RSS

Tag Archives: Κυργιάκης Χρήστος

Θα φανεί στο χειροκρότημα

Θα φανεί στο χειροκρότημα
                                                               Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Στα δέκα του έχασε τον πατέρα του. Δεν έχει σημασία το πώς. Αυτό που ήξερε εκείνος ήταν πως δεν θα τον ξανάβλεπε.
Στα δεκατρία άρχισε τους μπάφους. Δήθεν για να ξεχνάει. Έτσι του είπαν και τον βόλευε πολύ αυτή η δικαιολογία.
Την αλήθεια την ήξερε πολύ καλά.
Δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί να τύχει σε κείνον.
Μη βρίσκοντας τον υπαίτιο τα έβαλε με τον εαυτό του. Επειδή δεν μπορούσε να αλλάξει την πραγματικότητα προτιμούσε να δραπετεύει από αυτήν. Ήταν όμως για λίγο κι όταν τέλειωνε το «παραμύθι» η πραγματικότητα έδειχνε τα δόντια της.

Ο αδερφός του, τρία χρόνια πιο μεγάλος, θέλησε να παίξει το ρόλο του πατέρα.

«Είσαι αδερφός μου, δεν είσαι ο πατέρας μου. Αυτός πάει, δεν ξανάρχεται» είπε μια μέρα στον μεγάλο όταν τον ζόρισε που σταμάτησε να διαβάζει.

Το σκαμπίλι που έφαγε τον βρήκε κατευθείαν στην καρδιά κι ας έμεινε στο μάγουλο το σημάδι. Από το μάγουλο το σημάδι έφυγε σε δυο μέρες. Από την καρδιά ποτέ.

Μα κι ο μεγάλος από ανασφάλεια και ανησυχία το έκανε. Την παράκληση της μάνας του προσπάθησε να ακολουθήσει.

«Να τον προσέχεις τον μικρό. Είναι ευαίσθητος και είχε αδυναμία στον πατέρα του».

Σάματις ήξερε κι αυτός πώς έπρεπε να φερθεί; Μήπως κι αυτός δεν ένιωθε αδικημένος;

Τον έπιασε μια μέρα και τον αγκάλιασε.

«Συγνώμη ρε μικρέ. Δεν έπρεπε να το κάνω. Δεν ξέρω τι μ’έπιασε. Ή μάλλον ξέρω. Είναι που δεν μπορώ να βρω τον τρόπο να σε βοηθήσω, να σε κάνω να ξεχάσεις. Πρέπει να προχωρήσουμε που να πάρει η ευχή».

Κάτι τέτοιο του είπε και ο τύπος με τη μαύρη BMW που τριγυρνούσε για πολλούς μήνες έξω από το σχολείο, ένα βράδυ που τον συνάντησε σε μια καφετέρια. Άνθρωπος της διπλανής πόρτας που λένε. Με δουλειά «καθώς πρέπει» και εξέχον μέλος της τοπικής κοινωνίας.

«Τι να σου κάνει το τσιγάρο. Αυτά είναι για μικρούς. Εσύ είσαι μεγάλος και χρειάζεσαι κάτι πιο δυνατό. Δοκίμασε και θα με θυμηθείς. Θα ξεχαστείς με την πρώτη. Άτιμη η ζωή, σε χτύπησε αλύπητα. Έλα άναψέ το. Κέρασμα από μένα. Δεν θέλω χρήματα».

Και το άναψε. Μία και δύο και τρεις. Στην αρχή το είχε κέρασμα, μετά έπρεπε να το πληρώνει. Το χαρτζιλίκι της μάνας του έφτανε μόνο για κουλούρι.

Ο καλός και συμπονετικός άνθρωπος με τη μαύρη BMW δεν αρνήθηκε να τον βοηθήσει.

«Έλα το βράδυ να πάμε μια γύρα σε δυο-τρία στέκια. Θα με βοηθήσεις και θα έχεις και χαρτζιλίκι. Είσαι μεγάλος τώρα και δεν είναι σωστό να κλέβεις από το πορτοφόλι της μάνας σου για τα προσωπικά σου έξοδα. Έτσι δεν είναι;»

Μάταια προσπαθούσε ο φίλος του να τον συνεφέρει. Και τι δεν έκανε. Πάντα ήταν δίπλα του. Ακόμη κι όταν εκείνος δεν ήταν σε θέση να μπει την πρώτη ώρα για μάθημα καθόταν και του έκανε παρέα μην τύχει και χρειαστεί τίποτα. Κι όταν τη δεύτερη ώρα έμπαιναν αργοπορημένοι στην τάξη, πάλι προσπαθούσε να τον σώσει από τις «γλυκές» κουβέντες της καθηγήτριας.

«Μπα! Τον βρήκες το δρόμο για το σχολείο; Ήθελα να’ξερα εκείνοι οι γονείς σου τι κάνουν; Χαμπάρι δεν παίρνουν;»

Το έπαιρνε πάνω του όποτε μπορούσε.

«Δεν φταίει αυτός κυρία. Εγώ αργοπόρησα γιατί ένιωσα μια ζαλάδα και έμεινε κοντά μου για να με βοηθήσει».

Ποιος νοιάζεται όμως για την ουσία και την αλήθεια. Οι νόμοι να τηρούνται και η τάξη. Είναι πιο εύκολο από το να ψάξει κάποιος για τα αίτια. Και να θέλει, πολλές φορές ούτε μπορεί ούτε προλαβαίνει.

«Μη λέτε ¨γονείς¨. Ο πατέρας μου σκοτώθηκε στη δουλειά του».

Ήταν μία από τις φορές που η «καλή» καθηγήτρια έκανε αναφορά στους γονείς του και στην ανατροφή που του έδωσαν. Από τότε και καλά να ήταν δεν ξαναμπήκε στο μάθημά της.

Τρελάθηκε η μάνα του σαν το κατάλαβε. Πήγε να πεθάνει όταν ο φίλος του την έκανε να ψυλλιαστεί. Ήταν και τα λεφτά που έβλεπε να λείπουν από το πορτοφόλι.

Τον έπιασε και του μίλησε. Τον μάλωσε, τον αγκάλιασε, τον έλουσε με δάκρυα, τον ικέτεψε, του φίλησε τα πόδια κι εκείνος υποσχέθηκε να το κόψει.

Χαμένες οι υποσχέσεις χαμένα και τα παρακάλια. Ήταν κι ο τύπος με τη μαύρη BMW που δεν τον άφηνε να κάνει ρούπι.

Ανέλπιστα βρήκε συμπαράσταση από μια άλλη καθηγήτρια του σχολείου. Έψαξαν και ρώτησαν σε κοινότητες, σε συλλόγους μπας και βρουν συμπαράσταση και θεραπεία. Συμφώνησε κι εκείνος αλλά δεν ήταν εύκολο.

Πήγε η μάνα και στην αστυνομία και σε δικηγόρο και στον εισαγγελέα για να δει πώς θα σώσει το παιδί της. Είχε και τα’ αφεντικό της που την απειλούσε με απόλυση κάθε φορά που αργοπορούσε ή που ζητούσε άδεια.

Χωρίς κανείς να ξέρει το πώς, ο τύπος με τη μαύρη BMW έμαθε τα καθέκαστα και δεν κάθισε με σταυρωμένα χέρια.

Την ίδια κινητοποίηση έμαθα πως είχαν και οι γείτονες του «καλού» ανθρώπου με τη μαύρη BMW. Τον είδαν να πρωτοστατεί σε κάτι επεισόδια με πρόσφυγες. Τους ρήμαξαν τους πρόσφυγες στο ξύλο κάτι νταήδες και ήταν ανάμεσά τους μαζί με κάτι υποψήφιους βουλευτές της περιοχής.

Η μαύρη BMW βρέθηκε πεταμένη σε κοντινό ρέμα.

Στο καφενείο την άλλη μέρα άκουγαν με προσοχή τα νέα στην τηλεόραση.

«Κύκλωμα εμπορίας και διακίνησης ινδικής κάνναβης και άλλων ναρκωτικών ουσιών φέρεται να εξαρθρώθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες μετά από συντονισμένες προσπάθειες της αστυνομίας. Στο κύκλωμα, σύμφωνα με ασφαλείς πηγές, εμπλέκονται πολίτες υπέρ άνω πάσης υποψίας, καθώς επίσης και ένας εισαγγελέας, δύο δικηγόροι, ένας εφοπλιστής και δύο αξιωματικοί του αστυνομικού τμήματος της περιοχής».

Ο γηραιότερος της παρέας χαμογέλασε.

«Τα χάλασαν στη μοιρασιά. Το έχουμε ξαναδεί το έργο».

Το παιδί προσπαθεί να βρει τον εαυτό του και να αφήσει την «παραμύθα» πίσω του. Αποφάσισε να ζήσει στην πραγματικότητα και να την αλλάξει. Προσπαθεί να γνωρίσει την εαυτό του και την κοινωνία που ζει.

Αν το καταφέρει ή όχι «θα φανεί στο χειροκρότημα».

Advertisements
 

Ετικέτες: , , , , ,

Μάσκα δεν έχω να γυρνώ

Μάσκα δεν έχω να γυρνώ…

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Mάσκα δεν έχω να γυρνώ

στο καρναβάλι ετούτο
μόνο μια απόχη να τρυγώ

της θάλασσας την πονηριά
και της σιωπής τον πλούτο.

Παντού απλώνεται μια σιωπή, μια βουβαμάρα. Λίγο ένοχη, λίγο ανεξήγητη, λίγο δικαιολογημένη. Όλοι, ή μάλλον οι περισσότεροι, βουτηγμένοι σε βαθιά περισυλλογή αναρωτιούνται.

Τι δεν πήγε καλά; Ποιος έφταιξε; Ποιος φταίει; Εμείς τι κάνουμε; Εμείς γιατί δεν κάνουμε κάτι; Και ποιον να εμπιστευτείς; Υπάρχει άλλη λύση; Μήπως να αφεθούμε στη μοίρα μας και ας γίνει ότι είναι να γίνει;

Οι κυβερνώντες μάς φέρονται σαν να είμαστε υποζύγια γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε πως πράγματι γεννηθήκαμε να ζούμε ως υποζύγια, άρα οφείλουμε τυφλή υπακοή στον ζευγολάτη μας. Ίσως να μην γνωρίζουν πως αν το βόδι «μυγιαστεί» σπάει και αλυσίδες, παρασέρνει και ηνία και ο ζευγολάτης κινδυνεύει άμεσα.

Οι τηλεβόες του συστήματος, μας απευθύνουν το λόγο λες και απευθύνονται σε πρόβατα, γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε ότι είμαστε πρόβατα και για να βγούμε από το μαντρί θα πρέπει να συμμαχήσουμε με το λύκο. Ξεχνάνε όμως πως αυτός που κινδυνεύει με εξαφάνιση δεν είναι τα πρόβατα αλλά ο λύκος.

Οι διαχειριστές του συστήματος μας συμπεριφέρονται ως πελάτες και όχι ως πολίτες, γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε ότι το ζητούμενο δεν είναι τα δικαιώματα των πολιτών αλλά το δίκιο του πελάτη το οποίο πρέπει να αναζητήσει στο καλύτερο μαγαζί πληρώνοντας, εννοείται, το ανάλογο τίμημα.

Bάρα καλή, βάρα γερή,
μια ντουφεκιά ζαχαρωτή
κι άσε να νοιώσει η γαλαρία
του χαρτοπόλεμου τη βία

Μας τριβελίζουν το μυαλό ότι τάχα μαζί τα φάγαμε για να μας κάνουν να πιστέψουμε πως πράγματι η μισή μερίδα που μας πέταξαν αξίζει το ίδιο ή και περισσότερο από τις χιλιάδες μερίδες που κράτησαν για τους εαυτούς τους και την ίδια ώρα μας στέλνουν το λογαριασμό για να πληρώσουμε, όχι μόνο τη δική μας μισή μερίδα μα και τις χιλιάδες δικές τους.

Μας χωρίζουν σε εκατοντάδες εργασιακές ομάδες δίνοντας περισσότερα στη μία ομάδα και λιγότερα στην άλλη ποντάροντας σε συμμαχίες με τους πιο ευνοημένους, υποσχόμενοι πως θα τους εξασφαλίσουν τη συνέχεια της εύνοιας αλλά και με τους πιο αδικημένους, υποσχόμενοι πως θα δώσουν τέλος στην αδικία.

Ξεφτιλίζουν οράματα, ιδανικά και αξίες βαφτίζοντας κάθε τους «μπίζνα» και κάθε αρπαχτή, στο όνομα τάχα της αξιοκρατίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης. Αξιοκρατία υπέρ των ανάξιων, ισότητα υπέρ των εχόντων και δικαιοσύνη υπέρ των δυνατών.

Σκουπίδι η σκέψη την πετώ,

τη λογική απαρνιέμαι
μ’ ένα σαράκι αρμένικο

για δρόμους που δε θέλησα
στις χαραυγές ξεχνιέμαι.

Μας διασπούν σε μικρά ανήμπορα κομμάτια που το καθένα έχει το δίκιο του το οποίο όμως δεν μπορεί να βρει, γι’ αυτό και βαφτίζει άδικο ή λιγότερο δίκιο το δίκιο του διπλανού του. Έτσι ο διπλανός μετατρέπεται από δυνάμει σύμμαχος σε φύσει εχθρός. Φυσικά, ο πραγματικός εχθρός τρίβει τα χέρια του παρακολουθώντας τον πόλεμο μεταξύ συναδέλφων.

Θεωρούν πως τώρα πια περπατάνε σε στέρεο έδαφος, αφού μόλις πριν λίγο έχουν τσαλαπατήσει πάνω στις ψυχές και στις ζωές μας και δεν αντιλαμβάνονται πως βαδίζουν πάνω σε ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί και να τους κάψει με τη λάβα του.

Αγνοούν ή δεν θέλουν να θυμούνται πως οι μεγαλύτερες αυτοκρατορίες κατέρρευσαν όταν στους αυτοκράτορες είχε γίνει συνείδηση πως τίποτα και κανένας δεν μπορεί να τους ταρακουνήσει μέχρι τη στιγμή που ένιωσαν τα θανατηφόρο τράνταγμα της πτώσης.

Επενδύουν σε όποια λογική μπορεί να περικλείει ο πανικός και ο φόβος και στη δημοκρατία της ελεύθερης επιλογής λέγοντάς μας πως είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε αυτό που έχουν αποφασίσει εκείνοι. Μας λένε ορθά κοφτά: εσείς απαγορεύετε να κλέψετε, εμείς όμως επιβάλλεται να το κάνουμε για το καλό σας. Γνωρίζουν όμως πως οι αξίες και τα ιδανικά δεν διαγράφονται, παρά μόνο σκεπάζονται με χώμα, με άμμο ακόμη και με σκουπίδια και πως αρκεί ένας δυνατός αέρας να τα κάνει πάλι ορατά και καθαρά. Και αυτό που αφουγκράζονται να έρχεται δεν είναι απλά δυνατός αέρας αλλά καταιγίδα.

Bάστα το νου, βάστα το νου

να μην γκρινιάξει του καιρού
πού ‘φτιαξε με τον πόνο κλίκα

και τσιγκουνεύεται στη γλύκα.

Ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στο Θανάση Παπακωνσταντίνου για τους στίχους που μας χάρισε και μας κρατάνε συντροφιά ετούτες τις δύσκολες ώρες του πόνου πριν τη γέννα.

 

Ετικέτες: , , ,

Μάσκα δεν έχω να γυρνώ

Μάσκα δεν έχω να γυρνώ…

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Mάσκα δεν έχω να γυρνώ

στο καρναβάλι ετούτο
μόνο μια απόχη να τρυγώ

της θάλασσας την πονηριά
και της σιωπής τον πλούτο.

Παντού απλώνεται μια σιωπή, μια βουβαμάρα. Λίγο ένοχη, λίγο ανεξήγητη, λίγο δικαιολογημένη. Όλοι, ή μάλλον οι περισσότεροι, βουτηγμένοι σε βαθιά περισυλλογή αναρωτιούνται.

Τι δεν πήγε καλά; Ποιος έφταιξε; Ποιος φταίει; Εμείς τι κάνουμε; Εμείς γιατί δεν κάνουμε κάτι; Και ποιον να εμπιστευτείς; Υπάρχει άλλη λύση; Μήπως να αφεθούμε στη μοίρα μας και ας γίνει ότι είναι να γίνει;

Οι κυβερνώντες μάς φέρονται σαν να είμαστε υποζύγια γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε πως πράγματι γεννηθήκαμε να ζούμε ως υποζύγια, άρα οφείλουμε τυφλή υπακοή στον ζευγολάτη μας. Ίσως να μην γνωρίζουν πως αν το βόδι «μυγιαστεί» σπάει και αλυσίδες, παρασέρνει και ηνία και ο ζευγολάτης κινδυνεύει άμεσα.

Οι τηλεβόες του συστήματος, μας απευθύνουν το λόγο λες και απευθύνονται σε πρόβατα, γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε ότι είμαστε πρόβατα και για να βγούμε από το μαντρί θα πρέπει να συμμαχήσουμε με το λύκο. Ξεχνάνε όμως πως αυτός που κινδυνεύει με εξαφάνιση δεν είναι τα πρόβατα αλλά ο λύκος.

Οι διαχειριστές του συστήματος μας συμπεριφέρονται ως πελάτες και όχι ως πολίτες, γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε ότι το ζητούμενο δεν είναι τα δικαιώματα των πολιτών αλλά το δίκιο του πελάτη το οποίο πρέπει να αναζητήσει στο καλύτερο μαγαζί πληρώνοντας, εννοείται, το ανάλογο τίμημα.

Bάρα καλή, βάρα γερή,
μια ντουφεκιά ζαχαρωτή
κι άσε να νοιώσει η γαλαρία
του χαρτοπόλεμου τη βία

Μας τριβελίζουν το μυαλό ότι τάχα μαζί τα φάγαμε για να μας κάνουν να πιστέψουμε πως πράγματι η μισή μερίδα που μας πέταξαν αξίζει το ίδιο ή και περισσότερο από τις χιλιάδες μερίδες που κράτησαν για τους εαυτούς τους και την ίδια ώρα μας στέλνουν το λογαριασμό για να πληρώσουμε, όχι μόνο τη δική μας μισή μερίδα μα και τις χιλιάδες δικές τους.

Μας χωρίζουν σε εκατοντάδες εργασιακές ομάδες δίνοντας περισσότερα στη μία ομάδα και λιγότερα στην άλλη ποντάροντας σε συμμαχίες με τους πιο ευνοημένους, υποσχόμενοι πως θα τους εξασφαλίσουν τη συνέχεια της εύνοιας αλλά και με τους πιο αδικημένους, υποσχόμενοι πως θα δώσουν τέλος στην αδικία.

Ξεφτιλίζουν οράματα, ιδανικά και αξίες βαφτίζοντας κάθε τους «μπίζνα» και κάθε αρπαχτή, στο όνομα τάχα της αξιοκρατίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης. Αξιοκρατία υπέρ των ανάξιων, ισότητα υπέρ των εχόντων και δικαιοσύνη υπέρ των δυνατών.

Σκουπίδι η σκέψη την πετώ,

τη λογική απαρνιέμαι
μ’ ένα σαράκι αρμένικο

για δρόμους που δε θέλησα
στις χαραυγές ξεχνιέμαι.

Μας διασπούν σε μικρά ανήμπορα κομμάτια που το καθένα έχει το δίκιο του το οποίο όμως δεν μπορεί να βρει, γι’ αυτό και βαφτίζει άδικο ή λιγότερο δίκιο το δίκιο του διπλανού του. Έτσι ο διπλανός μετατρέπεται από δυνάμει σύμμαχος σε φύσει εχθρός. Φυσικά, ο πραγματικός εχθρός τρίβει τα χέρια του παρακολουθώντας τον πόλεμο μεταξύ συναδέλφων.

Θεωρούν πως τώρα πια περπατάνε σε στέρεο έδαφος, αφού μόλις πριν λίγο έχουν τσαλαπατήσει πάνω στις ψυχές και στις ζωές μας και δεν αντιλαμβάνονται πως βαδίζουν πάνω σε ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί και να τους κάψει με τη λάβα του.

Αγνοούν ή δεν θέλουν να θυμούνται πως οι μεγαλύτερες αυτοκρατορίες κατέρρευσαν όταν στους αυτοκράτορες είχε γίνει συνείδηση πως τίποτα και κανένας δεν μπορεί να τους ταρακουνήσει μέχρι τη στιγμή που ένιωσαν τα θανατηφόρο τράνταγμα της πτώσης.

Επενδύουν σε όποια λογική μπορεί να περικλείει ο πανικός και ο φόβος και στη δημοκρατία της ελεύθερης επιλογής λέγοντάς μας πως είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε αυτό που έχουν αποφασίσει εκείνοι. Μας λένε ορθά κοφτά: εσείς απαγορεύετε να κλέψετε, εμείς όμως επιβάλλεται να το κάνουμε για το καλό σας. Γνωρίζουν όμως πως οι αξίες και τα ιδανικά δεν διαγράφονται, παρά μόνο σκεπάζονται με χώμα, με άμμο ακόμη και με σκουπίδια και πως αρκεί ένας δυνατός αέρας να τα κάνει πάλι ορατά και καθαρά. Και αυτό που αφουγκράζονται να έρχεται δεν είναι απλά δυνατός αέρας αλλά καταιγίδα.

Bάστα το νου, βάστα το νου

να μην γκρινιάξει του καιρού
πού ‘φτιαξε με τον πόνο κλίκα

και τσιγκουνεύεται στη γλύκα.

Ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στο Θανάση Παπακωνσταντίνου για τους στίχους που μας χάρισε και μας κρατάνε συντροφιά ετούτες τις δύσκολες ώρες του πόνου πριν τη γέννα.

 

Ετικέτες: , , ,

Μια παλιά ιστορία του μέλλοντος

Μια παλιά ιστορία του μέλλοντος

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Φαινόταν πολύ κουρασμένος τούτος εδώ ο παράξενος καβαλάρης. Και το άλογό του περήφανο και ντελικάτο μα το είχε χωρίς σέλα ο αθεόφοβος.

Σαν έφτασε στην πλατεία του χωριού και κατέβηκε από το άτι του, ο χωροφύλακας τον ρώτησε τι έπαθε και είναι έτσι ταλαιπωρημένος. Σκέφτηκε μήπως τον κυνηγάνε, μην είναι κανένας από αυτούς τους παράνομους που γυρνάνε στα χωριά και ξεσηκώνουν τον κόσμο με κουβέντες για δίκιο, ισότητα και άλλες τέτοιες παραινέσεις  του διαβόλου.

Του απάντησε πως φταίνε αυτά που είδε μα και αυτά, όχι που έκανε, αλλά που δεν έκανε.

Προβληματίστηκε ο χωροφύλακας. Δεν πείστηκε με όσα του είπε ο ξένος γιατί δεν τα καλοκατάλαβε.

Ζύγωσε ύστερα ο ρασοφόρος του χωριού και τον καλόπιασε πως τάχα πρέπει σε κείνον να ανοίξει την ψυχή του και να ξομολογηθεί γιατί εκείνος τα’ χει καλά με το θεό και αν χρειαστεί θα μεσολαβήσει για συχώρεση.

Τραβήχτηκε απότομα ο ξένος και έφτυσε με δύναμη στο χώμα. Επέστρεψε περιφρόνηση στον παπά που έβραζε από θυμό για τούτη την απρόσμενη συμπεριφορά του ξένου.

Ύστερα πανηγύρισε ο παππάς σα να ανακάλυψε τίποτα σπουδαίο και απευθυνόμενος στους υπόλοιπους τόνισε πως δεν θα μπορούσε να περιμένει διαφορετική συμπεριφορά από έναν ξένο αντίχριστο.

Πλησίασε κι ο δάσκαλος βρωμώντας ναφθαλίνη από πάνω μέχρι κάτω και από μέσα του μέχρι έξω και αφού του συστήθηκε τον συμβούλεψε πως δεν είναι σοφό ένας ταξιδιώτης σαν και κείνον να καβαλάει το άλογο χωρίς σέλα. Πού ακούστηκε καβαλάρης σε άλογο δίχως σέλα; Του είπε πως δεν είναι σωστό να μην απαντάει με σαφήνεια στον χωροφύλακα και να φέρεται έτσι ξεδιάντροπα στον παπά τον εκπρόσωπο του θεού.

Ο παράξενος επισκέπτης κρατώντας τη μύτη του πρότεινε στο δάσκαλο να φύγει από το σχολείο μπας και μπορέσουν τα μυαλά των μαθητών του και βγουν από το σκοτάδι που τα έχει κλείσει. Του είπε επίσης πως με το δικό του το θεό μιλάει απευθείας χωρίς εκπροσώπους.

Σειρά πήρε ο κοινοτικός σύμβουλος να ζυγώσει στον άγνωστο επισκέπτη. Του πρότεινε αν πεινάει να πάει στην ταβέρνα του λίγο πιο κάτω για να φάει φτηνό φαΐ και καλό. Αν δεν είχε χρήματα δεχόταν και τιμαλφή. Ακόμη και το άλογό του θα μπορούσε να ανταλλάξει για να χορτάσει την πείνα του. Σκέφτηκε ο κουτοπόνηρος πως κάπως έτσι θα έχασε ο ξένος και τη σέλα του αλόγου του.

Ο καβαλάρης  ζήτησε από τον σύμβουλο να τον αφήσει ήσυχο και να κρατήσει το φαΐ για να γεμίσει τη σαπιοκοιλιά του.

Τελευταίος ήρθε ο πρόεδρος του χωριού ντυμένος κατά πως αρμόζει στον άρχοντα του τόπου και προσπάθησε να τον χτυπήσει φιλικά στην πλάτη.

Άρπαξε ο ξένος το χέρι του προέδρου τόσο δυνατά που λίγο ακόμα θα το έσπαγε.

Τράβηξε το όπλο ο χωροφύλακας και το έστρεψε κατά τον ξένο ζητώντας του να αφήσει το χέρι του προέδρου αλλιώς θα πυροβολούσε.

Η σκηνή διακόπηκε από τις φωνές των παιδιών που έρχονταν προς την πλατεία ανακοινώνοντας την έλευση καραβανιού με αγνώστους.

Ταράχτηκε ο χωροφύλακας, σάστισε ο πρόεδρος ενώ ο παπάς χάιδεψε τα γένια του σιχτιρίζοντας .

«Είναι συγχωριανοί μου», είπε ο καβαλάρης και πριν προλάβει να συνεχίσει τον πρόλαβαν τα παιδιά.

«Είναι κι ένα μωρό που το κοιμίζουν σε μια σέλα αλόγου», πετάχτηκε και είπε ένα πιτσιρίκι.

«Να μην πλησιάσουν θα είναι άρρωστοι», φώναξε ο πρόεδρος.

«Και άθεοι», είπε ο παππάς κι άρχισε τα ξόρκια.

«Θα χρειαστούμε ενισχύσεις, πάτε και φέρτε τα όπλα από το σπίτι», είπε ο χωροφύλακας.

«Δεν φτάνει το φαΐ για όλους», πρόσθεσε ο κοινοτικός σύμβουλος.

«Φτάνει πατέρα, Η αποθήκη είναι γεμάτη τρόφιμα», είπε ο γιος του συμβούλου.

«Θα μαγαρίσουν τα ήθη και τα έθιμά μας αν μείνουν εδώ», γρύλισε σαν αγριόσκυλο ο δάσκαλος.

«Η γη δεν είναι μόνο δική σας, είναι όλων μας. Αλλά μη νοιάζεστε. Λίγο θα κάτσουμε και μετά θα συνεχίσουμε προς το ποτάμι. Εδώ σε τούτον τον τόπο δεν μένουμε με τίποτα. Ο αέρας μυρίζει σαπίλα. Αλίμονο στα παιδιά που μεγαλώνετε», είπε ο παράξενος καβαλάρης και με ένα σάλτο βρέθηκε στη ράχη του αλόγου του.

«Στάσου», ακούστηκε μια παιδική φωνή. «Πάρτο. Για το μωρό».

Ο καβαλάρης πήρε το σκουφί από τα χέρια του παιδιού, το χάιδεψε στο κεφάλι και κίνησε να συναντήσει έξω από το χωριό τους συγχωριανούς του.

Ο θρύλος λέει πως πολλά χρόνια αργότερα ξέσπασε πόλεμος ανάμεσα στους ντόπιους και τους ξένους γιατί οι ντόποιοι ήθελαν το νερό του ποταμιού μόνο για τον εαυτό τους.

Μάλλον η πράξη του παιδιού να δωρίσει το σκουφί στον καβαλάρη δεν βρήκε μιμητές στους συνομήλικούς του.

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , ,

Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος

Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Σ.Σ

Η παρακάτω ιστορία είναι φανταστική. Κάθε ομοιότητα με πραγματικά γεγονότα και περιστατικά είναι τελείως συμπτωματική.

Το ξυπνητήρι χτύπησε ακριβώς στις 5:30 το πρωί. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Κάθε που ο Μπάμπης είχε πρωινή βάρδια εκείνο έδειχνε απίστευτη συνέπεια στη δουλειά του. Όπως κι ο Μπάμπης. Στις 6:30 ακριβώς έπιανε δουλειά. Δεν είχε αργήσει ούτε μία φορά. Δεν έλλειψε ούτε μία μέρα τα τελευταία τέσσερα χρόνια, από τότε που έπιασε δουλειά, δηλαδή, στο διυλιστήριο.

Κανά δυο φορές που έτυχε να αρρωστήσει-όχι τίποτα το σοβαρό, κάποια κρυολογήματα που του ανέβασαν τον πυρετό-δεν ζήτησε άδεια. Άλλωστε, του είχε πει ο υπεύθυνος του τομέα του πως στα αφεντικά δεν άρεσαν και πολύ οι εργάτες που αρρωσταίνουν συχνά.

Ακολουθώντας το συνηθισμένο πρωινό «τελετουργικό», ο Μπάμπης βρέθηκε μετά από λίγη ώρα στη στάση περιμένοντας το λεωφορείο της γραμμής που θα τον πήγαινε έξω από την πύλη του διυλιστηρίου. Περίπου μισή δρόμος, ότι πρέπει για σκέψη, προγραμματισμό και όνειρα.

Ναι, όνειρα. Γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι κάτω από τέτοιες συνθήκες ονειρεύονται. Στο λεωφορείο, στο διάλλειμα της δουλειάς, την ώρα που πίνουν τον καφέ τους ή την ώρα που ανακατεύουν με κρασί τα «αχ», τα «πότε», τα «γιατί» και τα δάκρυά τους.

Καθισμένος σε μια θέση του λεωφορείου, χωρίς να το θέλει-λες και το μυαλό ρωτάει-σκέφτηκε τη Μάνια, την καλή του. Έξι χρόνια μαζί. Έξι χρόνια ο ένας για τον άλλον. Με τα καλά και με τα δύσκολα. Με τις έντονες καταιγίδες και τις ατέλειωτες λιακάδες. Με υπομονή και θέληση και με αγάπη που έμοιαζε ανίκητη.

«Μην πας σε παρακαλώ στο διυλιστήριο», του είχε πει πριν από 4 χρόνια όταν της ανακοίνωσε πως βρήκε δουλειά στα «πετρέλαια».

«Είναι βαριά δουλειά. Άσε που είναι και επικίνδυνη. Τόσα ατυχήματα γίνονται. Δεν έχεις ακούσει τίποτα εσύ;».

«Μην ανησυχείς», της είχε πει εκείνος. «Παίρνουν μέτρα προστασίας τώρα. Δεν είναι όπως παλιά και ο μισθός είναι καλός. Άλλωστε, πώς αλλιώς θα μπορέσουμε να πάρουμε κι εκείνη τη βάρκα που λέγαμε; ¨Μάνια¨ θα τη βαφτίσουμε. Έτσι; Θα είναι γαλαζοπράσινη σαν τα μάτια σου».

«Τα ξέρω τα μέτρα προστασίας τους. Μόνο στα χαρτιά. Τα γεύτηκε κι ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου. Μήπως το ξέχασες;».

Το λεωφορείο άνοιξε τις πόρτες του. «ΣΤΑΣΗ ΔΙΥΛΙΣΤΗΡΙΟ». Καμιά εικοσαριά νοματέοι κατέβηκαν. Όλοι τους εργάτες στα «πετρέλαια». Ανάμεσά τους κι ο Μπάμπης.

«Καλημέρα ρε Κωστή! Τι κάνει ο γιος σου; Παίζετε καμιά μπαλίτσα; Παντρεύτηκε μωρέ ή ακόμα;».

«Άστα. Μας ξενύχτησε πάλι. Να βγάλει επιτέλους τα δόντια του να ηρεμήσουμε κι εμείς κι αυτός».

Οι μηχανές δούλευαν στο φουλ. Ασταμάτητα. Φόρεσαν τα κράνη τους, υπέγραψαν την ώρα προσέλευσης και ο καθένας στο πόστο του. Μηχανές και οι ίδιοι, τέλεια προγραμματισμένες με σάρκα και οστά.

Κι όμως κάτι έτρεχε. Κάτι αδιευκρίνιστο. Πλανιόταν στον, βαρύ από τη μυρωδιά των υδρογονανθράκων, αέρα και τρυπούσε τα σωθικά. Φαινόταν στα ανήσυχα μάτια των εργατών και στις νευρικές τους κινήσεις. Το΄νιωσε κι ο Μπάμπης.

«Τι έγινε μάστορα; Συμβαίνει κάτι;», ρώτησε με μια μικρή ανησυχία ο Μπάμπης το Νικήτα, τον αρχιμηχανικό της βάρδιας του.

«Τίποτα μικρέ. Όσο έχεις εσύ το μάστορα δίπλα σου μη στενοχωριέσαι για τίποτα», του απάντησε χαμογελώντας ο Νικήτας.

Όμως, ακόμα και το χαμόγελό του Νικήτα, σφιγμένο και αγχωμένο έδειχνε πως κάτι δεν πήγαινε καλά.

«Νικήτα, δε με πείθεις», επέμεινε ο Μπάμπης.

Ο Νικήτας τον πλησίασε, έβγαλε το κράνος του και σκούπισε τα ιδρωμένα του μαλλιά.

«Να μωρέ. Εκείνη η γαμημένη η βαλβίδα ασφαλείας στον αγωγό του μεθανίου. Κόλλησε πάλι στη βραδινή βάρδια. Αν δεν το είχε πάρει χαμπάρι ο Γιάννης, για δύο λεπτά μιλάμε, θα είχε γίνει εδώ ολοκαύτωμα. Ευτυχώς με ειδοποίησε και τελευταία στιγμή πρόλαβα και σταμάτησα την παροχή. Γι΄αυτό είμαι ακόμα εδώ κι ούτε που ξέρω πότε θα φύγω σήμερα. Άστα. Θυμήθηκα το μεγάλο ατύχημα πριν από 10 χρόνια. Έξι άνθρωποι νεκροί και τρεις σε μόνιμη αναπηρία.  Τους είπα να σταματήσουμε την παραγωγή σ΄εκείνη τη μονάδα αλλά ούτε που να το ακούσουν. Τρέχουν οι παραγγελίες μου είπαν τα μεγάλα αφεντικά. Έκανα τώρα μια πατέντα και λειτουργεί. Δεν ξέρω όμως για πόσο. Έτσι μου΄ρχεται να σηκωθώ και να φύγω. Θα γίνει καμιά στραβή και θα το΄χω βάρος στη συνείδησή μου».

«Καλά ρε μάστορα. Δυο χρόνια τώρα ακούω γι’ αυτή τη κωλοβαλβίδα. Εφιάλτης κατάντησε. Γιατί δεν την αλλά ζουν που να πάρει η ευχή;».

«Γιατί κοστίζει μικρέ. Δεν είναι μόνο η βαλβίδα. Θέλει ξήλωμα όλος ο αγωγός και αντικατάσταση και ότι κοστίζει προκαλεί αλλεργία στα αφεντικά. Άσε που θα μειωθεί η παραγωγή στο 1/3 μέχρι να ολοκληρωθούν οι εργασίες. Και οι παραγγελίες τρέχουν».

«Κοστίζει; Μόνο οι άγκυρες στην καινούργια τους θαλαμηγό κοστίζουν περισσότερο».

«Άντε, τράβα τώρα και μη σκοτίζεσαι. Θα’ χω το νου μου κι εγώ. Να προσέχετε κι εσείς όμως. Έτσι; Άντε παλικάρι μου. Καλή δύναμη. Κι ο Θεός βοηθός».

Την τελευταία παράκληση, ο Μπάμπης δεν την άκουσε. Ο Νικήτας την είπε ψιθυριστά. Σχεδόν αθόρυβα…

Εν τω μεταξύ, στα κεντρικά γραφεία των ιδιοκτητών του διυλιστηρίου, στον τελευταίο όροφο έφτανε στο τέλος της η έκτακτη συνεδρίαση του ΔΣ. Η βλάβη στη βαλβίδα με ότι μπορούσε να ακολουθήσει θορύβησε πάρα πολύ τους ιδιοκτήτες. Ακούστηκαν κάποιες προτάσεις για σταμάτημα της λειτουργίας της προβληματικής μονάδας και άμεση έναρξη εργασιών αποκατάστασης, μπροστά στον διαφαινόμενο κίνδυνο ενός ατυχήματος με απρόβλεπτες συνέπειες.

Τα μεγάλα αφεντικά τις απέρριψαν. Τα διαφυγόντα κέρδη θα ήταν μεγάλα. Τις παραγγελίες θα τις έπαιρναν άλλοι και οι εποχές δεν σήκωναν τέτοια ρίσκα.

Ο κύβος ερρίφθη. Η λειτουργία θα συνεχιζόταν με δύο αρχιμηχανικούς σε κάθε βάρδια για καλύτερη εποπτεία και άμεση, αν χρειαζόταν, αντίδραση.

Όλα αυτά μέχρι που χτύπησε το κινητό του προέδρου. Αυτό που άκουσε τον έκανε να χάσει προς στιγμήν τη λαλιά του.

«Ανοίξτε την τηλεόραση να δούμε. Έγινε έκρηξη στο διυλιστήριο», είπε με παγωμένη φωνή.

«Μόλις πριν από λίγο σημειώθηκε έκρηξη στο διυλιστήριο. Οι πρώτες πληροφορίες, κάνουν λόγο για 4 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες. Για κάθε νεώτερο θα διακόπτουμε τη ροή του προγράμματος με έκτακτες συνδέσεις», είπε ο εκφωνητής του καναλιού.

«Πάρτε τους τηλέφωνο και πείτε τους να το τρενάρουν όσο μπορούν. Ειδοποιείστε να ετοιμάσουν το αεροπλάνο. Φεύγουμε για Ζυρίχη»,διέταξε ο πρόεδρος και σηκώθηκε από την καρέκλα του βρίζοντας.

Η έκρηξη ήταν τόσο μεγάλη που συγκλόνισε την περιοχή γύρω από το διυλιστήριο. Μαύροι καπνοί άρχισαν να καλύπτουν τον ουρανό. Κόσμος πολύς άρχισε σιγά-σιγά να μαζεύεται έξω από το εργοστάσιο. Η πυροσβεστική και τα πρώτα ασθενοφόρα άρχισαν να καταφτάνουν μαζί με τους συγγενείς των εργατών που κατοικούσαν στις γύρω περιοχές.

Το διυλιστήριο, σταμάτησε τη λειτουργία του. Το νέο μαθεύτηκε και στα άλλα διυλιστήρια της ευρύτερης περιοχής. Η αντίδραση των εργαζομένων σ΄αυτά ήταν άμεση. Κατέβασαν τις διακόπτες, παράτησαν τα κράνη τους και με κάθε μέσο προσπαθούσαν να φτάσουν στον τόπο του ατυχήματος.

«Δεν ήταν ατύχημα. Ήταν φόνος εκ προμελέτης» ακούστηκε δυνατά μια φωνή έξω από την πύλη του διυλιστηρίου.

Στους γύρω δρόμους επικρατούσε πραγματικό κομφούζιο. Δημοσιογράφοι και τηλεοπτικά συνεργεία προσπαθούσαν να πλησιάσουν αλλά ήταν σχεδόν αδύνατο να το καταφέρουν.

Το τηλέφωνο της κυρά-Μυρσίνης, της μάνας του Μπάμπη, χτυπούσε επίμονα.

«Ποιος να΄ναι τέτοια ώρα; Θα μου καεί το φαΐ», μονολόγησε καθώς σήκωνε το τηλέφωνο.

Ήταν η Μάνια. Με τρεμάμενη φωνή της ανακοίνωσε το δυσάρεστο. Το ακουστικό της έπεσε από τα χέρια. Μάταια προσπαθούσε η Μάνια, φωνάζοντας, να επικοινωνήσει μαζί της.

Η κυρά-Μυρσίνη, πέρασε από την κουζίνα, έσβησε το φαγητό, έβαλε στην τσάντα της μια φωτογραφία του γιου της και βγήκε σα χαμένη από το σπίτι.

Πλέον, όλα τα κανάλια είχαν ζωντανή σύνδεση με τον τόπο του ατυχήματος. Μαρτυρίες διάφορες από παρευρισκόμενους έδιναν κι έπαιρναν.

Άρχισαν και οι πρώτες δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων.

Εργαζόμενοι από άλλα διυλιστήρια έφταναν σιγά-σιγά και η φράση «κάτι πρέπει να κάνουμε», έτρεχε από στόμα σε στόμα.

«Γενική απεργία», «Κατάληψη παντού», «Να λογοδοτήσουν οι ένοχοι», ήταν μερικές από τις κραυγές οργής που άρχισαν να ακούγονται.

«Κάντε στην άκρη να περάσουν οι πυροσβέστες», ακούστηκε μια φωνή μέσα από το διυλιστήριο.

Σιωπή απλώθηκε παντού καθώς, πυροσβέστες κουβαλούσαν σε φορεία εργάτες μέσα από τον τόπο του ατυχήματος. Κανείς δεν μπορούσε ακόμα να ξέρει αν ζούσαν ή είχαν πεθάνει.

Μια αλαφιασμένη ηλικιωμένη γυναίκα, κρατώντας μια φωτογραφία στον κόρφο της προσπαθούσε σπρώχνοντας και φωνάζοντας να πλησιάσει στην πύλη.

«Αφήστε να περάσω. Είναι ο γιος μου εκεί μέσα. Κάντε στην άκρη σας λέω».

Οι πυροσβέστες άφησαν τα φορεία έξω από την πύλη, δίπλα στα ασθενοφόρα και ξαναμπήκαν μέσα.

Η κυρά-Μυρσίνη επιτέλους έφτασε κοντά. Το βλέμμα της καρφώθηκε στο ακριανό φορείο. Τρικλίζοντας, με τα χέρια κατεβασμένα, κρατώντας σφιχτά στο ένα της χέρι τη φωτογραφία, έφτασε κοντά στο φορείο.

Κανείς μέχρι τότε δεν είχε ξανακούσει τέτοια κραυγή, σαν αυτή που έβγαλε η δόλια η μάνα, αντικρίζοντας πάνω στο φορείο τον μισοκαμένο γιο της.

Όλοι σώπασαν για να ακούσουν το μοιρολόι της.

«Κόκκινο γαρούφαλλό μου/γιατί μ΄άφηκες;

Γω σε πότιζα με δάκρυ/και μαράθηκες.

Γω σε πότιζα με δάκρυ/και μαράθηκες».

Ένα χέρι ένιωσε να την ακουμπά και να προσπαθεί να τη σηκώσει. Η Μάνια, μάταια προσπαθούσε, κλαίγοντας κι εκείνη, να την απομακρύνει.

Η κυρά_Μυρσίνη, σκούπισε τα δάκρυά της, άφησε τη φωτογραφία πάνω στο νεκρό παιδί της και σηκώθηκε όρθια.

«Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος», είπε και απομακρύνθηκε στηριζόμενη στον ώμο της Μάνιας.

Πλέον, ούτε έβλεπε ούτε άκουγε τους ανθρώπους γύρω της. Άλλοι έβριζαν, άλλοι σκορπούσαν απειλές και κατάρες. Εκείνη πλέον δε ζούσε. Μόνο ανέπνεε.

Η κυρά-Μυρσίνη, πέθανε μαζί με το γιο της…

 

Ετικέτες: , , , ,

Κι όμως θα χορέψουμε πάλι «μοσχοβολούν οι γειτονιές»

Κι όμως θα χορέψουμε πάλι «μοσχοβολούν οι γειτονιές»

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Πώς να χορέψεις πάλι «μοσχοβολούν οι γειτονιές»;

Μοσχοβολούν ακόμα;

Δεν θα είναι τα πόδια βαριά;

Δεν θα ξεφεύγουν από το ρυθμό;

Δεν θα ντρέπονται οι νότες να αναδυθούν και να ταξιδέψουν;

Κι αν ακόμη φτάσουν στο αυτί, θα προκαλούν ανατριχίλα;

Άντε βρε Γιάννη κι εσύ Μανώλη, Τάσο, Νίκο, πιάστε τις λέξεις και κάντε τις ποιήματα και βάλτε φωτιά στις καρδιές να ζεσταθούν οι άνθρωποι όπως έκανε πριν από σας ο Ρίτσος, ο Αναγνωστάκης, ο Λειβαδίτης κι ο Καββαδίας.

Κι εσύ Μάρκο, Βασίλη, Μάνο και Γιάννη αρπάξτε τις νότες και ζωγραφίστε τραγούδια όμορφα στο φράχτη του πενταγράμμου μπας και πάρουν φωτιά τα μυαλά μας και φωτίσει πάλι ο κόσμος όλος όπως έκανε πριν από σας ο Βαμβακάρης, ο Τσιτσάνης, ο Λοΐζος κι ο Μαρκόπουλος.

Γιατί πώς θα είναι η ζωή χωρίς ποιήματα και τραγούδια;

Υπάρχει φως χωρίς αυτά;

Το σκοτάδι και το μίσος δεν αντέχουν ούτε τις λέξεις ούτε τις νότες.

Τα φίδια δεν βλέπουν φως, ζουν στο σκοτάδι.

Μόνο σέρνονται και δαγκώνουν, δαγκώνουν και χύνουν το δηλητήριο και μετά κρύβονται στις τρύπες τους.

Ποτέ τα φίδια δεν έβγαλαν έναν ποιητή, ποτέ το σκοτάδι δε γέννησε ένα τραγούδι.

Δεν θέλει πολύ ο άνθρωπος, έτσι μικρός που είναι στην αρχή, να πάρει μπόι και να ψηλώσει.

Μια πράξη ασύλληπτη, μια «αποκοτιά» κι αυτό ήταν. Το μπόι του μεγαλώνει και γίνεται δυνατός, έτοιμος και βουνά να γκρεμίσει.

Κι ας είναι δαρμένος, ματωμένος, νηστικός κι ας μοιάζει αδύναμος κι ανήμπορος.

Ένα «δεν συμμορφώνομαι» και ατέλειωτο κουράγιο είναι αρκετά.

Δεν θέλει πολύ ο άνθρωπος, έτσι μεγάλος που έγινε, να μικρύνει.

Μια πράξη ακατανόητη, μια «αποκοτιά» κι αυτό ήταν. Το μπόι που απέκτησε το χάνει και γίνεται αδύναμος, ανήμπορος ακόμη και να δει το φως του ήλιου.

Κι ας είναι μέγας, τρανός, διάσημος, αποδεκτός κι ας μοιάζει θεός ότι είναι.

Ένα «συμμορφώνομαι» κι ατέλειωτη λησμονιά για το σεβασμό που κέρδισε, είναι αρκετά.

Ας είναι…

Θα έρθει εκείνη η ώρα, βραδάκι θα είναι καλοκαιρινό που θα χορέψεις πάλι «μοσχοβολούν οι γειτονιές βασιλικό κι ασβέστη» γιατί θα μοσχοβολήσουν τόσο που θα μεθύσεις από τη μυρωδιά τους.

Και τα πόδια θα πιάσουν πάλι το ρυθμό.

Κι οι νότες θα αναδύονται με όλη την ομορφιά τους χωρίς ντροπή.

Κι η ψυχή θα ανεβαίνει στα ουράνια.

Και θα στριφογυρίζεις γεμάτος ανατριχίλα με τα χέρια ανοιχτά.

Πάντα έτσι γίνεται.

Πάντα θα υπάρχουν ανθρώπινες πράξεις που θα γεννάνε ποιητές και μελωδούς.

Γι’ αυτές γράφονται τα ποιήματα, γι’ αυτές και τα τραγούδια.

Αυτές γράφουν τα ποιήματα, αυτές και τα τραγούδια.

 

Σε όλους τους υπόλοιπους που τίμησαν μέχρι τέλους τον σεβασμό που κέρδισαν με το αίμα τους.

 

Ετικέτες: , , , , ,

Εταιρεία: Μάνα, φίλη, αδερφή, πατρίδα

Εταιρεία: Μάνα, φίλη, αδερφή, πατρίδα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

 

Για ένα κομμάτι ψωμί,
δε φτάνει μόνο η δουλειά.
Για ένα κομμάτι ψωμί,
πρέπει να δώσεις πολλά.

Μην αγχώνεσαι φίλε μου. Το άγχος μικραίνει τη ζωή, σε σκοτώνει. Αν είσαι  γυναίκα, χαλάει το δέρμα και αφαιρεί τη λάμψη των μαλλιών σου. Αν είσαι άντρας, σου μειώνει τις επιδόσεις.

Δεν πρέπει να αγχώνεσαι, γι’ αυτό υπάρχουν οι εταιρείες. Μπορεί να μην υπάρχει κράτος, αλλά οι εταιρείες ζουν και βασιλεύουν. Γι’ αυτό δεν υπάρχει κράτος.

Θες να πας διακοπές; Έχεις τα χρήματα για ξενοδοχείο, για φαγητό για βόλτες, για παγωτό και δεν σου φτάνουν για να βγάλεις εισιτήριο; Μην ανησυχείς! Ένα SMS στην «εταιρεία» και θα έχεις δύο εισιτήρια στην τιμή του ενός. Εντάξει μπορεί να μην είναι για τον προορισμό που είχες στο μυαλό σου, αλλά δεν είναι δα και τόσο δύσκολο να αλλάξεις προορισμό. Άλλωστε η «εταιρεία» ξέρει, που είναι τα καλά ξενοδοχεία, οι καλές παραλίες, τα καλά εστιατόρια καλύτερα από σένα. Αφού κι αυτά δικά της είναι!

 

Θα σου κρεμάσουνε μια μπάλα
και θα τραβιέσαι μ’ αυτήν μέρα νύχτα.
Έχεις κανάλι πολύ να τραβήξεις,
μέχρι να πάψεις να λες «μα τι τρέχει;»
Έχει τους νόμους της αυτή η ιστορία,
δεν φτάνει μόνο η δουλειά.

 

Είσαι νέος και θες να δεις μια ταινία στον κινηματογράφο. Δεν έχεις όμως τα χρήματα για τα εισιτήρια. Μη σκας! Με ένα SMS η «εταιρεία» θα σου δώσει τα δώσει στη μισή τιμή. Για σένα και τους φίλους σου. Εντάξει μπορεί να μην είναι για την ταινία που είχες στο μυαλό σου, αλλά τι σε πειράζει αν δεις αυτή που σου προτείνει η «εταιρεία»; Εκείνη ξέρει καλύτερα από σένα τι πρέπει να δεις αφού η ίδια έκανε την παραγωγή και τη διακίνηση!

 

Για ένα κομμάτι ψωμί,
δεν φτάνει μόνο η δουλειά.
Για ένα κομμάτι ψωμί,
θα πιεις φαρμάκια πολλά.

 

Η «εταιρεία» φίλε μου μπορεί να είναι απρόσωπη όμως έχει κοινωνική ευαισθησία και οικολογική συνείδηση.

Μπορεί να στέλνει τους εργαζόμενούς της στην ανεργία όμως θα τρέξει να εξασφαλίσει τη γραφική ύλη για τα παιδιά τους.

Σου έχει πουλήσει τόσα κινητά τηλέφωνα και αξεσουάρ που δεν έχεις τι να τα κάνεις. Σκέφτεσαι να τα πετάξεις αλλά ξεχνάς την οικολογική ζημιά που θα προκαλέσεις. Ευτυχώς που υπάρχει η «εταιρεία» με περιβαλλοντικές ευαισθησίες και μαζεύει όλα αυτά τα άχρηστα αντικείμενα τα οποία θα κατέληγαν στη χωματερή των Άνω Λιοσίων και οι κάτοικοι των γύρω περιοχών δεν θα μπορούσαν να πιουν νερό. Όπως στις Σκουριές Χαλκιδικής καλή ώρα (ωχ αυτό δεν έπρεπε να το αναφέρω). Εντάξει, τα κινητά έχουν και κάποιες σπάνιες γαίες που στοιχίζουν και είναι απαραίτητα στην «εταιρεία» για να φτιάξει νέα κινητά. Αλλά, τι σε νοιάζει εσένα; Ας επωφεληθεί και σε κάτι η «εταιρεία» που τόσα προσφέρει στο περιβάλλον. Θα σου δώσει και βεβαίωση ότι παρέδωσες τα παλιά σου κινητά για να νιώσεις κι εσύ συμμέτοχος στην προστασία του περιβάλλοντος! Είδες η «εταιρεία»;

Μέχρι και τρόφιμα στέλνει η «εταιρεία» στα σχολεία για τους φτωχούς μαθητές. Ένα τοστ και ένα ολόκληρο φρούτο για τις απαραίτητες βιταμίνες. Πρέπει τα παιδιά να μάθουν ότι θα επιβιώνουν μόνο με την ελεημοσύνη της «εταιρείας», ότι δεν έχουν δικαίωμα στην τροφή, δεν έχουν δικαίωμα στη ζωή παρά μόνο αν φροντίσει γι’ αυτό η «εταιρεία».

Και πετρέλαιο θέρμανσης έστειλε στα σχολεία η «εταιρεία» για να μην κρυώνουν οι μαθητές οι οποίοι πρέπει γρήγορα να καταλάβουν πως αν θέλουν να μην κρυώνουν το χειμώνα πρέπει να υπάρχει η «εταιρεία». Το δικαίωμα στη ζεστασιά περνά από τα δικά της χέρια.

 

Θα σε πετάνε από δω κι από κει
θα λαχανιάζει η ψυχή σου.
Θα φτύσεις αίμα απ’ το στόμα, δικέ μου.
Έχει τους νόμους της αυτή η ιστορία,
δεν φτάνει μόνο η δουλειά.

Είσαι νέος και θες να σερφάρεις στο ίντερνετ, να μπεις στο face book να μιλήσεις με τους φίλους σου, πού να τρέχεις τώρα να τους συναντάς, αλλά δεν έχεις χρήματα γιατί το κουτσουρεμένο σου χαρτζιλίκι το έδωσες για να αγοράσεις κάρτα για το κινητό σου. Μην προβληματίζεσαι! Στέλνεις ένα SMS στην «εταιρεία» κι εκείνη σου δίνει τη δυνατότητα να βρυκολακιάσεις με την ησυχία σου σερφάροντας από τις 12 τα μεσάνυχτα μέχρι στις 6 το πρωί εντελώς δωρεάν. Την άλλη μέρα θα κοιμάσαι σαν το βόδι μέχρι αργά το απόγευμα. Έτσι, και να καίγεται ο κόσμος γύρω σου και να έχουν απολύσει τη μάνα σου και τον πατέρα σου, εσύ χαμπάρι δεν θα πάρεις. Ας είναι καλά η «εταιρεία» που σε απάλλαξε από ένα επιπρόσθετο άγχος. Και να ξέρεις, η «εταιρεία» σε παρακολουθεί. Έχει το νου της μην πάρεις τον στραβό το δρόμο!

Θες να δεις την αγαπημένη σου ομάδα από κοντά να παίζει στο γήπεδό της αλλά που να βρεθούν τα χρήματα; Η «εταιρεία» πάλι είναι δίπλα σου. Με ένα SMS (Πόσο στοιχίζει ένα SMS; Ούτε 1 ευρώ!), μπαίνεις στην κλήρωση και μπορεί να είσαι εσύ ο τυχερός! Φίλε, μην το γελάς. Τύχη χρειάζεται στη ζωή και τίποτε άλλο. Αν έχεις τύχη διάβαινε. Γι’ αυτό πήγαινε σ’ ένα πρακτορείο του ΟΠΑΠ. Θα το βρεις εύκολα. Είναι πολύ περισσότερα από τα σχολεία που υπάρχουν στην περιοχή σου. Μπες μέσα και προσπάθησε να μαντέψεις ποιο παιχνίδι θα είναι στημένο και με ποιον τρόπο. Αν έχεις και λίγη τύχη θα τα κονομήσεις. Θα παίξεις δύο ευρώ, θα πάρεις οχτώ για να έχεις να ξαναπαίξεις. Θα νιώσεις τη χαρά της επιτυχίας. Άσε που αν κληρωθείς για το γήπεδο θα έχεις τη δυνατότητα να εκτονωθείς και να νιώσεις άρχοντας για δύο ώρες!

 

Για ένα κομμάτι ψωμί,
θα `χεις ξεχάσει πολλά.
Για ένα κομμάτι ψωμί,
θα `χεις πληρώσει ακριβά.

 

Είσαι δυο χρόνια άνεργος και βρίσκεσαι στα όρια της ψυχολογικής κατάρρευσης; Μη φοβάσαι. Η «εταιρεία» και μάλιστα «μη κυβερνητική» θα σε βγάλει από τη δύσκολη θέση. Θα σε νοικιάσει για 4-5 μήνες για να πάρεις κι εσύ μια ανάσα, να πάρει κι εκείνη κάποιες δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ ώστε να συνεχίσει να υπάρχει και να μπορεί να στέκεται δίπλα σου στα δύσκολα.

Πιστεύεις ότι η αναδιάρθρωση του δημοσίου, η ευελιξία στις εργασιακές σχέσεις που έφεραν τα πρώτα εντυπωσιακά αποτελέσματα, για το δικό σου καλό, οφείλεται στην τρόικα; Κάνεις λάθος! Στην «εταιρεία» οφείλεται. Αυτή δίνει τις εντολές στην τρόικα. Έτσι για να ξέρεις ποιοι είναι οι πραγματικοί σου σωτήρες;

Έχεις στ’ αλήθεια την εντύπωση ότι η «εταιρεία» καίγεται τόσο να σου μειώσει τους μισθούς, να σε απολύσει, να σε βάζει να δουλεύεις περισσότερο ή να σε στείλει μετανάστη; Κάνεις πάλι λάθος! Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, την ενδιαφέρει η ψυχή σου. Να της την πουλήσεις, να της την τάξεις, να την ανταλλάξεις. Έτσι εκείνη θα μπορεί να θησαυρίζει την ώρα που εσύ θα πεινάς για να έχει τη δυνατότητα μετά να σε ελεημονήσει. Αν δεν σ’ αφήσει άνεργο, αν δεν σ’ αφήσει άφραγκο, αν δεν κάνει τα προϊόντα της ανάγκες σου, αν δεν υποταχτείς στον πολιτισμό της και την ιδεολογία της, πώς θα καταλάβεις την αναγκαιότητα της ύπαρξής της.

Πρέπει να γίνεις παραγωγός και όχι δημιουργός, να γίνεις υπεύθυνος καταναλωτής και όχι άνθρωπος με πραγματικές ανάγκες.

Πρέπει τα όνειρά σου να ταυτιστούν σιγά-σιγά με τα όνειρα της «εταιρείας» που θα γίνουν σύντομα οι εφιάλτες σου, εκτός αν κρατήσεις τα δικά σου, πράγμα εφιαλτικό για την «εταιρεία».

Δεν έχεις καταλάβει φίλε ότι τελικά η «εταιρεία» δεν θέλει να έχεις πατρίδα, γιατί θέλει να είναι πατρίδα σου εκείνη η ίδια; Θέλει να πολεμάς και να σκοτώνεσαι για κείνη με τα όπλα που η ίδια θα σου πουλάει, να στρέφεσαι ενάντια στον αδερφό σου για τα πετρέλαιά της, για τα εργοστάσιά της για το χρυσό της.

Έτσι είναι η «εταιρεία». Μάνα, φίλη, αδερφή, πατρίδα!

Δεν φτάνει μόνο το μυαλό σου,
δε φτάνει μόνο το κορμί σου.
Το πιο σπουδαίο είν’ η ψυχή σου, δικέ μου.
Έχει τους νόμους τους αυτή η ιστορία,
δεν φτάνει μόνο η δουλειά.

Και κάποια μέρα θα σε λύσουν,
μα θα φοβάσαι να φύγεις, θα τρέμεις.
Θα σε κλωτσάνε και θα σ’ αρέσει, δικέ μου.
Σαν το σκυλί τους θα σ’ έχουν, δικέ μου,
μα δε θα έχεις ψυχή να το νιώσεις,
θα είναι για σένα αργά.

 

Ετικέτες: , , , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: