλαια».

«Είναι βαριά δουλειά. Άσε που είναι και επικίνδυνη. Τόσα ατυχήματα γίνονται. Δεν έχεις ακούσει τίποτα εσύ;».

«Μην ανησυχείς», της είχε πει εκείνος. «Παίρνουν μέτρα προστασίας τώρα. Δεν είναι όπως παλιά και ο μισθός είναι καλός. Άλλωστε, πώς αλλιώς θα μπορέσουμε να πάρουμε κι εκείνη τη βάρκα που λέγαμε; ¨Μάνια¨ θα τη βαφτίσουμε. Έτσι; Θα είναι γαλαζοπράσινη σαν τα μάτια σου».

«Τα ξέρω τα μέτρα προστασίας τους. Μόνο στα χαρτιά. Τα γεύτηκε κι ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου. Μήπως το ξέχασες;».

Το λεωφορείο άνοιξε τις πόρτες του. «ΣΤΑΣΗ ΔΙΥΛΙΣΤΗΡΙΟ». Καμιά εικοσαριά νοματέοι κατέβηκαν. Όλοι τους εργάτες στα «πετρέλαια». Ανάμεσά τους κι ο Μπάμπης.

«Καλημέρα ρε Κωστή! Τι κάνει ο γιος σου; Παίζετε καμιά μπαλίτσα; Παντρεύτηκε μωρέ ή ακόμα;».

«Άστα. Μας ξενύχτησε πάλι. Να βγάλει επιτέλους τα δόντια του να ηρεμήσουμε κι εμείς κι αυτός».

Οι μηχανές δούλευαν στο φουλ. Ασταμάτητα. Φόρεσαν τα κράνη τους, υπέγραψαν την ώρα προσέλευσης και ο καθένας στο πόστο του. Μηχανές και οι ίδιοι, τέλεια προγραμματισμένες με σάρκα και οστά.

Κι όμως κάτι έτρεχε. Κάτι αδιευκρίνιστο. Πλανιόταν στον, βαρύ από τη μυρωδιά των υδρογονανθράκων, αέρα και τρυπούσε τα σωθικά. Φαινόταν στα ανήσυχα μάτια των εργατών και στις νευρικές τους κινήσεις. Το΄νιωσε κι ο Μπάμπης.

«Τι έγινε μάστορα; Συμβαίνει κάτι;», ρώτησε με μια μικρή ανησυχία ο Μπάμπης το Νικήτα, τον αρχιμηχανικό της βάρδιας του.

«Τίποτα μικρέ. Όσο έχεις εσύ το μάστορα δίπλα σου μη στενοχωριέσαι για τίποτα», του απάντησε χαμογελώντας ο Νικήτας.

Όμως, ακόμα και το χαμόγελό του Νικήτα, σφιγμένο και αγχωμένο έδειχνε πως κάτι δεν πήγαινε καλά.

«Νικήτα, δε με πείθεις», επέμεινε ο Μπάμπης.

Ο Νικήτας τον πλησίασε, έβγαλε το κράνος του και σκούπισε τα ιδρωμένα του μαλλιά.

«Να μωρέ. Εκείνη η γαμημένη η βαλβίδα ασφαλείας στον αγωγό του μεθανίου. Κόλλησε πάλι στη βραδινή βάρδια. Αν δεν το είχε πάρει χαμπάρι ο Γιάννης, για δύο λεπτά μιλάμε, θα είχε γίνει εδώ ολοκαύτωμα. Ευτυχώς με ειδοποίησε και τελευταία στιγμή πρόλαβα και σταμάτησα την παροχή. Γι΄αυτό είμαι ακόμα εδώ κι ούτε που ξέρω πότε θα φύγω σήμερα. Άστα. Θυμήθηκα το μεγάλο ατύχημα πριν από 10 χρόνια. Έξι άνθρωποι νεκροί και τρεις σε μόνιμη αναπηρία.  Τους είπα να σταματήσουμε την παραγωγή σ΄εκείνη τη μονάδα αλλά ούτε που να το ακούσουν. Τρέχουν οι παραγγελίες μου είπαν τα μεγάλα αφεντικά. Έκανα τώρα μια πατέντα και λειτουργεί. Δεν ξέρω όμως για πόσο. Έτσι μου΄ρχεται να σηκωθώ και να φύγω. Θα γίνει καμιά στραβή και θα το΄χω βάρος στη συνείδησή μου».

«Καλά ρε μάστορα. Δυο χρόνια τώρα ακούω γι’ αυτή τη κωλοβαλβίδα. Εφιάλτης κατάντησε. Γιατί δεν την αλλά ζουν που να πάρει η ευχή;».

«Γιατί κοστίζει μικρέ. Δεν είναι μόνο η βαλβίδα. Θέλει ξήλωμα όλος ο αγωγός και αντικατάσταση και ότι κοστίζει προκαλεί αλλεργία στα αφεντικά. Άσε που θα μειωθεί η παραγωγή στο 1/3 μέχρι να ολοκληρωθούν οι εργασίες. Και οι παραγγελίες τρέχουν».

«Κοστίζει; Μόνο οι άγκυρες στην καινούργια τους θαλαμηγό κοστίζουν περισσότερο».

«Άντε, τράβα τώρα και μη σκοτίζεσαι. Θα’ χω το νου μου κι εγώ. Να προσέχετε κι εσείς όμως. Έτσι; Άντε παλικάρι μου. Καλή δύναμη. Κι ο Θεός βοηθός».

Την τελευταία παράκληση, ο Μπάμπης δεν την άκουσε. Ο Νικήτας την είπε ψιθυριστά. Σχεδόν αθόρυβα…

Εν τω μεταξύ, στα κεντρικά γραφεία των ιδιοκτητών του διυλιστηρίου, στον τελευταίο όροφο έφτανε στο τέλος της η έκτακτη συνεδρίαση του ΔΣ. Η βλάβη στη βαλβίδα με ότι μπορούσε να ακολουθήσει θορύβησε πάρα πολύ τους ιδιοκτήτες. Ακούστηκαν κάποιες προτάσεις για σταμάτημα της λειτουργίας της προβληματικής μονάδας και άμεση έναρξη εργασιών αποκατάστασης, μπροστά στον διαφαινόμενο κίνδυνο ενός ατυχήματος με απρόβλεπτες συνέπειες.

Τα μεγάλα αφεντικά τις απέρριψαν. Τα διαφυγόντα κέρδη θα ήταν μεγάλα. Τις παραγγελίες θα τις έπαιρναν άλλοι και οι εποχές δεν σήκωναν τέτοια ρίσκα.

Ο κύβος ερρίφθη. Η λειτουργία θα συνεχιζόταν με δύο αρχιμηχανικούς σε κάθε βάρδια για καλύτερη εποπτεία και άμεση, αν χρειαζόταν, αντίδραση.

Όλα αυτά μέχρι που χτύπησε το κινητό του προέδρου. Αυτό που άκουσε τον έκανε να χάσει προς στιγμήν τη λαλιά του.

«Ανοίξτε την τηλεόραση να δούμε. Έγινε έκρηξη στο διυλιστήριο», είπε με παγωμένη φωνή.

«Μόλις πριν από λίγο σημειώθηκε έκρηξη στο διυλιστήριο. Οι πρώτες πληροφορίες, κάνουν λόγο για 4 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες. Για κάθε νεώτερο θα διακόπτουμε τη ροή του προγράμματος με έκτακτες συνδέσεις», είπε ο εκφωνητής του καναλιού.

«Πάρτε τους τηλέφωνο και πείτε τους να το τρενάρουν όσο μπορούν. Ειδοποιείστε να ετοιμάσουν το αεροπλάνο. Φεύγουμε για Ζυρίχη»,διέταξε ο πρόεδρος και σηκώθηκε από την καρέκλα του βρίζοντας.

Η έκρηξη ήταν τόσο μεγάλη που συγκλόνισε την περιοχή γύρω από το διυλιστήριο. Μαύροι καπνοί άρχισαν να καλύπτουν τον ουρανό. Κόσμος πολύς άρχισε σιγά-σιγά να μαζεύεται έξω από το εργοστάσιο. Η πυροσβεστική και τα πρώτα ασθενοφόρα άρχισαν να καταφτάνουν μαζί με τους συγγενείς των εργατών που κατοικούσαν στις γύρω περιοχές.

Το διυλιστήριο, σταμάτησε τη λειτουργία του. Το νέο μαθεύτηκε και στα άλλα διυλιστήρια της ευρύτερης περιοχής. Η αντίδραση των εργαζομένων σ΄αυτά ήταν άμεση. Κατέβασαν τις διακόπτες, παράτησαν τα κράνη τους και με κάθε μέσο προσπαθούσαν να φτάσουν στον τόπο του ατυχήματος.

«Δεν ήταν ατύχημα. Ήταν φόνος εκ προμελέτης» ακούστηκε δυνατά μια φωνή έξω από την πύλη του διυλιστηρίου.

Στους γύρω δρόμους επικρατούσε πραγματικό κομφούζιο. Δημοσιογράφοι και τηλεοπτικά συνεργεία προσπαθούσαν να πλησιάσουν αλλά ήταν σχεδόν αδύνατο να το καταφέρουν.

Το τηλέφωνο της κυρά-Μυρσίνης, της μάνας του Μπάμπη, χτυπούσε επίμονα.

«Ποιος να΄ναι τέτοια ώρα; Θα μου καεί το φαΐ», μονολόγησε καθώς σήκωνε το τηλέφωνο.

Ήταν η Μάνια. Με τρεμάμενη φωνή της ανακοίνωσε το δυσάρεστο. Το ακουστικό της έπεσε από τα χέρια. Μάταια προσπαθούσε η Μάνια, φωνάζοντας, να επικοινωνήσει μαζί της.

Η κυρά-Μυρσίνη, πέρασε από την κουζίνα, έσβησε το φαγητό, έβαλε στην τσάντα της μια φωτογραφία του γιου της και βγήκε σα χαμένη από το σπίτι.

Πλέον, όλα τα κανάλια είχαν ζωντανή σύνδεση με τον τόπο του ατυχήματος. Μαρτυρίες διάφορες από παρευρισκόμενους έδιναν κι έπαιρναν.

Άρχισαν και οι πρώτες δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων.

Εργαζόμενοι από άλλα διυλιστήρια έφταναν σιγά-σιγά και η φράση «κάτι πρέπει να κάνουμε», έτρεχε από στόμα σε στόμα.

«Γενική απεργία», «Κατάληψη παντού», «Να λογοδοτήσουν οι ένοχοι», ήταν μερικές από τις κραυγές οργής που άρχισαν να ακούγονται.

«Κάντε στην άκρη να περάσουν οι πυροσβέστες», ακούστηκε μια φωνή μέσα από το διυλιστήριο.

Σιωπή απλώθηκε παντού καθώς, πυροσβέστες κουβαλούσαν σε φορεία εργάτες μέσα από τον τόπο του ατυχήματος. Κανείς δεν μπορούσε ακόμα να ξέρει αν ζούσαν ή είχαν πεθάνει.

Μια αλαφιασμένη ηλικιωμένη γυναίκα, κρατώντας μια φωτογραφία στον κόρφο της προσπαθούσε σπρώχνοντας και φωνάζοντας να πλησιάσει στην πύλη.

«Αφήστε να περάσω. Είναι ο γιος μου εκεί μέσα. Κάντε στην άκρη σας λέω».

Οι πυροσβέστες άφησαν τα φορεία έξω από την πύλη, δίπλα στα ασθενοφόρα και ξαναμπήκαν μέσα.

Η κυρά-Μυρσίνη επιτέλους έφτασε κοντά. Το βλέμμα της καρφώθηκε στο ακριανό φορείο. Τρικλίζοντας, με τα χέρια κατεβασμένα, κρατώντας σφιχτά στο ένα της χέρι τη φωτογραφία, έφτασε κοντά στο φορείο.

Κανείς μέχρι τότε δεν είχε ξανακούσει τέτοια κραυγή, σαν αυτή που έβγαλε η δόλια η μάνα, αντικρίζοντας πάνω στο φορείο τον μισοκαμένο γιο της.

Όλοι σώπασαν για να ακούσουν το μοιρολόι της.

«Κόκκινο γαρούφαλλό μου/γιατί μ΄άφηκες;

Γω σε πότιζα με δάκρυ/και μαράθηκες.

Γω σε πότιζα με δάκρυ/και μαράθηκες».

Ένα χέρι ένιωσε να την ακουμπά και να προσπαθεί να τη σηκώσει. Η Μάνια, μάταια προσπαθούσε, κλαίγοντας κι εκείνη, να την απομακρύνει.

Η κυρά_Μυρσίνη, σκούπισε τα δάκρυά της, άφησε τη φωτογραφία πάνω στο νεκρό παιδί της και σηκώθηκε όρθια.

«Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος», είπε και απομακρύνθηκε στηριζόμενη στον ώμο της Μάνιας.

Πλέον, ούτε έβλεπε ούτε άκουγε τους ανθρώπους γύρω της. Άλλοι έβριζαν, άλλοι σκορπούσαν απειλές και κατάρες. Εκείνη πλέον δε ζούσε. Μόνο ανέπνεε.

Η κυρά-Μυρσίνη, πέθανε μαζί με το γιο της…

 

Ετικέτες: , , , ,

Ποτέ πια φασισμός

Ποτέ πια φασισμός

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Γεννήθηκαν στην ίδια γειτονιά, σχεδόν ταυτόχρονα στις 15 Αυγούστου του 1924. Η μία, η Κλειώ, γεννήθηκε 2 ώρες μετά την άλλη, τη Δώρα.

Μαζί έκαναν τα πρώτα τους βήματα, τα πρώτα παιχνίδια, τις πρώτες σκανδαλιές. Οι γονείς τους ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που δεν ήθελαν τα παιδιά τους να μείνουν αγράμματα. Ας ήταν κορίτσια, θα πήγαιναν στο σχολείο και θα μάθαιναν γράμματα. Το μυαλό σαν το αφήσεις αγράμματο και απαίδευτο δεν μπορεί να πετάξει. Μένει φοβισμένο και κουρνιασμένο. Ας ήταν φτωχοί που τα ‘φερναν δύσκολα βόλτα. Τα κορίτσια δεν θα μεγάλωναν ούτε εσώκλειστες σε κάποιο σπίτι ούτε ανάμεσα στις μηχανές του κοντινού υφαντουργείου.

Στις δύο φίλες άρεσε πολύ το σχολείο. «Τα παίρνουν τα γράμματα καλύτερα από τα’ αγόρια» έλεγε συχνά ο δάσκαλός τους. Όμως, πιο πολύ τους άρεσε να ξεφυλλίζουν εκείνο το μεγάλο βιβλίο που τους χάρισε ο θείος της Κλειώς.

Έγραφε για χώρες άγνωστες, μακρινές, για ανθρώπους με άλλες συνήθειες, ήθη και έθιμα. Είχαν υποσχεθεί η μία στην άλλη πως θα έκαναν ότι μπορούσαν για να ταξιδέψουν στις χώρες εκείνες. Πάνω απ’ όλα όμως είχαν δώσει όρκο να επισκεφτούν το Αϊβαλί, τον τόπο καταγωγής των γονιών τους και όλων των συγγενών τους.

Την ημέρα των γενεθλίων τους το 1940 καθώς έκλειναν τα 16, έφτασαν τα μαντάτα. Το ελληνικό καταδρομικό «Έλλη»,  βυθίστηκε από τορπίλη ιταλικού υποβρυχίου, του Delfino, όπως έγινε αργότερα γνωστό.

Βέβαια, τα τελευταία 3 χρόνια, είχαν γίνει ήδη γνωστές οι επεκτατικές προθέσεις της φασιστικής Ιταλίας του Μουσολίνι και της ναζιστικής Γερμανίας του Χίτλερ ο οποίος, βασιζόμενος στη βαθιά οικονομική κρίση που χτύπησε τη Γερμανία τη δεκαετία του 1930, κατάφερε να πείσει τους Γερμανούς για την αναγκαιότητα του λεγόμενου «ζωτικού χώρου», φορτώνοντας ταυτόχρονα την εξαθλίωση του γερμανικού λαού, στους λαούς άλλων εθνοτήτων.

Κ.   Να δεις που πάμε για πόλεμο!

Δ.   Γιατί το λες;

Κ.   Ακούω τους γονείς μας που το συζητάνε έντονα. Ο Χίτλερ ήδη προσάρτησε την Αυστρία τη δυτική Τσεχοσλοβακία και την Πολωνία. Οι ναζιστές του Χίτλερ σπέρνουν παντού το μίσος και κυνηγάνε κάθε ξένο προς την Άρια φυλή. Οι φασίστες του Μουσολίνι ακολουθούν.

Δ.   Κι εγώ τους άκουσα ένα βράδυ που συζητούσαν κι έλεγαν πως θα’ ρθουν δύσκολες μέρες. Περιμένουν πόλεμο, έλεγαν, με τους Ιταλούς και τους Γερμανούς. Μαύρες μέρες μας περιμένουν, έλεγαν.

Κ.   Εγώ, αν γίνει πόλεμος θα πάω να πολεμήσω. Όπως κι ο Μάρκος. Μου το είπε χθες το βράδυ πριν πέσουμε για ύπνο.

Δ.   Ο αδερφός σου είναι 23 χρόνων. Εσύ πώς θα πας να πολεμήσεις; Δεν θα σ’ αφήσουν…Να σε ρωτήσω; Δεν φοβάσαι;

Κ.   Φυσικά και φοβάμαι. Αν δεν το κάνω όμως θα ντρέπομαι για μια ζωή. Δεν θέλω να γίνω σαν τον Παντελή το γείτονα που όποτε έρχεται στο σπίτι μας λέει πως όλη η Ευρώπη πρέπει να πάει με το Χίτλερ. Αυτός, λέει, είναι ο πιο δυνατός ετούτη τη στιγμή. Όποιος αντισταθεί, χάθηκε, λέει.

Δ.   Μήπως έχει δίκιο; Μήπως θα ήταν καλύτερο να είμαστε φίλοι του;

Κ.   Φιλίες με τα αρπακτικά δεν γίνονται! Ξέρεις πώς ονειρεύεται τους νέους ο Χίτλερ; Χωρίς συνείδηση. Η συνείδηση, λέει, πως είναι ελάττωμα και πως η νεολαία θα πρέπει να είναι σκληρή και αδίστακτη, να μην αισθάνεται τίποτα μπροστά στο θάνατο, να μην λυπάται τον άλλον που πεθαίνει. Δεν ξέρω για σένα, εγώ χωρίς συνείδηση δεν μπορώ να ζήσω. Άλλωστε, ξέρεις πολύ καλά πως θέλω να γίνω δασκάλα. Γίνεται δασκάλα χωρίς ευαισθησία, χωρίς ανθρωπιά και χωρίς συνείδηση;

Μόλις 2 μήνες χρειάστηκαν για να συμβεί αυτό που όλοι περίμεναν και απεύχονταν. Όμως η Ιστορία, δεν προχωράει με ευχές. Η Γερμανία είχε ανάγκη τα πετρέλαια της Ρουμανίας, το χάλυβα της Πολωνίας και τη θάλασσα της Ελλάδας. Στις 28 Οκτωβρίου του 1940, η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα και η, μέχρι τότε ουδέτερη Ελλάδα, αρνήθηκε την άνευ όρων συνθηκολόγηση που ζητούσε ο Μουσολίνι, παρόλη την ιδεολογική συγγένεια του δικτάτορα Μεταξά με το φασισμό και το ναζισμό.

Κ.   Μάνα σου λέω πως δεν μπορώ να κάθομαι στο σπίτι και να μην κάνω τίποτα. Θα πάω κι εγώ να πολεμήσω, όπως ο Μάρκος.

Μ.   Ο Μάρκος κόρη μου είναι άντρας. Νομίζεις πως θα σου δώσουν εσένα όπλο; Μια σταλιά κοριτσάκι είσαι. Το όπλο είναι βαρύτερο από σένα.

Κ.   Αν δεν μου δώσουν, θα πάω εθελόντρια στον Ερυθρό Σταυρό. Σε παρακαλώ μανούλα μου. Κατάλαβέ με. Πνίγομαι. Δεν μπορώ να νιώθω ότι ο αδερφός μου πολεμάει για μένα κι εγώ να μην κάνω τίποτα να βοηθήσω.

Άλλωστε τα νέα που φτάνουν από το μέτωπο είναι καλά. Οι Ιταλοί τα βρήκαν σκούρα, οι δικοί μας έκαναν αντεπίθεση κι εκείνοι άρχισαν να υποχωρούν.

Μ. Κλειώ μου αυτά αλλάζουν. Στον πόλεμο δεν μπορείς ποτέ να είσαι σίγουρος. Σήμερα κερδίζεις και αύριο τρέχεις ηττημένος να κρυφτείς. Μη μου ανάβεις φωτιές παιδί μου.

Πράγματι, οι Έλληνες με γενικευμένη αντεπίθεση, υποχρέωσαν τους Ιταλούς να υποχωρήσουν στο έδαφος της Αλβανίας, κινούμενοι προς τη χώρα τους. Το έπος του 1940 είχε γραφτεί με κεφαλαία γράμματα στην Ιστορία. Ήταν η πρώτη πολεμική ήττα του γερμανοιταλικού άξονα η οποία ανάγκασε τη Γερμανία να σπεύσει προς βοήθεια των συμμάχων τους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα από τις 12 Απριλίου του 1940 ο ελληνικός στρατός να αρχίσει να αποχωρεί από το έδαφος της Αλβανίας μέχρι που στις 20 Απριλίου υπογράφτηκε συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς και 3 μέρες αργότερα με τους Ιταλούς.

Οι Γερμανοί, μετά τη συνθηκολόγηση, εισήλθαν στην Αθήνα στις 27 Απριλίου και όρκισαν φιλογερμανική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον στρατηγό Γεώργιο Τσολάκογλου. Σχεδόν ταυτόχρονα, ο ελληνικός λαός, στην αρχή σποραδικά, αργότερα με μεγάλη μαζικότητα, οργάνωσε την αντίστασή του στους κατακτητές Γερμανούς, Ιταλούς και Βούλγαρους, μέσα από τις γραμμές διάφορων αντιστασιακών οργανώσεων, από τις οποίες η μαζικότερη ήταν αυτή του ΕΑΜ. Βέβαια, υπήρχαν κι εκείνοι, πάντα θα υπάρχουν, που προτίμησαν όχι να αντισταθούν στους κατακτητές αλλά να συνεργαστούν μαζί τους προδίδοντας και καταδίδοντας Έλληνες πατριώτες που αντιστέκονταν, οδηγώντας τους στη φυλακή ή στο εκτελεστικό απόσπασμα. Για αντάλλαγμα είχαν την εύνοια των κατακτητών, που τους εξασφάλιζε τον πλουτισμό μέσω της μαύρης αγοράς τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης σε μια περίοδο που η πείνα και η ανέχεια θέριζε τις ζωές και τις ψυχές των ανθρώπων.

Μέσα στις συνθήκες αυτές συνεχίζεται η δική μας ιστορία με τις δύο φίλες, την Κλειώ και τη Δώρα, να έχουν φύγει από το σπίτι και να έχουν ενταχθεί από πολύ νωρίς στις γραμμές της εθνικής αντίστασης και τον γείτονά τους τον κυρ Παντελή να γίνεται συνεργάτης των Γερμανών, καταδότης και μαυραγορίτης.

Ήταν βράδυ, λίγες ώρες μετά την έναρξη της απαγόρευσης της κυκλοφορίας όταν στο δρόμο έξω από το σπίτι της Κλειώς το πέρασμα μιας γερμανικής περιπόλου 6 στρατιωτών, έσχιζε την απόλυτη ησυχία. Μπροστά πήγαινε ο Γερμανός λοχίας και δίπλα τους, σερνόμενος σα φίδι ο κυρ Παντελής. Η περίπολος στάθηκε λίγο πριν το σπίτι της Κλειώς. Ο κυρ Παντελής, έδειξε με το χέρι του το σπίτι στο λοχία, και αμέσως μετά, με το φιδίσιο σύρσιμό του χάθηκε στο σκοτάδι. Οι στρατιώτες, άνοιξαν με δύναμη την εξώπορτα της μικρής αυλής και φτάνοντας στην πόρτα του σπιτιού κοντοστάθηκαν. Ο λοχίας, άρχισε να χτυπά με δύναμη την πόρτα και μιλώντας σπαστά ελληνικά ζητούσε επίμονα να ανοίξουν την πόρτα.

Η μάνα της Κλειώς έτρεξε έντρομη και άνοιξε την πόρτα. Ο λοχίας και οι στρατιώτες, μπήκαν με ορμή και άρχισαν να ψάχνουν τα δωμάτια του σπιτιού.

Μ. Τι θέλετε; Ποιον ζητάτε τέτοια ώρα;

Ο λοχίας τη ρώτησε που είναι ο άντρας της και τα παιδιά της.

Μ. Ο άντρας μου, πήγε στον ξάδερφό του στο Παγκράτι να τον δει που αρρώστησε. Ο Μάρκος μου λείπει καιρό από το σπίτι. Δεν ξέρω που βρίσκεται το παλικάρι μου. Η Κλειώ μου πήγε με τον πατέρα της. Θα κοιμηθούν εκεί το βράδυ.

Ενώ οι στρατιώτες έκαναν άνω κάτω το σπίτι ψάχνοντας, ο λοχίας, ουρλιάζοντας της είπε: «Τα παιδιά σου ξέρουμε ότι είναι στην αντίσταση. Ξέρουμε ότι θέλουν το κακό της Γερμανίας και του Φύρερ. Ξέρουμε ότι η κόρη σου ήρθε σήμερα στο σπίτι. Μη μας λες ψέματα! Πες μας που την κρύβεις;

Μ. Όποιος σας είπε κάτι τέτοιο, σας είπε ψέματα. Ξέρω ποιος είναι. Αυτός ο σπιούνος ο Παντελής.

Ένα δυνατό χαστούκι του λοχία, έκοψε τη μιλιά της δύστυχης μάνας και την έριξε με δύναμη στο πάτωμα.

Μ. Εσύ δεν έχεις μάνα; Δεν είσαι γιος; Δεν ξέρω που είναι η Κλειώ, μα και να ήξερα δεν θα σου το έλεγα ακόμη κι αν με βασάνιζες, ακόμη κι αν με σκότωνες. Πήγαινε παιδί μου στη μάνα σου και πες της αυτό που έκανες πριν από λίγο για να νιώσει περήφανη…

Ο λοχίας αγρίεψε με την αντίδραση της ανήμπορης γυναίκας. Λύσσαξε από το κακό του. Με μία γρήγορη κίνηση, βγάζει το πιστόλι του και πυροβολεί. Ακόμη και οι στρατιώτες τρόμαξαν. Η μάνα της Κλειώς, με το βλέμμα της καρφωμένο πάνω του έπεσε στο ξύλινο πάτωμα αφήνοντας την τελευταία της πνοή. Πρόλαβε μόνο να πει:

Μ. Δεν είστε πια άνθρωποι… Αγρίμια γίνατε …που ξεδιψάτε με το αίμα αθώων. Αυτό το αίμα…σύντομα … θα σας πνίξει.

Έξω, στη μικρή αυλή του σπιτιού, σε μια κρυφή καταπακτή που είχε φτιάξει ο πατέρας της Κλειώς, όταν άρχισε ο πόλεμος, βρίσκονταν κουρνιασμένες η Κλειώ και η Δώρα. Άκουσαν όλα όσα είχαν προηγηθεί. Η Δώρα με το ζόρι κρατούσε την Κλειώ να μη βγει έξω.

Κ. Πρέπει να βγω έξω να πάω να βοηθήσω τη μάνα μου. Άσε με σε παρακαλώ, μη με κρατάς.

Δ. Δεν θα πας πουθενά. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, δεν το καταλαβαίνεις; Το μόνο που θα καταφέρεις αν εμφανιστείς τώρα είναι να πεθάνουμε και οι τρεις μας.

Στο άκουσμα του πυροβολισμού, η καρδιά της έσπασε σα γυαλί.

Κ. Μάνα μου! Μανούλα μου! Γλυκιά μου μανούλα. Θυσιάστηκες για μένα! Ακόμη και την τελευταία σου πνοή μου την έκανες δώρο.

Κακούργοιοιοι…

Δ. Σώπα. Σώπα καλή μου. Μην τους κάνεις δώρο τη θυσία της. Εκείνη έφυγε για να ζήσουμε εμείς. Μην την προδίδεις. Κλάψε! Κλάψε όσο μπορείς. Θα είναι μεγάλη η νύχτα. Κλάψε όσο μπορείς. Σου υπόσχομαι πως θα είναι για τελευταία φορά.

Οι ώρες μες στην καταπακτή μέχρι να ξημερώσει, ήταν ατελείωτες. Λίγο πριν φέξει, οι δύο φίλες βγήκαν με μεγάλη προσοχή στη μικρή αυλή και προχωρώντας τοίχο-τοίχο άρχισαν να απομακρύνονται από το σπίτι. Η μισή καρδιά της Κλειώς έμεινε για πάντα πίσω. Φτάνοντας σε μια διασταύρωση, στην απέναντι γωνία, έξω από ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι φάνηκε η φιγούρα του κυρ Παντελή. Εκεί είχε την αποθήκη του όπου συγκέντρωνε όλα τα πράγματα που πουλούσε στη μαύρη αγορά. Η Κλειώ δεν άντεξε και η φωνή της έσκισε σαν ξυράφι την πρωινή ησυχία.

Κ. Σκουλήκι! Δεν είσαι άνθρωπος εσύ. Κτήνος είσαι…

… κι έκανε να τρέξει προς το μέρος του. Εκείνος, ακούγοντας τη φωνή της Κλειώς, παράτησε τα κλειδιά πάνω στην πόρτα της αποθήκης και το έβαλε στα πόδια. Με τα χίλια ζόρια η Δώρα μπόρεσε και απομάκρυνε τη φίλη της για να χαθούν σε λίγο στο σκοτάδι που άρχισε να δίνει τη θέση του στο φως της ημέρας.

Οι μέρες περνούσαν με τους Έλληνες να αντιστέκονται καθολικά στους Γερμανούς κατακτητές και τους συμμάχους τους, μέσα από τις γραμμές των πολλών αντιστασιακών οργανώσεων που δημιουργήθηκαν. Ο λαός μας πλήρωσε με αγώνες, θυσίες και αίμα τη θέλησή του να ζει και να διαχειρίζεται τις τύχες του ελεύθερος. Περίπου 90.000 Έλληνες στρατιώτες και πάνω από 330.000 άμαχοι Έλληνες πολίτες έχασαν τη ζωή τους, στον αγώνα ενάντια στη φασιστική λαίλαπα. Οι εκτελέσεις πολιτών στην περίοδο της γερμανικής κατοχής μετά από σχεδιασμένα μπλόκα των κατοχικών δυνάμεων και των ταγμάτων ασφαλείας, βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη.

Καλογρέζα, Κοκκινιά, Καισαριανή, Ζωγράφου και πολλές ακόμη περιοχές της Αθήνας αλλά και της Ελλάδας ολόκληρης, υπήρξαν τόποι θυσίας άμαχων Ελλήνων κάθε ηλικίας, ακόμη και αναπήρων του πολέμου με τους Ιταλούς.

Οι δύο φίλες συμμετείχαν με όλες τους τις δυνάμεις στον ανυποχώρητο αντιστασιακό αγώνα. Έναν αγώνα που ήταν μονόδρομος για την ελευθερία και την εθνική ανεξαρτησία.

Στις 12 Οκτωβρίου του 1944, οι Γερμανοί στρατιώτες, αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την Αθήνα. Ο λαός ξεχύνεται στους δρόμους  πανηγυρίζοντας και ζητωκραυγάζοντας. Η Δώρα με την Κλειώ, κρυμμένες στο υπόγειο του σπιτιού ενός αντιστασιακού συνδέσμου, ξυπνάνε από τις φωνές του κόσμου που περνάνε απ’ έξω.

Δ. Κλειώ ξύπνα. Ξύπνα γρήγορα. Σήκω. Οι Γερμανοί ξεκουμπίστηκαν. Γίνεται χαμός έξω.

Κ. Ήταν θέμα ημερών. Ο φασισμός εδώ και καιρό, ψυχομαχούσε σε όλο τον κόσμο. Γρήγορα να ετοιμαστούμε να βγούμε έξω.

Δ. Δεν ξέρω αν πρέπει να χαίρομαι ή να λυπάμαι. Τόσοι νεκροί, τόσοι τραυματίες. Πόλεμοι, βασανιστήρια, στρατόπεδα συγκέντρωσης, πείνα, αρρώστιες, εκτελέσεις. Κι όλα αυτά για έναν τρελό!

Κ. Πιστεύεις πως όλα έγιναν επειδή έτυχε να γεννηθεί ο Χίτλερ; Όλα έγιναν γιατί το επέβαλλαν συγκεκριμένες συνθήκες να γίνουν. Δες λίγο τον φυσικό πλούτο και τα ορυκτά στις χώρες που επιτέθηκε ο Χίτλερ. Πετρέλαιο, νικέλιο, χάλυβας, άνθρακας. Όλα ήταν απαραίτητα για την βιομηχανική ανάκαμψη της Γερμανίας. Μπροστά στην ανάγκη αυτή, οι ανθρώπινες ζωές δεν έχουν καμιά σημασία.

Δ. Όμως τελικά, δεν τους πέρασε. Το έχασαν μια και καλή το παιχνίδι. Οι λαοί, κατάλαβαν ποιο είναι το δικό τους συμφέρον.

Κ. Μόνο που το κατάλαβαν με τον πιο οδυνηρό τρόπο. Άσε που έχω και μια αμφιβολία κατά πόσο το κατάλαβαν. Το μέλλον θα δείξει. Έλα, τέρμα οι κουβέντες. Πάμε να το γιορτάσουμε. Μόνο που…

Δ. Λέγε! Τι θέλεις;

Κ. Θέλω να περάσουμε πρώτα να αφήσουμε ένα λουλούδι στον τάφο της μάνας μου. Να της πω ότι οι φονιάδες της ξεκουμπίστηκαν. Να της πω ότι δεν θυσίασε χωρίς λόγο της ζωή της και ότι τα παιδιά της από δω και πέρα θα ζουν ελεύθερα και χωρίς φόβο…Και να της δώσω μια υπόσχεση.

Δ. Ποια υπόσχεση;

Κ. Πως θα κάνω ότι περνάει από το χέρι μου ώστε να μην ξαναζήσει η ανθρωπότητα τον πόλεμο, να μην ξαναζήσει ποτέ το φασισμό.

 

 

Ετικέτες: , , , ,

Fascismo

Fascismo

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

φασισμόςΘα ήθελα, ξεκινώντας, να υπενθυμίσω κάποιους γνωστούς στίχους που αναφέρονται στο φασισμό.

Οι ρίζες του το σύστημα αγκαλιάζουν/και χάνονται βαθιά στα περασμένα

Οι μάσκες του με τον καιρό αλλάζουν/μα όχι και το μίσος του για μένα

Πρόκειται, νομίζω για την πιο άρτια και σύντομη περιγραφή του φασισμού και των φασιστών.

Ο καπιταλισμός, ιδιαίτερα στις κρίσεις του, δεν μπορεί χωρίς το φασισμό αλλά και ο φασισμός συνδέεται μέσω ομφάλιου λώρου με τον καπιταλισμό και τους καπιταλιστές.

Ίσως να αρκούσε το να σταθούμε στην απευθείας χρηματοδότηση των φασιστικών και ναζιστικών κομμάτων από τους ίδιους τους καπιταλιστές και τα πιο σκοτεινά παρακλάδια του.

Ίσως, πάλι, το προηγούμενο να ήταν αρκετό για να θέσει τους εργαζόμενους και τη νεολαία απέναντι από το φασισμό.

Όμως, η κατά καιρούς άνοδος της επίδρασης των φασιστικών ιδεών, όπως και στις μέρες μας και η αποδοχή τους από ανθρώπους που αντικειμενικά θα έπρεπε να τον αντιπαλεύουν, μας αναγκάζει να σταθούμε στα αίτια που οδήγησαν και μπορεί να οδηγήσουν στο μέλλον, στην αύξηση της επίδρασης του φασισμού στα μυαλά και στις ψυχές των ανθρώπων και ειδικότερα των νέων.

Ποιος δεν θυμάται πριν από καιρό τα ρατσιστικά ανέκδοτα που «κοσμούσαν» ακόμη και σελίδες «έγκυρων και αδέσμευτων» εφημερίδων; Όποιος θεωρεί ότι υπήρξαν «αθώα» και ανώδυνα κάνει μεγάλο λάθος καθώς, λειτουργώντας με τον ίδιο τρόπο, αυτόν της επανάληψης, όπως και μια διαφήμιση, βοήθησαν στο να διαμορφωθεί σε πάρα πολλούς η άποψη ότι κάποιοι άνθρωποι είναι κατώτεροι λόγω εθνότητας, λόγω χρώματος ή λόγω κάποιας ιδιαιτερότητας. Πρόκειται για ένα από τα βασικά «πιστεύω» των φασιστών, αυτό της φυλετικής ανωτερότητας.

Θα θυμάστε, ίσως το πρωτοσέλιδο στην εφημερίδα του γνωστού «κομιστή των DVD» στο οποίο γινόταν συγκριτική αναφορά στο πόσο κοστίζει στο ελληνικό κράτος ένας μετανάστης, από τη μία και ένας έλληνας ασθενής, από την άλλη. Το κατάπτυστο μήνυμα, πέρασε και φώλιασε στο πίσω μέρος του εγκεφάλου πολλών αναγνωστών: Κόβονται χρήματα από την υγεία γιατί δίνονται στους μετανάστες. Άρα οι μετανάστες φταίνε για τα χάλια στα νοσοκομεία. Ό,τι καλύτερο για να ενισχυθεί το μίσος και η ξενοφοβία.

Δεν μας είπε όμως ο «κομιστής», τα 600 δις ευρώ που αναπαύονται στις ελβετικές τράπεζες από πού κόβονται; Ούτε για τα θαλασσοδάνεια, ούτε για την φορολογική ασυλία των εφοπλιστών και των καναλαρχών.

Μήπως όμως ξεχνιέται η δήλωση του πονόψυχου μέχρι δακρύων, Λοβέρδου, όταν χαρακτήριζε τους μετανάστες στο κέντρο της Αθήνας ως «υγειονομική βόμβα έτοιμη να εκραγεί» και τη χρυσή αυγή ως «γνήσιο κόμμα ακτιβιστών»;

Μέχρι και ο Σαμαράς συμμετείχε στην προπαγάνδα αυτού του είδους, όχι μόνο προσφέροντας τη φιλία του στον Μπαλτάκο, έμπιστο συνομιλητή των χρυσαυγιτών, αλλά δηλώνοντας κι εκείνο το περίφημο: «1.500.000 άνεργοι, 1.500.000 μετανάστες». Κι εδώ το μήνυμα είναι σαφές: Η ανεργία οφείλεται στους μετανάστες που παίρνουν τις δουλειές από τους Έλληνες εργαζόμενους.

Προφανώς, πάει ο μετανάστης στον εργοδότη και τον εξαναγκάζει, να απολύσει τον Έλληνα και να προσλάβει εκείνον με πολύ λιγότερα χρήματα, για περισσότερες ώρες δουλειάς και χωρίς ασφάλιση. Τι να κάνει και ο εργοδότης, κάποια στιγμή αναγκάζεται, κάτω από την πίεση του μετανάστη, να υποκύψει.

Μάλλον ξέχασε ο πρωθυπουργός μας ότι μετά την υπεραξία η μεγαλύτερη «εφεύρεση» των καπιταλιστών είναι η ανεργία όπως ξέχασε επίσης ότι εκεί γύρω στα 1990 αυτός ήταν που άνοιξε τα σύνορα προς τα «αδέρφια μας» για να συμπιεστούν τα μεροκάματα και να μπορέσουμε να πιάσουμε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, που ήταν απαραίτητοι για να μπορέσουμε να μπούμε στη φάκα του ευρώ.

Αν προσθέσουμε και τα ΜΜΕ, που έσπευδαν να χρεώσουν κάθε εγκληματική πράξη σε αλλοδαπούς τότε δεν πρέπει να μας παραξενεύει το γεγονός ότι ενέργειες όπως ο «Ξένιος Δίας» της αστυνομίας και οι επιθέσεις των φασιστών  σε ανυπεράσπιστους ξένους έβρισκαν αρκετούς υποστηρικτές.

Το μίσος είχε ήδη φωλιάσει σε πάρα πολλούς ανθρώπους. Αναμενόμενη η αποθράσυνση της χρυσής αυγής με ότι ακολούθησε μέχρι τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

Αργότερα είχαμε την εμφάνιση της θεωρίας των δύο άκρων η οποία δεν είναι καινούργια. Έχει τις ρίζες της στον προηγούμενο αιώνα και αποσκοπεί, από τη μια στο να απενοχοποιήσει το φασισμό και τις πρακτικές του και από την άλλη να εξισώσει τους φασίστες με τους κομμουνιστές και όλους όσοι αγωνίστηκαν και αγωνίζονται ενάντια στην καταπίεση και την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Αξίζει τον κόπο να δούμε πώς η φασιστική προπαγάνδα διαχεόταν με ύπουλο τρόπο στα χρόνια της ναζιστικής Γερμανίας, μέσω των σχολικών βιβλίων, χρησιμοποιώντας απλά εργαλεία όπως, για παράδειγμα, τα προβλήματα των μαθηματικών:

[Το να συντηρηθεί ένα νοητικά ανάπηρο άτομο, κοστίζει περίπου 4 μάρκα την ημέρα. Υπάρχουν 300.000 νοητικά καθυστερημένα άτομα για φροντίδα. Πόσο κοστίζουν συνολικά αυτά τα άτομα; Πόσα επιδόματα γάμου των 1.000 μάρκων θα μπορούσαν να δοθούν με τα ίδια χρήματα;] 1

[Ένα βομβαρδιστικό αεροπλάνο κατά την απογείωσή μεταφέρει 12 ντουζίνες βόμβες, η κάθε μία από τις οποίες ζυγίζει 10 κιλά. Το αεροσκάφος απογειώνεται για τη Βαρσοβία, το διεθνές κέντρο του Ιουδαϊσμού. Βομβαρδίζει την πόλη. Κατά την απογείωση, με όλες τις βόμβες και γεμάτη τη δεξαμενή με 100 κιλά καυσίμων, το αεροσκάφος ζύγιζε 8 τόνους περίπου. Όταν επιστρέφει από τη σταυροφορία υπάρχουν ακόμη 230 κιλά υλικού. Ποιο είναι το βάρος του αεροσκάφους όταν είναι άδειο;] 2

Όσο αληθινά είναι τα προηγούμενα άλλο τόσο αλήθεια είναι πως ο φασισμός και οι φασίστες πνίγονται στο φως που σκορπίζει ο πολιτισμός, η κοινωνική αλληλεγγύη, η αποκάλυψη του σάπιου συστήματος και οι αγώνες για την ανατροπή του. Δεν είναι τυχαίο πως τα μόνα μνημεία που έχουν αφήσει στο πέρασμά τους είναι ερείπια, στρατόπεδα συγκέντρωσης, κρεματόρια και ομαδικοί τάφοι.

Όσοι αγωνίζονται για την απελευθέρωση του ανθρώπου από κάθε είδους καταπίεση, όσοι παλεύουν για να μπορούν οι άνθρωποι να αναπτύσσουν ελεύθερα τα ταλέντα και τις ικανότητές τους, όσοι επιδιώκουν το να έχουν όλοι τη δυνατότητα να χαίρονται τη ζωή και όχι να αργοπεθαίνουν καθημερινά στη μάχη για επιβίωση, είναι εξ ορισμού ορκισμένοι εχθροί των φασιστών.

Όσοι επιδιώκουν τον εξανθρωπισμό κάθε ανθρώπινης οντότητας θα είναι πάντα αντίπαλοι των φασιστών καθώς ο φασισμός, στην εφαρμογή του, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του Χίτλερ όταν απευθυνόταν στη νεολαία, επιδιώκει τη μετατροπή του ανθρώπου σε αδίστακτο σαρκοφάγο αρπακτικό, χωρίς ευαισθησίες, χωρίς ανάγκη μόρφωσης.

[Μια βίαιη, δραστήρια, κυριαρχική, ατρόμητη, σκληρή νεολαία-αυτήν θέλω. Η νεολαία πρέπει να είναι όλα αυτά τα πράγματα. Πρέπει να αδιαφορεί για τον πόνο. Να μην έχει αδυναμία ή ευαισθησία μέσα της. Θέλω να δω για μια ακόμη φορά στα μάτια της τη λάμψη της υπερηφάνειας και της ανεξαρτησίας του σαρκοβόρου αρπακτικού…Μ’ αυτόν τον τρόπο θα εξαλείψω χιλιάδες χρόνια ανθρώπινης εξημέρωσης…Δεν θα προσφέρω πνευματική κατάρτιση. Η γνώση είναι καταστροφή για τους νέους άνδρες μου]  3

Στα χρόνια των μνημονίων και της βαθιάς κρίσης του καπιταλισμού, τα τσοπανόσκυλα του συστήματος εγκατέλειψαν τις φιλολαϊκές ρητορείες, και έδειξαν το πραγματικό τους πρόσωπο. Ψήφισαν κάθε νόμο των μνημονίων που στόχευαν στη μεγιστοποίηση του κέρδους, στην δουλοποίηση των εργαζομένων και στην αύξηση του αυταρχισμού και του φόβου.

Δρώντας, είτε μόνοι τους είτε δίπλα στις κρατικές δυνάμεις βίας και καταστολής βρέθηκαν απέναντι στους απεργούς της χαλυβουργίας, σύμμαχοι των εργοδοτών, κυνήγησαν και χτύπησαν διαδηλωτές παρέα με τα ΜΑΤ και τους ασφαλίτες, τραυμάτισαν και σκότωσαν ανυπεράσπιστους μετανάστες μέχρι που έφτασαν στη προμελετημένη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

Απευθυνόμενοι σε ανώριμες ταξικές συνειδήσεις, ανιστόρητα μυαλά και μαυρισμένες ψυχές θέλησαν να απλώσουν το μαύρο σύννεφο του φόβου σ’ ολόκληρη την κοινωνία και κυρίως τη νεολαία.

Δυστυχώς ο φασισμός δεν αντιμετωπίζεται μόνο με καλές προθέσεις και ευχολόγια. Θα μαραζώνει τόσο πιο πολύ όσο θα αποκαλύπτονται οι πραγματικές αιτίες της ανεργίας, της φτώχειας και της εξαθλίωσης. Θα συρρικνώνεται τόσο πιο πολύ όσο θα εντείνεται η πάλη για την ανατροπή του σάπιου καπιταλιστικού συστήματος. Θα αποδυναμώνεται τόσο πιο πολύ όσο δυναμώνει η αντίσταση ενάντια στο φόβο, τον αυταρχισμό και τα μέτρα καταστολής. Θα χάνει τόσο πιο πολλούς υποστηρικτές όσο οι άνθρωποι με τη μόρφωσή τους θα μπορούν να εξηγούν τα όσα παθαίνουν και να ανακαλύπτουν τους νόμους που διέπουν τη φύση και τις κοινωνίες.

Γι’ αυτό σήμερα, ο αγώνας ενάντια στη διάλυση της δημόσιας δωρεάν παιδείας και υπέρ της πραγματικής μόρφωσης όλων των νέων χωρίς περιορισμούς και αποκλεισμούς που να οφείλονται σε οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους ή σε λόγους υγείας, είναι περισσότερο παρά ποτέ και αγώνας ενάντια στο φασισμό.

Οι παραπομπές 1,2,3 περιλαμβάνονται στο βιβλίο:

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΑΖΙΣΤΙΚΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ

Του Άγγελου Παληκίδη, εκδόσεις: ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ

 
Σχολιάστε

Posted by στο Οκτώβριος 4, 2016 in Uncategorized

 

Ετικέτες: , , , ,

Η φυλακή της ζωής μας

Η φυλακή της ζωής μας

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Είναι φορές που νιώθουμε το βάρος των καταστάσεων ασήκωτο. Βιώνουμε το άδικο τόσο πολύ, σαν μαχαίρι που φτάνει μέχρι το κόκαλο. Καταλαβαίνουμε, διαισθανόμαστε ότι κάτι πρέπει να κάνουμε όμως παραμένουμε άπραγοι.

Ένας φόβος μας κυριεύει και τελικά δεν κάνουμε τίποτα. Ευχόμαστε να γινόταν κάτι αλλά όχι από εμάς, από κάποιους άλλους. Καταλήγουμε να κάνουμε πράγματα τελείως ανώδυνα για τους δυνάστες μας τα οποία όμως τα εμφανίζουμε στον εαυτό μας ως ηρωικές πράξεις αντίστασης που καθαρίζουν τη συνείδησή μας. Φταίει που η φυλακή στην οποία ζούμε μας προσφέρει σιγουριά. Η επιβίωση έξω από τα σίδερα της φυλακής εμπεριέχει το άγνωστο κι αυτό μας τρομάζει.

Πεθαίνει το πνεύμα κι η ψυχή μας πολύ πριν το βιολογικό μας θάνατο. Ανάμεσα στο δρόμο που οδηγεί σίγουρα στο γκρεμό και στο άγνωστο μονοπάτι που ίσως οδηγεί στο ξέφωτο και στην απελευθέρωσή μας, επιλέγουμε το πρώτο ελπίζοντας-αυτή η ελπίδα είναι μια δεύτερη φυλακή- σε ένα θαύμα που ξέρουμε ότι δεν θα γίνει ποτέ.

Κι όμως εξακολουθούμε να ελπίζουμε.

Μέσα στη φυλακή μας νομίζουμε ότι ζούμε ελεύθεροι. Πίσω από τα κάγκελα απολαμβάνουμε τα αγαθά που μας επιβάλλουν οι δυνάστες μας. Τρώμε και πίνουμε ότι μας σερβίρουν. Όχι τα πιο ποιοτικά αλλά αυτά που αφήνουν το μεγαλύτερο κέρδος. Βλέπουμε ότι μας επιτρέπουν και μας επιτρέπουν ότι εξασφαλίζει την παντοδυναμία των δυναστών μας. Διαβάζουμε ότι επιλέγουν εκείνοι να διαβάσουμε αρκεί να μην αποκαλύπτει το πραγματικό τους πρόσωπο και κυρίως να μην προτείνει την ανατροπή και το γκρέμισμά τους. Καταλαβαίνουμε, διαισθανόμαστε ότι κάτι πρέπει να κάνουμε όμως παραμένουμε άπραγοι.

Ένας φόβος μας κυριεύει και τελικά δεν κάνουμε τίποτα. Ευχόμαστε να γινόταν κάτι αλλά όχι από εμάς, από κάποιους άλλους. Καταλήγουμε να κάνουμε πράγματα τελείως ανώδυνα για τους δυνάστες μας τα οποία όμως τα εμφανίζουμε στον εαυτό μας ως ηρωικές πράξεις αντίστασης που καθαρίζουν τη συνείδησή μας.

Φταίει που η φυλακή στην οποία ζούμε μας προσφέρει σιγουριά.

Η επιβίωση έξω από τα σίδερα της φυλακής εμπεριέχει το άγνωστο κι αυτό μας τρομάζει. Πεθαίνει το πνεύμα κι η ψυχή μας πολύ πριν το βιολογικό μας θάνατο. Ανάμεσα στο δρόμο που οδηγεί σίγουρα στο γκρεμό και στο άγνωστο μονοπάτι που ίσως οδηγεί στο ξέφωτο και στην απελευθέρωσή μας, επιλέγουμε το πρώτο ελπίζοντας-αυτή η ελπίδα είναι μια δεύτερη φυλακή- σε ένα θαύμα που ξέρουμε ότι δεν θα γίνει ποτέ. Κι όμως εξακολουθούμε να ελπίζουμε. Μέσα στη φυλακή μας νομίζουμε ότι ζούμε ελεύθεροι. Πίσω από τα κάγκελα απολαμβάνουμε τα αγαθά που μας επιβάλλουν οι δυνάστες μας. Τρώμε και πίνουμε ότι μας σερβίρουν. Όχι τα πιο ποιοτικά αλλά αυτά που αφήνουν το μεγαλύτερο κέρδος.

Βλέπουμε ότι μας επιτρέπουν και μας επιτρέπουν ότι εξασφαλίζει την παντοδυναμία των δυναστών μας. Διαβάζουμε ότι επιλέγουν εκείνοι να διαβάσουμε αρκεί να μην αποκαλύπτει το πραγματικό τους πρόσωπο και κυρίως να μην προτείνει την ανατροπή και το γκρέμισμά τους.

 

Ετικέτες: ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: