RSS

Tag Archives: ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Η άτιμη η κενωνία

Η άτιμη η κενωνία

Η άτιμη η κενωνία

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Τα πράγματα είναι απλά. Απλά και εύκολα. Όσο εύκολες ήταν οι εργασίες που έχουν κάνει στη ζωή τους κάποιοι πολιτικοί μας ηγέτες, άριστοι κατά τα άλλα, και λάτρεις της σκληρής εργασίας.

Άμα είσαι γιατρός και σώζεις ζωές και μάχεσαι για να νιώθει ο άνθρωπος αξιοπρεπής μέσα στην ασθένειά σου, όπως ευτυχώς συμβαίνει με τους περισσότερους γιατρούς, και δεν παίρνεις φακελάκια ως προϋπόθεση για να τους αναλάβεις, η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σου χαρίζει απλόχερα το χειροκρότημά της. Σε στύβει στις υπερωρίες και ακόμα στις χρωστάει. Γιατρουδάκι σε ανεβάζει γιατρουδάκο σε κατεβάζει. Ενώ αν είσαι από τους άλλους, τους εκβιαστές, η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σε ανταμείβει. Σε κάνει καθηγητή, μεγαλογιατρό με πουράκλες στο γραφείο σου κάτω από το «απαγορεύεται το κάπνισμα». Μέχρι και πρύτανη μπορεί να σε κάνει για να έχεις τον έλεγχο και να τα κονομάς από παντού ή και ειδικό σε κάποια από τις επιστημονικές επιτροπές για να έχουν οι ιθύνοντες το κεφάλι τους ήσυχο.

Άμα είσαι άνθρωπος του μόχθου, του μεροκάματου και της καθημερινής βιοπάλης, η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σε έχει κυριολεκτικά χεσμένο. Μόνο η μάνα σου σε θυμάται και μόνο αυτή νιώθει το τι περνάς. Ποιος νοιάζεται αν έχεις να περάσεις το μήνα, αν έχεις για το ενοίκιο, αν σου φτάνουν για τη δόση του δανείου, αν έχεις φαΐ στο πιάτο κάθε που γυρνάς στο σπίτι ή αν δουλεύεις ένα σκασμό ώρες κάθε μέρα;

Αν είσαι όμως μέγας πληρωμένος ξεχασμένος και ξεγραμμένος μαχητής και μπορείς και επιβιώνεις σε στημένες κακουχίες κάπου εκεί στην καραϊβική τότε η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σε έχει περί πολλού. Σε περιμένει στα αεροδρόμια για να σε επευφημήσει λες και ανακάλυψες το φάρμακο για τον καρκίνο, λες και έβαλες έστω ένα λιθαράκι, έναν κόκκο άμμου βρε αδερφέ για να φτιάξεις ένα σκαλί για να πατήσει ο «άνθρωπος» και να δικαιολογήσει το όνομά του. Σου ετοιμάζει συνεντεύξεις σε κανάλια πανελλαδικής εμβέλειας για να αναλύσεις τις κραυγές που έβγαζες όταν βουτούσες στα λασπόνερα ξυπνώντας ακόμη και στα τσακάλια ακόμη πιο ζωώδη ένστικτα.

Αν πάλι είσαι μισθωμένος αγρότης σε φάρμα, τέτοιος αγρότης που σηκώνεται ο φράχτης, παίρνει των ομματιών του και πάει μετανάστης στην Παταγονία, και ουρλιάζεις χωρίς λόγο όλη την ώρα κάνοντας τον άγριο και τον τσαμπουκαλεμένο, η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σε προβάλλει σαν πρότυπο. Να γαμπρός για τις κόρες τις έμορφες. Και δως του τα κανάλια να σε κυνηγάνε για μια σου λέξη, τι λέξη δηλαδή, για ένα σου μουγκρητό έστω για ένα σου γέλιο για να λάμψει η λευκασμένη οδοντοστοιχία σου.

Αν όμως είσαι αγρότης κανονικός, από αυτούς που μυρίζουν το χώμα και καταλαβαίνουν αν και πόσο διψάει, από αυτούς που παλεύουν με τη γη για να ζήσουν οι ίδιοι και οι οικογένειές τους τότε η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, θα σε πει τεμπέλη και καφενόβιο που ζεις με τις επιδοτήσεις και κλείνεις τις εθνικές οδούς του Μπόμπολα και δεν αφήνεις τον Πέτρο να πάει να δει τη μανούλα του και στενοχωριέται ο Πέτρος και οι όμοιοί του. Και σε λίγα χρόνια εκεί που χρωστούσε και της Μιχαλούς κατορθώνει και μας κάνει τη χάρη να προσφέρει και πάλι με τα έντυπά του στον εκπολιτισμό του μνημονιακού νεοέλληνα. Αυτά είναι τα ωραία.

Όμως ευτυχώς για όλους εμάς τους υπόλοιπους που δεν είμαστε μέλη της κοινωνίας ούτε της επίσημης ούτε της ανεπίσημης, υπάρχουν εκείνοι, και είναι πάρα πολλοί, που κρατάνε άσβεστη τη φλόγα της ελπίδας και είναι φορές που την κάνουν πυρκαγιά που καίει ότι τοξικό υπάρχει και μπορούμε και ρουφάμε καθαρό αέρα.

Είναι όλοι αυτοί οι παραπάνω που η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, τους έχει απορρίψει. Και κοντά σ’ αυτούς είναι κι άλλοι, όπως οι φοιτητές που πέταξαν έξω τους μπάτσους του Μιχάλη και του Κούλη από τα πανεπιστήμια ή όπως οι εκπαιδευτικοί που όρθωσαν και πάλι ανάστημα στις εμμονικές αντιδραστικές επιδιώξεις της κυρά-Νίκης και πέταξαν για μία ακόμη φορά στον καλάθι των α(χ)ρήστων την αξιολόγησή τους.

Γιατί τα πράγματα είναι απλά. Άλλες οι ανάγκες της πραγματικής κοινωνίας και άλλες οι εικονικές ανάγκες της κενωνίας που θέλει να εμφανίζεται ως κοινωνία, επίσημη ή ανεπίσημη.

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Η μάνα

Η μάνα

Η μάνα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Λένε πως η δουλειά σε ανταμείβει, πως όποιος δουλεύει αργά ή γρήγορα θα βρει προκοπή. Εννοούν πως θα αποκτήσει περιουσία, θα βγάλει λεφτά θα ανέβει τάξη στην κοινωνία. Θα γίνει κάποιος βρε αδερφέ.

Δώδεκα χρονών ήταν ο Παναγής, εκεί γύρω στα 1920.

Τον ξύπνησε η μάνα του ένα πρωί και του ανακοίνωσε πως ο πατέρας του πέθανε.

– Και δεν θα τον ξαναδούμε μάνα;

– Είδες πολλούς πεθαμένους μέχρι τώρα;

– Δεν ξέρω μάνα, είμαι μικρός.

– Πέθανε σου λέω. Μας άφησε χρόνους που να καεί στην κόλαση ο αφορεσμένος.

– Όχι στην κόλαση μάνα. Κάνει πολλή ζέστα εκεί.

– Να καεί! Καψάλα να γίνει. Πώς θα τα βγάλω πέρα μόνη μου λες; Χωράφια δεν έχουμε, λίρες δεν έχουμε, παράδες δεν έχουμε. Και το σπίτι ακόμα που μένουμε είναι έτοιμο να σαρίσει.

– Μάνα γιατί πέθανε;

– Γιατί ήταν αχαΐρευτος. Εκεί που θέριζε έπεσε τέζα.

– Θέλω να τον δω. Πού είναι;

– Δεν χρειάζεται. Τον πήραν και τον έθαψαν. Δεν χρειάζεται να τον δεις.

– Είχα από προχτές να τον δω.

– Κι εγώ. Νόμιζα κοιμήθηκε στο χωράφι. Το είχε ξανακάνει. Αλλά αυτός πήγε και ψόφησε.

– Μη μιλάς έτσι για τον πατέρα. Σάματις ήθελε να πεθάνει λες;

– Κι άμα δεν ήθελε; Τώρα τι κάνουμε;

– Θα δουλέψω εγώ μάνα. Μη σκιάζεσαι.

– Θα πάω στον κυρ-Στέργιο και θα του ζητήσω δουλειά.

– Μην πας σ’ αυτόν.

– Γιατί;

– Δεν είναι καλός άνθρωπος. Και δεν μ’ αρέσει που σε κοιτάει. Ούτε που σε αγγίζει με τα χέρια του.

Δεν πρόλαβε ο Παναγής να τελειώσει τη φράση του και βρέθηκε με το κεφάλι στον τοίχο από την ξανάστροφη της μάνας του.

– Μάζεψε τη γλώσσα σου γιατί θα στην κόψω. Όταν ψηνόσουν στον πυρετό τις προάλλες, εκείνος πλήρωσε για να πας σε γιατρό στην πόλη. Ο ανεπρόκοπος ο πατέρας σου βλέπεις δεν μπορούσε.

Τα μάτια του παιδιού γέμισαν δάκρυα.

– Αν ξαναπείς ανεπρόκοπο τον πατέρα μου θα σε κλωτσήσω και θα φύγω.

– Να πας στα τρανά που θα με φοβερίξεις κιόλας.

Σηκώθηκε κι έφυγε ο Παναγής. Όχι, δεν την κλώτσησε τη μάνα του μα τα μάτια του έτρεχαν ασταμάτητα σα μικρές βρυσούλες. Μόνο που δεν έβγαζαν νερό γάργαρο. Φαρμάκι και πόνο έσταζαν, πόνο αβάσταχτο για την ψυχούλα του μικρού.

Πήγε στην άλλη άκρη του χωριού, στη θεια του τη Λένω, την αδερφή του πατέρα του.

– Κάτσε λίγες μέρες εδώ μέχρι να περάσει η μπόρα και θα πας να βρεις ξανά τη μάνα σου, του είπε η θεια του.

– Δεν πάω θεια. Δεν τη θέλω. Βρίζει τον πατέρα μου και θα πάει να βρει τον Στέργιο.

– Ποιον, εκείνο το παλιοζάγαρο;

– Ναι εκείνο.

– Ότι πει η μάνα σου, αυτό θα κάνεις κι εσύ.

– Εγώ δεν πάω σ’ αυτόν.

– Καλά! Σώπα τώρα. Αγρίμι σκέτο. Ίδιος ο πατέρας, Σε καλό να σου βγει.

Πέρασαν πάνω από δύο μήνες που έκατσε με τη θεια του. Η μάνα του πήγαινε και τον έβλεπε. Τον ξεκαθάρισε πως τον κυρ-Στέργιο θα τον παντρευτεί.

– Αν δεν τον παντρευτώ θα πεθάνουμε από την πείνα, κι εγώ κι εσύ μαζί που να μην έσωνα να τον παντρευόμουν τον αχαΐρευτο τον πατέρα σου.

Σηκώθηκε ο Παναγής και όρμησε με φόρα στη μάνα του. Τελευταία στιγμή, αντί να κλωτσήσει εκείνη, έριξε μια δυνατή κλωτσιά στο τραπέζι.

Ούρλιαξε η θεια του. Έβαλε τα κλάματα η μάνα του. Το παιδί βγήκε έξω κουτσαίνοντας και φωνάζοντας.

– Άι στο διάολο μάνα. Άι στο διάολο και συ και ο παλιό Στέργιος σου.

Τι κι αν δεν ήθελε ο Παναγής; Στο μήνα πάνω έγινε ο γάμος.

Αυτός κι η μάνα του μετακόμισαν στο σπίτι του πλούσιου πατριού του.

Από την πρώτη μέρα ο πατριός του έβαλε τους όρους του.

– Μικρέ, εδώ είναι το σπίτι μου. Το θες δεν το θες εδώ κουμάντο κάνω μόνο εγώ. Αν δεν συμφωνείς με όσα ορίζω θα μένεις έξω. Η μάνα σου είναι τώρα δική μου. Την ήθελα κι από παλιά αλλά οι δικοί της την έδωκαν στον πάτερα σου γιατί ήμουνα λέει μεγάλος.

– Σαν παππούς μου είσαι. Με το ένα πόδι στο τάφο.

– Όπως βλέπεις εγώ είμαι ολοζώντανος. Άλλος είναι στο τάφο.

Θόλωσε το παιδί με όσα άκουσε. Αρπάζει το κουζινομάχαιρο που ήταν πάνω στο τραπέζι και ορμάει στον κυρ-Στέργιο.

Τον προλαβαίνει εκείνος και του πιάνει το χέρι. Του τραβάει το μαχαίρι και είναι έτοιμος να το καρφώσει στο κορμί του παιδιού.

– Άτιμε θα σε σκοτώσω, ακούστηκε η φωνή της μάνας την ώρα που κάρφωνε στην πλάτη του κυρ-Στέργιου την κάμα που είχε πάντα στο ζωνάρι μέσα από τα σιγκούνια της.

Πέντε μαχαιριές του κατάφερε του κυρ-Στέργιου μέχρι να σιγουρευτεί πως ο γιος της δεν κινδυνεύει από τα χέρια του.

Φαρδύς πλατύς σωριάστηκε ο Στέργιος με το κουζινομάχαιρο να πέφτει δίπλα του στο πάτωμα.

– Φεύγα Παναγή. Τράβα στη θεια σου και πες της τι έγινε. Εμένα να με ξεχάσεις. Εκείνη θα έχεις τώρα για μάνα.

Τα χρόνια πέρασαν, ο Παναγής μεγάλωσε έκανε δική του οικογένεια μα τα σημάδια στην ψυχή του έμειναν ανεξίτηλα.

Ποτέ δεν αγκάλιασε τα τρία του παιδιά, ούτε όταν ήταν μικρά ούτε σαν μεγάλωσαν.

Και τη γυναίκα του, παρόλο που την «έκλεψε» από αγάπη γιατί οι δικοί της δεν τον ήθελαν για γαμπρό τους, δεν της είπε ποτέ ένα καλό, έναν γλυκό λόγο.

Και στο χωριό που κατέφυγε με την γυναίκα του για να συνεχίσει τη ζωή του, είχε τη φήμη του δύστροπου, του παράξενου και του αψύ ανθρώπου που όλα του έφταιγαν.

Σε κανέναν δεν μίλησε ποτέ για τα όσα πέρασε.

Αυτά μαθεύτηκαν αργότερα όταν ο ίδιος είχε φύγει πια από τη ζωή.

Κάποιοι έσκυψαν το κεφάλι, κάποιοι ένιωσαν τύψεις αλλά οι περισσότεροι συνέχισαν να ζουν τις ζωές τους με τα δικά τους τραύματα και τα δικά τους απωθημένα.

Μέχρι να κλείσει τα μάτια του δούλευε στα χωράφια.

Ούτε περιουσία απόκτησε, ούτε παράδες, ούτε λίρες, ούτε παλάτια.

Τι κι αν τον σκιάζονταν τα χώματα σαν τον έβλεπαν;

Ίσως δεν του «άξιζε να προκόψει»…

 

Ετικέτες: , , , , ,

Περί δικαιώματος στην εργασία

Περί δικαιώματος στην εργασία

Περί δικαιώματος στην εργασία

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

«Το δικαίωμα στην εργασία είναι ιερό», διατυμπανίζουν τα αφεντικά, οι γραφιάδες-παπαγάλοι και οι πολιτικοί υπάλληλοί τους που τους λένε και κυβερνόντες.

Όλοι αυτοί που το μόνο τους μέλημα είναι να αποκτήσουν κλιματιζόμενες πολυθρόνες για να μην ιδρώνει ο κώλος τους.

Μπα! Τι μας λέτε; Αλήθεια;

Και τότε γιατί υπάρχουν αυτοί οι εκατοντάδες χιλιάδες άνεργοι; Ποιοι τους δημιούργησαν; Όχι η ανάγκη για αύξηση του κέρδους που τη νομιμοποίησαν οι υπάλληλοι υπουργοί και βουλευτές σας;

Γιατί βρε υποκριτές του κερατά δεν μειώνετε το χρόνο εργασίας για να μπορούν όλοι να ασκούν το ιερό δικαίωμα της εργασίας;

Γιατί λυσσάτε να ψηφίζετε νόμους που διευκολύνουν τις απολύσεις και στερούν από τους εργαζόμενους το ιερό δικαίωμα της εργασίας;

Γιατί δεν βελτιώνετε τις συνθήκες εργασίας σε όλους τους χώρους αφού τη θεωρείτε ιερή;

Γιατί τόσα εργατικά ατυχήματα λόγω έλλειψης μέτρων ασφαλείας αφού καίγεστε τόσο για το ιερό δικαίωμα της εργασίας;

Γιατί στέλνετε τους απεργούς στα δικαστήρια και δεν ικανοποιείτε τα αιτήματά τους όταν διεκδικούν καλύτερες συνθήκες εργασίας, αφού θεωρείτε την εργασία ιερή;

Γιατί βρε δημοκράτες της τρύπιας δεκάρας, επικαλείστε την αρχή της πλειοψηφίας όταν πρόκειται για τα σωματεία αλλά δεν σας ενοχλεί καθόλου το να μην ισχύει για την εκλογή των κυβερνήσεων και των δημοτικών αρχόντων;

Γιατί η μειοψηφία θα πρέπει να ακολουθεί την πλειοψηφία όταν σας συμφέρει αλλά σε μια απόφαση για απεργία εγείρετε το ατομικό συνταγματικό δικαίωμα της μη συμμόρφωσης στην απόφαση, στο όνομα της ιερότητας της εργασίας;

Κυβερνάτε με το 40% του 60%, δηλαδή με το 24% του εκλογικού σώματος και αντί να κρύβεστε από ντροπή πουλάτε και μόστρα δημοκρατική.

Απλή είναι η απάντηση.

Καρφάκι δεν σας καίγεται για το δικαίωμα και τις συνθήκες εργασίας των «δούλων» σας. Η δουλε(ί)ιά σας να γίνεται με όσο το δυνατόν μικρότερο κόστος. Αν μπορούσατε θα τους βάζατε να δουλεύουν νύχτα με νύχτα, όπως παλιά και θα το βαφτίζατε ευελιξία και ανάπτυξη.

«Το δικαίωμα στην εργασία είναι ιερό», επικαλούνται όμως και πάρα πολλοί από τους εργαζόμενους που δεν συμμετέχουν σε απεργιακές ή άλλες ενέργειες διεκδίκησης απέναντι στα αφεντικά.

Να το δεχτώ αγαπητοί μου συνάδελφοι με όλη μου την ψυχή και με κάθε ειλικρίνεια.

Άρα περιμένω και από εσάς:

Να τρέχετε πάντα και πρώτοι σε κάθε εκδήλωση συμπαράστασης υπέρ των ανέργων υπερασπιζόμενοι το ιερό δικαίωμα και των άλλων εργαζόμενων.

Να είστε πάντα έτοιμοι να συνδράμετε με τον αγώνα σας κάθε εργαζόμενο που απειλείται με απόλυση από την ανεργία.

Να πιέζετε μαζί με τα σωματεία σας να καταργηθούν όλοι εκείνοι οι νόμοι που στρέφονται ενάντια στο ιερό δικαίωμα της εργασίας.

Να πιέζετε μαζί με τα σωματεία σας να καταργηθούν όλοι εκείνοι οι νόμοι που βάζουν φρένο σε απεργιακές κινητοποιήσεις που υπερασπίζονται το δικαίωμα στην εργασία και απαιτούν βελτίωση των συνθηκών εργασίας.

Να μην υποστηρίζετε κυβερνήσεις και κόμματα που νομοθετούν ενάντια στο ιερό δικαίωμα της εργασίας, αυξάνοντας το χρόνο δουλειάς και μειώνοντας τις απολαβές.

Να δηλώσετε άρνηση σε οποιαδήποτε νίκη προκύψει από μια απεργιακή διεκδίκηση αφού εσείς δεν συμμετείχατε σε αυτή!

Αν δεν κάνετε τίποτα από τα παραπάνω τότε αφήστε να επικαλούνται και να προστατεύουν το δικαίωμα στην εργασία αυτοί που απεργούν, χάνουν τα μεροκάματά τους και κατεβαίνουν στους δρόμους για να πετύχουν. Τουλάχιστον, μην στέκεστε απέναντί τους.

Εννοείται πως σε καμιά περίπτωση δεν αναφέρομαι σε εργαζόμενους που πραγματικά δεν μπορούν να στερηθούν το χαμένο μεροκάματο της απεργίας. Δεν ξέρω πόσοι είναι. Ξέρω όμως πως κανένας από αυτούς δεν πάει στη δουλειά επικαλούμενος το «ιερό δικαίωμα της εργασίας». Αν πάει στη δουλειά το κάνει με πόνο και στενοχώρια….

 

Ετικέτες: , ,

Πρέπει να φας παιδί μου

Πρέπει να φας παιδί μου

Πρέπει να φας παιδί μου

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

«Γιατί κλαις παιδί μου; Μήπως πεινάς; Θα πεινάς σίγουρα. Είσαι αδύνατος. Πρέπει να τρως. Έλα σε παρακαλώ. Φάε λίγο ψωμί τουλάχιστον.»

Δώδεκα γυναίκες, εργάτριες γης, στοιβαγμένες σε μια αποθήκη «του αφέντη», όλες από το διπλανό χωριό, αποκαμωμένες από το σκάλισμα των βαμβακιών νύχτα με νύχτα, στρωματσάδα πάνω σε κάτι σελτέδες γεμάτους κοριούς και τσιμπούρια. Τουαλέτα, που λέει ο λόγος, και τουλούμπα για πλύσιμο έξω από την αποθήκη. Καμιά τριανταριά μέτρα μακριά.

Είκοσι έξι χρονών η μικρότερη, με δύο παιδιά, τρίχρονο το τελευταίο, εξήντα δύο η μεγαλύτερη. Όλες άφησαν τα σπίτια τους και τις οικογένειές τους για δύο βδομάδες επειδή η ανάγκη τους έσφιγγε το λαιμό.

Για το μεροκάματο, για να βουλώσουν καμιά τρύπα, για να αγοράσουν ξύλα για το χειμώνα, για να πάρουν κανένα κιλό κρέας για το παιδί, για, για…

– Πάλι εφιάλτη έβλεπε η μικρή. Θα σκάσει από το κακό της.

– Μας βγήκε ευαίσθητη. Λες και τα δικά μας είναι σκυλιά κι όχι παιδιά.

Η μεγαλύτερη από όλες πήγε και σκούντηξε σιγά-σιγά τη μικρή για να την ξυπνήσει χωρίς να τρομάξει.

– Έλα σήκω. Σου είπα να μην ξεσυνερίζεσαι με όσα βάζεις στο μυαλό σου. Μια χαρά είναι το παιδί. Έχουμε δέκα μέρες ακόμα. Άμα δεν κοιμάσαι πώς θα αντέξεις όλες τις μέρες με το τσαπί στο χέρι;

– Είδα πάλι ότι έκλαιγε και δεν έτρωγε. Έμαθε με μένα και δεν τρώει με την πεθερά μου. Πώς θα βάλει κάνα γραμμάριο άμα δεν τρώει.

– Μην κάνεις έτσι. Εμείς δεν έχουμε παιδιά; Δεν βλέπουμε και εφιάλτες κάθε βράδυ, πετάχτηκε η εργάτρια που την κατέκρινε και πριν.

Η «μικρή» δεν μίλησε. Μόνο την κοίταξε με απορία και θλίψη.

– Εσύ να κοιτάς τη δουλειά σου, της είπε η πιο ηλικιωμένη.

– Κι εσύ τη δική σου, της απάντησε η ίδια εργάτρια.

Από την πρώτη μέρα η μικρομάνα δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει πίσω στα παιδιά της και στο σπίτι της. Είχε έρθει και πέρυσι για μεροκάματο, στον ίδιο «αφέντη», αλλά φέτος δεν επέστρεφε κάθε βράδυ στους δικούς της. Για δυο βδομάδες, μέχρι να τελειώσει το σκάλισμα θα έμεναν στην αποθήκη του αφέντη για να μην χάνουν χρόνο.

Το φαΐ λιγοστό και μετρημένο. Βλέπετε «δεν του περίσσευαν» και του αφέντη. Με αυτά τα «ψωροχωραφάκια πάσχιζε κι αυτός να τα φέρει βόλτα».

Όλη τη μέρα την έβγαζε στο χωράφι να επιτηρεί τις εργάτριες.

Άμα του «γυάλιζε» και καμία, την πλησίαζε όταν έβρισκε ευκαιρία και άρχιζε τις «προτάσεις».

– Ας τολμήσει να πλησιάσει και θα του ανοίξω το κεφάλι με την τσάπα στα δυο σαν κολοκύθι, είπε μία από τις εργάτριες που ο αφέντης έδειξε από την πρώτη στιγμή ότι του αρέσει.

Το έλεγε και το εννοούσε η συγκεκριμένη. Ήταν όμορφη κι ανύπαντρη κι όσο να’ ναι όσοι έβαζαν κακό με το νου τους τη θεωρούσαν «εύκολο στόχο».

Πριν από τρία χρόνια όταν ο γιος του αφεντικού σε ένα άλλο χωριό τόλμησε να απλώσει το χέρι του και να την ακουμπήσει την ώρα που γύριζε με το θκούλι το τριφύλλι, του κάρφωσε το θκούλι στο χέρι και το έμπηξε στο χώμα.

– Εμένα χωρίς να το θέλω δεν με ακουμπάει κανείς, του είπε. Έβγαλε το θκούλι από το χέρι του νεαρού, το ακούμπησε στον ώμο της και τράβηξε κατά το αφεντικό που ερχόταν προς το μέρος της καθώς άκουσε τα ουρλιαχτά του γιού του.

– Τα μεροκάματά μου και φεύγω, του είπε κρατώντας το θκούλι κατά πάνω του.

– Παλάβωσες; Της είπε εκείνος.

– Τώρα θα παλαβώσω. Σύμασε το γυφτόπιασμα το παλιοζάγαρο το γιο σου να μην τον στείλω σουβλισμένο στη γυναίκα σου.

Σκιάχτηκε το αφεντικό. Είδε και το θκούλι να τον σημαδεύει στο «δόξα πατρί» και σου λέει: ζουρλή είναι ετούτη χωρίς αμφιβολία.

– Δεν έχω μαζί μου παράδες. Στέκα εδώ να πάω στο σπίτι να σου φέρω.

Πήρε τα μεροκάματα και έφυγε με τα ποδάρια. Από κοντά την ακολούθησαν κι άλλες. Μόνο πέντε έμειναν. Τον τάραξε στο ξύλο το γιο του το αφεντικό.

– Σύρε να γυρίσεις μόνο σου το τριφύλλι τώρα. Παλιο κοθώνι του κερατά.

Πίσω στην αποθήκη οι περισσότερες εργάτριες ξαγρύπνησαν. Άρχισαν να λένε ιστορίες και να σιγοτραγουδούν. Αυτές που νύσταζαν γκρίνιαζαν πως ήθελαν να κοιμηθούν για να αντέξουν την επόμενη μέρα.

– Στεκάτε λίγο, είπε σε κάποια στιγμή η ηλικιωμένη. Πήγε στον τροβά της και έβγαλε από μέσα ένα μπουκάλι. Τράβηξε το φελλό και ήπιε μια γουλιά. Σφούγγιξε με το μανίκι το στόμα της και είπε: Μωρέ και πεθαμένο ανασταίνει το άτιμο.

– Έφερες τσίπουρο μαρή;

– Όχι θα κάθομαν. Χρειάζεται κι αυτό καμιά φορά. Έλα πιες λίγο και να πλαγιάσουμε. Πέρασε η ώρα. Άρχισαν να λαλάνε τα κοκόρια. Ξημερώνει σε λίγο.

Πριν ακόμα χαράξει, το αφεντικό έφτασε έξω από την αποθήκη και άρχισε να φωνάζει για να ξυπνήσουν οι εργάτριες.

Οι γυναίκες άρχισαν να αναδεύονται και να σκουντάνε η μία την άλλη.

– Ήρθε ο ξεσποριασμένος ακόμα δεν βγήκε ο ήλιος! Μη χάσει κάνα λεπτό!

Πολύ γρήγορα όλες ήταν στο πόδι. Κίνησαν προς την άλλη πλευρά της αποθήκης για να πάρουν τα τσαπιά.

Όλες εκτός από μία.

Η μικρομάνα έλλειπε.

– Το’ πε και το’ κανε, η αφορισμένη, είπε η πιο ηλικιωμένη για να συνεχίσει: Αφεντικό, η μικρή έφυγε. Εγώ δεν κάθομαι να δουλέψω. Θα πάω να τη βρω μην πάθει και τίποτα στο δρόμο. Μικρό κορίτσι είναι.

– Όποια φύγει να ξέρει πως δεν θα πληρωθεί και δεν θα ξαναδουλέψει για μένα.

– Θα μας πληρώσεις και θα πεις κι ένα τραγούδι μην πάρω το θκούλι και σε περιλάβω μ’ αυτό, όπως τον άλλον. Τώρα όσο για τη δουλειά, θα μας παρακαλάς και δεν θα ερχόμαστε, του είπε η άλλη εργάτρια.

– Μα δεν τα έχω τώρα τα λεφτά. Αλλιώς τα υπολόγιζα. Και θα με αφήσετε έτσι; Ρωτούσε απεγνωσμένος τώρα ο «αφέντης» που έβλεπε πως το αρχικό του νταηλίκι πήγε στράφι.

– Εγώ θα μείνω, είπε μία από τις εργάτριες.

– Θα μείνει καμία άλλη; Ρώτησε η ηλικιωμένη.

Καμία δεν μίλησε.

– Πάμε λοιπόν. Θα στείλω αύριο τον άντρα μου για τα μεροκάματα, είπε πάλι η ηλικιωμένη στο αφεντικό.

Τελικά, όλες πήραν το δρόμο της επιστροφής.

Δυο χιλιόμετρα πιο πέρα, μετά το ποτάμι κάτω από έναν φτελιά, αντάμωσαν την εργάτρια που είχε φύγει.

Στάθηκε κάτω από τον ίσκιο να ξαποστάσει και την πήρε ο ύπνος. Ούτε που τις κατάλαβε που πλησίασαν.

«Μην κλαις παιδί μου. Μην κλαις γραμμένο μου. Έρχομαι να σε ταΐσω εγώ. Κάνε λίγο υπομονή κι έρχομαι. Πρέπει να φας παιδί μου. Είσαι αδύνατο.»

 

Ετικέτες: , , ,

Πλησιάζει η μέρα…

Η εικόνα ίσως περιέχει: 2 άτομα, άτομα στέκονται

Πλησιάζει η μέρα…
Χρήστος Επαμ. Κυργιάκης
 
Πλησιάζει η μέρα…
που οι άνθρωποι θα θέλουν να λένε αυτό που εννοούν
που οι άνθρωποι θα θέλουν να εννοούν αυτό που λένε
που οι υποκριτές θα είναι ελάχιστοι, θλιβερά απομεινάρια μιας εποχής που έφυγε
που τα όνειρα θα οδηγούν τους ανθρώπους προς την πραγματοποίησή τους
που η γνώση θα είναι κοινωνικό αγαθό, δώρο σε όλα τα παιδιά του κόσμου από όσους την κατέχουν πραγματικά
που οι ανθρώπινες ζωές δεν θα κοστολογούνται με το χρήμα γιατί θα είναι υπεράνω χρημάτων
που όσοι δεν κλέβουν δεν θα αισθάνονται μαλάκες αλλά περήφανοι
που η αξιοπρέπεια δεν θα συνθλίβεται από την καθημερινότητα
που η πρωτοχρονιά δεν θα ευαγγελίζεται το καλύτερο γιατί αυτό θα υπάρχει ήδη
που τα δώρα δεν θα είναι μια καταναγκαστική διαφημιστική παρότρυνση αλλά ένα κομμένο λουλούδι από την αυλή της ψυχής μας, πολύ μεγαλύτερης αξίας από τα καταναλωτικά πρότυπα
που οι καθρέφτες των πρωταγωνιστών της χαριτωμενιάς θα σπάνε μη μπορώντας να αντέξουν την ασχήμια
που δεν θα πεθαίνουν άνθρωποι από την πείνα, το κρύο και τη μοναξιά
που η σοφία των ανθρώπων θα είναι οδηγός για την απελευθέρωση και όχι για τη σκλαβιά
που δεν θα υπάρχουν ποιητές να γράφουν για τη θλίψη των ανθρώπων, ούτε τραγουδιστές που να τραγουδούν την αδικία
που η ηθική θα είναι νόμος άγραφος άρα δυνατός και ανίκητος
που οι μόνοι άνεργοι θα είναι οι κατ’ επάγγελμα ηγέτες και ηγετίσκοι
που οι άνθρωποι δεν θα διεκδικούν το αυτονόητο γιατί θα το έχουν ήδη κατακτήσει
που οι τράπεζες, οι οίκοι αξιολόγησης και όλα τα συναφή τερατουργήματα θα αποτελούν μουσειακά κτήρια που θα θυμίζουν την πιο σκοτεινή περίοδο στην ιστορία της ανθρώπινης εξέλιξης
που δεν θα υπάρχει ελεημοσύνη γιατί δεν θα υπάρχουν πλούσιοι να δημιουργούν τους φτωχούς που θα ελεημονούν
που τα μωρά θα γεννιούνται για να αφήσουν το στίγμα τους στην εξέλιξη της ανθρωπότητας και όχι για να ξεχρεώσουν το καταγεγραμμένο χρέος τους στα κιτάπια κάποιας τράπεζας
που τα παλιά και νέα τζάκια θα είναι μονίμως σβηστά με τους ιδιοκτήτες τους καταδικασμένους να καθαρίζουν τις καμινάδες τους από τη μαύρη και δηλητηριώδη κάπνα τους
που η κοινωνία μας θα γεμίσει με λιάπηδες, βουλγαράκηδες, μητσοτάκηδες, γεωργιάδηδες, παπανδρέου, βενιζέλους, καραμανλήδες και παπακωνσταντίνου, καθώς το κεφαλαίο αρχικό γράμμα των επωνύμων μας θα είναι τίτλος τιμής και δεν θα αποδίδεται στον καθένα με τη γέννησή του
που οι άνθρωποι δεν θα ζουν ούτε με το φόβο ούτε με την ελπίδα γιατί θα είναι και θα αισθάνονται πραγματικά λεύτεροι.
 

Ετικέτες: , , , , , ,

Αγαπημένοι μου

Αγαπημένοι μου

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Αγαπημένοι μου μαθητές.

Πέρασαν αρκετές μέρες που δεν συναντηθήκαμε και η αλήθεια είναι πως μου λείψατε λίγο.

Μην το διαδίδετε όμως γιατί μπορεί να το μάθουν και τίποτα έγκριτοι και αντικειμενικοί δημοσιογράφοι και να μην το πιστέψουν γιατί θεωρούν ότι μου είναι πολύ ευχάριστο που δεν σας συναντώ.

Κούνια που τους κούναγε γιατί καθόλου δεν γνωρίζουν, όπως εσείς, πως πάντα κοιτιόμαστε στα μάτια, ίσα κατάματα, και λέμε πάντα αλήθειες γιατί αλλιώς … μεγαλώνει η μύτη μας.

Εύχομαι να είστε καλά εσείς και οι δικοί σας και ο κόσμος όλος όμως βλέπετε και μαθαίνετε τι γίνεται.

Κρατείστε ζεστή την ψυχή σας και ανοιχτό το μυαλό γιατί πάντα το μυαλό είναι ο στόχος.

Μακάρι να μην προέκυψαν σε σας και τους δικούς σας προβλήματα οικονομικά ή ανεργίας αν και λίγο δύσκολο να μην έχει συμβεί.

Μη νομίσετε. Και σε μας που ακόμη δεν πείραξαν τους μισθούς μας, αν και το σκέφτονται, οικονομικές επιπτώσεις υπάρχουν. Δεν είμαστε μόνοι μας. Έχουμε παιδιά, εγγόνια, συγγενείς και φίλους που μπορεί να έχουν τούτη την ώρα ανάγκη. Κι επειδή είμαστε άνθρωποι πάνω από όλα δεν τα κλείνουμε τα μάτια ούτε κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε.

Ξέρετε, μπορεί να ακούσετε τούτες τις μέρες πολλά για μένα και τους συναδέλφους μου. Ότι είμαστε τεμπέληδες, ανειδίκευτοι, ακαμάτηδες και άλλα τέτοια επειδή ζητάμε δωρεάν ίντερνετ και τάμπλετ για όλους εσάς και για όλους εμάς για να μην στερείτε κανένας σας τη δυνατότητα να μάθει ή να πληροφορηθεί κάτι. Ναι δε λέω να διδαχτεί γιατί η διδασκαλία είναι άλλο πράγμα. Θέλει προσωπική επαφή και το ξέρετε. Εσείς το ξέρετε. Οι καλοθελητές όχι.

Όμως πάντα βρίσκαμε τρόπο επικοινωνίας. Και τώρα βρήκαμε και θα βρούμε κι άλλους καλύτερους μέχρι να ξανανταμώσουμε.

Μέχρι τότε κρατήστε την ψυχή και το μυαλό σας σε εγρήγορση, τόσα και τόσα «παραμύθια» υπάρχουν σε πολλά βιβλία. Βρείτε αυτό που σας ταιριάζει που σας πάει ένα βήμα πιο μπροστά μακριά από πρωτόγονα ένστικτα. Ένα βήμα πιο κοντά στον άνθρωπο.

Μην πιστέψετε ότι δεν θα περάσει. Θα περάσει. Κάποια στιγμή θα τελειώσει. Θα το κάνουμε εμείς να τελειώσει. Το χρωστάμε στους εαυτούς μας και κυρίως το χρωστάμε σε σας.

Σας στέλνω μια μεγάλη αγκαλιά με την ευχή να προσέχετε και να παραμείνετε υγιείς και στο σώμα και στην ψυχή και στο μυαλό.

Με αγάπη και προσμονή

Χ.Κ

 

Ετικέτες: , , , , , , ,

Χειροκροτήστε παρακαλώ

Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα, δαχτυλίδι και κοντινό πλάνο

Χειροκροτήστε παρακαλώ

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Χειροκροτήστε παρακαλώ. Ναι σε εσάς το λέω,

 

που πριν λίγα χρόνια συμφωνούσατε με όλες εκείνες τις υποκριτικές γλοιώδεις φωνές που τσίριζαν στα τηλεοπτικά μπαλκόνια και παράθυρα ζητώντας «περικοπές στο δημόσιο τομέα και απολύσεις». Πιστέψατε, καημένοι μου πως οι υπεύθυνοι των δεινών σας ήταν οι δημόσιοι υπάλληλοι.

 

που όταν ξέσπασε η καπιταλιστική κρίση συμφωνούσατε με τους υπουργούς και τους πρωθυπουργούς που σας έλεγαν πως πρέπει να μειωθούν οι κοινωνικές παροχές, να κλείσουν σχολεία και νοσοκομεία, να καταργηθεί «η βοήθεια στο σπίτι», να περάσει η καθαριότητα σε ιδιώτες, να μειωθούν οι μισθοί και να γυρίσει το ρολόι των εργασιακών σχέσεων στο μεσαίωνα.

 

που τρέχατε να ευθυγραμμιστείτε με τα τηλεοπτικά και δημοσιογραφικά παπαγαλάκια για το ποιος θα βρίσει πρώτος όποιους ύψωναν ανάστημα με απεργίες και διαδηλώσεις, προσπαθώντας να περισώσουν ότι μπορούσαν από τα εργασιακά δικαιώματα και κυρίως από την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

 

που ως ανόητοι οπαδοί πανηγυρίζατε για το ξεπούλημα της Ολυμπιακής, των μέσων μαζικής μεταφοράς, του ΟΣΕ, της ΔΕΗ, του ΟΤΕ, των λιμανιών, των αεροδρομίων και την κατάργηση των επιδοτούμενων ακτοπλοϊκών γραμμών και πτήσεων.

 

που στοιχηθήκατε πίσω από όσους υποστήριζαν πως πρέπει να απολυθούν οι καθαρίστριες, να ριχτούν στον καιάδα οι εργαζόμενοι στην καθαριότητα, να εισέλθει σε όλους τους τομείς της ζωής μας ο ιδιωτικός τομέας.

 

που ζητούσατε χωρίς δεύτερη σκέψη να συρρικνωθεί το ΕΚΑΒ και οι υπηρεσίες του. Σε παπάδες, στρατό και αστυνομία να υπάρχει επάρκεια και όλα τα άλλα είναι περιττά.

 

που νιώσατε εθνικά υπερήφανοι με το πάρτι των ολυμπιακών αγώνων και βγάλατε τις γαλανόλευκες στα μπαλκόνια για να γιορτάσετε το γεγονός πως κάποιοι έτρωγαν με χίλιες μασέλες προετοιμάζοντας τον μετέπειτα οικονομικό θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων εργαζόμενων στον βωμό της περιβόητης «κρίσης».

 

που τα προηγούμενα χρόνια μα και πριν από λίγες μέρες χειροκροτούσατε όλους αυτούς που προετοίμασαν και υλοποίησαν την κατεδάφιση των δωρεάν δημόσιων παροχών υγείας και παιδείας και τώρα σας κουνούν το δάκτυλο της ατομικής ευθύνης, ζητώντας σας μάλιστα με περισσή υποκρισία, να βγείτε στα μπαλκόνια και να χειροκροτήσετε αυτούς που όλο το προηγούμενο διάστημα τους χαρακτήριζαν τεμπέληδες και χαραμοφάηδες.

 

που ξεχνάτε τόσο εύκολα όλους εκείνους που σας κορόιδεψαν, σας λήστεψαν, σας εξαπάτησαν, σας έκαναν φτωχούς, σας έριξαν στην ανεργία και τώρα εμφανίζονται μπροστά σας ως σωτήρες.

 

που γνωρίζετε πολύ καλά πως το δίκιο σας δεν θα το βρείτε χειροκροτώντας στα μπαλκόνια, αλλά διεκδικώντας το εκεί που προσπαθούν να σας το στραγγαλίσουν.

 

Χειροκροτήστε λοιπόν, την άλλη φορά που θα βρεθείτε στο πεζοδρόμιο, εκείνους που θα πορεύονται δίπλα σας στο δρόμο του αγώνα όπως έκαναν και τότε, όπως θα κάνουν και αύριο.

Δοκιμάστε να πορευτείτε μαζί τους, με όλους όσους έντιμα και μόνιμα έχουν πάντα πάνω από όλα την αξία της ανθρώπινης ζωής και όχι την αξία του χρήματος και του κέρδους.

Πάντα αυτοί που αγαπούν την ανθρώπινη ζωή, αυτοί και μόνο αυτοί είναι οι πραγματικοί νικητές.

 

Ετικέτες: , , , , , , ,

Το ψέκασμα

Το ψέκασμα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

– Γιατί με ψεκάζεις με φυτοφάρμακα αγρότη;
– Γιατί είσαι εισβολέας. Θες να μου πάρεις το σπίτι και το βιος μου.
– Εγώ; Μα στο πήρε ήδη η φίλη σου η τράπεζα όπως μαθαίνω, και το βιος σου επίσης στο έχει υποθηκευμένο. Το δικό μου το σπίτι το γκρέμισαν οι βόμβες. Έμαθα ότι αυτοί που σου πήραν το σπίτι με αυτούς που γκρέμισαν το δικό μου πιστεύουν στον ίδιο θεό και έχουν την ίδια πατρίδα.
– Είσαι μουσουλμάνος κι εγώ χριστιανός.
– Εσύ Χριστό κι εγώ Αλλάχ, όμως κι οι δυο μας αχ και βαχ λέει ένα τραγούδι αλλά μάλλον εσύ δεν το ακούς συχνά. Μάλλον δεν σου αρέσει.

– Ότι και να λες θα σε ψεκάσω.

–  Όχι εμένα. Εμένα μη με ψεκάσεις. Σκέψου. Κοίτα γύρω σου και σκέψου. Αύριο θα σε βάλλουν να ψεκάσεις και Έλληνες αν δεν το έχεις κάνει ήδη και τότε τι θα πεις; Θα πεις πάλι «μόνο Έλληνες»;  Μην τους αφήνεις να σε κάνουν τσακάλι. Γιατί δεν ψεκάζεις αυτούς που με έκαναν πρόσφυγα; Φοβάσαι μάλλον. Καταλαβαίνω…

– Θα πάρεις τη δουλειά των παιδιών μου. Δεν σε αφήνω να περάσεις.

– Ποια δουλειά αγρότη; Αφού τα παιδιά σου είναι άνεργα ή έχουν φύγει μετανάστες. Τα δικά μου, πεινασμένα όπως κι εγώ. Άλλωστε δεν θέλω να μείνω στον τόπο σου. Είναι όμορφος, δε λέω, αλλά εγώ θέλω να περάσω μόνο για να πάω να βρω τους δικούς μου σε άλλη χώρα πέρα από δω.

– Κουβαλάς αρρώστιες θα με κολλήσεις.

– Εγώ; Για δες αγρότη, ποιος σου κουβάλησε την τωρινή αρρώστια με την κορώνα;

– Είσαι απολίτιστος, να φύγεις, να πας στον τόπο σου.

– Κι ο δικός σου πολιτισμός αγρότη ποιος είναι; Αυτός που μου δείχνεις τώρα; Στον τόπο σας έζησαν μεγάλοι φιλόσοφοι και στοχαστές που μίλησαν για τον άνθρωπο. Μάλλον εσύ δεν έτυχε να τους γνωρίσεις αν κρίνω από αυτά που κάνεις. Πάντως, έρχομαι από τόπο που γέννησε πολιτισμό ίσως και πριν από τον δικό σας. Αλλά ο πολιτισμός είναι για να σε κάνει καλύτερο, όχι χειρότερο.

– Να πας στον τόπο σου είπα. Ο δικός μου δεν μπορεί να σας χωρέσει όλους.

– Στον τόπο μου δεν έχω σπίτι, ούτε δουλειά. Μας τα πήραν όλα. Οι ίδιοι που κλέβουν κι εσένα αγρότη. Αυτοί οι ίδιοι με έκαναν πρόσφυγα και μετανάστη. Κι εσύ αγρότη, τώρα που το λες, κι εσύ δεν έχεις συγγενείς στα ξένα; Ή μήπως κι εσύ ήρθες από απέναντι; Μήπως είσαι τουρκόσπορος αγρότη;

– Εγώ είμαι Έλληνας από πάππου προς πάππου.

– Μπράβο σου αγρότη. Αν με ψεκάσεις θα μείνεις μόνο Έλληνας. Αν μου δώσεις λίγο νερό από το παγούρι σου θα γίνεις και Άνθρωπος. Διάλεξε. Μπορείς να είσαι και τα δύο.

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Ψηλότερο να κάνεις το μπόι των ανθρώπων

Ψηλότερο να κάνεις το μπόι των ανθρώπων

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Αποτέλεσμα εικόνας για συννεφα

Όχι γιόκα μου μην κλάψεις.

Μην τους κάνεις τη χάρη να σε θεωρήσουν αδύναμο.

Μην τους δίνεις τη χαρά να δουν τα διαμαντένια σου δάκρυα.

Μην κλάψεις καλέ μου, μονάκριβέ μου και προπαντός μη λυγίσεις. Αυτό θέλουν κι εκείνοι. Να σε κάνουν να λυγίσεις, να χάσεις τη δύναμη της ψυχής σου.

Την ψυχή σου την ίδια θέλουν να χάσεις.

Μην τους αφήσεις να σε στείλουν στο σφαγείο που έχουν στήσει και βρωμάει, εκτός από αίμα, πετρέλαιο και υδρογονάνθρακες και κυρίως κέρδη.

Μην τους εμπιστεύεσαι.

Είναι αυτοί οι ίδιοι που σου έταξαν ευτυχία, ισότητα, αξιοκρατία.

Μέχρι και κανονικότητα σου έταξαν και φυλακισμένη ελευθερία, γαντζωμένη στην ασφάλεια που σου παρέχουν οι χειροπέδες περασμένες πισθάγκωνα.

Μην κλάψεις γιόκα μου. Μονάκριβέ μου. Μην τους χαρίζεις τα δάκρυά σου. Κράτα τα για συγκινήσεις και χαρές μεγάλες. Ακόμα και για λύπες ανθρώπινες, για απώλειες ανείπωτες που ανοίγουν φυλακές και φωτίζουν δρόμους.

Μην κλάψεις εσύ γραμμένε μου, στα τέσσερα σημεία της γης και προπαντός μη φοβηθείς.

Μην τρομάξεις και μην ντραπείς και κυρίως μην ευχηθείς κακό για τα δικά τους παιδιά γιατί σαν εκείνους θα γίνεις, τέρας όμοιο με δαύτους.

Μα εσύ είσαι δεν είσαι τέρας. Η ομορφιά η ίδια με μορφή ανθρώπινη είσαι.

Μην τους αφήσεις να σου ψαλιδίσουν τα πόδια. Σου έχουν ήδη ψαλιδίσει τα φτερά.

Μέχρι να ξαναφυτρώσουν-γιαατί να ξέρεις μονάκριβέ μου, τα φτερά σαν θελήσουμε ξαναφυτρώνουν πιο μεγάλα και πιο γερά από τα πρώτα-πρέπει να έχεις τα δυο σου πόδια δυνατά γα να κρατάς τη στάση την ανθρώπινη την όρθια.

Σκυμμένος σαν βρεθείς δεν λογαριάζεσαι για άνθρωπος.

Μην κλαις καλέ μου.

Σαν βγεις εκεί έξω να ξαναπάρεις, μαζί με τους συντρόφους σου, ότι σου στέρησαν θα δεις πως ο αέρας που ανασαίνεις θα γεμίσει οξυγόνο που θα σου δίνει ζωή.

Ζωή σαν αυτή που θέλουν να σου στερήσουν.

Εσύ δεν έχεις ανάγκη να την αγοράσεις τη ζωή.

Θα την κερδίσεις όπως έκαναν χιλιάδες άλλοι πριν από σένα ομορφαίνοντας τον κόσμο και ψηλώνοντας το μπόι των ανθρώπων.

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Είμαστε, μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε

Είμαστε, μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

– Άντε βρε Χρήστο μου τι θα γίνει; Ακόμα να ετοιμαστείς; Όπου να’ ναι θα έρθει το παιδί κι εσύ είσαι ακόμα με τις πυτζάμες; Όχι τίποτε άλλο αλλά το ξέρεις εκείνο το βλέμμα της νύφης μας. Σκέτο δηλητήριο! Ίδιο με της μάνας της.

– Σάμπως ο πατέρας της; Μας κοκορεύεται επειδή ταξίδεψε δέκα φορές στο εξωτερικό, ο μπουρτζόβλαχος, που μέχρι να πάει φαντάρος νόμιζε πως το Καρπενήσι είναι νησί καρπερό. Μωρέ, αν δεν ήταν ξάδερφος του Αρτέμη ακόμα στα κατσάβραχα θα ήταν να μιμείται τα βελάσματα των γιδιών. Το γίδι!

– Μη μου συγχύζεσαι χρυσέ μου. Σε παρακαλώ, τώρα που θα έρθουν, κοίτα να είσαι ψύχραιμος. Μην τσακωθείτε πάλι. Θα κάνεις ρυτίδες στα μάτια και δεν θα “γράφεις” στην τηλεόραση.

– Δεν πειράζει Ματίνα μου. Θα πούμε ότι οφείλεται στην κούραση της καθημερινής δουλειάς για το καλό του τόπου.

– Πώς το σκέφτηκες πάλι αυτό; Πολύ έξυπνο!

– Ο πρέσβης μου το είπε. Το ανέφερε ο πρόεδρος σε μία συνέντευξή του στους Times. Για πες μου, πώς σου φαίνομαι; Θα σκάσει ο αγροίκος μόλις το δει.

– Γιατί; Καταλαβαίνει από υψηλή ραπτική; Αν μπορούσε, ακόμα με τα γουρουνοτσάρουχα θα ήταν.

– Βλέπω Ματίνα μου. Τα γνωρίζεις τα γουρουνοτσάρουχα. Δεν ξεχνιέται η ρημάδα η παιδική ηλικία με τα τραύματά της!

– Να αφήσεις ήσυχη την παιδική μου ηλικία. Δεν σε πείραξε όταν κάνατε την κομπίνα με τις βαμβακοσυλλεκτικές μηχανές του μπαμπά.

– Καλά. Άστα αυτά τώρα και πες στην Γιασμίν να ανοίξει. Χτυπάει το κουδούνι.

– Γιασμίιιιν! Άνοιξε παιδί μου. Κουφάθηκες κι εσύ;

Ο γιος, η νύφη και τα συμπεθέρια, εισέρχονται στη βίλα του υπουργού.

– Γεια σου Κίτσο! Που είσαι βρε παιδί μου; Χρόνια πολλά και ευχές πολλές από τον Αρτέμη. Είναι στην Πολωνία. Πήγε να παραλάβει δύο πλοία. Θα τα στείλει κι αυτά στην Κολομβία. Ξέρεις, ο “καφές” έχει μεγάλη ζήτηση. Χα, χα! Καταλαβαίνεις έτσι;

– Καταλαβαίνω Δημήτρη μου, καταλαβαίνω. Δεν χρειάζονται παραπάνω λεπτομέρειες.

– Άιντε πάλι, “Δημήτρη μου” και “Δημήτρη μου”. Εμένα όλος ο κόσμος με φωνάζει Μήτσο. Μην το αλλάξουμε τώρα.

– Ελάτε! Χρήστο, Δημήτρη! Ελάτε να πάρουμε ένα ποτό πριν το φαγητό. Έλα κι εσύ Ευτέρπη μου.

– Έφη, Σταματίνα μου. Έφη.

– Κι εσύ Ευτέρπη μου βλέπω ότι ξεχνάς. Ματίνα είπαμε. Άκου Σταματίνα!

– Κορίτσια, αφήστε τα τώρα αυτά με τα ονόματα. Πάμε μέσα να δούμε και τον εγγονό. Που είσαι βρε Μητσάρα;

– Χρήστο το βαφτίσαμε το παιδί Δημήτρη.

– Χρήστο-Δημήτρη το βαφτίσαμε το παιδί αν θυμάμαι καλά. Εγώ την πλήρωσα τη βάφτιση. Μήπως το ξέχασες;

– Ας είναι. Δεν θα τα χαλάσουμε τώρα για το όνομα.

– Δε μου λες Κίτσο, τι θα κάνουμε με την περίπτωση του “Δάσκαλου”;

– Ποιου Δάσκαλου;

– Δε σε πήραν από το γραφείο του Αρτέμη; Κάτι πρέπει να κάνουμε με την “τυφλή”. Εντάξει. Είχε ανάγκες ο άνθρωπος όταν έβαλε χέρι στα λεφτά. Είχε σκοπό να τα επιστρέψει στη θέση τους. Μετά τον πήρε η κρίση από κάτω. Τι θα κάνουμε τώρα; Τα δικαστήρια δεν μπορούν να κάνουν, λέει, κάτι. Πρέπει να του δώσεις χάρη.

– Τι είναι αυτά που λες Δημήτρη; Θα μας βγάλουν στα κανάλια και στις εφημερίδες. Σκάνδαλο θα γίνει.

– Ποια κανάλια; Δικά μας είναι; Μη σε νοιάζει. Θα παίζουν την καπνοαπαγόρευση. Κανείς δεν θα πάρει χαμπάρι. Είναι ευκαιρία. Να απαλλάξουμε και τους νεαρούς με το ηλεκτρικό και να βγάλουμε και τα “καλόπαιδα” από το γύψο. Εντάξει, έμειναν εκτός “θεάτρου”, αλλά μη χάσουν και τα λεφτά. Πρέπει να μπορούν να κινούνται κι αυτοί. Ο “μαριονέτας” δεν έχει πρόβλημα.

– Καλά, αυτός τι πρόβλημα να έχει. Δεν χρεώνεται με πολιτικό κόστος.

– Εγώ Κίτσο δεν τα καταλαβαίνω αυτά τα πολιτικά κόστη. Άμα μια δουλειά πρέπει να γίνει, θα γίνει. Αν δεν μπορεί να γίνει νόμιμα με την “τυφλή”, θα πρέπει να την κάνετε εσείς. Υπουργικές αποφάσεις. Γι’ αυτό υπάρχουν. Αν πάλι δεν μπορείς εσύ, να αναλάβει άλλος.

– Δεν είπα τέτοιο πράγμα. Απλά, έπεσαν πολλά μαζεμένα. Έχουμε ανοίξει πολλά μέτωπα και ο πρόεδρος φοβάται μην ξεσπάσει ο κόσμος. Καταλήψεις, άσυλο, ξυλοδαρμοί, υδρογονάνθρακες. Έχουμε να μοιράσουμε και το πλεόνασμα. Έχουν μπει στη σειρά και ζητάνε.

– Α, δε θέλω τέτοια. Γι’ αυτό βγήκατε. Το έργο πρέπει να συνεχιστεί, να υπάρχει μια συνέχεια. Έτσι δεν είναι; Άλλες φορές με το μαλακό, άλλες με το άγριο. Τι να κάνουμε; Στη βράση κολλάει το σίδερο. Ασφάλεια, τάξη κι ανάπτυξη. Όλα πάνε καλά. Αν δεν μπορείτε να αναλάβουν οι άλλοι πάλι.

– Εντάξει, θα μιλήσω με τον πρόεδρο μόλις επιστρέψει από τις διακοπές.

– Που πήγε; Πήρε πάλι τα βουνά;

– Μπα στη θάλασσα πήγε. Θα γυρίσει αύριο και θα του πω.

– Καλά, πάμε να φάμε τώρα γιατί μας περιμένει και ο Μητσάρας ο μικρότερος.

Τέτοιες μέρες πρέπει να τις περνάμε με τις οικογένειές μας. Ξέρεις πόσο στεναχωριέμαι όταν σκέφτομαι όλους αυτούς που αναγκάζονται χρονιάρες μέρες να δουλεύουν μέχρι αργά, μακριά από τους δικούς τους;

– Κι εγώ Δημήτρη το ίδιο. Το έγραψα και στην εορταστική επιστολή που μοίρασα στις εφημερίδες. Ας όψεται αυτή η κρίση. Που θα πάει όμως, θα την ξεπεράσουμε. Αρκεί να είμαστε όλοι ενωμένοι. Δεν έχει πλούσιος και φτωχός. Προέχει το καλό του τόπου και του έθνους. Αυτά έγραφα πάνω-κάτω και στην επιστολή.

– Γεια σου ρε Κιτσάρα. Γι’ αυτό σε αγαπάω, κι εγώ κι ο Αρτέμης, γιατί είσαι μεγάλη καρδιά και πάνω απ’ όλα βάζεις το κοινό καλό.

Άντε, ας αρχίσουμε το φαγοπότι.

Καλή μας όρεξη!

 

Ετικέτες: , , , , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: