RSS

Tag Archives: διηγηματα

Πρέπει να φας παιδί μου

Πρέπει να φας παιδί μου

Πρέπει να φας παιδί μου

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

«Γιατί κλαις παιδί μου; Μήπως πεινάς; Θα πεινάς σίγουρα. Είσαι αδύνατος. Πρέπει να τρως. Έλα σε παρακαλώ. Φάε λίγο ψωμί τουλάχιστον.»

Δώδεκα γυναίκες, εργάτριες γης, στοιβαγμένες σε μια αποθήκη «του αφέντη», όλες από το διπλανό χωριό, αποκαμωμένες από το σκάλισμα των βαμβακιών νύχτα με νύχτα, στρωματσάδα πάνω σε κάτι σελτέδες γεμάτους κοριούς και τσιμπούρια. Τουαλέτα, που λέει ο λόγος, και τουλούμπα για πλύσιμο έξω από την αποθήκη. Καμιά τριανταριά μέτρα μακριά.

Είκοσι έξι χρονών η μικρότερη, με δύο παιδιά, τρίχρονο το τελευταίο, εξήντα δύο η μεγαλύτερη. Όλες άφησαν τα σπίτια τους και τις οικογένειές τους για δύο βδομάδες επειδή η ανάγκη τους έσφιγγε το λαιμό.

Για το μεροκάματο, για να βουλώσουν καμιά τρύπα, για να αγοράσουν ξύλα για το χειμώνα, για να πάρουν κανένα κιλό κρέας για το παιδί, για, για…

– Πάλι εφιάλτη έβλεπε η μικρή. Θα σκάσει από το κακό της.

– Μας βγήκε ευαίσθητη. Λες και τα δικά μας είναι σκυλιά κι όχι παιδιά.

Η μεγαλύτερη από όλες πήγε και σκούντηξε σιγά-σιγά τη μικρή για να την ξυπνήσει χωρίς να τρομάξει.

– Έλα σήκω. Σου είπα να μην ξεσυνερίζεσαι με όσα βάζεις στο μυαλό σου. Μια χαρά είναι το παιδί. Έχουμε δέκα μέρες ακόμα. Άμα δεν κοιμάσαι πώς θα αντέξεις όλες τις μέρες με το τσαπί στο χέρι;

– Είδα πάλι ότι έκλαιγε και δεν έτρωγε. Έμαθε με μένα και δεν τρώει με την πεθερά μου. Πώς θα βάλει κάνα γραμμάριο άμα δεν τρώει.

– Μην κάνεις έτσι. Εμείς δεν έχουμε παιδιά; Δεν βλέπουμε και εφιάλτες κάθε βράδυ, πετάχτηκε η εργάτρια που την κατέκρινε και πριν.

Η «μικρή» δεν μίλησε. Μόνο την κοίταξε με απορία και θλίψη.

– Εσύ να κοιτάς τη δουλειά σου, της είπε η πιο ηλικιωμένη.

– Κι εσύ τη δική σου, της απάντησε η ίδια εργάτρια.

Από την πρώτη μέρα η μικρομάνα δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει πίσω στα παιδιά της και στο σπίτι της. Είχε έρθει και πέρυσι για μεροκάματο, στον ίδιο «αφέντη», αλλά φέτος δεν επέστρεφε κάθε βράδυ στους δικούς της. Για δυο βδομάδες, μέχρι να τελειώσει το σκάλισμα θα έμεναν στην αποθήκη του αφέντη για να μην χάνουν χρόνο.

Το φαΐ λιγοστό και μετρημένο. Βλέπετε «δεν του περίσσευαν» και του αφέντη. Με αυτά τα «ψωροχωραφάκια πάσχιζε κι αυτός να τα φέρει βόλτα».

Όλη τη μέρα την έβγαζε στο χωράφι να επιτηρεί τις εργάτριες.

Άμα του «γυάλιζε» και καμία, την πλησίαζε όταν έβρισκε ευκαιρία και άρχιζε τις «προτάσεις».

– Ας τολμήσει να πλησιάσει και θα του ανοίξω το κεφάλι με την τσάπα στα δυο σαν κολοκύθι, είπε μία από τις εργάτριες που ο αφέντης έδειξε από την πρώτη στιγμή ότι του αρέσει.

Το έλεγε και το εννοούσε η συγκεκριμένη. Ήταν όμορφη κι ανύπαντρη κι όσο να’ ναι όσοι έβαζαν κακό με το νου τους τη θεωρούσαν «εύκολο στόχο».

Πριν από τρία χρόνια όταν ο γιος του αφεντικού σε ένα άλλο χωριό τόλμησε να απλώσει το χέρι του και να την ακουμπήσει την ώρα που γύριζε με το θκούλι το τριφύλλι, του κάρφωσε το θκούλι στο χέρι και το έμπηξε στο χώμα.

– Εμένα χωρίς να το θέλω δεν με ακουμπάει κανείς, του είπε. Έβγαλε το θκούλι από το χέρι του νεαρού, το ακούμπησε στον ώμο της και τράβηξε κατά το αφεντικό που ερχόταν προς το μέρος της καθώς άκουσε τα ουρλιαχτά του γιού του.

– Τα μεροκάματά μου και φεύγω, του είπε κρατώντας το θκούλι κατά πάνω του.

– Παλάβωσες; Της είπε εκείνος.

– Τώρα θα παλαβώσω. Σύμασε το γυφτόπιασμα το παλιοζάγαρο το γιο σου να μην τον στείλω σουβλισμένο στη γυναίκα σου.

Σκιάχτηκε το αφεντικό. Είδε και το θκούλι να τον σημαδεύει στο «δόξα πατρί» και σου λέει: ζουρλή είναι ετούτη χωρίς αμφιβολία.

– Δεν έχω μαζί μου παράδες. Στέκα εδώ να πάω στο σπίτι να σου φέρω.

Πήρε τα μεροκάματα και έφυγε με τα ποδάρια. Από κοντά την ακολούθησαν κι άλλες. Μόνο πέντε έμειναν. Τον τάραξε στο ξύλο το γιο του το αφεντικό.

– Σύρε να γυρίσεις μόνο σου το τριφύλλι τώρα. Παλιο κοθώνι του κερατά.

Πίσω στην αποθήκη οι περισσότερες εργάτριες ξαγρύπνησαν. Άρχισαν να λένε ιστορίες και να σιγοτραγουδούν. Αυτές που νύσταζαν γκρίνιαζαν πως ήθελαν να κοιμηθούν για να αντέξουν την επόμενη μέρα.

– Στεκάτε λίγο, είπε σε κάποια στιγμή η ηλικιωμένη. Πήγε στον τροβά της και έβγαλε από μέσα ένα μπουκάλι. Τράβηξε το φελλό και ήπιε μια γουλιά. Σφούγγιξε με το μανίκι το στόμα της και είπε: Μωρέ και πεθαμένο ανασταίνει το άτιμο.

– Έφερες τσίπουρο μαρή;

– Όχι θα κάθομαν. Χρειάζεται κι αυτό καμιά φορά. Έλα πιες λίγο και να πλαγιάσουμε. Πέρασε η ώρα. Άρχισαν να λαλάνε τα κοκόρια. Ξημερώνει σε λίγο.

Πριν ακόμα χαράξει, το αφεντικό έφτασε έξω από την αποθήκη και άρχισε να φωνάζει για να ξυπνήσουν οι εργάτριες.

Οι γυναίκες άρχισαν να αναδεύονται και να σκουντάνε η μία την άλλη.

– Ήρθε ο ξεσποριασμένος ακόμα δεν βγήκε ο ήλιος! Μη χάσει κάνα λεπτό!

Πολύ γρήγορα όλες ήταν στο πόδι. Κίνησαν προς την άλλη πλευρά της αποθήκης για να πάρουν τα τσαπιά.

Όλες εκτός από μία.

Η μικρομάνα έλλειπε.

– Το’ πε και το’ κανε, η αφορισμένη, είπε η πιο ηλικιωμένη για να συνεχίσει: Αφεντικό, η μικρή έφυγε. Εγώ δεν κάθομαι να δουλέψω. Θα πάω να τη βρω μην πάθει και τίποτα στο δρόμο. Μικρό κορίτσι είναι.

– Όποια φύγει να ξέρει πως δεν θα πληρωθεί και δεν θα ξαναδουλέψει για μένα.

– Θα μας πληρώσεις και θα πεις κι ένα τραγούδι μην πάρω το θκούλι και σε περιλάβω μ’ αυτό, όπως τον άλλον. Τώρα όσο για τη δουλειά, θα μας παρακαλάς και δεν θα ερχόμαστε, του είπε η άλλη εργάτρια.

– Μα δεν τα έχω τώρα τα λεφτά. Αλλιώς τα υπολόγιζα. Και θα με αφήσετε έτσι; Ρωτούσε απεγνωσμένος τώρα ο «αφέντης» που έβλεπε πως το αρχικό του νταηλίκι πήγε στράφι.

– Εγώ θα μείνω, είπε μία από τις εργάτριες.

– Θα μείνει καμία άλλη; Ρώτησε η ηλικιωμένη.

Καμία δεν μίλησε.

– Πάμε λοιπόν. Θα στείλω αύριο τον άντρα μου για τα μεροκάματα, είπε πάλι η ηλικιωμένη στο αφεντικό.

Τελικά, όλες πήραν το δρόμο της επιστροφής.

Δυο χιλιόμετρα πιο πέρα, μετά το ποτάμι κάτω από έναν φτελιά, αντάμωσαν την εργάτρια που είχε φύγει.

Στάθηκε κάτω από τον ίσκιο να ξαποστάσει και την πήρε ο ύπνος. Ούτε που τις κατάλαβε που πλησίασαν.

«Μην κλαις παιδί μου. Μην κλαις γραμμένο μου. Έρχομαι να σε ταΐσω εγώ. Κάνε λίγο υπομονή κι έρχομαι. Πρέπει να φας παιδί μου. Είσαι αδύνατο.»

 

Ετικέτες: , , ,

Ο Νικόλας ο «τρελός»

Ο Νικόλας ο «τρελός»

Ο Νικόλας ο «τρελός»

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Κανένας δεν του έκανε παρέα τα τελευταία χρόνια. Μήτε η γυναίκα του, μήτε τα παιδιά του.

Ακόμα κι εκείνος ο κολλητός του, ο αδερφικός του φίλος, ακόμα κι αυτός τον απέφευγε όταν τον έβλεπε.

Ποιος θέλει παρτίδες με έναν τρελό;

Δεν είναι πως δεν είχε όνομα, Νικόλα τον έλεγαν, μα κανένας πια δεν τον φώναζε με τ’ όνομά του.

«Ο τρελός», έλεγαν όλοι όταν τον έβλεπαν.

Τα έβγαζε πέρα, τρόπος του λέγειν, με τη σύνταξη που του αναλογούσε μετά από πενήντα χρόνια δουλειάς. Βλέπεις στα πρώτα χρόνια, ήταν δεν ήταν δεκαοχτώ χρονών, τα αφεντικά του ήταν καλά, άνθρωποι της εκκλησίας και του θεού, αλλά δεν είχαν να του κολλάνε και ένσημα. «Δεν έβγαιναν», όπως έλεγαν συχνά αν και το σωστό το ήξεραν. «Μάρτυς τους ο θεός» και ποιος ζει ποιος πεθαίνει. Μπορείς να διαψεύσεις το θεό;

Του άρεσε του Νικόλα να πηγαίνει τα απογεύματα στην πλατεία. Καθόταν στο παγκάκι και χάζευε τα παιδιά που έπαιζαν μπάλα. Ή μάλλον που προσπαθούσαν να παίξουν γιατί οι καρέκλες και τα τραπέζια των καταστημάτων έφτασαν να είναι περισσότερα από τις πλάκες σχιστόλιθου της πλατείας.

Καθόταν στο διπλανό παγκάκι και παρακολουθούσε με μεγάλο ενδιαφέρον τα ποδοσφαιρικά ντέρμπυ των πιτσιρικάδων.

Με το που έφευγε η μπάλα από τα παιδιά κι έκανε να φτάσει στο δρόμο πεταγόταν σαν σφεντόνα και την προλάβαινε.

«Παίξτε αλλά να προσέχετε. Κι αν βγει στο δρόμο μην την κυνηγήσετε. Θα πηγαίνω εγώ να σας τη φέρνω».

Κάθε φορά που έχαναν τη μπάλα τους ή που κάποιος μαγαζάτορας τους την άρπαζε για να μην ενοχλούν τους πελάτες, ο Νικόλας πήγαινε και τους έπαιρνε άλλη.

Τα αγαπούσε τα παιδιά, τα είχε υπό την προστασία του. Ειδικά στο Γιαννάκη είχε μεγάλη αδυναμία. Του θύμιζε βλέπετε το δικό Γιαννάκη, το γιο του. Κι όταν καμιά φορά τύχαινε κάποιος πελάτης να τα μαλώσει επειδή η μπάλα τους πήγε στο τραπέζι του, εκείνος σηκωνόταν, έσφιγγε τα δόντια και τις γροθιές και χτυπούσε τα πόδια με δύναμη στις πλάκες. Δεν τολμούσε όμως ποτέ να πει ή να κάνει κάτι.

Ούτε και στη ζωή του τόλμησε ποτέ να σηκώσει ανάστημα ή να υψώσει τη φωνή του. Ακόμη κι αν ένιωθε το δίκιο να τον πνίγει, διάλεγε πάντα να μην μιλήσει και εισέπραττε κάθε φορά και μια καινούργια ήττα.

Μόνο μία, μία και μοναδική φορά αντέδρασε και από τότε παντρεύτηκε και τον τιμητικό τίτλο του «τρελού».

Δούλευε μεροκάματο στα καπνοχώραφα εκείνη την περίοδο. Από τις τέσσερις τα ξημερώματα μέχρι στις δέκα το πρωί και μετά αχθοφόρος σε αποθήκη μέχρι αργά το απόγευμα, αναλόγως τη δουλειά. Ήταν νέος και δυνατός. Ο γιος του ο Γιαννάκης, ήταν τότε γύρω στα δυο. Ήθελε να μαζέψει χρήματα μπας και του ζητούσε ο γιος του να σπουδάσει. Σκεφτόταν τα δικά του. Δεν τα συνέχισε τα γράμματα κι ας ήταν «σπίρτο» όπως έλεγαν οι δάσκαλοί του.

Χρήματα για να φύγει από τη μικρή πόλη που ζούσε με τους δικούς του δεν υπήρχαν. Δεν ήθελε να συμβεί το ίδιο και στο γιο του.

«Αννούλα, ο Γιαννάκης μας θα σπουδάσει άμα του αρέσει. Να ξεφύγει από τούτη τη μιζέρια. Με τα χωράφια και με τις δουλειές του ποδαριού είσαι μια ζωή σε σπίτι ξέσκεπο», έλεγε στη γυναίκα του.

«Νικόλα, δεν είναι αυτά για μας. Οι σπουδές είναι πολυτέλειες για τους ψωροπερήφανους», του απαντούσε εκείνη κι ευχόταν να του έσχιζε την καρδιά καλύτερα παρά να του έλεγε τέτοιες κουβέντες.

Είχε συμφωνήσει στην τιμή, έδωσαν τα χέρια, με τον τσιφλικά του διπλανού χωριού που είχε τα καπνοχώραφα, ούτε ήξερε κι αυτός πόσα στρέμματα είχε, και υπολόγιζε πως μέχρι να μεγαλώσει ο Γιαννάκης θα τα είχε μαζέψει τα λεφτά για τις σπουδές. Φτάνει να το ήθελε ο μικρός, φτάνει να το είχε μεράκι.

Την πρώτη χρονιά ο τσιφλικάς του έδωσε τα μισά από αυτά που είχαν συμφωνήσει. Και να πεις ότι ήταν μόνο τσιφλικάς; Ο μεγαλύτερος τοκογλύφος της περιοχής.

«Δεν πήγε καλά η σοδειά Νικόλα. Το ξέρεις, δεν θα στα φάω, άνθρωποι είμαστε. Του χρόνου θα τα πάρεις μαζί με τα υπόλοιπα».

Δεν του άρεσε του Νικόλα. Θύμωσε και του ήρθε να τον σβερκιάσει τον τσιφλικά. Συγκρατήθηκε τελευταία στιγμή. Κόντεψε να σπάσει τα δόντια του από στο σφίξιμο. Σκέφτηκε τις σπουδές του γιου του.

«Ας είναι. Θα περιμένω ένα χρόνο».

Την επόμενη χρονιά ο τσιφλικάς, που το’ χε σύστημα να μην πληρώνει τους εργάτες γης ποτέ όσα συμφωνούσαν, είπε στο Νικόλα πως δεν μπορούσε να του δώσει τα χρήματα που είχαν συμφωνήσει.

«Προέκυψαν έξοδα που δεν τα υπολόγισα Νικόλα. Ο γιος μου ο μεγάλος, ξέρεις ότι τον έστειλα για σπουδές έξω. Για καλύτερα. Άλλα πανεπιστήμια εκεί, ανώτερα από τα δικά μας. Θα χρειαστεί μου είπε να μείνει άλλα δυο χρόνια και τα δίδακτρα είναι περισσότερα. Δεν γίνεται να σου δώσω όσα συμφωνήσαμε. Μην το παίρνεις προσωπικά. Και με τους άλλους το ίδιο θα κάνω. Δέχτηκαν όλοι. Νικόλα ξέρω πως είσαι καλός άνθρωπος. Το βαστάει η καρδιά σου να σταματήσω τις σπουδές του παιδιού; Άλλωστε, έχεις φάει ψωμί από τα χέρια μου, μπορείς να κάνεις λίγη υπομονή. Μου το χρωστάς Νικόλα.»

Έχασε τη μιλιά του ο Νικόλας. Μάζεψε και τους υπόλοιπους εργάτες γης, καμιά τριανταριά νοματαίους και τους είπε πως πρέπει να κάνουν απεργία. Να σταματήσουν να δουλεύουν αν δεν πάρουν τα μεροκάματά τους.

Δεν δέχτηκε κανένας. Οι περισσότεροι είχαν χρέη στο τσιφλικά. Τους είχε δεμένους πισθάγκωνα. Οι υπόλοιποι δεν ήθελαν μπλεξίματα. Κάποιοι δεν είχαν και υποχρεώσεις, αυτοί και το τομάρι τους ήταν, οπότε δεν τους ένοιζε και πολύ.

«Να κάτσεις στα αυγά σου και να αφήσεις τις απεργίες και τα μπλεξίματα. Φυλακή θα σε κλείσουν και θα με αφήσεις να βολοδέρνω με ένα μικρό μόνη μου για να τα φέρω βόλτα.»

«Πώς να το καταπιώ το άδικο Αννούλα; Ξέρεις πόσο ιδρώτα έριξα. Δε με ακούς που βήχω; Φθυσικός θα γίνω. Δεν έχουν χαΐρι τα καπνά, το ξέρεις. Και να δουλεύω τζάμπα;»

Πήγε την άλλη μέρα και βρήκε τον τσιφλικά. Του ζήτησε τα δουλευμένα και τα χρωστούμενα μαζί. Εκείνος του είπε πως προέχουν οι σπουδές του γιου του τού πρωτότοκου και όχι τα δικά του μεροκάματα.

Θόλωσε ο Νικόλας. Έσφιξε τα δόντια και τις γροθιές του και άρχισε να χτυπάει τα πόδια του κάτω. Έτρεξε στο ξηραντήριο που ήταν τίγκα στον καπνό, έβγαλε τα σπίρτα και έβαλε φωτιά. Σε λίγα δευτερόλεπτα η φωτιά επεκτάθηκε παντού. Πήγε και στο δεύτερο και στο τρίτο το ξηραντήριο. Ο καπνός από τα τρία ξηραντήρια που καίγονταν φαινόταν από χιλιόμετρα μακριά.

Ούρλιαζε ο τσιφλικάς τραβώντας τα μαλλιά. «Είναι τρελός. Θα μας κάψει όλους ζωντανούς».

Το βλέμμα του Νικόλα καρφώθηκε στο πουθενά. «Θέλω κι εγώ να σπουδάσει ο γιος μου», επαναλάμβανε συνεχώς όταν ήρθαν και τον συνέλαβαν.

Δυο χρόνια φυλακή λόγω ελαφρυντικών και άλλα δύο στο ψυχιατρείο. Κόσμος πολύς είχε μαζευτεί έξω από το δικαστήριο τη μέρα της δίκης. Μέχρι και δημοσιογράφοι από την πρωτεύουσα ήρθαν για να καλύψουν τη δίκη. Ο τσιφλικάς την έβγαλε σχεδόν καθαρή λόγω έλλειψης επαρκών στοιχείων.

Η Αννούλα πήρε το Γιαννάκη και πήγε στους δικούς της. Δεν αντάμωσε ποτέ με το Νικόλα. Στο παιδί είπε πως ο πατέρας του πέθανε.

Και καθώς το παιδιά έπαιζαν στην πλατεία, μια μπαλιά του μικρού Γιαννάκη σκάει πάνω στο τραπέζι του διπλανού μαγαζιού. Φεύγει το ποτήρι με τον καφέ και σκάει πάνω στο άσπρο φόρεμα της κυρίας του ζευγαριού. Ο συνοδός της σηκώνεται αγριεμένος και προσπαθεί να βρει τον «ένοχο». Ένα ξανθό αδύναμο αγοράκι, ο Γιαννάκης, τους πλησιάζει και ζητάει συγνώμη.

Πριν προλάβει να τελειώσει ο συνοδός της κυρίας στέκεται πάνω από το μικρό και του ρίχνει μια ξανάστροφη με τόση δύναμη που ο μικρός πετάχτηκε πέρα.

Το βλέπει ο Νικόλας και γυαλίζει το μάτι του.

Ορμάει με όση δύναμη είχε και τρέχει πάνω από το Γιαννάκη. Τον είδε να κλαίει και να πιάνει το μάγουλό του. Γυρνάει, χωρίς καθυστέρηση και πέφτει πάνω στον άνθρωπου που χαστούκισε το μικρό. Καρέκλες, τραπέζια και δυο άνθρωποι που τσακώνονταν είχαν γίνει ένα.

Με το ζόρι μπόρεσαν να ελευθερώσουν τον συνοδό της κυρίας από τα χέρια του Νικόλα.

Κατέφτασε και η αστυνομία για να πιάσει τον «τρελό». Όλοι οι παρευρισκόμενοι συμφωνούσαν πως ο «τρελός» το παράκανε και πως δεν ήταν δική του δουλειά να ανακατευτεί. Ο Γιαννάκης δεν ήταν το παιδί του στο κάτω-κάτω!

Έτρεμε ο Νικόλας από την ταραχή καθώς του περνούσαν τις χειροπέδες. Κοιτούσε τον Γιαννάκη και τον ρωτούσε αν πονάει. Ο μικρός του απαντούσε αρνητικά κουνώντας το κεφάλι με τα δάκρυα να τρέχουν ποτάμι.

Ο Νικόλας ένιωθε σιγά-σιγά να μην τον κρατάνε τα πόδια του. Κρατιόταν όρθιος με τη βοήθεια των αστυνομικών που τον τραβούσαν βίαια προς το περιπολικό.

Ο Νικόλας κατέρρευσε! Οι αστυνομικοί τον ξάπλωσαν ανάσκελα. Ο κόσμος σάστισε και σιωπή απλώθηκε ξαφνικά σε όλη την πλατεία.

«Ένα ασθενοφόρο γαμώ το κέρατό μου. Το παιδί υπερασπίστηκε αφού δεν βρέθηκε κανένας από μας να το κάνει», ακούστηκε να λέει κάποιος.

Κάπως έτσι έσβησε ο Νικόλας.

Ένας «τρελός» λιγότερο στην «λογική» μας κοινωνία.

Ένας εχθρός λιγότερο για τους «φιλήσυχους νοικοκυραίους».

Έσβησε με την τελευταία εικόνα στα μάτια του να είναι εκείνη με τα παιδιά να έχουν κάνει κύκλο γύρω του μη αφήνοντας κανέναν να τον αγγίξει και τον μικρό Γιαννάκη να του χαϊδεύει το κεφάλι ζητώντας του να μην φύγει.

Μάταια όμως….

 

Ετικέτες: , ,

Όσους ανθρώπους πρόλαβα να δω

 Όσους ανθρώπους πρόλαβα να δω

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

ελπίδα1Μακρύ το ταξίδι της ζωής και μαζί τόσο μικρό, αναλογίστηκα σαν ήρθε η ώρα της αναδρομής.

Πόσα είδα και πόσα θα ήθελα να δω μα δεν τα συνάντησα ποτέ!

Κι είδα ανθρώπους να γελάνε ανοίγοντας απλώς το στόμα και δείχνοντας τοα δόντια τους. Σπάραζε η ψυχή τους και η δική μου που έβλεπε το μαρτύριό τους.

Κι είδα ανθρώπους ψεύτες και μοχθηρούς, που τους φοβούνταν ακόμη και τα φίδια, να συναναστρέφονται με ανθρώπους σερνόμενοι σε πατώματα, σοκάκια, δρόμους και γυαλισμένους διαδρόμους.

Κι είδα ανθρώπους, επαναστάτες έλεγαν πως είναι, που ήθελαν ν’ αλλάξουν, τον κόσμο να αναδύουν μούχλα. Κι ευχήθηκα τρομαγμένος να μην το καταφέρουν ποτέ.

Κι είδα ανθρώπους καλοντυμένους να προσκυνούν μες στην εκκλησιά, να αφήνουν πλούσιο οβολό στην άκρη της εικόνας και να φεύγουν. Κι είδα την εικόνα να δακρύζει και τον παπά να πανηγυρίζει για το θαύμα. Νόμισε ο παμπόνηρος πως η εικόνα δάκρυσε από χαρά για τον οβολό. Ούτε που φαντάστηκε πως δάκρυσε από πόνο και θλίψη.

Κι είδα σπίτια ανθρώπων σκέτα παλάτια κι ας μην ήταν βασιλιάδες που ντρέπονταν οι άνθρωποι να μπουν μέσα, μα σαν μπήκαν βγήκαν γεμάτοι ντροπή γι’ αυτά που είδαν μέσα.

Κι είδα σχολεία που θύμιζαν φυλακές και δασκάλους που έμοιαζαν με δεσμοφύλακες. Κι είπα πως το κέρδισαν το παιχνίδι τα τέρατα. Με τέτοια σχολεία την άνοιξη θα φυτρώσουν μόνο αγκάθια.

Κι είδα ανθρώπους που σαν κοιτούσαν στον καθρέφτη εκείνος μαύριζε. Δεν άντεχε την ασχήμια της ψυχής που κουβαλούσαν. Κι είδα τους ίδιους ανθρώπους να στριφογυρίζουν το μαστίγιο της εξουσίας που κρατούσαν και να το κατεβάζουν σε ανυπεράσπιστους ανθρώπους.

Κι είδα τους μαστιγωμένους ανθρώπους να κλαίνε από ευγνωμοσύνη και να ευχαριστούν το Θεό που εξακολουθούσαν και ήταν ζωντανοί. Μάλλον πίστεψαν πως ζωή ήταν το καθημερινό μαστίγωμα.

Κι είδα γιατρούς να θησαυρίζουν από τις αρρώστιες που θεράπευαν και δικηγόρους να πλουτίζουν από τις παρανομίες που υπερασπίζονταν.

Κι είδα ανθρώπους να σπέρνουν την ανισότητα στο όνομα της ισότητας, να κατακρεουργούν τη δημοκρατία στο όνομά της και να παραγγέλνουν σκοτάδι μέρα μεσημέρι.

Κι είδα ανθρώπους να κάνουν το χρήμα Θεό τους, το αφεντικό πατέρα τους και την εταιρία οικογένεια τους.

Κι είδα φτωχούς και κατατρεγμένους, αδικημένους κι άνεργους να φιλούν το χέρι που τους πέταγε ένα ξεροκόμματο. Ήταν το ίδιο χέρι που τους έφερε στην κατάσταση που βρίσκονταν.

Κι είδα ανθρώπους με μόνο ρούχο τους το μίσος που αντάμωναν με τα τσακάλια κι εκείνα κρύβονταν στις τρύπες τους, που δεν άντεχαν το φως γι’ αυτό κυκλοφορούσαν νύχτα και κατά αγέλες.

Κι είδα ανθρώπους να βαδίζουν όρθιοι, όπως ταιριάζει σε ανθρώπους, ακόμη κι όταν οδηγούνταν στην κρεμάλα ή στο απόσπασμα. Και σκύλιαζαν οι δήμιοι και οι εκτελεστές, άφριζαν από τη λύσσα τους που δεν μπόρεσαν ποτέ να ζήσουν το ανθρώπινο μεγαλείο.

Κι είδα ανθρώπους ασήμαντους, τους πιο σημαντικούς της γης, να πιάνουν αγκάθι κι αυτό να γίνεται λουλούδι, να ακουμπάνε το μίσος κι αυτό από ντροπή να γίνεται αγάπη, να σφίγγουν το χέρι του διπλανού τους κι αυτό να γίνεται σιδερένιο.

Κι είδα κι ανθρώπους μικρούς που αποδείχτηκαν τεράστιοι, που πήραν στα χέρια τους τούς τροχούς της Ιστορίας και την πέρασαν ματωμένοι στην απέναντι όχθη, κόντρα στο ρεύμα των εποχών και των συνθηκών.

Αυτοί οι τελευταίοι, οι μικροί κι ασήμαντοι κρατάνε Θερμοπύλες. Όχι σαν τους φημισμένους Σπαρτιάτες αλλά σαν τους άσημους Θεσπιείς που η κουφάλα η επίσημη Ιστορία τους κρατάει άγνωστους μες στους αιώνες.

Αυτούς τους τελευταίους τους μικρούς κι ασήμαντους ζηλεύω και θαρρώ πως δεν είμαι ο μόνος…

 

Ετικέτες: ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: