RSS

Tag Archives: Επικαιρότητα

Για το ανέφικτο λοιπόν

Για το ανέφικτο λοιπόν

Για το «ανέφικτο» λοιπόν

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Τα μετράς από δω, τα ζυγίζεις από κει, τα υπολογίζεις ξανά από την άλλη, μα πάντα βγαίνεις με έλλειμμα.

Πόλεμος, σκοτωμοί, προσφυγιά, ανέχεια, ακρίβεια, φτώχια-άλλος πόλεμος αυτός-ανηθικότητα, υποκρισία, απογοήτευση, κρύο. Αυτό το κρύο σου τρυπάει τα μηνίγγια. Τη μια στιγμή να καίγεται ο κόσμος και η φύση και την άλλη να κρυώνεις μέσα στο σπίτι σου, τη σύγχρονη φυλακή σου, τη σημερινή αλυσίδα των ποδιών σου. Να έχεις ηλεκτρικές συσκευές και να αναπολείς τους μπουχαρήδες και τις γάστρες.

Πιάνεις τον εαυτό σου να γελάει δυνατά, καυστικά, θυμωμένα, μόνο και μόνο για να μην βάλεις τα κλάματα και αρχίσεις να ουρλιάζεις από οργή.

Το βλέπεις αδύνατο, παράταιρο και ανεξήγητο όλο αυτό που γίνεται γύρω σου.

Σου ρούφηξαν το μεδούλι δώδεκα χρόνια τώρα, σου έκοψαν με τσαμπουκά περίσσιο σχεδόν το μισό από το μισθό σου, το αντάλλαγμα του ελεύθερου χρόνου σου, σου άρπαξαν τη χαρά τού να κάνεις δώρα στις γιορτές και να πας τρεις μέρες κάπου, έτσι για να λες πως έκανες διακοπές.

Γιατί τι άλλο ήταν αλήθεια ο 13ος και 14ος μισθός;

Κι εκείνοι οι λίγοι οι ζάμπλουτοι παίζουν με τα εκατομμύρια λες και είναι πλατανόφυλλα και όχι το αίμα και ο ιδρώτας ο δικός σου και του διπλανού σου.

Σε έβαλαν να δουλεύεις νύχτα με νύχτα και το δέχτηκες σχεδόν αγόγγυστα.

Σου στέρησαν την αξιοπρέπεια στην αρρώστια, σου χαντάκωσαν τα όνειρα τα δικά σου και των παιδιών σου.

Σου ξέσκισαν και πάλι την αξιοπρέπεια όταν έγινες απόμαχος της ζωής και αντί για σεβασμό σου χάρισαν ντροπή καθώς περίμενες ελεημοσύνη έξω από το φούρνο της γειτονιάς σου.

Πώς τους ανέχεσαι ακόμα;

Πώς αντέχεις να τους ακούς να σου μιλάνε για γενναίες αυξήσεις της τάξης του 2% ή 5% ή 10% όταν ξέρεις πως οποιαδήποτε αύξηση κάτω από 70% είναι κοροϊδία αφού μόνο έτσι καλύπτονται οι μειώσεις στο μισθό, η ακρίβεια και ο πληθωρισμός; Όταν μετράς τις απώλειες των δώδεκα μνημονιακών χρόνων και τις βρίσκεις γύρω στις 80.000 ευρώ;

Αναρωτιέσαι πώς είναι δυνατόν να ζητάς με το σωματείο σου, «γενναίες και πραγματικές» αυξήσεις; Ως πότε θα παίζεις άμυνα που να πάρει η ευχή;

Πότε θα σταματήσεις να φοβάσαι μήπως και πεις κάτι που δεν θα αρέσει στην «κοινή γνώμη»; Στους καναλάρχες και στα φερέφωνά τους δηλαδή; Εσύ κι ο διπλανός σου είστε η «κοινή γνώμη». Κανένας άλλος.

Νιώθεις πως τουλάχιστον εσύ και οι όμοιοί σου πρέπει να λέτε την αλήθεια, να ζητάτε, όπως λέτε με το φίλο σου όλα αυτά που σας αξίζουν και τίποτα λιγότερο.

Και η αλήθεια είναι πως αυτό που περνάμε δεν είναι ζωή αλλά ένας άνισος αγώνας για επιβίωση στη ζούγκλα που ονόμασαν καπιταλισμό.

Όπως επίσης είναι αλήθεια πως αν δεν πάψουν να υπάρχουν οι ελάχιστοι τρισεκατομμυριούχοι, οι λίγο περισσότεροι δισεκατομμυριούχοι και οι μερικοί εκατομμυριούχοι που έχουν το μισό πλούτο της υφηλίου, δεν θα πάψεις να υποφέρεις εσύ και οι όμοιοί σου που αποτελείτε τη συντριπτική πλειοψηφία του πλανήτη.

Αλήθεια είναι και πως όλοι αυτοί οι ζάμπλουτοι δεν θα ξυπνήσουν ένα πρωί και θα μοιράσουν τις περιουσίες τους επειδή το επιβάλει η θρησκεία τους ή η ηθική τους. Τότε δεν θα είχαν εφεύρει τις τόσες  θρησκείες κι εσύ δεν θα μπορούσες να ισχυριστείς ότι υπερτερείς απέναντί τους ηθικά.

Γιατί η δική τους ηθική είναι βουτηγμένη στα έσχατα όταν δεν είναι ανύπαρκτη.

Γιατί η δική σου ηθική μπορεί να εμπνέει και να ανάβει πυρκαγιές στις ψυχές των ανθρώπων, ενώ η δική τους ηθική μπορεί να φτάσει το πολύ μέχρι την εξαγορά. Εξαγορά μυαλών, συνειδήσεων και ζωών.

Γιατί όσο και να προσπαθούν με τους μηχανισμούς που διαθέτουν να σου αποδείξουν πως έχεις άδικο ξέρουν πως αυτό είναι αδύνατο. Το αίσθημα του δικαίου δεν ξεριζώνεται από κανέναν άνθρωπο. Ούτε από τον βασανισμένο, ούτε από αυτόν που στάθηκε απέναντι από το εκτελεστικό απόσπασμα. Το ξέρουν και γι’ αυτό ανακάλυψαν την έννοια του εφικτού. Έχεις δίκιο σου λένε αλλά δεν είναι εφικτό.

Πώς κρίνεται όμως κάτι ως «εφικτό» πριν προσπαθήσεις με όλο σου το είναι, με όσο μυαλό και φαντασία διαθέτεις, ώστε να το πετύχεις;

Το «ανέφικτο» είναι που τους τρομάζει γιατί θα χάσουν τα προνόμιά τους.

Σκέψου λίγο, πόσο πιο ανέφικτα είναι τα «θέλω» των πολλών από αυτήν την ανισότητα και την αδικία που υπάρχει γύρω μας και κανένας ανθρώπινος νους δεν μπορεί να το εξηγήσει;

Σκέψου ότι υπάρχει τόση φτώχια δίπλα σε βουνά από πλούτη, τόση πείνα δίπλα σε σωρούς πεταμένα αποφάγια, τόση δυστυχία δίπλα στην αντικειμενική δυνατότητα να ζούμε χωρίς τα άγχη της επιβίωσης!

Σκέψου πόσα «ανέφικτα» αποδείχτηκαν τελικά πως ήταν μια χαρά «εφικτά».

Φωτιά, τροχός, αλληλεγγύη, αγάπη για το όμορφο και το ανθρώπινο, αγώνες επιτυχημένοι για δικαιοσύνη, ισότητα, εξανθρωπισμό και κοινωνική απελευθέρωση.

Όχι, το δικό σου το «ανέφικτο» δεν θα το εγκαταλείψεις γιατί είναι το ίδιο με των άλλων, των όμοιων με σένα, των πολλών που αναζητάνε το ξέφωτο, που δεν βούτηξαν και δεν θέλουν να βουτήξουν στα έσχατα για το χρήμα το πολύ ή το λίγο.

Το «ανέφικτο» όλων εκείνων που συγκινούνται από το χαμόγελο ενός  παιδιού όποιο κι αν είναι το χρώμα του δέρματός του, που προσπαθούν να συναισθανθούν και όχι να υπολογίσουν, που μισούν το μίσος, πολεμούν τον πόλεμο, χαίρονται τη χαρά και αγαπούν τους ανθρώπους και όχι τις τσέπες τους.

Να το ξαναπιάσεις από την αρχή. Έτσι πρέπει! Αγκαζέ με τους άλλους, τους πολλούς, τους όμοιούς σου, με το κεφάλι αγέρωχο, ψηλά, τη ματιά καρφωμένη μπροστά και τη γροθιά υψωμένη. Έτσι πρέπει!

Όχι φίλε μου, θα το πετύχεις το «ανέφικτο».

Δεν «δικαιούσαι» να μην το πετύχεις…

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Τέρατα και λεβέντες

Τέρατα και λεβέντες

Τέρατα και λεβέντες

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Σε μια χώρα μακρινή…

Πριν από κάμποσα χρόνια ήταν μια εταιρία η 4Δ + 5Η = 9Ζ που παρασκεύαζε διάφορα ζουμιά. Για να ακριβολογούμε, οι εργάτες της εταιρίας τα παρασκεύαζαν. Τα αφεντικά τους έγιναν οι πιο πλούσιοι της χώρας. Αποφάσισαν, που λέτε, τα αφεντικά να μεταφέρουν κάποια εργοστάσια σε μια διπλανή χώρα όπου οι εκεί εργάτες θα παρασκεύαζαν τα ίδια ζουμιά. Τότε οι εργάτες των εργοστασίων που θα έκλειναν αντέδρασαν και μαζί τους και η κοινωνία ολόκληρη. Γέμισαν οι δρόμοι με αφίσες που καλούσαν τους κατοίκους της χώρας να μην αγοράζουν τα ζουμιά της εταιρίας.

Μέσα σε τρεις ώρες δεν υπήρχε καμία τέτοια αφίσα κολλημένη σε κολώνα ή τοίχο. Φρόντισαν τα αφεντικά πληρώνοντας εργάτες να ξηλώσουν τις αφίσες που καλούσαν σε συμπαράσταση σε κάποιους άλλους εργάτες που θα έχαναν τη δουλειά τους.

Λεβέντες σωστοί τα αφεντικά. Μα και οι εργάτες; Περίμεναν ο Γολιάθ να νικήσει τον Δαυίδ; Λίγη Παλαιά Διαθήκη δεν είχαν διδαχθεί στο σχολείο; Τηλεόραση τη μεγάλη εβδομάδα δεν είδαν ποτέ;

Ευτυχώς, μας φύλαξε ο μεγαλοδύναμος και στη χώρα μας δεν έχουμε τέτοια αφεντικά.

Η εταιρία καλόζησε και αναπτύχθηκε και έφτιαξε κι άλλα ζουμιά, χιλιάδες τόνους από τότε.

Παιδιά όμως δεν έφτιαξε. Μόνο τέρατα έφτιαξε, άγρια και γλοιώδη που έβρισκαν ευχαρίστηση στο να ξεφτιλίζουν και να βιάζουν απροστάτευτους ανθρώπους, Γιατί αυτά τα τέρατα ήταν και χέστες. Φρόντιζαν πρώτα να εξουδετερώνουν τα θύματά τους, γιατί φοβούνταν τις αντιδράσεις τους, και μετά να κάνουν πως είναι τέρατα-νταήδες.

Τα παιδιά-τέρατα έκαναν παρέα μόνο με όμοιούς τους. Πήγαιναν σε διάφορα φιλανθρωπικά γκαλά όπου πολλές φορές σύχναζαν και βιαστές, παιδεραστές, υπουργοί, βουλευτές, εκπρόσωποι του μεγαλοδύναμου, καθηγητές πανεπιστημίου, τοκογλύφοι, πρώην αγωνιστές του κώλου, ιδιοκτήτες ομάδων, εφοπλιστές, καταξιωμένοι ηθοποιοί και σκηνοθέτες, επιχειρηματίες-κρατικοδίαιτοι και μη- μεγαλοδικηγόροι, δικαστές, έμποροι ναρκωτικών και ελπίδων-ναρκωτικό είναι κι αυτή κάποιες φορές-και γενικά όλοι όσοι συνιστούσαν τον λεγόμενο «εθνικό κορμό».

Ευτυχώς, μας φύλαξε ο μεγαλοδύναμος και στη χώρα μας δεν έχουμε τέτοια παιδιά-τέρατα ούτε τέτοιον «εθνικό κορμό».

Στη χώρα αυτή τη μακρινή συνέβαιναν και πολλά άλλα αποτρόπαια συμβάντα και εξωφρενικά περιστατικά.

Μέσα σε δύο χρόνια μια φοβερή αρρώστια σκόρπισε το θάνατο σε 25.000, ηλικιωμένους κυρίως, αλλά κανένας κυβερνητικός δεν συγκινήθηκε ούτε και σκέφτηκε πως φέρει κάποια ευθύνη.

«Την έστειλε ο μεγαλοδύναμος», έλεγαν οι κυβερνητικοί.

«Ο μεγαλοδύναμος θα μας σώσει», έλεγαν οι εκπρόσωποί του μεγαλοδύναμου.

«Για να το λένε και οι μεν και οι δε, δεν μπορεί, έτσι θα είναι», έλεγαν οι κάτοικοι της χώρας.

Έτσι, συνέχιζαν να αγοράζουν πλοία και αεροπλάνα για να παίζουν πόλεμο με τους γείτονες που κι αυτοί αγόραζαν πλοία και αεροπλάνα για τον ίδιο λόγο. Αγόρασαν τόσα πολλά αεροπλάνα και μετά έψαχναν να βρουν τη μίζα τους, γιατί αυτές οι πολεμικές μηχανές, όπως και όλα τα άλλα μηχανοκίνητα οχήματα, δεν παίρνουν μπρος χωρίς μίζα. Κι έτσι θα ζούσαν καλά και με παιχνίδια πολεμικά αυτοί και τα τρισέγγονά τους.

Μετά πήραν κόσμο πολύ για να κάνουν τους εκπροσώπους του μεγαλοδύναμου και μετά πήραν κι άλλους, τους έντυσαν σαν αστακούς, τους έδωσαν κι άλλα οχήματα, πιο μικρά για να παριστάνουν τα όργανα. Και σ΄αυτά τα οχήματα έψαχναν για τη μίζα τους.

Όχι, γιατρούς για την κακιά αρρώστια δεν πήραν, ούτε νοσοκόμους, ούτε νοσοκομεία έφτιαξαν. Τα θεώρησαν αχρείαστα γι΄αυτό και έκλεισαν και κάποια από αυτά που υπήρχαν.

Άφησαν και κάποια να τα χρησιμοποιούν οι ίδιοι και οι δικοί τους σε μια δύσκολη ώρα. Αυτή τη δύσκολη ώρα πάντα την σκέφτονταν σε εκείνη τη μακρινή χώρα, γι΄αυτό και τον παρά τους τον είχαν φυλαγμένο σε άλλες χώρες, πιο μακρινές. Λέγεται πώς ήταν τόσοι πολλοί αυτοί που σκέφτονταν τη δύσκολη ώρα που τους είχαν γράψει και σε λίστες μυστικές που τις κρατούσαν οι κυβερνητικοί στα συρτάρια τους.

Ευτυχώς, μας φύλαξε ο μεγαλοδύναμος και στη χώρα μας όποτε πέφτει η κακιά αρρώστια έχουμε απ’ όλα. Και γιατρούς και νοσοκομεία και φάρμακα και εμβόλια και κρεβάτια και δεν πεθαίνει κανένας, όπως σε μια ακόμη πιο μακρινή χώρα που το όνομά της μοιάζει με Κουβά. Άκου Κουβά!

Μετά, στη μακρινή αυτή χώρα ήρθε μια άλλη αρρώστια, η ακρίβεια.

Οι κάτοικοι πεινούσαν, κρύωναν διψούσαν, δεν είχαν να ντυθούν ούτε να ποδεθούν.

Για να τα ξεχνάνε όλα αυτά, τυλίγονταν με φλοκάτες, γέμιζαν μαντίλια με ζάχαρη και τα έγλυφαν, βλέποντας  στην τηλεόραση διάφορα θεάματα. Μάγειρες να μαγειρεύουν, και τους έπεφταν τα σάλια, ανθρώπους να συναγωνίζονται μέσα στα έσχατα και τις λάσπες, και ένιωθαν όμορφα στις φλοκάτες, χορευτές με ταλέντο να λικνίζονται, και ευφραίνονταν το μέσα τους.

Όταν ο πλανήτης συμπλήρωνε μία περιφορά γύρω από το άστρο του, οι κυβερνητικοί, με τα λεφτά των κατοίκων, πλήρωναν κάποιους για να τους το θυμίζει τραγουδιστά.

Οι κυβερνητικοί μοίραζαν μισό κουλούρι στον καθένα, τρία κουταλάκια του γλυκού νερό, ένα τάμπλετ, μικρά παγουρίνα και μεγάλες μάσκες για κάθε χρήση. Ύστερα πήγαιναν ταξίδια, σε βουνά, σε θάλασσες, με ποδήλατα με ελικόπτερα, με αεροπλάνα. Όμως δεν ξεχνούσαν να διατυμπανίζουν πως η πλεονεξία είναι αμάρτημα και η ολιγάρκεια προσόν μεγάλο.

Ευτυχώς, μας φύλαξε ο μεγαλοδύναμος και στη χώρα μας δεν ζούμε τέτοιες καταστάσεις.

Από όσα μαθεύτηκαν, γιατί τα νέα ταξιδεύουν δύσκολα από μια μακρινή χώρα, οι κάτοικοι εξαγριώθηκαν με όλα αυτά γιατί κάποια στιγμή ο κόμπος έφτασε στο χτένι, και τον «εθνικό κορμό», τον πήρε και τον σήκωσε.

Ευτυχώς, μας φύλαξε ο μεγαλοδύναμος και στη χώρα μας, αν ποτέ συνέβαιναν αυτά, θα ξεσηκωνόμασταν πριν ο κόμπος φτάσει στο χτένι. (;)

 

Ετικέτες: , , , ,

Το Σχόλιο της Δευτέρας: 12.647 ευρώ το λεπτό, 211 ευρώ το δευτερόλεπτο

Το Σχόλιο της Δευτέρας: 12.647 ευρώ το λεπτό, 211 ευρώ το δευτερόλεπτο

12.647 ευρώ το λεπτό, 211 ευρώ το δευτερόλεπτο

215.000 ευρώ θα διατεθούν με εντολή του δημάρχου Αθηναίων κυρίου Μπακογιάννη, σε γνωστό καλλιτέχνη, για ένα γιορτινό σώου διάρκειας 17 λεπτών.

Σε μόλις 1 λεπτό στον γνωστό καλλιτέχνη θα δοθούν με εντολή του γαλαντόμου δημάρχου, τόσα χρήματα (12.647 ευρώ) όσα παίρνει ένας εκπαιδευτικός ολόκληρο το χρόνο έχοντας στην πλάτη του δεκαετίες προϋπηρεσίας.

Σε μόλις 1 δευτερόλεπτο στον ταλαντούχος κριτή και καλλιτέχνη θα δοθούν με εντολή του γόνου της μεγάλης των Μητσοτάκηδων οικογένειας, που με την αξία τους και τη δουλειά τους προκόβουν εδώ και δεκαετίες, τόσα χρήματα (211 ευρώ) όσα βγάζει ένας διανομέας σε έναν ολόκληρο μήνα οργώνοντας τους δρόμους με κίνδυνο της ζωής του.

Εννοείται πως ο κουβαρντάς δήμαρχος δεν θα πληρώσει τον καλλίφωνο καλλιτέχνη με δικά του χρήματα, όπως δεν πλήρωσε και για το μεγάλο περίπατο-φιάσκο.

Με τα χρήματα αυτά, θα μπορούσαν να δημιουργηθούν δομές που να στηρίζουν ανθρώπους που έχουν ανάγκη. Ψιλά, πολύ ψιλά γράμματα για όλους αυτούς τους γόνους που απομυζούν το δημόσιο χρήμα τη στιγμή που εκατομμύρια άνθρωποι, εργαζόμενοι, άνεργοι, συνταξιούχοι, επιβιώνουν με ψίχουλα.

Κοντά στα 3 δισεκατομμύρια ευρώ κέρδη θα έχουν οι τέσσερις συστημικές τράπεζες της χώρας για το 2021 με τους πλειστηριασμούς να φτάνουν τις δεκάδες χιλιάδες και το ευνομούμενο κράτος να στέλνει στα δικαστήρια όσους αντιστέκονται σε αυτούς. Και μιλάμε για τράπεζες που τις έχουμε ξεχρεώσει εμείς οι εργαζόμενοι δύο και τρεις φορές για να μπορούν στη συνέχεια «νόμιμα» να μας αρπάζουν τους κόπους μιας ζωής.

Τα ποσά αυτά είναι ασύλληπτα και προκλητικά για τους νέους που αγωνίζονται να βρουν μια δουλειά χωρίς ένσημα για να πάρουν το μήνα όσα θα πάρει ο εν λόγω αοιδός σε 1 δευτερόλεπτο από τον ελέω οικογένειας άριστο δήμαρχο.

Είναι εξωφρενικά για εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχους που αναγκάζονται να διαλέξουν μέσα στο καταχείμωνο ανάμεσα στο ψωμί, τη ζέστη, το ηλεκτρικό και τα φάρμακα.

Αν οι εργαζόμενοι γνώριζαν για την χλιδή μέσα στην οποία ζούνε κάποιοι λίγοι, μάλλον θα επαναστατούσαν.

Την ίδια στιγμή στην κυβέρνηση αναζητούν την ανύπαρκτη αξιοπιστία της ψάχνοντας την περίφημη έρευνα-μελέτη Τσιόδρα-Λύτρα, όπως παλιά που σε κάποια άλλη κυβέρνηση αναζητούσαν την περίφημη λίστα Λαγκάρντ, έχοντας τη στήριξη της αξιωματικής και όχι μόνο, αντιπολίτευσης που φτάνει μέχρι τη διεξαγωγή στημένων τηλεκοκορομαχιών με αφορμή την ψήφιση του προϋπολογισμού.

Κι ενώ η μετάδοση των διαφόρων μεταλλάξεων του κορωνοϊού καλά κρατεί, ο γενικός γραμματέας του ΥΠΑΙΘ, όπως και οι προκάτοχοί του, ζητάει «αποδείξεις και ονόματα». Πέρυσι ήταν οι αιρετικοί εκπαιδευτικοί, «εξτρεμιστές» που λένε και οι Δακίτες, που δεν παρέδωσαν βαθμολογίες στο πρώτο τετράμηνο. Φέτος είναι όλοι αυτοί που δεν συμμετέχουν, μέσω της αξιολόγησης, στο γκρέμισμα του δημόσιου σχολείου. Άλλη μία καθαρή απόδειξη, μαζί με τόσες άλλες, πως το υπουργείο έχασε πανηγυρικά τη μάχη της αξιολόγησης και προσπαθεί με απειλές και εκφοβισμούς να μαζέψει τα ασυμμάζευτα.

Αντί το υπουργείο να πάρει μέτρα για την προστασία μαθητών και εκπαιδευτικών από τον Covid, αντί να μεριμνήσει για τα μαθησιακά κενά των μαθητών που προκάλεσε η ολέθρια πρακτική της εξ αποστάσεως, αντί να καλύψει τα κενά σε εκπαιδευτικούς, διαλέγει τον κατήφορο της τρομοκράτησης των εκπαιδευτικών για να κρύψει το δικό του φόβο.

Όλο και πιο πολλοί, και κυρίως νέοι, αντιλαμβάνονται πλέον πως το φανταχτερό, γεμάτο ευκαιρίες και αξιοκρατία μέλλον που τους τάζουν ούτε φανταχτερό ούτε αξιοκρατικό είναι. Δεν είναι ούτε καν μέλλον.

Το καζάνι των κοινωνικών διεργασιών σιγοβράζει και το καπάκι είναι κλειστό. Κάποιοι προσπαθούν να το ανοίξουν για να εκτονωθεί και να μην εκραγεί.

Ο αγώνας που θα στοχεύει σε όσα μας αξίζουν είναι μονόδρομος. Οτιδήποτε λιγότερο κρύβει τις δυνατότητες που υπάρχουν σήμερα ώστε οι άνθρωποι να απολαμβάνουν περισσότερα δουλεύοντας λιγότερο.

Το μονοπάτι έχει στο ένα του άκρο τη φυλακή και στο άλλο το ξέφωτο.

Στον άνθρωπο, το ξέφωτο είναι που του αξίζει και όχι η φυλακή.

12.647 ευρώ το λεπτό, 211 ευρώ το δευτερόλεπτο

215.000 ευρώ θα διατεθούν με εντολή του δημάρχου Αθηναίων κυρίου Μπακογιάννη, σε γνωστό καλλιτέχνη, για ένα γιορτινό σώου διάρκειας 17 λεπτών.

Σε μόλις 1 λεπτό στον γνωστό καλλιτέχνη θα δοθούν με εντολή του γαλαντόμου δημάρχου, τόσα χρήματα (12.647 ευρώ) όσα παίρνει ένας εκπαιδευτικός ολόκληρο το χρόνο έχοντας στην πλάτη του δεκαετίες προϋπηρεσίας.

Σε μόλις 1 δευτερόλεπτο στον ταλαντούχος κριτή και καλλιτέχνη θα δοθούν με εντολή του γόνου της μεγάλης των Μητσοτάκηδων οικογένειας, που με την αξία τους και τη δουλειά τους προκόβουν εδώ και δεκαετίες, τόσα χρήματα (211 ευρώ) όσα βγάζει ένας διανομέας σε έναν ολόκληρο μήνα οργώνοντας τους δρόμους με κίνδυνο της ζωής του.

Εννοείται πως ο κουβαρντάς δήμαρχος δεν θα πληρώσει τον καλλίφωνο καλλιτέχνη με δικά του χρήματα, όπως δεν πλήρωσε και για το μεγάλο περίπατο-φιάσκο.

Με τα χρήματα αυτά, θα μπορούσαν να δημιουργηθούν δομές που να στηρίζουν ανθρώπους που έχουν ανάγκη. Ψιλά, πολύ ψιλά γράμματα για όλους αυτούς τους γόνους που απομυζούν το δημόσιο χρήμα τη στιγμή που εκατομμύρια άνθρωποι, εργαζόμενοι, άνεργοι, συνταξιούχοι, επιβιώνουν με ψίχουλα.

Κοντά στα 3 δισεκατομμύρια ευρώ κέρδη θα έχουν οι τέσσερις συστημικές τράπεζες της χώρας για το 2021 με τους πλειστηριασμούς να φτάνουν τις δεκάδες χιλιάδες και το ευνομούμενο κράτος να στέλνει στα δικαστήρια όσους αντιστέκονται σε αυτούς. Και μιλάμε για τράπεζες που τις έχουμε ξεχρεώσει εμείς οι εργαζόμενοι δύο και τρεις φορές για να μπορούν στη συνέχεια «νόμιμα» να μας αρπάζουν τους κόπους μιας ζωής.

Τα ποσά αυτά είναι ασύλληπτα και προκλητικά για τους νέους που αγωνίζονται να βρουν μια δουλειά χωρίς ένσημα για να πάρουν το μήνα όσα θα πάρει ο εν λόγω αοιδός σε 1 δευτερόλεπτο από τον ελέω οικογένειας άριστο δήμαρχο.

Είναι εξωφρενικά για εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχους που αναγκάζονται να διαλέξουν μέσα στο καταχείμωνο ανάμεσα στο ψωμί, τη ζέστη, το ηλεκτρικό και τα φάρμακα.

Αν οι εργαζόμενοι γνώριζαν για την χλιδή μέσα στην οποία ζούνε κάποιοι λίγοι, μάλλον θα επαναστατούσαν.

Την ίδια στιγμή στην κυβέρνηση αναζητούν την ανύπαρκτη αξιοπιστία της ψάχνοντας την περίφημη έρευνα-μελέτη Τσιόδρα-Λύτρα, όπως παλιά που σε κάποια άλλη κυβέρνηση αναζητούσαν την περίφημη λίστα Λαγκάρντ, έχοντας τη στήριξη της αξιωματικής και όχι μόνο, αντιπολίτευσης που φτάνει μέχρι τη διεξαγωγή στημένων τηλεκοκορομαχιών με αφορμή την ψήφιση του προϋπολογισμού.

Κι ενώ η μετάδοση των διαφόρων μεταλλάξεων του κορωνοϊού καλά κρατεί, ο γενικός γραμματέας του ΥΠΑΙΘ, όπως και οι προκάτοχοί του, ζητάει «αποδείξεις και ονόματα». Πέρυσι ήταν οι αιρετικοί εκπαιδευτικοί, «εξτρεμιστές» που λένε και οι Δακίτες, που δεν παρέδωσαν βαθμολογίες στο πρώτο τετράμηνο. Φέτος είναι όλοι αυτοί που δεν συμμετέχουν, μέσω της αξιολόγησης, στο γκρέμισμα του δημόσιου σχολείου. Άλλη μία καθαρή απόδειξη, μαζί με τόσες άλλες, πως το υπουργείο έχασε πανηγυρικά τη μάχη της αξιολόγησης και προσπαθεί με απειλές και εκφοβισμούς να μαζέψει τα ασυμμάζευτα.

Αντί το υπουργείο να πάρει μέτρα για την προστασία μαθητών και εκπαιδευτικών από τον Covid, αντί να μεριμνήσει για τα μαθησιακά κενά των μαθητών που προκάλεσε η ολέθρια πρακτική της εξ αποστάσεως, αντί να καλύψει τα κενά σε εκπαιδευτικούς, διαλέγει τον κατήφορο της τρομοκράτησης των εκπαιδευτικών για να κρύψει το δικό του φόβο.

Όλο και πιο πολλοί, και κυρίως νέοι, αντιλαμβάνονται πλέον πως το φανταχτερό, γεμάτο ευκαιρίες και αξιοκρατία μέλλον που τους τάζουν ούτε φανταχτερό ούτε αξιοκρατικό είναι. Δεν είναι ούτε καν μέλλον.

Το καζάνι των κοινωνικών διεργασιών σιγοβράζει και το καπάκι είναι κλειστό. Κάποιοι προσπαθούν να το ανοίξουν για να εκτονωθεί και να μην εκραγεί.

Ο αγώνας που θα στοχεύει σε όσα μας αξίζουν είναι μονόδρομος. Οτιδήποτε λιγότερο κρύβει τις δυνατότητες που υπάρχουν σήμερα ώστε οι άνθρωποι να απολαμβάνουν περισσότερα δουλεύοντας λιγότερο.

Το μονοπάτι έχει στο ένα του άκρο τη φυλακή και στο άλλο το ξέφωτο.

Στον άνθρωπο, το ξέφωτο είναι που του αξίζει και όχι η φυλακή.

215.000 ευρώ θα διατεθούν με εντολή του δημάρχου Αθηναίων κυρίου Μπακογιάννη, σε γνωστό καλλιτέχνη, για ένα γιορτινό σώου διάρκειας 17 λεπτών.

Σε μόλις 1 λεπτό στον γνωστό καλλιτέχνη θα δοθούν με εντολή του γαλαντόμου δημάρχου, τόσα χρήματα (12.647 ευρώ) όσα παίρνει ένας εκπαιδευτικός ολόκληρο το χρόνο έχοντας στην πλάτη του δεκαετίες προϋπηρεσίας.

Σε μόλις 1 δευτερόλεπτο στον ταλαντούχος κριτή και καλλιτέχνη θα δοθούν με εντολή του γόνου της μεγάλης των Μητσοτάκηδων οικογένειας, που με την αξία τους και τη δουλειά τους προκόβουν εδώ και δεκαετίες, τόσα χρήματα (211 ευρώ) όσα βγάζει ένας διανομέας σε έναν ολόκληρο μήνα οργώνοντας τους δρόμους με κίνδυνο της ζωής του.

Εννοείται πως ο κουβαρντάς δήμαρχος δεν θα πληρώσει τον καλλίφωνο καλλιτέχνη με δικά του χρήματα, όπως δεν πλήρωσε και για το μεγάλο περίπατο-φιάσκο.

Με τα χρήματα αυτά, θα μπορούσαν να δημιουργηθούν δομές που να στηρίζουν ανθρώπους που έχουν ανάγκη. Ψιλά, πολύ ψιλά γράμματα για όλους αυτούς τους γόνους που απομυζούν το δημόσιο χρήμα τη στιγμή που εκατομμύρια άνθρωποι, εργαζόμενοι, άνεργοι, συνταξιούχοι, επιβιώνουν με ψίχουλα.

Κοντά στα 3 δισεκατομμύρια ευρώ κέρδη θα έχουν οι τέσσερις συστημικές τράπεζες της χώρας για το 2021 με τους πλειστηριασμούς να φτάνουν τις δεκάδες χιλιάδες και το ευνομούμενο κράτος να στέλνει στα δικαστήρια όσους αντιστέκονται σε αυτούς. Και μιλάμε για τράπεζες που τις έχουμε ξεχρεώσει εμείς οι εργαζόμενοι δύο και τρεις φορές για να μπορούν στη συνέχεια «νόμιμα» να μας αρπάζουν τους κόπους μιας ζωής.

Τα ποσά αυτά είναι ασύλληπτα και προκλητικά για τους νέους που αγωνίζονται να βρουν μια δουλειά χωρίς ένσημα για να πάρουν το μήνα όσα θα πάρει ο εν λόγω αοιδός σε 1 δευτερόλεπτο από τον ελέω οικογένειας άριστο δήμαρχο.

Είναι εξωφρενικά για εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχους που αναγκάζονται να διαλέξουν μέσα στο καταχείμωνο ανάμεσα στο ψωμί, τη ζέστη, το ηλεκτρικό και τα φάρμακα.

Αν οι εργαζόμενοι γνώριζαν για την χλιδή μέσα στην οποία ζούνε κάποιοι λίγοι, μάλλον θα επαναστατούσαν.

Την ίδια στιγμή στην κυβέρνηση αναζητούν την ανύπαρκτη αξιοπιστία της ψάχνοντας την περίφημη έρευνα-μελέτη Τσιόδρα-Λύτρα, όπως παλιά που σε κάποια άλλη κυβέρνηση αναζητούσαν την περίφημη λίστα Λαγκάρντ, έχοντας τη στήριξη της αξιωματικής και όχι μόνο, αντιπολίτευσης που φτάνει μέχρι τη διεξαγωγή στημένων τηλεκοκορομαχιών με αφορμή την ψήφιση του προϋπολογισμού.

Κι ενώ η μετάδοση των διαφόρων μεταλλάξεων του κορωνοϊού καλά κρατεί, ο γενικός γραμματέας του ΥΠΑΙΘ, όπως και οι προκάτοχοί του, ζητάει «αποδείξεις και ονόματα». Πέρυσι ήταν οι αιρετικοί εκπαιδευτικοί, «εξτρεμιστές» που λένε και οι Δακίτες, που δεν παρέδωσαν βαθμολογίες στο πρώτο τετράμηνο. Φέτος είναι όλοι αυτοί που δεν συμμετέχουν, μέσω της αξιολόγησης, στο γκρέμισμα του δημόσιου σχολείου. Άλλη μία καθαρή απόδειξη, μαζί με τόσες άλλες, πως το υπουργείο έχασε πανηγυρικά τη μάχη της αξιολόγησης και προσπαθεί με απειλές και εκφοβισμούς να μαζέψει τα ασυμμάζευτα.

Αντί το υπουργείο να πάρει μέτρα για την προστασία μαθητών και εκπαιδευτικών από τον Covid, αντί να μεριμνήσει για τα μαθησιακά κενά των μαθητών που προκάλεσε η ολέθρια πρακτική της εξ αποστάσεως, αντί να καλύψει τα κενά σε εκπαιδευτικούς, διαλέγει τον κατήφορο της τρομοκράτησης των εκπαιδευτικών για να κρύψει το δικό του φόβο.

Όλο και πιο πολλοί, και κυρίως νέοι, αντιλαμβάνονται πλέον πως το φανταχτερό, γεμάτο ευκαιρίες και αξιοκρατία μέλλον που τους τάζουν ούτε φανταχτερό ούτε αξιοκρατικό είναι. Δεν είναι ούτε καν μέλλον.

Το καζάνι των κοινωνικών διεργασιών σιγοβράζει και το καπάκι είναι κλειστό. Κάποιοι προσπαθούν να το ανοίξουν για να εκτονωθεί και να μην εκραγεί.

Ο αγώνας που θα στοχεύει σε όσα μας αξίζουν είναι μονόδρομος. Οτιδήποτε λιγότερο κρύβει τις δυνατότητες που υπάρχουν σήμερα ώστε οι άνθρωποι να απολαμβάνουν περισσότερα δουλεύοντας λιγότερο.

Το μονοπάτι έχει στο ένα του άκρο τη φυλακή και στο άλλο το ξέφωτο.

Στον άνθρωπο, το ξέφωτο είναι που του αξίζει και όχι η φυλακή.

selidodeiktis.edu.gr

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Με 390 ευρώ το μήνα…

Με 390 ευρώ το μήνα…

Με 390 ευρώ το μήνα…

Από τονΧρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Ξυπνάς το πρωί και η «καλημέρα» δε λέει να βγει από το σφιγμένα χείλη μα κι όταν βγει δεν έχει χαρά, δεν έχει ζωή. Μια κενή ευχή και τίποτα περισσότερο.

Ετοιμάζεις τα παιδιά για το σχολείο, κάνεις στα γρήγορα ένα καφέ και για σένα-γαμώτο πότε άδειασε το βάζο του καφέ-και ανάβεις τσιγάρο. Ρουφάς δυο τζούρες δηλητήριο-χωρίς καφέ δεν κατεβαίνει το άτιμο-κι ετοιμάζεσαι να «ζήσεις» άλλη μία μέρα.

Άλλο ένα ευέλικτο πεντάωρο σε περιμένει για να συμπληρώσεις τις 120 ώρες το μήνα. Απολογισμός: 390 ευρώ καθαρά κι αυτά στο περίπου.

Κάτι πήρε το αυτί σου για τον εργάτη στο λιμάνι της Cosco-της Cosco είναι και όχι του Πειραιά-που σκοτώθηκε εν ώρα εργασίας. Οι άλλοι εργάτες είπαν πως τον σκότωσε το εξαντλητικό ωράριο. Αναρωτιέσαι τι γίνεται; Ή θα δουλεύεις μέχρι θανάτου ή θα δουλεύεις ίσα για να πεθαίνεις λίγο-λίγο; Κάτι πιο ανθρώπινο δεν υπάρχει; Όχι, δε μιλάς για αυτά που δικαιούσαι αλλά για αυτά που σου αξίζουν. Ποιος αποφάσισε πόσο αξίζει η ζωή σου;

Κάτι πήρε το αυτί σου πως οι άλλοι εργάτες στο λιμάνι εξαγριώθηκαν και γκρέμισαν τις πύλες του κολαστηρίου. Έμαθες πως κέρδισαν πράγματα και αναθάρρησες. Σκέφτηκες: γιατί δεν το κάνουμε κι εμείς με τα δικά μας κολαστήρια. Απάντησες μόνος σου: μα εμείς δεν έχουμε νεκρό…Ξεφτίλα…

Κάπου διάβασες για τον εργάτη στη ΣΤΑΣΥ που σκοτώθηκε εν ώρα εργασίας επειδή ο συρμός δεν είχε φρένα, όπως θα έπρεπε να έχει, και σκέφτεσαι τα δικά σου φρένα που είναι έτοιμα να σπάσουν. Οι άλλοι εργάτες είπαν πως αυτό είναι το σύνηθες και πως ασφαλείς συνθήκες εργασίας δεν υπάρχουν γιατί αυτό σημαίνει λιγότερα φράγκα στις τσέπες των ιδιοκτητών.

Κάπου διάβασες πως έγινε απεργία διαμαρτυρίας. Όχι, τούτη τη φορά δεν έπεσαν οι πύλες του κολαστηρίου. Οι αυτόκλητοι προστάτες καρεκλοκένταυροι δεινόσαυροι της ΓΣΕΕ, για μία ακόμη φορά, γύρισαν πλευρό, όπως ήταν αναμενόμενο.

Τις προάλλες που γύριζες από τη δουλειά, είδες ένα κόκκινο ποτάμι από μηχανάκια και ντελιβεράδες να πορεύονται στην κεντρική λεωφόρο. Περίμενες να τελειώσει τούτο το ποτάμι για να περάσεις απέναντι γιατί βιαζόσουν. Κι αυτό το άτιμο δε λιγόστευε. Θυμήθηκες το Βάρναλη και σκέφτηκες: να δεις που θα έρθει ανάποδα ο ντουνιάς. Το δεξί σου χέρι έγινε γροθιά, τούτη τη φορά όχι ασυναίσθητα αλλά έχοντας πλήρη επίγνωση για το τι κάνεις. Το σήκωσες ψηλά και μετά χειροκροτούσες, και μετά φώναζες  «μπράβο» και «μαζί σας» και εισέπραξες ευχαριστίες. Στο τέλος ακολουθούσαν οι μηχανόβιοι ρόμποκοπ και φαίνονταν τόσο αστείοι και κυρίως τόσο αδύναμοι. Σα να τους έσερνε το κόκκινο ποτάμι από τη μύτη. Παρακαλούσες να μην είχε τελειώσει ποτέ τούτη η μοτοπορεία. Φούσκωσες από αυτοπεποίθηση και σκέφτηκες: αφού μπόρεσαν αυτοί μπορώ κι εγώ, μπορούμε κι εμείς και συνέχισες το δρόμο σου τραγουδώντας τον κυρ Μέντιο του Βάρναλη.

Έμαθες την επομένη πως εκείνοι οι τύποι για όλες τις δουλειές κέρδισαν αυτό που φαινόταν την προηγούμενη ως παράλογο, ανέφικτο κι αδύνατο.

Θυμήθηκες τότε-τι σου είναι το μυαλό-εκείνα τα παλιόπαιδα που συγκεντρώνονταν παράνομα για να μην επιτρέψουν στους αστυνομικούς να κάθονται δίπλα τους στα έδρανα των πανεπιστημιακών αμφιθεάτρων και ένιωσες ικανοποίηση γιατί εκείνα τα παλιόπαιδα νίκησαν. Μπορεί να μην ήταν δικά σου παιδιά μα αποφάσισες πως από την αμέσως επόμενη στιγμή θα είναι και δικά σου παιδιά.

Μπήκες στο σπίτι για να μαζέψεις λίγο τα συναισθήματά σου, κι άκουσες τον τηλεκανίβαλο να απαξιώνει τους δασκάλους. Πως είναι τάχα τεμπέληδες, πως δεν θέλουν να βελτιώνονται, πως είναι βολεμένοι και άλλα τέτοια.

Έκλεισες τον τηλεανεμιστήρα με τη λάσπη έβγαλες μια ξεχασμένη «επιστολή» από την τσάντα σου και βγήκες στο μπαλκόνι. Ήταν γράμμα των εκπαιδευτικών της περιοχής σου προς την κοινωνία. Το μοίραζαν κάτι «τεμπέληδες» στη λαϊκή πριν από μέρες. Δεν του είχες δώσει σημασία. Το διάβασες με προσοχή. Έγραφε για δημόσιο σχολείο, για δωρεάν παιδεία για όλα τα παιδιά. Έγραφε για φτώχεια στην εκπαίδευση για δεκάδες χιλιάδες κενά, για αίθουσες γεμάτες με μαθητές, για απολύσεις, για καταργήσεις σχολείων, για χορηγούς και ταξικούς φραγμούς στα παιδιά των οικονομικά και κοινωνικά αδύνατων. Αυτή, έγραφε, πως είναι η αξιολόγησή τους. Έφριξες! «Κουφάλες τηλεψεύτες», σκέφτηκες μέσα στην οργή και το θυμό.

Κάτι φωνές έφταναν στα αυτιά σου. Έκανες στην άκρη του μπαλκονιού για να βλέπεις στο μεγάλο δρόμο. Κι άλλο ποτάμι κατέβαινε με πανό και συνθήματα. Για αγώνα και δωρεάν παιδεία, διαδήλωναν, για κάποια δικαστήρια διαμαρτύρονταν. Έβγαλαν το δίκιο παράνομο αφού πρώτα έκαναν το άδικο νόμο. Σκέφτηκες πως αυτό δεν είναι μόνο άδικο μα και υβριστικό για τον καθένα. Είχες ακούσει πως οι δάσκαλοι των παιδιών σου αντιδρούσαν μαζικά σε τούτο το άδικο. Αναθάρρησες και πάλι.

Δεν πρόλαβες να ηρεμήσεις και το μυαλό σου πόνεσε από το τελευταίο «αγκάθι» των ημερών. Είχε και όνομα, εκτός από ψυχούλα…αχ βρε ψυχούλα μου.

Όλγα την έλεγαν και ήταν παιδί. Τι πρόλαβε να δει; Τι πρόλαβε να ζήσει; Μέχρι τη στιγμή που σφηνώθηκε στην πόρτα, πολύ λίγα. Όμως, τη στιγμή της τελευταίας αναγνωριστικής κλωτσιάς-ζει ή πέθανε ετούτο;-έζησε όλη την αδικία και την περιφρόνηση της γης. Κι όταν αυτή η περιφρόνηση προέρχεται από «το γιο της πλύστρας» είναι αφόρητη κι αβάστακτη που να πάρει η ευχή. Γιατί όλοι «οι γιοι της πλύστρας» οφείλουν να τα βάζουν με εκείνους που καταδίκασαν τη μάνα τους να είναι μια ζωή «πλύστρα» και όχι με τη Όλγα και την κάθε Όλγα.

Κι ένιωσες τότε σαν εκείνα τα ποτάμια τα βαθιά που άμα τα δεις από μακριά, έτσι όπως ρέουν χωρίς ορμή, τα περνάς για ακίνδυνα και δεν τους δίνεις σημασία. Όμως έχουν τέτοιο βάθος που αλίμονο σε όποιον τολμήσει να τα διασχίσει αψηφώντας τα.

Κατά πως φαίνεται, έτσι νιώθουν κι άλλοι που γίνονται όλο και περισσότεροι.

Με 390 ευρώ το μήνα, αυτό που περνάς δεν το λες ζωή…

 

Ετικέτες: , , , , ,

Προς καλοπροαίρετους και «καλοπροαίρετους»

<strong>Προς καλοπροαίρετους και «καλοπροαίρετους»</strong>

Προς καλοπροαίρετους και «καλοπροαίρετους»

Από τον Χρήστο Επάμ. Κυργιάκη

«Οι συνδικαλιστές πρέπει να πρωτοπορούν και όχι να αρνούνται την αξιολόγηση», υποστηρίζει καλοπροαίρετα φίλος αγαπημένος μαθαίνοντας τα της εκπαίδευσης από τα ΜΜΕ.

«Οι συνδικαλιστές δεν θέλουν την αξιολόγηση», γράφει και πληκτρολογεί «καλοπροαίρετα» ο Καθημερινός κονδηλοφόρος.

Σημείο αναφοράς και των δύο δεν είναι άλλο παρά οι περίφημοι «συνδικαλιστές».

Παραβλέπουν και οι δύο, ο πρώτος άθελά του και ο δεύτερος εσκεμμένα, πως η αντίθεση ενάντια στην αξιολόγηση προήλθε, με πάταγο είναι η αλήθεια, από το σύνολο, σχεδόν, του κλάδου των εκπαιδευτικών και όχι από μερικούς «συνδικαλιστές».

Τη μάχη της απεργίας-αποχής την έδωσαν με απόλυτη επιτυχία και συνέπεια καταφέρνοντας μία από τις πιο σημαντικές ήττες στην «ατσαλάκωτη» και κυριλέ κυβερνητική και νεοφιλελεύθερη λογική του σχολείου της αγοράς και της μπίζνας, οι «απλοί» και «ανώνυμοι», όπως συχνά τους αποκαλούν, εκπαιδευτικοί.

Αυτοί που τα τελευταία δέκα χρόνια είδαν τους μισθούς τους να εξανεμίζονται τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα να καταργούνται, και τη λάσπη προς το πρόσωπό τους να πετιέται ασταμάτητα.

Αυτοί που έχουν γίνει, εκτός από εκπαιδευτικοί, γραμματείς, ερμηνευτές νόμων, γραφειοκράτες με ειδικότητα στο να συμπληρώνουν φόρμες, ψυχαναλυτές και ψυχολόγοι δικοί τους μα και των μαθητών, των παιδιών τους και των μελών των οικογενειών τους.

Είναι οι ίδιοι που γυρνάνε σε τρία, τέσσερα και πέντε σχολεία, για να συμπληρώσουν ωράριο, οι λεγόμενοι αόρατοι συνάδελφοι που μόνο οι «προγραμματιστές» ξέρουν τα ονόματά τους στα σχολεία που πηγαίνουν και που δεν προλαβαίνουν ούτε μια ανθρώπινη φιλική και συναδελφική σχέση να χτίσουν.

Είναι όλοι αυτοί οι εργαζόμενοι-λάστιχο που έχουν ένα σκασμό προϋπηρεσία στα δημόσια σχολεία αλλά θεωρούνται ανίκανοι από το επίσημο ευνομούμενο κράτος να συνεχίσουν να «γράφουν» προϋπηρεσία αλλά με όρους εργασιακής ασφάλειας και μονιμότητας. Γιατί ούτε τα κενά καλύφθηκαν ούτε οι αναπληρωτές εξαφανίστηκαν.

Δεν είναι άλλοι παρά αυτοί οι μοναδικοί που με το φιλότιμο, την αυταπάρνηση και τον «επαγγελματισμό» τους κράτησαν, κρατάνε και θα εξακολουθήσουν να κρατάνε όρθιο το δημόσιο σχολείο, ανοιχτό σε όλα τα παιδιά, χωρίς αποκλεισμούς, κόντρα σε ρουφιάνους και ρατσιστές.

Στους καλοπροαίρετους που ζητάνε από τους εκπαιδευτικούς να πρωτοπορήσουν, η απάντηση, επίσης καλοπροαίρετα είναι πως μονίμως πρωτοπορούν ζητώντας και διεκδικώντας:

Ολιγομελή τμήματα για να μπορούν να ασχολούνται πολύ περισσότερο με το κάθε παιδί και τις μαθησιακές του ανάγκες.

Ουσιαστικές συνεχείς δωρεάν επιμορφώσεις, και εκπαιδευτικές άδειες με αποδοχές για να μπορούν όλοι όσοι το επιθυμούν να διευρύνουν με δωρεάν  μεταπτυχιακά προγράμματα τους ορίζοντες και τις γνώσεις τους χωρίς να χρειάζεται να ξοδεύουν μια περιουσία σε σεμινάρια και μεταπτυχιακά επί πληρωμή.

Πρόσληψη προσωπικού για γραμματειακή υποστήριξη ώστε να μπορούν οι εκπαιδευτικοί να ασχολούνται μόνο με το μαθησιακό-γνωστικό κομμάτι και τις ανάγκες των μαθητών και όχι της εκάστοτε γραφειοκρατικής διοίκησης.

Σύγχρονα βιβλία και αναλυτικά προγράμματα σπουδών σύμφωνα με τις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων για πραγματική γνώση και μόρφωση και όχι σύμφωνα με τις ανάγκες της αγοράς σε δεξιότητες.

Σχολεία σύγχρονα, αντάξια των μαθητών και των κόπων των γονιών τους που φορολογούνται άγρια, με εργαστήρια, γυμναστήρια, θέατρα, μουσικά όργανα, αίθουσες προβολών πλαισιωμένα από τους αντίστοιχους εκπαιδευτικούς εικαστικών μαθημάτων αλλά και μαθημάτων κοινωνικών επιστημών.

Στους «καλοπροαίρετους» κονδηλοφόρους που επίσης ζητάνε από τους εκπαιδευτικούς να «πρωτοπορήσουν» και να δεχτούν την αξιολόγηση της κυβέρνησης και των διεθνών οργανισμών η απάντηση βγαίνει αβίαστα.

Η «αξιολόγησή» τους ή η «αποτίμησή» τους ή η «ανατροφοδότηση» τους, μόνο πρωτοπορία δεν συνιστά. Ίσα-ίσα που παραπέμπει ευθέως σε Μεσαίωνα καθώς προβλέπει, κατηγοριοποίηση εκπαιδευτικών και σχολείων, κατάργηση, ή συρρίκνωση σχολικών μονάδων, μείωση χρηματοδότησης, μείωση μισθών, απολύσεις, δηλαδή, καίριο χτύπημα στο δημόσιο σχολείο και τις παροχές του. Σημαίνει ασφυκτική πίεση προς τους εκπαιδευτικούς και στραγγαλισμό της  παιδαγωγικής ελευθερίας την οποία επιβάλλεται να έχει.

Η «αξιολόγησή» τους θέλει να μετατρέψει τον εκπαιδευτικό σε έναν κυνηγό μαγισσών που αντί για σκούπα θα καβαλάνε ηλεκτρονικές φόρμες αποτίμησης και στατιστικών στοιχείων και που το μόνο για το οποίο θα νοιάζεται είναι το πώς θα «φέρνει» ζεστό χρήμα στο σχολείο αναζητώντας χορηγούς και υλοποιώντας «προγράμματα».

Η «αξιολόγησή» τους σημαίνει περισσότερα παιδιά εκτός δημόσιου σχολείου, απροστάτευτα στις ορέξεις είτε των αφεντικών είτε των ιδιωτικών σχολαρχών. Η ελάχιστη βάση εισαγωγής έδειξε το δρόμο και η τράπεζα θεμάτων θα έρθει να τον ασφαλτοστρώσει.

Αν τα προηγούμενα δεν οδηγούν στον σκοταδισμό και τον στραγγαλισμό του δημόσιου σχολείου, τότε ο εθνικός μας λεξικογράφος πρέπει να ψάξει για νέες λέξεις και ορολογίες.

Όπως και να το δει κανείς, είτε καλοπροαίρετα είτε «καλοπροαίρετα», οι εκπαιδευτικοί ήταν, είναι και θα είναι αυτοί που θα πρωτοπορούν.

Για αρχή, θα ευχηθούν «καλές διακοπές και καλό καλοκαίρι», στους εμπνευστές της αξιολόγησης και στους υποστηρικτές της νέας προσπάθειας για εφαρμογή της.

Μάλλον όλοι οι παραπάνω πρέπει να ετοιμάζονται για άλλη μία ήττα, αυτή τη φορά ακόμη πιο σκληρή, οδυνηρή, μια ήττα τελειωτική.

 

Ετικέτες: , , , ,

Η άτιμη η κενωνία

Η άτιμη η κενωνία

Η άτιμη η κενωνία

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Τα πράγματα είναι απλά. Απλά και εύκολα. Όσο εύκολες ήταν οι εργασίες που έχουν κάνει στη ζωή τους κάποιοι πολιτικοί μας ηγέτες, άριστοι κατά τα άλλα, και λάτρεις της σκληρής εργασίας.

Άμα είσαι γιατρός και σώζεις ζωές και μάχεσαι για να νιώθει ο άνθρωπος αξιοπρεπής μέσα στην ασθένειά σου, όπως ευτυχώς συμβαίνει με τους περισσότερους γιατρούς, και δεν παίρνεις φακελάκια ως προϋπόθεση για να τους αναλάβεις, η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σου χαρίζει απλόχερα το χειροκρότημά της. Σε στύβει στις υπερωρίες και ακόμα στις χρωστάει. Γιατρουδάκι σε ανεβάζει γιατρουδάκο σε κατεβάζει. Ενώ αν είσαι από τους άλλους, τους εκβιαστές, η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σε ανταμείβει. Σε κάνει καθηγητή, μεγαλογιατρό με πουράκλες στο γραφείο σου κάτω από το «απαγορεύεται το κάπνισμα». Μέχρι και πρύτανη μπορεί να σε κάνει για να έχεις τον έλεγχο και να τα κονομάς από παντού ή και ειδικό σε κάποια από τις επιστημονικές επιτροπές για να έχουν οι ιθύνοντες το κεφάλι τους ήσυχο.

Άμα είσαι άνθρωπος του μόχθου, του μεροκάματου και της καθημερινής βιοπάλης, η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σε έχει κυριολεκτικά χεσμένο. Μόνο η μάνα σου σε θυμάται και μόνο αυτή νιώθει το τι περνάς. Ποιος νοιάζεται αν έχεις να περάσεις το μήνα, αν έχεις για το ενοίκιο, αν σου φτάνουν για τη δόση του δανείου, αν έχεις φαΐ στο πιάτο κάθε που γυρνάς στο σπίτι ή αν δουλεύεις ένα σκασμό ώρες κάθε μέρα;

Αν είσαι όμως μέγας πληρωμένος ξεχασμένος και ξεγραμμένος μαχητής και μπορείς και επιβιώνεις σε στημένες κακουχίες κάπου εκεί στην καραϊβική τότε η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σε έχει περί πολλού. Σε περιμένει στα αεροδρόμια για να σε επευφημήσει λες και ανακάλυψες το φάρμακο για τον καρκίνο, λες και έβαλες έστω ένα λιθαράκι, έναν κόκκο άμμου βρε αδερφέ για να φτιάξεις ένα σκαλί για να πατήσει ο «άνθρωπος» και να δικαιολογήσει το όνομά του. Σου ετοιμάζει συνεντεύξεις σε κανάλια πανελλαδικής εμβέλειας για να αναλύσεις τις κραυγές που έβγαζες όταν βουτούσες στα λασπόνερα ξυπνώντας ακόμη και στα τσακάλια ακόμη πιο ζωώδη ένστικτα.

Αν πάλι είσαι μισθωμένος αγρότης σε φάρμα, τέτοιος αγρότης που σηκώνεται ο φράχτης, παίρνει των ομματιών του και πάει μετανάστης στην Παταγονία, και ουρλιάζεις χωρίς λόγο όλη την ώρα κάνοντας τον άγριο και τον τσαμπουκαλεμένο, η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σε προβάλλει σαν πρότυπο. Να γαμπρός για τις κόρες τις έμορφες. Και δως του τα κανάλια να σε κυνηγάνε για μια σου λέξη, τι λέξη δηλαδή, για ένα σου μουγκρητό έστω για ένα σου γέλιο για να λάμψει η λευκασμένη οδοντοστοιχία σου.

Αν όμως είσαι αγρότης κανονικός, από αυτούς που μυρίζουν το χώμα και καταλαβαίνουν αν και πόσο διψάει, από αυτούς που παλεύουν με τη γη για να ζήσουν οι ίδιοι και οι οικογένειές τους τότε η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, θα σε πει τεμπέλη και καφενόβιο που ζεις με τις επιδοτήσεις και κλείνεις τις εθνικές οδούς του Μπόμπολα και δεν αφήνεις τον Πέτρο να πάει να δει τη μανούλα του και στενοχωριέται ο Πέτρος και οι όμοιοί του. Και σε λίγα χρόνια εκεί που χρωστούσε και της Μιχαλούς κατορθώνει και μας κάνει τη χάρη να προσφέρει και πάλι με τα έντυπά του στον εκπολιτισμό του μνημονιακού νεοέλληνα. Αυτά είναι τα ωραία.

Όμως ευτυχώς για όλους εμάς τους υπόλοιπους που δεν είμαστε μέλη της κοινωνίας ούτε της επίσημης ούτε της ανεπίσημης, υπάρχουν εκείνοι, και είναι πάρα πολλοί, που κρατάνε άσβεστη τη φλόγα της ελπίδας και είναι φορές που την κάνουν πυρκαγιά που καίει ότι τοξικό υπάρχει και μπορούμε και ρουφάμε καθαρό αέρα.

Είναι όλοι αυτοί οι παραπάνω που η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, τους έχει απορρίψει. Και κοντά σ’ αυτούς είναι κι άλλοι, όπως οι φοιτητές που πέταξαν έξω τους μπάτσους του Μιχάλη και του Κούλη από τα πανεπιστήμια ή όπως οι εκπαιδευτικοί που όρθωσαν και πάλι ανάστημα στις εμμονικές αντιδραστικές επιδιώξεις της κυρά-Νίκης και πέταξαν για μία ακόμη φορά στον καλάθι των α(χ)ρήστων την αξιολόγησή τους.

Γιατί τα πράγματα είναι απλά. Άλλες οι ανάγκες της πραγματικής κοινωνίας και άλλες οι εικονικές ανάγκες της κενωνίας που θέλει να εμφανίζεται ως κοινωνία, επίσημη ή ανεπίσημη.

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Περί δικαιώματος στην εργασία

Περί δικαιώματος στην εργασία

Περί δικαιώματος στην εργασία

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

«Το δικαίωμα στην εργασία είναι ιερό», διατυμπανίζουν τα αφεντικά, οι γραφιάδες-παπαγάλοι και οι πολιτικοί υπάλληλοί τους που τους λένε και κυβερνόντες.

Όλοι αυτοί που το μόνο τους μέλημα είναι να αποκτήσουν κλιματιζόμενες πολυθρόνες για να μην ιδρώνει ο κώλος τους.

Μπα! Τι μας λέτε; Αλήθεια;

Και τότε γιατί υπάρχουν αυτοί οι εκατοντάδες χιλιάδες άνεργοι; Ποιοι τους δημιούργησαν; Όχι η ανάγκη για αύξηση του κέρδους που τη νομιμοποίησαν οι υπάλληλοι υπουργοί και βουλευτές σας;

Γιατί βρε υποκριτές του κερατά δεν μειώνετε το χρόνο εργασίας για να μπορούν όλοι να ασκούν το ιερό δικαίωμα της εργασίας;

Γιατί λυσσάτε να ψηφίζετε νόμους που διευκολύνουν τις απολύσεις και στερούν από τους εργαζόμενους το ιερό δικαίωμα της εργασίας;

Γιατί δεν βελτιώνετε τις συνθήκες εργασίας σε όλους τους χώρους αφού τη θεωρείτε ιερή;

Γιατί τόσα εργατικά ατυχήματα λόγω έλλειψης μέτρων ασφαλείας αφού καίγεστε τόσο για το ιερό δικαίωμα της εργασίας;

Γιατί στέλνετε τους απεργούς στα δικαστήρια και δεν ικανοποιείτε τα αιτήματά τους όταν διεκδικούν καλύτερες συνθήκες εργασίας, αφού θεωρείτε την εργασία ιερή;

Γιατί βρε δημοκράτες της τρύπιας δεκάρας, επικαλείστε την αρχή της πλειοψηφίας όταν πρόκειται για τα σωματεία αλλά δεν σας ενοχλεί καθόλου το να μην ισχύει για την εκλογή των κυβερνήσεων και των δημοτικών αρχόντων;

Γιατί η μειοψηφία θα πρέπει να ακολουθεί την πλειοψηφία όταν σας συμφέρει αλλά σε μια απόφαση για απεργία εγείρετε το ατομικό συνταγματικό δικαίωμα της μη συμμόρφωσης στην απόφαση, στο όνομα της ιερότητας της εργασίας;

Κυβερνάτε με το 40% του 60%, δηλαδή με το 24% του εκλογικού σώματος και αντί να κρύβεστε από ντροπή πουλάτε και μόστρα δημοκρατική.

Απλή είναι η απάντηση.

Καρφάκι δεν σας καίγεται για το δικαίωμα και τις συνθήκες εργασίας των «δούλων» σας. Η δουλε(ί)ιά σας να γίνεται με όσο το δυνατόν μικρότερο κόστος. Αν μπορούσατε θα τους βάζατε να δουλεύουν νύχτα με νύχτα, όπως παλιά και θα το βαφτίζατε ευελιξία και ανάπτυξη.

«Το δικαίωμα στην εργασία είναι ιερό», επικαλούνται όμως και πάρα πολλοί από τους εργαζόμενους που δεν συμμετέχουν σε απεργιακές ή άλλες ενέργειες διεκδίκησης απέναντι στα αφεντικά.

Να το δεχτώ αγαπητοί μου συνάδελφοι με όλη μου την ψυχή και με κάθε ειλικρίνεια.

Άρα περιμένω και από εσάς:

Να τρέχετε πάντα και πρώτοι σε κάθε εκδήλωση συμπαράστασης υπέρ των ανέργων υπερασπιζόμενοι το ιερό δικαίωμα και των άλλων εργαζόμενων.

Να είστε πάντα έτοιμοι να συνδράμετε με τον αγώνα σας κάθε εργαζόμενο που απειλείται με απόλυση από την ανεργία.

Να πιέζετε μαζί με τα σωματεία σας να καταργηθούν όλοι εκείνοι οι νόμοι που στρέφονται ενάντια στο ιερό δικαίωμα της εργασίας.

Να πιέζετε μαζί με τα σωματεία σας να καταργηθούν όλοι εκείνοι οι νόμοι που βάζουν φρένο σε απεργιακές κινητοποιήσεις που υπερασπίζονται το δικαίωμα στην εργασία και απαιτούν βελτίωση των συνθηκών εργασίας.

Να μην υποστηρίζετε κυβερνήσεις και κόμματα που νομοθετούν ενάντια στο ιερό δικαίωμα της εργασίας, αυξάνοντας το χρόνο δουλειάς και μειώνοντας τις απολαβές.

Να δηλώσετε άρνηση σε οποιαδήποτε νίκη προκύψει από μια απεργιακή διεκδίκηση αφού εσείς δεν συμμετείχατε σε αυτή!

Αν δεν κάνετε τίποτα από τα παραπάνω τότε αφήστε να επικαλούνται και να προστατεύουν το δικαίωμα στην εργασία αυτοί που απεργούν, χάνουν τα μεροκάματά τους και κατεβαίνουν στους δρόμους για να πετύχουν. Τουλάχιστον, μην στέκεστε απέναντί τους.

Εννοείται πως σε καμιά περίπτωση δεν αναφέρομαι σε εργαζόμενους που πραγματικά δεν μπορούν να στερηθούν το χαμένο μεροκάματο της απεργίας. Δεν ξέρω πόσοι είναι. Ξέρω όμως πως κανένας από αυτούς δεν πάει στη δουλειά επικαλούμενος το «ιερό δικαίωμα της εργασίας». Αν πάει στη δουλειά το κάνει με πόνο και στενοχώρια….

 

Ετικέτες: , ,

ΒΑΣΕΙΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΜΕΙΩΣΗ ΤΩΝ ΕΙΣΑΚΤΕΩΝ ΣΤΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ ΜΙΑ «ΑΘΩΑ» ΑΠΑΙΤΗΣΗ

ΒΑΣΕΙΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΜΕΙΩΣΗ ΤΩΝ ΕΙΣΑΚΤΕΩΝ ΣΤΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ ΜΙΑ «ΑΘΩΑ» ΑΠΑΙΤΗΣΗ

ΒΑΣΕΙΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΜΕΙΩΣΗ ΤΩΝ ΕΙΣΑΚΤΕΩΝ

ΣΤΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ

ΜΙΑ «ΑΘΩΑ» ΑΠΑΙΤΗΣΗ

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Μια πρόταση για την βάση εισαγωγής στα πανεπιστήμια - Ειδήσεις - νέα - Το  Βήμα Online

Στεναχωριούνται ειλικρινώς αρκετοί με τους χαμηλούς βαθμούς εισαγωγής σε κάποιες σχολές και ζητάνε να μπει βάση-κόφτης.

Καταλαβαίνω…

Απλώς ξεχνάνε πως οι πανελλήνιες είναι εξετάσεις ΕΠΙΛΟΓΗΣ και όχι ελέγχου γνώσεων διότι οι βάσεις εισαγωγής καθορίζονται από διάφορους παράγοντες όπως η δυσκολία και ο όγκος των θεμάτων μαζί με την ζήτηση.

Από όσο γνωρίζω στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο δεν υπάρχουν βάσεις εισαγωγής παρά μόνο χρηματικό αντίτιμο.

Επίσης όσοι κοπούν λόγω βάσης στις πανελλαδικες και θελήσουν να πανε σε κάποιο ιδιωτικό Κολλέγιο, πάλι δεν υπάρχουν βάσεις.

Αντί να ζητάνε όλα τα παιδιά να έχουν πρόσβαση στα πανεπιστήμια εφόσον το θέλουν αναρωτιούνται πώς αυτά τα παιδιά θα μπορέσουν να τελειώσουν τη σχολή τους. Και δως του πόνος και δως του δάκρυα…

Ζητούν τη βάση στο όνομα της αναβάθμισης των σχολείων λες και το επίπεδο της παρεχόμενης εκπαίδευσης το καθορίζουν οι εξετάσεις.

Πολυπληθή τμήματα, ελλείψεις καθηγητών, βιβλία ξεπερασμένα, απουσία εικαστικών και άλλων μαθημάτων που θα ξεδίπλωναν τα ταλέντα των μαθητών, οικονομικοί και κοινωνικοί αποκλεισμοί προφανώς δεν συνιστούν λόγους υποβάθμισης και απαξίωσης της εκπαίδευσης για όσους «ευαίσθητους» δυσανασχετούν για την έλλειψη βάσης εισαγωγής στα πανεπιστήμια.

Έχουν χωριστεί, μάλιστα σε τρία στρατόπεδα.

Στο ένα απαιτούν να μειωθεί ο αριθμός των εισακτέων ακόμη-ακόμη να μειωθεί και  ο αριθμός των μαθητών που θα φτάνουν μέχρι τις πανελλαδικές. Αυτοί που περισσεύουν θα μπορούν να απευθύνονται σε μια ιδιωτική δομή εκπαίδευσης όπου, φυσικά, δεν θα υπάρχει καμία βάση εισαγωγής ή καλύτερα η μόνη «βάση εισαγωγής» θα είναι η αξία των διδάκτρων. Όσοι δεν έχουν τα δίδακτρα θα χρησιμοποιούνται ως ανειδίκευτο, άρα φθηνό και αναλώσιμο, εργατικό δυναμικό στις γαλέρες της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Στο δεύτερο στρατόπεδο απαιτούν να μπει βάση εισαγωγής στα πανεπιστήμια προτείνοντας μάλιστα το βαθμό «10». Με βάση ποια παιδαγωγικά, μορφωτικά ή άλλα κριτήρια προτείνεται το «10» σε εξετάσεις επιλογής, ποτέ δεν δικαιολογήθηκε. Να θυμίσω ότι σε εξετάσεις του ΑΣΕΠ για εκπαιδευτικούς η βάση-κόφτης ήταν το «15», πάντα σε εικοσαβάθμια κλίμακα αναφερόμενοι. Το μέλλον των «κομμένων» κι εδώ θα είναι το ίδιο και θα δικαιολογείται πολύ βολικά με τον γνωστό «αστικό μύθο», έτσι βαφτίστηκε από ορισμένους, πως δεν είναι ανάγκη να σπουδάσουν όλα τα παιδιά; Όμως αν το θέλουν γιατί να μην το κάνουν;

Και για να κάνω λίγο το δικηγόρο του Βελζεβούλ.

Γιατί η βάση να είναι το 10 και όχι το 19,9;

Έτσι για να μπαίνουν όσοι «πραγματικά το αξίζουν»….

Στο τρίτο και πιο «ευαίσθητο» στρατόπεδο απαιτούν και τα δύο προηγούμενα. Και μείωση των εισακτέων και θέσπιση της βάσης του «10».

Ας μην κρύβονται λοιπόν όλοι αυτοί πίσω από το δάχτυλό τους γιατί ούτε τόσο χοντρό δάχτυλο έχουν ούτε τόσο αδύνατοι είναι. Οι μόνοι που δεν θα ωφεληθούν θα είναι οι μαθητές και οι οικογένειές τους.

Αντίθετα τα ιδιωτικά μαγαζιά θα γεμίσουν πελατεία και η ενίσχυση του ανταγωνισμού θα γεμίσει τις αίθουσες των φροντιστηρίων ξεζουμίζοντας ακόμη περισσότερο αυτούς που δυσκολεύονται να ανταποκριθούν οικονομικά.

 

Ετικέτες: , , , , ,

Το Καφενείον

Το Καφενείον

Το Καφενείον

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

«Κουβέντες του καφενείου», συνηθίζετε να λένε για να υποβαθμίσουν γνώμες, προτάσεις και λεγόμενα, κυρίως εκείνοι που υποτίθεται ότι μιλάνε με «επιχειρήματα». Εμπεριστατωμένα δηλαδή, τεκμηριωμένα που λένε.

Όντως στα καφενεία μπορεί να ακούσει κάποιος μεγάλα ψέματα, παραμύθια ασυναγώνιστα λες και ο Αίσωπος δεν πέθανε ποτέ, μα και μεγάλες αλήθειες, πικρές τις περισσότερες φορές.

Σάματις σε άλλους χώρους «επίσημης συνάθροισης ανθρώπων» και μάλιστα αξιωματούχων δεν συμβαίνουν τα ίδια;

Από πού να αρχίσεις και που να τελειώσεις;

Υπουργικά συμβούλια, συσκέψεις κυβερνητικών στελεχών, Βουλή, Ευρωβουλή, Γιούρογκρουπ, κεντρικές επιτροπές, πολιτικά γραφεία και δεν συμμαζεύεται.

Τουλάχιστον στα καφενεία τα ψέματα που ειπώνονται δεν έχουν επίπτωση σε κανέναν άλλον εκτός από αυτόν που τα λέει.

Σε ένα μικρό και συνηθισμένο καφενείο έτυχε να βρεθώ τούτες τις μέρες.

Η πινακίδα έγραφε:

ΚΑΦΕΝΕΙΟΝ-ΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΤΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ

Κοίταξα γύρω μου. Πουθενά δεν υπήρχε ούτε για δείγμα κάποιος νεολαίος.

Ο καφετζής έρχεται για παραγγελία.

– Το όνομα του μαγαζιού είναι ειρωνικό; Τον ρωτάω.

– Τώρα ναι. Όταν το πρωτανοίξαμε όχι, μου απαντάει. Δεν βρίσκεις νεολαία στο χωριό. Τι να κάνει ο νέος εδώ;

– Μάλιστα! Φέρε μουσε παρακαλώ ένα κατοσταράκι τσίπουρο με τίποτε μεζεδάκια.

– Μην περιμένεις πολλά πράγματα. Ότι υπάρχει θα βάλω. Καμιά ντομάτα, καμιά ελίτσα, λίγο τυρί, ψωμί ζυμωτό. Ε, αυτά.

– Πιάσε και για μένα ένα. Που’ σαι Θωμά. Σκέτο, ακούστηκε μια παραγγελία από το διπλανό τραπέζι. Ήταν ένας ηλικιωμένος, όχι πολύ, γύρω στα εβδομήντα, με μουστάκι παχύ γκρίζο και μπόλικα γκρίζα μαλλιά στο κεφάλι. Στα χέρια του κρατούσε στριφτό τσιγάρο και τα δυο του δάχτυλα όπως και το μουστάκι είχαν κιτρινίσει από τον καπνό και τη νικοτίνη.

– Εντάξει Σταμάτη, του απάντησε ο Θωμάς ο καφετζής.

– Για δεν παραγγέλνεις με μεζέ και να κεράσεις κι εμένα ένα; Πετάχτηκε από το άλλο τραπέζι ένας αδύνατος, γύρω στα σαράντα, αξύριστος που όλη την ώρα έπαιζε με ένα κομπολόι, από αυτά τα φτηνιάρικα, χτυπώντας ρυθμικά τις χάντρες  προκαλώντας έτσι έναν εκνευριστικό θόρυβο. Τόσα αναδρομικά θα πάρεις, συνέχισε.

– Αναδρομικά τα λες εσύ;

-Γιατί τι είναι;

– Κλεμμένα είναι βρε κουτάβι. Α ρε Γιώργο! Ντιπ χαμένος είσαι! Τα’ χω χιλιοδουλεμένα και χιλιοπληρωμένα. Από δέκα χρονών δουλεύω, πρώτα στα χωράφια και μετά όπου εύρισκα. Αλλά να ήταν τα μόνα κλεμμένα, ποιος διάολος το’ σκαγε1

– Σου έκλεψαν κι άλλα θες να πεις; Είπε ο Γιώργος με μια δόση ειρωνείας στη φωνή του.

– Τι να πρωτοθυμηθώ; Θα ακούει και ο ξένος από δω-εγώ ήμουν ο ξένος που βρήκα την ευκαιρία να συστηθώ-και θα νομίσει ότι γκρινιάζω.

– Κανένα πρόβλημα. Συνεχίστε κύριε Σταμάτη, απάντησα περιμένοντας τη συνέχεια της αφήγησης.

– Ήμουνα που λέτε γύρω στα είκοσι πέντε, συνέχισε ο Σταμάτης, είχα απολυθεί από το στρατό, άλλο παραμύθι ετούτο, κι είπα να πάω στον μπάρμπα μου, από το σόι της μάνας μου, να δουλέψω στο κεραμαριό που είχε. Μικρό μεροκάματο με όλα τα ένσημα ήταν η συμφωνία. Στον τρίτο χρόνο πάνω χτυπάω το πόδι μου στη δουλειά. Με μαζεύει ο μπάρμπας μου και με πάει στο νοσοκομείο. Κάθισα μια βδομάδα μέσα. Έρχονται στο τέλος από το νοσοκομείο και μου λένε πως είμαι ανασφάλιστος και πρέπει να πληρώσω. Μου’ ρθε ο ουρανός σφοντύλι. Τα είχε αναλάβει όλα ο μπάρμπας μου όταν πήγα στη δούλεψή του. Ένσημα, βιβλιάρια και τα λοιπά. Πάω στο σπίτι του και τον βρίσκω στο τραπέζι να τρώει. Το και το του λέω. Του έπεσε το κουτάλι από τα χέρια. Άρχισε να μου δικαιολογείται πως φταίει ο λογιστής του και κάτι τέτοια. Βρε ζαγάρι, του λέω, το αίμα σου βρήκες να κλέψεις; Φαντάσου τι κάνεις στους άλλους! Του δίνω μια και τον ξαπλώνω χάμω. Ουρλιάζει η θκια μου, μαζεύονται οι γείτονες. Να μην τα πολυλογώ, έρχονται οι μπάτσοι και με παίρνουν μέσα. Ειδοποιώ το Γιάννη από το σωματείο. Μη σε νοιάζει, μου λέει, άλλη νυφίτσα εκείνος, θα το βρούμε το δίκιο σου. Την έκανε καλά τη δουλεία του και δαύτος. Μέχρι και βουλευτή τον κάναν για ένα φεγγάρι.

Με πήγε λοιπόν ο μπάρμπας μου στο δικαστήριο. Γιατί το’ κανες; Με ρωτάει ο εισαγγελέας. Έκλεψε τον ιδρώτα μου, το λέω. Αυτός έπρεπε να δικάζεται και όχι εγώ. Ναι αλλά δεν παίρνει ο καθένας το νόμο στα χέρια του. Υπάρχει αστυνομία, δικηγόροι, δικαστήρια, μου λέει ο εισαγγελέας. Και που ήταν όλοι αυτοί όταν μ’ έκλεβε εμένα και τους υπόλοιπους; Τον ρωτάω.

Το μετάνιωσες όμως έτσι δεν είναι; Πετάγεται ο πρόεδρος. Εμένα ρωτάς κύριε πρόεδρε; Τον μπάρμπα μου πρέπει να ρωτήσεις. Αυτός μας ήπιε το αίμα.

Τρία χρόνια με αναστολή μου έριξαν και πρόστιμο χρηματικό.

Προσφέρθηκε ο μπάρμπας μου να πληρώσει το πρόστιμο αλλά τον διαολόστειλε η μάνα μου σαν ήρθε στο σπίτι να της το πει. Φεύγα κιαρατά μην το μάθει ο Γιάννης-ο πατέρας μου-πως ήρθες, του είπε και τον έσπρωχνε έξω από το σπίτι.

Ήρθαν και τα τσίπουρα και η αφήγηση του Σταμάτη διακόπηκε.

Στην άλλη άκρη του μικρού υπόστεγου του καφενείου, δίπλα στην πόρτα της εισόδου καθόταν ένας μεσόκοπος κύριος. Τα μαλλιά του ήταν τόσο πυκνά που ξεκινούσαν να φυτρώνουν λίγο πάνω από τα φρύδια.

Δεν είχε πολλή ώρα που ήρθε. Τον είδα με την άκρη του ματιού μου να μπαίνει στο καφενείο την ώρα που ο Σταμάτης μοιραζόταν μαζί μας τις εμπειρίες του.

– Στην υγειά σας, είπα κάποια στιγμή κατεβάζοντας μια γουλιά απόσταγμα. Ήταν δυνατό. Πάνω από σαράντα βαθμούς σίγουρα.

Ο Θωμάς το κατάλαβε από τον μορφασμό που έκανα.

– Είναι λίγο δυνατό ε; Δικό μου είναι. Δεν του ρίχνω τίποτα μέσα. Ούτε νερό. Όπως βγαίνει από το καζάνι. Καθαρό πράμα. Ή πίνεις ή δεν πίνεις. Καλώς τον Διαμαντή, είπε στον μεσόκοπο κύριο με τα πυκνά μαλλιά. Τι έχεις ρε Διαμαντή; Γιατί είσαι έτσι σκεπτικός;

– Τι θες να’ χω; Είπε εκείνος. Δεν τα μάθατε;

– Τι να μάθουμε;

– Να. Με την καινούργια την αρρώστια.

– Ε, τι; Φοβάσαι μην κολλήσεις;

– Όλα ψέματα. Θέλουν να μας βάλλουν τζιπάκια στα κεφάλια μας και να μας ελέγχουν.

– Τσιπάκια, πετάχτηκα αυθόρμητα να διορθώσω.

– Ε τζιπάκια. Αυτό λέω κι εγώ.

– Σιγά μην έχουν και ρόδες, ακούστηκε κάποιος από ένα άλλο τραπέζι.

– Αφού μας ψέκασαν καλά-καλά τα προηγούμενα χρόνια, συνέχισε ο Διαμαντής, τώρα μας έριξαν κι αυτόν τον ιό για να μας βάλουν τα τζιπάκια και να μην αντιδρούμε καθόλου από δω και πέρα. Δεν είδατε με το ψέκασμα που τα προηγούμενα χρόνια μας φόρτωσαν με μνημόνια;

– Ωραία είναι αυτή η δικαιολογία Διαμαντή, ακούστηκε ο Σταμάτης. Γι’ αυτό και δεν κουνήθηκες από το σπίτι σου ε;

– Πώς να κουνηθεί κάποιος άμα τον έχουν ψεκάσει μ’ αυτά τα καινούργια χημικά;

– Ενώ όλα τα προηγούμενα χρόνια όλο στους δρόμους ήσουνα και στις απεργίες. Πόσες φορές βρε ζουλάπι έκανες απεργία στη ζωή σου; Να σου πω εγώ. Καμία.

– Είχα οικογένεια να κοιτάξω Σταμάτη. Παιδιά να μεγαλώσω, να τα σπουδάσω, να τα τακτοποιήσω.

– Ενώ εμείς είχαμε απόπαιδα, ακούστηκε πάλι η φωνή από το διπλανό τραπέζι.

Σε λίγο ο Σταμάτης σηκώθηκε από την καρέκλα. Φώναξε το Θωμά μέσα στο καφενείο και μετά βγήκε έξω. Πέρασε από μπροστά μου.

– Χρήστος είπαμε ε;

– Ναι, Χρήστος, του απάντησα.

– Πρέπει να φύγω τώρα. Ίσως ξανανταμώσουμε αν κάτσεις μέρες. Εμείς τα ψωμιά μας λίγο-πολύ τα φάγαμε. Φταίμε όμως γιατί δεν σας αφήνουμε κληρονομιά καλή. Εμείς παραλάβαμε αγώνες και σε σας αφήνουμε πολιτικούς συμβιβασμούς και «νομιμότητες».

Μας χαιρέτησε με μια κίνηση του χεριού του και έφυγε.

Βγήκε μετά κι ο Θωμάς από το μαγαζί.

– Ότι πήρατε είναι από το Σταμάτη. Κέρασε όλο το μαγαζί.

– Γιατί το έκανε; Ρωτάω το Θωμά.

– Σαν σήμερα, πριν δεκαπέντε χρόνια, σκοτώθηκε ο γιος του στα ορυχεία από φουρνέλο. Έναν τον είχε. Μονάκριβο. Είπαν πως η εταιρία δεν είχε βάλει υποστυλώματα πριν την έκρηξη όπως έπρεπε. Αυτός κι άλλα τρία παλικάρια χάθηκαν τσάμπα.

Έγινε τότε χαμός. Διαμαρτυρίες, απεργία, κανάλια τηλεοράσεις. Μπορεί να το θυμάσαι. Αποτέλεσμα μηδέν. Κανείς δεν τιμωρήθηκε. Σε ένα χρόνο έκλεισε το ορυχείο. Εκεί θα πάει τώρα. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα πάει και κάθεται εκεί μέχρι το σούρουπο. Παίρνει δυο ποτήρια και λίγο τσίπουρο μαζί του και κάνει παρέα στο γιο του.

Βουβαμάρα έπεσε στο καφενείο.

Μετά από λίγο σηκώθηκα, τους χαιρέτησα και έφυγα με έναν κόμπο στο στήθος που δεν έλεγε να φύγει και ένα δάκρυ στην άκρη του ματιού να προσπαθεί να υπερνικήσει τη βαρύτητα.

Μάταια όμως…

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , , ,

ΤΟ ΚΑΜΑΡΙ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ

ΤΟ ΚΑΜΑΡΙ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ

ΤΟ ΚΑΜΑΡΙ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Κάποιος ασήμαντος αστός πολιτικός, δεν θυμάμαι ούτε το όνομά του, επέπληξε τον πατέρα του Κώστα, του μαθητή που συνέλαβαν με κατασκευασμένες κατηγορίες, σε διαδήλωση ενάντια στην απαγόρευση των διαδηλώσεων, επειδή τον πληροφόρησε ότι πέρασε στη Νομική. Θα έπρεπε, κατά τον ασήμαντο, ο πατέρας να μαλώσει το γιο του γιατί αγωνιζόμενος ντροπιάζει το σπίτι του.
Για αυτόν τον ασήμαντο, δεν θυμάμαι ούτε το όνομά του, το να διαδηλώνεις για το δίκιο σου είναι ντροπή. Ίσως για τον τόσο δα μικρό αυτό αστό πολιτικό θα ήταν τιμητικό για το σπίτι του μαθητή να περνούσε σε κάποια σχολή ψυκτικών, όπως αρμόζει στην τάξη του, και όχι στην Νομική. Ίσως πάλι να περιποιεί τιμή για τον ίδιο το να δέχεσαι να σου στερούν το δικαίωμα να διεκδικείς αυτό που σου αρπάζουν επειδή είσαι γρανάζι της εξουσίας και των μεγάλων αφεντικών.
Τιμητικό είναι το να προτείνεις απολύσεις εργαζομένων, την ίδια στιγμή που φροντίζεις να σωθούν οι τράπεζες και υποστηρίζεις πως δεν πρέπει να υπάρχει προστασία της πρώτης κατοικίας.

Τιμητικό για τον ασήμαντο αυτόν άνθρωπο είναι να ψηφίζεις μνημόνια και να συγκυβερνάς με κάποιον άλλον ασήμαντο που ψήφιζε μνημόνια χωρίς να τα διαβάζει και που θεωρεί «αναχρονισμούς» τα δικαιώματα των εργαζόμενων.

Τιμητικό για τον ίδιο ασήμαντο άνθρωπο είναι να τα έχεις καλά με τους λεφτάδες, να μεταπηδάς από το ένα κόμμα στο άλλο, να κάνεις πολιτικές κωλοτούμπες  και να συναγωνίζεσαι με την τρόικα σε προτάσεις αντιλαϊκών μέτρων.
Τότε πράγματι είσαι το καμάρι του σπιτιού σου.

 

Ετικέτες: , , , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: