RSS

Tag Archives: Διηγήματα

Ο τσοπάνης, ο λύκος, το μαντρί και τα πρόβατα

Ο τσοπάνης, ο λύκος, το μαντρί και τα πρόβατα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Δυο φορές και τρεις καιρούς, πριν από πολλά-πολλά χρόνια σε μια καταπράσινη κοιλάδα στους πρόποδες του ψηλού βουνού, ζούσαν τα πρόβατα.

Ήταν ευτυχισμένα γιατί ήταν ελεύθερα.

Έβοσκαν το χορτάρι της κοιλάδας, έπιναν το καθαρό νερό από το διπλανό ρυάκι, γεννούσαν τα αρνιά τους, τα τάιζαν με το γάλα τους και τα μεγάλωναν για να συνεχίσουν τον κύκλο της ζωής.

Τα καλοκαίρια με τις μεγάλες ζέστες, άραζαν κάτω από τους ίσκιους των φτελιάδων, τραγουδούσαν, έλεγαν ιστορίες, διάβαζαν και γενικά έκαναν ότι κάνει κάθε ξένοιαστο πρόβατο στη ζωή του.

Το χειμώνα με τα μεγάλα κρύα, είχαν το μαλλί τους να τα ζεσταίνει και τις μικρές σπηλιές στους πρόποδες του βουνού για να προφυλάσσονται από τις βροχές και τα χιόνια.

Στην άκρη της κοιλάδας είχαν χτίσει οι άνθρωποι τα σπίτια τους και έφτιαξαν ένα χωριό.

Οι άνθρωποι τα πήγαιναν καλά με τα πρόβατα. Που και που έδιναν στα πρόβατα λίγη τροφή κι εκείνα το ανταπέδιδαν με λίγο γάλα, όταν δεν το ήθελαν για τα αρνιά τους.

Κάποιοι άνθρωποι, από το σόι των τσοπαναραίων, άρχισαν να πονηρεύονται.

Σκέφτηκαν πως θα ήταν πολύ καλό γι’ αυτούς να μπορούσαν να παίρνουν από τα πρόβατα όλο το γάλα και το μαλλί και, γιατί όχι, να σφάζουν και κανένα πρόβατο για να γεμίζουν τα τραπέζια τους.

Πήγαν λοιπόν και το ζήτησαν επίσημα από τα πρόβατα.

Τα πρόβατα αρνήθηκαν χωρίς δεύτερη κουβέντα και τα κριάρια μετέφεραν στους τσοπαναραίους την απόφασή τους.

Καθόλου δεν άρεσε στους τσοπαναραίους η άρνηση αυτή. Πώς ήταν δυνατόν τα πρόβατα να αρνηθούν την πρότασή τους; Στο κάτω-κάτω πρόβατα ήταν!

Γύρισαν πίσω στο χωριό, μαζεύτηκαν στο δικό τους καφενείο και άρχισαν να καταστρώνουν σχέδια για το πώς θα καταφέρουν να πείσουν τα πρόβατα να δεχτούν να τους δίνουν τα καλούδια τους, ακόμη και να θυσιάζονται, με τη θέλησή τους.

Κάποιος πρότεινε να φτιάξουν παιδικούς σταθμούς και σχολεία για τα μικρά αρνάκια. Άλλωστε αυτό το ζητούσαν τα πρόβατα εδώ και πολλούς αιώνες. Σε αντάλλαγμα θα απαιτούσαν από τα πρόβατα γάλα, μαλλί και μια θυσία το μήνα.

Στα σχολεία θα μπορούσαν να μάθουν στα αρνιά όλα εκείνα που χρειάζονταν ώστε μεγαλώνοντας να δίνουν στους τσοπαναραίους όλα όσα θα τους ζητούσαν χωρίς αντιρρήσεις.

Ένας άλλος είπε πως θα ήταν καλό να περιφράξουν σχεδόν όλη την κοιλάδα ώστε να μην μπορούν τα πρόβατα να βόσκουν σ’ αυτήν, εκτός αν τους έδιναν γάλα, μαλλί και δύο θυσίες το μήνα.

Ακούστηκαν κι άλλες πολλές έξυπνες προτάσεις όμως όλες σταματούσαν σε κάποιο κομβικό σημείο.

Η άρνηση των προβάτων ήταν δεδομένη και δεδηλωμένη από πολύ παλιά.

Περισυλλογή έπεσε στο σόι των τσοπαναραίων μέχρι που ένας νεαρός τσοπάνης  φώναξε γελώντας πονηρά και χαιρέκακα: «Φόβος».

Του ζήτησαν να εξηγηθεί.

Τους εξήγηση πως μόνο με το φόβο θα μπορούσαν να κάμψουν την άρνηση των προβάτων.

Ναι αλλά τι θα τον προκαλούσε;

Ο νεαρός είχε έτοιμη την απάντηση.

Ο λύκος θα προκαλούσε το φόβο. Ποιος άλλος;

Να που όσα ξόδεψαν για να τον σπουδάσουν στο μεγάλο χωριό δεν πήγαν χαμένα.

Το λύκο τον είχαν χρησιμοποιήσει και οι πρόγονοι των τσοπαναραίων για να μπορέσουν να βάλουν χέρι στον πλούτο των προβάτων όμως απέτυχαν οικτρά. Όλοι γνώριζαν τον ταπεινωτικό διωγμό του λύκου από τα κριάρια ο οποίος ήταν και η αιτία που ο λύκος αποσύρθηκε στο βουνό χωρίς να ξαναενοχλήσει τα πρόβατα εδώ και πάρα μα πάρα πολλά χρόνια.

Ο νεαρός συνέχισε να εξηγεί το σχέδιό του.

Η ιστορική μνήμη των προβάτων της μεγάλης τους νίκης ενάντια στο λύκο είχε ατονήσει.

Αν ο φόβος του λύκου επικρατούσε τότε θα μπορούσαν οι τσοπαναραίοι να προτείνουν στα πρόβατα το μάντρωμα για να προστατεύονται.

Σε αντάλλαγμα θα απαιτούσαν και θα έπαιρναν το περισσότερο γάλα και μαλλί και πολλές θυσίες το μήνα. Αλλά το πιο πιθανό ήταν τα ίδια τα πρόβατα να τα πρόσφεραν χωρίς καμία αντίρρηση προκειμένου να προστατεύονται στο μαντρί από το λύκο.

Η ιδέα άρεσε πάρα πολύ στους τσοπαναραίους που ξέσπασαν σε χειροκροτήματα και εξουσιοδότησαν τον νεαρό να προχωρήσει άμεσα στην υλοποίηση του σχεδίου του.

Εκείνος το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να πάει στο βουνό για να βρει το λύκο.

Ο λύκος, στην αρχή αρνήθηκε γιατί θυμήθηκε την ντροπιαστική του ήττα όμως η επιμονή του νεαρού τσοπάνη και το επιχείρημα πως αποτελούσε μια πολύ καλή ευκαιρία για να εκδικηθεί τα πρόβατα και να τους καταφέρει επιβλητική νίκη, τον έπεισαν.

Από όσα μπορούμε να γνωρίζουμε το σχέδιο του νεαρού τσοπάνη μάλλον πέτυχε.

Άλλοι λένε πως πέτυχε προσωρινά και άλλη πως δεν υπάρχει περίπτωση τα πρόβατα να νικήσουν το φόβο του λύκου.

Οι τελευταίοι μάλλον ξεχνάνε πως αφού ο λύκος νικήθηκε μια φορά μπορεί να νικηθεί και πάλι.

 

 

 

 

Advertisements
 

Ετικέτες: , , , , , ,

ΘΕΑΤΡΙΚΟ: ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ

ΘΕΑΤΡΙΚΟ

 

«ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ»

 Χρήστος Επαμ. Κυργιάκης

ΠΡΑΞΗ 1η

 

Η ιστορία διαδραματίζεται στο καφενείο: «Το ραντεβού της νεολαίας». Μόνιμοι θαμώνες στο καφενείο της γειτονιάς μια παρέα  συνταξιούχων για να περνάνε το χρόνο τους και να γεμίζουν τη μοναξιά τους. Τους τοίχους του καφενείου κοσμούν οι φωτογραφίες του Κωνσταντίνου Καραμανλή, του Ανδρέα Παπανδρέου, του Κώστα Σημίτη, του Κώστα Καραμανλή, του Γιώργου Παπανδρέου, του Αντώνη Σαμαρά και του Αλέξη Τσίπρα. Σε μια ιδιαίτερη θέση, δίπλα στο εικονοστάσι, βρίσκεται κρεμασμένη και η φωτογραφία του Κώστα Μητσοτάκη, «διανθισμένη» με μια αρμαθιά σκόρδα για καλό και για κακό.

 

Είναι 9 η ώρα το πρωί, ημέρα Δευτέρα 2 Απριλίου. Οι φίλοι και οι φίλες μας πληρώθηκαν τη σύνταξή τους και το κλίμα είναι θετικό.

Η μουσική που έβαλε η Ντίνα, η γυναίκα του καφετζή, του Γρηγόρη, ταιριάζει με το θετικό κλίμα. Ήδη στο καφενείο βρίσκονται ο Αντώνης, ο Κώστας, η Ευτέρπη και η Γεωργία.

 

ΝΤΙΝΑ: Αντωνάκη μου, στον πέτυχα τον καφέ σήμερα, έτσι δεν είναι;

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Μωρέ τον πέτυχες… στο «δόξα πατρί». Αν είχε και λίγο καφέ μέσα θα μπορούσες να τον πεις και «καφέ».

 

ΝΤΙΝΑ: Μια ζωή γκρινιάρης και γρουσούζης, γι’ αυτό έμεινες μόνος σου.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Είσαι οχιά και μέγαιρα.

 

ΕΥΤΕΡΠΗ: Έλα Ντίνα μου, μην του δίνεις σημασία.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Μίλησε και η «Τέρπη». Άκου Τέρπη! Αλλά, τι ανάγκη έχεις; Ας έπαιρνα κι εγώ τη συνταξάρα που παίρνεις εσύ και να δεις τι πλακίτσες θα έκανα.

 

ΕΥΤΕΡΠΗ: Δούλεψα τόσα χρόνια Αντώνη.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Ε βέβαια, ενώ εμείς κάναμε διακοπές στις Μπαχάμες. (ειρωνικά). Δούλεψες! Σ’έφαγε το λιοπύρι. Καθόσουνα αναπαυτικά στα δικαστικά έδρανα και απένειμες τάχα δικαιοσύνη, κι εσύ κι ο άντρας σου. Άιντε μην ανοίξω το στόμα μου, άιντε μην τ’ ανοίξω.

 

ΝΤΙΝΑ: Μπα! κλειστό το είχες τόση ώρα;

 

(Παύση…)

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: (Ψιθυριστά και εμπιστευτικά). Δεν ξέρω εσύ Τέρπη μου πως τα πας με τον Σόλωνα, πάντως εγώ έχω θέμα με τον Τάσο.

 

ΤΕΡΠΗ: Τι θέμα;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Να, ξέρεις…καταλαβαίνεις…σεξουαλικής φύσεως.

 

ΤΕΡΠΗ: Τι; Δεν ανταποκρίνεται;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ανταποκρίνεται, δε λέω. Κάνε πιο δω να σου πω. Κάθε φορά που παίρνουμε τη σύνταξη, θέλει να το γιορτάζουμε.

 

ΤΕΡΠΗ: Μπα, και δεν του φαινότανε. Κοίτα να δεις ο Τάσος!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ναι αλλά, μόλις αρχίσει κι ανεβάσει παλμούς αρχίζει και «ξεφυσάει».

 

ΤΕΡΠΗ: Ταύρος πραγματικός ο Τάσος σα να λέμε!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ναι αλλά δεν ξεφυσάει από το στόμα.

 

ΤΕΡΠΗ: Κι από πού ξεφυσάει;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: (γεμάτη ντροπή) Από…τον πισινό.

 

(Ακούγονται τρανταχτά γέλια. Ο Κώστας που ήταν λίγο πιο πέρα άκουσε όλη τη συζήτηση)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Συγνώμη Γιωργίτσα μου, δεν το έκανα επίτηδες. Αλλά μου φάνηκε τόσο αστείο. (γελώντας) Άκου να «ξεφυσάει»!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Καλά δε ντρέπεσαι να κρυφακούς; Αλλά τι περιμένεις από έναν άνθρωπο που ήταν σε όλη του τη ζωή χασάπης; Από πού να μάθει τρόπους; Από τα μοσχάρια ή από τα γουρούνια;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Χασάπης ήμουνα και λέω τα πράγματα με το όνομά τους. Βλέπεις, δεν ήμουνα δικηγόρος σαν τον Τάσο σου (αρχίζει πάλι να γελάει). Άκους εκεί να «ξεφυσάει»!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Γέλα τώρα που μπορείς γιατί σε λίγο, θα πλακώσει το σόι σου για την «είσπραξη» και θα σου κοπεί το γέλιο. Ούτε μία δεκάρα δεν θα έχεις αύριο στην τσέπη σου βρε κακομοίρη!

 

(Πριν καλά-καλά προλάβει η Γεωργία να τελειώσει τη φράση της, η πόρτα του καφενείου ανοίγει και εισέρχεται ο Δημήτρης, ο γιος του Κώστα)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Καλημέρα σε όλους. Πατέρα, καλημέρα. Όλα καλά; Ντινάκι, μου φτιάχνεις ένα καφεδάκι σε παρακαλώ, έτσι μερακλίδικο να το φχαριστηθώ;

 

ΝΤΙΝΑ: Να σου φτιάξω, γιατί να μη σου φτιάξω. Δε μου λες Δημητράκη μου. Κερασμένος από τον μπαμπά σου;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Ντινάκι μου με πληγώνεις. Επειδή, δηλαδή με χτύπησε η ατυχία σα το χταπόδι στο βράχο, θα πρέπει η κοινωνία να πέσει να με φάει;

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Ποια ατυχία Δημητράκη; Για ποια ατυχία μιλάς; Είχες μια χαρά στρωμένη δουλειά από τον πατέρα σου και την εγκατέλειψες.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Κυρ-Αντώνη, άσε αυτά που εγκατέλειψα εγώ και πιάσε αυτούς που εγκατέλειψαν εσένα.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Μπορείτε σας παρακαλώ να σταματήσετε; Στο κάτω-κάτω δεν σας αφορά τι κάνω εγώ με τα λεφτά μου. Δική μου είναι η σύνταξη και την κάνω ότι θέλω.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Καλά σας λέει ο πατέρας μου. Μπράβο ρε πατέρα, τους έβαλες στη θέση τους.

ΚΩΣΤΑΣ: Μάλλον δεν κατάλαβες καλά γιε μου. Αυτά που είπα αφορούν και σένα. Τέρμα το άρμεγμα. Ότι έφαγες, έφαγες. Το μαγαζί είναι ακόμα στη θέση του και σε περιμένει. Αύριο κιόλας αν θέλεις ξεκινάς.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Τι μου λες τώρα ρε γέρο; Και τη μεγάλη μου αγάπη τι να την κάνω; Να την παρατήσω; Κρίμα είναι;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Για ποια μιλάς; Γνώρισες καμιά κοπέλα;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Κοπέλα;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Ε, τι γνώρισες; Μπουλντόζα;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Η μεγάλη μου αγάπη είναι η ποίηση. Πόσες φορές να στο πω; Έχω εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές. Είναι θέμα χρόνου, μέχρι να με ανακαλύψουν οι αναγνώστες. Ειδικά η τελευταία μου συλλογή αναμένεται να κάνει θραύση. Ο εκδότης μου είναι σίγουρος.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Ο εκδότης σου είναι σίγουρος γιατί σε μαδάει κανονικά. Δηλαδή, όχι εσένα. Εμένα έχει τσουρομαδήσει όπως τη γριά κότα πριν την κάνουν σούπα.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: (μαζεμένος γιατί βλέπει ότι χάνει τη χρηματοδότηση)

Πατέρα, είσαι άδικος. Άμα σου διαβάσω μερικούς στίχους από ένα τελευταίο ποίημά μου, θα αλλάξεις γνώμη.

 

(Βγάζει την ποιητική του συλλογή από το σακίδιό του, το ανοίγει και αρχίζει να διαβάζει όρθιος. Εν τω μεταξύ η Ντίνα του φέρνει και τον καφέ που είχε παραγγείλει)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Λέγεται: «Ζαρζαβατικούλι μου».

Δεν άντεξα όταν σε είδα/πίσω από τη λαχανίδα

Γλυκούλα σαν μια ντοματούλα/και ζουμερή σαν πατατούλα

Άγρια ήσουν σαν τσουκνίδα/κι αφράτη σαν την κουνουπίδα

 

ΝΤΙΝΑ: Κουνουπίδι λέγεται, όχι κουνουπίδα.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Ποιητική αδεία, αγράμματη, αλλά τι να καταλάβεις εσύ από ποίηση;

ΝΤΙΝΑ: Αν σου φέρω το δίσκο στο κεφάλι να δεις εσύ τι θα καταλάβεις.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Δεν πα να φτιάξεις καμιά σαλάτα λέω εγώ, να λιγδώσει λίγο και το άντερό σου.

 

(Εν τω μεταξύ ο Κώστας, είχε γύρει πάνω στο τραπέζι με τα χέρια του να έχουν αγκαλιάσει το κεφάλι σα να θέλει να προφυλαχτεί από σεισμό. Δεν άντεξε κι έβαλε τα κλάματα. Σκουπίζει τα μάτια του και αρχίζει να μιλάει)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκες, η σχωρεμένη η μάνα σου ονειρευόταν μεγαλεία για σένα. Πως θα γίνεις μεγάλος και τρανός. Σε ήθελε το λιγότερο πρωθυπουργό της Ελλάδας.

(Γυρνώντας προς τη φωτογραφία του Ανδρέα Παπανδρέου σταυροκοπιέται) Μεγάλε Ανδρέα, σχώρα με. Χατίρι δε σου χάλασε ποτέ. Θα το χαλάσεις το παιδί, της έλεγα. Το χαβά της αυτή.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Η μητέρα με αγαπούσε και με πίστευε όσο κανείς άλλος στον κόσμο. Είχε αντιληφθεί από πολύ νωρίς την κλίση μου στην ποίηση.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: (Φασκελώνοντάς τον  και με τα δύο χέρια)

Να, πάρε δέκα Νόμπελ για να ησυχάσεις.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Βλέπεις, εκείνη ήταν από τζάκι. Δε συγχώρεσε ποτέ στον εαυτό της το ότι ερωτεύτηκε εμένα, έναν χασάπη. Προσπάθησα να τη συνεφέρω αλλά δεν έπαιρνε από λόγια. Κι εσύ, βρε παλιοτόμαρο κατάλαβες από νωρίς την αδυναμία που σου είχε και την εκμεταλλευόσουνα μέχρι εκεί που δεν παίρνει.

 

(Ο Δημήτρης κάθεται σε μια καρέκλα και ακούει με σκυφτό το κεφάλι)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Όμως Δημητράκη μου ως εδώ. Δεν αντέχω άλλο. Έστω κι αν είναι αργά, αποφάσισα να το σταματήσω αυτό το παραμύθι. Η χρηματοδότηση κομμένη. Η θα δουλέψεις το μαγαζί ή να αρχίσεις να τρως τις ποιητικές συλλογές σου.

 

(Ο Δημήτρης σηκώνεται. Με σκυφτό το κεφάλι και αργά βήματα, κατευθύνεται προς την πόρτα του καφενείου για να φύγει)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Εντάξει πατέρα, έχεις δίκιο. Φεύγω.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Και που πας;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Πάω να φάω τις ποιητικές μου συλλογές, όπως είπες. Άλλωστε έχω τρεις μέρες να βάλω μπουκιά στο στόμα μου. (Φεύγει τρέχοντας)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Στάσου, μη φεύγεις. Δεν μου απάντησες (Τον ακολουθεί με το γέρικο βηματισμό του. Στο καφενείο επικρατεί απόλυτη σιωπή)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Μικρά παραμύθια για μεγάλους

Μικρά παραμύθια για μεγάλους

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Ο καθηγητής σταμάτησε για λίγο τη διδασκαλία και είπε ένα σύντομο αστείο για να χαλαρώσει κάπως τους μαθητές του.
Αμέσως μετά…
– Πολύ ωραία η μπούζα που φοράτε κύριε, του είπε ένας μαθητής.
– Ευχαριστώ πολύ. Να μου πεις πότε έχεις γενέθλια να σου πάρω μία ίδια, απάντησε εκείνος γελώντας.
– Εγώ θα ήθελα να είχα το μυαλό σας, είπε ένας άλλος.
– Έχεις το δικό σου παιδί μου. Άλλωστε το δικό μου αρχίζει και φυραίνει.
– Εγώ θα ήθελα την καρδιά σας κύριε, είπε ένας τρίτος μαθητής.
Ο καθηγητής, προφασιζόμενος ενόχληση στο μάτι, βγήκε στο διάδρομο. Σκούπισε τα μάτια και έκανε να ξαναμπεί στην αίθουσα.
Δεν κατάλαβε το πόσο ψήλωσε στις λίγες αυτές στιγμές με αποτέλεσμα το κεφάλι του να βρει στο κούφωμα της πόρτας…

 

 

Ήταν μια φορά ένας γονιός που έμαθε στα παιδιά του να μισεί τους ξένους τους ανήμπορους και τους διαφορετικούς.
Τα χρόνια πέρασαν και ο πατέρας μεγάλωσε. Έγινε γέρος άρρωστος κι ανήμπορος.
Τα παιδιά του είχαν μάθει καλά το μάθημα τους και εφάρμοσαν πίστα τις οδηγίες του πατέρα τους.
Τον έδιωξαν από το σπίτι ακολουθώντας τις απόψεις που χρόνια ριζωναν στην κατάμαυρη ψυχή τους.
Ο πατέρας βρέθηκε από περαστικούς ξεπαγιασμένους κάποιο χειμωνιάτικο βράδυ στο παγκάκι ενός πάρκου.
Κανείς δεν τον αναζήτησε.
Κανείς δεν έκλαψε για κείνον εκτός από το αδέσποτο σκυλί που του έκανε παρέα τους τελευταίους μήνες.

 
– Δεν θέλω να με φοβίζεις ούτε να σε τρομάζω. Αγάπη θέλω να δίνω και να παίρνω. Να αναπνέω την ανάσα σου και να ανασαίνω μαζί σου.
– Μου ζητάς πολλά. Έτσι δεν θα μείνει ανάσα για μένα.
– Θαρρείς πως δεν το ξέρω οτι σε τούτο τον κόσμο μοιάζω σαν από άλλο πλανήτη μακρινό κι ανεξερεύνητο; Στην πρώτη ευκαιρία θα φύγω και θα πάω στον κόσμο μου.
– Και τότε ποιος θα ανασαίνει μαζί μου;
– Γίνε ο κόσμος μου για να μείνω!

 
– Κάθε φορά που κοιτάς το ηλιοβασίλεμα σε πιάνει θλίψη. Είναι επειδή αφήνεις πίσω σου άλλη μια μέρα?
– Όχι, δεν είναι γι΄αυτό.
– Τότε?
– Είναι για την ανατολή της αυριανής μέρας.
– Δηλαδή?
– Φοβάμαι μην κυλήσει αύριο η μέρα δίχως φως και ήχους, δίχως χρώματα και μουσικές. Βουβή, γκρίζα και κρύα. Φοβάμαι μην κυλήσει χωρίς να τη ζήσω.

 
– Μου είπες πως θα μου μάθεις να διαβάζω τα βλέμματα. Πες μου τι πρέπει να κάνω και θα το κάνω.
– Πρέπει πρώτα να πλύνεις την ψυχή σου με δάκρυα, να τη λούσεις με γέλια και να τη στεγνώσεις με τα φύλλα της καρδιά σου.
– Και μετά θα μπορώ τα βλέμματα να διαβάζω χωρίς να χρειάζεται να μιλούν τα χείλη?
– Ναι και τότε αλίμονό σου!
– Γιατί?
– Γιατί θα ακούς λέξεις που δεν θα ήθελες να ακούσεις και που ίσως δεν θα είχαν ειπωθεί ποτέ. Θα μαθαίνεις αλήθειες πικρές που θα σε κάνουν να πεθαίνεις σιγά-σιγά σαν το δηλητήριο. Επιμένεις?
– Επιμένω. Πιο καλά να χάνεσαι μες στην αλήθεια παρά να υπάρχεις ανασαίνοντας το ψέμα.

 
– Για κοιτάξτε με. Είμαι κομψός, ωραίος, καλοντυμένος. Είμαι διευθυντής, βουλευτής, υπουργός, εξουσιάζω υφισταμένους.
– Κάτω από το ύφος και τα ρούχα τι κρύβεις? Την εξουσία που κάποιοι σου τι χάρισαν και κάποιοι την ανέχονται μπορεί αύριο να τη χάσεις και χωρίς αυτήν θα νιώθεις ένα τίποτα γιατί το τίποτα δεν μπορεί να νιώσει τίποτε άλλο.
– Θα σε συντρίψω για όσα λες.
– Πάλι τίποτα θα νιώσεις. Το τίποτα είναι γραφτό να μένει τίποτα. Εσύ θα συντριβείς.

 
Ξάπλωσε δίπλα της την ώρα που εκείνη κοιμόταν. Μετρούσε τις αναπνοές της και τις ένιωθε δικές του.
Σαν ξύπνησε και την αντίκρισε διάβασε στα μάτια της το όνειρο που είδε και τρόμαξε.
Το πήρε απόφαση. Δεν θα την άφηνε να ξαναδεί άσχημο όνειρο. Μπορούσε πια να το πετύχει κι αυτό για χάρη της.
Το τελευταίο πλέον που του έμενε να καταφέρει ήταν να αναπνέει για κείνη.

 
– Δεν καταλαβαίνεις ότι η αγάπη σου με πνίγει? του είπε.
– Πόσο θα ήθελα να νιώσω μια φορά να πνίγομαι από τη δική σου αγάπη κι ας ήταν η τελευταία μου, της απάντησε και πήρε το δρόμο της φυγής χωρίς επιστροφή.

 
Του είπαν πως δεν βλέπει και παραδέχτηκε ότι είναι τυφλός. Έβλεπε καλύτερα κι από γεράκι.
Του είπαν πως δεν ακούει και παραδέχτηκε πως είναι κουφός. Άκουγε καλύτερα κι από δελφίνι.
Του είπαν πως δε νιώθει. Εκεί λύγισε. Γονάτισε και ξέσπασε σε κλάματα. Η καρδιά του δεν το άντεξε κι έσπασε. Τον βρήκαν την άλλη μέρα δίπλα σε μια τριανταφυλλιά να έχει κλεισμένη στη χούφτα του μια φωτογραφία. Είχε πάψει να ανασαίνει.

 

 

 

 

Ετικέτες: , , ,

Το παιδί που κίνησε ν’ αλλάξει τον κόσμο (Μέρος 2ο)

Το παιδί που κίνησε ν’αλλάξει τον κόσμο (Μέρος 2ο)

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Συνέχεια…

Αφού περπάτησε για αρκετή ώρα, έφτασε σε μια πλατεία. Κόσμος πολύς ήταν συγκεντρωμένος κρατώντας σημαίες και φωνάζοντας συνθήματα. Πάνω σε μια υπερυψωμένη εξέδρα, κάποιος άνθρωπος έβγαζε λόγο προς το συγκεντρωμένο πλήθος. Λίγοι ήταν εκείνοι που έδιναν σημασία στα όσα έλεγε. Όλοι όμως συμμετείχαν στα χειροκροτήματα και τα συνθήματα που διέκοπταν την ομιλία του ανθρώπου κάθε τόσο.

Κάθισε σ’ ένα παγκάκι προσπαθώντας να ακούσει την ομιλία αυτού του άγνωστου ανθρώπου. Δίπλα του καθόταν κι ένας νεαρός, σίγουρα πάνω από είκοσι χρονών, κρατώντας μια σημαία.

– Συγνώμη, να σε ρωτήσω κάτι; είπε με διστακτικότητα το παιδί.

– Ρώτα με, άμα ξέρω, απάντησε ο νεαρός.

– Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος που μιλάει;

– Καλά, σοβαρολογείς; Δεν γνωρίζεις τον πρωθυπουργό της χώρας;

– Και γιατί μιλάει στον κόσμο;

– Έχουμε εκλογές σε λίγες μέρες. Θα ψηφίσουμε ποιον θέλουμε για πρωθυπουργό της χώρας.

– Μα, μου είπες ότι αυτός είναι ο πρωθυπουργός!

– Ναι. Όμως κάθε τέσσερα χρόνια γίνονται ξανά εκλογές και ο λαός ψηφίζει αν θέλει τον ίδιο πρωθυπουργό ή κάποιον άλλον.

– Γιατί να θέλει κάποιον άλλον;

– Γιατί μπορεί αυτός και η κυβέρνησή του να έκαναν κακό στον τόπο. Οι προηγούμενοι, ας πούμε, που κυβέρνησαν, δεν ήταν καλοί. Είπαν ψέματα στον κόσμο, έκλεψαν δημόσιο χρήμα. Έκαναν πολλά, τέλος πάντων. Έτσι, έγιναν εκλογές και βγήκε ο σημερινός πρωθυπουργός, πριν από δύο χρόνια.

– Και τώρα γιατί ξαναγίνονται; Αφού δεν πέρασαν τέσσερα χρόνια!

– Καμιά φορά γίνονται και νωρίτερα. Αν δεν πάνε καλά τα πράγματα, μπορεί η αντιπολίτευση να ζητήσει εκλογές.

– Τώρα μπερδεύτηκα λίγο, είπε το παιδί. Η αντιπολίτευση τι είναι;

– Είναι τα υπόλοιπα τα κόμματα, όσα έχασαν στις εκλογές.

– Και γιατί δεν πήγαν καλά τα πράγματα; Κι αν δεν πήγαν καλά γιατί να ψηφίσουν τον ίδιο πάλι για πρωθυπουργό; Κι αυτοί που έκλεψαν δημόσιο χρήμα τιμωρήθηκαν; Και πώς γίνεται τέτοιοι άνθρωποι να γίνονται πρωθυπουργοί.

– Μικρέ, ρωτάς πολλά πράγματα και είναι λίγο δύσκολο να στα εξηγήσω. Η εξουσία τον χαλάει τον άνθρωπο, τον διαφθείρει.

– Τότε γιατί οι άνθρωποι δεν καταργούν την εξουσία; Τι τις θέλουν τις εκλογές αφού βγαίνουν πρωθυπουργοί που δεν νοιάζονται για τον κόσμο αλλά για τον εαυτό τους;

– Άστο, είναι μπερδεμένο σου λέω. Τι τις θέλουμε τις εκλογές; Ξέρω εγώ; Πώς θα λειτουργεί το κράτος κι η χώρα. Απορίες που έχεις κι εσύ! Για πες μου όμως, εσύ πώς βρέθηκες εδώ; Μόνος σου είσαι;

– Ναι, μόνος μου. Εγώ, κίνησα ν’ αλλάξω τον κόσμο.

– Χα! Τι να κάνεις είπες;

– Ν’ αλλάξω τον κόσμο. Δε μ’ άκουσες;

– Είσαι και ζόρικος βλέπω! Κι αυτό θα το κάνεις μόνος σου;

– Μαζί με όποιον άλλον θέλει, αλλά αν χρειαστεί θα τον αλλάξω και μόνος μου.

– Έχεις πλάκα μικρέ αλλά πρέπει να φύγω τώρα. Φεύγει το λεωφορείο σε λίγη ώρα και πρέπει να είμαι εκεί. Άντε γεια σου και…καλή τύχη.

Ο μικρός μας φίλος, παρέμεινε για λίγη ώρα ακόμα στο παγκάκι. Άλλωστε και να ήθελε να φύγει ήταν πολύ δύσκολο. Η ομιλία είχε τελειώσει και ο κόσμος άρχισε να αποχωρεί κάνοντας δύσκολη τη μετακίνηση του μικρού παιδιού.

Βρισκόταν σε πολύ μεγάλη σύγχυση μετά τη συζήτησή του με το νεαρό. Καταλάβαινε ότι στον κόσμο που ζούσε συνέβαιναν αδιανόητα και πολύ άσχημα πράγματα. Όμως, δεν μπορούσε να καταλάβει το λόγο και κυρίως γιατί οι άνθρωποι επέτρεπαν να γίνονται.

Δεν πρόλαβε καλά-καλά να σηκωθεί, κι ένας άγνωστος κύριος ήρθε και κάθισε στο διπλανό παγκάκι. Ήταν αδύνατος, με λιγοστά μαλλιά και είχε κρεμασμένα στο λαιμό του γυαλιά πρεσβυωπίας. Έβγαλε από μία πλαστική τσάντα ένα βιβλίο κι ένα μολύβι. Άνοιξε το βιβλίο σε μια τσακισμένη σελίδα και άρχισε να το διαβάζει.

Πέρασε κάμποση ώρα με τον άγνωστο αυτόν κύριο να διαβάζει και να σημειώνει πάνω στο βιβλίο και το μικρό μας φίλο να τον κοιτάζει με περιέργεια που όλο και μεγάλωνε.

Κάποια στιγμή, ο άγνωστος γύρισε το βλέμμα του προς το παιδί. Είχε αντιληφθεί ότι τράβηξε την προσοχή του μικρού. Του χαμογέλασε!

– Γεια σου μικρέ! Είσαι καλά; Μήπως χρειάζεσαι κάποια βοήθεια;

– Όχι, όχι. Μια χαρά είμαι. Με συγχωρείτε. Δεν ήθελα να σας ενοχλήσω.

– Δε με ενόχλησες, μην ανησυχείς. Όμως, τι κάνεις εδώ μόνος σου; Ψάχνεις κάτι;

– Ναι ψάχνω…Τι να σας λέω τώρα. Ξέρετε, ψάχνω τον τρόπο για ν’ αλλάξω τον κόσμο.

– Μάλιστα, ενδιαφέρον, μπόρεσε να πει ο άγνωστος καθώς δεν περίμενε ποτέ μια τέτοια απάντηση.

– Πάντως, πρέπει να είναι πολύ ωραίο αυτό που διαβάζετε. Αλήθεια, με τι ασχολείστε;

– Δάσκαλος είμαι και όντως αυτό που διαβάζω το βρίσκω πολύ ωραίο.

– Δηλαδή, κανονικός δάσκαλος, σε σχολείο;

– Ναι, ήμουνα και σε σχολείο…κανονικός, απάντησε γελώντας ο άγνωστος κύριος.

– Τώρα δεν είστε;

– Τώρα δεν είμαι. Έφυγα. Παραιτήθηκα που λέμε εμείς οι μεγάλοι όταν μιλάμε επίσημα.

– Και τώρα τι κάνετε;

– Μόνο το δάσκαλο ξέρω να κάνω αλλά όχι σε σχολείο. Να σου πω. Μήπως πεινάς; Γιατί εμένα το στομάχι μου αρχίζει και διαμαρτύρεται.

– Η αλήθεια είναι ότι και το δικό μου διαμαρτύρεται.

– Λοιπόν, πετάγομαι δυο λεπτά να φέρω κάτι να φάμε και συνεχίζουμε. Να με περιμένεις όμως, μη φύγεις. Και κάτι άλλο. Να μου μιλάς στον ενικό αλλιώς σταματάμε την κουβέντα. Εντάξει;

– Εντάξει, θα σας περιμένω και θα σας…θα σου μιλά ω στον ενικό.

Μετά από λίγα λεπτά ο άγνωστος δάσκαλος επέστρεψε κρατώντας δύο σάντουιτς. Έδωσε το ένα στο παιδί και κάθισε δίπλα του στο παγκάκι.

– Λοιπόν, τι λέγαμε; άρχισε την κουβέντα ο δάσκαλος.

– Λέγαμε που ήσουν κάποτε κανονικός δάσκαλος σε σχολείο και μετά έφυγες. Ε, αυτό! Να μου πεις γιατί έφυγες.

– Γιατί δεν μπορούσα πλέον να διδάσκω σε φοβισμένους μαθητές που είχα βάλει κι εγώ το χεράκι μου για να φοβούνται.

– Τι εννοείς; Τους μάλωνες;

– Κοίτα να δεις. Στο σχολείο, αλλά και στο σπίτι, τα παιδιά από πολύ μικρά εκπαιδεύονται στο να φοβούνται.

– Τι να φοβούνται;

– Το λάθος και την τιμωρία.

– Δεν πολυκαταλαβαίνω.

– Το λάθος υπάρχει στην ανθρώπινη φύση. Είναι απαραίτητο, ευλογημένο γιατί μας διδάσκει και μας μαθαίνει ποιο είναι το σωστό. Αντί, λοιπόν, το λάθος να είναι καλοδεχούμενο από το δάσκαλο και το μαθητή, αντίθετα προκαλεί στο δάσκαλο αλλεργία, γιατί νομίζει ότι ευθύνεται εκείνος ντε και καλά και στο μαθητή πονοκέφαλο γιατί λόγω του λάθους θα τιμωρηθεί. Θα τον μαλώσει ο δάσκαλος ή ο γονιός και βέβαια θα πάρει κακό βαθμό.

Ποιο είναι το αποτέλεσμα;

– Ποιο είναι;

– Για θυμήσου λίγο. Δεν κάνεις λάθη στο σχολείο;

– Κάνω. Ειδικά σε μαθήματα που δεν μου αρέσουν και πολύ.

– Πώς αισθάνεσαι όταν κάνεις λάθος και σε τιμωρούν γι’ αυτό;

– Κάποιες φορές θυμώνω και τις υπόλοιπες σκέφτομαι πως ίσως δεν είμαι τόσο έξυπνος όσο χρειάζεται για να τα καταφέρω. Όμως αυτό δεν μπορώ να το δεχτώ εύκολα.

– Για πες μου τώρα κάτι άλλο. Έχεις τιμωρηθεί ποτέ στο σχολείο;

– Ναι. Θυμάμαι μια φορά είχα κάνει κάτι πολύ κακό και η τιμωρία μου ήταν δίκαιη.

– Και το ξαναέκανες αυτό για το οποίο τιμωρήθηκες;

– Όχι βέβαια.

– Τι είχες κάνει;

– Να! Ένα παιδί στο διπλανό θρανίο, επειδή είμαι μελαχρινός, με αποκάλεσε γύφτο. Του όρμησα και καθώς έπεσε από την καρέκλα μάτωσε το κεφάλι του. Φοβήθηκε και πόναγε πολύ.

– Αν δεν σε τιμωρούσαν όμως, μήπως είχε σκοπό να το ξανακάνεις στην πρώτη ευκαιρία;

– Όχι σου είπα. Μόνο και μόνο που είδα το συμμαθητή μου μες στα αίματα σκέφτηκα πως δεν θα μου άρεσε καθόλου να ήμουν στη θέση του. Κατάλαβα το λάθος μου πριν καν με τιμωρήσουν.

– Και δε μου λες; Γιατί σ’ ενόχλησε που σε είπε γύφτο;

– Μ’ ενόχλησε γιατί δεν είμαι γύφτος.

– Είναι τόσο κακό να είσαι γύφτος; Σ’ ενόχλησε επειδή δεν ήσουν γύφτος ή επειδή το «γύφτος» χρησιμοποιείται υποτιμητικά σαν βρισιά;

– Εντάξει, το δεύτερο.

– Σκέφτηκες ποτέ για ποιο λόγο ο συμμαθητής σου αισθάνθηκε την ανάγκη να σε βρίσει; Του έκανες κάτι; Του προξένησες κάποιο κακό;

– Το σκέφτηκα αρκετά και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι έκρυβε κακία μέσα του. Εσύ γιατί λες ότι το έκανε;

– Δεν ξέρω! Συνήθως τα παιδιά δίνουν ότι εισπράττουν.

– Δηλαδή;

– Ο άνθρωπος, για να νιώθει ευτυχισμένος πρέπει να βρίσκεται σε σχέση αρμονίας και ελευθερίας με το περιβάλλον του και τον εαυτό του. Αυτό απαιτεί να βλέπει τον εαυτό του ως  ίσο με τους άλλους. Ούτε ως ανώτερο ούτε ως κατώτερο των άλλων. Αν λοιπόν τον συμμαθητή σου κάποιος τον έκανε να νιώσει κατώτερός του ίσως κι εκείνος σ’ έβρισε για να νιώσει με τη σειρά σου ανώτερός σου. Αν, όμως το «γύφτος» δεν ήταν βρισιά αλλά απλά ένας φυλετικός ή εθνικός προσδιορισμός, τότε ούτε εσένα θα ενοχλούσε αλλά ούτε κι εκείνος θα το χρησιμοποιούσε για να σε κάνει να νιώσεις άσχημα.

– Η αλήθεια είναι ότι μπερδεύτηκα λίγο αλλά νομίζω πως έβγαλα κάποιο συμπέρασμα.

– Ποιο είναι αυτό;

– Ότι η ισότητα μεταξύ των ανθρώπων οδηγεί στην ευτυχία τους. Όμως σκέφτομαι, αν είναι τόσο απλό, γιατί δεν το εφαρμόζουν οι άνθρωποι;

– Σύμφωνοι! Το «ίσοι» όμως δεν φτάνει αν δεν δεχτούμε ότι ο κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός από τους άλλους. Αποτελεί ο καθένας ξεχωριστά μια μοναδικότητα. Όλοι ίσοι και όλοι διαφορετικοί λοιπόν. Έρχονται όμως κάποιοι χαρακτηρισμοί όπως όμορφος, δυνατός, έξυπνος, που ισοπεδώνουν τη μοναδικότητα. Η δική γνώμη είναι πως όλοι οι άνθρωποι είναι χαρισματικοί, ο καθένας με τα δικά του χαρίσματα και ταλέντα. Όμως, σπάνια μας δίνεται η δυνατότητα να αναδείξουμε τα χαρίσματα και τα ταλέντα μας. Τότε είναι που αρχίζει ο άνθρωπος να νιώθει δυστυχισμένος. Παύει να νιώθει ελεύθερος και αρμονικά δεμένος με τους γύρω του και τον εαυτό του.

– Και γιατί δεν αναδεικνύει τα χαρίσματά του; Ποιοι δεν τον αφήνουν.

– Αυτό είναι λίγο πολύπλοκο. Θα σου πω μια ιστορία πραγματική. Έχεις υπομονή να την ακούσεις ή βαρέθηκες;

– Έχω.

– Στο χωριό μου υπήρχε κάποιος που οι μεγάλοι έλεγαν ότι δεν έστεκε στα καλά του. Η αλήθεια ήταν πως δεν μιλούσε πολύ και στο καφενείο καθόταν πάντα μόνος του. Ήταν βοσκός. Βοσκούσε τα πρόβατα άλλων. Του έδιναν ελάχιστα χρήματα. Εκείνος, άλλωστε δεν απαιτούσε περισσότερα. Το περίεργο όμως είναι ότι εμείς τα παιδιά δεν τον φοβόμασταν. Όποτε βρισκόταν στο χωριό, ένιωθε δυστυχισμένος.

Σαν έμπαινε ο Μάης και βγαίναμε βόλτα στα χωράφια, πηγαίναμε και τον συναντούσαμε εκεί που βοσκούσε τα πρόβατα. Καθόμασταν κάτω από το φτελιά. Είχε στη μια του τσέπη καραμέλες και στην άλλη τη φλογέρα του.

Κάθε φορά που μας συναντούσε, αφού μας μοίραζε τις καραμέλες που είχε, μετά έβγαζε τη φλογέρα κι άρχισε να παίζει.

Και τότε, τα πουλιά στα δέντρα σταματούσαν να κελαηδούν και να τιτιβίζουν, από σεβασμό στους ήχους τους φλογέρας. Τα πρόβατα τέντωναν το λαιμό τους για να ακούνε καλύτερα κι εμείς τον παρακαλούσαμε να μη σταματήσει ποτέ. Το πρόσωπό του φωτιζόταν. Ίσως να ένιωθε την απόλυτη ευτυχία. Ποιος ξέρει.

– Ήταν ευτυχισμένος γιατί έκανε αυτό που αγαπούσε και τίποτα γύρω του δεν τον εμπόδιζε.

– Κι εγώ αυτό πιστεύω. Όμως με την κουβέντα πέρασε η ώρα κι εγώ πρέπει να φύγω. Εσύ τι θα κάνεις;

– Εγώ θα συνεχίσω το ταξίδι μου. Έχω δρόμο ακόμα.

– Εντάξει. Γεια χαρά.

– Ευχαριστώ, είπε το παιδί και συνέχισε το δρόμο του.

Πέρασε καιρός πολύς. Το παιδί μεγάλωσε γυρνώντας σε όλα τα μέρη της γης. Γνώρισε καινούργιους τόπους και συνάντησε ανθρώπους όλων των φυλών.

Ακόμα συνεχίζει το ταξίδι του και όσους συναντάει τους λέει πως ο κόσμος θα γίνεται τόσο καλύτερος όσο οι άνθρωποι πλησιάζουν όλο και πιο πολύ την ανθρώπινη φύση τους. Έχει σαν παραδείγματα πάρα πολλούς που το κατάφεραν. Είναι όλοι αυτοί που θυσιάστηκαν και εξακολουθούν να θυσιάζονται για το δικαίωμα των ανθρώπων να ζουν ελεύθεροι και σε αρμονία με τους άλλους και κυρίως με τον ίδιο τους τον εαυτό.

Είναι όλοι αυτοί που γνωρίζουν ότι το χρήμα δεν είναι ο σκοπός αλλά το μέσο. Όσο κι αν διαχρονικά η εξουσία προσπαθεί να πείσει τους ανθρώπους για το αντίθετο υπήρξαν και υπάρχουν πάρα πολλοί που το αμφισβητούν στην πράξη. Αποτελούν το φόβο και τον τρόμο της κάθε εξουσίας γιατί κάθε εξουσία στηρίζει την ύπαρξη και την επιβολή της στον πλούτο και όχι στην ανθρώπινη αξία.

ΤΕΛΟΣ

 

Ετικέτες: , , , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: