RSS

Tag Archives: ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

ΘΕΑΤΡΙΚΟ: ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ

ΘΕΑΤΡΙΚΟ

 

«ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ»

 Χρήστος Επαμ. Κυργιάκης

ΠΡΑΞΗ 1η

 

Η ιστορία διαδραματίζεται στο καφενείο: «Το ραντεβού της νεολαίας». Μόνιμοι θαμώνες στο καφενείο της γειτονιάς μια παρέα  συνταξιούχων για να περνάνε το χρόνο τους και να γεμίζουν τη μοναξιά τους. Τους τοίχους του καφενείου κοσμούν οι φωτογραφίες του Κωνσταντίνου Καραμανλή, του Ανδρέα Παπανδρέου, του Κώστα Σημίτη, του Κώστα Καραμανλή, του Γιώργου Παπανδρέου, του Αντώνη Σαμαρά και του Αλέξη Τσίπρα. Σε μια ιδιαίτερη θέση, δίπλα στο εικονοστάσι, βρίσκεται κρεμασμένη και η φωτογραφία του Κώστα Μητσοτάκη, «διανθισμένη» με μια αρμαθιά σκόρδα για καλό και για κακό.

 

Είναι 9 η ώρα το πρωί, ημέρα Δευτέρα 2 Απριλίου. Οι φίλοι και οι φίλες μας πληρώθηκαν τη σύνταξή τους και το κλίμα είναι θετικό.

Η μουσική που έβαλε η Ντίνα, η γυναίκα του καφετζή, του Γρηγόρη, ταιριάζει με το θετικό κλίμα. Ήδη στο καφενείο βρίσκονται ο Αντώνης, ο Κώστας, η Ευτέρπη και η Γεωργία.

 

ΝΤΙΝΑ: Αντωνάκη μου, στον πέτυχα τον καφέ σήμερα, έτσι δεν είναι;

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Μωρέ τον πέτυχες… στο «δόξα πατρί». Αν είχε και λίγο καφέ μέσα θα μπορούσες να τον πεις και «καφέ».

 

ΝΤΙΝΑ: Μια ζωή γκρινιάρης και γρουσούζης, γι’ αυτό έμεινες μόνος σου.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Είσαι οχιά και μέγαιρα.

 

ΕΥΤΕΡΠΗ: Έλα Ντίνα μου, μην του δίνεις σημασία.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Μίλησε και η «Τέρπη». Άκου Τέρπη! Αλλά, τι ανάγκη έχεις; Ας έπαιρνα κι εγώ τη συνταξάρα που παίρνεις εσύ και να δεις τι πλακίτσες θα έκανα.

 

ΕΥΤΕΡΠΗ: Δούλεψα τόσα χρόνια Αντώνη.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Ε βέβαια, ενώ εμείς κάναμε διακοπές στις Μπαχάμες. (ειρωνικά). Δούλεψες! Σ’έφαγε το λιοπύρι. Καθόσουνα αναπαυτικά στα δικαστικά έδρανα και απένειμες τάχα δικαιοσύνη, κι εσύ κι ο άντρας σου. Άιντε μην ανοίξω το στόμα μου, άιντε μην τ’ ανοίξω.

 

ΝΤΙΝΑ: Μπα! κλειστό το είχες τόση ώρα;

 

(Παύση…)

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: (Ψιθυριστά και εμπιστευτικά). Δεν ξέρω εσύ Τέρπη μου πως τα πας με τον Σόλωνα, πάντως εγώ έχω θέμα με τον Τάσο.

 

ΤΕΡΠΗ: Τι θέμα;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Να, ξέρεις…καταλαβαίνεις…σεξουαλικής φύσεως.

 

ΤΕΡΠΗ: Τι; Δεν ανταποκρίνεται;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ανταποκρίνεται, δε λέω. Κάνε πιο δω να σου πω. Κάθε φορά που παίρνουμε τη σύνταξη, θέλει να το γιορτάζουμε.

 

ΤΕΡΠΗ: Μπα, και δεν του φαινότανε. Κοίτα να δεις ο Τάσος!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ναι αλλά, μόλις αρχίσει κι ανεβάσει παλμούς αρχίζει και «ξεφυσάει».

 

ΤΕΡΠΗ: Ταύρος πραγματικός ο Τάσος σα να λέμε!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ναι αλλά δεν ξεφυσάει από το στόμα.

 

ΤΕΡΠΗ: Κι από πού ξεφυσάει;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: (γεμάτη ντροπή) Από…τον πισινό.

 

(Ακούγονται τρανταχτά γέλια. Ο Κώστας που ήταν λίγο πιο πέρα άκουσε όλη τη συζήτηση)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Συγνώμη Γιωργίτσα μου, δεν το έκανα επίτηδες. Αλλά μου φάνηκε τόσο αστείο. (γελώντας) Άκου να «ξεφυσάει»!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Καλά δε ντρέπεσαι να κρυφακούς; Αλλά τι περιμένεις από έναν άνθρωπο που ήταν σε όλη του τη ζωή χασάπης; Από πού να μάθει τρόπους; Από τα μοσχάρια ή από τα γουρούνια;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Χασάπης ήμουνα και λέω τα πράγματα με το όνομά τους. Βλέπεις, δεν ήμουνα δικηγόρος σαν τον Τάσο σου (αρχίζει πάλι να γελάει). Άκους εκεί να «ξεφυσάει»!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Γέλα τώρα που μπορείς γιατί σε λίγο, θα πλακώσει το σόι σου για την «είσπραξη» και θα σου κοπεί το γέλιο. Ούτε μία δεκάρα δεν θα έχεις αύριο στην τσέπη σου βρε κακομοίρη!

 

(Πριν καλά-καλά προλάβει η Γεωργία να τελειώσει τη φράση της, η πόρτα του καφενείου ανοίγει και εισέρχεται ο Δημήτρης, ο γιος του Κώστα)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Καλημέρα σε όλους. Πατέρα, καλημέρα. Όλα καλά; Ντινάκι, μου φτιάχνεις ένα καφεδάκι σε παρακαλώ, έτσι μερακλίδικο να το φχαριστηθώ;

 

ΝΤΙΝΑ: Να σου φτιάξω, γιατί να μη σου φτιάξω. Δε μου λες Δημητράκη μου. Κερασμένος από τον μπαμπά σου;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Ντινάκι μου με πληγώνεις. Επειδή, δηλαδή με χτύπησε η ατυχία σα το χταπόδι στο βράχο, θα πρέπει η κοινωνία να πέσει να με φάει;

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Ποια ατυχία Δημητράκη; Για ποια ατυχία μιλάς; Είχες μια χαρά στρωμένη δουλειά από τον πατέρα σου και την εγκατέλειψες.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Κυρ-Αντώνη, άσε αυτά που εγκατέλειψα εγώ και πιάσε αυτούς που εγκατέλειψαν εσένα.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Μπορείτε σας παρακαλώ να σταματήσετε; Στο κάτω-κάτω δεν σας αφορά τι κάνω εγώ με τα λεφτά μου. Δική μου είναι η σύνταξη και την κάνω ότι θέλω.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Καλά σας λέει ο πατέρας μου. Μπράβο ρε πατέρα, τους έβαλες στη θέση τους.

ΚΩΣΤΑΣ: Μάλλον δεν κατάλαβες καλά γιε μου. Αυτά που είπα αφορούν και σένα. Τέρμα το άρμεγμα. Ότι έφαγες, έφαγες. Το μαγαζί είναι ακόμα στη θέση του και σε περιμένει. Αύριο κιόλας αν θέλεις ξεκινάς.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Τι μου λες τώρα ρε γέρο; Και τη μεγάλη μου αγάπη τι να την κάνω; Να την παρατήσω; Κρίμα είναι;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Για ποια μιλάς; Γνώρισες καμιά κοπέλα;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Κοπέλα;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Ε, τι γνώρισες; Μπουλντόζα;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Η μεγάλη μου αγάπη είναι η ποίηση. Πόσες φορές να στο πω; Έχω εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές. Είναι θέμα χρόνου, μέχρι να με ανακαλύψουν οι αναγνώστες. Ειδικά η τελευταία μου συλλογή αναμένεται να κάνει θραύση. Ο εκδότης μου είναι σίγουρος.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Ο εκδότης σου είναι σίγουρος γιατί σε μαδάει κανονικά. Δηλαδή, όχι εσένα. Εμένα έχει τσουρομαδήσει όπως τη γριά κότα πριν την κάνουν σούπα.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: (μαζεμένος γιατί βλέπει ότι χάνει τη χρηματοδότηση)

Πατέρα, είσαι άδικος. Άμα σου διαβάσω μερικούς στίχους από ένα τελευταίο ποίημά μου, θα αλλάξεις γνώμη.

 

(Βγάζει την ποιητική του συλλογή από το σακίδιό του, το ανοίγει και αρχίζει να διαβάζει όρθιος. Εν τω μεταξύ η Ντίνα του φέρνει και τον καφέ που είχε παραγγείλει)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Λέγεται: «Ζαρζαβατικούλι μου».

Δεν άντεξα όταν σε είδα/πίσω από τη λαχανίδα

Γλυκούλα σαν μια ντοματούλα/και ζουμερή σαν πατατούλα

Άγρια ήσουν σαν τσουκνίδα/κι αφράτη σαν την κουνουπίδα

 

ΝΤΙΝΑ: Κουνουπίδι λέγεται, όχι κουνουπίδα.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Ποιητική αδεία, αγράμματη, αλλά τι να καταλάβεις εσύ από ποίηση;

ΝΤΙΝΑ: Αν σου φέρω το δίσκο στο κεφάλι να δεις εσύ τι θα καταλάβεις.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Δεν πα να φτιάξεις καμιά σαλάτα λέω εγώ, να λιγδώσει λίγο και το άντερό σου.

 

(Εν τω μεταξύ ο Κώστας, είχε γύρει πάνω στο τραπέζι με τα χέρια του να έχουν αγκαλιάσει το κεφάλι σα να θέλει να προφυλαχτεί από σεισμό. Δεν άντεξε κι έβαλε τα κλάματα. Σκουπίζει τα μάτια του και αρχίζει να μιλάει)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκες, η σχωρεμένη η μάνα σου ονειρευόταν μεγαλεία για σένα. Πως θα γίνεις μεγάλος και τρανός. Σε ήθελε το λιγότερο πρωθυπουργό της Ελλάδας.

(Γυρνώντας προς τη φωτογραφία του Ανδρέα Παπανδρέου σταυροκοπιέται) Μεγάλε Ανδρέα, σχώρα με. Χατίρι δε σου χάλασε ποτέ. Θα το χαλάσεις το παιδί, της έλεγα. Το χαβά της αυτή.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Η μητέρα με αγαπούσε και με πίστευε όσο κανείς άλλος στον κόσμο. Είχε αντιληφθεί από πολύ νωρίς την κλίση μου στην ποίηση.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: (Φασκελώνοντάς τον  και με τα δύο χέρια)

Να, πάρε δέκα Νόμπελ για να ησυχάσεις.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Βλέπεις, εκείνη ήταν από τζάκι. Δε συγχώρεσε ποτέ στον εαυτό της το ότι ερωτεύτηκε εμένα, έναν χασάπη. Προσπάθησα να τη συνεφέρω αλλά δεν έπαιρνε από λόγια. Κι εσύ, βρε παλιοτόμαρο κατάλαβες από νωρίς την αδυναμία που σου είχε και την εκμεταλλευόσουνα μέχρι εκεί που δεν παίρνει.

 

(Ο Δημήτρης κάθεται σε μια καρέκλα και ακούει με σκυφτό το κεφάλι)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Όμως Δημητράκη μου ως εδώ. Δεν αντέχω άλλο. Έστω κι αν είναι αργά, αποφάσισα να το σταματήσω αυτό το παραμύθι. Η χρηματοδότηση κομμένη. Η θα δουλέψεις το μαγαζί ή να αρχίσεις να τρως τις ποιητικές συλλογές σου.

 

(Ο Δημήτρης σηκώνεται. Με σκυφτό το κεφάλι και αργά βήματα, κατευθύνεται προς την πόρτα του καφενείου για να φύγει)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Εντάξει πατέρα, έχεις δίκιο. Φεύγω.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Και που πας;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Πάω να φάω τις ποιητικές μου συλλογές, όπως είπες. Άλλωστε έχω τρεις μέρες να βάλω μπουκιά στο στόμα μου. (Φεύγει τρέχοντας)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Στάσου, μη φεύγεις. Δεν μου απάντησες (Τον ακολουθεί με το γέρικο βηματισμό του. Στο καφενείο επικρατεί απόλυτη σιωπή)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος

Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Σ.Σ

Η παρακάτω ιστορία είναι φανταστική. Κάθε ομοιότητα με πραγματικά γεγονότα και περιστατικά είναι τελείως συμπτωματική.

Το ξυπνητήρι χτύπησε ακριβώς στις 5:30 το πρωί. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Κάθε που ο Μπάμπης είχε πρωινή βάρδια εκείνο έδειχνε απίστευτη συνέπεια στη δουλειά του. Όπως κι ο Μπάμπης. Στις 6:30 ακριβώς έπιανε δουλειά. Δεν είχε αργήσει ούτε μία φορά. Δεν έλλειψε ούτε μία μέρα τα τελευταία τέσσερα χρόνια, από τότε που έπιασε δουλειά, δηλαδή, στο διυλιστήριο.

Κανά δυο φορές που έτυχε να αρρωστήσει-όχι τίποτα το σοβαρό, κάποια κρυολογήματα που του ανέβασαν τον πυρετό-δεν ζήτησε άδεια. Άλλωστε, του είχε πει ο υπεύθυνος του τομέα του πως στα αφεντικά δεν άρεσαν και πολύ οι εργάτες που αρρωσταίνουν συχνά.

Ακολουθώντας το συνηθισμένο πρωινό «τελετουργικό», ο Μπάμπης βρέθηκε μετά από λίγη ώρα στη στάση περιμένοντας το λεωφορείο της γραμμής που θα τον πήγαινε έξω από την πύλη του διυλιστηρίου. Περίπου μισή δρόμος, ότι πρέπει για σκέψη, προγραμματισμό και όνειρα.

Ναι, όνειρα. Γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι κάτω από τέτοιες συνθήκες ονειρεύονται. Στο λεωφορείο, στο διάλλειμα της δουλειάς, την ώρα που πίνουν τον καφέ τους ή την ώρα που ανακατεύουν με κρασί τα «αχ», τα «πότε», τα «γιατί» και τα δάκρυά τους.

Καθισμένος σε μια θέση του λεωφορείου, χωρίς να το θέλει-λες και το μυαλό ρωτάει-σκέφτηκε τη Μάνια, την καλή του. Έξι χρόνια μαζί. Έξι χρόνια ο ένας για τον άλλον. Με τα καλά και με τα δύσκολα. Με τις έντονες καταιγίδες και τις ατέλειωτες λιακάδες. Με υπομονή και θέληση και με αγάπη που έμοιαζε ανίκητη.

«Μην πας σε παρακαλώ στο διυλιστήριο», του είχε πει πριν από 4 χρόνια όταν της ανακοίνωσε πως βρήκε δουλειά στα «πετρέλαια».

«Είναι βαριά δουλειά. Άσε που είναι και επικίνδυνη. Τόσα ατυχήματα γίνονται. Δεν έχεις ακούσει τίποτα εσύ;».

«Μην ανησυχείς», της είχε πει εκείνος. «Παίρνουν μέτρα προστασίας τώρα. Δεν είναι όπως παλιά και ο μισθός είναι καλός. Άλλωστε, πώς αλλιώς θα μπορέσουμε να πάρουμε κι εκείνη τη βάρκα που λέγαμε; ¨Μάνια¨ θα τη βαφτίσουμε. Έτσι; Θα είναι γαλαζοπράσινη σαν τα μάτια σου».

«Τα ξέρω τα μέτρα προστασίας τους. Μόνο στα χαρτιά. Τα γεύτηκε κι ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου. Μήπως το ξέχασες;».

Το λεωφορείο άνοιξε τις πόρτες του. «ΣΤΑΣΗ ΔΙΥΛΙΣΤΗΡΙΟ». Καμιά εικοσαριά νοματέοι κατέβηκαν. Όλοι τους εργάτες στα «πετρέλαια». Ανάμεσά τους κι ο Μπάμπης.

«Καλημέρα ρε Κωστή! Τι κάνει ο γιος σου; Παίζετε καμιά μπαλίτσα; Παντρεύτηκε μωρέ ή ακόμα;».

«Άστα. Μας ξενύχτησε πάλι. Να βγάλει επιτέλους τα δόντια του να ηρεμήσουμε κι εμείς κι αυτός».

Οι μηχανές δούλευαν στο φουλ. Ασταμάτητα. Φόρεσαν τα κράνη τους, υπέγραψαν την ώρα προσέλευσης και ο καθένας στο πόστο του. Μηχανές και οι ίδιοι, τέλεια προγραμματισμένες με σάρκα και οστά.

Κι όμως κάτι έτρεχε. Κάτι αδιευκρίνιστο. Πλανιόταν στον, βαρύ από τη μυρωδιά των υδρογονανθράκων, αέρα και τρυπούσε τα σωθικά. Φαινόταν στα ανήσυχα μάτια των εργατών και στις νευρικές τους κινήσεις. Το΄νιωσε κι ο Μπάμπης.

«Τι έγινε μάστορα; Συμβαίνει κάτι;», ρώτησε με μια μικρή ανησυχία ο Μπάμπης το Νικήτα, τον αρχιμηχανικό της βάρδιας του.

«Τίποτα μικρέ. Όσο έχεις εσύ το μάστορα δίπλα σου μη στενοχωριέσαι για τίποτα», του απάντησε χαμογελώντας ο Νικήτας.

Όμως, ακόμα και το χαμόγελό του Νικήτα, σφιγμένο και αγχωμένο έδειχνε πως κάτι δεν πήγαινε καλά.

«Νικήτα, δε με πείθεις», επέμεινε ο Μπάμπης.

Ο Νικήτας τον πλησίασε, έβγαλε το κράνος του και σκούπισε τα ιδρωμένα του μαλλιά.

«Να μωρέ. Εκείνη η γαμημένη η βαλβίδα ασφαλείας στον αγωγό του μεθανίου. Κόλλησε πάλι στη βραδινή βάρδια. Αν δεν το είχε πάρει χαμπάρι ο Γιάννης, για δύο λεπτά μιλάμε, θα είχε γίνει εδώ ολοκαύτωμα. Ευτυχώς με ειδοποίησε και τελευταία στιγμή πρόλαβα και σταμάτησα την παροχή. Γι΄αυτό είμαι ακόμα εδώ κι ούτε που ξέρω πότε θα φύγω σήμερα. Άστα. Θυμήθηκα το μεγάλο ατύχημα πριν από 10 χρόνια. Έξι άνθρωποι νεκροί και τρεις σε μόνιμη αναπηρία.  Τους είπα να σταματήσουμε την παραγωγή σ΄εκείνη τη μονάδα αλλά ούτε που να το ακούσουν. Τρέχουν οι παραγγελίες μου είπαν τα μεγάλα αφεντικά. Έκανα τώρα μια πατέντα και λειτουργεί. Δεν ξέρω όμως για πόσο. Έτσι μου΄ρχεται να σηκωθώ και να φύγω. Θα γίνει καμιά στραβή και θα το΄χω βάρος στη συνείδησή μου».

«Καλά ρε μάστορα. Δυο χρόνια τώρα ακούω γι’ αυτή τη κωλοβαλβίδα. Εφιάλτης κατάντησε. Γιατί δεν την αλλά ζουν που να πάρει η ευχή;».

«Γιατί κοστίζει μικρέ. Δεν είναι μόνο η βαλβίδα. Θέλει ξήλωμα όλος ο αγωγός και αντικατάσταση και ότι κοστίζει προκαλεί αλλεργία στα αφεντικά. Άσε που θα μειωθεί η παραγωγή στο 1/3 μέχρι να ολοκληρωθούν οι εργασίες. Και οι παραγγελίες τρέχουν».

«Κοστίζει; Μόνο οι άγκυρες στην καινούργια τους θαλαμηγό κοστίζουν περισσότερο».

«Άντε, τράβα τώρα και μη σκοτίζεσαι. Θα’ χω το νου μου κι εγώ. Να προσέχετε κι εσείς όμως. Έτσι; Άντε παλικάρι μου. Καλή δύναμη. Κι ο Θεός βοηθός».

Την τελευταία παράκληση, ο Μπάμπης δεν την άκουσε. Ο Νικήτας την είπε ψιθυριστά. Σχεδόν αθόρυβα…

Εν τω μεταξύ, στα κεντρικά γραφεία των ιδιοκτητών του διυλιστηρίου, στον τελευταίο όροφο έφτανε στο τέλος της η έκτακτη συνεδρίαση του ΔΣ. Η βλάβη στη βαλβίδα με ότι μπορούσε να ακολουθήσει θορύβησε πάρα πολύ τους ιδιοκτήτες. Ακούστηκαν κάποιες προτάσεις για σταμάτημα της λειτουργίας της προβληματικής μονάδας και άμεση έναρξη εργασιών αποκατάστασης, μπροστά στον διαφαινόμενο κίνδυνο ενός ατυχήματος με απρόβλεπτες συνέπειες.

Τα μεγάλα αφεντικά τις απέρριψαν. Τα διαφυγόντα κέρδη θα ήταν μεγάλα. Τις παραγγελίες θα τις έπαιρναν άλλοι και οι εποχές δεν σήκωναν τέτοια ρίσκα.

Ο κύβος ερρίφθη. Η λειτουργία θα συνεχιζόταν με δύο αρχιμηχανικούς σε κάθε βάρδια για καλύτερη εποπτεία και άμεση, αν χρειαζόταν, αντίδραση.

Όλα αυτά μέχρι που χτύπησε το κινητό του προέδρου. Αυτό που άκουσε τον έκανε να χάσει προς στιγμήν τη λαλιά του.

«Ανοίξτε την τηλεόραση να δούμε. Έγινε έκρηξη στο διυλιστήριο», είπε με παγωμένη φωνή.

«Μόλις πριν από λίγο σημειώθηκε έκρηξη στο διυλιστήριο. Οι πρώτες πληροφορίες, κάνουν λόγο για 4 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες. Για κάθε νεώτερο θα διακόπτουμε τη ροή του προγράμματος με έκτακτες συνδέσεις», είπε ο εκφωνητής του καναλιού.

«Πάρτε τους τηλέφωνο και πείτε τους να το τρενάρουν όσο μπορούν. Ειδοποιείστε να ετοιμάσουν το αεροπλάνο. Φεύγουμε για Ζυρίχη»,διέταξε ο πρόεδρος και σηκώθηκε από την καρέκλα του βρίζοντας.

Η έκρηξη ήταν τόσο μεγάλη που συγκλόνισε την περιοχή γύρω από το διυλιστήριο. Μαύροι καπνοί άρχισαν να καλύπτουν τον ουρανό. Κόσμος πολύς άρχισε σιγά-σιγά να μαζεύεται έξω από το εργοστάσιο. Η πυροσβεστική και τα πρώτα ασθενοφόρα άρχισαν να καταφτάνουν μαζί με τους συγγενείς των εργατών που κατοικούσαν στις γύρω περιοχές.

Το διυλιστήριο, σταμάτησε τη λειτουργία του. Το νέο μαθεύτηκε και στα άλλα διυλιστήρια της ευρύτερης περιοχής. Η αντίδραση των εργαζομένων σ΄αυτά ήταν άμεση. Κατέβασαν τις διακόπτες, παράτησαν τα κράνη τους και με κάθε μέσο προσπαθούσαν να φτάσουν στον τόπο του ατυχήματος.

«Δεν ήταν ατύχημα. Ήταν φόνος εκ προμελέτης» ακούστηκε δυνατά μια φωνή έξω από την πύλη του διυλιστηρίου.

Στους γύρω δρόμους επικρατούσε πραγματικό κομφούζιο. Δημοσιογράφοι και τηλεοπτικά συνεργεία προσπαθούσαν να πλησιάσουν αλλά ήταν σχεδόν αδύνατο να το καταφέρουν.

Το τηλέφωνο της κυρά-Μυρσίνης, της μάνας του Μπάμπη, χτυπούσε επίμονα.

«Ποιος να΄ναι τέτοια ώρα; Θα μου καεί το φαΐ», μονολόγησε καθώς σήκωνε το τηλέφωνο.

Ήταν η Μάνια. Με τρεμάμενη φωνή της ανακοίνωσε το δυσάρεστο. Το ακουστικό της έπεσε από τα χέρια. Μάταια προσπαθούσε η Μάνια, φωνάζοντας, να επικοινωνήσει μαζί της.

Η κυρά-Μυρσίνη, πέρασε από την κουζίνα, έσβησε το φαγητό, έβαλε στην τσάντα της μια φωτογραφία του γιου της και βγήκε σα χαμένη από το σπίτι.

Πλέον, όλα τα κανάλια είχαν ζωντανή σύνδεση με τον τόπο του ατυχήματος. Μαρτυρίες διάφορες από παρευρισκόμενους έδιναν κι έπαιρναν.

Άρχισαν και οι πρώτες δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων.

Εργαζόμενοι από άλλα διυλιστήρια έφταναν σιγά-σιγά και η φράση «κάτι πρέπει να κάνουμε», έτρεχε από στόμα σε στόμα.

«Γενική απεργία», «Κατάληψη παντού», «Να λογοδοτήσουν οι ένοχοι», ήταν μερικές από τις κραυγές οργής που άρχισαν να ακούγονται.

«Κάντε στην άκρη να περάσουν οι πυροσβέστες», ακούστηκε μια φωνή μέσα από το διυλιστήριο.

Σιωπή απλώθηκε παντού καθώς, πυροσβέστες κουβαλούσαν σε φορεία εργάτες μέσα από τον τόπο του ατυχήματος. Κανείς δεν μπορούσε ακόμα να ξέρει αν ζούσαν ή είχαν πεθάνει.

Μια αλαφιασμένη ηλικιωμένη γυναίκα, κρατώντας μια φωτογραφία στον κόρφο της προσπαθούσε σπρώχνοντας και φωνάζοντας να πλησιάσει στην πύλη.

«Αφήστε να περάσω. Είναι ο γιος μου εκεί μέσα. Κάντε στην άκρη σας λέω».

Οι πυροσβέστες άφησαν τα φορεία έξω από την πύλη, δίπλα στα ασθενοφόρα και ξαναμπήκαν μέσα.

Η κυρά-Μυρσίνη επιτέλους έφτασε κοντά. Το βλέμμα της καρφώθηκε στο ακριανό φορείο. Τρικλίζοντας, με τα χέρια κατεβασμένα, κρατώντας σφιχτά στο ένα της χέρι τη φωτογραφία, έφτασε κοντά στο φορείο.

Κανείς μέχρι τότε δεν είχε ξανακούσει τέτοια κραυγή, σαν αυτή που έβγαλε η δόλια η μάνα, αντικρίζοντας πάνω στο φορείο τον μισοκαμένο γιο της.

Όλοι σώπασαν για να ακούσουν το μοιρολόι της.

«Κόκκινο γαρούφαλλό μου/γιατί μ΄άφηκες;

Γω σε πότιζα με δάκρυ/και μαράθηκες.

Γω σε πότιζα με δάκρυ/και μαράθηκες».

Ένα χέρι ένιωσε να την ακουμπά και να προσπαθεί να τη σηκώσει. Η Μάνια, μάταια προσπαθούσε, κλαίγοντας κι εκείνη, να την απομακρύνει.

Η κυρά_Μυρσίνη, σκούπισε τα δάκρυά της, άφησε τη φωτογραφία πάνω στο νεκρό παιδί της και σηκώθηκε όρθια.

«Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος», είπε και απομακρύνθηκε στηριζόμενη στον ώμο της Μάνιας.

Πλέον, ούτε έβλεπε ούτε άκουγε τους ανθρώπους γύρω της. Άλλοι έβριζαν, άλλοι σκορπούσαν απειλές και κατάρες. Εκείνη πλέον δε ζούσε. Μόνο ανέπνεε.

Η κυρά-Μυρσίνη, πέθανε μαζί με το γιο της…

 

Ετικέτες: , , , ,

Κατά τη διάρκεια της πρώτης γερμανικής κατοχής…

Κατά τη διάρκεια της πρώτης γερμανικής κατοχής…

Του Χρήστου Επαμ. Κυργιάκη

Λέγεται πως το 1942, κατά τη διάρκεια της πρώτης γερμανικής κατοχής, τώρα διανύουμε τη δεύτερη, σε μια μικρή ελληνική επαρχιακή πόλη, ο Γερμανός ταγματάρχης, διοικητής του στρατού κατοχής, έκανε βόλτα στο μικρό πάρκο της πόλης το οποίο είχε μάθει πως φιλοξενούσε πάνω από πενήντα παγώνια. Σκέφτηκε πως θα μπορούσε να βάλει εισιτήριο σε είδος για όποιον ήθελε να μπει στο πάρκο και να κάνει τη βόλτα του, θαυμάζοντας τα παγώνια.

Προχωρώντας πεζός μέσα στο πάρκο, παρέα με τον λοχαγό του, είδε δίπλα σε κάτι θάμνους, ένα παγώνι νεκρό. Φιλόζωος όπως ήταν, μα και πλεονέκτης, κινήθηκε προς το νεκρό παγώνι για να διαπιστώσει πολύ σύντομα ότι πίσω από τους θάμνους υπήρχαν άλλα τρία παγώνια νεκρά. Αμέσως έδωσε εντολή στο λοχαγό του να διερευνήσει το θέμα και να βρει την αιτία που προκάλεσε το θάνατο των παγωνιών.

Ο λοχαγός, το επόμενο κιόλας πρωί, κάλεσε το δήμαρχο της πόλης και με τη βοήθεια ενός διερμηνέα τον ρώτησε αν γνωρίζει κάτι για την αιτία του θανάτου των παγωνιών. Ο δήμαρχος του απάντησε πως τα παγώνια πεθαίνουν από ασιτία, από έλλειψη τροφής. Το σιτάρι που τα τάιζαν σώθηκε εδώ και καιρό και κανένας δεν τους προμήθευσε ξανά, αφού όλο το σιτάρι πήγαινε για τις γερμανικές στρατιωτικές μονάδες.

Πήγε τα μαντάτα ο λοχαγός στον ταγματάρχη και ο δεύτερος αμέσως διέταξε να μεταφερθούν 30 σακιά με σιτάρι από τις στρατιωτικές αποθήκες στο σπίτι του δημάρχου κι εκείνος να φροντίσει ώστε να μη λείψει τροφή από τα παγώνια για το επόμενο χρονικό διάστημα.

Χάρηκε ο δήμαρχος όταν είδε τα 30 σακιά σιτάρι να αποθηκεύονται στο κατώι του αλλά δεν άφησε να φανεί η χαρά του στο διερμηνέα που του εξηγούσε τι έπρεπε να κάνει με το σιτάρι. Μόλις έφυγε ο διερμηνέας, έστειλε να φωνάξουν τον αντιδήμαρχο που ήταν το δεξί του χέρι και κατάλληλος για όλες τις δουλειές και του ανάθεσε, να πάρει 10 από τα 30 σακιά σιτάρι που ήταν στο κατώι και να τα πάει στον επιστάτη του πάρκου με την εντολή να δίνει το σιτάρι στα παγώνια για να μην πεθαίνουν από την ασιτία.

Αστραποβόλησε το μάτι του αντιδημάρχου ο οποίος μετέφερε τα 10 σακιά με σιτάρι στο σπίτι του και έστειλε κατόπιν το μικρό του γιο να μηνύσει στον επιστάτη να περάσει από το σπίτι του.

Σε λίγη ώρα ο επιστάτης περνούσε την πόρτα του σπιτιού του αντιδημάρχου ο οποίος, κοιτώντας τον με ύφος βλοσυρό του είπε να τσακιστεί να πάει έξω στην αυλή και να πάρει 4 από τα 10 σακιά με σιτάρι που θα βρει κάτω από τη μεγάλη αχλαδιά. Του εξήγησε λεπτομερώς τι θα κάνει το σιτάρι, υπενθυμίζοντάς του πολλές φορές ότι είναι διαταγή του Γερμανού ταγματάρχη.

Τσακίστηκε ο επιστάτης, σφούγγισε με το μανίκι τον ιδρώτα στο μέτωπό του και μετέφερε με το κάρο που έσερνε ο ίδιος τα 4 σακιά σιτάρι, από το σπίτι του αντιδημάρχου, στο δικό του σπίτι που ήταν κοντά στο πάρκο. Χωρίς να καθυστερήσει, άφησε τα 3 σακιά με το σιτάρι στο υπόστεγο του σπιτιού του και αφού τα σκέπασε με κάτι κουρέλια για να μη φαίνονται πήρε το ένα σακί στον ώμο και κατευθύνθηκε προς το πάρκο για να βρει τον μπάρμπα Νίκο που έμενε με τη γυναίκα του και τα δύο μικρά παιδιά του σε μια καλύβα δίπλα στο περιφραγμένο μέρος που μαζεύονταν και τα παγώνια για να περνάνε τη νύχτα τους και ο οποίος ήταν υπεύθυνος για το τάισμα των παγωνιών. Στο μέρος εκείνο ο μπάρμπα Νίκος είχε μαζέψει και τρεις κοτούλες με έναν πετεινό που του τις είχε δώσει ο ξάδερφός του από το διπλανό χωριό για να τρώνε τα μικρά κανένα αυγό που και που. Πέντε κότες του είχε δώσει αλλά οι δύο ψόφησαν από έλλειψη τροφής. Πόσα σκουλήκια θα μπορούσε να έχει εκείνο το περιφραγμένο μέρος για να θρέψει έξι πτηνά; Να τις σφάξει πάλι τις λυπόταν έτσι ανυπεράσπιστες που τις έβλεπε οπότε τις τελείωνε η αφαγία πριν προλάβει να το καταλάβει.

Σαν είδε τον επιστάτη να πλησιάζει με το σακί στον ώμο και άκουσε για πού προοριζόταν το σιτάρι, χάρηκε, είναι η αλήθεια, μα και λυπήθηκε λίγο.

Έφυγε ο επιστάτης φοβερίζοντάς τον να κάνει καλά τη δουλειά του γιατί τη διαταγή την έδωσε ο ίδιος ο Γερμανός διοικητής «αυτοπροσώπου».

Ο μπάρμπα Νίκος, γέμισε ένα παλιό μικρό τσουκάλι με σιτάρι για τις κότες του και το υπόλοιπο το πήρε στον ώμο και κίνησε στο πάρκο να βρει τα ξεθεωμένα από την ασιτία παγώνια. Έπρεπε να τους δίνει λίγο-λίγο το σιτάρι γιατί αν έτρωγαν απότομα μεγάλη ποσότητα θα έσκαγαν οι «γκούσιες» τους.

Τα βρήκε μαζεμένα κάτω από μία μεγάλη λεύκα και τους έριξε να φάνε. Εκείνα, μόνο τον μπάρμπα Νίκο δεν έφαγαν. Τόση πείνα είχαν.

Γύρισε στο σπίτι, τάισε και τις κότες με τον πετεινό του και μπήκε χαρούμενος στην καλύβα του για να ξεκουραστεί.

Μετά από μία εβδομάδα, ο Γερμανός διοικητής με τη συνοδεία πάλι του λοχαγού του, θέλησε να βολτάρει στο πάρκο για να θαυμάσει τα παγώνια. Αφού περπάτησε για κάμποση ώρα, κοντοστάθηκε όταν είδε κι άλλο παγώνι να βρίσκεται νεκρό στο χώμα.

Άναψε, κόρωσε, πρασίνισε , κιτρίνισε, κοκκίνισε και αφού έριξε μια βρισιά απευθύνθηκε στο λοχαγό του για να μάθει τι είχε συμβεί. Του εξήγησε ο λοχαγός, με φωνή που έτρεμε, πως παρέδωσε 30 σακιά στο δήμαρχο με την εντολή  να ταϊστούν τα παγώνια.

Την ίδια κιόλας μέρα ο δήμαρχος έδινε εξηγήσεις στον Γερμανό διοικητή οποίος ζήτησε να έρθουν αμέσως μπροστά του και ο αντιδήμαρχος με τον επιστάτη και φυσικά, ο μπάρμπα Νίκος, ο τελευταίος τροχός της άμαξας.

Το βράδυ, βρήκε τον μπάρμπα Νίκο στη φυλακή, απ’ όπου βγήκε μετά από ένα μήνα, και τους υπόλοιπους στα σπίτια τους να τα βάζουν με τον μπάρμπα Νίκο για το κακό που, παραλίγο, μπορούσαν να πάθουν.

Βγαίνοντας ο μπάρμπα Νίκος από τη φυλακή, πήγε και βρήκε το δήμαρχο ο οποίος του εξήγησε με πόση δυσκολία κατάφερε να τον γλυτώσει από το εκτελεστικό απόσπασμα. Τόσο μεγάλος ήταν ο θυμός του Γερμανού διοικητή!

Ο λοχαγός, απομακρύνθηκε τις επόμενες μέρες από το πόστο του και τη θέση του κατέλαβε ένας άλλος λοχαγός που η παράδοση λέει πως ονομαζόταν φον Ράινχεμπαχ.

Το ίδιο συνέβη και με το δήμαρχο.

Η παράδοση δεν λέει αν ο δήμαρχος αντικαταστάθηκε με κάποιον άλλον που ονομαζόταν Παπαδήμος.

Είπαμε η ιστορία κάποιες φορές επαναλαμβάνεται ως φάρσα αλλά έχει και αυτό τα όριά του!

Χρήστος Επαμ. Κυργιάκης

 

 

Ετικέτες: ,

Ποτέ πια φασισμός

Ποτέ πια φασισμός

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Γεννήθηκαν στην ίδια γειτονιά, σχεδόν ταυτόχρονα στις 15 Αυγούστου του 1924. Η μία, η Κλειώ, γεννήθηκε 2 ώρες μετά την άλλη, τη Δώρα.

Μαζί έκαναν τα πρώτα τους βήματα, τα πρώτα παιχνίδια, τις πρώτες σκανδαλιές. Οι γονείς τους ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που δεν ήθελαν τα παιδιά τους να μείνουν αγράμματα. Ας ήταν κορίτσια, θα πήγαιναν στο σχολείο και θα μάθαιναν γράμματα. Το μυαλό σαν το αφήσεις αγράμματο και απαίδευτο δεν μπορεί να πετάξει. Μένει φοβισμένο και κουρνιασμένο. Ας ήταν φτωχοί που τα ‘φερναν δύσκολα βόλτα. Τα κορίτσια δεν θα μεγάλωναν ούτε εσώκλειστες σε κάποιο σπίτι ούτε ανάμεσα στις μηχανές του κοντινού υφαντουργείου.

Στις δύο φίλες άρεσε πολύ το σχολείο. «Τα παίρνουν τα γράμματα καλύτερα από τα’ αγόρια» έλεγε συχνά ο δάσκαλός τους. Όμως, πιο πολύ τους άρεσε να ξεφυλλίζουν εκείνο το μεγάλο βιβλίο που τους χάρισε ο θείος της Κλειώς.

Έγραφε για χώρες άγνωστες, μακρινές, για ανθρώπους με άλλες συνήθειες, ήθη και έθιμα. Είχαν υποσχεθεί η μία στην άλλη πως θα έκαναν ότι μπορούσαν για να ταξιδέψουν στις χώρες εκείνες. Πάνω απ’ όλα όμως είχαν δώσει όρκο να επισκεφτούν το Αϊβαλί, τον τόπο καταγωγής των γονιών τους και όλων των συγγενών τους.

Την ημέρα των γενεθλίων τους το 1940 καθώς έκλειναν τα 16, έφτασαν τα μαντάτα. Το ελληνικό καταδρομικό «Έλλη»,  βυθίστηκε από τορπίλη ιταλικού υποβρυχίου, του Delfino, όπως έγινε αργότερα γνωστό.

Βέβαια, τα τελευταία 3 χρόνια, είχαν γίνει ήδη γνωστές οι επεκτατικές προθέσεις της φασιστικής Ιταλίας του Μουσολίνι και της ναζιστικής Γερμανίας του Χίτλερ ο οποίος, βασιζόμενος στη βαθιά οικονομική κρίση που χτύπησε τη Γερμανία τη δεκαετία του 1930, κατάφερε να πείσει τους Γερμανούς για την αναγκαιότητα του λεγόμενου «ζωτικού χώρου», φορτώνοντας ταυτόχρονα την εξαθλίωση του γερμανικού λαού, στους λαούς άλλων εθνοτήτων.

Κ.   Να δεις που πάμε για πόλεμο!

Δ.   Γιατί το λες;

Κ.   Ακούω τους γονείς μας που το συζητάνε έντονα. Ο Χίτλερ ήδη προσάρτησε την Αυστρία τη δυτική Τσεχοσλοβακία και την Πολωνία. Οι ναζιστές του Χίτλερ σπέρνουν παντού το μίσος και κυνηγάνε κάθε ξένο προς την Άρια φυλή. Οι φασίστες του Μουσολίνι ακολουθούν.

Δ.   Κι εγώ τους άκουσα ένα βράδυ που συζητούσαν κι έλεγαν πως θα’ ρθουν δύσκολες μέρες. Περιμένουν πόλεμο, έλεγαν, με τους Ιταλούς και τους Γερμανούς. Μαύρες μέρες μας περιμένουν, έλεγαν.

Κ.   Εγώ, αν γίνει πόλεμος θα πάω να πολεμήσω. Όπως κι ο Μάρκος. Μου το είπε χθες το βράδυ πριν πέσουμε για ύπνο.

Δ.   Ο αδερφός σου είναι 23 χρόνων. Εσύ πώς θα πας να πολεμήσεις; Δεν θα σ’ αφήσουν…Να σε ρωτήσω; Δεν φοβάσαι;

Κ.   Φυσικά και φοβάμαι. Αν δεν το κάνω όμως θα ντρέπομαι για μια ζωή. Δεν θέλω να γίνω σαν τον Παντελή το γείτονα που όποτε έρχεται στο σπίτι μας λέει πως όλη η Ευρώπη πρέπει να πάει με το Χίτλερ. Αυτός, λέει, είναι ο πιο δυνατός ετούτη τη στιγμή. Όποιος αντισταθεί, χάθηκε, λέει.

Δ.   Μήπως έχει δίκιο; Μήπως θα ήταν καλύτερο να είμαστε φίλοι του;

Κ.   Φιλίες με τα αρπακτικά δεν γίνονται! Ξέρεις πώς ονειρεύεται τους νέους ο Χίτλερ; Χωρίς συνείδηση. Η συνείδηση, λέει, πως είναι ελάττωμα και πως η νεολαία θα πρέπει να είναι σκληρή και αδίστακτη, να μην αισθάνεται τίποτα μπροστά στο θάνατο, να μην λυπάται τον άλλον που πεθαίνει. Δεν ξέρω για σένα, εγώ χωρίς συνείδηση δεν μπορώ να ζήσω. Άλλωστε, ξέρεις πολύ καλά πως θέλω να γίνω δασκάλα. Γίνεται δασκάλα χωρίς ευαισθησία, χωρίς ανθρωπιά και χωρίς συνείδηση;

Μόλις 2 μήνες χρειάστηκαν για να συμβεί αυτό που όλοι περίμεναν και απεύχονταν. Όμως η Ιστορία, δεν προχωράει με ευχές. Η Γερμανία είχε ανάγκη τα πετρέλαια της Ρουμανίας, το χάλυβα της Πολωνίας και τη θάλασσα της Ελλάδας. Στις 28 Οκτωβρίου του 1940, η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα και η, μέχρι τότε ουδέτερη Ελλάδα, αρνήθηκε την άνευ όρων συνθηκολόγηση που ζητούσε ο Μουσολίνι, παρόλη την ιδεολογική συγγένεια του δικτάτορα Μεταξά με το φασισμό και το ναζισμό.

Κ.   Μάνα σου λέω πως δεν μπορώ να κάθομαι στο σπίτι και να μην κάνω τίποτα. Θα πάω κι εγώ να πολεμήσω, όπως ο Μάρκος.

Μ.   Ο Μάρκος κόρη μου είναι άντρας. Νομίζεις πως θα σου δώσουν εσένα όπλο; Μια σταλιά κοριτσάκι είσαι. Το όπλο είναι βαρύτερο από σένα.

Κ.   Αν δεν μου δώσουν, θα πάω εθελόντρια στον Ερυθρό Σταυρό. Σε παρακαλώ μανούλα μου. Κατάλαβέ με. Πνίγομαι. Δεν μπορώ να νιώθω ότι ο αδερφός μου πολεμάει για μένα κι εγώ να μην κάνω τίποτα να βοηθήσω.

Άλλωστε τα νέα που φτάνουν από το μέτωπο είναι καλά. Οι Ιταλοί τα βρήκαν σκούρα, οι δικοί μας έκαναν αντεπίθεση κι εκείνοι άρχισαν να υποχωρούν.

Μ. Κλειώ μου αυτά αλλάζουν. Στον πόλεμο δεν μπορείς ποτέ να είσαι σίγουρος. Σήμερα κερδίζεις και αύριο τρέχεις ηττημένος να κρυφτείς. Μη μου ανάβεις φωτιές παιδί μου.

Πράγματι, οι Έλληνες με γενικευμένη αντεπίθεση, υποχρέωσαν τους Ιταλούς να υποχωρήσουν στο έδαφος της Αλβανίας, κινούμενοι προς τη χώρα τους. Το έπος του 1940 είχε γραφτεί με κεφαλαία γράμματα στην Ιστορία. Ήταν η πρώτη πολεμική ήττα του γερμανοιταλικού άξονα η οποία ανάγκασε τη Γερμανία να σπεύσει προς βοήθεια των συμμάχων τους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα από τις 12 Απριλίου του 1940 ο ελληνικός στρατός να αρχίσει να αποχωρεί από το έδαφος της Αλβανίας μέχρι που στις 20 Απριλίου υπογράφτηκε συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς και 3 μέρες αργότερα με τους Ιταλούς.

Οι Γερμανοί, μετά τη συνθηκολόγηση, εισήλθαν στην Αθήνα στις 27 Απριλίου και όρκισαν φιλογερμανική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον στρατηγό Γεώργιο Τσολάκογλου. Σχεδόν ταυτόχρονα, ο ελληνικός λαός, στην αρχή σποραδικά, αργότερα με μεγάλη μαζικότητα, οργάνωσε την αντίστασή του στους κατακτητές Γερμανούς, Ιταλούς και Βούλγαρους, μέσα από τις γραμμές διάφορων αντιστασιακών οργανώσεων, από τις οποίες η μαζικότερη ήταν αυτή του ΕΑΜ. Βέβαια, υπήρχαν κι εκείνοι, πάντα θα υπάρχουν, που προτίμησαν όχι να αντισταθούν στους κατακτητές αλλά να συνεργαστούν μαζί τους προδίδοντας και καταδίδοντας Έλληνες πατριώτες που αντιστέκονταν, οδηγώντας τους στη φυλακή ή στο εκτελεστικό απόσπασμα. Για αντάλλαγμα είχαν την εύνοια των κατακτητών, που τους εξασφάλιζε τον πλουτισμό μέσω της μαύρης αγοράς τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης σε μια περίοδο που η πείνα και η ανέχεια θέριζε τις ζωές και τις ψυχές των ανθρώπων.

Μέσα στις συνθήκες αυτές συνεχίζεται η δική μας ιστορία με τις δύο φίλες, την Κλειώ και τη Δώρα, να έχουν φύγει από το σπίτι και να έχουν ενταχθεί από πολύ νωρίς στις γραμμές της εθνικής αντίστασης και τον γείτονά τους τον κυρ Παντελή να γίνεται συνεργάτης των Γερμανών, καταδότης και μαυραγορίτης.

Ήταν βράδυ, λίγες ώρες μετά την έναρξη της απαγόρευσης της κυκλοφορίας όταν στο δρόμο έξω από το σπίτι της Κλειώς το πέρασμα μιας γερμανικής περιπόλου 6 στρατιωτών, έσχιζε την απόλυτη ησυχία. Μπροστά πήγαινε ο Γερμανός λοχίας και δίπλα τους, σερνόμενος σα φίδι ο κυρ Παντελής. Η περίπολος στάθηκε λίγο πριν το σπίτι της Κλειώς. Ο κυρ Παντελής, έδειξε με το χέρι του το σπίτι στο λοχία, και αμέσως μετά, με το φιδίσιο σύρσιμό του χάθηκε στο σκοτάδι. Οι στρατιώτες, άνοιξαν με δύναμη την εξώπορτα της μικρής αυλής και φτάνοντας στην πόρτα του σπιτιού κοντοστάθηκαν. Ο λοχίας, άρχισε να χτυπά με δύναμη την πόρτα και μιλώντας σπαστά ελληνικά ζητούσε επίμονα να ανοίξουν την πόρτα.

Η μάνα της Κλειώς έτρεξε έντρομη και άνοιξε την πόρτα. Ο λοχίας και οι στρατιώτες, μπήκαν με ορμή και άρχισαν να ψάχνουν τα δωμάτια του σπιτιού.

Μ. Τι θέλετε; Ποιον ζητάτε τέτοια ώρα;

Ο λοχίας τη ρώτησε που είναι ο άντρας της και τα παιδιά της.

Μ. Ο άντρας μου, πήγε στον ξάδερφό του στο Παγκράτι να τον δει που αρρώστησε. Ο Μάρκος μου λείπει καιρό από το σπίτι. Δεν ξέρω που βρίσκεται το παλικάρι μου. Η Κλειώ μου πήγε με τον πατέρα της. Θα κοιμηθούν εκεί το βράδυ.

Ενώ οι στρατιώτες έκαναν άνω κάτω το σπίτι ψάχνοντας, ο λοχίας, ουρλιάζοντας της είπε: «Τα παιδιά σου ξέρουμε ότι είναι στην αντίσταση. Ξέρουμε ότι θέλουν το κακό της Γερμανίας και του Φύρερ. Ξέρουμε ότι η κόρη σου ήρθε σήμερα στο σπίτι. Μη μας λες ψέματα! Πες μας που την κρύβεις;

Μ. Όποιος σας είπε κάτι τέτοιο, σας είπε ψέματα. Ξέρω ποιος είναι. Αυτός ο σπιούνος ο Παντελής.

Ένα δυνατό χαστούκι του λοχία, έκοψε τη μιλιά της δύστυχης μάνας και την έριξε με δύναμη στο πάτωμα.

Μ. Εσύ δεν έχεις μάνα; Δεν είσαι γιος; Δεν ξέρω που είναι η Κλειώ, μα και να ήξερα δεν θα σου το έλεγα ακόμη κι αν με βασάνιζες, ακόμη κι αν με σκότωνες. Πήγαινε παιδί μου στη μάνα σου και πες της αυτό που έκανες πριν από λίγο για να νιώσει περήφανη…

Ο λοχίας αγρίεψε με την αντίδραση της ανήμπορης γυναίκας. Λύσσαξε από το κακό του. Με μία γρήγορη κίνηση, βγάζει το πιστόλι του και πυροβολεί. Ακόμη και οι στρατιώτες τρόμαξαν. Η μάνα της Κλειώς, με το βλέμμα της καρφωμένο πάνω του έπεσε στο ξύλινο πάτωμα αφήνοντας την τελευταία της πνοή. Πρόλαβε μόνο να πει:

Μ. Δεν είστε πια άνθρωποι… Αγρίμια γίνατε …που ξεδιψάτε με το αίμα αθώων. Αυτό το αίμα…σύντομα … θα σας πνίξει.

Έξω, στη μικρή αυλή του σπιτιού, σε μια κρυφή καταπακτή που είχε φτιάξει ο πατέρας της Κλειώς, όταν άρχισε ο πόλεμος, βρίσκονταν κουρνιασμένες η Κλειώ και η Δώρα. Άκουσαν όλα όσα είχαν προηγηθεί. Η Δώρα με το ζόρι κρατούσε την Κλειώ να μη βγει έξω.

Κ. Πρέπει να βγω έξω να πάω να βοηθήσω τη μάνα μου. Άσε με σε παρακαλώ, μη με κρατάς.

Δ. Δεν θα πας πουθενά. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, δεν το καταλαβαίνεις; Το μόνο που θα καταφέρεις αν εμφανιστείς τώρα είναι να πεθάνουμε και οι τρεις μας.

Στο άκουσμα του πυροβολισμού, η καρδιά της έσπασε σα γυαλί.

Κ. Μάνα μου! Μανούλα μου! Γλυκιά μου μανούλα. Θυσιάστηκες για μένα! Ακόμη και την τελευταία σου πνοή μου την έκανες δώρο.

Κακούργοιοιοι…

Δ. Σώπα. Σώπα καλή μου. Μην τους κάνεις δώρο τη θυσία της. Εκείνη έφυγε για να ζήσουμε εμείς. Μην την προδίδεις. Κλάψε! Κλάψε όσο μπορείς. Θα είναι μεγάλη η νύχτα. Κλάψε όσο μπορείς. Σου υπόσχομαι πως θα είναι για τελευταία φορά.

Οι ώρες μες στην καταπακτή μέχρι να ξημερώσει, ήταν ατελείωτες. Λίγο πριν φέξει, οι δύο φίλες βγήκαν με μεγάλη προσοχή στη μικρή αυλή και προχωρώντας τοίχο-τοίχο άρχισαν να απομακρύνονται από το σπίτι. Η μισή καρδιά της Κλειώς έμεινε για πάντα πίσω. Φτάνοντας σε μια διασταύρωση, στην απέναντι γωνία, έξω από ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι φάνηκε η φιγούρα του κυρ Παντελή. Εκεί είχε την αποθήκη του όπου συγκέντρωνε όλα τα πράγματα που πουλούσε στη μαύρη αγορά. Η Κλειώ δεν άντεξε και η φωνή της έσκισε σαν ξυράφι την πρωινή ησυχία.

Κ. Σκουλήκι! Δεν είσαι άνθρωπος εσύ. Κτήνος είσαι…

… κι έκανε να τρέξει προς το μέρος του. Εκείνος, ακούγοντας τη φωνή της Κλειώς, παράτησε τα κλειδιά πάνω στην πόρτα της αποθήκης και το έβαλε στα πόδια. Με τα χίλια ζόρια η Δώρα μπόρεσε και απομάκρυνε τη φίλη της για να χαθούν σε λίγο στο σκοτάδι που άρχισε να δίνει τη θέση του στο φως της ημέρας.

Οι μέρες περνούσαν με τους Έλληνες να αντιστέκονται καθολικά στους Γερμανούς κατακτητές και τους συμμάχους τους, μέσα από τις γραμμές των πολλών αντιστασιακών οργανώσεων που δημιουργήθηκαν. Ο λαός μας πλήρωσε με αγώνες, θυσίες και αίμα τη θέλησή του να ζει και να διαχειρίζεται τις τύχες του ελεύθερος. Περίπου 90.000 Έλληνες στρατιώτες και πάνω από 330.000 άμαχοι Έλληνες πολίτες έχασαν τη ζωή τους, στον αγώνα ενάντια στη φασιστική λαίλαπα. Οι εκτελέσεις πολιτών στην περίοδο της γερμανικής κατοχής μετά από σχεδιασμένα μπλόκα των κατοχικών δυνάμεων και των ταγμάτων ασφαλείας, βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη.

Καλογρέζα, Κοκκινιά, Καισαριανή, Ζωγράφου και πολλές ακόμη περιοχές της Αθήνας αλλά και της Ελλάδας ολόκληρης, υπήρξαν τόποι θυσίας άμαχων Ελλήνων κάθε ηλικίας, ακόμη και αναπήρων του πολέμου με τους Ιταλούς.

Οι δύο φίλες συμμετείχαν με όλες τους τις δυνάμεις στον ανυποχώρητο αντιστασιακό αγώνα. Έναν αγώνα που ήταν μονόδρομος για την ελευθερία και την εθνική ανεξαρτησία.

Στις 12 Οκτωβρίου του 1944, οι Γερμανοί στρατιώτες, αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την Αθήνα. Ο λαός ξεχύνεται στους δρόμους  πανηγυρίζοντας και ζητωκραυγάζοντας. Η Δώρα με την Κλειώ, κρυμμένες στο υπόγειο του σπιτιού ενός αντιστασιακού συνδέσμου, ξυπνάνε από τις φωνές του κόσμου που περνάνε απ’ έξω.

Δ. Κλειώ ξύπνα. Ξύπνα γρήγορα. Σήκω. Οι Γερμανοί ξεκουμπίστηκαν. Γίνεται χαμός έξω.

Κ. Ήταν θέμα ημερών. Ο φασισμός εδώ και καιρό, ψυχομαχούσε σε όλο τον κόσμο. Γρήγορα να ετοιμαστούμε να βγούμε έξω.

Δ. Δεν ξέρω αν πρέπει να χαίρομαι ή να λυπάμαι. Τόσοι νεκροί, τόσοι τραυματίες. Πόλεμοι, βασανιστήρια, στρατόπεδα συγκέντρωσης, πείνα, αρρώστιες, εκτελέσεις. Κι όλα αυτά για έναν τρελό!

Κ. Πιστεύεις πως όλα έγιναν επειδή έτυχε να γεννηθεί ο Χίτλερ; Όλα έγιναν γιατί το επέβαλλαν συγκεκριμένες συνθήκες να γίνουν. Δες λίγο τον φυσικό πλούτο και τα ορυκτά στις χώρες που επιτέθηκε ο Χίτλερ. Πετρέλαιο, νικέλιο, χάλυβας, άνθρακας. Όλα ήταν απαραίτητα για την βιομηχανική ανάκαμψη της Γερμανίας. Μπροστά στην ανάγκη αυτή, οι ανθρώπινες ζωές δεν έχουν καμιά σημασία.

Δ. Όμως τελικά, δεν τους πέρασε. Το έχασαν μια και καλή το παιχνίδι. Οι λαοί, κατάλαβαν ποιο είναι το δικό τους συμφέρον.

Κ. Μόνο που το κατάλαβαν με τον πιο οδυνηρό τρόπο. Άσε που έχω και μια αμφιβολία κατά πόσο το κατάλαβαν. Το μέλλον θα δείξει. Έλα, τέρμα οι κουβέντες. Πάμε να το γιορτάσουμε. Μόνο που…

Δ. Λέγε! Τι θέλεις;

Κ. Θέλω να περάσουμε πρώτα να αφήσουμε ένα λουλούδι στον τάφο της μάνας μου. Να της πω ότι οι φονιάδες της ξεκουμπίστηκαν. Να της πω ότι δεν θυσίασε χωρίς λόγο της ζωή της και ότι τα παιδιά της από δω και πέρα θα ζουν ελεύθερα και χωρίς φόβο…Και να της δώσω μια υπόσχεση.

Δ. Ποια υπόσχεση;

Κ. Πως θα κάνω ότι περνάει από το χέρι μου ώστε να μην ξαναζήσει η ανθρωπότητα τον πόλεμο, να μην ξαναζήσει ποτέ το φασισμό.

 

 

Ετικέτες: , , , ,

Σας παρακαλώ μη μου ζητάτε το αδύνατο

Σας παρακαλώ μη μου ζητάτε το αδύνατο

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 Προσπάθησα να μετρήσω την απουσία της με το χρόνο, μα δεν κυλούσαν τα λεπτά και οι ώρες χάθηκαν από κάθε διάσταση. Σταμάτησε ο χρόνος και με κοιτούσε.

– Τι προσπαθείς να κάνεις; μου είπε. Δεν είμαι ο κατάλληλος εγώ για να μετρήσω την απουσία της. Δεν γίνεται να συγκριθώ μαζί της.

 

Μετά, δοκίμασα με το νυχτερινό ουρανό καθώς λένε πως είναι άπειρος. Κάθε αστέρι και μια σκέψη. Πού είναι; Πώς είναι; Χαμογελάει; Πέφτουν οι μπούκλες της έτσι όμορφα κι ανέμελα μπρος τα μάτια της; Δώσε μου αστέρι λίγο από το φως σου να το στείλω πάνω της να μου επιστρέψει την εικόνα της.

– Τι προσπαθείς να κάνεις; μου είπε. Θες να με καταστρέψεις; Αν μου στείλει το φως της θα με κάψει. Έτσι δεν έκαψε κι εσένα;

– Δε με νοιάζει που μ’ έκαψε, απάντησα. Προτιμώ τη φωτιά της από το κρύο της απουσίας της. Το έχεις νιώσει αυτό το κρύο; Μην το νιώσεις ποτέ. Προτιμώ το φως της κι ας με καίει.

 

Τέλος, δοκίμασα με τα τραγούδια. Κάθε τραγούδι και μια εικόνα. Χαρά, λύπη, θλίψη, έρωτας, αγάπη. Όλα τα τραγούδια εκείνη. Κάθε νότα και μια απορία ανυπόφορη. Είναι καλά; Κι αν είναι λυπημένη;

Μακάρι να γελάει κι ας μην αντέχω που δεν βλέπω το γέλιο της.

– Τι προσπαθείς να κάνεις; μου είπαν οι στίχοι του τραγουδιού. Δεν μπορούμε, δεν γίνεται να μιλήσουμε για την απουσία της. Γράψε εσύ αν μπορείς στίχους να περιγράφουν το κενό σου σαν λείπει.

– Μα δεν γίνεται, απάντησα. Δεν ξέρω τόσες λέξεις. Δεν ξέρω τέτοιες λέξεις. Πώς να τις εφεύρω; Το μυαλό μου σταματάει στη σκέψη της.

– Δεν φοβάσαι που την αγαπάς τόσο; μου είπαν. Δεν φοβάσαι μήπως την πνίξεις;

– Δεν ξέρω αλλιώς, απάντησα. Δεν θέλω αλλιώς, δεν μπορώ αλλιώς. Μα, αν είναι να την πνίξω, θα γίνω στεριά για να πατήσει, θα γίνω αέρας για να ανασάνει, θα γίνω λίγο από το κόκκινο των χειλιών της, λίγο από το πράσινο των ματιών της, θα γίνω βράχος για να ξαποστάσει και ήλιος για να στεγνώσει.

Μα, δεν μπορώ αλλιώς, δεν μπορώ πιο λίγο.

Σας παρακαλώ, μη μου ζητάτε το αδύνατο…

 

Ετικέτες: , , , ,

Μες στην υπόγεια την ταβέρνα…

Μες στην υπόγεια την ταβέρνα…

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Το κρύο εκείνο το βράδυ ήταν τσουχτερό. Διαπερνούσε τοίχους και ψυχές, ειδικά τις ψυχές όσων-τα΄ φερε η μοίρα λένε-δεν είχαν που να ακουμπήσουν τη θλίψη τους.

Βλέπεις, η θλίψη και η μοναξιά δεν αντέχονται, ακόμη κι αν υπάρχουν δίπλα σου άνθρωποι. Μη σου πω ότι τότε είναι ακόμη πιο βασανιστική και η θλίψη και η μοναξιά.

Όμως, το να μην έχεις ένα σπίτι να μένεις, ένα κρεβάτι να ξαποστάσεις κι έναν άνθρωπο δίπλα σου να νιώσεις έστω ότι κάποιος αναπνέει τον ίδιο αέρα με σένα, είναι ανυπόφορο.

Το κρύο εκείνο το βράδυ ήταν τσουχτερό και έξω από το κουτούκι της Ευδοκίας, πίσω από τις πολυκατοικίες του κεντρικού δρόμου, σ’ ένα υπόγειο στο στενάκι που κατέληγε σε αδιέξοδο.

Η συνοικία, προσφυγική, γνώριζε καλά τι θα πει καημός, τι θα πει στεναχώρια, χαμένα όνειρα μα και τι θα πει δίψα για ζωή, για μια νέα αρχή. Ένα ανυποχώρητο «γαμώτο» είχε ακουστεί πολλές φορές στα στενά της συνοικίας και στο υπόγειο κουτούκι της Ευδοκίας.

Οι τοίχοι, τα παλιά τραπέζια και οι καρέκλες είχαν να θυμούνται αμέτρητους αναστεναγμούς. Τα φθαρμένα ποτήρια, γέμισαν και ξαναγέμισαν χιλιάδες φορές με καημούς και κρασί, βάλσαμο θαρρείς για τις πονεμένες ψυχές.

Εκείνο το κρύο βράδυ, ένας γέροντας, ταλαιπωρημένος και ατημέλητος κοντοστάθηκε έξω από το κουτούκι. Του ήταν γνώριμος ο χώρος αφού από την περασμένη άνοιξη, τότε που ξέμεινε από δουλειά, περνούσε πολλά βράδια στο κοντινό παρκάκι. Φαινόταν διστακτικός. Τελικά πήρε την απόφαση και κατέβηκε σιγά-σιγά τα σκαλιά.

Στο κουτούκι, καμιά δεκαριά νοματαίοι κάθονταν σε τρία τραπέζια. Δεν είχε άλλωστε και πάρα πολλά. Χώραγε δε χώραγε έξι-εφτά τραπέζια.

Με το που τον είδε η Ευδοκία τον καλωσόρισε.

«Καλώς τον Ανέστη. Έλα, πέρνα μέσα. Κάθισε, σου΄χω μπακαλιάρο τηγανητό που σου αρέσει, με σκορδαλιά».

Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Ανέστης έβρισκε καταφύγιο στο κουτούκι της Ευδοκίας. Λίγο φαγητό κανένα μισαδάκι κρασί «έτσι για να ξεγελάμε τον πόνο μας», του έλεγε εκείνη πάντα με χαμόγελο. Είχε τον τρόπο της. Ποτέ δεν τον έκανε να νιώσει άβολα που δεν είχε να πληρώσει. «Δεν είπαμε; Όταν θα σαλπάρει το πρώτο σου βαπόρι, με ξεχρεώνεις μια και καλή. Νομίζεις θα στα χαρίσω;»

«Απόψε θα πληρώσω και θα κεράσεις κρασί και όλη την παρέα, από μένα», της είπε χαμηλόφωνα ο Ανέστης.

«Μπα! Τι έγινε; Σάλπαρε το πλοίο;»

«Όχι. Βρήκα κάτι λεφτά έξω από το παρκάκι, δίπλα στα σκουπίδια. Σε κάποιον θα περίσσευαν και τα πέταξε».

Εκείνη τον κοίταξε με απορία.

«Μη με κοιτάς έτσι. Μήπως θαρρείς ότι τα ΄κλεψα;»

«Όχι βρε Ανέστη. Αν ήσουν κλέφτης δεν θα ήσουν δίχως σπίτι και δίχως οικογένεια. Και λεφτά θα είχες και αυτοκίνητα και σπίτια και οικογένεια. Μη σου πω θα είχες και καμιά γκόμενα σπιτωμένη…Γιατί όμως δεν τα κρατάς, να έχεις για λίγες μέρες ν΄αγοράζεις καμιά φρατζόλα ψωμί να χορταίνεις την πείνα σου;»

«Απόψε θέλω να κεράσω. Όσο φτάνουν. Δεν είναι πολλά, αλλά για μια γύρα θα φτάνουν, έτσι δεν είναι;» και έβγαλε από το παντελόνι του 20 ευρώ και τα ΄βαλε στο χέρι της Ευδοκίας.

Εκείνη, μη θέλοντας να τον προσβάλει, τα πήρε.

«Παιδιά, απόψε το κρασί είναι κερασμένο από τον Ανέστη. Τράβηξε κάτι μαύρες καταθέσεις που είχε στα νησιά Ωξαποδώ και μας κερνάει».

Την ήξερε την ιστορία του Ανέστη η Ευδοκία, κι από την καλή κι από την ανάποδη.

Είχε καλή δουλειά. Αρχιμηχανικός σε εργοστάσιο. Πολυεθνική. Σιγουράντζα, δηλαδή, μέχρι που ξέσπασε η κρίση. Ευκαιρία περίμεναν τ’ αφεντικά για να κλείσουν το εργοστάσιο και να το πάνε αλλού. Να βγάζουν περισσότερα.

«Δε χορταίνουν με τίποτα. Προσωρινά μέχρι να περάσει η κρίση. Αλλά δεν έδωσαν δεκάρα τσακιστή για αποζημιώσεις. Το πτώχευσαν το μαγαζί. Τρέχα-γύρευε. Κάποιοι, βέβαια πήραν τις αποζημιώσεις τους μέχρι και το τελευταίο ευρώ. Κάτι λαμόγια του κερατά», της είχε πει ένα βράδυ σαν άδειασε το μαγαζί κι έμειναν οι δυο τους.

«Το σπίτι, δανεικό στην τράπεζα, η μεγάλη κόρη να σπουδάζει μακριά και άλλα δύο από πίσω να ακολουθούν στο λύκειο. Φροντιστήρια, ξένες γλώσσες, φαΐ, ρούχα; Τι να περιμαζέψεις; Στέρεψαν και οι δουλειές της Φιλιώς! Ποια να σκεφτεί να ράψει  φόρεμα ή φούστα; Φόραγε δεύτερο και τρίτο χέρι από γνωστές και φίλες».

«Κι ήταν λόγος να σηκωθείς και να φύγεις από το σπίτι; Να παρατήσεις την οικογένειά σου;», τον μάλωσε η Ευδοκία.

«Ντρεπόμουνα κι ακόμα ντρέπομαι».

«Τι ντρεπόσουνα;»

«Όλους. Τα παιδιά μου, τη Φιλίτσα μου. Την έβλεπα να μαραζώνει κι εγώ δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Όταν διέκοψε η κόρη τις σπουδές και γύρισε πίσω, δε με χωρούσε το σπίτι. Έφευγα ξημερώματα από το σπίτι και γύριζα μετά τα μεσάνυχτα για να μην τη συναντήσω. Πώς να της έλεγα ότι ο πατέρας της στάθηκε ανίκανος να τη σπουδάσει; Τις έκοψα τις φτερούγες, το καταλαβαίνεις;»

«Για κάτσε ρε Ανέστη που πήρες φόρα και δε λογαριάζεις τίποτα. Εσύ φταις που εκείνη η κουφάλα έκλεισε το εργοστάσιο γιατί ήθελε να ντερλικώνει ακόμα περισσότερο;» του είχε πει η Ευδοκία. Όχι μόνο εκείνο το βράδυ. Σχεδόν κάθε που τον συναντούσε του τα΄λεγε. Αλλά ο Ανέστης δεν άλλαζε γνώμη. Είχε πέσει σε βαριά κατάθλιψη και τα μυαλά του στρόφαραν ανάποδα.

Πήγε, λοιπόν ο Ανέστης και κάθισε στο τραπεζάκι στη γωνία. Εκεί που καθόταν κάθε φορά που τύχαινε να κατέβει τα σκαλιά του υπόγειου.

Η Ευδοκία, του έφερε το μπακαλιάρο και μισό κιλό «νέκταρ», όπως αποκαλούσε η ίδια το κρασί της.

«Δε με νοιάζει αν θα του αρέσει του πελάτη το φαγητό που του σερβίρω. Αν όμως καταλάβω ότι δεν του άρεσε το κρασί και ότι δεν αγαλίασε το είναι του, στεναχώρια μεγάλη με πιάνει», έλεγε συχνά καθώς σερβίριζε.

Σαν πήγε η ώρα 2 τα ξημερώματα, ο Ανέστης σηκώθηκε και κίνησε να φύγει. Θλιμμένος όπως έφευγε πάντα.

«Πάω στη βίλα μου», έλεγε για το πρόχειρο τσαντίρι που είχε φτιάξει στη μισογκρεμισμένη αυλή ενός εγκαταλειμμένου διώροφου.

Από εκείνο το βράδυ έκανε βδομάδες πολλές να ξαναφανεί στο κουτούκι μέχρι που κάποια μέρα εμφανίστηκε. Ξυρισμένος, πλυμένος με καθαρά ρούχα.

«Γιατί χάθηκες;», τον ρώτησε η Ευδοκία.

«Πήραμε το εργοστάσιο», της είπε γεμάτος χαρά και περηφάνια. «Το καταλάβαμε και το δουλεύουμε μόνοι μας. Δυσκολευόμαστε πολύ, αλλά τουλάχιστον το παλεύουμε. Αγωνιζόμαστε. Μαζευτήκαμε και συμφωνήσαμε να δώσουμε τη μάχη κι όπου βγει. Χωρίς πολλές κουβέντες και χωρίς διαπραγματεύσεις και άλλες τέτοιες ανοησίες με τα’ αφεντικά. Μας τρέχουν στα δικαστήρια, μας απειλούν αλλά μέχρι τώρα είμαστε αποφασισμένοι. Όταν ξεκινάς έναν αγώνα, ποτέ δεν ξέρεις το αποτέλεσμα. Αυτό που μετράει είναι να πιστεύεις στο δίκιο σου και να μην κάνεις πίσω στην πρώτη δυσκολία», συμπλήρωσε ο Ανέστης και κάθισε στη γνωστή του θέση.

«Που’ σαι Ευδοκία. Δε θέλω να φάω. Πιάσε λίγο από το νέκταρ, να το πιω και να φύγω γιατί αύριο έχω πρωινή βάρδια στο εργοστάσιο»

 

Ετικέτες: , , , ,

Το Τέρας είναι πάντα εδώ και με περιμένει να του μοιάσω

Το Τέρας είναι πάντα εδώ και με περιμένει να του μοιάσω

Απ΄τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Εκείνο το πρωινό, σαν κοιτάχτηκα στον καθρέφτη, είδα πόσο πιο όμορφος ήμουν από το Τέρας που είχα δει σε φωτογραφία το προηγούμενο βράδυ.

Εκείνο, λες και είχε συγκεντρώσει όλη την ασχήμια και την αγριάδα του κόσμου, ήταν τόσο αποκρουστικό που δεν μπορούσα να κρατήσω πάνω του τη ματιά μου, ούτε για ένα δευτερόλεπτο.

Πόσο τυχερός ήμουν που δεν του έμοιαζα σε τίποτα!

Πάντα ήμουν οπαδός της αξιοκρατίας και σιχαινόμουν όλους εκείνους που έβρισκαν τις «άκρες», τους κατάλληλους ανθρώπους στην κατάλληλη θέση για να καταφέρνουν τους σκοπούς και τις επιδιώξεις τους χωρίς να το αξίζουν.

Όμως, μια φορά, χρειάστηκε, όχι για μένα, αλλά για την κόρη μου τη μεγάλη να ζητήσω κι εγώ μια χάρη από κάποιον που ήταν «στα πράγματα». Δύο πτυχία και τρεις ξένες γλώσσες είχε αλλά δουλειά δεν έβρισκε. Το πήρα, λοιπόν, απόφαση και πήγα στο βουλευτή της περιοχής μου. Σκέφτηκα πως δεν είναι δα και κανένα έγκλημα. Δουλειά για την κόρη μου θα ζητούσα που την άξιζε με τόσα προσόντα. Δεν θα αδικούσα κανέναν.

Ο βουλευτής το κατανόησε. Να περιμένω λίγο, μου είπε, και κάτι θα έκανε, μετά τις εκλογές, αν κατάφερνε και πάλι να εκλεγεί. Ήταν ειλικρινής απέναντί μου. Δεν μου έταξε λαγούς με πετραχήλια. Δουλειά για λίγους μήνες μου είπε, όχι πολλά και μόνιμα πράγματα.

Ξανακοίταξα τον καθρέφτη και μου ήρθε πάλι στο μυαλό το Τέρας.

Ευτυχώς που ήμουν πολύ πιο όμορφος από εκείνο.

Αλλά και την υποκρισία ποτέ δεν την άντεξα.

Τις προάλλες, μετά τη σχολική παρέλαση για την εθνική μας επέτειο, στον πεζόδρομο της πόλης, παρέλασαν όλοι σχεδόν οι υποψήφιοι δήμαρχοι. Οι περισσότεροι από αυτούς ασχολούνται χρόνια με τα του δήμου. Αρκετοί από αυτούς βρίσκονται σε διάφορα πόστα. Άλλος σε διοικητικό συμβούλιο νοσοκομείου, άλλος είναι διευθύνων σύμβουλος σε δημόσιο οργανισμό καθώς, είχαν φροντίσει να πιάσουν άκρες σε κομματικούς κυβερνητικούς μηχανισμούς. Κανέναν από δαύτους δεν είναι άμοιρος ευθυνών για την κατάσταση της χώρας και των πολιτών.

Ντυμένοι με τα φανταχτερά τους κοστούμια και έχοντας καρφώσει το μόνιμο χαμόγελο στο πρόσωπό τους για να φαίνεται η πρόσφατη λεύκανση των δοντιών τους, κουνούσαν δεξιά κι αριστερά το κεφάλι τους όπως οι κορδωμένες χήνες και έδειχναν τα λευκά τους δόντια υπενθυμίζοντας την πρόθεσή τους να συνεχίζουν να τρώνε με χίλιες μασέλες.

Τι να έκανα κι εγώ; Έτρεξα να τους σφίξω το χέρι και να τους ευχηθώ «Καλή Επιτυχία». Σκέφτηκα πως μια ευχή σε κάποιον δεν είναι κακό και σου δίνει και το δικαίωμα να του ζητήσεις κάτι αν χρειαστεί.

Απεχθάνομαι επίσης την ξενοφοβία, μισώ το ψέμα και το άδικο, πιστεύω πως όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι, γεμάτοι με ταλέντα, αγαπώ την αλήθεια και το δίκιο.

Έτσι πορευόμουν όλα αυτά τα χρόνια.

Σήμερα κοιτάχτηκα πάλι στον καθρέφτη και ξαφνιάστηκα. Η όψη μου είχε γίνει ίδια με την όψη του Τέρατος. Την όψη εκείνη που μου προκαλούσε φόβο και αηδία.

Συνειδητοποίησα ότι τελικά, η μορφή του δεν είναι και τόσο αποκρουστική. Αν μάλιστα τη συνηθίσεις μπορείς να βρεις πάνω της και στοιχεία καλά, γιατί όχι, ακόμη και όμορφα.

Βγαίνοντας από το σπίτι είδα τις ανθισμένες νεραντζιές αλλά δεν οσμίστηκα τη μυρωδιά τους, ούτε μου προξένησε εντύπωση η ομορφιά τους.

Κατάλαβα πως απλώς ανέπνεα.

Εδώ και καιρό, μόνο ανέπνεα. Είχα σταματήσει να ζω…

 

Ετικέτες: , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: