RSS

Tag Archives: Κοινωνία

ΘΕΑΤΡΙΚΟ: ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ

ΘΕΑΤΡΙΚΟ

 

«ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ»

 Χρήστος Επαμ. Κυργιάκης

ΠΡΑΞΗ 1η

 

Η ιστορία διαδραματίζεται στο καφενείο: «Το ραντεβού της νεολαίας». Μόνιμοι θαμώνες στο καφενείο της γειτονιάς μια παρέα  συνταξιούχων για να περνάνε το χρόνο τους και να γεμίζουν τη μοναξιά τους. Τους τοίχους του καφενείου κοσμούν οι φωτογραφίες του Κωνσταντίνου Καραμανλή, του Ανδρέα Παπανδρέου, του Κώστα Σημίτη, του Κώστα Καραμανλή, του Γιώργου Παπανδρέου, του Αντώνη Σαμαρά και του Αλέξη Τσίπρα. Σε μια ιδιαίτερη θέση, δίπλα στο εικονοστάσι, βρίσκεται κρεμασμένη και η φωτογραφία του Κώστα Μητσοτάκη, «διανθισμένη» με μια αρμαθιά σκόρδα για καλό και για κακό.

 

Είναι 9 η ώρα το πρωί, ημέρα Δευτέρα 2 Απριλίου. Οι φίλοι και οι φίλες μας πληρώθηκαν τη σύνταξή τους και το κλίμα είναι θετικό.

Η μουσική που έβαλε η Ντίνα, η γυναίκα του καφετζή, του Γρηγόρη, ταιριάζει με το θετικό κλίμα. Ήδη στο καφενείο βρίσκονται ο Αντώνης, ο Κώστας, η Ευτέρπη και η Γεωργία.

 

ΝΤΙΝΑ: Αντωνάκη μου, στον πέτυχα τον καφέ σήμερα, έτσι δεν είναι;

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Μωρέ τον πέτυχες… στο «δόξα πατρί». Αν είχε και λίγο καφέ μέσα θα μπορούσες να τον πεις και «καφέ».

 

ΝΤΙΝΑ: Μια ζωή γκρινιάρης και γρουσούζης, γι’ αυτό έμεινες μόνος σου.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Είσαι οχιά και μέγαιρα.

 

ΕΥΤΕΡΠΗ: Έλα Ντίνα μου, μην του δίνεις σημασία.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Μίλησε και η «Τέρπη». Άκου Τέρπη! Αλλά, τι ανάγκη έχεις; Ας έπαιρνα κι εγώ τη συνταξάρα που παίρνεις εσύ και να δεις τι πλακίτσες θα έκανα.

 

ΕΥΤΕΡΠΗ: Δούλεψα τόσα χρόνια Αντώνη.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Ε βέβαια, ενώ εμείς κάναμε διακοπές στις Μπαχάμες. (ειρωνικά). Δούλεψες! Σ’έφαγε το λιοπύρι. Καθόσουνα αναπαυτικά στα δικαστικά έδρανα και απένειμες τάχα δικαιοσύνη, κι εσύ κι ο άντρας σου. Άιντε μην ανοίξω το στόμα μου, άιντε μην τ’ ανοίξω.

 

ΝΤΙΝΑ: Μπα! κλειστό το είχες τόση ώρα;

 

(Παύση…)

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: (Ψιθυριστά και εμπιστευτικά). Δεν ξέρω εσύ Τέρπη μου πως τα πας με τον Σόλωνα, πάντως εγώ έχω θέμα με τον Τάσο.

 

ΤΕΡΠΗ: Τι θέμα;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Να, ξέρεις…καταλαβαίνεις…σεξουαλικής φύσεως.

 

ΤΕΡΠΗ: Τι; Δεν ανταποκρίνεται;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ανταποκρίνεται, δε λέω. Κάνε πιο δω να σου πω. Κάθε φορά που παίρνουμε τη σύνταξη, θέλει να το γιορτάζουμε.

 

ΤΕΡΠΗ: Μπα, και δεν του φαινότανε. Κοίτα να δεις ο Τάσος!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ναι αλλά, μόλις αρχίσει κι ανεβάσει παλμούς αρχίζει και «ξεφυσάει».

 

ΤΕΡΠΗ: Ταύρος πραγματικός ο Τάσος σα να λέμε!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ναι αλλά δεν ξεφυσάει από το στόμα.

 

ΤΕΡΠΗ: Κι από πού ξεφυσάει;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: (γεμάτη ντροπή) Από…τον πισινό.

 

(Ακούγονται τρανταχτά γέλια. Ο Κώστας που ήταν λίγο πιο πέρα άκουσε όλη τη συζήτηση)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Συγνώμη Γιωργίτσα μου, δεν το έκανα επίτηδες. Αλλά μου φάνηκε τόσο αστείο. (γελώντας) Άκου να «ξεφυσάει»!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Καλά δε ντρέπεσαι να κρυφακούς; Αλλά τι περιμένεις από έναν άνθρωπο που ήταν σε όλη του τη ζωή χασάπης; Από πού να μάθει τρόπους; Από τα μοσχάρια ή από τα γουρούνια;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Χασάπης ήμουνα και λέω τα πράγματα με το όνομά τους. Βλέπεις, δεν ήμουνα δικηγόρος σαν τον Τάσο σου (αρχίζει πάλι να γελάει). Άκους εκεί να «ξεφυσάει»!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Γέλα τώρα που μπορείς γιατί σε λίγο, θα πλακώσει το σόι σου για την «είσπραξη» και θα σου κοπεί το γέλιο. Ούτε μία δεκάρα δεν θα έχεις αύριο στην τσέπη σου βρε κακομοίρη!

 

(Πριν καλά-καλά προλάβει η Γεωργία να τελειώσει τη φράση της, η πόρτα του καφενείου ανοίγει και εισέρχεται ο Δημήτρης, ο γιος του Κώστα)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Καλημέρα σε όλους. Πατέρα, καλημέρα. Όλα καλά; Ντινάκι, μου φτιάχνεις ένα καφεδάκι σε παρακαλώ, έτσι μερακλίδικο να το φχαριστηθώ;

 

ΝΤΙΝΑ: Να σου φτιάξω, γιατί να μη σου φτιάξω. Δε μου λες Δημητράκη μου. Κερασμένος από τον μπαμπά σου;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Ντινάκι μου με πληγώνεις. Επειδή, δηλαδή με χτύπησε η ατυχία σα το χταπόδι στο βράχο, θα πρέπει η κοινωνία να πέσει να με φάει;

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Ποια ατυχία Δημητράκη; Για ποια ατυχία μιλάς; Είχες μια χαρά στρωμένη δουλειά από τον πατέρα σου και την εγκατέλειψες.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Κυρ-Αντώνη, άσε αυτά που εγκατέλειψα εγώ και πιάσε αυτούς που εγκατέλειψαν εσένα.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Μπορείτε σας παρακαλώ να σταματήσετε; Στο κάτω-κάτω δεν σας αφορά τι κάνω εγώ με τα λεφτά μου. Δική μου είναι η σύνταξη και την κάνω ότι θέλω.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Καλά σας λέει ο πατέρας μου. Μπράβο ρε πατέρα, τους έβαλες στη θέση τους.

ΚΩΣΤΑΣ: Μάλλον δεν κατάλαβες καλά γιε μου. Αυτά που είπα αφορούν και σένα. Τέρμα το άρμεγμα. Ότι έφαγες, έφαγες. Το μαγαζί είναι ακόμα στη θέση του και σε περιμένει. Αύριο κιόλας αν θέλεις ξεκινάς.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Τι μου λες τώρα ρε γέρο; Και τη μεγάλη μου αγάπη τι να την κάνω; Να την παρατήσω; Κρίμα είναι;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Για ποια μιλάς; Γνώρισες καμιά κοπέλα;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Κοπέλα;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Ε, τι γνώρισες; Μπουλντόζα;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Η μεγάλη μου αγάπη είναι η ποίηση. Πόσες φορές να στο πω; Έχω εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές. Είναι θέμα χρόνου, μέχρι να με ανακαλύψουν οι αναγνώστες. Ειδικά η τελευταία μου συλλογή αναμένεται να κάνει θραύση. Ο εκδότης μου είναι σίγουρος.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Ο εκδότης σου είναι σίγουρος γιατί σε μαδάει κανονικά. Δηλαδή, όχι εσένα. Εμένα έχει τσουρομαδήσει όπως τη γριά κότα πριν την κάνουν σούπα.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: (μαζεμένος γιατί βλέπει ότι χάνει τη χρηματοδότηση)

Πατέρα, είσαι άδικος. Άμα σου διαβάσω μερικούς στίχους από ένα τελευταίο ποίημά μου, θα αλλάξεις γνώμη.

 

(Βγάζει την ποιητική του συλλογή από το σακίδιό του, το ανοίγει και αρχίζει να διαβάζει όρθιος. Εν τω μεταξύ η Ντίνα του φέρνει και τον καφέ που είχε παραγγείλει)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Λέγεται: «Ζαρζαβατικούλι μου».

Δεν άντεξα όταν σε είδα/πίσω από τη λαχανίδα

Γλυκούλα σαν μια ντοματούλα/και ζουμερή σαν πατατούλα

Άγρια ήσουν σαν τσουκνίδα/κι αφράτη σαν την κουνουπίδα

 

ΝΤΙΝΑ: Κουνουπίδι λέγεται, όχι κουνουπίδα.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Ποιητική αδεία, αγράμματη, αλλά τι να καταλάβεις εσύ από ποίηση;

ΝΤΙΝΑ: Αν σου φέρω το δίσκο στο κεφάλι να δεις εσύ τι θα καταλάβεις.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Δεν πα να φτιάξεις καμιά σαλάτα λέω εγώ, να λιγδώσει λίγο και το άντερό σου.

 

(Εν τω μεταξύ ο Κώστας, είχε γύρει πάνω στο τραπέζι με τα χέρια του να έχουν αγκαλιάσει το κεφάλι σα να θέλει να προφυλαχτεί από σεισμό. Δεν άντεξε κι έβαλε τα κλάματα. Σκουπίζει τα μάτια του και αρχίζει να μιλάει)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκες, η σχωρεμένη η μάνα σου ονειρευόταν μεγαλεία για σένα. Πως θα γίνεις μεγάλος και τρανός. Σε ήθελε το λιγότερο πρωθυπουργό της Ελλάδας.

(Γυρνώντας προς τη φωτογραφία του Ανδρέα Παπανδρέου σταυροκοπιέται) Μεγάλε Ανδρέα, σχώρα με. Χατίρι δε σου χάλασε ποτέ. Θα το χαλάσεις το παιδί, της έλεγα. Το χαβά της αυτή.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Η μητέρα με αγαπούσε και με πίστευε όσο κανείς άλλος στον κόσμο. Είχε αντιληφθεί από πολύ νωρίς την κλίση μου στην ποίηση.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: (Φασκελώνοντάς τον  και με τα δύο χέρια)

Να, πάρε δέκα Νόμπελ για να ησυχάσεις.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Βλέπεις, εκείνη ήταν από τζάκι. Δε συγχώρεσε ποτέ στον εαυτό της το ότι ερωτεύτηκε εμένα, έναν χασάπη. Προσπάθησα να τη συνεφέρω αλλά δεν έπαιρνε από λόγια. Κι εσύ, βρε παλιοτόμαρο κατάλαβες από νωρίς την αδυναμία που σου είχε και την εκμεταλλευόσουνα μέχρι εκεί που δεν παίρνει.

 

(Ο Δημήτρης κάθεται σε μια καρέκλα και ακούει με σκυφτό το κεφάλι)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Όμως Δημητράκη μου ως εδώ. Δεν αντέχω άλλο. Έστω κι αν είναι αργά, αποφάσισα να το σταματήσω αυτό το παραμύθι. Η χρηματοδότηση κομμένη. Η θα δουλέψεις το μαγαζί ή να αρχίσεις να τρως τις ποιητικές συλλογές σου.

 

(Ο Δημήτρης σηκώνεται. Με σκυφτό το κεφάλι και αργά βήματα, κατευθύνεται προς την πόρτα του καφενείου για να φύγει)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Εντάξει πατέρα, έχεις δίκιο. Φεύγω.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Και που πας;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Πάω να φάω τις ποιητικές μου συλλογές, όπως είπες. Άλλωστε έχω τρεις μέρες να βάλω μπουκιά στο στόμα μου. (Φεύγει τρέχοντας)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Στάσου, μη φεύγεις. Δεν μου απάντησες (Τον ακολουθεί με το γέρικο βηματισμό του. Στο καφενείο επικρατεί απόλυτη σιωπή)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος

Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Σ.Σ

Η παρακάτω ιστορία είναι φανταστική. Κάθε ομοιότητα με πραγματικά γεγονότα και περιστατικά είναι τελείως συμπτωματική.

Το ξυπνητήρι χτύπησε ακριβώς στις 5:30 το πρωί. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Κάθε που ο Μπάμπης είχε πρωινή βάρδια εκείνο έδειχνε απίστευτη συνέπεια στη δουλειά του. Όπως κι ο Μπάμπης. Στις 6:30 ακριβώς έπιανε δουλειά. Δεν είχε αργήσει ούτε μία φορά. Δεν έλλειψε ούτε μία μέρα τα τελευταία τέσσερα χρόνια, από τότε που έπιασε δουλειά, δηλαδή, στο διυλιστήριο.

Κανά δυο φορές που έτυχε να αρρωστήσει-όχι τίποτα το σοβαρό, κάποια κρυολογήματα που του ανέβασαν τον πυρετό-δεν ζήτησε άδεια. Άλλωστε, του είχε πει ο υπεύθυνος του τομέα του πως στα αφεντικά δεν άρεσαν και πολύ οι εργάτες που αρρωσταίνουν συχνά.

Ακολουθώντας το συνηθισμένο πρωινό «τελετουργικό», ο Μπάμπης βρέθηκε μετά από λίγη ώρα στη στάση περιμένοντας το λεωφορείο της γραμμής που θα τον πήγαινε έξω από την πύλη του διυλιστηρίου. Περίπου μισή δρόμος, ότι πρέπει για σκέψη, προγραμματισμό και όνειρα.

Ναι, όνειρα. Γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι κάτω από τέτοιες συνθήκες ονειρεύονται. Στο λεωφορείο, στο διάλλειμα της δουλειάς, την ώρα που πίνουν τον καφέ τους ή την ώρα που ανακατεύουν με κρασί τα «αχ», τα «πότε», τα «γιατί» και τα δάκρυά τους.

Καθισμένος σε μια θέση του λεωφορείου, χωρίς να το θέλει-λες και το μυαλό ρωτάει-σκέφτηκε τη Μάνια, την καλή του. Έξι χρόνια μαζί. Έξι χρόνια ο ένας για τον άλλον. Με τα καλά και με τα δύσκολα. Με τις έντονες καταιγίδες και τις ατέλειωτες λιακάδες. Με υπομονή και θέληση και με αγάπη που έμοιαζε ανίκητη.

«Μην πας σε παρακαλώ στο διυλιστήριο», του είχε πει πριν από 4 χρόνια όταν της ανακοίνωσε πως βρήκε δουλειά στα «πετρέλαια».

«Είναι βαριά δουλειά. Άσε που είναι και επικίνδυνη. Τόσα ατυχήματα γίνονται. Δεν έχεις ακούσει τίποτα εσύ;».

«Μην ανησυχείς», της είχε πει εκείνος. «Παίρνουν μέτρα προστασίας τώρα. Δεν είναι όπως παλιά και ο μισθός είναι καλός. Άλλωστε, πώς αλλιώς θα μπορέσουμε να πάρουμε κι εκείνη τη βάρκα που λέγαμε; ¨Μάνια¨ θα τη βαφτίσουμε. Έτσι; Θα είναι γαλαζοπράσινη σαν τα μάτια σου».

«Τα ξέρω τα μέτρα προστασίας τους. Μόνο στα χαρτιά. Τα γεύτηκε κι ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου. Μήπως το ξέχασες;».

Το λεωφορείο άνοιξε τις πόρτες του. «ΣΤΑΣΗ ΔΙΥΛΙΣΤΗΡΙΟ». Καμιά εικοσαριά νοματέοι κατέβηκαν. Όλοι τους εργάτες στα «πετρέλαια». Ανάμεσά τους κι ο Μπάμπης.

«Καλημέρα ρε Κωστή! Τι κάνει ο γιος σου; Παίζετε καμιά μπαλίτσα; Παντρεύτηκε μωρέ ή ακόμα;».

«Άστα. Μας ξενύχτησε πάλι. Να βγάλει επιτέλους τα δόντια του να ηρεμήσουμε κι εμείς κι αυτός».

Οι μηχανές δούλευαν στο φουλ. Ασταμάτητα. Φόρεσαν τα κράνη τους, υπέγραψαν την ώρα προσέλευσης και ο καθένας στο πόστο του. Μηχανές και οι ίδιοι, τέλεια προγραμματισμένες με σάρκα και οστά.

Κι όμως κάτι έτρεχε. Κάτι αδιευκρίνιστο. Πλανιόταν στον, βαρύ από τη μυρωδιά των υδρογονανθράκων, αέρα και τρυπούσε τα σωθικά. Φαινόταν στα ανήσυχα μάτια των εργατών και στις νευρικές τους κινήσεις. Το΄νιωσε κι ο Μπάμπης.

«Τι έγινε μάστορα; Συμβαίνει κάτι;», ρώτησε με μια μικρή ανησυχία ο Μπάμπης το Νικήτα, τον αρχιμηχανικό της βάρδιας του.

«Τίποτα μικρέ. Όσο έχεις εσύ το μάστορα δίπλα σου μη στενοχωριέσαι για τίποτα», του απάντησε χαμογελώντας ο Νικήτας.

Όμως, ακόμα και το χαμόγελό του Νικήτα, σφιγμένο και αγχωμένο έδειχνε πως κάτι δεν πήγαινε καλά.

«Νικήτα, δε με πείθεις», επέμεινε ο Μπάμπης.

Ο Νικήτας τον πλησίασε, έβγαλε το κράνος του και σκούπισε τα ιδρωμένα του μαλλιά.

«Να μωρέ. Εκείνη η γαμημένη η βαλβίδα ασφαλείας στον αγωγό του μεθανίου. Κόλλησε πάλι στη βραδινή βάρδια. Αν δεν το είχε πάρει χαμπάρι ο Γιάννης, για δύο λεπτά μιλάμε, θα είχε γίνει εδώ ολοκαύτωμα. Ευτυχώς με ειδοποίησε και τελευταία στιγμή πρόλαβα και σταμάτησα την παροχή. Γι΄αυτό είμαι ακόμα εδώ κι ούτε που ξέρω πότε θα φύγω σήμερα. Άστα. Θυμήθηκα το μεγάλο ατύχημα πριν από 10 χρόνια. Έξι άνθρωποι νεκροί και τρεις σε μόνιμη αναπηρία.  Τους είπα να σταματήσουμε την παραγωγή σ΄εκείνη τη μονάδα αλλά ούτε που να το ακούσουν. Τρέχουν οι παραγγελίες μου είπαν τα μεγάλα αφεντικά. Έκανα τώρα μια πατέντα και λειτουργεί. Δεν ξέρω όμως για πόσο. Έτσι μου΄ρχεται να σηκωθώ και να φύγω. Θα γίνει καμιά στραβή και θα το΄χω βάρος στη συνείδησή μου».

«Καλά ρε μάστορα. Δυο χρόνια τώρα ακούω γι’ αυτή τη κωλοβαλβίδα. Εφιάλτης κατάντησε. Γιατί δεν την αλλά ζουν που να πάρει η ευχή;».

«Γιατί κοστίζει μικρέ. Δεν είναι μόνο η βαλβίδα. Θέλει ξήλωμα όλος ο αγωγός και αντικατάσταση και ότι κοστίζει προκαλεί αλλεργία στα αφεντικά. Άσε που θα μειωθεί η παραγωγή στο 1/3 μέχρι να ολοκληρωθούν οι εργασίες. Και οι παραγγελίες τρέχουν».

«Κοστίζει; Μόνο οι άγκυρες στην καινούργια τους θαλαμηγό κοστίζουν περισσότερο».

«Άντε, τράβα τώρα και μη σκοτίζεσαι. Θα’ χω το νου μου κι εγώ. Να προσέχετε κι εσείς όμως. Έτσι; Άντε παλικάρι μου. Καλή δύναμη. Κι ο Θεός βοηθός».

Την τελευταία παράκληση, ο Μπάμπης δεν την άκουσε. Ο Νικήτας την είπε ψιθυριστά. Σχεδόν αθόρυβα…

Εν τω μεταξύ, στα κεντρικά γραφεία των ιδιοκτητών του διυλιστηρίου, στον τελευταίο όροφο έφτανε στο τέλος της η έκτακτη συνεδρίαση του ΔΣ. Η βλάβη στη βαλβίδα με ότι μπορούσε να ακολουθήσει θορύβησε πάρα πολύ τους ιδιοκτήτες. Ακούστηκαν κάποιες προτάσεις για σταμάτημα της λειτουργίας της προβληματικής μονάδας και άμεση έναρξη εργασιών αποκατάστασης, μπροστά στον διαφαινόμενο κίνδυνο ενός ατυχήματος με απρόβλεπτες συνέπειες.

Τα μεγάλα αφεντικά τις απέρριψαν. Τα διαφυγόντα κέρδη θα ήταν μεγάλα. Τις παραγγελίες θα τις έπαιρναν άλλοι και οι εποχές δεν σήκωναν τέτοια ρίσκα.

Ο κύβος ερρίφθη. Η λειτουργία θα συνεχιζόταν με δύο αρχιμηχανικούς σε κάθε βάρδια για καλύτερη εποπτεία και άμεση, αν χρειαζόταν, αντίδραση.

Όλα αυτά μέχρι που χτύπησε το κινητό του προέδρου. Αυτό που άκουσε τον έκανε να χάσει προς στιγμήν τη λαλιά του.

«Ανοίξτε την τηλεόραση να δούμε. Έγινε έκρηξη στο διυλιστήριο», είπε με παγωμένη φωνή.

«Μόλις πριν από λίγο σημειώθηκε έκρηξη στο διυλιστήριο. Οι πρώτες πληροφορίες, κάνουν λόγο για 4 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες. Για κάθε νεώτερο θα διακόπτουμε τη ροή του προγράμματος με έκτακτες συνδέσεις», είπε ο εκφωνητής του καναλιού.

«Πάρτε τους τηλέφωνο και πείτε τους να το τρενάρουν όσο μπορούν. Ειδοποιείστε να ετοιμάσουν το αεροπλάνο. Φεύγουμε για Ζυρίχη»,διέταξε ο πρόεδρος και σηκώθηκε από την καρέκλα του βρίζοντας.

Η έκρηξη ήταν τόσο μεγάλη που συγκλόνισε την περιοχή γύρω από το διυλιστήριο. Μαύροι καπνοί άρχισαν να καλύπτουν τον ουρανό. Κόσμος πολύς άρχισε σιγά-σιγά να μαζεύεται έξω από το εργοστάσιο. Η πυροσβεστική και τα πρώτα ασθενοφόρα άρχισαν να καταφτάνουν μαζί με τους συγγενείς των εργατών που κατοικούσαν στις γύρω περιοχές.

Το διυλιστήριο, σταμάτησε τη λειτουργία του. Το νέο μαθεύτηκε και στα άλλα διυλιστήρια της ευρύτερης περιοχής. Η αντίδραση των εργαζομένων σ΄αυτά ήταν άμεση. Κατέβασαν τις διακόπτες, παράτησαν τα κράνη τους και με κάθε μέσο προσπαθούσαν να φτάσουν στον τόπο του ατυχήματος.

«Δεν ήταν ατύχημα. Ήταν φόνος εκ προμελέτης» ακούστηκε δυνατά μια φωνή έξω από την πύλη του διυλιστηρίου.

Στους γύρω δρόμους επικρατούσε πραγματικό κομφούζιο. Δημοσιογράφοι και τηλεοπτικά συνεργεία προσπαθούσαν να πλησιάσουν αλλά ήταν σχεδόν αδύνατο να το καταφέρουν.

Το τηλέφωνο της κυρά-Μυρσίνης, της μάνας του Μπάμπη, χτυπούσε επίμονα.

«Ποιος να΄ναι τέτοια ώρα; Θα μου καεί το φαΐ», μονολόγησε καθώς σήκωνε το τηλέφωνο.

Ήταν η Μάνια. Με τρεμάμενη φωνή της ανακοίνωσε το δυσάρεστο. Το ακουστικό της έπεσε από τα χέρια. Μάταια προσπαθούσε η Μάνια, φωνάζοντας, να επικοινωνήσει μαζί της.

Η κυρά-Μυρσίνη, πέρασε από την κουζίνα, έσβησε το φαγητό, έβαλε στην τσάντα της μια φωτογραφία του γιου της και βγήκε σα χαμένη από το σπίτι.

Πλέον, όλα τα κανάλια είχαν ζωντανή σύνδεση με τον τόπο του ατυχήματος. Μαρτυρίες διάφορες από παρευρισκόμενους έδιναν κι έπαιρναν.

Άρχισαν και οι πρώτες δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων.

Εργαζόμενοι από άλλα διυλιστήρια έφταναν σιγά-σιγά και η φράση «κάτι πρέπει να κάνουμε», έτρεχε από στόμα σε στόμα.

«Γενική απεργία», «Κατάληψη παντού», «Να λογοδοτήσουν οι ένοχοι», ήταν μερικές από τις κραυγές οργής που άρχισαν να ακούγονται.

«Κάντε στην άκρη να περάσουν οι πυροσβέστες», ακούστηκε μια φωνή μέσα από το διυλιστήριο.

Σιωπή απλώθηκε παντού καθώς, πυροσβέστες κουβαλούσαν σε φορεία εργάτες μέσα από τον τόπο του ατυχήματος. Κανείς δεν μπορούσε ακόμα να ξέρει αν ζούσαν ή είχαν πεθάνει.

Μια αλαφιασμένη ηλικιωμένη γυναίκα, κρατώντας μια φωτογραφία στον κόρφο της προσπαθούσε σπρώχνοντας και φωνάζοντας να πλησιάσει στην πύλη.

«Αφήστε να περάσω. Είναι ο γιος μου εκεί μέσα. Κάντε στην άκρη σας λέω».

Οι πυροσβέστες άφησαν τα φορεία έξω από την πύλη, δίπλα στα ασθενοφόρα και ξαναμπήκαν μέσα.

Η κυρά-Μυρσίνη επιτέλους έφτασε κοντά. Το βλέμμα της καρφώθηκε στο ακριανό φορείο. Τρικλίζοντας, με τα χέρια κατεβασμένα, κρατώντας σφιχτά στο ένα της χέρι τη φωτογραφία, έφτασε κοντά στο φορείο.

Κανείς μέχρι τότε δεν είχε ξανακούσει τέτοια κραυγή, σαν αυτή που έβγαλε η δόλια η μάνα, αντικρίζοντας πάνω στο φορείο τον μισοκαμένο γιο της.

Όλοι σώπασαν για να ακούσουν το μοιρολόι της.

«Κόκκινο γαρούφαλλό μου/γιατί μ΄άφηκες;

Γω σε πότιζα με δάκρυ/και μαράθηκες.

Γω σε πότιζα με δάκρυ/και μαράθηκες».

Ένα χέρι ένιωσε να την ακουμπά και να προσπαθεί να τη σηκώσει. Η Μάνια, μάταια προσπαθούσε, κλαίγοντας κι εκείνη, να την απομακρύνει.

Η κυρά_Μυρσίνη, σκούπισε τα δάκρυά της, άφησε τη φωτογραφία πάνω στο νεκρό παιδί της και σηκώθηκε όρθια.

«Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος», είπε και απομακρύνθηκε στηριζόμενη στον ώμο της Μάνιας.

Πλέον, ούτε έβλεπε ούτε άκουγε τους ανθρώπους γύρω της. Άλλοι έβριζαν, άλλοι σκορπούσαν απειλές και κατάρες. Εκείνη πλέον δε ζούσε. Μόνο ανέπνεε.

Η κυρά-Μυρσίνη, πέθανε μαζί με το γιο της…

 

Ετικέτες: , , , ,

Αλήθειες;

«Ανάμεσα στο <αισθάνομαι> και στο <καταλαβαίνω> προτιμώ το <αισθάνομαι>»

 

«Οι αυτόφωτοι άνθρωποι συνήθως κινούνται αθόρυβα και σεμνά. Οι ετερόφωτοι γυροφέρνουν κομπάζοντας για το ξένο φως που εκπέμπουν»

 

«Τρομάζω στη σκέψη ότι οι άνθρωποι θα πάψουν να κάνουν λάθη. Τελικά οι άνθρωποι είναι τα λάθη τους. Είναι όσα διόρθωσαν και όσα δεν μπόρεσαν να διορθώσουν.»

 

 

«Χειρότερη από όλες τις φυλακές είναι αυτή που έχει φτιάξει κάποιος με το καλάμι που έχει καβαλήσει»

 

‘’Σαν μετρήσεις τις μέρες που έζησες να βγάλεις από το μέτρημα τις μέρες που δεν ένιωσες αγάπη.’’

 

‘’Όσοι απειλούν με μαχαίρια και πιστόλια παριστάνοντας τους άντρες είναι βέβαιο ότι τα παντελόνια που φορούν στερούνται ουσιαστικού περιεχομένου και το κρανίο τους είναι έτοιμο νσ σπάσει λόγω υποπίεσης.’’

 

Κοιτάζοντας σήμερα έναν φοβισμένο μαθητή βλέπω έναν αυριανό δουλικό πολίτη. Ρωτάτε αν ντρέπομαι? Ντρέπομαι ακόμη και να απαντήσω…

 

«Δε θα νιώσεις ποτέ τη ζεστασιά του ήλιου αν κρύβεσαι στη σκιά επειδή φοβάσαι μην καείς.»

 

«Όταν οι λίγοι γεμίζουν τις τσέπες τους με χρυσάφι βουτηγμένο στο αίμα δε μένει στους πολλούς παρά να γεμίσουν τις τσέπες τους με πέτρες βουτηγμένες στο δίκιο.»

 

«Όταν ακούς ότι ένας ιδιώτης ζητάει 10 εργαζόμενους να θυμάσαι πως θέλει απλά 10 ανθρώπους για να του αυξήσουν κι άλλο την περιουσία του χωρίς ο ίδιος να ιδρώσει»

 

C.K

 

Ετικέτες: , ,

Μες στην υπόγεια την ταβέρνα…

Μες στην υπόγεια την ταβέρνα…

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Το κρύο εκείνο το βράδυ ήταν τσουχτερό. Διαπερνούσε τοίχους και ψυχές, ειδικά τις ψυχές όσων-τα΄ φερε η μοίρα λένε-δεν είχαν που να ακουμπήσουν τη θλίψη τους.

Βλέπεις, η θλίψη και η μοναξιά δεν αντέχονται, ακόμη κι αν υπάρχουν δίπλα σου άνθρωποι. Μη σου πω ότι τότε είναι ακόμη πιο βασανιστική και η θλίψη και η μοναξιά.

Όμως, το να μην έχεις ένα σπίτι να μένεις, ένα κρεβάτι να ξαποστάσεις κι έναν άνθρωπο δίπλα σου να νιώσεις έστω ότι κάποιος αναπνέει τον ίδιο αέρα με σένα, είναι ανυπόφορο.

Το κρύο εκείνο το βράδυ ήταν τσουχτερό και έξω από το κουτούκι της Ευδοκίας, πίσω από τις πολυκατοικίες του κεντρικού δρόμου, σ’ ένα υπόγειο στο στενάκι που κατέληγε σε αδιέξοδο.

Η συνοικία, προσφυγική, γνώριζε καλά τι θα πει καημός, τι θα πει στεναχώρια, χαμένα όνειρα μα και τι θα πει δίψα για ζωή, για μια νέα αρχή. Ένα ανυποχώρητο «γαμώτο» είχε ακουστεί πολλές φορές στα στενά της συνοικίας και στο υπόγειο κουτούκι της Ευδοκίας.

Οι τοίχοι, τα παλιά τραπέζια και οι καρέκλες είχαν να θυμούνται αμέτρητους αναστεναγμούς. Τα φθαρμένα ποτήρια, γέμισαν και ξαναγέμισαν χιλιάδες φορές με καημούς και κρασί, βάλσαμο θαρρείς για τις πονεμένες ψυχές.

Εκείνο το κρύο βράδυ, ένας γέροντας, ταλαιπωρημένος και ατημέλητος κοντοστάθηκε έξω από το κουτούκι. Του ήταν γνώριμος ο χώρος αφού από την περασμένη άνοιξη, τότε που ξέμεινε από δουλειά, περνούσε πολλά βράδια στο κοντινό παρκάκι. Φαινόταν διστακτικός. Τελικά πήρε την απόφαση και κατέβηκε σιγά-σιγά τα σκαλιά.

Στο κουτούκι, καμιά δεκαριά νοματαίοι κάθονταν σε τρία τραπέζια. Δεν είχε άλλωστε και πάρα πολλά. Χώραγε δε χώραγε έξι-εφτά τραπέζια.

Με το που τον είδε η Ευδοκία τον καλωσόρισε.

«Καλώς τον Ανέστη. Έλα, πέρνα μέσα. Κάθισε, σου΄χω μπακαλιάρο τηγανητό που σου αρέσει, με σκορδαλιά».

Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Ανέστης έβρισκε καταφύγιο στο κουτούκι της Ευδοκίας. Λίγο φαγητό κανένα μισαδάκι κρασί «έτσι για να ξεγελάμε τον πόνο μας», του έλεγε εκείνη πάντα με χαμόγελο. Είχε τον τρόπο της. Ποτέ δεν τον έκανε να νιώσει άβολα που δεν είχε να πληρώσει. «Δεν είπαμε; Όταν θα σαλπάρει το πρώτο σου βαπόρι, με ξεχρεώνεις μια και καλή. Νομίζεις θα στα χαρίσω;»

«Απόψε θα πληρώσω και θα κεράσεις κρασί και όλη την παρέα, από μένα», της είπε χαμηλόφωνα ο Ανέστης.

«Μπα! Τι έγινε; Σάλπαρε το πλοίο;»

«Όχι. Βρήκα κάτι λεφτά έξω από το παρκάκι, δίπλα στα σκουπίδια. Σε κάποιον θα περίσσευαν και τα πέταξε».

Εκείνη τον κοίταξε με απορία.

«Μη με κοιτάς έτσι. Μήπως θαρρείς ότι τα ΄κλεψα;»

«Όχι βρε Ανέστη. Αν ήσουν κλέφτης δεν θα ήσουν δίχως σπίτι και δίχως οικογένεια. Και λεφτά θα είχες και αυτοκίνητα και σπίτια και οικογένεια. Μη σου πω θα είχες και καμιά γκόμενα σπιτωμένη…Γιατί όμως δεν τα κρατάς, να έχεις για λίγες μέρες ν΄αγοράζεις καμιά φρατζόλα ψωμί να χορταίνεις την πείνα σου;»

«Απόψε θέλω να κεράσω. Όσο φτάνουν. Δεν είναι πολλά, αλλά για μια γύρα θα φτάνουν, έτσι δεν είναι;» και έβγαλε από το παντελόνι του 20 ευρώ και τα ΄βαλε στο χέρι της Ευδοκίας.

Εκείνη, μη θέλοντας να τον προσβάλει, τα πήρε.

«Παιδιά, απόψε το κρασί είναι κερασμένο από τον Ανέστη. Τράβηξε κάτι μαύρες καταθέσεις που είχε στα νησιά Ωξαποδώ και μας κερνάει».

Την ήξερε την ιστορία του Ανέστη η Ευδοκία, κι από την καλή κι από την ανάποδη.

Είχε καλή δουλειά. Αρχιμηχανικός σε εργοστάσιο. Πολυεθνική. Σιγουράντζα, δηλαδή, μέχρι που ξέσπασε η κρίση. Ευκαιρία περίμεναν τ’ αφεντικά για να κλείσουν το εργοστάσιο και να το πάνε αλλού. Να βγάζουν περισσότερα.

«Δε χορταίνουν με τίποτα. Προσωρινά μέχρι να περάσει η κρίση. Αλλά δεν έδωσαν δεκάρα τσακιστή για αποζημιώσεις. Το πτώχευσαν το μαγαζί. Τρέχα-γύρευε. Κάποιοι, βέβαια πήραν τις αποζημιώσεις τους μέχρι και το τελευταίο ευρώ. Κάτι λαμόγια του κερατά», της είχε πει ένα βράδυ σαν άδειασε το μαγαζί κι έμειναν οι δυο τους.

«Το σπίτι, δανεικό στην τράπεζα, η μεγάλη κόρη να σπουδάζει μακριά και άλλα δύο από πίσω να ακολουθούν στο λύκειο. Φροντιστήρια, ξένες γλώσσες, φαΐ, ρούχα; Τι να περιμαζέψεις; Στέρεψαν και οι δουλειές της Φιλιώς! Ποια να σκεφτεί να ράψει  φόρεμα ή φούστα; Φόραγε δεύτερο και τρίτο χέρι από γνωστές και φίλες».

«Κι ήταν λόγος να σηκωθείς και να φύγεις από το σπίτι; Να παρατήσεις την οικογένειά σου;», τον μάλωσε η Ευδοκία.

«Ντρεπόμουνα κι ακόμα ντρέπομαι».

«Τι ντρεπόσουνα;»

«Όλους. Τα παιδιά μου, τη Φιλίτσα μου. Την έβλεπα να μαραζώνει κι εγώ δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Όταν διέκοψε η κόρη τις σπουδές και γύρισε πίσω, δε με χωρούσε το σπίτι. Έφευγα ξημερώματα από το σπίτι και γύριζα μετά τα μεσάνυχτα για να μην τη συναντήσω. Πώς να της έλεγα ότι ο πατέρας της στάθηκε ανίκανος να τη σπουδάσει; Τις έκοψα τις φτερούγες, το καταλαβαίνεις;»

«Για κάτσε ρε Ανέστη που πήρες φόρα και δε λογαριάζεις τίποτα. Εσύ φταις που εκείνη η κουφάλα έκλεισε το εργοστάσιο γιατί ήθελε να ντερλικώνει ακόμα περισσότερο;» του είχε πει η Ευδοκία. Όχι μόνο εκείνο το βράδυ. Σχεδόν κάθε που τον συναντούσε του τα΄λεγε. Αλλά ο Ανέστης δεν άλλαζε γνώμη. Είχε πέσει σε βαριά κατάθλιψη και τα μυαλά του στρόφαραν ανάποδα.

Πήγε, λοιπόν ο Ανέστης και κάθισε στο τραπεζάκι στη γωνία. Εκεί που καθόταν κάθε φορά που τύχαινε να κατέβει τα σκαλιά του υπόγειου.

Η Ευδοκία, του έφερε το μπακαλιάρο και μισό κιλό «νέκταρ», όπως αποκαλούσε η ίδια το κρασί της.

«Δε με νοιάζει αν θα του αρέσει του πελάτη το φαγητό που του σερβίρω. Αν όμως καταλάβω ότι δεν του άρεσε το κρασί και ότι δεν αγαλίασε το είναι του, στεναχώρια μεγάλη με πιάνει», έλεγε συχνά καθώς σερβίριζε.

Σαν πήγε η ώρα 2 τα ξημερώματα, ο Ανέστης σηκώθηκε και κίνησε να φύγει. Θλιμμένος όπως έφευγε πάντα.

«Πάω στη βίλα μου», έλεγε για το πρόχειρο τσαντίρι που είχε φτιάξει στη μισογκρεμισμένη αυλή ενός εγκαταλειμμένου διώροφου.

Από εκείνο το βράδυ έκανε βδομάδες πολλές να ξαναφανεί στο κουτούκι μέχρι που κάποια μέρα εμφανίστηκε. Ξυρισμένος, πλυμένος με καθαρά ρούχα.

«Γιατί χάθηκες;», τον ρώτησε η Ευδοκία.

«Πήραμε το εργοστάσιο», της είπε γεμάτος χαρά και περηφάνια. «Το καταλάβαμε και το δουλεύουμε μόνοι μας. Δυσκολευόμαστε πολύ, αλλά τουλάχιστον το παλεύουμε. Αγωνιζόμαστε. Μαζευτήκαμε και συμφωνήσαμε να δώσουμε τη μάχη κι όπου βγει. Χωρίς πολλές κουβέντες και χωρίς διαπραγματεύσεις και άλλες τέτοιες ανοησίες με τα’ αφεντικά. Μας τρέχουν στα δικαστήρια, μας απειλούν αλλά μέχρι τώρα είμαστε αποφασισμένοι. Όταν ξεκινάς έναν αγώνα, ποτέ δεν ξέρεις το αποτέλεσμα. Αυτό που μετράει είναι να πιστεύεις στο δίκιο σου και να μην κάνεις πίσω στην πρώτη δυσκολία», συμπλήρωσε ο Ανέστης και κάθισε στη γνωστή του θέση.

«Που’ σαι Ευδοκία. Δε θέλω να φάω. Πιάσε λίγο από το νέκταρ, να το πιω και να φύγω γιατί αύριο έχω πρωινή βάρδια στο εργοστάσιο»

 

Ετικέτες: , , , ,

Ας κοιμηθούμε ήσυχοι γιατί αλλιώς μπορεί να ξυπνήσουμε

Ας κοιμηθούμε ήσυχοι γιατί αλλιώς μπορεί να ξυπνήσουμε

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

τηλεόραση1Τελικά, είναι ωραία η ζωή, χαρούμενη, γεμάτη ευτυχία. Κι αν δεν είναι, βρίσκουμε πάντα τον τρόπο να την κάνουμε να είναι. Αν όχι χαρούμενη, γεμάτη ευτυχία να την κάνουμε να είναι τουλάχιστον συμβατική, ίδια με των υπολοίπων. Ασφαλής και χωρίς εκπλήξεις. Τι να κάνουμε; Παντού χρειάζεται ένας έντιμος συμβιβασμός.

Για τα παιδιά μας μόνο ανησυχώ. Τα μεγαλώνουμε σωστά άραγε; Τους δίνουμε όλα όσα έχουν ανάγκη; Από την άλλη σκέφτομαι πως δεν πρέπει να έχω τέτοιες ανασφάλειες. Εντάξει, δεν τα πήγαμε στο The Voice, για να δουν από κοντά τα ιερά τέρατα της μπουζουκόβιας μουσικής σκηνής, αλλά δεν πειράζει. Θα τα πάω του χρόνου.

Κάθε πρωί τους βάζουμε για το σχολείο ένα κρουασάν, ένα πατατάκι κι ένα χυμό ανάμεικτο. Αν δεν έχουμε, τους δίνουμε χρήματα να ψωνίσουν ό,τι θέλουν από το κυλικείο. Πάνω απ΄όλα πρέπει να τρέφονται υγιεινά.

Το μεσημέρι, σαν γυρίσουν από το σχολείο, αν δεν έχουμε προλάβει να μαγειρέψουμε, τους παίρνουμε από το φαστφουντάδικο δύο χάμπουργκερ με σως, πατάτες τηγανιτές και αναψυκτικό. Είναι στην ανάπτυξη και πρέπει να τρώνε καλά και να έχουν και θετική ενέργεια. Το λέει κι αυτός με τα πεσμένα βλέφαρα και το θολό βλέμμα σε διαφήμιση στην τηλεόραση. Τι δηλαδή; Να έχουν αρνητική ενέργεια τα δικά μας παιδιά;

Πρέπει να φάνε γρήγορα γιατί θα έρθει η κοπέλα που τα διαβάζει. Ευτυχώς, τώρα με την κρίση, με 3 ευρώ την ώρα βρίσκεις καμιά φοιτήτρια, καμιά αδιόριστη δασκάλα και κάνεις τη δουλειά σου.

Βέβαια, τα δικά μου διαμαρτύρονται. Λένε πως δεν χρειάζεται να κάνουν μάθημα και της κάνουν το βίο αβίωτο. Αλλά καλύτερα έτσι. Από το να ξεσπάνε σε μας. Δε γίνεται όμως να μην κάνουν μάθημα. Τα περισσότερα παιδιά στην τάξη τους έχουν δασκάλα που τα διαβάζει στο σπίτι. Τι δηλαδή; Τα δικά μας στο πηγάδι κατούρησαν;

Μετά αρχίζει το τρέξιμο. Ο μικρός να πάει στο ποδόσφαιρο και η μικρή για χορό. Μετά, ο μικρός να συνεχίσει στο μπάσκετ και η μικρή στη ζωγραφική.

Μόλις που προλαβαίνουμε λίγο στο ενδιάμεσο να δούμε τα «Δανεικά Όνειρα», την αγαπημένη μας σειρά στην Αγία TV. Βγαλμένη από την καθημερινότητα της ζωής. Εντάξει, όχι της δικής μας, αλλά δεν έχει σημασία. Έτσι, να βλέπουμε και τα ζόρια που περνάνε οι πλούσιοι για να μην τους ζηλεύουμε. Αν και δεν θα μας πείραζε να είχαμε τα πλούτη τους μαζί με τα ζόρια τους.

Δε βαριέσαι! Έτσι είναι η ζωή.

Μετά, να γυρίσουν τα καημένα στο σπίτι, να χαλαρώσουν λίγο κι αυτά στην Αγία TV, να δουν το κανάλι με τα παιδικά και τις διαφημίσεις. Τι ωραίες διαφημίσεις! Χαίρεσαι να τις βλέπεις και να τις ακούς. Δυνατές φωνές για να μένουν στο μυαλό των παιδιών μας.

Μετά θα έρθει η κοπέλα που τους κάνει Αγγλικά και Γαλλικά. Ευτυχώς που είναι δίδυμα και δεν διπλοπληρώνουμε.

Κάποια στιγμή έρχεται και η ώρα που τα παιδιά κοιμούνται.

Τότε, θα κάτσουμε κι εμείς, επιτέλους στον καναπέ να δούμε τις βραδινές ειδήσεις, εκτός κι αν έχει κανέναν αγώνα οπότε ο καθένας στην τηλεόρασή του. Εγώ στον καναπέ με την πίτσα που παράγγειλα και η γυναίκα μου στην κρεβατοκάμαρα με το γιαουρτάκι «Μοσχαρίτσα». Το τρώει και η παρουσιάστρια του διαγωνισμού ταλέντων γι’ αυτό είναι ξανθιά, όμορφη, λεπτή και γαλανομάτα.

Βέβαια η γυναίκα μου είναι πιο όμορφη αλλά δε με πιστεύει που της το λέω.

Αν πάλι δεν έχει αγώνα, βλέπουμε κάποια εκπομπή μαγειρικής. Τον Άκη, τον Άρη, το Λευτέρη, τη Λίτσα, τη Μαρία, τη Τζένη. Χορταίνει το μάτι μας κι έχουμε να συζητάμε και κάτι με τους άλλους γονείς το πρωί που πάμε τα παιδιά στο σχολείο και περιμένουμε απ΄έξω, προσευχόμενοι, μέχρι τα φυντάνια μας να μπουν στις τάξεις.

Άντε μετά να πάμε στις δουλειές μας. Εγώ να ανοίξω το μαγαζί, η γυναίκα μου να πάει στην εταιρεία της. Εγώ να παρακαλάω να μπει κανένας πελάτης, εκείνη να της δώσει το αφεντικό κανένα μηνιάτικο από τα 10 που της χρωστάει.

Αλλά, δε βαριέσαι! Τι να κάνουμε; Έτσι είναι η ζωή. Υπάρχουν και χειρότερα. Και δόξα τω Θεώ να λέμε. Εντάξει, υπάρχουν και καλύτερα, αλλά τα καλύτερα είναι για τους λίγους. Αυτοί, κρίση ξεκρίση θα είναι πάντα καλύτερα. Δεν μπορούμε να είμαστε όλοι ίσοι.

Να μην ξεχάσω να πάρω και το περιοδικό «Αποχαζεύω», να το δούμε το βράδυ. Η Φαίη, λέει, φόρεσε καινούργιο μαγιό κι ο Βαρουφάκης, δεν ξέρω τι κάνει στις διαπραγματεύσεις πάντως στο ντύσιμο είναι πρότυπο.

Γιατί ο Τσίπρας που ξεπέρασε ακόμα και τον Ομπάμα σε γοητεία; Άσε που θέλω να πάω και το αμάξι για πλύσιμο και να του πω του κυρ Λευτέρη ότι ο Πακιστανός που μας το έπλυνε τις προάλλες, μισές δουλειές έκανε. Τσάμπα το ευρώ που του άφησα για μπουρμπουάρ. Αλλά τι περιμένεις; Είχαν και στη χώρα τους αυτοκίνητα;

[Γιατί ρε; Εσύ στο κατσικοχώρι που γεννήθηκες είχες;]

Ωχ! Ποιος μίλησε;

[Η συνείδησή σου ρε κόπανε. Ότι απέμεινε, δηλαδή, από δαύτη.]

Αυτό μας έλλειπε τώρα, να αρχίσω να ακούω και φωνές. Δεν πάω καλά, πρέπει να πάρω τηλέφωνο τον Χαλίλ. Μέγα μέντιουμ και εξαίρετος παραψυχολόγος. Τώρα κιόλας θα τον πάρω, αλλιώς θα τρελαθώ τελείως!

 

 

 

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , ,

Έχουν όνειρα και οι μαθητές, τι δεν καταλαβαίνεις;

Έχουν όνειρα και οι μαθητές, τι δεν καταλαβαίνεις;

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Ο Μάριος, παρόλο που η ώρα ήταν μόλις δώδεκα και τέταρτο, είχε επιστρέψει στο σπίτι. Ήταν η μέρα που στο σχολείο του, έδιναν τους βαθμούς του πρώτου τετραμήνου. Αυτός ήταν κι ο λόγος που έλειπαν και οι γονείς του. Η μητέρα του πήρε ολιγόωρη άδεια, με τα χίλια ζόρια, από τη δουλειά. Ο πατέρας του τον τελευταίο χρόνο δεν είχε δουλειά, οπότε δεν χρειαζόταν άδεια. Από βδομάδα θα πήγαινε σε μια καινούργια δουλειά, δοκιμαστικά για τον πρώτο μήνα και αν όλα πήγαιναν καλά, μπορεί και να τον κρατούσαν. Δεν ήταν τίποτα σπουδαίο αλλά προτιμότερο από το να καταλήξει με ψυχολογικά προβλήματα. Αυτό είχαν συμφωνήσει με τη μητέρα του το προηγούμενο βράδυ που τους άκουσε να μιλάνε για το θέμα.

Μπήκε στο δωμάτιό του χωρίς να βγάλει το μπουφάν, το κρύο δεν επέτρεπε τέτοιες κουτουράδες, και ξάπλωσε ανάσκελα στο κρεβάτι. Θα μπορούσε για λίγη ώρα να σκεφτεί ανενόχλητος και, γιατί όχι, να ονειρευτεί και να πετάξει με τη φαντασία του.

Του άρεσε πολύ η ιστορία γιατί του άρεσε να μαθαίνει, να ανακαλύπτει και να αναλύει τις συνθήκες που οδήγησαν τους ανθρώπους στη μία ή στην άλλη κοινωνική επιλογή. Όμως αυτό που τον γοήτευε ήταν η φυσική. Εκείνη η σχέση αιτίας-αποτελέσματος τον άφηνε άφωνο. Ίσως αυτή η σχέση που διέπει και τα ιστορικά γεγονότα ήταν η αιτία που δύο φαινομενικά “αντίθετα” μαθήματα του άρεσαν τόσο.

Δεν αρκούνταν μόνο στα σχολικά εγχειρίδια ο Μάριος. Έψαχνε σε βιβλία, στο διαδίκτυο, σε εφημερίδες και όπου μπορούσε να μάθει κάτι έγκυρο σχετικά με ιστορικά γεγονότα και κυρίως σχετικά με τη φυσική και την εξέλιξή της.

Τελευταία, σαν να είχε ανακαλύψει ότι και η κοινωνική εξέλιξη ακολουθεί την ίδια σχέση αιτίας-αποτελέσματος κι αυτό του κέντριζε το ενδιαφέρον.

Φυσικός ήθελε να γίνει Μάριος. Αυτό ήταν το όνειρό του, όμως, μάλλον δεν θα μπορούσε ποτέ να το πραγματοποιήσει.

“Νομική θα σπουδάσεις. Θα τελειώσεις και θα έχεις έτοιμη δουλειά στο δικηγορικό γραφείο του θείου σου. Με τη φυσική δεν θα έχεις στον μοίρα. Τι θα κάνεις σαν τελειώσεις; Σε φροντιστήριο με 3 ευρώ την ώρα κι αν το βρεις ή μήπως σε σχολείο που δεν πρόκειται να κάνουν προσλήψεις στον αιώνα τον άπαντα; Να μη μιλήσουμε για την έρευνα που είναι ανύπαρκτη στη χώρα μας” του έλεγε ο πατέρας του.

“Έχει καιρό ακόμα μπροστά του το παιδί να επιλέξει. Στην πρώτη λυκείου είναι ακόμη”, προσπαθούσε να συμβιβάσει η μητέρα του τα πράγματα, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στο γιο της.

“Από τώρα πρέπει να αποφασίσει και να δώσει βαρύτητα στα μαθήματα που χρειάζονται”, την έκοβε απότομα ο πατέρας.

Ο Μάριος έσκυβε το κεφάλι και η ψυχούλα του πονούσε. Σκεφτόταν πως έπρεπε να βρει κάτι για να αγαπήσει στους νόμους και τη νομική. Τα χρήματα δεν ήταν για κείνον ο πιο σημαντικός παράγοντας. Καταλάβαινε πως αν δεν κατάφερνε να γίνει φυσικός θα ήταν δυστυχισμένος για μια ολόκληρη ζωή. Προσπαθούσε να βρει έναν τρόπο για να δείξει στους γονείς του και κυρίως στον πατέρα του, πόσο πολύ αγαπάει τη φυσική. Ένιωθε πως τώρα με τους βαθμούς ίσως ήταν μια καλή ευκαιρία.

Λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα στο σχολείο του Μάριου επικρατούσε αναβρασμός. Γονείς, με το χαρτί των βαθμών στο χέρι, έψαχναν στις αίθουσες να βρουν τους καθηγητές των παιδιών τους για να ενημερωθούν. Σε κάποιους καθηγητές είχαν σχηματιστεί ουρές δεκάδων γονέων οπότε ήταν μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για συζητήσεις γύρω από τους βαθμούς και όχι μόνο.

“Με τέτοιους βαθμούς σιγά μην περάσει στο πολυτεχνείο. Αυτός νομίζει πως είναι ακόμα στο γυμνάσιο”.

“Μα είναι δυνατόν; Να στερείται όλη η οικογένεια για να πληρώνουμε ένα σκασμό λεφτά στα φροντιστήρια κι αυτή να μην το εκτιμάει;”

“Μα πώς είναι δυνατόν; Η Μαρία μου, τον ίδιο βαθμό έγραψε με τη Γεωργία στο διαγώνισμα. Της Γεωργίας της έβαλε 19 και της Μαρίας μου 18. Για να δω πώς θα μου το δικαιολογήσει ο κύριος μαθηματικός;”

“Τα έχουμε τρελάνει τα παιδιά με τους βαθμούς και τις εξετάσεις. Κι εγώ σου λέω πως άντε και πέρασε κάπου. Θα είναι η σχολή που θέλει; Κι άντε και τελειώσει. Μετά τι θα κάνει; Θα πάει μετανάστης στη Γερμανία;”

“Πάλι καλά να λες. Χωρίς βοήθεια, χωρίς φροντιστήρια και να βγάζει τέτοιους βαθμούς; Το καμάρι μου! Μόνο του παλεύει. Έχει να μπει μισθός στο σπίτι εδώ και 14 μήνες. Αν δεν ήταν ο παππούς και η γιαγιά να βοηθάνε δεν ξέρω τι θα κάναμε!”

Σε μια διπλανή αίθουσα η συζήτηση ανάμεσα στους γονείς ενός μαθητή και στον χημικό αποκτούσε ενδιαφέρον.

“Μα δεν μπορώ να καταλάβω. Η Χημεία είναι από τα μαθήματα που του αρέσουν. Τον βλέπω που κλείνεται στο δωμάτιό του και διαβάζει”.

“Δεν αμφιβάλλω. Στην τάξη είναι πάρα πολύ καλός. Φαίνεται ότι του αρέσει το μάθημα όμως στο διαγώνισμα μου έγραψε 8 στα 20 και στο τεστ 11 στα 20. Γι’ αυτό του έβαλα και 14. Δεν μπορούσα παραπάνω. Άλλωστε του χρόνου στις πανελλήνιες στα γραπτά θα εξεταστεί. Πρέπει να μάθει να αποδίδει και στα γραπτά αλλιώς στις πανελλήνιες δεν θα πάει καλά. Αλήθεια, με τι θέλει να ασχοληθεί;”

“Καλά! Αυτός θέλει να γίνει μουσικός αλλά σιγά μην τον αφήσουμε. Να γίνει μουσικός και τι να κάνει; Να γυρνάει στους δρόμους και να βγάζει καπέλο; Για γεωπονική θα τον στείλουμε. Έχουμε και κάτι χωράφια στο χωριό του πατέρα του, ας πάει να τα καλλιεργήσει. Τέλος πάντων. Πιστεύετε ότι μέχρι του χρόνου θα μπορέσει να διορθώσει το πρόβλημα που έχει με τα γραπτά; Μα να πεις ότι ασχολείται και με τα άλλα μαθήματα; Τα έχει παρατήσει όλα. Μόνο αυτά που θα δώσει στις πανελλήνιες!”

“Τι να σας πω κυρία μου. Αυτό που προέχει είναι να βρει δουλειά όταν θα πάρει το πτυχίο. Καλή η μουσική, μπορεί να του αρέσει αλλά πώς θα ζήσει αυτός και η οικογένειά του; Εμένα και τα δυο παιδιά μου με πτυχία, μεταπτυχιακά, ξένες γλώσσες και δεν μπορούν να βρουν πουθενά δουλειά. Ετοιμάζονται να φύγουν για το εξωτερικό. Ας αφήσει τις μουσικές και τα υπόλοιπα. Καλά είναι τα όνειρα αλλά πρέπει τα παιδιά μας να είναι και λίγο προσγειωμένα”.

Στο ισόγειο του σχολείου, δίπλα από τη σκάλα, ένας γονιός συζητούσε με κάποιον καθηγητή ο οποίος έδειχνε να προσπαθεί να εξηγήσει κάτι στο γονιό.

“Κάθε φορά που δίνουμε βαθμούς σκέφτομαι τι το καλό προσφέρουν οι βαθμοί και σε ποιον; Βοηθάνε πραγματικά ή μόνο προβλήματα δημιουργούν; Οι μαθητές, αν όχι όλοι οι περισσότεροι, φοβούνται την αντίδραση των γονιών σε περίπτωση που δεν πάνε καλά, οι γονείς αγχώνονται και θυμώνουν σε αντίστοιχη περίπτωση, εμείς οι καθηγητές τριβελίζουμε το μυαλό μας μήπως και έχουμε αδικήσει κανέναν”.

“Ναι αλλά, χωρίς βαθμούς πώς θα ξέρουν οι μαθητές αν είναι καλοί ή όχι και πώς θα μάθουν οι γονείς ποια είναι η πρόοδος των παιδιών τους;”

“Πιστεύεις, δηλαδή, ότι τα παιδιά δεν ξέρουν αν είναι καλοί ή όχι; Περιμένουν τους βαθμούς; Δεν το βλέπουν την ώρα του μαθήματος ή όταν ασχολούνται μόνοι τους στο σπίτι;”

“Μα χωρίς βαθμούς, τι κίνητρο θα έχουν για να διαβάσουν;”

“Αν οι βαθμοί αποτελούν κίνητρο τότε θα έπρεπε οι περισσότεροι να είναι άριστοι. Όμως το αντίθετο συμβαίνει. Οι βαθμοί, μπορεί να είναι κίνητρο για κάποιους αλλά για τους περισσότερους είναι πραγματική πηγή άγχους και στενοχώριας. Πραγματικό κίνητρο θα μπορούσε να είναι μόνο η αγάπη τους για το σχολείο και τα μαθήματα. Αν όμως τα μαθήματα δεν συμβαδίζουν με αυτό που τους αρέσει και αγαπάνε, δεν ξέρω, γίνεται να έχουν την απόδοση που εμείς θα θέλαμε;”

“Όμως πρέπει να ασχολούνται και να διαβάζουν όλα τα μαθήματα, όχι μόνο αυτά που τους αρέσουν, αλλιώς θα είναι ημιμαθείς, που σημαίνει αμόρφωτοι”.

Λίγα μέτρα πιο πέρα, μια μαθήτρια, συνοδευόμενη από τους γονείς της σπάραζε στο κλάμα.

“Της έγραψα 15 και μου έβαλε 13. Είναι άδικο!”

“Ίσως να συμμετείχες στα προφορικά μέσα στην τάξη. Δεν εξηγείται αλλιώς”.

“Τι λες βρε μαμά; Ακόμη κι αν δεν έλεγα προφορικά, τι σημασία έχει; Στις πανελλήνιες γραπτά θα εξεταστώ και όχι προφορικά”.

“Τι να σου πω παιδί μου, δεν ξέρω. Θέλεις να πάμε να τη βρούμε;”

“Όχι δεν θέλω! Τι να μου πει άλλωστε. Τώρα ο βαθμός μπήκε. Δεν αλλάζει κάτι”.

Σε μία άκρη του διαδρόμου στον πρώτο όροφο, δύο μανάδες μόλις είχαν πάρει τους βαθμούς των παιδιών τους, μαθητών της πρώτης λυκείου.

“Δεν μπορώ να καταλάβω τι έχει συμβεί. Ο Νικόλας μου σε όλες τις τάξεις του γυμνασίου έβγαζε κοντά στο 20. Πώς είναι δυνατόν τώρα με το ζόρι να πιάνει το 16; Ο Νικόλας μου, που ήταν το παράδειγμα του άριστου μαθητή; Που όλοι οι συμμαθητές του τον ζήλευαν για τους βαθμούς του και δεν του έκαναν παρέα επειδή ένιωθαν μειονεκτικά; Πες κι εσύ βρε Σάσα μου, έχω άδικο;”

“Τι να σου πω Ντίνα μου; Ξέρω κι εγώ; Η αλήθεια είναι πως οι βαθμοί του δεν έχουν καμία σχέση με τους βαθμούς του γυμνασίου. Και να πεις για τον δικό μου το Γιώργο, εντάξει. Δεν ήταν και ποτέ πολύ καλός. Και το 14 που βγάζει, ευχαριστημένη είμαι. Βέβαια, όταν τους δει ο πατέρας του, θα έχουμε μάχη στο σπίτι”.

“Εγώ, πού να τολμήσω να τους δείξω στον Κυριάκο; Εγκεφαλικό θα πάθει! Όχι τίποτε άλλο αλλά, ποιος αντέχει τις άλλες αύριο στον καφέ. Φαρμάκι θα στάζουν. Να δεις που θα είναι μες στην ειρωνεία. Μπα, θα πω πως μ’ έπιασε η γρίπη. Δεν εμφανίζομαι αύριο”.

Οι γονείς του Μάριου επέστρεψαν, κατά τις 2 στο σπίτι. Ο Μάριος βγήκε από το δωμάτιό του και πήγε να τους συναντήσει στο σαλόνι.

“Μου δίνεις να δω τους βαθμούς; Πώς τα πήγα;”, ρώτησε τη μητέρα του.

“Συγχαρητήρια παιδί μου. Τα πήγες πολύ καλά”, του είπε εκείνη και τον αγκάλιασε.

“Μπράβο γιε μου. Αν συνεχίσεις έτσι τη νομική την έχεις στο τσεπάκι σου. Άντε να μη σε φάει η ανεργία κι εσένα”, του είπε ο πατέρας σου.

“Έχουμε δυο χρόνια ακόμα πατέρα. Ίσως χρειαστεί να το συζητήσουμε”, είπε διστακτικά ο Μάριος.

“Τι να συζητήσουμε; Τα έχουμε πει αυτά, σου έχουμε εξηγήσει πως είναι η κατάσταση. Άλλωστε τη βλέπεις και μόνος σου”.

“Εγώ όμως δεν θέλω να γίνω δικηγόρος, δεν μου αρέσει. Ξέρεις ότι αυτό που θέλω είναι να ασχοληθώ με τη φυσική. Αν δεν το κάνω θα είμαι πάντα δυστυχισμένος. Αυτό θέλεις; Ο γιος σου να είναι μια ζωή δυστυχισμένος;”

“Μα επειδή δεν θέλω να είσαι δυστυχισμένος γι’ αυτό σου λέω να πας στη νομική. Αν γίνεις φυσικός θα υποφέρεις και τότε θα χτυπάς το κεφάλι σου αλλά δεν θα μπορείς να γυρίσεις το χρόνο πίσω. Δεν έχεις ζήσει την ανεργία και δεν μπορείς να ξέρεις. Λοιπόν, σοβαρέψου και πάρτο απόφαση όσο νωρίτερα γίνεται”

“Μην τσακώνεστε. Σήμερα πρέπει να είμαστε χαρούμενοι”, παρενέβη η μητέρα προσπαθώντας να ηρεμήσει τα πνεύματα.

Και τότε ο Μάριος ξέσπασε. Πέταξε το χαρτί με τους βαθμούς που τόση ώρα κρατούσε στα χέρια του κι βουρκωμένος έκανε να πάει στο δωμάτιό του.

“Εντάξει λοιπόν, θα γίνω αυτό που θέλετε αλλά να ξέρετε πως εμένα άλλο είναι το όνειρό μου. Έχουν και οι μαθητές όνειρα! Τι δεν καταλαβαίνεις;”, είπε θυμωμένος φεύγοντας.

Το ίδιο βράδυ, κοντά στα μεσάνυχτα, ο πατέρας του καθισμένος στο μικρό τραπεζάκι του μπαλκονιού έλεγε έδειχνε σκασμένος.

“Λοιπόν Μαρία, δεν γίνεται. Δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό στο παιδί. Θα σπουδάσει, αν καταφέρει να περάσει, αυτό που θέλει. Φυσικός θέλει; Φυσικός να γίνει. Και επαρχία να περάσει θα τον στείλουμε. Θα σταματήσω να πληρώνω το στεγαστικό, θα κόψω και το τσιγάρο…”

“Κι αν μας πάρουν το σπίτι;”, τον ρώτησε η γυναίκα του.

“Ας μας το πάρουν. Αφού τους αφήνουμε και αλωνίζουν, ας μας το πάρουν. Από το να χάσουμε το παιδί μας καλύτερα να χάσουμε το σπίτι μας”.

“Ας μη φέρνουμε την καταστροφή. Θα δούμε μέχρι τότε”, του είπε σιγανά η γυναίκα του.

“Ξέρεις τι γίναμε; Κότες! Κότες πλουμιστές. Με το φόβο μας και τη βολή μας φτιάξαμε μια ζούγκλα που τη λέμε κοινωνία. Κι επειδή δεν έχουμε τα κότσια να αλλάξουμε τη ζούγκλα και να την κάνουμε ανθρώπινη κοινωνία, μετατρέπουμε τα παιδιά μας σε θηρία για να μπορέσουν να επιβιώσουν στη ζούγκλα, διότι στη ζούγκλα δε ζεις, μόνο επιβιώνεις”.

Αμέσως μετά σηκώθηκε απότομα και πήγε στο δωμάτιο του Μάριου. Του χάιδεψε το κεφάλι γλυκά κι εκείνος ξύπνησε ξαφνιασμένος. Ο πατέρας έσφιξε το Μάριο στην αγκαλιά του και του είπε:

“Είχες δίκιο το μεσημέρι. Το κατάλαβα!”

“Τι κατάλαβες;”

“Ότι και οι μαθητές έχουν όνειρα. Να το κυνηγήσεις το όνειρό σου μέχρι τέλους κι εμείς όσο μπορούμε θα σε στηρίξουμε. Εγώ δε βρήκα το κουράγιο να το κάνω όταν ήμουν στην ηλικία σου. Μην κάνεις κι εσύ το ίδιο λάθος με μένα”, είπε ο πατέρας και βγήκε βιαστικός από το δωμάτιο.

Δεν ήθελε να τον δει ο γιος του δακρυσμένο…

 

Ετικέτες: , , , ,

Το μεγαλείο της εργοδοσίας

Το μεγαλείο της εργοδοσίας

Το μεγαλείο της εργοδοσίας

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

megalioergodosias1Το αφεντικό ήταν πάντα βλοσυρό όταν έφτανε η μέρα της πληρωμής. Δεν μιλούσε σε κανέναν, ούτε στα παιδιά του ούτε και στη γυναίκα του.

Ο μόνος που άκουγε τη φωνή του τις μέρες των πληρωμών, ήταν ο πιστός, εδώ και χρόνια, οδηγός του.

– Μην πας από το γνωστό δρόμο σήμερα, Θανάση. Πιστεύω να το θυμάσαι. Σήμερα πληρώνω τους εργάτες.

– Το θυμάμαι αφεντικό. Τριάντα χρόνια, κοντά σου, το ξέχασα ποτέ;

Ο οδηγός ακολούθησε «τη διαδρομή για τις μέρες των πληρωμών». Έπιασε την παραλιακή οδό και κατευθύνθηκε προς το μεγάλο λιμάνι. Μετά τη δυτική αποβάθρα του λιμανιού, το αφεντικό είχε αγκυροβολημένα τα τρία καράβια του. Περίμεναν να φορτώσουν για να ξεκινήσουν το ταξίδι για την Λατινική Αμερική.

Αφού τα καμάρωσε και τα κανάκεψε με τα μικρά τους ονόματα, έκανε νόημα στον οδηγό του να ξεκινήσει για το γραφείο.

Εκείνος έβαλε μπρος τη Μερσεντές και ακολουθώντας τη γνωστή, λόγω ημέρας, διαδρομή μετέφερε μέσα σε είκοσι λεπτά, το αφεντικό στο γραφείο του.

– Να μη με ενοχλήσει κανείς παρά μόνο αν είναι ο ίδιος ο Θεός, είπε με απότομο ύφος στη γραμματέα του.

– Σας ψάχνει ο υπουργός από πολύ πρωί, τον ενημέρωσε η γραμματέας.

– Στον ύπνο του με είδε; Πες του ότι λείπω, ότι πήγα ταξίδι στο εξωτερικό. Πες του ότι πέθανα. Ότι θέλεις πες του, αρκεί να μη ενοχλήσει κανείς. Και που’ σαι; Σε μία ώρα, φώναξε τον πρώτο εργάτη για να ξεκινήσει η πληρωμή.

– Μάλιστα κύριε! Σε μία ώρα θα έχετε τον πρώτο εργάτη.

Το αφεντικό, άνοιξε με δύναμη την πόρτα του γραφείου του και έπεσε φαρδύς-πλατύς στην πολυθρόνα του, προσπαθώντας να ηρεμήσει.

Έπιασε το τηλέφωνο και σχημάτισε στα γρήγορα έναν αριθμό.

– Έλα, εγώ είμαι. Το παιδί τι κάνει;

Αυτό που άκουσε από τον συνομιλητή του, τον έκανε να ταραχτεί.

– Σου είπα να καλέσεις το γιατρό άμεσα. Το 37,2 δεν αργεί να γίνει 38 ή 40. Δεν παίζουμε με τον πυρετό. Πάρε να μου πεις αργότερα τι έγινε.

Σηκώθηκε από την πολυθρόνα και κατευθύνθηκε προς το χρηματοκιβώτιο.

Έβγαλε από το συρτάρι που ήταν ακριβώς δίπλα μια αρμαθιά με κλειδιά και ξεκλειδώνοντας μια σειρά από μικρές κλειδαριές, άνοιξε την πόρτα του χρηματοκιβωτίου και έβγαλε από μέσα μια στοίβα με χαρτιά.

Ξανακάθισε στο γραφείο του και βάλθηκε να μελετάει με μεγάλη προσοχή ένα- ένα τα χαρτιά.

Δεν πέρασε πολύ ώρα όταν η γραμματέας τον ειδοποίησε ότι έφτασε ο πρώτος εργαζόμενος του εργοστασίου. Η πόρτα του γραφείου άνοιξε και εμφανίστηκε ο εργάτης.

Θα ήταν γύρω στα 40, ψηλός, γεροδεμένος. Προχώρησε με αργές κινήσεις και στάθηκε όρθιος μπροστά στο γραφείο.

– Τι στέκεσαι όρθιος; Κάθισε να ξεκινήσουμε.

– Δεν πειράζει. Καλά είμαι και όρθιος.

– Λοιπόν! Θα έχεις καταλάβει κύριε Παναγόπουλε ότι οι δουλειές το τελευταίο διάστημα δεν πάνε καλά. Οι πωλήσεις έχουν μειωθεί, ο ανταγωνισμός είναι μεγάλος και το κόστος εργασίας δυσβάσταχτο. Κάτι πρέπει να γίνει! Δεν βγαίνω οικονομικά. Κάθε μέρα μπαίνω μέσα. Αν δε γίνει κάτι, καλύτερα να το κλείσω.

– Σαν τι να γίνει κύριε Σβέρκε;

– Κάτι έχω στο νου μου αλλά θα ήθελα να ακούσω και τη δική σου γνώμη αλλά και των υπόλοιπων συναδέλφων σου.

– Εμείς, εδώ και πέντε χρόνια, έχουμε κάνει ότι μας ζητήσατε ως προϋπόθεση για να μπορέσει να σωθεί το εργοστάσιο και να μη χάσουμε τη δουλειά μας.

Δεχτήκαμε να μην παίρνουμε δώρα. Μετά δεχτήκαμε να δουλεύουμε μία ώρα παραπάνω κάθε μέρα χωρίς να πληρωνόμαστε. Αποδεχτήκαμε την μείωση στο μισθό κατά 15% όπως μας είπατε πέρυσι, και πρόπερσι, χώρια από το άλλο 10% που χάσαμε φέτος. Μέχρι και τις καλοκαιρινές άδειες τις περιορίσαμε κατά 5 μέρες όπως απαιτήσατε. Τι άλλο να κάνουμε ακόμα.

– Κοίταξε να δεις. Τα λέω πρώτα σε σένα ως πρόεδρος του σωματείου που είσαι γιατί μπορείς να εκτιμήσεις καλύτερα την κατάσταση σε σχέση με τους άλλους. Άλλωστε, τόσα χρόνια που σε ξέρω, δεν είχαμε ποτέ πρόβλημα μεταξύ μας.

– Οι συνάδελφοι όμως είναι ανάστατοι. Παραπονιούνται πως δεν βγαίνουν οικονομικά και πως ο κόμπος έχει φτάσει στο χτένι.

– Έλα τώρα. Τριάντα χρόνια, τα ίδια ακούω. Δεν βγαίνουν και δεν βγαίνουν αλλά μια χαρά την περνούσαν. Τα ίδια έλεγαν και πριν πέντε χρόνια όταν κόπηκαν τα δώρα. Πως τάχα θα πεινούσαν τα παιδιά τους και τέτοια μελοδραματικά. Δεν είδα όμως να κόβει κανένας τους το τσιγάρο.

Λοιπόν! Άκου. Πόσα παίρνεις το μήνα.

– Παίρνω 650 στο χέρι.

– Βλέπεις; Ξέρεις ότι μπορώ να βρω ανά πάσα στιγμή εργάτη στην ειδικότητά σου με 400; Το ξέρεις φαντάζομαι. Θεωρείς πως θα είναι καλύτερα να πάρω κάποιον άλλο με 400 ή να κρατήσω εσένα με 600; Εμένα δεν μου πάει η καρδιά να πάρω άλλον. Σε ξέρω τόσα χρόνια, ξέρω την οικογένειά σου, τα παιδιά σου. Μέχρι και στο γάμο σου ήμουν παρών.

– Μα, με τα 650 που παίρνω και δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα, πώς θα μπορέσω με τα 600; Ήδη δυσκολεύομαι να εξασφαλίσω το καθημερινό φαγητό στην οικογένειά μου. Θα πεινάσουμε στη κυριολεξία.

– Τώρα μιλάς παράλογα. Αν, δηλαδή, μείνεις άνεργος θα είσαι χορτάτος;

Δεκατρείς άνεργοι συνάδελφοί σου είναι πρόθυμοι να δουλέψουν με 400 ευρώ χωρίς να δυσανασχετούν, από αύριο κιόλας. Τι να πω δεν ξέρω…Εκτός αν έχεις βρει κάπου αλλού καλύτερα και δεν μου το λες, παρά κάθεσαι και παραπονιέσαι πως τάχα δεν θα σου φτάνουν τα 600 που σου προσφέρω.

Τέλος πάντων. Δεν θέλω να σου βάλω το μαχαίρι στο λαιμό. Έχεις περιθώριο έναν ολόκληρο μήνα για να το σκεφτείς. Να σου πληρώσω τώρα αυτό το μηνιάτικο και τα ξαναλέμε.

Λοιπόν! Έχουμε και λέμε. Παίρνεις 650 ευρώ. Θυμάσαι που για δυο μέρες, έφυγες δύο ώρες νωρίτερα;

– Ναι, ήταν τότε που αρρώστησε το παιδί.

– Μείον 20 ευρώ. Μείον και τα 100 ευρώ που ζήτησες τότε μπροστάντζα. Μην ανησυχείς, δε σου βάζω τόκους γι’ αυτά. Για να δεις πόσο λογικός είμαι. Μένουν 530 ευρώ. Τώρα, έχουμε και κάτι μικροζημιές που έκανες στη μηχανή από απροσεξία. Θυμάσαι, έτσι δεν είναι;

– Μα δεν ήταν δική μου ευθύνη. Οι μηχανές είναι παλιές. Έχουμε εφτά χρόνια να τις κάνουμε σωστό σέρβις. Δεν προκάλεσα εγώ τη ζημιά.

– Αυτά είναι δικαιολογίες. Μέχρι που τη χάλασες, μια χαρά λειτουργούσε και χωρίς σέρβις. Αν δεν την άνοιγες και δεν την ταλαιπωρούσες με τα κατσαβίδια σου, δεν θα πάθαινε τίποτα. Ξέρεις πόσο μου στοίχισε η επισκευή της; 150 ευρώ παρακαλώ. Δεν πιστεύω να έχεις την απαίτηση να τα βάλω από την τσέπη μου! Φτάσαμε αισίως στα 380 ευρώ. Βάλε και τα 10 ευρώ που σου δάνεισα για να πάρεις εκείνο το δωράκι στα γενέθλια του μικρού, φτάσαμε αισίως στα 370 ευρώ. Όσα περίπου θα παίρνει αυτός που θα σε αντικαταστήσει αν δεν δεχτείς τη νέα συμφωνία που σου πρότεινα.

Έλα, πάρτα και σε καλή μεριά. Και κοίτα να μειώσεις λίγο το κάπνισμα. Κόψτο τελείως. Τι το θέλεις; Έχεις παιδιά να μεγαλώσεις. Αν πάθεις τίποτα, σκέφτηκες τι θα απογίνουν;

Αυτά είπε το αφεντικό στον εργάτη του, δίνοντάς του τα 370 ευρώ με το ένα χέρι την ίδια στιγμή που με το άλλο έβγαζε από τη θήκη πάνω στο γραφείο του ένα τεράστιο Κουβανέζικο πούρο.

Κλείνοντας ο εργάτης την πόρτα του γραφείου καθώς αποχωρούσε, το αφεντικό άναψε το πούρο και καθισμένος στην πολυθρόνα σχημάτισε έναν αριθμό στο τηλέφωνο.

– Σβέρκος εδώ. Πήρα να μάθω τι γίνεται με το φορτίο. Καθυστερήσατε πολύ. Τα πλοία θα έπρεπε ήδη να έχουν φύγει από χτες. Για κάθε μέρα που καθυστερείτε χάνω πολλές χιλιάδες δολάρια. Ιδιώτης είμαι, όχι φιλανθρωπικό ίδρυμα. Αν δεν έχουν σαλπάρει μέχρι αύριο, θα είναι η τελευταία φορά που συνεργαζόμαστε. Καλημέρα σας και με συγχωρείτε γιατί έχω πολύ δουλειά να κάνω.

Πήρε μια βαθιά ρουφηξιά καπνού και σχημάτισε στο τηλέφωνο έναν καινούριο αριθμό.

– Έλα. Εγώ είμαι. Ήρθε ο καθηγητής να δει το παιδί; Δεν ήρθε ακόμη; Άσε θα το τακτοποιήσω εγώ.

Γεμάτος θυμό, ζήτησε από τη γραμματέα του να βρει τον καθηγητή της παιδιατρικής στο τηλέφωνο και να περάσει τη γραμμή στο γραφείο του.

Σε λίγο, η γραμματέας το ειδοποίησε πως ο κύριος καθηγητής είναι στη γραμμή του τηλεφώνου.

– Ναι, κύριε καθηγητά. Σβέρκος εδώ. Έμαθα από τη σύζυγό μου πως ακόμη δεν πήγατε στο σπίτι για να εξετάσετε το γιο μου που ψήνεται στον πυρετό.

Μη μου λέτε πως δεν είναι πυρετός το 37. Είναι δύσκολο να γίνει 40; Αν δεν τον δείτε πώς είστε σίγουρος; Θέλω να πάτε, αυτή τη στιγμή στο σπίτι. Εγώ, όπως θα θυμάστε, δεν καθυστέρησα ούτε μία ώρα να ενεργήσω όταν ήταν να κριθείτε στο πανεπιστήμιο για τη θέση του καθηγητή. Η αντίδρασή μου ήταν άμεση και καθοριστική. Το ίδιο θέλω να κάνετε κι εσείς τώρα που σας χρειάζομαι. Και, τέλος πάντων, πρόκειται για ένα παιδί που χρειάζεται άμεση ιατρική παρακολούθηση. Είναι καθήκον σας να τρέξετε.

Αυτά είπε το αφεντικό και αμέσως μετά, πήρε στο τηλέφωνο τη γυναίκα του να την ενημερώσει.

– Εντάξει, το κανόνισα. Σε μισή ώρα θα είναι εκεί. Θα γυρίσω νωρίς σήμερα. Ήταν πολύ κουραστική η μέρα μου. Έχω και πρόβλημα με τους εργάτες μου. Δεν λένε να βάλουν λίγο νερό στο κρασί τους. Προτιμούν να δουν το εργοστάσιο να κλείνει, παρά να κάνουν λίγο πίσω. Μιλάμε για αχαριστία. Θα στα πω από κοντά, κλείνω τώρα. Εντάξει, μην ανησυχείς θα προσέχω

Το αφεντικό, αφού κάπνισε σκεφτικός το μεγάλο Κουβανέζικο πούρο του, σήκωσε πάλι το ακουστικό του τηλεφώνου και καθισμένος αναπαυτικά στην πολυθρόνα του, περίμενε την απάντηση από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής στην οποία βρισκόταν ο μεγαλοεφοπλιστής και επιχειρηματίας Τεό Βαρδίγιαννος.

– Έλα Τεό, Σβέρκος εδώ.

– Που΄σαι ρε φίλε; Καιρό έχω να σε ακούσω.

– Τρεχάματα μωρέ, μία το ένα μία το άλλο, δεν μπορώ να πάρω ανάσα. Έχω και το παιδί σήμερα με πυρετό.

– Τι; Έχει πολύ πυρετό;

– 37,2 αλλά δεν αργεί αυτός ο άτιμος να γίνει 40. Τέλος πάντων, για άλλο σε πήρα. Σήμερα πρότεινα στους εργάτες μου να δεχτούν να δουλεύουν στο εξής με 600 το μήνα καθαρά.

– Είσαι τρελός; Πας γυρεύοντας; Θα μας ανάψεις καμιά φωτιά όλων μας και θα τρέχουμε. Γιατί το τραβάς τόσο το σχοινί; Αφού είπαμε να το χειριστούμε έξυπνα και με το μαλακό.

– Άκου φίλε. Στη βράση κολλάει το σίδερο. Ή θα τους πάρουμε τώρα και τα σώβρακα και θα καθαρίσουμε για τα επόμενα 50 χρόνια, ή θα το λιβανίζουμε μέχρι που κάποια στιγμή θα ξυπνήσουν και θα ζητήσουν πίσω όσα τους πήραμε. Εγώ έτσι το βλέπω. Και να σου πω και κάτι; Δεν τους είδα και πολύ αγριεμένους. Μάλλον θα το καταπιούν κι αυτό όπως και τα προηγούμενα. Σαν κότες θα κάτσουν πάλι και θα κλωσήσουν τα αυγά τους. Η ανεργία βλέπεις είναι τελικά πολύ μεγάλη εφεύρεση. Τους είπα. Ή 600 και μένετε ή παίρνω άλλους με 400.

– Και που θα τους βρεις με 400 και να ξέρουν και τη δουλειά;

– Δεν είναι σίγουρο ότι θα τους βρω. Εκείνοι όμως δεν το ξέρουν. Τεό, δεν έχεις καταλάβει ότι όλα είναι θέμα σωστής διαχείρισης της ψυχολογίας των ανθρώπων; Μπλοφάρω. Δεν έχω τίποτα να χάσω. Εκείνοι όμως παίζουν κορώνα-γράμματα τη δουλειά τους. Να δεις που θα πιάσει.

– Εγώ σου λέω να μην το τραβήξεις στα άκρα. Κουβέντιασε και με τους άλλους γιατί αλλιώς είπαμε να το χειριστούμε το θέμα. Είπαμε να περιμένουμε το σύνθημα από τους ξένους και να μην κάνουμε του κεφαλιού μας.

– Δε με χέζεις με τους ξένους; Αρκετά τους ανεχτήκαμε.

– Κοίτα. Αυτά δεν λέγονται από το τηλέφωνο. Καλύτερα να τα πούμε από κοντά.

– Καλά, εντάξει. Για άλλο σε πήρα κυρίως. Αύριο, θα βγουν στην εφημερίδα μερικά ονόματα μεγαλοοφειλετών. Θα είναι κάποιοι φτωχοποιημένοι που δεν έχουν ούτε να φάνε και θα έχει και τα ονόματα τα δικά μας.

– Και γιατί το αφήνεις να συμβεί; Καταλαβαίνεις τι προβλήματα μπορεί να δημιουργηθούν; Θα γίνουμε θέμα στα παράθυρα.

– Μα, αυτό ακριβώς θέλουμε.

– Τι; Να κουβεντιάζει για μας όλη η Ελλάδα; Να μας βρίζουν και να μας καταριούνται από τον μικρότερο μέχρι το μεγαλύτερο κάτοικο αυτής της χώρας;

– Ακριβώς! Δεν καταλαβαίνεις ποιο μήνυμα στέλνουμε έτσι; Τους λέμε φόρα-παρτίδα ότι κοιτάξτε να δείτε, εμείς είμαστε τα αφεντικά σ΄αυτόν τον τόπο και κάνουμε ότι μας γουστάρει. Και τα κονομάμε την ώρα που εσείς πεινάτε και εισφορές δεν πληρώνουμε και καμία επίπτωση δεν έχουμε. Εμείς είμαστε ο νόμος, εμείς και το κράτος εμείς τα πάντα.

– Νομίζω πως παίζεις με τη φωτιά. Μήπως ξεχνάς τι έγινε με τους μαύρους στην Αμερική που όταν έφτασε ο κόμπος στο χτένι άρχισαν να καίνε τις τράπεζες; Τελευταία στιγμή το πρόλαβαν και δεν έγινε γενική εξέγερση. Μήπως ξεχνάς τι έγινε στην Αργεντινή; Νομίζω ότι ρισκάρεις και θα την πληρώσουμε όλοι. Έτοιμοι να εκραγούν είναι, δεν το πήρες χαμπάρι. Μια σπίθα μπορεί να μας τινάξει όλους στον αέρα. Δεν ξέρω. Εγώ λέω να περιμένεις. Άσε να πιέσουν πρώτα οι ξένοι και μετά μπαίνουμε κι εμείς στο παιχνίδι.

– Καλά, θα δούμε. Άλλωστε, τους έδωσα ένα μήνα διορία να το σκεφτούν. Σ’ αφήνω τώρα γιατί πρέπει να πάω στο σπίτι να δω και τι έγινε με τον πυρετό του παιδιού.

Το αφεντικό, έκλεισε το τηλέφωνο και βυθίστηκε γεμάτος σκέψεις στην πολυθρόνα. Σε λίγο, μπήκε μέσα στο γραφείο η γραμματέας κρατώντας το ποτήρι με το ουίσκι και τον πάγο. Συνήθιζε αυτή την ώρα να πίνει ένα ποτό για να χαλαρώνει. Τον βοηθούσε να παίρνει πιο ήρεμος τις αποφάσεις του και τούτη την ώρα, ένα ποτό ήταν ακριβώς ότι του χρειαζόταν.

«Τι θα έκανα χωρίς εσένα;», είπε στη γραμματέα του η οποία απομακρύνθηκε χαμογελώντας. «Που θα μου πας;», μουρμούρισε. «Θέμα χρόνου είναι να μου κάτσεις. Κάνεις τη δύσκολη, αλλά θα το βρω κι εσένα το κουμπί σου».

Στη συνέχεια, ζήτησε από τη γραμματέα του να ειδοποιήσει τον οδηγό ότι σε 10 λεπτά θα φύγουν ενώ ο ίδιος συγκέντρωσε τα χαρτιά του και τα έβαλε στο δερμάτινο χαρτοφύλακα περιμένοντας την ειδοποίηση πως το αυτοκίνητο είναι έτοιμο και τον περιμένει.

Ο Παναγόπουλος, βγαίνοντας από το γραφείο του αφεντικού ήταν έτοιμος να εκραγεί από θυμό και στενοχώρια. «Έπρεπε να του σπάσω τα μούτρα. Απορώ πώς κρατήθηκα και γιατί κρατήθηκα;» μονολογούσε ψιθυριστά.

Κατεβαίνοντας στην αυλή του εργοστασίου τον περίμεναν με αγωνία οι υπόλοιποι εργάτες. Είχε «φροντίσει» το αφεντικό να μαθευτούν οι προθέσεις του και γι’ αυτό όλοι είχαν την περιέργεια να μάθουν ποιες ήταν αυτές οι «νέες» προτάσεις που θα τους παρουσίαζε μέσω του Παναγόπουλου. Το λόγο πήρε ο Τουφεκάκης. Πάνω από είκοσι χρόνια δούλευε στο εργοστάσιο χωρίς να πάρει ούτε μια ώρα αναρρωτική, όπως συνήθιζε πολύ συχνά να λέει. Έξι μήνες ένσημα ήθελε ακόμη για να βγει στη σύνταξη.

– Λέγε γρήγορα, μη μας κρατάς σε αγωνία. Τι σου είπε; Αποφάσισε να το κλείσει το γ&μ@μ^ν#; Μας έφαγε την ψυχούλα! Θα το κλείσω και θα το κλείσω. Άι σιχτίρι πια. Βάλε λουκέτο να το πάρουμε εμείς να το δουλέψουμε να ησυχάσουμε.

– Προτείνει μείωση μισθού πάλι. Εμένα από τα 650 θέλει να με πάει στα 600, αλλιώς έρχεται απόλυση και προσλαμβάνει ανέργους με 400. Έτοιμους, λέει, τους έχει. Περιμένουν σήμα για να πιάσουν δουλειά. Μας δίνει ένα μήνα διορία να το σκεφτούμε.

– Μπλοφάρει πάλι όπως και τις προηγούμενες φορές. «Δε βγαίνω» και «Καλύτερα να το κλείσω», «Για σας το κρατάω, για να μην πεινάσετε» και την ίδια στιγμή παραγγέλνει κι άλλα καράβια στην Κορέα. Να πεις ότι τα έχτιζε και στα δικά μας τα ναυπηγεία. Χώρια το εργοστάσιο στο Αζερμπαϊτζάν για να έχει κι εκεί να στέλνει εκατομμύρια. Εγώ λέω να μη δεχτούμε πάλι τους όρους του.

«Και τι να κάνουμε μαστρο-Τουφεκάκη; Αν απολυθούμε είναι καλύτερα; Τρία παιδιά έχω να θρέψω», ακούστηκε να λέει ένας εργάτης.

«Γιατί ρε Παναγιώτη; Εμείς τι έχουμε να θρέψουμε; Σαλιγκάρια; Παιδιά έχουμε κι εμείς, αλλά, δεν ξέρω για σένα, εγώ ούτε τώρα μπορώ να τα θρέψω. Κάθε μέρα που περνάει πεθαίνω κι από λίγο και μαζί με μένα αργοπεθαίνουν κι εκείνα».

«Έχει δίκιο ο Λευτέρης. Εμένα η κόρη μου ετοιμαζόταν για γάμο. Δυο μήνες πριν το γάμο την απέλυσαν από τη δουλειά μαζί με τον αρραβωνιαστικό της. Από τότε, την τρέχω σε ψυχολόγους και ψυχοθεραπευτές και δεν ξέρω αν και πότε θα συνέρθει. Αν μας κόψει κι άλλο τους μισθούς μας οδηγεί σε αργό θάνατο. Εγώ είμαι αποφασισμένος για όλα. Δεν την αντέχω άλλο τέτοια ζωή γιατί ζωή δεν τη λες. Εγώ είμαι μέσα στο να αντιδράσουμε όλοι μαζί».

«Πώς να αντιδράσουμε βρε παιδιά; Τι να κάνουμε δηλαδή; Μπορούμε να τα βάλουμε με το θηρίο; Σαν ποντίκια μας βλέπει».

«Στο χωριό μου, σαν ήμουν μικρός, θυμάμαι που τα ποντίκια έφαγαν ένα ολόκληρο βόδι και μάλιστα ζωντανό. Ήταν όμως πολλά μαζί. Ένα ποντίκι μόνο του δεν θα μπορούσε. Αν είμαστε ενωμένοι στο δίκιο μας μάλλον το θηρίο πρέπει να φοβάται και όχι εμείς. Κι εγώ είμαι μέσα στο να αντισταθούμε όλοι μαζί και να μη δεχτούμε κι άλλο πετσόκομμα στο μισθό».

Σιγή επικράτησε για λίγο και όλοι έστρεψαν το κεφάλι τους προς τη μεριά του Μάνθου. Δε μιλούσε πολύ αλλά πάντα η γνώμη του ήταν καθοριστική και υπολογίσιμη από όλους. Ακόμη και όσοι διαφωνούσαν μαζί του, τον άκουγαν με προσοχή και περισυλλογή.

«Τι λες εσύ Μάνθο;», τον ρώτησε ο Παναγόπουλος.

Εκείνος έκανε δυο βήματα πιο μπροστά, άναψε τσιγάρο και αφού τράβηξε μια βαθειά ρουφηξιά, πήρε το λόγο.

«Όλοι μας έχουμε τους λόγους μας να κάνουμε ή να μην κάνουμε κάτι. Πάντα έτσι είναι όταν πρέπει να παρθούν δύσκολες αποφάσεις. Το τελευταίο διάστημα βλέπω όλο και πιο συχνά στον ύπνο μου τον παππού μου το Μάνθο. Χάθηκε στο πρώτο το αντάρτικο. Στο σημείωμα που άφησε πίσω του έγραφε πως αν δεν πολεμήσουμε για τα παιδιά μας θα έρθει η μέρα που αυτά τα ίδια θα ντρέπονται για μας. Ζωή χωρίς πλούτη αντέχεται, ζωή μες στη ντροπή, δεν είναι ζωή. Αν είναι να ντρεπόμαστε κάθε μέρα που ξημερώνει καλύτερα να μην ξημερώσει ποτέ. Αυτά μου άφησε παρακαταθήκη ο παππούς μου. Μπορεί να μην έχουμε πόλεμο με όπλα, όπως το ’40. Έχουμε όμως έναν άλλο πόλεμο, ύπουλο, σκοτεινό με τον εχθρό να είναι αόρατος. Πώς να πολεμήσεις κάποιον που δεν τον ξέρεις; Άντε και ξεκινάμε αγώνα και κάνουμε και κατάληψη, άντε και παίρνουμε το εργοστάσιο στα χέρια μας. Πώς θα το δουλέψουμε; Μπορούμε; Εγώ λέω ναι! Θα μπορέσουμε να πουλήσουμε τα προϊόντα; Και πάλι ναι λέω! Αλλά θα είναι δύσκολο. Δεν θα μας αφήσουν. Μπορεί να χυθεί και αίμα. Θα γεμίσει ο τόπος με μπράβους και αστυνομικούς. Οι δημοσιογράφοι θα πέσουν να μας φάνε. Μόνοι μας δεν θα αντέξουμε. Αν μπουν στη μάχη και τα άλλα εργοστάσια ίσως να τα καταφέρουμε. Στο κάτω-κάτω, όλον αυτόν τον πλούτο που έχει ο Σβέρκος και οι όμοιοί του, με τον ιδρώτα μας τον απέκτησαν. Αλλιώς, ας βάλουμε την ουρά κάτω από τα σκέλια σαν τα ζαγάρια και να περιμένουμε πότε θα μας πετάξει ο αφέντης κανένα ξεροκόμματο για να ζήσουμε. Αυτά, είχα εγώ να πω. Θέλει σχέδιο, οργάνωση, ψυχραιμία και θέληση αν αποφασίσουμε να συγκρουστούμε».

Τα λόγια του Μάνθου έπεσαν σαν πέτρα στα στήθια των εργατών. Είχε δίκιο ο Μάνθος, αλλά πάλι, θα μπορούσαν ποτέ να νικήσουν σε μια τέτοια μάχη;

Γύρισαν στα πόστα τους προβληματισμένοι και θυμωμένοι με έναν κόμπο στο λαιμό να αρνείται να κατέβει προς τα κάτω.

Είχαν ένα μήνα περιθώριο να το σκεφτούν και να αποφασίσουν. Πριν διαλυθούν, συμφώνησαν να συναντηθούν όλοι το ερχόμενο Σάββατο, στα γραφεία του σωματείου για να ξανασυζητήσουν το θέμα.

Το Σάββατο το πρωί στα γραφεία του σωματείου συγκεντρώθηκε πολύς κόσμος. Όλοι οι εργαζόμενοι στο εργοστάσιο είχαν μάθει τις καινούργιες απαιτήσεις του Σβέρκου και είχαν την αγωνία για το πώς και αν έπρεπε να αντιδράσουν.

Το λόγο πήρε ο Παναγόπουλος, ο πρόεδρος του σωματείου. Είπε ότι η κατάσταση είναι δύσκολη και ο Σβέρκος δείχνει διατεθειμένος να μην κάνει πίσω. Η διεθνής κατάσταση τον ευνοεί καθώς το συνδικαλιστικό κίνημα βρίσκεται σε ύφεση. Τους είπε επίσης ότι ο ίδιος εκτιμά πως αν δεν δεχτούνε τις νέες μειώσεις, ο Σβέρκος θα το κλείσει το εργοστάσιο και θα το μεταφέρει αλλού.

Πρότεινε να ζητήσουν συνάντηση μαζί του στην οποία το προεδρείο του σωματείου να προσπαθήσει να τον μεταπείσει με λογικά και δίκαια επιχειρήματα. Χρειάζεται ψυχραιμία και σωστές κινήσεις, είπε, για να μη μείνουν όλοι άνεργοι.

«Πέντε χρόνια τώρα Παναγόπουλε τα ίδια ακούμε. Υπομονή και ψυχραιμία μας λες και να πού φτάσαμε. Αν είχαμε αντιδράσει δυναμικά από την αρχή δεν θα είχαμε φτάσει εδώ που φτάσαμε, να δουλεύουμε σαν τους σκλάβους για ψίχουλα», του απάντησε ένας εργάτης.

«Και τι μπορούμε να κάνουμε; Αυτός είναι το αφεντικό, αυτός έχει το μαχαίρι, αυτός και το πεπόνι. Σε όλο τον κόσμο τα ίδια γίνονται, τι μπορούμε εμείς να καταφέρουμε μόνοι μας μια χούφτα άνθρωποι; Θα το κλείσει και θα τελειώσουν όλα», ακούστηκε ένας άλλος εργάτης.

«Ας το κλείσει, θα το δουλέψουμε εμείς, αλλά σιγά μην το κλείσει. Εκατομμύρια βγάζει κάθε χρόνο με τον ιδρώτα μας. Αλλά κι αν το κλείσει θα συνεχίσουμε να κάνουμε αυτό που κάνουμε και τώρα. Ότι βγάζουμε θα είναι δικό μας. Τώρα, βγάζουμε 100 και τα 90 πάνε στην τσέπη του Σβέρκου. Εγώ προτείνω κατάληψη. Να μην κάνουμε πάλι πίσω».

«Να μιλήσει ο Μάνθος. Λέγε Μάνθο, πες μας τη γνώμη σου», είπε ένας νεαρός εργάτης.

Ο Μάνθος σηκώθηκε όρθιος κι όλοι περίμεναν ν’ακούσουν τα λόγια του.

«Δεν έχω να πω κάτι καινούργιο. Νομίζω πως τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή. Ή τώρα ή ποτέ. Ή θα πάρουμε το εργοστάσιο στα χέρια μας ή θα το πάρουμε απόφαση πως στο εξής θα δουλεύουμε σαν σκλάβοι. Ότι και να αποφασίσουμε σήμερα να ξέρουμε ότι θα έχει συνέπειες.

Αν καταλάβουμε το εργοστάσιο και το δουλέψουμε μόνοι μας θα έχουμε τα θηρία όλα απέναντί μας, και τα ξένα και τα ντόπια τα δικά μας. Εμείς πρέπει να είμαστε ενωμένοι και να απευθυνθούμε στην τάξη μας. Θα πούμε την αλήθεια στον κόσμο και θα ζητήσουμε τη συμπαράστασή του με πράξεις, όχι με ανακοινώσεις συμπάθειας και τέτοιες αηδίες. Εμείς, όχι τα κανάλια τους. Θα είναι δύσκολο πολύ αλλά, εγώ προσωπικά, δεν βλέπω άλλη λύση. Θα φτιαχτούν ομάδες. Ομάδα περιφρούρησης, ομάδα ενημέρωσης, ομάδα παραγωγής, προώθησης και πωλήσεων κι ότι άλλο σκεφτούμε. Να σκεφτούμε και να ψηφίσουμε τώρα κι από αύριο ας πορευτούμε αναλόγως».

«Εγώ διαφωνώ και διαχωρίζω τη θέση μου», είπε ο Παναγόπουλος. Ας ψηφίσουμε να τελειώνουμε.

Το αποτέλεσμα ήταν συντριπτικό. Εκτός από τον Παναγόπουλο και άλλους πέντε, οι υπόλοιποι συμφώνησαν να πάρουν το εργοστάσιο στα χέρια τους.

Τη Δευτέρα σαν ήρθε ο Σβέρκος στο εργοστάσιο και το βρήκε κατειλημμένο κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό. Του ήρθε να φάει τον οδηγό του. Πήγε κατευθείαν σε ένα από τα πολλά γραφεία που διέθετε και άρχισε τα τηλεφωνήματα. Υπουργοί, καναλάρχες, δημοσιογράφοι, αστυνομία, συνδικαλιστές, εργοστασιάρχες, όλοι πήραν από μία μεγάλη δόση του θυμού του.

Τρεις μήνες μετά το εργοστάσιο εξακολουθούσε να λειτουργεί, να παράγει και να πουλάει. Στους τρεις αυτούς μήνες κάθε μέρα ήταν και μία μέρα «πολέμου».

Οι εργάτες άντεξαν γιατί κάθε μέρα που περνούσε ο κόσμος που τους συμπαραστέκονταν γινόταν όλο και περισσότερος. Σε κάθε γωνιά της χώρας όλοι μιλούσαν για το παράδειγμα αυτών των εργατών. Τα νέα ταξίδεψαν σχεδόν σε όλο τον κόσμο. Οι εργαζόμενοι σε όλους τους χώρους δουλειάς συζητούσαν για το πως θα μπορούσαν να κάνουν κι εκείνοι κάτι αντίστοιχο.

Ο Παναγόπουλος πήγαινε στο εργοστάσιο και παρακολουθούσε από μακριά. Η υπόσχεση του Σβέρκου ότι θα τον έβαζε να δουλέψει σε κάποια άλλη δουλειά αποδείχτηκε ψεύτικη. Ο Σβέρκος του ξεκαθάρισε πως δεν ήθελε να έχει καμία σχέση μαζί του.

Ακούστηκε πως μετάνιωσε πραγματικά για τη συμπεριφορά του αλλά δεν βρήκε ποτέ το θάρρος να   ξαναπάει στους παλιούς του συναδέλφους. Ένας μακρινός του συγγενής είπε πως το έριξε στο ποτό…

Ο Σβέρκος σαν είδε ότι χάνει το παιχνίδι και ότι το να κινηθεί νομικά και δικαστικά εγκυμονούσε τον κίνδυνο να προκαλέσει αναταραχές σε όλη τη χώρα με απρόβλεπτες συνέπειες, ζήτησε από τους εργάτες να επιστρέψει η λειτουργία του εργοστασίου στο καθεστώς που ίσχυε πριν από πέντε χρόνια με τις παλιές αμοιβές και παροχές για όλους.

Οι εργάτες τον ευχαρίστησαν ευγενικά και τον έδιωξαν, επίσης ευγενικά.

Το πόσο θα αντέξει αυτό το πρωτόγνωρο και ελπιδοφόρο μήνυμα θα το δείξει η ίδια η ζωή όπως η ζωή θα δείξει αν πρόκειται για την αρχή του τέλους της ηγεμονίας των αφεντικών ή απλώς για μία παρένθεση στην εξέλιξη της κοινωνίας…

 

Ετικέτες: , , , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: