RSS

Tag Archives: Κοινωνία

Προς καλοπροαίρετους και «καλοπροαίρετους»

<strong>Προς καλοπροαίρετους και «καλοπροαίρετους»</strong>

Προς καλοπροαίρετους και «καλοπροαίρετους»

Από τον Χρήστο Επάμ. Κυργιάκη

«Οι συνδικαλιστές πρέπει να πρωτοπορούν και όχι να αρνούνται την αξιολόγηση», υποστηρίζει καλοπροαίρετα φίλος αγαπημένος μαθαίνοντας τα της εκπαίδευσης από τα ΜΜΕ.

«Οι συνδικαλιστές δεν θέλουν την αξιολόγηση», γράφει και πληκτρολογεί «καλοπροαίρετα» ο Καθημερινός κονδηλοφόρος.

Σημείο αναφοράς και των δύο δεν είναι άλλο παρά οι περίφημοι «συνδικαλιστές».

Παραβλέπουν και οι δύο, ο πρώτος άθελά του και ο δεύτερος εσκεμμένα, πως η αντίθεση ενάντια στην αξιολόγηση προήλθε, με πάταγο είναι η αλήθεια, από το σύνολο, σχεδόν, του κλάδου των εκπαιδευτικών και όχι από μερικούς «συνδικαλιστές».

Τη μάχη της απεργίας-αποχής την έδωσαν με απόλυτη επιτυχία και συνέπεια καταφέρνοντας μία από τις πιο σημαντικές ήττες στην «ατσαλάκωτη» και κυριλέ κυβερνητική και νεοφιλελεύθερη λογική του σχολείου της αγοράς και της μπίζνας, οι «απλοί» και «ανώνυμοι», όπως συχνά τους αποκαλούν, εκπαιδευτικοί.

Αυτοί που τα τελευταία δέκα χρόνια είδαν τους μισθούς τους να εξανεμίζονται τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα να καταργούνται, και τη λάσπη προς το πρόσωπό τους να πετιέται ασταμάτητα.

Αυτοί που έχουν γίνει, εκτός από εκπαιδευτικοί, γραμματείς, ερμηνευτές νόμων, γραφειοκράτες με ειδικότητα στο να συμπληρώνουν φόρμες, ψυχαναλυτές και ψυχολόγοι δικοί τους μα και των μαθητών, των παιδιών τους και των μελών των οικογενειών τους.

Είναι οι ίδιοι που γυρνάνε σε τρία, τέσσερα και πέντε σχολεία, για να συμπληρώσουν ωράριο, οι λεγόμενοι αόρατοι συνάδελφοι που μόνο οι «προγραμματιστές» ξέρουν τα ονόματά τους στα σχολεία που πηγαίνουν και που δεν προλαβαίνουν ούτε μια ανθρώπινη φιλική και συναδελφική σχέση να χτίσουν.

Είναι όλοι αυτοί οι εργαζόμενοι-λάστιχο που έχουν ένα σκασμό προϋπηρεσία στα δημόσια σχολεία αλλά θεωρούνται ανίκανοι από το επίσημο ευνομούμενο κράτος να συνεχίσουν να «γράφουν» προϋπηρεσία αλλά με όρους εργασιακής ασφάλειας και μονιμότητας. Γιατί ούτε τα κενά καλύφθηκαν ούτε οι αναπληρωτές εξαφανίστηκαν.

Δεν είναι άλλοι παρά αυτοί οι μοναδικοί που με το φιλότιμο, την αυταπάρνηση και τον «επαγγελματισμό» τους κράτησαν, κρατάνε και θα εξακολουθήσουν να κρατάνε όρθιο το δημόσιο σχολείο, ανοιχτό σε όλα τα παιδιά, χωρίς αποκλεισμούς, κόντρα σε ρουφιάνους και ρατσιστές.

Στους καλοπροαίρετους που ζητάνε από τους εκπαιδευτικούς να πρωτοπορήσουν, η απάντηση, επίσης καλοπροαίρετα είναι πως μονίμως πρωτοπορούν ζητώντας και διεκδικώντας:

Ολιγομελή τμήματα για να μπορούν να ασχολούνται πολύ περισσότερο με το κάθε παιδί και τις μαθησιακές του ανάγκες.

Ουσιαστικές συνεχείς δωρεάν επιμορφώσεις, και εκπαιδευτικές άδειες με αποδοχές για να μπορούν όλοι όσοι το επιθυμούν να διευρύνουν με δωρεάν  μεταπτυχιακά προγράμματα τους ορίζοντες και τις γνώσεις τους χωρίς να χρειάζεται να ξοδεύουν μια περιουσία σε σεμινάρια και μεταπτυχιακά επί πληρωμή.

Πρόσληψη προσωπικού για γραμματειακή υποστήριξη ώστε να μπορούν οι εκπαιδευτικοί να ασχολούνται μόνο με το μαθησιακό-γνωστικό κομμάτι και τις ανάγκες των μαθητών και όχι της εκάστοτε γραφειοκρατικής διοίκησης.

Σύγχρονα βιβλία και αναλυτικά προγράμματα σπουδών σύμφωνα με τις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων για πραγματική γνώση και μόρφωση και όχι σύμφωνα με τις ανάγκες της αγοράς σε δεξιότητες.

Σχολεία σύγχρονα, αντάξια των μαθητών και των κόπων των γονιών τους που φορολογούνται άγρια, με εργαστήρια, γυμναστήρια, θέατρα, μουσικά όργανα, αίθουσες προβολών πλαισιωμένα από τους αντίστοιχους εκπαιδευτικούς εικαστικών μαθημάτων αλλά και μαθημάτων κοινωνικών επιστημών.

Στους «καλοπροαίρετους» κονδηλοφόρους που επίσης ζητάνε από τους εκπαιδευτικούς να «πρωτοπορήσουν» και να δεχτούν την αξιολόγηση της κυβέρνησης και των διεθνών οργανισμών η απάντηση βγαίνει αβίαστα.

Η «αξιολόγησή» τους ή η «αποτίμησή» τους ή η «ανατροφοδότηση» τους, μόνο πρωτοπορία δεν συνιστά. Ίσα-ίσα που παραπέμπει ευθέως σε Μεσαίωνα καθώς προβλέπει, κατηγοριοποίηση εκπαιδευτικών και σχολείων, κατάργηση, ή συρρίκνωση σχολικών μονάδων, μείωση χρηματοδότησης, μείωση μισθών, απολύσεις, δηλαδή, καίριο χτύπημα στο δημόσιο σχολείο και τις παροχές του. Σημαίνει ασφυκτική πίεση προς τους εκπαιδευτικούς και στραγγαλισμό της  παιδαγωγικής ελευθερίας την οποία επιβάλλεται να έχει.

Η «αξιολόγησή» τους θέλει να μετατρέψει τον εκπαιδευτικό σε έναν κυνηγό μαγισσών που αντί για σκούπα θα καβαλάνε ηλεκτρονικές φόρμες αποτίμησης και στατιστικών στοιχείων και που το μόνο για το οποίο θα νοιάζεται είναι το πώς θα «φέρνει» ζεστό χρήμα στο σχολείο αναζητώντας χορηγούς και υλοποιώντας «προγράμματα».

Η «αξιολόγησή» τους σημαίνει περισσότερα παιδιά εκτός δημόσιου σχολείου, απροστάτευτα στις ορέξεις είτε των αφεντικών είτε των ιδιωτικών σχολαρχών. Η ελάχιστη βάση εισαγωγής έδειξε το δρόμο και η τράπεζα θεμάτων θα έρθει να τον ασφαλτοστρώσει.

Αν τα προηγούμενα δεν οδηγούν στον σκοταδισμό και τον στραγγαλισμό του δημόσιου σχολείου, τότε ο εθνικός μας λεξικογράφος πρέπει να ψάξει για νέες λέξεις και ορολογίες.

Όπως και να το δει κανείς, είτε καλοπροαίρετα είτε «καλοπροαίρετα», οι εκπαιδευτικοί ήταν, είναι και θα είναι αυτοί που θα πρωτοπορούν.

Για αρχή, θα ευχηθούν «καλές διακοπές και καλό καλοκαίρι», στους εμπνευστές της αξιολόγησης και στους υποστηρικτές της νέας προσπάθειας για εφαρμογή της.

Μάλλον όλοι οι παραπάνω πρέπει να ετοιμάζονται για άλλη μία ήττα, αυτή τη φορά ακόμη πιο σκληρή, οδυνηρή, μια ήττα τελειωτική.

 

Ετικέτες: , , , ,

Η άτιμη η κενωνία

Η άτιμη η κενωνία

Η άτιμη η κενωνία

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Τα πράγματα είναι απλά. Απλά και εύκολα. Όσο εύκολες ήταν οι εργασίες που έχουν κάνει στη ζωή τους κάποιοι πολιτικοί μας ηγέτες, άριστοι κατά τα άλλα, και λάτρεις της σκληρής εργασίας.

Άμα είσαι γιατρός και σώζεις ζωές και μάχεσαι για να νιώθει ο άνθρωπος αξιοπρεπής μέσα στην ασθένειά σου, όπως ευτυχώς συμβαίνει με τους περισσότερους γιατρούς, και δεν παίρνεις φακελάκια ως προϋπόθεση για να τους αναλάβεις, η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σου χαρίζει απλόχερα το χειροκρότημά της. Σε στύβει στις υπερωρίες και ακόμα στις χρωστάει. Γιατρουδάκι σε ανεβάζει γιατρουδάκο σε κατεβάζει. Ενώ αν είσαι από τους άλλους, τους εκβιαστές, η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σε ανταμείβει. Σε κάνει καθηγητή, μεγαλογιατρό με πουράκλες στο γραφείο σου κάτω από το «απαγορεύεται το κάπνισμα». Μέχρι και πρύτανη μπορεί να σε κάνει για να έχεις τον έλεγχο και να τα κονομάς από παντού ή και ειδικό σε κάποια από τις επιστημονικές επιτροπές για να έχουν οι ιθύνοντες το κεφάλι τους ήσυχο.

Άμα είσαι άνθρωπος του μόχθου, του μεροκάματου και της καθημερινής βιοπάλης, η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σε έχει κυριολεκτικά χεσμένο. Μόνο η μάνα σου σε θυμάται και μόνο αυτή νιώθει το τι περνάς. Ποιος νοιάζεται αν έχεις να περάσεις το μήνα, αν έχεις για το ενοίκιο, αν σου φτάνουν για τη δόση του δανείου, αν έχεις φαΐ στο πιάτο κάθε που γυρνάς στο σπίτι ή αν δουλεύεις ένα σκασμό ώρες κάθε μέρα;

Αν είσαι όμως μέγας πληρωμένος ξεχασμένος και ξεγραμμένος μαχητής και μπορείς και επιβιώνεις σε στημένες κακουχίες κάπου εκεί στην καραϊβική τότε η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σε έχει περί πολλού. Σε περιμένει στα αεροδρόμια για να σε επευφημήσει λες και ανακάλυψες το φάρμακο για τον καρκίνο, λες και έβαλες έστω ένα λιθαράκι, έναν κόκκο άμμου βρε αδερφέ για να φτιάξεις ένα σκαλί για να πατήσει ο «άνθρωπος» και να δικαιολογήσει το όνομά του. Σου ετοιμάζει συνεντεύξεις σε κανάλια πανελλαδικής εμβέλειας για να αναλύσεις τις κραυγές που έβγαζες όταν βουτούσες στα λασπόνερα ξυπνώντας ακόμη και στα τσακάλια ακόμη πιο ζωώδη ένστικτα.

Αν πάλι είσαι μισθωμένος αγρότης σε φάρμα, τέτοιος αγρότης που σηκώνεται ο φράχτης, παίρνει των ομματιών του και πάει μετανάστης στην Παταγονία, και ουρλιάζεις χωρίς λόγο όλη την ώρα κάνοντας τον άγριο και τον τσαμπουκαλεμένο, η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σε προβάλλει σαν πρότυπο. Να γαμπρός για τις κόρες τις έμορφες. Και δως του τα κανάλια να σε κυνηγάνε για μια σου λέξη, τι λέξη δηλαδή, για ένα σου μουγκρητό έστω για ένα σου γέλιο για να λάμψει η λευκασμένη οδοντοστοιχία σου.

Αν όμως είσαι αγρότης κανονικός, από αυτούς που μυρίζουν το χώμα και καταλαβαίνουν αν και πόσο διψάει, από αυτούς που παλεύουν με τη γη για να ζήσουν οι ίδιοι και οι οικογένειές τους τότε η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, θα σε πει τεμπέλη και καφενόβιο που ζεις με τις επιδοτήσεις και κλείνεις τις εθνικές οδούς του Μπόμπολα και δεν αφήνεις τον Πέτρο να πάει να δει τη μανούλα του και στενοχωριέται ο Πέτρος και οι όμοιοί του. Και σε λίγα χρόνια εκεί που χρωστούσε και της Μιχαλούς κατορθώνει και μας κάνει τη χάρη να προσφέρει και πάλι με τα έντυπά του στον εκπολιτισμό του μνημονιακού νεοέλληνα. Αυτά είναι τα ωραία.

Όμως ευτυχώς για όλους εμάς τους υπόλοιπους που δεν είμαστε μέλη της κοινωνίας ούτε της επίσημης ούτε της ανεπίσημης, υπάρχουν εκείνοι, και είναι πάρα πολλοί, που κρατάνε άσβεστη τη φλόγα της ελπίδας και είναι φορές που την κάνουν πυρκαγιά που καίει ότι τοξικό υπάρχει και μπορούμε και ρουφάμε καθαρό αέρα.

Είναι όλοι αυτοί οι παραπάνω που η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, τους έχει απορρίψει. Και κοντά σ’ αυτούς είναι κι άλλοι, όπως οι φοιτητές που πέταξαν έξω τους μπάτσους του Μιχάλη και του Κούλη από τα πανεπιστήμια ή όπως οι εκπαιδευτικοί που όρθωσαν και πάλι ανάστημα στις εμμονικές αντιδραστικές επιδιώξεις της κυρά-Νίκης και πέταξαν για μία ακόμη φορά στον καλάθι των α(χ)ρήστων την αξιολόγησή τους.

Γιατί τα πράγματα είναι απλά. Άλλες οι ανάγκες της πραγματικής κοινωνίας και άλλες οι εικονικές ανάγκες της κενωνίας που θέλει να εμφανίζεται ως κοινωνία, επίσημη ή ανεπίσημη.

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Η μάνα

Η μάνα

Η μάνα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Λένε πως η δουλειά σε ανταμείβει, πως όποιος δουλεύει αργά ή γρήγορα θα βρει προκοπή. Εννοούν πως θα αποκτήσει περιουσία, θα βγάλει λεφτά θα ανέβει τάξη στην κοινωνία. Θα γίνει κάποιος βρε αδερφέ.

Δώδεκα χρονών ήταν ο Παναγής, εκεί γύρω στα 1920.

Τον ξύπνησε η μάνα του ένα πρωί και του ανακοίνωσε πως ο πατέρας του πέθανε.

– Και δεν θα τον ξαναδούμε μάνα;

– Είδες πολλούς πεθαμένους μέχρι τώρα;

– Δεν ξέρω μάνα, είμαι μικρός.

– Πέθανε σου λέω. Μας άφησε χρόνους που να καεί στην κόλαση ο αφορεσμένος.

– Όχι στην κόλαση μάνα. Κάνει πολλή ζέστα εκεί.

– Να καεί! Καψάλα να γίνει. Πώς θα τα βγάλω πέρα μόνη μου λες; Χωράφια δεν έχουμε, λίρες δεν έχουμε, παράδες δεν έχουμε. Και το σπίτι ακόμα που μένουμε είναι έτοιμο να σαρίσει.

– Μάνα γιατί πέθανε;

– Γιατί ήταν αχαΐρευτος. Εκεί που θέριζε έπεσε τέζα.

– Θέλω να τον δω. Πού είναι;

– Δεν χρειάζεται. Τον πήραν και τον έθαψαν. Δεν χρειάζεται να τον δεις.

– Είχα από προχτές να τον δω.

– Κι εγώ. Νόμιζα κοιμήθηκε στο χωράφι. Το είχε ξανακάνει. Αλλά αυτός πήγε και ψόφησε.

– Μη μιλάς έτσι για τον πατέρα. Σάματις ήθελε να πεθάνει λες;

– Κι άμα δεν ήθελε; Τώρα τι κάνουμε;

– Θα δουλέψω εγώ μάνα. Μη σκιάζεσαι.

– Θα πάω στον κυρ-Στέργιο και θα του ζητήσω δουλειά.

– Μην πας σ’ αυτόν.

– Γιατί;

– Δεν είναι καλός άνθρωπος. Και δεν μ’ αρέσει που σε κοιτάει. Ούτε που σε αγγίζει με τα χέρια του.

Δεν πρόλαβε ο Παναγής να τελειώσει τη φράση του και βρέθηκε με το κεφάλι στον τοίχο από την ξανάστροφη της μάνας του.

– Μάζεψε τη γλώσσα σου γιατί θα στην κόψω. Όταν ψηνόσουν στον πυρετό τις προάλλες, εκείνος πλήρωσε για να πας σε γιατρό στην πόλη. Ο ανεπρόκοπος ο πατέρας σου βλέπεις δεν μπορούσε.

Τα μάτια του παιδιού γέμισαν δάκρυα.

– Αν ξαναπείς ανεπρόκοπο τον πατέρα μου θα σε κλωτσήσω και θα φύγω.

– Να πας στα τρανά που θα με φοβερίξεις κιόλας.

Σηκώθηκε κι έφυγε ο Παναγής. Όχι, δεν την κλώτσησε τη μάνα του μα τα μάτια του έτρεχαν ασταμάτητα σα μικρές βρυσούλες. Μόνο που δεν έβγαζαν νερό γάργαρο. Φαρμάκι και πόνο έσταζαν, πόνο αβάσταχτο για την ψυχούλα του μικρού.

Πήγε στην άλλη άκρη του χωριού, στη θεια του τη Λένω, την αδερφή του πατέρα του.

– Κάτσε λίγες μέρες εδώ μέχρι να περάσει η μπόρα και θα πας να βρεις ξανά τη μάνα σου, του είπε η θεια του.

– Δεν πάω θεια. Δεν τη θέλω. Βρίζει τον πατέρα μου και θα πάει να βρει τον Στέργιο.

– Ποιον, εκείνο το παλιοζάγαρο;

– Ναι εκείνο.

– Ότι πει η μάνα σου, αυτό θα κάνεις κι εσύ.

– Εγώ δεν πάω σ’ αυτόν.

– Καλά! Σώπα τώρα. Αγρίμι σκέτο. Ίδιος ο πατέρας, Σε καλό να σου βγει.

Πέρασαν πάνω από δύο μήνες που έκατσε με τη θεια του. Η μάνα του πήγαινε και τον έβλεπε. Τον ξεκαθάρισε πως τον κυρ-Στέργιο θα τον παντρευτεί.

– Αν δεν τον παντρευτώ θα πεθάνουμε από την πείνα, κι εγώ κι εσύ μαζί που να μην έσωνα να τον παντρευόμουν τον αχαΐρευτο τον πατέρα σου.

Σηκώθηκε ο Παναγής και όρμησε με φόρα στη μάνα του. Τελευταία στιγμή, αντί να κλωτσήσει εκείνη, έριξε μια δυνατή κλωτσιά στο τραπέζι.

Ούρλιαξε η θεια του. Έβαλε τα κλάματα η μάνα του. Το παιδί βγήκε έξω κουτσαίνοντας και φωνάζοντας.

– Άι στο διάολο μάνα. Άι στο διάολο και συ και ο παλιό Στέργιος σου.

Τι κι αν δεν ήθελε ο Παναγής; Στο μήνα πάνω έγινε ο γάμος.

Αυτός κι η μάνα του μετακόμισαν στο σπίτι του πλούσιου πατριού του.

Από την πρώτη μέρα ο πατριός του έβαλε τους όρους του.

– Μικρέ, εδώ είναι το σπίτι μου. Το θες δεν το θες εδώ κουμάντο κάνω μόνο εγώ. Αν δεν συμφωνείς με όσα ορίζω θα μένεις έξω. Η μάνα σου είναι τώρα δική μου. Την ήθελα κι από παλιά αλλά οι δικοί της την έδωκαν στον πάτερα σου γιατί ήμουνα λέει μεγάλος.

– Σαν παππούς μου είσαι. Με το ένα πόδι στο τάφο.

– Όπως βλέπεις εγώ είμαι ολοζώντανος. Άλλος είναι στο τάφο.

Θόλωσε το παιδί με όσα άκουσε. Αρπάζει το κουζινομάχαιρο που ήταν πάνω στο τραπέζι και ορμάει στον κυρ-Στέργιο.

Τον προλαβαίνει εκείνος και του πιάνει το χέρι. Του τραβάει το μαχαίρι και είναι έτοιμος να το καρφώσει στο κορμί του παιδιού.

– Άτιμε θα σε σκοτώσω, ακούστηκε η φωνή της μάνας την ώρα που κάρφωνε στην πλάτη του κυρ-Στέργιου την κάμα που είχε πάντα στο ζωνάρι μέσα από τα σιγκούνια της.

Πέντε μαχαιριές του κατάφερε του κυρ-Στέργιου μέχρι να σιγουρευτεί πως ο γιος της δεν κινδυνεύει από τα χέρια του.

Φαρδύς πλατύς σωριάστηκε ο Στέργιος με το κουζινομάχαιρο να πέφτει δίπλα του στο πάτωμα.

– Φεύγα Παναγή. Τράβα στη θεια σου και πες της τι έγινε. Εμένα να με ξεχάσεις. Εκείνη θα έχεις τώρα για μάνα.

Τα χρόνια πέρασαν, ο Παναγής μεγάλωσε έκανε δική του οικογένεια μα τα σημάδια στην ψυχή του έμειναν ανεξίτηλα.

Ποτέ δεν αγκάλιασε τα τρία του παιδιά, ούτε όταν ήταν μικρά ούτε σαν μεγάλωσαν.

Και τη γυναίκα του, παρόλο που την «έκλεψε» από αγάπη γιατί οι δικοί της δεν τον ήθελαν για γαμπρό τους, δεν της είπε ποτέ ένα καλό, έναν γλυκό λόγο.

Και στο χωριό που κατέφυγε με την γυναίκα του για να συνεχίσει τη ζωή του, είχε τη φήμη του δύστροπου, του παράξενου και του αψύ ανθρώπου που όλα του έφταιγαν.

Σε κανέναν δεν μίλησε ποτέ για τα όσα πέρασε.

Αυτά μαθεύτηκαν αργότερα όταν ο ίδιος είχε φύγει πια από τη ζωή.

Κάποιοι έσκυψαν το κεφάλι, κάποιοι ένιωσαν τύψεις αλλά οι περισσότεροι συνέχισαν να ζουν τις ζωές τους με τα δικά τους τραύματα και τα δικά τους απωθημένα.

Μέχρι να κλείσει τα μάτια του δούλευε στα χωράφια.

Ούτε περιουσία απόκτησε, ούτε παράδες, ούτε λίρες, ούτε παλάτια.

Τι κι αν τον σκιάζονταν τα χώματα σαν τον έβλεπαν;

Ίσως δεν του «άξιζε να προκόψει»…

 

Ετικέτες: , , , , ,

Πρέπει να φας παιδί μου

Πρέπει να φας παιδί μου

Πρέπει να φας παιδί μου

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

«Γιατί κλαις παιδί μου; Μήπως πεινάς; Θα πεινάς σίγουρα. Είσαι αδύνατος. Πρέπει να τρως. Έλα σε παρακαλώ. Φάε λίγο ψωμί τουλάχιστον.»

Δώδεκα γυναίκες, εργάτριες γης, στοιβαγμένες σε μια αποθήκη «του αφέντη», όλες από το διπλανό χωριό, αποκαμωμένες από το σκάλισμα των βαμβακιών νύχτα με νύχτα, στρωματσάδα πάνω σε κάτι σελτέδες γεμάτους κοριούς και τσιμπούρια. Τουαλέτα, που λέει ο λόγος, και τουλούμπα για πλύσιμο έξω από την αποθήκη. Καμιά τριανταριά μέτρα μακριά.

Είκοσι έξι χρονών η μικρότερη, με δύο παιδιά, τρίχρονο το τελευταίο, εξήντα δύο η μεγαλύτερη. Όλες άφησαν τα σπίτια τους και τις οικογένειές τους για δύο βδομάδες επειδή η ανάγκη τους έσφιγγε το λαιμό.

Για το μεροκάματο, για να βουλώσουν καμιά τρύπα, για να αγοράσουν ξύλα για το χειμώνα, για να πάρουν κανένα κιλό κρέας για το παιδί, για, για…

– Πάλι εφιάλτη έβλεπε η μικρή. Θα σκάσει από το κακό της.

– Μας βγήκε ευαίσθητη. Λες και τα δικά μας είναι σκυλιά κι όχι παιδιά.

Η μεγαλύτερη από όλες πήγε και σκούντηξε σιγά-σιγά τη μικρή για να την ξυπνήσει χωρίς να τρομάξει.

– Έλα σήκω. Σου είπα να μην ξεσυνερίζεσαι με όσα βάζεις στο μυαλό σου. Μια χαρά είναι το παιδί. Έχουμε δέκα μέρες ακόμα. Άμα δεν κοιμάσαι πώς θα αντέξεις όλες τις μέρες με το τσαπί στο χέρι;

– Είδα πάλι ότι έκλαιγε και δεν έτρωγε. Έμαθε με μένα και δεν τρώει με την πεθερά μου. Πώς θα βάλει κάνα γραμμάριο άμα δεν τρώει.

– Μην κάνεις έτσι. Εμείς δεν έχουμε παιδιά; Δεν βλέπουμε και εφιάλτες κάθε βράδυ, πετάχτηκε η εργάτρια που την κατέκρινε και πριν.

Η «μικρή» δεν μίλησε. Μόνο την κοίταξε με απορία και θλίψη.

– Εσύ να κοιτάς τη δουλειά σου, της είπε η πιο ηλικιωμένη.

– Κι εσύ τη δική σου, της απάντησε η ίδια εργάτρια.

Από την πρώτη μέρα η μικρομάνα δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει πίσω στα παιδιά της και στο σπίτι της. Είχε έρθει και πέρυσι για μεροκάματο, στον ίδιο «αφέντη», αλλά φέτος δεν επέστρεφε κάθε βράδυ στους δικούς της. Για δυο βδομάδες, μέχρι να τελειώσει το σκάλισμα θα έμεναν στην αποθήκη του αφέντη για να μην χάνουν χρόνο.

Το φαΐ λιγοστό και μετρημένο. Βλέπετε «δεν του περίσσευαν» και του αφέντη. Με αυτά τα «ψωροχωραφάκια πάσχιζε κι αυτός να τα φέρει βόλτα».

Όλη τη μέρα την έβγαζε στο χωράφι να επιτηρεί τις εργάτριες.

Άμα του «γυάλιζε» και καμία, την πλησίαζε όταν έβρισκε ευκαιρία και άρχιζε τις «προτάσεις».

– Ας τολμήσει να πλησιάσει και θα του ανοίξω το κεφάλι με την τσάπα στα δυο σαν κολοκύθι, είπε μία από τις εργάτριες που ο αφέντης έδειξε από την πρώτη στιγμή ότι του αρέσει.

Το έλεγε και το εννοούσε η συγκεκριμένη. Ήταν όμορφη κι ανύπαντρη κι όσο να’ ναι όσοι έβαζαν κακό με το νου τους τη θεωρούσαν «εύκολο στόχο».

Πριν από τρία χρόνια όταν ο γιος του αφεντικού σε ένα άλλο χωριό τόλμησε να απλώσει το χέρι του και να την ακουμπήσει την ώρα που γύριζε με το θκούλι το τριφύλλι, του κάρφωσε το θκούλι στο χέρι και το έμπηξε στο χώμα.

– Εμένα χωρίς να το θέλω δεν με ακουμπάει κανείς, του είπε. Έβγαλε το θκούλι από το χέρι του νεαρού, το ακούμπησε στον ώμο της και τράβηξε κατά το αφεντικό που ερχόταν προς το μέρος της καθώς άκουσε τα ουρλιαχτά του γιού του.

– Τα μεροκάματά μου και φεύγω, του είπε κρατώντας το θκούλι κατά πάνω του.

– Παλάβωσες; Της είπε εκείνος.

– Τώρα θα παλαβώσω. Σύμασε το γυφτόπιασμα το παλιοζάγαρο το γιο σου να μην τον στείλω σουβλισμένο στη γυναίκα σου.

Σκιάχτηκε το αφεντικό. Είδε και το θκούλι να τον σημαδεύει στο «δόξα πατρί» και σου λέει: ζουρλή είναι ετούτη χωρίς αμφιβολία.

– Δεν έχω μαζί μου παράδες. Στέκα εδώ να πάω στο σπίτι να σου φέρω.

Πήρε τα μεροκάματα και έφυγε με τα ποδάρια. Από κοντά την ακολούθησαν κι άλλες. Μόνο πέντε έμειναν. Τον τάραξε στο ξύλο το γιο του το αφεντικό.

– Σύρε να γυρίσεις μόνο σου το τριφύλλι τώρα. Παλιο κοθώνι του κερατά.

Πίσω στην αποθήκη οι περισσότερες εργάτριες ξαγρύπνησαν. Άρχισαν να λένε ιστορίες και να σιγοτραγουδούν. Αυτές που νύσταζαν γκρίνιαζαν πως ήθελαν να κοιμηθούν για να αντέξουν την επόμενη μέρα.

– Στεκάτε λίγο, είπε σε κάποια στιγμή η ηλικιωμένη. Πήγε στον τροβά της και έβγαλε από μέσα ένα μπουκάλι. Τράβηξε το φελλό και ήπιε μια γουλιά. Σφούγγιξε με το μανίκι το στόμα της και είπε: Μωρέ και πεθαμένο ανασταίνει το άτιμο.

– Έφερες τσίπουρο μαρή;

– Όχι θα κάθομαν. Χρειάζεται κι αυτό καμιά φορά. Έλα πιες λίγο και να πλαγιάσουμε. Πέρασε η ώρα. Άρχισαν να λαλάνε τα κοκόρια. Ξημερώνει σε λίγο.

Πριν ακόμα χαράξει, το αφεντικό έφτασε έξω από την αποθήκη και άρχισε να φωνάζει για να ξυπνήσουν οι εργάτριες.

Οι γυναίκες άρχισαν να αναδεύονται και να σκουντάνε η μία την άλλη.

– Ήρθε ο ξεσποριασμένος ακόμα δεν βγήκε ο ήλιος! Μη χάσει κάνα λεπτό!

Πολύ γρήγορα όλες ήταν στο πόδι. Κίνησαν προς την άλλη πλευρά της αποθήκης για να πάρουν τα τσαπιά.

Όλες εκτός από μία.

Η μικρομάνα έλλειπε.

– Το’ πε και το’ κανε, η αφορισμένη, είπε η πιο ηλικιωμένη για να συνεχίσει: Αφεντικό, η μικρή έφυγε. Εγώ δεν κάθομαι να δουλέψω. Θα πάω να τη βρω μην πάθει και τίποτα στο δρόμο. Μικρό κορίτσι είναι.

– Όποια φύγει να ξέρει πως δεν θα πληρωθεί και δεν θα ξαναδουλέψει για μένα.

– Θα μας πληρώσεις και θα πεις κι ένα τραγούδι μην πάρω το θκούλι και σε περιλάβω μ’ αυτό, όπως τον άλλον. Τώρα όσο για τη δουλειά, θα μας παρακαλάς και δεν θα ερχόμαστε, του είπε η άλλη εργάτρια.

– Μα δεν τα έχω τώρα τα λεφτά. Αλλιώς τα υπολόγιζα. Και θα με αφήσετε έτσι; Ρωτούσε απεγνωσμένος τώρα ο «αφέντης» που έβλεπε πως το αρχικό του νταηλίκι πήγε στράφι.

– Εγώ θα μείνω, είπε μία από τις εργάτριες.

– Θα μείνει καμία άλλη; Ρώτησε η ηλικιωμένη.

Καμία δεν μίλησε.

– Πάμε λοιπόν. Θα στείλω αύριο τον άντρα μου για τα μεροκάματα, είπε πάλι η ηλικιωμένη στο αφεντικό.

Τελικά, όλες πήραν το δρόμο της επιστροφής.

Δυο χιλιόμετρα πιο πέρα, μετά το ποτάμι κάτω από έναν φτελιά, αντάμωσαν την εργάτρια που είχε φύγει.

Στάθηκε κάτω από τον ίσκιο να ξαποστάσει και την πήρε ο ύπνος. Ούτε που τις κατάλαβε που πλησίασαν.

«Μην κλαις παιδί μου. Μην κλαις γραμμένο μου. Έρχομαι να σε ταΐσω εγώ. Κάνε λίγο υπομονή κι έρχομαι. Πρέπει να φας παιδί μου. Είσαι αδύνατο.»

 

Ετικέτες: , , ,

ΒΑΣΕΙΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΜΕΙΩΣΗ ΤΩΝ ΕΙΣΑΚΤΕΩΝ ΣΤΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ ΜΙΑ «ΑΘΩΑ» ΑΠΑΙΤΗΣΗ

ΒΑΣΕΙΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΜΕΙΩΣΗ ΤΩΝ ΕΙΣΑΚΤΕΩΝ ΣΤΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ ΜΙΑ «ΑΘΩΑ» ΑΠΑΙΤΗΣΗ

ΒΑΣΕΙΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΜΕΙΩΣΗ ΤΩΝ ΕΙΣΑΚΤΕΩΝ

ΣΤΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ

ΜΙΑ «ΑΘΩΑ» ΑΠΑΙΤΗΣΗ

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Μια πρόταση για την βάση εισαγωγής στα πανεπιστήμια - Ειδήσεις - νέα - Το  Βήμα Online

Στεναχωριούνται ειλικρινώς αρκετοί με τους χαμηλούς βαθμούς εισαγωγής σε κάποιες σχολές και ζητάνε να μπει βάση-κόφτης.

Καταλαβαίνω…

Απλώς ξεχνάνε πως οι πανελλήνιες είναι εξετάσεις ΕΠΙΛΟΓΗΣ και όχι ελέγχου γνώσεων διότι οι βάσεις εισαγωγής καθορίζονται από διάφορους παράγοντες όπως η δυσκολία και ο όγκος των θεμάτων μαζί με την ζήτηση.

Από όσο γνωρίζω στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο δεν υπάρχουν βάσεις εισαγωγής παρά μόνο χρηματικό αντίτιμο.

Επίσης όσοι κοπούν λόγω βάσης στις πανελλαδικες και θελήσουν να πανε σε κάποιο ιδιωτικό Κολλέγιο, πάλι δεν υπάρχουν βάσεις.

Αντί να ζητάνε όλα τα παιδιά να έχουν πρόσβαση στα πανεπιστήμια εφόσον το θέλουν αναρωτιούνται πώς αυτά τα παιδιά θα μπορέσουν να τελειώσουν τη σχολή τους. Και δως του πόνος και δως του δάκρυα…

Ζητούν τη βάση στο όνομα της αναβάθμισης των σχολείων λες και το επίπεδο της παρεχόμενης εκπαίδευσης το καθορίζουν οι εξετάσεις.

Πολυπληθή τμήματα, ελλείψεις καθηγητών, βιβλία ξεπερασμένα, απουσία εικαστικών και άλλων μαθημάτων που θα ξεδίπλωναν τα ταλέντα των μαθητών, οικονομικοί και κοινωνικοί αποκλεισμοί προφανώς δεν συνιστούν λόγους υποβάθμισης και απαξίωσης της εκπαίδευσης για όσους «ευαίσθητους» δυσανασχετούν για την έλλειψη βάσης εισαγωγής στα πανεπιστήμια.

Έχουν χωριστεί, μάλιστα σε τρία στρατόπεδα.

Στο ένα απαιτούν να μειωθεί ο αριθμός των εισακτέων ακόμη-ακόμη να μειωθεί και  ο αριθμός των μαθητών που θα φτάνουν μέχρι τις πανελλαδικές. Αυτοί που περισσεύουν θα μπορούν να απευθύνονται σε μια ιδιωτική δομή εκπαίδευσης όπου, φυσικά, δεν θα υπάρχει καμία βάση εισαγωγής ή καλύτερα η μόνη «βάση εισαγωγής» θα είναι η αξία των διδάκτρων. Όσοι δεν έχουν τα δίδακτρα θα χρησιμοποιούνται ως ανειδίκευτο, άρα φθηνό και αναλώσιμο, εργατικό δυναμικό στις γαλέρες της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Στο δεύτερο στρατόπεδο απαιτούν να μπει βάση εισαγωγής στα πανεπιστήμια προτείνοντας μάλιστα το βαθμό «10». Με βάση ποια παιδαγωγικά, μορφωτικά ή άλλα κριτήρια προτείνεται το «10» σε εξετάσεις επιλογής, ποτέ δεν δικαιολογήθηκε. Να θυμίσω ότι σε εξετάσεις του ΑΣΕΠ για εκπαιδευτικούς η βάση-κόφτης ήταν το «15», πάντα σε εικοσαβάθμια κλίμακα αναφερόμενοι. Το μέλλον των «κομμένων» κι εδώ θα είναι το ίδιο και θα δικαιολογείται πολύ βολικά με τον γνωστό «αστικό μύθο», έτσι βαφτίστηκε από ορισμένους, πως δεν είναι ανάγκη να σπουδάσουν όλα τα παιδιά; Όμως αν το θέλουν γιατί να μην το κάνουν;

Και για να κάνω λίγο το δικηγόρο του Βελζεβούλ.

Γιατί η βάση να είναι το 10 και όχι το 19,9;

Έτσι για να μπαίνουν όσοι «πραγματικά το αξίζουν»….

Στο τρίτο και πιο «ευαίσθητο» στρατόπεδο απαιτούν και τα δύο προηγούμενα. Και μείωση των εισακτέων και θέσπιση της βάσης του «10».

Ας μην κρύβονται λοιπόν όλοι αυτοί πίσω από το δάχτυλό τους γιατί ούτε τόσο χοντρό δάχτυλο έχουν ούτε τόσο αδύνατοι είναι. Οι μόνοι που δεν θα ωφεληθούν θα είναι οι μαθητές και οι οικογένειές τους.

Αντίθετα τα ιδιωτικά μαγαζιά θα γεμίσουν πελατεία και η ενίσχυση του ανταγωνισμού θα γεμίσει τις αίθουσες των φροντιστηρίων ξεζουμίζοντας ακόμη περισσότερο αυτούς που δυσκολεύονται να ανταποκριθούν οικονομικά.

 

Ετικέτες: , , , , ,

Το Καφενείον

Το Καφενείον

Το Καφενείον

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

«Κουβέντες του καφενείου», συνηθίζετε να λένε για να υποβαθμίσουν γνώμες, προτάσεις και λεγόμενα, κυρίως εκείνοι που υποτίθεται ότι μιλάνε με «επιχειρήματα». Εμπεριστατωμένα δηλαδή, τεκμηριωμένα που λένε.

Όντως στα καφενεία μπορεί να ακούσει κάποιος μεγάλα ψέματα, παραμύθια ασυναγώνιστα λες και ο Αίσωπος δεν πέθανε ποτέ, μα και μεγάλες αλήθειες, πικρές τις περισσότερες φορές.

Σάματις σε άλλους χώρους «επίσημης συνάθροισης ανθρώπων» και μάλιστα αξιωματούχων δεν συμβαίνουν τα ίδια;

Από πού να αρχίσεις και που να τελειώσεις;

Υπουργικά συμβούλια, συσκέψεις κυβερνητικών στελεχών, Βουλή, Ευρωβουλή, Γιούρογκρουπ, κεντρικές επιτροπές, πολιτικά γραφεία και δεν συμμαζεύεται.

Τουλάχιστον στα καφενεία τα ψέματα που ειπώνονται δεν έχουν επίπτωση σε κανέναν άλλον εκτός από αυτόν που τα λέει.

Σε ένα μικρό και συνηθισμένο καφενείο έτυχε να βρεθώ τούτες τις μέρες.

Η πινακίδα έγραφε:

ΚΑΦΕΝΕΙΟΝ-ΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΤΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ

Κοίταξα γύρω μου. Πουθενά δεν υπήρχε ούτε για δείγμα κάποιος νεολαίος.

Ο καφετζής έρχεται για παραγγελία.

– Το όνομα του μαγαζιού είναι ειρωνικό; Τον ρωτάω.

– Τώρα ναι. Όταν το πρωτανοίξαμε όχι, μου απαντάει. Δεν βρίσκεις νεολαία στο χωριό. Τι να κάνει ο νέος εδώ;

– Μάλιστα! Φέρε μουσε παρακαλώ ένα κατοσταράκι τσίπουρο με τίποτε μεζεδάκια.

– Μην περιμένεις πολλά πράγματα. Ότι υπάρχει θα βάλω. Καμιά ντομάτα, καμιά ελίτσα, λίγο τυρί, ψωμί ζυμωτό. Ε, αυτά.

– Πιάσε και για μένα ένα. Που’ σαι Θωμά. Σκέτο, ακούστηκε μια παραγγελία από το διπλανό τραπέζι. Ήταν ένας ηλικιωμένος, όχι πολύ, γύρω στα εβδομήντα, με μουστάκι παχύ γκρίζο και μπόλικα γκρίζα μαλλιά στο κεφάλι. Στα χέρια του κρατούσε στριφτό τσιγάρο και τα δυο του δάχτυλα όπως και το μουστάκι είχαν κιτρινίσει από τον καπνό και τη νικοτίνη.

– Εντάξει Σταμάτη, του απάντησε ο Θωμάς ο καφετζής.

– Για δεν παραγγέλνεις με μεζέ και να κεράσεις κι εμένα ένα; Πετάχτηκε από το άλλο τραπέζι ένας αδύνατος, γύρω στα σαράντα, αξύριστος που όλη την ώρα έπαιζε με ένα κομπολόι, από αυτά τα φτηνιάρικα, χτυπώντας ρυθμικά τις χάντρες  προκαλώντας έτσι έναν εκνευριστικό θόρυβο. Τόσα αναδρομικά θα πάρεις, συνέχισε.

– Αναδρομικά τα λες εσύ;

-Γιατί τι είναι;

– Κλεμμένα είναι βρε κουτάβι. Α ρε Γιώργο! Ντιπ χαμένος είσαι! Τα’ χω χιλιοδουλεμένα και χιλιοπληρωμένα. Από δέκα χρονών δουλεύω, πρώτα στα χωράφια και μετά όπου εύρισκα. Αλλά να ήταν τα μόνα κλεμμένα, ποιος διάολος το’ σκαγε1

– Σου έκλεψαν κι άλλα θες να πεις; Είπε ο Γιώργος με μια δόση ειρωνείας στη φωνή του.

– Τι να πρωτοθυμηθώ; Θα ακούει και ο ξένος από δω-εγώ ήμουν ο ξένος που βρήκα την ευκαιρία να συστηθώ-και θα νομίσει ότι γκρινιάζω.

– Κανένα πρόβλημα. Συνεχίστε κύριε Σταμάτη, απάντησα περιμένοντας τη συνέχεια της αφήγησης.

– Ήμουνα που λέτε γύρω στα είκοσι πέντε, συνέχισε ο Σταμάτης, είχα απολυθεί από το στρατό, άλλο παραμύθι ετούτο, κι είπα να πάω στον μπάρμπα μου, από το σόι της μάνας μου, να δουλέψω στο κεραμαριό που είχε. Μικρό μεροκάματο με όλα τα ένσημα ήταν η συμφωνία. Στον τρίτο χρόνο πάνω χτυπάω το πόδι μου στη δουλειά. Με μαζεύει ο μπάρμπας μου και με πάει στο νοσοκομείο. Κάθισα μια βδομάδα μέσα. Έρχονται στο τέλος από το νοσοκομείο και μου λένε πως είμαι ανασφάλιστος και πρέπει να πληρώσω. Μου’ ρθε ο ουρανός σφοντύλι. Τα είχε αναλάβει όλα ο μπάρμπας μου όταν πήγα στη δούλεψή του. Ένσημα, βιβλιάρια και τα λοιπά. Πάω στο σπίτι του και τον βρίσκω στο τραπέζι να τρώει. Το και το του λέω. Του έπεσε το κουτάλι από τα χέρια. Άρχισε να μου δικαιολογείται πως φταίει ο λογιστής του και κάτι τέτοια. Βρε ζαγάρι, του λέω, το αίμα σου βρήκες να κλέψεις; Φαντάσου τι κάνεις στους άλλους! Του δίνω μια και τον ξαπλώνω χάμω. Ουρλιάζει η θκια μου, μαζεύονται οι γείτονες. Να μην τα πολυλογώ, έρχονται οι μπάτσοι και με παίρνουν μέσα. Ειδοποιώ το Γιάννη από το σωματείο. Μη σε νοιάζει, μου λέει, άλλη νυφίτσα εκείνος, θα το βρούμε το δίκιο σου. Την έκανε καλά τη δουλεία του και δαύτος. Μέχρι και βουλευτή τον κάναν για ένα φεγγάρι.

Με πήγε λοιπόν ο μπάρμπας μου στο δικαστήριο. Γιατί το’ κανες; Με ρωτάει ο εισαγγελέας. Έκλεψε τον ιδρώτα μου, το λέω. Αυτός έπρεπε να δικάζεται και όχι εγώ. Ναι αλλά δεν παίρνει ο καθένας το νόμο στα χέρια του. Υπάρχει αστυνομία, δικηγόροι, δικαστήρια, μου λέει ο εισαγγελέας. Και που ήταν όλοι αυτοί όταν μ’ έκλεβε εμένα και τους υπόλοιπους; Τον ρωτάω.

Το μετάνιωσες όμως έτσι δεν είναι; Πετάγεται ο πρόεδρος. Εμένα ρωτάς κύριε πρόεδρε; Τον μπάρμπα μου πρέπει να ρωτήσεις. Αυτός μας ήπιε το αίμα.

Τρία χρόνια με αναστολή μου έριξαν και πρόστιμο χρηματικό.

Προσφέρθηκε ο μπάρμπας μου να πληρώσει το πρόστιμο αλλά τον διαολόστειλε η μάνα μου σαν ήρθε στο σπίτι να της το πει. Φεύγα κιαρατά μην το μάθει ο Γιάννης-ο πατέρας μου-πως ήρθες, του είπε και τον έσπρωχνε έξω από το σπίτι.

Ήρθαν και τα τσίπουρα και η αφήγηση του Σταμάτη διακόπηκε.

Στην άλλη άκρη του μικρού υπόστεγου του καφενείου, δίπλα στην πόρτα της εισόδου καθόταν ένας μεσόκοπος κύριος. Τα μαλλιά του ήταν τόσο πυκνά που ξεκινούσαν να φυτρώνουν λίγο πάνω από τα φρύδια.

Δεν είχε πολλή ώρα που ήρθε. Τον είδα με την άκρη του ματιού μου να μπαίνει στο καφενείο την ώρα που ο Σταμάτης μοιραζόταν μαζί μας τις εμπειρίες του.

– Στην υγειά σας, είπα κάποια στιγμή κατεβάζοντας μια γουλιά απόσταγμα. Ήταν δυνατό. Πάνω από σαράντα βαθμούς σίγουρα.

Ο Θωμάς το κατάλαβε από τον μορφασμό που έκανα.

– Είναι λίγο δυνατό ε; Δικό μου είναι. Δεν του ρίχνω τίποτα μέσα. Ούτε νερό. Όπως βγαίνει από το καζάνι. Καθαρό πράμα. Ή πίνεις ή δεν πίνεις. Καλώς τον Διαμαντή, είπε στον μεσόκοπο κύριο με τα πυκνά μαλλιά. Τι έχεις ρε Διαμαντή; Γιατί είσαι έτσι σκεπτικός;

– Τι θες να’ χω; Είπε εκείνος. Δεν τα μάθατε;

– Τι να μάθουμε;

– Να. Με την καινούργια την αρρώστια.

– Ε, τι; Φοβάσαι μην κολλήσεις;

– Όλα ψέματα. Θέλουν να μας βάλλουν τζιπάκια στα κεφάλια μας και να μας ελέγχουν.

– Τσιπάκια, πετάχτηκα αυθόρμητα να διορθώσω.

– Ε τζιπάκια. Αυτό λέω κι εγώ.

– Σιγά μην έχουν και ρόδες, ακούστηκε κάποιος από ένα άλλο τραπέζι.

– Αφού μας ψέκασαν καλά-καλά τα προηγούμενα χρόνια, συνέχισε ο Διαμαντής, τώρα μας έριξαν κι αυτόν τον ιό για να μας βάλουν τα τζιπάκια και να μην αντιδρούμε καθόλου από δω και πέρα. Δεν είδατε με το ψέκασμα που τα προηγούμενα χρόνια μας φόρτωσαν με μνημόνια;

– Ωραία είναι αυτή η δικαιολογία Διαμαντή, ακούστηκε ο Σταμάτης. Γι’ αυτό και δεν κουνήθηκες από το σπίτι σου ε;

– Πώς να κουνηθεί κάποιος άμα τον έχουν ψεκάσει μ’ αυτά τα καινούργια χημικά;

– Ενώ όλα τα προηγούμενα χρόνια όλο στους δρόμους ήσουνα και στις απεργίες. Πόσες φορές βρε ζουλάπι έκανες απεργία στη ζωή σου; Να σου πω εγώ. Καμία.

– Είχα οικογένεια να κοιτάξω Σταμάτη. Παιδιά να μεγαλώσω, να τα σπουδάσω, να τα τακτοποιήσω.

– Ενώ εμείς είχαμε απόπαιδα, ακούστηκε πάλι η φωνή από το διπλανό τραπέζι.

Σε λίγο ο Σταμάτης σηκώθηκε από την καρέκλα. Φώναξε το Θωμά μέσα στο καφενείο και μετά βγήκε έξω. Πέρασε από μπροστά μου.

– Χρήστος είπαμε ε;

– Ναι, Χρήστος, του απάντησα.

– Πρέπει να φύγω τώρα. Ίσως ξανανταμώσουμε αν κάτσεις μέρες. Εμείς τα ψωμιά μας λίγο-πολύ τα φάγαμε. Φταίμε όμως γιατί δεν σας αφήνουμε κληρονομιά καλή. Εμείς παραλάβαμε αγώνες και σε σας αφήνουμε πολιτικούς συμβιβασμούς και «νομιμότητες».

Μας χαιρέτησε με μια κίνηση του χεριού του και έφυγε.

Βγήκε μετά κι ο Θωμάς από το μαγαζί.

– Ότι πήρατε είναι από το Σταμάτη. Κέρασε όλο το μαγαζί.

– Γιατί το έκανε; Ρωτάω το Θωμά.

– Σαν σήμερα, πριν δεκαπέντε χρόνια, σκοτώθηκε ο γιος του στα ορυχεία από φουρνέλο. Έναν τον είχε. Μονάκριβο. Είπαν πως η εταιρία δεν είχε βάλει υποστυλώματα πριν την έκρηξη όπως έπρεπε. Αυτός κι άλλα τρία παλικάρια χάθηκαν τσάμπα.

Έγινε τότε χαμός. Διαμαρτυρίες, απεργία, κανάλια τηλεοράσεις. Μπορεί να το θυμάσαι. Αποτέλεσμα μηδέν. Κανείς δεν τιμωρήθηκε. Σε ένα χρόνο έκλεισε το ορυχείο. Εκεί θα πάει τώρα. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα πάει και κάθεται εκεί μέχρι το σούρουπο. Παίρνει δυο ποτήρια και λίγο τσίπουρο μαζί του και κάνει παρέα στο γιο του.

Βουβαμάρα έπεσε στο καφενείο.

Μετά από λίγο σηκώθηκα, τους χαιρέτησα και έφυγα με έναν κόμπο στο στήθος που δεν έλεγε να φύγει και ένα δάκρυ στην άκρη του ματιού να προσπαθεί να υπερνικήσει τη βαρύτητα.

Μάταια όμως…

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , , ,

ΤΟ ΚΑΜΑΡΙ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ

ΤΟ ΚΑΜΑΡΙ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ

ΤΟ ΚΑΜΑΡΙ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Κάποιος ασήμαντος αστός πολιτικός, δεν θυμάμαι ούτε το όνομά του, επέπληξε τον πατέρα του Κώστα, του μαθητή που συνέλαβαν με κατασκευασμένες κατηγορίες, σε διαδήλωση ενάντια στην απαγόρευση των διαδηλώσεων, επειδή τον πληροφόρησε ότι πέρασε στη Νομική. Θα έπρεπε, κατά τον ασήμαντο, ο πατέρας να μαλώσει το γιο του γιατί αγωνιζόμενος ντροπιάζει το σπίτι του.
Για αυτόν τον ασήμαντο, δεν θυμάμαι ούτε το όνομά του, το να διαδηλώνεις για το δίκιο σου είναι ντροπή. Ίσως για τον τόσο δα μικρό αυτό αστό πολιτικό θα ήταν τιμητικό για το σπίτι του μαθητή να περνούσε σε κάποια σχολή ψυκτικών, όπως αρμόζει στην τάξη του, και όχι στην Νομική. Ίσως πάλι να περιποιεί τιμή για τον ίδιο το να δέχεσαι να σου στερούν το δικαίωμα να διεκδικείς αυτό που σου αρπάζουν επειδή είσαι γρανάζι της εξουσίας και των μεγάλων αφεντικών.
Τιμητικό είναι το να προτείνεις απολύσεις εργαζομένων, την ίδια στιγμή που φροντίζεις να σωθούν οι τράπεζες και υποστηρίζεις πως δεν πρέπει να υπάρχει προστασία της πρώτης κατοικίας.

Τιμητικό για τον ασήμαντο αυτόν άνθρωπο είναι να ψηφίζεις μνημόνια και να συγκυβερνάς με κάποιον άλλον ασήμαντο που ψήφιζε μνημόνια χωρίς να τα διαβάζει και που θεωρεί «αναχρονισμούς» τα δικαιώματα των εργαζόμενων.

Τιμητικό για τον ίδιο ασήμαντο άνθρωπο είναι να τα έχεις καλά με τους λεφτάδες, να μεταπηδάς από το ένα κόμμα στο άλλο, να κάνεις πολιτικές κωλοτούμπες  και να συναγωνίζεσαι με την τρόικα σε προτάσεις αντιλαϊκών μέτρων.
Τότε πράγματι είσαι το καμάρι του σπιτιού σου.

 

Ετικέτες: , , , ,

Μες στην πανδημία της υποκρισίας

Μες στην πανδημία της υποκρισίας

Μες στην πανδημία της υποκρισίας

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Ας κάνουμε λοιπόν τον απολογισμό να δούμε που βρισκόμασταν και που βρεθήκαμε.

Ας κάνουμε εμείς για λίγο πως τους πιστεύουμε κι εκείνοι πως μας πείθουν ολοκληρωτικά.

Ξεκίνησε η ιστορία στις αρχές του Μάρτη.

Ονομάστηκε αόρατος εχθρός, άλλες φορές ιός κατασκευασμένος, άλλες πάλι ιός των νυχτερίδων, των φιδιών και όλων των άλλων σιχαμερών ζώων.

Ήρθε να αντικαταστήσει έναν άλλο εχθρό, κυρίως των νοικοκυραίων. Τον ονόμασαν εισβολέα, λάθρο, ασύμμετρη απειλή και ότι άλλο χρειαζόταν για να τραφούν τα αχόρταγα μικροαστικά ένστικτα.

Όλοι αυτοί οι αλήτες της πολιτικής ζωής, που διαγωνίζονταν στο ποιος θα εξολοθρεύσει με τη μεγαλύτερη αγριότητα οτιδήποτε δημόσιο, όλοι αυτοί οι άριστοι υποστηρικτές της νόμιμης κλεψιάς, αφού εδώ και πολλά χρόνια αποψίλωναν και γκρέμιζαν τη δημόσια υγεία, ήρθαν στην εποχή της πανδημίας να δηλώσουν θαυμαστές των ανθρώπων που υπηρετούν τον συνάνθρωπο στα δημόσια νοσοκομεία.

Δεν ντράπηκαν, σαν τις μαϊμούδες σε περιοδεύον τσίρκο, να βολτάρουν στα άνετα μπαλκόνια τους χειροκροτώντας  τους μέχρι πριν λίγους μήνες απαξιωμένους γιατρούς, νοσηλευτές και καθαρίστριες.

Ξαφνικά οι τεμπέληδες και οι άχρηστοι βαφτίστηκαν ήρωες όπως βαφτίζεται το κρέας ψάρι από τους υποκριτές που υποτίθεται πως νηστεύουν.

Κι επειδή δεν μπορούσαν να προσφέρουν σε κανέναν, εκτός ίσως από τους εαυτούς τους, καμία υγειονομική ασφάλεια, κι επειδή ο φόβος για το άγνωστο που βρίσκεται εκεί έξω βοηθάει πάντα στο να μένει κάποιος φυλακισμένος χωρίς να διαμαρτύρεται, μας μάντρωσαν για τα καλά στους τέσσερις τοίχους των σπιτιών μας.

Και να σκεφτεί κανείς ότι πολλές εκατοντάδες χιλιάδες από τους μαντρωμένους φυλακίστηκαν σε σπίτια υπερχρεωμένα έτοιμα να βγουν σε πλειστηριασμό από τους ίδιους τους, υποτίθεται, προστάτες τους.

Και να το δάχτυλο να κουνιέται απειλητικά πάνω κάτω και να κοντεύει να βγει έξω από την οθόνη-κανίβαλο κλείνοντας σε όλες τις πτώσεις την περίφημη «ατομική ευθύνη».

Μέχρι και τα παιδιά έγιναν διάβολοι τρισκατάρατοι εν δυνάμει εξολοθρευτές των παππούδων και των γιαγιάδων τους.

Πουθενά τεστ για να ξέρουμε τι μας γίνεται. Μόνο ο φόβος να πλανάται πάνω από τα κεφάλια μας με τη γλυκιά φωνή του «καλού ανθρώπου» να μας συμβουλεύει ως άλλος ποιμένας από τη μία, και τις διαταγές του σκληρού λοχία να μας ζητάνε επιτακτικά να «πάρουμε άλλες εκατό» από την άλλη.

Μετρούσαν και ξαναμετρούσαν τις ΜΕΘ στα νοσοκομεία λες και ήταν λίρες κατοχικές στα χέρια τσιγκούνη τοκογλύφου. Σχολαστικά και μία προς μία μπας και αυγατίσουν.

Αλλά αυτές, τίποτα. Που να βρεθούν χρήματα για ΜΕΘ, για γιατρούς, για νοσηλευτές και άλλα τέτοια περιττά; Έπρεπε να ταϊστούν τα κανάλια, και οι δρομοεισπράκτορες.

Έπρεπε να ταϊστούν όλοι αυτοί που τόσα χρόνια μας έχουν πρήξει ζητώντας λιγότερο κράτος. Αυτοί οι ίδιοι οι ξετσίπωτοι δεν ντράπηκαν, μέσα στην πανδημία να αναρωτιούνται απελπισμένα «πού είναι το κράτος» λες και στα προηγούμενα χρόνια της μεγάλης κερδοφορίας τους έδωσαν έστω και μια δεκάρα γι’ αυτό το ρημάδι το κράτος.

Κοτζάμ εφοπλιστές καταδέχονται να πληρώνουν λιγότερους φόρους από τους λιμενεργάτες τους. Δωρίζουν κάποτε ένα όταν είναι να γλιτώσουν δέκα με φοροαπαλλαγές.

Και τα έκλεισαν τα σχολεία και μάντρωσαν τους διαβόλους στα σπίτια.

Και πάλι βρήκαν ευκαιρία να βγάλουν από τη μύγα ξίγκι. Και να οι «εξ αποστάσεως» και δώστου, πολυνομοσχέδιο και πάρτε και απευθείας μεταδόσεις. Μιας και βρήκαμε παππά να θάψουμε πεντέξι.

Όλα όμως για το καλό των μαθητών και της προόδου τους.

Και οι ελλείψεις εκπαιδευτικών κάθε χρόνο και η αδιοριστία  και η κουτσουρεμένη χρηματοδότηση και το σχολείο ιερό εξεταστήριο, όλα για το καλό των μαθητών.

Και η φτώχεια των γονέων και η ανεργία και η ανέχεια και οι απειλές των εξώσεων και οι κοινωνικές ανισότητες κι αυτά για το καλό των μαθητών, για να μπορούν να κυνηγούν μία από τα πριν εξαγορασμένη αριστεία την οποία ποτέ δεν κριθούν ικανοί να αποκτήσουν λόγω έλλειψης ικανού αριθμού βαλαντίων.

Και να σκεφτεί κανείς ότι τις «τύχες μας» τις διαχειρίζονται όλα αυτά τα χρόνια, άριστοι και άριστες, Λουδοβίκοι και Αντουανέτες με αλλεργία στο ψωμί από προζύμι που έχουν μια ιδιαίτερη προτίμηση στο ψωμί από την Ισπανία.

Και μετά από δύο και κάτι μήνες ο «καλός άνθρωπος» και ο λοχίας, μας ανακοίνωσαν πως τα τρισκατάρατα διαβολάκια έγιναν αγνά αγγελούδια και πρέπει τα σχολεία να ανοίξουν.

Πάλι χωρίς τεστ, πάλι χωρίς καμία υγειονομική ασφάλεια.

Όμως και γι’ αυτό η λύση λέγεται πάλι «ατομική ευθύνη».

Αγαπητέ γονιέ, σου έκλεισαν πονηρά το μάτι κι εσύ τσίμπησες. Σου κατάργησαν σε μία νύχτα την υποχρεωτικότητα του σχολείου και σε έθεσαν πάλι προ των ευθυνών σου. Σου ζήτησαν να φερθείς υπεύθυνα και να μην στείλεις τα παιδιά σου στο σχολείο. Σιγά τα ωά.

Πάει περίπατο «το καλό των μαθητών» γιατί πάλι τα χρήματα δόθηκαν ώστε να μην αδειάσουν έστω και λίγο οι παραφουσκωμένες τσέπες.

Πάντως όλο αυτό το διάστημα που τα σχολεία άνοιξαν αποδείχτηκε με τον καλύτερο τρόπο πως «το καλό των μαθητών», «η αναβάθμιση της εκπαίδευσης» και όλα τα σχετικά ξεκινάνε από τον μικρό αριθμό των μαθητών ανά τάξη.

Αποδείχτηκε επίσης πως ο κόσμος της εκπαίδευσης ύψωσε ανάστημα όταν χρειάστηκε, κι αυτό δεν ήταν συμβολικό, στέλνοντας μήνυμα αντίστασης μα και διεκδίκησης της χαμένης αξιοπρέπειας.

Δεν είμαστε και δεν θα γίνουμε αναλώσιμοι.

Τα τηλεοπτικά σώου και τα ριάλιτι ας τα κρατήσουν οι κυβερνώντες για τους εαυτούς τους. Άλλωστε, το έχουν σπουδάσει πολύ καλά το αντικείμενο και το γράφει και στα ακριβοπληρωμένα πτυχία και μεταπτυχιακά που διαθέτουν.

Ίσως είναι γραμμένο με άλλο τίτλο και άλλο όνομα, έτσι για ξεκάρφωμα.

 

Ετικέτες: , , , , , ,

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΕΚΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΕΚΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΕΚΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

 

«Και να αδερφέ μου που μάθαμε να κουβεντιάζουμε ήσυχα κι απλά»

Και να που οι πλατείες της Νέας Ιωνίας μπορούν να ζωντανέψουν και χωρίς τραπεζοκαθίσματα

Αν ο εγκέφαλος προβατοποιηθεί, το παιχνίδι τελείωσε

Tο Σάββατο 6/6 πραγματοποιήθηκε με πολύ μεγάλη επιτυχία η συγκέντρωση-συζήτηση που οργάνωσε η «Εκτός Σχεδίου» στην μικρή πλατεία δίπλα στο στέκι της παράταξης (Νισύρου 77 και Πάτμου) στην Ελευθερούπολη, με αφορμή την κατάθεση του πολυνομοσχεδίου για την παιδεία και την προσπάθεια της κυβέρνηση να καθιερώσει ως «κανονικότητα» την «εξ αποστάσεως» μεταφορά πληροφοριών και την απ ευθείας αναμετάδοση των μαθημάτων μέσα από τις σχολικές αίθουσες.

Στη συζήτηση συμμετείχαν πολλοί εκπαιδευτικοί της περιοχής, όλων των βαθμίδων, διατυπώθηκαν απόψεις και γόνιμοι προβληματισμοί σε μια προσπάθεια να φωτιστούν όλες οι πλευρές των αντιδραστικών επιδιώξεων της άρχουσας τάξης στο χώρο της εκπαίδευσης και όχι μόνο.

Η συζήτηση συνεχίστηκε δίπλα στο στέκι της παράταξης και συνοδεύτηκε με ψήσιμο και φαγοπότι οικονομικής ενίσχυσης.

Η μικρή πλατεία ζωντάνεψε από τις φωνές των μικρών παιδιών που παραβρέθηκαν μαζί με τους γονείς τους δίνοντας και μια άλλη διάσταση στον τρόπο που μπορούν και πρέπει να χρησιμοποιούνται οι πλατείες της πόλης μας μικρές και μεγάλες.

Από τους παρευρισκόμενους ανανεώθηκε το ραντεβού για μια μελλοντική συνάντηση και συμφωνήθηκε πως πάντα «το μυαλό είναι ο στόχος» .

 

 

Ετικέτες: , , , , ,

Καθολικό αίτημα η αύξηση των μισθών για όλους

Καθολικό αίτημα η αύξηση των μισθών για όλους

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Η αύξηση του ελάχιστου μισθού σχετίζεται με μείωση στις ...

Άρχισαν πάλι κυβερνώντες και φερέφωνα, οι μεν να πιπιλίζουν και οι δε να αναπαράγουν, τις απειλές με τη μορφή προειδοποιήσεων για μειώσεις των μισθών.

Η συνταγή απλή και δοκιμασμένη σε σημείο που έχει καταντήσει αηδία και επικίνδυνη για πρόκληση εγκεφαλικών δηλητηριάσεων.

Γιατί μείωση μισθών;

Γιατί όχι αύξηση των μισθών όλων των εργαζομένων στα επίπεδα τουλάχιστον ίδια με αυτά των βουλευτών και των δικαστικών;

Ποιος εργαζόμενος θα διαφωνήσει σε κάτι τέτοιο;

Ποιος εργαζόμενος θα θεωρήσει ότι δεν το αξίζει;

Ποιος βουλευτής θα αρνηθεί την ισότητα των οικονομικών απολαβών στην πράξη και θα διστάσει να σηκώσει το χέρι ψηφίζοντας «ναι» σε κάποιο αντίστοιχο νομοσχέδιο;

Ποιος δικαστής θα κρίνει αυτό το νομοσχέδιο άδικο όταν ο ίδιος έχει εισηγηθεί θετικά για αύξηση στις δικές του απολαβές;

Ποιος θα αρνηθεί και γιατί οι μισθοί των εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων να είναι στα παραπάνω επίπεδα; Ποιοι έμαθαν γράμματα σε όλους τους υπόλοιπους; Ποιοι βοήθησαν στο να αποκτήσουν γνώσεις και μόρφωση;

Ποιος θα αρνηθεί και γιατί οι οικονομικές απολαβές όλων των υπόλοιπων εργαζόμενων και αγροτών να είναι και αυτές στα παραπάνω επίπεδα; Μπορούμε να επιβιώσουμε χωρίς αυτούς;

Κάποιοι θα πουν:

«Μα αυτό είναι ανέκδοτο», «Δεν γίνονται αυτά», «Που θα βρεθούν τα χρήματα;», «Δεν αντέχει η εθνική οικονομία», «Θα δημιουργηθούν αντιδράσεις;», «Που θα βρεθούν τα χρήματα;».

Εντάξει λοιπόν! Ας τα δούμε ένα-ένα.

Γιατί να θεωρείται ανέκδοτο ο μισθός των 7.000 ευρώ σε όλους και να μην θεωρείται ανέκδοτο, το ποσό αυτό να το παίρνουν ελάχιστοι και οι πολλοί να πρέπει να «ζήσουν» με τρεις κι εξήντα;

Γιατί να μην θεωρείται ανέκδοτο οι μειώσεις των μισθών που σκέφτονται και προετοιμάζουν;

Γιατί να μην θεωρείται ανέκδοτο η στέρηση του δικαιώματος να ζούμε όλοι αξιοπρεπώς;

Τα χρήματα υπάρχουν και τα έχουν οι πλούσιοι. Πλούσιος άλλωστε αυτό σημαίνει. Οι πολύ πλούσιοι έχουν ακόμα περισσότερα. Με τον ιδρώτα, το μόχθο και το αίμα των πολλών δεν τα απέκτησαν;

Ποια είναι αυτή η εθνική οικονομία επιτέλους που δεν αντέχει; Αυτοί που δεν αντέχουν είναι οι εκατοντάδες χιλιάδες των ανέργων και τα εκατομμύρια των εργαζόμενων.

Δεν είδα ποτέ κανέναν εργοστασιάρχη, βιομήχανο, εφοπλιστή ή τραπεζίτη να πεινάει. Είδατε εσείς; Ελάχιστοι άνθρωποι κατέχουν τον μισό πλούτο της γης. Μπορούν να ζήσουν και με πολύ λιγότερα. Μήπως ήρθε η ώρα να τα επιστρέψουν στους «νόμιμους δικαιούχους» που άλλωστε τα παρήγαγαν;

Εθνική οικονομία είναι η «οικονομία» των εκατομμυρίων εργαζομένων και όχι των ελάχιστων οικονομικών κηφήνων.

Κανένας άνθρωπος δεν έχει μεγαλύτερη αξία από κάποιων άλλον λόγω περισσότερων χρημάτων.

Οι κοινωνίες που μετράνε την αξία των ανθρώπων με το πάχος των πορτοφολιών τους είναι σάπιες και αναπαράγουν ανισότητες.

Καθολικό αίτημα λοιπόν.

Όλοι να έχουν τις ίδιες απολαβές όσο «ψηλά» ή «χαμηλά» κι αν βρίσκονται.

Η πανδημία έδειξε ότι τα γρανάζια της κοινωνίας γυρνάνε με τους «απλούς» και «ασήμαντους», τους «αόρατους» και τους «σιωπηλούς» και όχι με τους «κηφήνες» και τα «φερέφωνα».

 

Ετικέτες: , , , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: