RSS

Tag Archives: Κοινωνία

Η εμμονή με τις «υψηλόβαθμες σχολές» και τα «καλά επαγγέλματα» βλάπτει σοβαρά την άρχουσα τάξη

Η εμμονή με τις «υψηλόβαθμες σχολές» και τα «καλά επαγγέλματα» βλάπτει σοβαρά την άρχουσα τάξη

 

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Με αφορμή σχετικό άρθρο στο ΑΒ του κυρίου Δ. Τσιριγώτη. Σε αγκύλες περικλείονται αυτούσια κομμάτια του άρθρου.

 

[Πρόσφατα συνάντησα στο δρόμο έναν παλιό μου μαθητή από ένα Λύκειο των βορείων προαστίων. Όταν τον ρώτησα «πως πάει το πανεπιστήμιο» πήρα μια απάντηση που με άφησε εμβρόντητο: «Κύριε το παράτησα. Εγώ πάντα ήθελα να γίνω μάγειρας. Γράφτηκα σε μια σχολή μαγειρικής την οποία τελείωσα και ήδη δουλεύω σε ένα εστιατόριο ως βοηθός σεφ. Είμαι πολύ ευχαριστημένος». Αφού ξεπέρασα το αρχικό σοκ, μετά προσπάθησα να κρύψω την συγκίνησή μου από τα λεγόμενά του. Βλέπετε σκέφτηκα ότι ο μαθητής μου είχε πολλά κότσια για να τα βάλει με ένα ολόκληρο καθιερωμένο μοντέλο εκπαίδευσης.]

 

Προσωπικά θα ήθελα να ξέρω σε ποια περιοχή των βορείων προαστίων ζει ο μαθητής; Στην Κηφισιά, στη Φιλοθέη ή στη Νέα Ιωνία;

Ο μαθητής ως βοηθός σεφ δουλεύει σε εστιατόριο δικής του ιδιοκτησίας ή σε εστιατόριου άλλου ιδιοκτήτη; Αλήθεια, ποιες είναι οι απολαβές ενός βοηθού σεφ και πόσες ώρες εργάζεται ώστε να προκαλούν ευχαρίστηση στον ίδιο τον εργαζόμενο;

Ειλικρινά δεν κατάλαβα πώς η επιλογή του συγκεκριμένου μαθητή να αφήσει τη σχολή του για να ασχοληθεί με τη μαγειρική αποτελεί απόδειξη ότι ο μαθητής τα έβαλε με το καθιερωμένο μοντέλο εκπαίδευσης;

Σε ποιο ακριβώς μοντέλο εκπαίδευσης αναφέρεται το άρθρο; Των ανισοτήτων; Των ανύπαρκτων ευκαιριών για τα φτωχά και κοινωνικά αποκλεισμένα παιδιά; Ή μήπως εκείνο το μοντέλο εκπαίδευσης που ωθεί τους μαθητές ώστε την επιλογή της σχολής τους να την καθορίζει το αν βρίσκεται ή όχι κοντά στον τόπο κατοικίας τους;

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο μαθητής ήθελε να γίνει μάγειρας και πέρασε ιατρική αλλά αν κάποιος άλλος μαθητής ήθελε να γίνει γιατρός αλλά δεν μπόρεσε να το κάνει λόγω κοινωνικού και οικονομικού αποκλεισμού.

 

[Κακά τα ψέματα, η επιτυχία στο Πανεπιστήμιο είναι ο ελληνικός οικογενειακός μύθος. Ως εκ τούτου είναι και η πιο σημαντική αιτία της απαξίωσης που επικρατεί για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και κυρίως του Λυκείου. Οι γονείς είναι αποφασισμένοι να δαπανήσουν ένα πολύ μεγάλο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού τους σε φροντιστήρια, ιδιαίτερα μαθήματα κ.α.]

 

Αλήθεια, πιστεύει κανένας ότι για την κατάσταση στην εκπαίδευση η πιο σημαντική αιτία είναι ο αναφερόμενος στο άρθρο «ελληνικός οικογενειακός μύθος»;

Το περιεχόμενο της εκπαίδευσης; Η πενιχρή χρηματοδότηση; Η απαξίωση του έργου αλλά και των ίδιων των εκπαιδευτικών; Η έλλειψη υποστηρικτικών δομών; Τα τριαντάρια τμήματα; Όλα αυτά κι άλλα τόσα είναι ασήμαντα;

Τη μόνη απαξίωση που βλέπω με το «ελληνικός οικογενειακός μύθος» είναι η απαξίωση για την αγωνία των γονιών και των παιδιών να βελτιώσουν τη ζωή τους, να την κάνουν κάπως καλύτερη αλλά και την ανάγκη τους να αναπτύξουν τις δυνατότητές τους και να ικανοποιήσουν τα ενδιαφέροντά τους.

Η εμμονή των γονιών και μαθητών όχι μόνο το να θέλουν τις καλύτερες σχολές και τα καλύτερα επαγγέλματα αλλά κυρίως το να αγωνίζονται για να μην αφαιρεθεί αυτό το δικαίωμα από κανένα παιδί, βλάπτει μόνο τις επιδιώξεις της άρχουσας τάξης. Προφανώς, όταν μιλάνε για επαγγελματική εκπαίδευση δεν την εννοούν για τα παιδιά των πλουσίων. Έτσι δεν είναι;

Το ότι έχει στηθεί μια ολόκληρη μπίζνα γύρω από την ανάγκη των ανθρώπων μέσα από τις σπουδές τους να βελτιώσουν την κοινωνική τους θέση είναι απολύτως φυσιολογικό. Σε καπιταλισμό ζούμε. Το ίδιο δεν κάνουν στον τομέα της υγείας και της κοινωνικής ασφάλισης; Απαξιώνουν και κατεδαφίζουν οτιδήποτε δημόσιο για να ανοίξουν το δρόμο στον ιδιωτικό τομέα;

Δεν ξέρω γιατί αλλά μου ήρθε στο μυαλό εκείνη η διαφήμιση επί εποχής Αρβανιτόπουλου με το μαθητή που δήθεν του άρεσε να βιδώνει βίδες αλλά ήθελαν ντε και καλά να τον κάνουν γιατρό.

 

 

Αν οι όποιες προτάσεις ακολουθούν στο άρθρο δεν αναδεικνύουν την ταξικότητα του σχολείου και το ότι λειτουργεί ως εργαστήριο παραγωγής αυριανών πειθήνιων εργαζόμενων έτοιμων να υπηρετήσουν χωρίς καμιά αμφισβήτηση τις ανάγκες τις αγοράς, τότε απλώς αποτελούν στάχτη στα μάτια και λειτουργούν για να χαϊδεύουν αυτιά και να αποπροσανατολίζουν τη σκέψη.

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Περί εγκυμοσύνης λοιπόν κύριε υπουργέ της Παιδείας

Περί εγκυμοσύνης λοιπόν κύριε υπουργέ της Παιδείας

Χρήστος Επαμ. Κυργιάκης

Ώστε κάνατε εμπεριστατωμένη έρευνα κύριε υπουργέ και βρήκατε ότι μετά τις πενθήμερες έχουμε αυξημένες εγκυμοσύνες;
Σε τι ποσοστό δεν μας είπατε. Πόσες από αυτές είναι δίδυμες κυήσεις, επίσης δεν μας είπατε.
Καταλήγουν σε γεννήσεις; Πάλι δεν μας είπατε.
Μετά τις μονοήμερες και τους περιπάτους δεν παρατηρήσατε κάτι τις;
Μετά τις τριήμερες τίποτα;                                                                                                                           Και τι θα κάνετε κύριε υπουργέ; Μήπως θα καταργήσετε τις εκδρομές;                                                 Και τους ξενοδόχους; Τους ιδιοκτήτες τουριστικών γραφείων, εστιατορίων και κέντρων διασκέδασης θα τους αγνοήσετε;                                                   

Μήπως, εκτός των άλλων διαπιστώσατε ότι μετά από πεντάμηνη παραμονή ενός υπουργού στην καρέκλα του παρατηρείται ολίσθηση και κατρακύλα;
Αν δεν με πιστεύετε δείτε τους προκατόχους σας. Το λιγότερο που μπορώ να πω ήταν ότι αστοχήσατε.
Κρίμα, κύριε υπουργέ. Κρίμα.

(Εκτός αν δεν αναφερόσασταν σε μαθήτριες αλλά γενικά στον γυναικείο πληθυσμό της χώρας)

 

Ετικέτες: , , , ,

ΘΕΑΤΡΙΚΟ: ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ

ΘΕΑΤΡΙΚΟ

 

«ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ»

 Χρήστος Επαμ. Κυργιάκης

ΠΡΑΞΗ 1η

 

Η ιστορία διαδραματίζεται στο καφενείο: «Το ραντεβού της νεολαίας». Μόνιμοι θαμώνες στο καφενείο της γειτονιάς μια παρέα  συνταξιούχων για να περνάνε το χρόνο τους και να γεμίζουν τη μοναξιά τους. Τους τοίχους του καφενείου κοσμούν οι φωτογραφίες του Κωνσταντίνου Καραμανλή, του Ανδρέα Παπανδρέου, του Κώστα Σημίτη, του Κώστα Καραμανλή, του Γιώργου Παπανδρέου, του Αντώνη Σαμαρά και του Αλέξη Τσίπρα. Σε μια ιδιαίτερη θέση, δίπλα στο εικονοστάσι, βρίσκεται κρεμασμένη και η φωτογραφία του Κώστα Μητσοτάκη, «διανθισμένη» με μια αρμαθιά σκόρδα για καλό και για κακό.

 

Είναι 9 η ώρα το πρωί, ημέρα Δευτέρα 2 Απριλίου. Οι φίλοι και οι φίλες μας πληρώθηκαν τη σύνταξή τους και το κλίμα είναι θετικό.

Η μουσική που έβαλε η Ντίνα, η γυναίκα του καφετζή, του Γρηγόρη, ταιριάζει με το θετικό κλίμα. Ήδη στο καφενείο βρίσκονται ο Αντώνης, ο Κώστας, η Ευτέρπη και η Γεωργία.

 

ΝΤΙΝΑ: Αντωνάκη μου, στον πέτυχα τον καφέ σήμερα, έτσι δεν είναι;

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Μωρέ τον πέτυχες… στο «δόξα πατρί». Αν είχε και λίγο καφέ μέσα θα μπορούσες να τον πεις και «καφέ».

 

ΝΤΙΝΑ: Μια ζωή γκρινιάρης και γρουσούζης, γι’ αυτό έμεινες μόνος σου.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Είσαι οχιά και μέγαιρα.

 

ΕΥΤΕΡΠΗ: Έλα Ντίνα μου, μην του δίνεις σημασία.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Μίλησε και η «Τέρπη». Άκου Τέρπη! Αλλά, τι ανάγκη έχεις; Ας έπαιρνα κι εγώ τη συνταξάρα που παίρνεις εσύ και να δεις τι πλακίτσες θα έκανα.

 

ΕΥΤΕΡΠΗ: Δούλεψα τόσα χρόνια Αντώνη.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Ε βέβαια, ενώ εμείς κάναμε διακοπές στις Μπαχάμες. (ειρωνικά). Δούλεψες! Σ’έφαγε το λιοπύρι. Καθόσουνα αναπαυτικά στα δικαστικά έδρανα και απένειμες τάχα δικαιοσύνη, κι εσύ κι ο άντρας σου. Άιντε μην ανοίξω το στόμα μου, άιντε μην τ’ ανοίξω.

 

ΝΤΙΝΑ: Μπα! κλειστό το είχες τόση ώρα;

 

(Παύση…)

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: (Ψιθυριστά και εμπιστευτικά). Δεν ξέρω εσύ Τέρπη μου πως τα πας με τον Σόλωνα, πάντως εγώ έχω θέμα με τον Τάσο.

 

ΤΕΡΠΗ: Τι θέμα;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Να, ξέρεις…καταλαβαίνεις…σεξουαλικής φύσεως.

 

ΤΕΡΠΗ: Τι; Δεν ανταποκρίνεται;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ανταποκρίνεται, δε λέω. Κάνε πιο δω να σου πω. Κάθε φορά που παίρνουμε τη σύνταξη, θέλει να το γιορτάζουμε.

 

ΤΕΡΠΗ: Μπα, και δεν του φαινότανε. Κοίτα να δεις ο Τάσος!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ναι αλλά, μόλις αρχίσει κι ανεβάσει παλμούς αρχίζει και «ξεφυσάει».

 

ΤΕΡΠΗ: Ταύρος πραγματικός ο Τάσος σα να λέμε!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ναι αλλά δεν ξεφυσάει από το στόμα.

 

ΤΕΡΠΗ: Κι από πού ξεφυσάει;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: (γεμάτη ντροπή) Από…τον πισινό.

 

(Ακούγονται τρανταχτά γέλια. Ο Κώστας που ήταν λίγο πιο πέρα άκουσε όλη τη συζήτηση)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Συγνώμη Γιωργίτσα μου, δεν το έκανα επίτηδες. Αλλά μου φάνηκε τόσο αστείο. (γελώντας) Άκου να «ξεφυσάει»!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Καλά δε ντρέπεσαι να κρυφακούς; Αλλά τι περιμένεις από έναν άνθρωπο που ήταν σε όλη του τη ζωή χασάπης; Από πού να μάθει τρόπους; Από τα μοσχάρια ή από τα γουρούνια;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Χασάπης ήμουνα και λέω τα πράγματα με το όνομά τους. Βλέπεις, δεν ήμουνα δικηγόρος σαν τον Τάσο σου (αρχίζει πάλι να γελάει). Άκους εκεί να «ξεφυσάει»!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Γέλα τώρα που μπορείς γιατί σε λίγο, θα πλακώσει το σόι σου για την «είσπραξη» και θα σου κοπεί το γέλιο. Ούτε μία δεκάρα δεν θα έχεις αύριο στην τσέπη σου βρε κακομοίρη!

 

(Πριν καλά-καλά προλάβει η Γεωργία να τελειώσει τη φράση της, η πόρτα του καφενείου ανοίγει και εισέρχεται ο Δημήτρης, ο γιος του Κώστα)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Καλημέρα σε όλους. Πατέρα, καλημέρα. Όλα καλά; Ντινάκι, μου φτιάχνεις ένα καφεδάκι σε παρακαλώ, έτσι μερακλίδικο να το φχαριστηθώ;

 

ΝΤΙΝΑ: Να σου φτιάξω, γιατί να μη σου φτιάξω. Δε μου λες Δημητράκη μου. Κερασμένος από τον μπαμπά σου;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Ντινάκι μου με πληγώνεις. Επειδή, δηλαδή με χτύπησε η ατυχία σα το χταπόδι στο βράχο, θα πρέπει η κοινωνία να πέσει να με φάει;

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Ποια ατυχία Δημητράκη; Για ποια ατυχία μιλάς; Είχες μια χαρά στρωμένη δουλειά από τον πατέρα σου και την εγκατέλειψες.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Κυρ-Αντώνη, άσε αυτά που εγκατέλειψα εγώ και πιάσε αυτούς που εγκατέλειψαν εσένα.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Μπορείτε σας παρακαλώ να σταματήσετε; Στο κάτω-κάτω δεν σας αφορά τι κάνω εγώ με τα λεφτά μου. Δική μου είναι η σύνταξη και την κάνω ότι θέλω.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Καλά σας λέει ο πατέρας μου. Μπράβο ρε πατέρα, τους έβαλες στη θέση τους.

ΚΩΣΤΑΣ: Μάλλον δεν κατάλαβες καλά γιε μου. Αυτά που είπα αφορούν και σένα. Τέρμα το άρμεγμα. Ότι έφαγες, έφαγες. Το μαγαζί είναι ακόμα στη θέση του και σε περιμένει. Αύριο κιόλας αν θέλεις ξεκινάς.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Τι μου λες τώρα ρε γέρο; Και τη μεγάλη μου αγάπη τι να την κάνω; Να την παρατήσω; Κρίμα είναι;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Για ποια μιλάς; Γνώρισες καμιά κοπέλα;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Κοπέλα;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Ε, τι γνώρισες; Μπουλντόζα;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Η μεγάλη μου αγάπη είναι η ποίηση. Πόσες φορές να στο πω; Έχω εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές. Είναι θέμα χρόνου, μέχρι να με ανακαλύψουν οι αναγνώστες. Ειδικά η τελευταία μου συλλογή αναμένεται να κάνει θραύση. Ο εκδότης μου είναι σίγουρος.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Ο εκδότης σου είναι σίγουρος γιατί σε μαδάει κανονικά. Δηλαδή, όχι εσένα. Εμένα έχει τσουρομαδήσει όπως τη γριά κότα πριν την κάνουν σούπα.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: (μαζεμένος γιατί βλέπει ότι χάνει τη χρηματοδότηση)

Πατέρα, είσαι άδικος. Άμα σου διαβάσω μερικούς στίχους από ένα τελευταίο ποίημά μου, θα αλλάξεις γνώμη.

 

(Βγάζει την ποιητική του συλλογή από το σακίδιό του, το ανοίγει και αρχίζει να διαβάζει όρθιος. Εν τω μεταξύ η Ντίνα του φέρνει και τον καφέ που είχε παραγγείλει)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Λέγεται: «Ζαρζαβατικούλι μου».

Δεν άντεξα όταν σε είδα/πίσω από τη λαχανίδα

Γλυκούλα σαν μια ντοματούλα/και ζουμερή σαν πατατούλα

Άγρια ήσουν σαν τσουκνίδα/κι αφράτη σαν την κουνουπίδα

 

ΝΤΙΝΑ: Κουνουπίδι λέγεται, όχι κουνουπίδα.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Ποιητική αδεία, αγράμματη, αλλά τι να καταλάβεις εσύ από ποίηση;

ΝΤΙΝΑ: Αν σου φέρω το δίσκο στο κεφάλι να δεις εσύ τι θα καταλάβεις.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Δεν πα να φτιάξεις καμιά σαλάτα λέω εγώ, να λιγδώσει λίγο και το άντερό σου.

 

(Εν τω μεταξύ ο Κώστας, είχε γύρει πάνω στο τραπέζι με τα χέρια του να έχουν αγκαλιάσει το κεφάλι σα να θέλει να προφυλαχτεί από σεισμό. Δεν άντεξε κι έβαλε τα κλάματα. Σκουπίζει τα μάτια του και αρχίζει να μιλάει)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκες, η σχωρεμένη η μάνα σου ονειρευόταν μεγαλεία για σένα. Πως θα γίνεις μεγάλος και τρανός. Σε ήθελε το λιγότερο πρωθυπουργό της Ελλάδας.

(Γυρνώντας προς τη φωτογραφία του Ανδρέα Παπανδρέου σταυροκοπιέται) Μεγάλε Ανδρέα, σχώρα με. Χατίρι δε σου χάλασε ποτέ. Θα το χαλάσεις το παιδί, της έλεγα. Το χαβά της αυτή.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Η μητέρα με αγαπούσε και με πίστευε όσο κανείς άλλος στον κόσμο. Είχε αντιληφθεί από πολύ νωρίς την κλίση μου στην ποίηση.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: (Φασκελώνοντάς τον  και με τα δύο χέρια)

Να, πάρε δέκα Νόμπελ για να ησυχάσεις.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Βλέπεις, εκείνη ήταν από τζάκι. Δε συγχώρεσε ποτέ στον εαυτό της το ότι ερωτεύτηκε εμένα, έναν χασάπη. Προσπάθησα να τη συνεφέρω αλλά δεν έπαιρνε από λόγια. Κι εσύ, βρε παλιοτόμαρο κατάλαβες από νωρίς την αδυναμία που σου είχε και την εκμεταλλευόσουνα μέχρι εκεί που δεν παίρνει.

 

(Ο Δημήτρης κάθεται σε μια καρέκλα και ακούει με σκυφτό το κεφάλι)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Όμως Δημητράκη μου ως εδώ. Δεν αντέχω άλλο. Έστω κι αν είναι αργά, αποφάσισα να το σταματήσω αυτό το παραμύθι. Η χρηματοδότηση κομμένη. Η θα δουλέψεις το μαγαζί ή να αρχίσεις να τρως τις ποιητικές συλλογές σου.

 

(Ο Δημήτρης σηκώνεται. Με σκυφτό το κεφάλι και αργά βήματα, κατευθύνεται προς την πόρτα του καφενείου για να φύγει)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Εντάξει πατέρα, έχεις δίκιο. Φεύγω.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Και που πας;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Πάω να φάω τις ποιητικές μου συλλογές, όπως είπες. Άλλωστε έχω τρεις μέρες να βάλω μπουκιά στο στόμα μου. (Φεύγει τρέχοντας)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Στάσου, μη φεύγεις. Δεν μου απάντησες (Τον ακολουθεί με το γέρικο βηματισμό του. Στο καφενείο επικρατεί απόλυτη σιωπή)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος

Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Σ.Σ

Η παρακάτω ιστορία είναι φανταστική. Κάθε ομοιότητα με πραγματικά γεγονότα και περιστατικά είναι τελείως συμπτωματική.

Το ξυπνητήρι χτύπησε ακριβώς στις 5:30 το πρωί. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Κάθε που ο Μπάμπης είχε πρωινή βάρδια εκείνο έδειχνε απίστευτη συνέπεια στη δουλειά του. Όπως κι ο Μπάμπης. Στις 6:30 ακριβώς έπιανε δουλειά. Δεν είχε αργήσει ούτε μία φορά. Δεν έλλειψε ούτε μία μέρα τα τελευταία τέσσερα χρόνια, από τότε που έπιασε δουλειά, δηλαδή, στο διυλιστήριο.

Κανά δυο φορές που έτυχε να αρρωστήσει-όχι τίποτα το σοβαρό, κάποια κρυολογήματα που του ανέβασαν τον πυρετό-δεν ζήτησε άδεια. Άλλωστε, του είχε πει ο υπεύθυνος του τομέα του πως στα αφεντικά δεν άρεσαν και πολύ οι εργάτες που αρρωσταίνουν συχνά.

Ακολουθώντας το συνηθισμένο πρωινό «τελετουργικό», ο Μπάμπης βρέθηκε μετά από λίγη ώρα στη στάση περιμένοντας το λεωφορείο της γραμμής που θα τον πήγαινε έξω από την πύλη του διυλιστηρίου. Περίπου μισή δρόμος, ότι πρέπει για σκέψη, προγραμματισμό και όνειρα.

Ναι, όνειρα. Γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι κάτω από τέτοιες συνθήκες ονειρεύονται. Στο λεωφορείο, στο διάλλειμα της δουλειάς, την ώρα που πίνουν τον καφέ τους ή την ώρα που ανακατεύουν με κρασί τα «αχ», τα «πότε», τα «γιατί» και τα δάκρυά τους.

Καθισμένος σε μια θέση του λεωφορείου, χωρίς να το θέλει-λες και το μυαλό ρωτάει-σκέφτηκε τη Μάνια, την καλή του. Έξι χρόνια μαζί. Έξι χρόνια ο ένας για τον άλλον. Με τα καλά και με τα δύσκολα. Με τις έντονες καταιγίδες και τις ατέλειωτες λιακάδες. Με υπομονή και θέληση και με αγάπη που έμοιαζε ανίκητη.

«Μην πας σε παρακαλώ στο διυλιστήριο», του είχε πει πριν από 4 χρόνια όταν της ανακοίνωσε πως βρήκε δουλειά στα «πετρέλαια».

«Είναι βαριά δουλειά. Άσε που είναι και επικίνδυνη. Τόσα ατυχήματα γίνονται. Δεν έχεις ακούσει τίποτα εσύ;».

«Μην ανησυχείς», της είχε πει εκείνος. «Παίρνουν μέτρα προστασίας τώρα. Δεν είναι όπως παλιά και ο μισθός είναι καλός. Άλλωστε, πώς αλλιώς θα μπορέσουμε να πάρουμε κι εκείνη τη βάρκα που λέγαμε; ¨Μάνια¨ θα τη βαφτίσουμε. Έτσι; Θα είναι γαλαζοπράσινη σαν τα μάτια σου».

«Τα ξέρω τα μέτρα προστασίας τους. Μόνο στα χαρτιά. Τα γεύτηκε κι ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου. Μήπως το ξέχασες;».

Το λεωφορείο άνοιξε τις πόρτες του. «ΣΤΑΣΗ ΔΙΥΛΙΣΤΗΡΙΟ». Καμιά εικοσαριά νοματέοι κατέβηκαν. Όλοι τους εργάτες στα «πετρέλαια». Ανάμεσά τους κι ο Μπάμπης.

«Καλημέρα ρε Κωστή! Τι κάνει ο γιος σου; Παίζετε καμιά μπαλίτσα; Παντρεύτηκε μωρέ ή ακόμα;».

«Άστα. Μας ξενύχτησε πάλι. Να βγάλει επιτέλους τα δόντια του να ηρεμήσουμε κι εμείς κι αυτός».

Οι μηχανές δούλευαν στο φουλ. Ασταμάτητα. Φόρεσαν τα κράνη τους, υπέγραψαν την ώρα προσέλευσης και ο καθένας στο πόστο του. Μηχανές και οι ίδιοι, τέλεια προγραμματισμένες με σάρκα και οστά.

Κι όμως κάτι έτρεχε. Κάτι αδιευκρίνιστο. Πλανιόταν στον, βαρύ από τη μυρωδιά των υδρογονανθράκων, αέρα και τρυπούσε τα σωθικά. Φαινόταν στα ανήσυχα μάτια των εργατών και στις νευρικές τους κινήσεις. Το΄νιωσε κι ο Μπάμπης.

«Τι έγινε μάστορα; Συμβαίνει κάτι;», ρώτησε με μια μικρή ανησυχία ο Μπάμπης το Νικήτα, τον αρχιμηχανικό της βάρδιας του.

«Τίποτα μικρέ. Όσο έχεις εσύ το μάστορα δίπλα σου μη στενοχωριέσαι για τίποτα», του απάντησε χαμογελώντας ο Νικήτας.

Όμως, ακόμα και το χαμόγελό του Νικήτα, σφιγμένο και αγχωμένο έδειχνε πως κάτι δεν πήγαινε καλά.

«Νικήτα, δε με πείθεις», επέμεινε ο Μπάμπης.

Ο Νικήτας τον πλησίασε, έβγαλε το κράνος του και σκούπισε τα ιδρωμένα του μαλλιά.

«Να μωρέ. Εκείνη η γαμημένη η βαλβίδα ασφαλείας στον αγωγό του μεθανίου. Κόλλησε πάλι στη βραδινή βάρδια. Αν δεν το είχε πάρει χαμπάρι ο Γιάννης, για δύο λεπτά μιλάμε, θα είχε γίνει εδώ ολοκαύτωμα. Ευτυχώς με ειδοποίησε και τελευταία στιγμή πρόλαβα και σταμάτησα την παροχή. Γι΄αυτό είμαι ακόμα εδώ κι ούτε που ξέρω πότε θα φύγω σήμερα. Άστα. Θυμήθηκα το μεγάλο ατύχημα πριν από 10 χρόνια. Έξι άνθρωποι νεκροί και τρεις σε μόνιμη αναπηρία.  Τους είπα να σταματήσουμε την παραγωγή σ΄εκείνη τη μονάδα αλλά ούτε που να το ακούσουν. Τρέχουν οι παραγγελίες μου είπαν τα μεγάλα αφεντικά. Έκανα τώρα μια πατέντα και λειτουργεί. Δεν ξέρω όμως για πόσο. Έτσι μου΄ρχεται να σηκωθώ και να φύγω. Θα γίνει καμιά στραβή και θα το΄χω βάρος στη συνείδησή μου».

«Καλά ρε μάστορα. Δυο χρόνια τώρα ακούω γι’ αυτή τη κωλοβαλβίδα. Εφιάλτης κατάντησε. Γιατί δεν την αλλά ζουν που να πάρει η ευχή;».

«Γιατί κοστίζει μικρέ. Δεν είναι μόνο η βαλβίδα. Θέλει ξήλωμα όλος ο αγωγός και αντικατάσταση και ότι κοστίζει προκαλεί αλλεργία στα αφεντικά. Άσε που θα μειωθεί η παραγωγή στο 1/3 μέχρι να ολοκληρωθούν οι εργασίες. Και οι παραγγελίες τρέχουν».

«Κοστίζει; Μόνο οι άγκυρες στην καινούργια τους θαλαμηγό κοστίζουν περισσότερο».

«Άντε, τράβα τώρα και μη σκοτίζεσαι. Θα’ χω το νου μου κι εγώ. Να προσέχετε κι εσείς όμως. Έτσι; Άντε παλικάρι μου. Καλή δύναμη. Κι ο Θεός βοηθός».

Την τελευταία παράκληση, ο Μπάμπης δεν την άκουσε. Ο Νικήτας την είπε ψιθυριστά. Σχεδόν αθόρυβα…

Εν τω μεταξύ, στα κεντρικά γραφεία των ιδιοκτητών του διυλιστηρίου, στον τελευταίο όροφο έφτανε στο τέλος της η έκτακτη συνεδρίαση του ΔΣ. Η βλάβη στη βαλβίδα με ότι μπορούσε να ακολουθήσει θορύβησε πάρα πολύ τους ιδιοκτήτες. Ακούστηκαν κάποιες προτάσεις για σταμάτημα της λειτουργίας της προβληματικής μονάδας και άμεση έναρξη εργασιών αποκατάστασης, μπροστά στον διαφαινόμενο κίνδυνο ενός ατυχήματος με απρόβλεπτες συνέπειες.

Τα μεγάλα αφεντικά τις απέρριψαν. Τα διαφυγόντα κέρδη θα ήταν μεγάλα. Τις παραγγελίες θα τις έπαιρναν άλλοι και οι εποχές δεν σήκωναν τέτοια ρίσκα.

Ο κύβος ερρίφθη. Η λειτουργία θα συνεχιζόταν με δύο αρχιμηχανικούς σε κάθε βάρδια για καλύτερη εποπτεία και άμεση, αν χρειαζόταν, αντίδραση.

Όλα αυτά μέχρι που χτύπησε το κινητό του προέδρου. Αυτό που άκουσε τον έκανε να χάσει προς στιγμήν τη λαλιά του.

«Ανοίξτε την τηλεόραση να δούμε. Έγινε έκρηξη στο διυλιστήριο», είπε με παγωμένη φωνή.

«Μόλις πριν από λίγο σημειώθηκε έκρηξη στο διυλιστήριο. Οι πρώτες πληροφορίες, κάνουν λόγο για 4 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες. Για κάθε νεώτερο θα διακόπτουμε τη ροή του προγράμματος με έκτακτες συνδέσεις», είπε ο εκφωνητής του καναλιού.

«Πάρτε τους τηλέφωνο και πείτε τους να το τρενάρουν όσο μπορούν. Ειδοποιείστε να ετοιμάσουν το αεροπλάνο. Φεύγουμε για Ζυρίχη»,διέταξε ο πρόεδρος και σηκώθηκε από την καρέκλα του βρίζοντας.

Η έκρηξη ήταν τόσο μεγάλη που συγκλόνισε την περιοχή γύρω από το διυλιστήριο. Μαύροι καπνοί άρχισαν να καλύπτουν τον ουρανό. Κόσμος πολύς άρχισε σιγά-σιγά να μαζεύεται έξω από το εργοστάσιο. Η πυροσβεστική και τα πρώτα ασθενοφόρα άρχισαν να καταφτάνουν μαζί με τους συγγενείς των εργατών που κατοικούσαν στις γύρω περιοχές.

Το διυλιστήριο, σταμάτησε τη λειτουργία του. Το νέο μαθεύτηκε και στα άλλα διυλιστήρια της ευρύτερης περιοχής. Η αντίδραση των εργαζομένων σ΄αυτά ήταν άμεση. Κατέβασαν τις διακόπτες, παράτησαν τα κράνη τους και με κάθε μέσο προσπαθούσαν να φτάσουν στον τόπο του ατυχήματος.

«Δεν ήταν ατύχημα. Ήταν φόνος εκ προμελέτης» ακούστηκε δυνατά μια φωνή έξω από την πύλη του διυλιστηρίου.

Στους γύρω δρόμους επικρατούσε πραγματικό κομφούζιο. Δημοσιογράφοι και τηλεοπτικά συνεργεία προσπαθούσαν να πλησιάσουν αλλά ήταν σχεδόν αδύνατο να το καταφέρουν.

Το τηλέφωνο της κυρά-Μυρσίνης, της μάνας του Μπάμπη, χτυπούσε επίμονα.

«Ποιος να΄ναι τέτοια ώρα; Θα μου καεί το φαΐ», μονολόγησε καθώς σήκωνε το τηλέφωνο.

Ήταν η Μάνια. Με τρεμάμενη φωνή της ανακοίνωσε το δυσάρεστο. Το ακουστικό της έπεσε από τα χέρια. Μάταια προσπαθούσε η Μάνια, φωνάζοντας, να επικοινωνήσει μαζί της.

Η κυρά-Μυρσίνη, πέρασε από την κουζίνα, έσβησε το φαγητό, έβαλε στην τσάντα της μια φωτογραφία του γιου της και βγήκε σα χαμένη από το σπίτι.

Πλέον, όλα τα κανάλια είχαν ζωντανή σύνδεση με τον τόπο του ατυχήματος. Μαρτυρίες διάφορες από παρευρισκόμενους έδιναν κι έπαιρναν.

Άρχισαν και οι πρώτες δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων.

Εργαζόμενοι από άλλα διυλιστήρια έφταναν σιγά-σιγά και η φράση «κάτι πρέπει να κάνουμε», έτρεχε από στόμα σε στόμα.

«Γενική απεργία», «Κατάληψη παντού», «Να λογοδοτήσουν οι ένοχοι», ήταν μερικές από τις κραυγές οργής που άρχισαν να ακούγονται.

«Κάντε στην άκρη να περάσουν οι πυροσβέστες», ακούστηκε μια φωνή μέσα από το διυλιστήριο.

Σιωπή απλώθηκε παντού καθώς, πυροσβέστες κουβαλούσαν σε φορεία εργάτες μέσα από τον τόπο του ατυχήματος. Κανείς δεν μπορούσε ακόμα να ξέρει αν ζούσαν ή είχαν πεθάνει.

Μια αλαφιασμένη ηλικιωμένη γυναίκα, κρατώντας μια φωτογραφία στον κόρφο της προσπαθούσε σπρώχνοντας και φωνάζοντας να πλησιάσει στην πύλη.

«Αφήστε να περάσω. Είναι ο γιος μου εκεί μέσα. Κάντε στην άκρη σας λέω».

Οι πυροσβέστες άφησαν τα φορεία έξω από την πύλη, δίπλα στα ασθενοφόρα και ξαναμπήκαν μέσα.

Η κυρά-Μυρσίνη επιτέλους έφτασε κοντά. Το βλέμμα της καρφώθηκε στο ακριανό φορείο. Τρικλίζοντας, με τα χέρια κατεβασμένα, κρατώντας σφιχτά στο ένα της χέρι τη φωτογραφία, έφτασε κοντά στο φορείο.

Κανείς μέχρι τότε δεν είχε ξανακούσει τέτοια κραυγή, σαν αυτή που έβγαλε η δόλια η μάνα, αντικρίζοντας πάνω στο φορείο τον μισοκαμένο γιο της.

Όλοι σώπασαν για να ακούσουν το μοιρολόι της.

«Κόκκινο γαρούφαλλό μου/γιατί μ΄άφηκες;

Γω σε πότιζα με δάκρυ/και μαράθηκες.

Γω σε πότιζα με δάκρυ/και μαράθηκες».

Ένα χέρι ένιωσε να την ακουμπά και να προσπαθεί να τη σηκώσει. Η Μάνια, μάταια προσπαθούσε, κλαίγοντας κι εκείνη, να την απομακρύνει.

Η κυρά_Μυρσίνη, σκούπισε τα δάκρυά της, άφησε τη φωτογραφία πάνω στο νεκρό παιδί της και σηκώθηκε όρθια.

«Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος», είπε και απομακρύνθηκε στηριζόμενη στον ώμο της Μάνιας.

Πλέον, ούτε έβλεπε ούτε άκουγε τους ανθρώπους γύρω της. Άλλοι έβριζαν, άλλοι σκορπούσαν απειλές και κατάρες. Εκείνη πλέον δε ζούσε. Μόνο ανέπνεε.

Η κυρά-Μυρσίνη, πέθανε μαζί με το γιο της…

 

Ετικέτες: , , , ,

Αλήθειες;

«Ανάμεσα στο <αισθάνομαι> και στο <καταλαβαίνω> προτιμώ το <αισθάνομαι>»

 

«Οι αυτόφωτοι άνθρωποι συνήθως κινούνται αθόρυβα και σεμνά. Οι ετερόφωτοι γυροφέρνουν κομπάζοντας για το ξένο φως που εκπέμπουν»

 

«Τρομάζω στη σκέψη ότι οι άνθρωποι θα πάψουν να κάνουν λάθη. Τελικά οι άνθρωποι είναι τα λάθη τους. Είναι όσα διόρθωσαν και όσα δεν μπόρεσαν να διορθώσουν.»

 

 

«Χειρότερη από όλες τις φυλακές είναι αυτή που έχει φτιάξει κάποιος με το καλάμι που έχει καβαλήσει»

 

‘’Σαν μετρήσεις τις μέρες που έζησες να βγάλεις από το μέτρημα τις μέρες που δεν ένιωσες αγάπη.’’

 

‘’Όσοι απειλούν με μαχαίρια και πιστόλια παριστάνοντας τους άντρες είναι βέβαιο ότι τα παντελόνια που φορούν στερούνται ουσιαστικού περιεχομένου και το κρανίο τους είναι έτοιμο νσ σπάσει λόγω υποπίεσης.’’

 

Κοιτάζοντας σήμερα έναν φοβισμένο μαθητή βλέπω έναν αυριανό δουλικό πολίτη. Ρωτάτε αν ντρέπομαι? Ντρέπομαι ακόμη και να απαντήσω…

 

«Δε θα νιώσεις ποτέ τη ζεστασιά του ήλιου αν κρύβεσαι στη σκιά επειδή φοβάσαι μην καείς.»

 

«Όταν οι λίγοι γεμίζουν τις τσέπες τους με χρυσάφι βουτηγμένο στο αίμα δε μένει στους πολλούς παρά να γεμίσουν τις τσέπες τους με πέτρες βουτηγμένες στο δίκιο.»

 

«Όταν ακούς ότι ένας ιδιώτης ζητάει 10 εργαζόμενους να θυμάσαι πως θέλει απλά 10 ανθρώπους για να του αυξήσουν κι άλλο την περιουσία του χωρίς ο ίδιος να ιδρώσει»

 

C.K

 

Ετικέτες: , ,

Μες στην υπόγεια την ταβέρνα…

Μες στην υπόγεια την ταβέρνα…

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Το κρύο εκείνο το βράδυ ήταν τσουχτερό. Διαπερνούσε τοίχους και ψυχές, ειδικά τις ψυχές όσων-τα΄ φερε η μοίρα λένε-δεν είχαν που να ακουμπήσουν τη θλίψη τους.

Βλέπεις, η θλίψη και η μοναξιά δεν αντέχονται, ακόμη κι αν υπάρχουν δίπλα σου άνθρωποι. Μη σου πω ότι τότε είναι ακόμη πιο βασανιστική και η θλίψη και η μοναξιά.

Όμως, το να μην έχεις ένα σπίτι να μένεις, ένα κρεβάτι να ξαποστάσεις κι έναν άνθρωπο δίπλα σου να νιώσεις έστω ότι κάποιος αναπνέει τον ίδιο αέρα με σένα, είναι ανυπόφορο.

Το κρύο εκείνο το βράδυ ήταν τσουχτερό και έξω από το κουτούκι της Ευδοκίας, πίσω από τις πολυκατοικίες του κεντρικού δρόμου, σ’ ένα υπόγειο στο στενάκι που κατέληγε σε αδιέξοδο.

Η συνοικία, προσφυγική, γνώριζε καλά τι θα πει καημός, τι θα πει στεναχώρια, χαμένα όνειρα μα και τι θα πει δίψα για ζωή, για μια νέα αρχή. Ένα ανυποχώρητο «γαμώτο» είχε ακουστεί πολλές φορές στα στενά της συνοικίας και στο υπόγειο κουτούκι της Ευδοκίας.

Οι τοίχοι, τα παλιά τραπέζια και οι καρέκλες είχαν να θυμούνται αμέτρητους αναστεναγμούς. Τα φθαρμένα ποτήρια, γέμισαν και ξαναγέμισαν χιλιάδες φορές με καημούς και κρασί, βάλσαμο θαρρείς για τις πονεμένες ψυχές.

Εκείνο το κρύο βράδυ, ένας γέροντας, ταλαιπωρημένος και ατημέλητος κοντοστάθηκε έξω από το κουτούκι. Του ήταν γνώριμος ο χώρος αφού από την περασμένη άνοιξη, τότε που ξέμεινε από δουλειά, περνούσε πολλά βράδια στο κοντινό παρκάκι. Φαινόταν διστακτικός. Τελικά πήρε την απόφαση και κατέβηκε σιγά-σιγά τα σκαλιά.

Στο κουτούκι, καμιά δεκαριά νοματαίοι κάθονταν σε τρία τραπέζια. Δεν είχε άλλωστε και πάρα πολλά. Χώραγε δε χώραγε έξι-εφτά τραπέζια.

Με το που τον είδε η Ευδοκία τον καλωσόρισε.

«Καλώς τον Ανέστη. Έλα, πέρνα μέσα. Κάθισε, σου΄χω μπακαλιάρο τηγανητό που σου αρέσει, με σκορδαλιά».

Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Ανέστης έβρισκε καταφύγιο στο κουτούκι της Ευδοκίας. Λίγο φαγητό κανένα μισαδάκι κρασί «έτσι για να ξεγελάμε τον πόνο μας», του έλεγε εκείνη πάντα με χαμόγελο. Είχε τον τρόπο της. Ποτέ δεν τον έκανε να νιώσει άβολα που δεν είχε να πληρώσει. «Δεν είπαμε; Όταν θα σαλπάρει το πρώτο σου βαπόρι, με ξεχρεώνεις μια και καλή. Νομίζεις θα στα χαρίσω;»

«Απόψε θα πληρώσω και θα κεράσεις κρασί και όλη την παρέα, από μένα», της είπε χαμηλόφωνα ο Ανέστης.

«Μπα! Τι έγινε; Σάλπαρε το πλοίο;»

«Όχι. Βρήκα κάτι λεφτά έξω από το παρκάκι, δίπλα στα σκουπίδια. Σε κάποιον θα περίσσευαν και τα πέταξε».

Εκείνη τον κοίταξε με απορία.

«Μη με κοιτάς έτσι. Μήπως θαρρείς ότι τα ΄κλεψα;»

«Όχι βρε Ανέστη. Αν ήσουν κλέφτης δεν θα ήσουν δίχως σπίτι και δίχως οικογένεια. Και λεφτά θα είχες και αυτοκίνητα και σπίτια και οικογένεια. Μη σου πω θα είχες και καμιά γκόμενα σπιτωμένη…Γιατί όμως δεν τα κρατάς, να έχεις για λίγες μέρες ν΄αγοράζεις καμιά φρατζόλα ψωμί να χορταίνεις την πείνα σου;»

«Απόψε θέλω να κεράσω. Όσο φτάνουν. Δεν είναι πολλά, αλλά για μια γύρα θα φτάνουν, έτσι δεν είναι;» και έβγαλε από το παντελόνι του 20 ευρώ και τα ΄βαλε στο χέρι της Ευδοκίας.

Εκείνη, μη θέλοντας να τον προσβάλει, τα πήρε.

«Παιδιά, απόψε το κρασί είναι κερασμένο από τον Ανέστη. Τράβηξε κάτι μαύρες καταθέσεις που είχε στα νησιά Ωξαποδώ και μας κερνάει».

Την ήξερε την ιστορία του Ανέστη η Ευδοκία, κι από την καλή κι από την ανάποδη.

Είχε καλή δουλειά. Αρχιμηχανικός σε εργοστάσιο. Πολυεθνική. Σιγουράντζα, δηλαδή, μέχρι που ξέσπασε η κρίση. Ευκαιρία περίμεναν τ’ αφεντικά για να κλείσουν το εργοστάσιο και να το πάνε αλλού. Να βγάζουν περισσότερα.

«Δε χορταίνουν με τίποτα. Προσωρινά μέχρι να περάσει η κρίση. Αλλά δεν έδωσαν δεκάρα τσακιστή για αποζημιώσεις. Το πτώχευσαν το μαγαζί. Τρέχα-γύρευε. Κάποιοι, βέβαια πήραν τις αποζημιώσεις τους μέχρι και το τελευταίο ευρώ. Κάτι λαμόγια του κερατά», της είχε πει ένα βράδυ σαν άδειασε το μαγαζί κι έμειναν οι δυο τους.

«Το σπίτι, δανεικό στην τράπεζα, η μεγάλη κόρη να σπουδάζει μακριά και άλλα δύο από πίσω να ακολουθούν στο λύκειο. Φροντιστήρια, ξένες γλώσσες, φαΐ, ρούχα; Τι να περιμαζέψεις; Στέρεψαν και οι δουλειές της Φιλιώς! Ποια να σκεφτεί να ράψει  φόρεμα ή φούστα; Φόραγε δεύτερο και τρίτο χέρι από γνωστές και φίλες».

«Κι ήταν λόγος να σηκωθείς και να φύγεις από το σπίτι; Να παρατήσεις την οικογένειά σου;», τον μάλωσε η Ευδοκία.

«Ντρεπόμουνα κι ακόμα ντρέπομαι».

«Τι ντρεπόσουνα;»

«Όλους. Τα παιδιά μου, τη Φιλίτσα μου. Την έβλεπα να μαραζώνει κι εγώ δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Όταν διέκοψε η κόρη τις σπουδές και γύρισε πίσω, δε με χωρούσε το σπίτι. Έφευγα ξημερώματα από το σπίτι και γύριζα μετά τα μεσάνυχτα για να μην τη συναντήσω. Πώς να της έλεγα ότι ο πατέρας της στάθηκε ανίκανος να τη σπουδάσει; Τις έκοψα τις φτερούγες, το καταλαβαίνεις;»

«Για κάτσε ρε Ανέστη που πήρες φόρα και δε λογαριάζεις τίποτα. Εσύ φταις που εκείνη η κουφάλα έκλεισε το εργοστάσιο γιατί ήθελε να ντερλικώνει ακόμα περισσότερο;» του είχε πει η Ευδοκία. Όχι μόνο εκείνο το βράδυ. Σχεδόν κάθε που τον συναντούσε του τα΄λεγε. Αλλά ο Ανέστης δεν άλλαζε γνώμη. Είχε πέσει σε βαριά κατάθλιψη και τα μυαλά του στρόφαραν ανάποδα.

Πήγε, λοιπόν ο Ανέστης και κάθισε στο τραπεζάκι στη γωνία. Εκεί που καθόταν κάθε φορά που τύχαινε να κατέβει τα σκαλιά του υπόγειου.

Η Ευδοκία, του έφερε το μπακαλιάρο και μισό κιλό «νέκταρ», όπως αποκαλούσε η ίδια το κρασί της.

«Δε με νοιάζει αν θα του αρέσει του πελάτη το φαγητό που του σερβίρω. Αν όμως καταλάβω ότι δεν του άρεσε το κρασί και ότι δεν αγαλίασε το είναι του, στεναχώρια μεγάλη με πιάνει», έλεγε συχνά καθώς σερβίριζε.

Σαν πήγε η ώρα 2 τα ξημερώματα, ο Ανέστης σηκώθηκε και κίνησε να φύγει. Θλιμμένος όπως έφευγε πάντα.

«Πάω στη βίλα μου», έλεγε για το πρόχειρο τσαντίρι που είχε φτιάξει στη μισογκρεμισμένη αυλή ενός εγκαταλειμμένου διώροφου.

Από εκείνο το βράδυ έκανε βδομάδες πολλές να ξαναφανεί στο κουτούκι μέχρι που κάποια μέρα εμφανίστηκε. Ξυρισμένος, πλυμένος με καθαρά ρούχα.

«Γιατί χάθηκες;», τον ρώτησε η Ευδοκία.

«Πήραμε το εργοστάσιο», της είπε γεμάτος χαρά και περηφάνια. «Το καταλάβαμε και το δουλεύουμε μόνοι μας. Δυσκολευόμαστε πολύ, αλλά τουλάχιστον το παλεύουμε. Αγωνιζόμαστε. Μαζευτήκαμε και συμφωνήσαμε να δώσουμε τη μάχη κι όπου βγει. Χωρίς πολλές κουβέντες και χωρίς διαπραγματεύσεις και άλλες τέτοιες ανοησίες με τα’ αφεντικά. Μας τρέχουν στα δικαστήρια, μας απειλούν αλλά μέχρι τώρα είμαστε αποφασισμένοι. Όταν ξεκινάς έναν αγώνα, ποτέ δεν ξέρεις το αποτέλεσμα. Αυτό που μετράει είναι να πιστεύεις στο δίκιο σου και να μην κάνεις πίσω στην πρώτη δυσκολία», συμπλήρωσε ο Ανέστης και κάθισε στη γνωστή του θέση.

«Που’ σαι Ευδοκία. Δε θέλω να φάω. Πιάσε λίγο από το νέκταρ, να το πιω και να φύγω γιατί αύριο έχω πρωινή βάρδια στο εργοστάσιο»

 

Ετικέτες: , , , ,

Ας κοιμηθούμε ήσυχοι γιατί αλλιώς μπορεί να ξυπνήσουμε

Ας κοιμηθούμε ήσυχοι γιατί αλλιώς μπορεί να ξυπνήσουμε

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

τηλεόραση1Τελικά, είναι ωραία η ζωή, χαρούμενη, γεμάτη ευτυχία. Κι αν δεν είναι, βρίσκουμε πάντα τον τρόπο να την κάνουμε να είναι. Αν όχι χαρούμενη, γεμάτη ευτυχία να την κάνουμε να είναι τουλάχιστον συμβατική, ίδια με των υπολοίπων. Ασφαλής και χωρίς εκπλήξεις. Τι να κάνουμε; Παντού χρειάζεται ένας έντιμος συμβιβασμός.

Για τα παιδιά μας μόνο ανησυχώ. Τα μεγαλώνουμε σωστά άραγε; Τους δίνουμε όλα όσα έχουν ανάγκη; Από την άλλη σκέφτομαι πως δεν πρέπει να έχω τέτοιες ανασφάλειες. Εντάξει, δεν τα πήγαμε στο The Voice, για να δουν από κοντά τα ιερά τέρατα της μπουζουκόβιας μουσικής σκηνής, αλλά δεν πειράζει. Θα τα πάω του χρόνου.

Κάθε πρωί τους βάζουμε για το σχολείο ένα κρουασάν, ένα πατατάκι κι ένα χυμό ανάμεικτο. Αν δεν έχουμε, τους δίνουμε χρήματα να ψωνίσουν ό,τι θέλουν από το κυλικείο. Πάνω απ΄όλα πρέπει να τρέφονται υγιεινά.

Το μεσημέρι, σαν γυρίσουν από το σχολείο, αν δεν έχουμε προλάβει να μαγειρέψουμε, τους παίρνουμε από το φαστφουντάδικο δύο χάμπουργκερ με σως, πατάτες τηγανιτές και αναψυκτικό. Είναι στην ανάπτυξη και πρέπει να τρώνε καλά και να έχουν και θετική ενέργεια. Το λέει κι αυτός με τα πεσμένα βλέφαρα και το θολό βλέμμα σε διαφήμιση στην τηλεόραση. Τι δηλαδή; Να έχουν αρνητική ενέργεια τα δικά μας παιδιά;

Πρέπει να φάνε γρήγορα γιατί θα έρθει η κοπέλα που τα διαβάζει. Ευτυχώς, τώρα με την κρίση, με 3 ευρώ την ώρα βρίσκεις καμιά φοιτήτρια, καμιά αδιόριστη δασκάλα και κάνεις τη δουλειά σου.

Βέβαια, τα δικά μου διαμαρτύρονται. Λένε πως δεν χρειάζεται να κάνουν μάθημα και της κάνουν το βίο αβίωτο. Αλλά καλύτερα έτσι. Από το να ξεσπάνε σε μας. Δε γίνεται όμως να μην κάνουν μάθημα. Τα περισσότερα παιδιά στην τάξη τους έχουν δασκάλα που τα διαβάζει στο σπίτι. Τι δηλαδή; Τα δικά μας στο πηγάδι κατούρησαν;

Μετά αρχίζει το τρέξιμο. Ο μικρός να πάει στο ποδόσφαιρο και η μικρή για χορό. Μετά, ο μικρός να συνεχίσει στο μπάσκετ και η μικρή στη ζωγραφική.

Μόλις που προλαβαίνουμε λίγο στο ενδιάμεσο να δούμε τα «Δανεικά Όνειρα», την αγαπημένη μας σειρά στην Αγία TV. Βγαλμένη από την καθημερινότητα της ζωής. Εντάξει, όχι της δικής μας, αλλά δεν έχει σημασία. Έτσι, να βλέπουμε και τα ζόρια που περνάνε οι πλούσιοι για να μην τους ζηλεύουμε. Αν και δεν θα μας πείραζε να είχαμε τα πλούτη τους μαζί με τα ζόρια τους.

Δε βαριέσαι! Έτσι είναι η ζωή.

Μετά, να γυρίσουν τα καημένα στο σπίτι, να χαλαρώσουν λίγο κι αυτά στην Αγία TV, να δουν το κανάλι με τα παιδικά και τις διαφημίσεις. Τι ωραίες διαφημίσεις! Χαίρεσαι να τις βλέπεις και να τις ακούς. Δυνατές φωνές για να μένουν στο μυαλό των παιδιών μας.

Μετά θα έρθει η κοπέλα που τους κάνει Αγγλικά και Γαλλικά. Ευτυχώς που είναι δίδυμα και δεν διπλοπληρώνουμε.

Κάποια στιγμή έρχεται και η ώρα που τα παιδιά κοιμούνται.

Τότε, θα κάτσουμε κι εμείς, επιτέλους στον καναπέ να δούμε τις βραδινές ειδήσεις, εκτός κι αν έχει κανέναν αγώνα οπότε ο καθένας στην τηλεόρασή του. Εγώ στον καναπέ με την πίτσα που παράγγειλα και η γυναίκα μου στην κρεβατοκάμαρα με το γιαουρτάκι «Μοσχαρίτσα». Το τρώει και η παρουσιάστρια του διαγωνισμού ταλέντων γι’ αυτό είναι ξανθιά, όμορφη, λεπτή και γαλανομάτα.

Βέβαια η γυναίκα μου είναι πιο όμορφη αλλά δε με πιστεύει που της το λέω.

Αν πάλι δεν έχει αγώνα, βλέπουμε κάποια εκπομπή μαγειρικής. Τον Άκη, τον Άρη, το Λευτέρη, τη Λίτσα, τη Μαρία, τη Τζένη. Χορταίνει το μάτι μας κι έχουμε να συζητάμε και κάτι με τους άλλους γονείς το πρωί που πάμε τα παιδιά στο σχολείο και περιμένουμε απ΄έξω, προσευχόμενοι, μέχρι τα φυντάνια μας να μπουν στις τάξεις.

Άντε μετά να πάμε στις δουλειές μας. Εγώ να ανοίξω το μαγαζί, η γυναίκα μου να πάει στην εταιρεία της. Εγώ να παρακαλάω να μπει κανένας πελάτης, εκείνη να της δώσει το αφεντικό κανένα μηνιάτικο από τα 10 που της χρωστάει.

Αλλά, δε βαριέσαι! Τι να κάνουμε; Έτσι είναι η ζωή. Υπάρχουν και χειρότερα. Και δόξα τω Θεώ να λέμε. Εντάξει, υπάρχουν και καλύτερα, αλλά τα καλύτερα είναι για τους λίγους. Αυτοί, κρίση ξεκρίση θα είναι πάντα καλύτερα. Δεν μπορούμε να είμαστε όλοι ίσοι.

Να μην ξεχάσω να πάρω και το περιοδικό «Αποχαζεύω», να το δούμε το βράδυ. Η Φαίη, λέει, φόρεσε καινούργιο μαγιό κι ο Βαρουφάκης, δεν ξέρω τι κάνει στις διαπραγματεύσεις πάντως στο ντύσιμο είναι πρότυπο.

Γιατί ο Τσίπρας που ξεπέρασε ακόμα και τον Ομπάμα σε γοητεία; Άσε που θέλω να πάω και το αμάξι για πλύσιμο και να του πω του κυρ Λευτέρη ότι ο Πακιστανός που μας το έπλυνε τις προάλλες, μισές δουλειές έκανε. Τσάμπα το ευρώ που του άφησα για μπουρμπουάρ. Αλλά τι περιμένεις; Είχαν και στη χώρα τους αυτοκίνητα;

[Γιατί ρε; Εσύ στο κατσικοχώρι που γεννήθηκες είχες;]

Ωχ! Ποιος μίλησε;

[Η συνείδησή σου ρε κόπανε. Ότι απέμεινε, δηλαδή, από δαύτη.]

Αυτό μας έλλειπε τώρα, να αρχίσω να ακούω και φωνές. Δεν πάω καλά, πρέπει να πάρω τηλέφωνο τον Χαλίλ. Μέγα μέντιουμ και εξαίρετος παραψυχολόγος. Τώρα κιόλας θα τον πάρω, αλλιώς θα τρελαθώ τελείως!

 

 

 

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: