RSS

Το Γ7- Μέρος δεύτερο

Το Γ7- Μέρος δεύτερο

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

…συνέχεια

 

Το απόγευμα της ίδιας μέρας τα δύο παιδιά ενημέρωσαν τους γονείς τους για το τι είχε συμβεί.

«Εγώ θέλω να μου πεις μόνο αν μίλησες προσβλητικά στον καθηγητή σου», ζήτησε από τον Αντώνη ο πατέρας του. Εκείνος του απάντησε αρνητικά με τόση πειστικότητα που δεν χωρούσε καμία αμφιβολία.

Ο πατέρας του Ορέστη τον άκουγε χωρίς να μιλάει. Έβαλε για λίγο το κεφάλι του ανάμεσα στις δύο του ροζιασμένες παλάμες και μονολόγησε.

«Μάλιστα! Για να δούμε αύριο τι θα γίνει!»

Την άλλη μέρα το πρωί τα δύο παιδιά εμφανίστηκαν με τους γονείς τους στο γραφείο του Διευθυντή του Γυμνασίου ο οποίος τους περίμενε στο γραφείο του καθισμένος στην πολυθρόνα του.

«Σας κάλεσα σήμερα εξ αιτίας ενός δυσάρεστου συμβάντος που έλαβε χώρα χθες κατά τη διάρκεια του μαθήματος της Έκθεσης. Τα παιδιά σας αυθαδίασαν στον καθηγητή τους και παραπέμπονται στο Σύλλογο των Καθηγητών με το ερώτημα της διήμερης αποβολής. Βέβαια, αν τα παιδιά δηλώσουν ειλικρινή μεταμέλεια ενώπιων του Συλλόγου, φαντάζομαι ότι η προτεινόμενη ποινή μπορεί και να αρθεί. Βλέπετε, εμείς ως παιδαγωγοί, οφείλουμε πάντα να λαμβάνουμε υπόψη μας την ειλικρινή μεταμέλεια των παιδιών εκείνων που μπορεί να υποπέσουν σε κάποιο παράπτωμα. Τι να κάνουμε; Η ηλικία τούς το επιτρέπει».

«Τι εννοείτε αυθαδίασαν; Εγώ από αυτά που μου είπε ο γιος μου, δεν κατάλαβα να έχει αυθαδιάσει», είπε ο πατέρας του Ορέστη.

«Αμφισβητείτε την κρίση του καθηγητή του και δίνεται δίκιο στο γιο σας;»

«Όταν θεωρώ ότι έχει δίκιο ναι, του το δίνω και τώρα νομίζω ότι έχει».

«Τέλος πάντων κύριε. Τα πολλά λόγια είναι φτώχια. Ο Σύλλογος θα συνεδριάσει και δημοκρατικά θα αποφασίσει. Αύριο θα γνωρίζετε την απόφαση».

Οι δύο γονείς χαιρέτησαν το Διευθυντή και με γρήγορο βάδισμα κινήθηκαν προς την έξοδο του προαυλίου. Λίγο πριν την έξοδο, τους σταμάτησε ο καθηγητής που έκανε στα παιδιά γεωγραφία. Μιλώντας διστακτικά και σιγανά, τους είπε:

«Μην ανησυχείτε. Τα παιδιά σας είναι εξαιρετικά. Δεν ξέρω τι θα γίνει αύριο, πάντως πολλοί από εμάς θα είναι με το μέρος τους».

Βγαίνοντας από το Γυμνάσιο ο πατέρας του Αντώνη μονολόγησε:

«Του έχω πει να μη μιλάει πολύ».

«Γιατί να μη μιλάει; Να μιλάει, αρκεί να έχει δίκιο και να μπορεί να το υποστηρίζει. Αυτή είναι η δική μου η γνώμη», απάντησε ο πατέρας του Ορέστη.

Μετά τη συνεδρίαση του Συλλόγου, η οποία διήρκησε κοντά στις τρεις ώρες, αποφασίστηκε, με οριακή πλειοψηφία να επιβληθεί στα δύο παιδιά μονοήμερη αποβολή για ανάρμοστη συμπεριφορά και παραδειγματισμό.

Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, οι καθηγητές χωρίστηκαν ουσιαστικά σε τρία «στρατόπεδα». Το ένα, υποστήριζε ότι οι δύο μαθητές πρέπει να τιμωρηθούν γιατί σε αντίθετη περίπτωση υπάρχει κίνδυνος να «χαλάσει» το σχολείο και να διασαλευτεί η απαραίτητη «τάξη». Στο δεύτερο είχαν «προσχωρήσει» οι καθηγητές εκείνοι που ποτέ δεν μιλούσαν κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων και ποτέ δεν έπαιρναν θέση για το ένα ή το άλλο ζήτημα. Αυτοί, ψήφισαν «λευκό». Τέλος, υπήρχαν κι εκείνοι οι καθηγητές που υποστήριξαν ότι δεν υπήρχε καμία αυθάδεια και επομένως καμία παραβατική συμπεριφορά των παιδιών για την οποία θα έπρεπε να τιμωρηθούν. Ίσα-ίσα που θεώρησαν τη συμπεριφορά του καθηγητή της Έκθεσης υπερβολική και πέραν του δέοντος αυστηρή. Μάλιστα, ο καθηγητής της γεωγραφίας, πρότεινε τα δύο παιδιά να επιβραβευτούν από το Σύλλογο για τη συγκεκριμένη στάση τους γιατί, ενώ κατηγορήθηκαν άδικα, εκείνα σεβάστηκαν τον καθηγητή τους και χωρίς να τον προσβάλουν, προσπάθησαν να ανοίξουν διάλογο μαζί του.

Στο σημείο εκείνο, βέβαια, υπήρξε εκνευρισμός και έκρηξη θυμού τόσο από τον καθηγητή της Έκθεσης όσο και από τον Διευθυντή, ο οποίος έκλεισε τη συνεδρίαση λέγοντας:

«Για να μπορεί ετούτο το σχολείο να θεωρείται το καλύτερο της πόλης αγαπητοί συνάδελφοι, χρειάστηκε η συνεχής προσήλωση στην τήρηση των κανόνων λειτουργίας του. Όλοι γνωρίζουν πως οι κανόνες πρέπει να είναι σεβαστοί και να εφαρμόζονται από όλους τους μαθητές. Όποιος δεν αντέχει, πάει σε άλλο σχολείο».

Τα νέα για την επιβολή της ποινής στους δύο μαθητές, μαθεύτηκαν γρήγορα σε όλο το Γυμνάσιο. Όλοι οι μαθητές συζητούσαν τις εξελίξεις. Οι περισσότεροι ήταν με το μέρος των δύο παιδιών. Άλλωστε, ο Ορέστης, σ’ αυτούς τους λίγους μήνες, με την απόδοσή του και τη γενικότερη στάση και συμπεριφορά του, είχε καταξιωθεί στις συνειδήσεις των περισσότερων συμμαθητών του αλλά και πολλών καθηγητών του.

Ο Αντώνης, από την άλλη, μπορεί να μην ήταν τόσο δημοφιλής όπως ο Ορέστης, όμως φρόντισε να αφήσει το στίγμα του και να δείξει το ταλέντο του όταν χρειάστηκε να ζωγραφίσει τα σκηνικά για τις σχολικές γιορτές.

Το υπόλοιπο της σχολικής χρονιάς, κύλησε σχετικά ήρεμα, τόσο για τους δύο φίλους, όσο και για τα υπόλοιπα «χωριατόπαιδα».

Η αρχή της νέας σχολικής χρονιάς, σημαδεύτηκε από δύο γεγονότα που έμελλαν να είναι καθοριστικά για τη μετέπειτα πορεία, κυρίως, των δύο φίλων αλλά και όλης της παρέας των οχτώ παιδιών από τα διπλανά χωριά.

Πριν τις εκλογές για την ανάδειξη του δεκαπενταμελούς μαθητικού συμβουλίου, ο Ορέστης ανακοίνωσε στους γονείς του την πρόθεσή του να βάλει υποψηφιότητα. Εκείνοι του απάντησαν πως αν θεωρούσε ο ίδιος ότι είχε να προσφέρει κάτι στους συμμαθητές του και το σχολείο, δεν είχαν καμία αντίρρηση.

Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας ανέδειξε τον Ορέστη 4ο σε ψήφους και 10ο το Μάνθο, ένα παιδί που ήταν από ένα χωριό, δίπλα στο χωριό του Ορέστη και του Αντώνη.

Στη συγκρότηση του δεκαπενταμελούς μαθητικού συμβουλίου ο Μάνθος και ο Ορέστης ήταν απλά μέλη καθώς δεν θέλησαν να βάλουν υποψηφιότητα για μία θέση στο προεδρείο. Αν και σε περίπτωση που το έκαναν, οι πιθανότητες να εκλεγούν ήταν ελάχιστες, αφού η συντριπτική πλειοψηφία των μελών του δεκαπενταμελούς ήταν μαθητές της τρίτης γυμνασίου. Συνηθιζόταν, τα μέλη του προεδρείου να είναι μαθητές της τρίτης γυμνασίου και όχι μικρότερων τάξεων.

Το δεύτερο γεγονός, συνέβη λίγες μέρες μετά τις μαθητικές εκλογές. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα του Νοεμβρίου, όταν το δεκαπενταμελές πήγε στο γραφείο των καθηγητών για να ζητήσει τον περίπατο του μήνα.

Για κακή τους τύχη, την ίδια μέρα, ο καθηγητής της Φυσικής, είχε στο νου του να βάλει τεστ σε κάποια τμήματα της τρίτης τάξης.

Ακούγοντας το αίτημα των μαθητών και βλέποντας ότι οι περισσότεροι συνάδελφοί του ήταν σύμφωνοι με τον περίπατο, εκνευρίστηκε τόσο πολύ που έκανε να βγει έξω από το γραφείο. Στην προσπάθειά του να περάσει την πόρτα έσπρωξε με αρκετή δύναμη έναν μαθητή, σωριάζοντάς τον κάτω. Χωρίς καν να σταματήσει, συνέχισε την πορεία του και βγήκε στο προαύλιο να πάρει αέρα. Οι υπόλοιποι ξαφνιάστηκαν από την αντίδρασή του και το αποτέλεσμά της που για αρκετά λεπτά δεν έβγαλαν κουβέντα.

Κάποιοι μαθητές, σήκωσαν το συμμαθητή τους και κίνησαν για το προαύλιο όπου οι υπόλοιποι περίμεναν να μάθουν την έκβαση του αιτήματος για εκδρομή.

«Αυτό που έγινε είναι απαράδεκτο. Κανένας μέσα για μάθημα αν δεν ζητήσει συγνώμη», ακούστηκε να λέει κάποιος από το δεκαπενταμελές.

«Με ποιο δικαίωμα τον έσπρωξε; Παιδί του είναι;» ακούστηκε να λέει κάποιος άλλος.

Με έναν περίεργο τρόπο εκφράστηκε, διά βοής, μία συμφωνία στο να μην μπει κανένας για μάθημα, αν δεν ζητήσει ο καθηγητής της Φυσικής συγνώμη από τον μαθητή.

Εν τω μεταξύ, ο Διευθυντής έδωσε την εντολή να βγουν όλοι οι καθηγητές για την καθιερωμένη προσευχή, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν πρόκειται να πάνε εκδρομή. Ο δε καθηγητής της Φυσικής, εξαφανίστηκε λες και άνοιξε το προαύλιο και τον κατάπιε. Προφανώς, είχε βγει εκτός σχολείου, προσπαθώντας να ηρεμήσει και να αναλογιστεί τι είχε συμβεί.

Μετά το τέλος της προσευχής, ο Διευθυντής έκανε το καθιερωμένο νεύμα προς τους μαθητές για να περάσουν στις τάξεις τους. Κανένας μαθητής δεν κουνήθηκε από τη θέση του.

«Περάστε αμέσως για μάθημα», είπε φανερά εκνευρισμένος ο Διευθυντής.

Ο φόβος άρχισε να διαπερνάει τα κορμιά των μαθητών.

«Είπα, περάστε όλοι για μάθημα», επανέλαβε όλο θυμό ο Διευθυντής. Οι καθηγητές παρακολουθούσαν όλο αγωνία χωρίς να μπορούν να προβλέψουν την εξέλιξη, Ήταν κάτι που δεν είχε ξανασυμβεί.

«Δημήτρη, πέρνα μέσα για μάθημα και πάρε απουσίες», είπε ο Διευθυντής απευθυνόμενος στον καλύτερο μαθητή του σχολείου.

Εκείνος, τρέμοντας και με βουρκωμένα μάτια απάντησε:

«Δεν θέλω κύριε Διευθυντά. Μη με πιέζετε».

«Τι είπες; Πάρε τηλέφωνο στον πατέρα του», είπε ο Διευθυντής απευθυνόμενος στην Υποδιευθύντρια.

«Πάρε τηλέφωνο σε όλους τους γονείς και ενημέρωσέ τους. Οι υπόλοιποι ελάτε στο γραφείο των καθηγητών».

Μερικοί μαθητές ακόμη, κατευθύνθηκαν προς το εσωτερικό του σχολείου. Όλοι τους με κρύα καρδιά και με σκυφτό το κεφάλι. Δυο-τρεις δεν άντεξαν την πίεση και ξέσπασαν σε κλάματα.

«Θα τιμωρηθούν όλοι. Εδώ έρχονται για να κάνουν μάθημα όχι να στασιάζουν. Ψάχνουν ευκαιρία για να κάνουν κοπάνα, να χάσουν μάθημα και να τρέχουν στο διπλανό πάρκο. Δεν θα τους περάσει όμως. Οι πρωταίτιοι θα φροντίσω να αποβληθούν από το σχολείο».

«Ένας είναι ο πρωταίτιος», είπε ο καθηγητής της Έκθεσης.

«Ποιος;», ρώτησε ο Διευθυντής.

«Ο Ορέστης. Ποιος άλλος! Αυτός ξεσήκωσε και τους άλλους. Δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να μιλάει για δικαιώματα, για ελευθερίες».

«Μα είναι άριστος μαθητής. Τι είναι αυτά που λέτε;», τον υπερασπίστηκε ο γυμναστής του σχολείου.

«Τώρα θα του δείξω εγώ», είπε ο Διευθυντής και κατευθύνθηκε προς το γραφείο του.

Τα παιδιά στο προαύλιο, ξεπερνώντας το αρχικό σοκ, άρχισαν να κάνουν πηγαδάκια.

«Αν δεν ζητήσει συγνώμη, δεν πρόκειται να μπούμε ποτέ μέσα», είπε ο Μάνθος.

Κάποια παιδιά, σκέφτηκαν πως είναι μια καλή ευκαιρία να πάνε μια βόλτα στο πάρκο.

Ο Ορέστης, μάζεψε τους υπόλοιπους του δεκαπενταμελούς και τους είπε:

«Πρέπει να βάλουμε περιφρούρηση στις δύο εισόδους του σχολείου. Δεν πρέπει να φύγει κανένας μας. Αυτό θέλει ο διευθυντής για να μας πει μετά ότι η αποχή έγινε για να χάσουμε μάθημα».

«Σωστό», είπε ο Γιώργος, ένα παιδί της τρίτης, ο γίγαντας του σχολείου και κατευθύνθηκε προς τη μία από τις δύο εισόδους. Σε λίγα λεπτά, οι δύο είσοδοι περιφρουρούνταν και κανένας από τους ελάχιστους μαθητές που θα ήθελαν να βγουν έξω, δεν κατάφερε να βγει έξω.

Κι ενώ οι μαθητές συζητούσαν για τι θα έπρεπε να κάνουν στη συνέχεια, η φωνή του Διευθυντή από τα μεγάφωνα του σχολείου, τους διέκοψε απότομα:

«Ο Ορέστης, να φροντίσει ώστε όλοι οι μαθητές να μπουν στις τάξεις τους για μάθημα. Σε αντίθετη περίπτωση θα αποβληθεί διά παντός από το σχολείο».

Όλοι έπεσαν από τα σύννεφα. Ο Αντώνης, έπιασε το μπράτσο του φίλου του και του είπε:

«Μη φοβάσαι. Δεν έχεις κάνει τίποτα. Δεν θα αφήσουμε να σε πειράξει κανείς».

 

Συνεχίζεται…

 

To Γ7 – Μέρος πρώτο

Το Γ7- Μέρος πρώτο

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

 

Έχουν περάσει πάνω από 35 χρόνια και είναι σα να μην πέρασε ούτε μια μέρα.

Το 1ο Γυμνάσιο της μικρής επαρχιακής πόλης είχε τη φήμη ενός Κολεγίου. Εκεί, δεν εγγράφονταν τα παιδιά που έμεναν στα γύρω από την πόλη χωριά, αλλά μόνο οι γόνοι των κατοίκων που άνηκαν στην αστική τάξη της πόλης.

Μόνο οι μαθητές που προέρχονταν από μερικά χωριά, ανατολικά της πόλης, είχαν τη δυνατότητα, τελειώνοντας το δημοτικό στα χωριά τους, να συνεχίσουν στο 1ο Γυμνάσιο.

Σε ένα από αυτά τα χωριά, γεννήθηκε και ο μικρός μας φίλος ο Ορέστης, ο οποίος, σαν τελείωσε το δημοτικό πέρασε τις πύλες του ιστορικού και τιμημένου 1ου Γυμνασίου. Μαζί του και ο κολλητός του φίλος ο Αντώνης.

Του Ορέστη του άρεσαν πολύ τα γράμματα. Όλη την ώρα δεν έκανε τίποτε άλλο από το να ρωτάει. Ήθελε, αν γινόταν, να μάθει τα πάντα μέσα σε ένα λεπτό. Το όνειρό του ήταν να γίνει αστροναύτης. Το πίστευε και δεν δίσταζε να το ανακοινώνει σε όποιον τον ρωτούσε. Μερικοί τον έπαιρναν στο ψιλό μα σαν κουβέντιαζαν λίγα λεπτά μαζί του, έβλεπαν το μάτι του να γυαλίζει από αποφασιστικότητα και τη γλώσσα του να μην προλαβαίνει να εκφράσει τα όσα είχε στο μυαλό του.

Ο φίλος του ο Αντώνης, δεν ήταν των γραμμάτων. Του άρεσε να τριγυρνάει στα χωράφια, να ασχολείται με τη γη και να ζωγραφίζει. Ότι υπήρχε γύρω του και ότι είχε φωλιάσει στη φαντασία του, μπορούσε να το αποτυπώσει στο χαρτί τόσο καλά που δεν ξεχώριζες αν ήταν αληθινό ή ψεύτικο. Σε όποιο θρανίο και αν καθόταν ζωγράφιζε ολόκληρες ιστορίες. Το μετέτρεπε σε οριζόντια κινητή «θρανιογραφία». Καθόλου δεν άρεσε αυτό στον κύριο Χρυσαφόπουλο, το Διευθυντή του σχολείου. Κάθε τρεις και λίγο, ο Αντώνης, με ένα βρεγμένο πανί στο χέρι, έτριβε το θρανίο, σβήνοντας τις δημιουργίες του.

«Άμα είσαι τεμπέλης, όλη την ώρα ζωγραφίζεις», ήταν η συνηθισμένη ατάκα του Διευθυντή.

Και άντε πάλι από την αρχή ο Αντώνης, ξαναγέμιζε το θρανίο με τις εικόνες των ματιών και του μυαλού του. Το «τεμπέλης» όμως δεν μπορούσε να το δεχτεί ούτε αυτός ούτε κι ο πατέρας του. Πώς μπορεί να είναι τεμπέλης κάποιος που ήξερε σπιθαμή προς σπιθαμή το χωράφι του πατέρα του; Το σκάλιζε, το πότιζε, το ξεβοτάνιζε. Ε! Όχι και τεμπέλης!

Σαν ήρθε η ώρα να πάνε στην 1η Γυμνασίου, οι δύο φίλοι, μαζί με άλλους έξι μαθητές από τα γύρω χωριά, πήραν το λεωφορείο που περνούσε από το χωριό και μετά από ένα εικοσάλεπτο ταξίδι έφτασαν έξω από το Γυμνάσιο.

Μπήκαν στο προαύλιο και πολύ σύντομα ένιωσαν πολλά βλέμματα συμμαθητών τους να τους κοιτάζουν κάπως περίεργα.

Το ντύσιμο των 8 παιδιών πρόδιδε την κοινωνική τους τάξη ενώ η βαριά προφορά στην ομιλία τους πρόδιδε τον τόπο καταγωγή τους. Δεν χωρούσε καμία αμφιβολία. Τούτα τα παιδιά ήταν χωριατόπαιδα.

Τα μαθήματα άρχισαν, οι μέρες κυλούσαν σχετικά ευχάριστα για τον Ορέστη και τον Αντώνη οι οποίοι έτυχε να είναι και στο ίδιο τμήμα. Κάθονταν και στο ίδιο θρανίο. Τι θρανίο δηλαδή; Ο Αντώνης είχε αναλάβει δράση. Πρόλαβε και απεικόνισε πάνω του ολόκληρο το Γυμνάσιο. Με το προαύλιο, με τα παγκάκια γύρω-γύρω, με τα δέντρα διάσπαρτα και φυσικά δεν έλειπε η μουριά. Το αγαπημένο σημείο συνάντησης του ίδιου με τον Ορέστη. Εκεί περνούσαν συνήθως τα διαλλείματα. Αν τύχαινε να είχαν και χαρτζιλίκι, έπαιρναν λεμονάδα με φιστίκι αράπικο και έπιαναν την κουβέντα. Για τους καθηγητές, για την πόλη, για τους συμμαθητές τους και κάποιες φορές, δειλά-δειλά, μιλούσαν και για τις συμμαθήτριές τους.

Εκείνη τη μέρα το κουδούνι χτύπησε για μέσα. Ήταν η τρίτη διδακτική ώρα και είχαν Ιστορία. 5ος αιώνας π.χ. Ο χρυσός αιώνας του Περικλή.

Το μάθημα ξεκίνησε με εξέταση. Η καθηγήτριά τους άρχισε να ρωτάει σχετικά και επικέντρωνε στο ζήτημα της Δημοκρατίας. Κάποιος μαθητής τόνισε, απαντώντας, πως τότε γεννήθηκε για πρώτη φορά στον κόσμο η Δημοκρατία. Η πλειοψηφία, με την ψήφο της, αποφάσιζε στη Συνέλευση του Δήμου και η μειοψηφία όφειλε να υπακούσει.

Ο Ορέστης, σήκωσε διστακτικά το χέρι του.

«Τι θέλεις παιδί μου;»

«Να ρωτήσω κάτι κυρία».

«Λέγε».

«Δικαίωμα ψήφου είχαν όλοι οι κάτοικοι των Αθηνών;»

«Όλοι όσοι ήταν πολίτες των Αθηνών».

«Και οι γυναίκες;»

«Ε! Οι γυναίκες όχι».

«Οι δούλοι, οι μέτοικοι;»

«Όχι, αυτοί δεν είχαν δικαίωμα ψήφου».

«Τότε, γιατί λέμε ότι υπήρχε Δημοκρατία, όταν η περισσότεροι κάτοικοι δεν είχαν δικαίωμα ψήφου;»

Για λίγα δευτερόλεπτα επικράτησε σιωπή. Όλα τα παιδιά γύρισαν και κοίταξαν τον Ορέστη. Η καθηγήτρια αισθάνθηκε αμήχανα.

«Όλα αυτά, πρέπει να τα εντάξεις στις συνθήκες που επικρατούσαν την εποχή εκείνη. Μην κάνεις σύγκριση με τη σημερινή εποχή».

Ο Αντώνης φούσκωσε από περηφάνια για το θάρρος του φίλου του.

Κάποιοι από τους συμμαθητές του άρχισαν να σχολιάζουν μεταξύ τους:

«Έχει δίκιο ο Ορέστης»

«Σιγά μην έχει δίκιο! Ο παλιοχωριάτης. Όλο τον έξυπνο θέλει να κάνει. Δεν κοιτάει τα χάλια του που δεν ξέρει να μιλήσει!»

Την επόμενη ώρα είχαν Έκθεση. Με το που μπήκε μέσα ο καθηγητής, προχώρησε προς το θρανίο των δύο παιδιών.

«Τι το πέρασες το θρανίο νεαρέ;» είπε με αυστηρό ύφος απευθυνόμενος στον Αντώνη.

«Από το σπίτι σου το έφερες; Στο σπίτι σου ζωγραφίζεις πάνω στα τραπέζια; Την περιουσία του σχολείου πρέπει να την προστατεύετε και όχι να την καταστρέφετε. Το σχολείο είναι το δεύτερο σπίτι σας. Είναι ο χώρος όπου θα αποκτήσετε γνώσεις και θα καλλιεργήσετε την ψυχή και τα ταλέντα σας. Στο διάλλειμα να φροντίσεις να σβήσεις αυτά που έχεις ζωγραφίσει πάνω του. Εντάξει;», τέλειωσε το λόγο του με απειλητικό τόνο.

«Τότε γιατί πρέπει να σβήσει όσα ζωγράφισε;», ακούστηκε η φωνή του Ορέστη σπάζοντας την απόλυτη σιωπή που επικρατούσε.

Ο καθηγητής, γύρισε, αν και ήταν σχεδόν βέβαιος, για να δει ποιος ήταν αυτός που τόλμησε να του αντιμιλήσει.

«Για ξαναπέστο αυτό που είπες γιατί δεν το κατάλαβα».

«Είπα, κύριε καθηγητά, ότι αφού στο σχολείο καλλιεργούμε τα ταλέντα μας, γιατί θα πρέπει ο Αντώνης να σβήσει τη ζωγραφιά του; Δεν το βλέπετε ότι έχει ταλέντο;»

«Είσαι αναιδέστατος και παριστάνεις τον έξυπνο»

«Μην τον λέτε έτσι κύριε», πετάχτηκε ο Αντώνης.

«Νάτα μας! Κι εσύ τι είσαι; Δικηγόρος του;»

«Φίλος του είμαι. Αδερφός του».

«Μάλλον, κάποιος πρέπει να σας μάθει τρόπους, αφού δεν φρόντισαν οι γονείς σας να το κάνουν».

«Δε νομίζω να είπα κάτι που δεν έπρεπε, κάτι που προσβλητικό», πήρε το λόγο ο Ορέστης.

«Δίκιο έχει κύριε», συμπλήρωσε ο Αντώνης.

«Αυτή τη στιγμή, σηκωθείτε και πάτε στο γραφείο του Διευθυντή να του πείτε ότι μου αντιμιλήσατε κι εκείνος θα αποφασίσει για την τιμωρία σας. Εδώ είναι το 1ο Γυμνάσιο, δεν είναι το Δημοτικό του χωριού σας» και απευθυνόμενος στον απουσιολόγο του τμήματος, του είπε:

«Βάλε απουσία και στους δύο».

«Ευχαρίστως», είπε εκείνος με ένα χαμόγελο ικανοποίησης.

Τα δύο παιδιά, έφτασαν έξω από την πόρτα του Διευθυντή και ένας κρύος ιδρώτας άρχισε να τους λούζει. Χτύπησαν την πόρτα και μπήκαν μέσα. Το χτύπημα του κουδουνιού για διάλλειμα του βρήκε ακόμη μέσα. Μετά από δύο λεπτά η πόρτα άνοιξε.

«Συνεχίστε το μάθημά σας και αύριο θέλω να έρθουν οι γονείς σας να με βρουν. Να ξέρετε ότι είναι η τελευταία φορά που δεν σας τιμωρώ. Ετούτο το σχολείο δουλεύει με κανόνες και αρχές. Γι’ αυτό και ξεχωρίζει. Όμως, δίνει πάντα την ευκαιρία στους μαθητές που εμφανίζουν παραβατικές συμπεριφορές, να διορθώνονται. Τούτο το σχολείο ξέρει να συγχωρεί».

Με το που βγήκαν οι δύο μαθητές στο προαύλιο, άρχισαν σιγά-σιγά να τους πλησιάζουν αρκετοί συμμαθητές τους για να μάθουν τι είχε συμβεί.

«Αν το μάθει ο πατέρας μου θα με σκοτώσει. Πώς θα του το πω;», αναρωτήθηκε ο Αντώνης.

«Δεν έκανες κάτι κακό. Θα τους πούμε την αλήθεια», τον καθησύχασε ο Ορέστης.

Τα δύο παιδιά, δεν είχαν όρεξη για κουβέντα. Το μυαλό τους κόλλησε στο απόγευμα της ίδιας μέρας και στην επιστροφή τους στο σπίτι.

Συνεχίζεται…

 

 

 

 

Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος

Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Σ.Σ

Η παρακάτω ιστορία είναι φανταστική. Κάθε ομοιότητα με πραγματικά γεγονότα και περιστατικά είναι τελείως συμπτωματική.

Το ξυπνητήρι χτύπησε ακριβώς στις 5:30 το πρωί. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Κάθε που ο Μπάμπης είχε πρωινή βάρδια εκείνο έδειχνε απίστευτη συνέπεια στη δουλειά του. Όπως κι ο Μπάμπης. Στις 6:30 ακριβώς έπιανε δουλειά. Δεν είχε αργήσει ούτε μία φορά. Δεν έλλειψε ούτε μία μέρα τα τελευταία τέσσερα χρόνια, από τότε που έπιασε δουλειά, δηλαδή, στο διυλιστήριο.

Κανά δυο φορές που έτυχε να αρρωστήσει-όχι τίποτα το σοβαρό, κάποια κρυολογήματα που του ανέβασαν τον πυρετό-δεν ζήτησε άδεια. Άλλωστε, του είχε πει ο υπεύθυνος του τομέα του πως στα αφεντικά δεν άρεσαν και πολύ οι εργάτες που αρρωσταίνουν συχνά.

Ακολουθώντας το συνηθισμένο πρωινό «τελετουργικό», ο Μπάμπης βρέθηκε μετά από λίγη ώρα στη στάση περιμένοντας το λεωφορείο της γραμμής που θα τον πήγαινε έξω από την πύλη του διυλιστηρίου. Περίπου μισή δρόμος, ότι πρέπει για σκέψη, προγραμματισμό και όνειρα.

Ναι, όνειρα. Γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι κάτω από τέτοιες συνθήκες ονειρεύονται. Στο λεωφορείο, στο διάλλειμα της δουλειάς, την ώρα που πίνουν τον καφέ τους ή την ώρα που ανακατεύουν με κρασί τα «αχ», τα «πότε», τα «γιατί» και τα δάκρυά τους.

Καθισμένος σε μια θέση του λεωφορείου, χωρίς να το θέλει-λες και το μυαλό ρωτάει-σκέφτηκε τη Μάνια, την καλή του. Έξι χρόνια μαζί. Έξι χρόνια ο ένας για τον άλλον. Με τα καλά και με τα δύσκολα. Με τις έντονες καταιγίδες και τις ατέλειωτες λιακάδες. Με υπομονή και θέληση και με αγάπη που έμοιαζε ανίκητη.

«Μην πας σε παρακαλώ στο διυλιστήριο», του είχε πει πριν από 4 χρόνια όταν της ανακοίνωσε πως βρήκε δουλειά στα «πετρέλαια».

«Είναι βαριά δουλειά. Άσε που είναι και επικίνδυνη. Τόσα ατυχήματα γίνονται. Δεν έχεις ακούσει τίποτα εσύ;».

«Μην ανησυχείς», της είχε πει εκείνος. «Παίρνουν μέτρα προστασίας τώρα. Δεν είναι όπως παλιά και ο μισθός είναι καλός. Άλλωστε, πώς αλλιώς θα μπορέσουμε να πάρουμε κι εκείνη τη βάρκα που λέγαμε; ¨Μάνια¨ θα τη βαφτίσουμε. Έτσι; Θα είναι γαλαζοπράσινη σαν τα μάτια σου».

«Τα ξέρω τα μέτρα προστασίας τους. Μόνο στα χαρτιά. Τα γεύτηκε κι ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου. Μήπως το ξέχασες;».

Το λεωφορείο άνοιξε τις πόρτες του. «ΣΤΑΣΗ ΔΙΥΛΙΣΤΗΡΙΟ». Καμιά εικοσαριά νοματέοι κατέβηκαν. Όλοι τους εργάτες στα «πετρέλαια». Ανάμεσά τους κι ο Μπάμπης.

«Καλημέρα ρε Κωστή! Τι κάνει ο γιος σου; Παίζετε καμιά μπαλίτσα; Παντρεύτηκε μωρέ ή ακόμα;».

«Άστα. Μας ξενύχτησε πάλι. Να βγάλει επιτέλους τα δόντια του να ηρεμήσουμε κι εμείς κι αυτός».

Οι μηχανές δούλευαν στο φουλ. Ασταμάτητα. Φόρεσαν τα κράνη τους, υπέγραψαν την ώρα προσέλευσης και ο καθένας στο πόστο του. Μηχανές και οι ίδιοι, τέλεια προγραμματισμένες με σάρκα και οστά.

Κι όμως κάτι έτρεχε. Κάτι αδιευκρίνιστο. Πλανιόταν στον, βαρύ από τη μυρωδιά των υδρογονανθράκων, αέρα και τρυπούσε τα σωθικά. Φαινόταν στα ανήσυχα μάτια των εργατών και στις νευρικές τους κινήσεις. Το΄νιωσε κι ο Μπάμπης.

«Τι έγινε μάστορα; Συμβαίνει κάτι;», ρώτησε με μια μικρή ανησυχία ο Μπάμπης το Νικήτα, τον αρχιμηχανικό της βάρδιας του.

«Τίποτα μικρέ. Όσο έχεις εσύ το μάστορα δίπλα σου μη στενοχωριέσαι για τίποτα», του απάντησε χαμογελώντας ο Νικήτας.

Όμως, ακόμα και το χαμόγελό του Νικήτα, σφιγμένο και αγχωμένο έδειχνε πως κάτι δεν πήγαινε καλά.

«Νικήτα, δε με πείθεις», επέμεινε ο Μπάμπης.

Ο Νικήτας τον πλησίασε, έβγαλε το κράνος του και σκούπισε τα ιδρωμένα του μαλλιά.

«Να μωρέ. Εκείνη η γαμημένη η βαλβίδα ασφαλείας στον αγωγό του μεθανίου. Κόλλησε πάλι στη βραδινή βάρδια. Αν δεν το είχε πάρει χαμπάρι ο Γιάννης, για δύο λεπτά μιλάμε, θα είχε γίνει εδώ ολοκαύτωμα. Ευτυχώς με ειδοποίησε και τελευταία στιγμή πρόλαβα και σταμάτησα την παροχή. Γι΄αυτό είμαι ακόμα εδώ κι ούτε που ξέρω πότε θα φύγω σήμερα. Άστα. Θυμήθηκα το μεγάλο ατύχημα πριν από 10 χρόνια. Έξι άνθρωποι νεκροί και τρεις σε μόνιμη αναπηρία.  Τους είπα να σταματήσουμε την παραγωγή σ΄εκείνη τη μονάδα αλλά ούτε που να το ακούσουν. Τρέχουν οι παραγγελίες μου είπαν τα μεγάλα αφεντικά. Έκανα τώρα μια πατέντα και λειτουργεί. Δεν ξέρω όμως για πόσο. Έτσι μου΄ρχεται να σηκωθώ και να φύγω. Θα γίνει καμιά στραβή και θα το΄χω βάρος στη συνείδησή μου».

«Καλά ρε μάστορα. Δυο χρόνια τώρα ακούω γι’ αυτή τη κωλοβαλβίδα. Εφιάλτης κατάντησε. Γιατί δεν την αλλά ζουν που να πάρει η ευχή;».

«Γιατί κοστίζει μικρέ. Δεν είναι μόνο η βαλβίδα. Θέλει ξήλωμα όλος ο αγωγός και αντικατάσταση και ότι κοστίζει προκαλεί αλλεργία στα αφεντικά. Άσε που θα μειωθεί η παραγωγή στο 1/3 μέχρι να ολοκληρωθούν οι εργασίες. Και οι παραγγελίες τρέχουν».

«Κοστίζει; Μόνο οι άγκυρες στην καινούργια τους θαλαμηγό κοστίζουν περισσότερο».

«Άντε, τράβα τώρα και μη σκοτίζεσαι. Θα’ χω το νου μου κι εγώ. Να προσέχετε κι εσείς όμως. Έτσι; Άντε παλικάρι μου. Καλή δύναμη. Κι ο Θεός βοηθός».

Την τελευταία παράκληση, ο Μπάμπης δεν την άκουσε. Ο Νικήτας την είπε ψιθυριστά. Σχεδόν αθόρυβα…

Εν τω μεταξύ, στα κεντρικά γραφεία των ιδιοκτητών του διυλιστηρίου, στον τελευταίο όροφο έφτανε στο τέλος της η έκτακτη συνεδρίαση του ΔΣ. Η βλάβη στη βαλβίδα με ότι μπορούσε να ακολουθήσει θορύβησε πάρα πολύ τους ιδιοκτήτες. Ακούστηκαν κάποιες προτάσεις για σταμάτημα της λειτουργίας της προβληματικής μονάδας και άμεση έναρξη εργασιών αποκατάστασης, μπροστά στον διαφαινόμενο κίνδυνο ενός ατυχήματος με απρόβλεπτες συνέπειες.

Τα μεγάλα αφεντικά τις απέρριψαν. Τα διαφυγόντα κέρδη θα ήταν μεγάλα. Τις παραγγελίες θα τις έπαιρναν άλλοι και οι εποχές δεν σήκωναν τέτοια ρίσκα.

Ο κύβος ερρίφθη. Η λειτουργία θα συνεχιζόταν με δύο αρχιμηχανικούς σε κάθε βάρδια για καλύτερη εποπτεία και άμεση, αν χρειαζόταν, αντίδραση.

Όλα αυτά μέχρι που χτύπησε το κινητό του προέδρου. Αυτό που άκουσε τον έκανε να χάσει προς στιγμήν τη λαλιά του.

«Ανοίξτε την τηλεόραση να δούμε. Έγινε έκρηξη στο διυλιστήριο», είπε με παγωμένη φωνή.

«Μόλις πριν από λίγο σημειώθηκε έκρηξη στο διυλιστήριο. Οι πρώτες πληροφορίες, κάνουν λόγο για 4 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες. Για κάθε νεώτερο θα διακόπτουμε τη ροή του προγράμματος με έκτακτες συνδέσεις», είπε ο εκφωνητής του καναλιού.

«Πάρτε τους τηλέφωνο και πείτε τους να το τρενάρουν όσο μπορούν. Ειδοποιείστε να ετοιμάσουν το αεροπλάνο. Φεύγουμε για Ζυρίχη»,διέταξε ο πρόεδρος και σηκώθηκε από την καρέκλα του βρίζοντας.

Η έκρηξη ήταν τόσο μεγάλη που συγκλόνισε την περιοχή γύρω από το διυλιστήριο. Μαύροι καπνοί άρχισαν να καλύπτουν τον ουρανό. Κόσμος πολύς άρχισε σιγά-σιγά να μαζεύεται έξω από το εργοστάσιο. Η πυροσβεστική και τα πρώτα ασθενοφόρα άρχισαν να καταφτάνουν μαζί με τους συγγενείς των εργατών που κατοικούσαν στις γύρω περιοχές.

Το διυλιστήριο, σταμάτησε τη λειτουργία του. Το νέο μαθεύτηκε και στα άλλα διυλιστήρια της ευρύτερης περιοχής. Η αντίδραση των εργαζομένων σ΄αυτά ήταν άμεση. Κατέβασαν τις διακόπτες, παράτησαν τα κράνη τους και με κάθε μέσο προσπαθούσαν να φτάσουν στον τόπο του ατυχήματος.

«Δεν ήταν ατύχημα. Ήταν φόνος εκ προμελέτης» ακούστηκε δυνατά μια φωνή έξω από την πύλη του διυλιστηρίου.

Στους γύρω δρόμους επικρατούσε πραγματικό κομφούζιο. Δημοσιογράφοι και τηλεοπτικά συνεργεία προσπαθούσαν να πλησιάσουν αλλά ήταν σχεδόν αδύνατο να το καταφέρουν.

Το τηλέφωνο της κυρά-Μυρσίνης, της μάνας του Μπάμπη, χτυπούσε επίμονα.

«Ποιος να΄ναι τέτοια ώρα; Θα μου καεί το φαΐ», μονολόγησε καθώς σήκωνε το τηλέφωνο.

Ήταν η Μάνια. Με τρεμάμενη φωνή της ανακοίνωσε το δυσάρεστο. Το ακουστικό της έπεσε από τα χέρια. Μάταια προσπαθούσε η Μάνια, φωνάζοντας, να επικοινωνήσει μαζί της.

Η κυρά-Μυρσίνη, πέρασε από την κουζίνα, έσβησε το φαγητό, έβαλε στην τσάντα της μια φωτογραφία του γιου της και βγήκε σα χαμένη από το σπίτι.

Πλέον, όλα τα κανάλια είχαν ζωντανή σύνδεση με τον τόπο του ατυχήματος. Μαρτυρίες διάφορες από παρευρισκόμενους έδιναν κι έπαιρναν.

Άρχισαν και οι πρώτες δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων.

Εργαζόμενοι από άλλα διυλιστήρια έφταναν σιγά-σιγά και η φράση «κάτι πρέπει να κάνουμε», έτρεχε από στόμα σε στόμα.

«Γενική απεργία», «Κατάληψη παντού», «Να λογοδοτήσουν οι ένοχοι», ήταν μερικές από τις κραυγές οργής που άρχισαν να ακούγονται.

«Κάντε στην άκρη να περάσουν οι πυροσβέστες», ακούστηκε μια φωνή μέσα από το διυλιστήριο.

Σιωπή απλώθηκε παντού καθώς, πυροσβέστες κουβαλούσαν σε φορεία εργάτες μέσα από τον τόπο του ατυχήματος. Κανείς δεν μπορούσε ακόμα να ξέρει αν ζούσαν ή είχαν πεθάνει.

Μια αλαφιασμένη ηλικιωμένη γυναίκα, κρατώντας μια φωτογραφία στον κόρφο της προσπαθούσε σπρώχνοντας και φωνάζοντας να πλησιάσει στην πύλη.

«Αφήστε να περάσω. Είναι ο γιος μου εκεί μέσα. Κάντε στην άκρη σας λέω».

Οι πυροσβέστες άφησαν τα φορεία έξω από την πύλη, δίπλα στα ασθενοφόρα και ξαναμπήκαν μέσα.

Η κυρά-Μυρσίνη επιτέλους έφτασε κοντά. Το βλέμμα της καρφώθηκε στο ακριανό φορείο. Τρικλίζοντας, με τα χέρια κατεβασμένα, κρατώντας σφιχτά στο ένα της χέρι τη φωτογραφία, έφτασε κοντά στο φορείο.

Κανείς μέχρι τότε δεν είχε ξανακούσει τέτοια κραυγή, σαν αυτή που έβγαλε η δόλια η μάνα, αντικρίζοντας πάνω στο φορείο τον μισοκαμένο γιο της.

Όλοι σώπασαν για να ακούσουν το μοιρολόι της.

«Κόκκινο γαρούφαλλό μου/γιατί μ΄άφηκες;

Γω σε πότιζα με δάκρυ/και μαράθηκες.

Γω σε πότιζα με δάκρυ/και μαράθηκες».

Ένα χέρι ένιωσε να την ακουμπά και να προσπαθεί να τη σηκώσει. Η Μάνια, μάταια προσπαθούσε, κλαίγοντας κι εκείνη, να την απομακρύνει.

Η κυρά_Μυρσίνη, σκούπισε τα δάκρυά της, άφησε τη φωτογραφία πάνω στο νεκρό παιδί της και σηκώθηκε όρθια.

«Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος», είπε και απομακρύνθηκε στηριζόμενη στον ώμο της Μάνιας.

Πλέον, ούτε έβλεπε ούτε άκουγε τους ανθρώπους γύρω της. Άλλοι έβριζαν, άλλοι σκορπούσαν απειλές και κατάρες. Εκείνη πλέον δε ζούσε. Μόνο ανέπνεε.

Η κυρά-Μυρσίνη, πέθανε μαζί με το γιο της…

 

Ετικέτες: , , , ,

Όσους ανθρώπους πρόλαβα να δω

 Όσους ανθρώπους πρόλαβα να δω

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

ελπίδα1Μακρύ το ταξίδι της ζωής και μαζί τόσο μικρό, αναλογίστηκα σαν ήρθε η ώρα της αναδρομής.

Πόσα είδα και πόσα θα ήθελα να δω μα δεν τα συνάντησα ποτέ!

Κι είδα ανθρώπους να γελάνε ανοίγοντας απλώς το στόμα και δείχνοντας τοα δόντια τους. Σπάραζε η ψυχή τους και η δική μου που έβλεπε το μαρτύριό τους.

Κι είδα ανθρώπους ψεύτες και μοχθηρούς, που τους φοβούνταν ακόμη και τα φίδια, να συναναστρέφονται με ανθρώπους σερνόμενοι σε πατώματα, σοκάκια, δρόμους και γυαλισμένους διαδρόμους.

Κι είδα ανθρώπους, επαναστάτες έλεγαν πως είναι, που ήθελαν ν’ αλλάξουν, τον κόσμο να αναδύουν μούχλα. Κι ευχήθηκα τρομαγμένος να μην το καταφέρουν ποτέ.

Κι είδα ανθρώπους καλοντυμένους να προσκυνούν μες στην εκκλησιά, να αφήνουν πλούσιο οβολό στην άκρη της εικόνας και να φεύγουν. Κι είδα την εικόνα να δακρύζει και τον παπά να πανηγυρίζει για το θαύμα. Νόμισε ο παμπόνηρος πως η εικόνα δάκρυσε από χαρά για τον οβολό. Ούτε που φαντάστηκε πως δάκρυσε από πόνο και θλίψη.

Κι είδα σπίτια ανθρώπων σκέτα παλάτια κι ας μην ήταν βασιλιάδες που ντρέπονταν οι άνθρωποι να μπουν μέσα, μα σαν μπήκαν βγήκαν γεμάτοι ντροπή γι’ αυτά που είδαν μέσα.

Κι είδα σχολεία που θύμιζαν φυλακές και δασκάλους που έμοιαζαν με δεσμοφύλακες. Κι είπα πως το κέρδισαν το παιχνίδι τα τέρατα. Με τέτοια σχολεία την άνοιξη θα φυτρώσουν μόνο αγκάθια.

Κι είδα ανθρώπους που σαν κοιτούσαν στον καθρέφτη εκείνος μαύριζε. Δεν άντεχε την ασχήμια της ψυχής που κουβαλούσαν. Κι είδα τους ίδιους ανθρώπους να στριφογυρίζουν το μαστίγιο της εξουσίας που κρατούσαν και να το κατεβάζουν σε ανυπεράσπιστους ανθρώπους.

Κι είδα τους μαστιγωμένους ανθρώπους να κλαίνε από ευγνωμοσύνη και να ευχαριστούν το Θεό που εξακολουθούσαν και ήταν ζωντανοί. Μάλλον πίστεψαν πως ζωή ήταν το καθημερινό μαστίγωμα.

Κι είδα γιατρούς να θησαυρίζουν από τις αρρώστιες που θεράπευαν και δικηγόρους να πλουτίζουν από τις παρανομίες που υπερασπίζονταν.

Κι είδα ανθρώπους να σπέρνουν την ανισότητα στο όνομα της ισότητας, να κατακρεουργούν τη δημοκρατία στο όνομά της και να παραγγέλνουν σκοτάδι μέρα μεσημέρι.

Κι είδα ανθρώπους να κάνουν το χρήμα Θεό τους, το αφεντικό πατέρα τους και την εταιρία οικογένεια τους.

Κι είδα φτωχούς και κατατρεγμένους, αδικημένους κι άνεργους να φιλούν το χέρι που τους πέταγε ένα ξεροκόμματο. Ήταν το ίδιο χέρι που τους έφερε στην κατάσταση που βρίσκονταν.

Κι είδα ανθρώπους με μόνο ρούχο τους το μίσος που αντάμωναν με τα τσακάλια κι εκείνα κρύβονταν στις τρύπες τους, που δεν άντεχαν το φως γι’ αυτό κυκλοφορούσαν νύχτα και κατά αγέλες.

Κι είδα ανθρώπους να βαδίζουν όρθιοι, όπως ταιριάζει σε ανθρώπους, ακόμη κι όταν οδηγούνταν στην κρεμάλα ή στο απόσπασμα. Και σκύλιαζαν οι δήμιοι και οι εκτελεστές, άφριζαν από τη λύσσα τους που δεν μπόρεσαν ποτέ να ζήσουν το ανθρώπινο μεγαλείο.

Κι είδα ανθρώπους ασήμαντους, τους πιο σημαντικούς της γης, να πιάνουν αγκάθι κι αυτό να γίνεται λουλούδι, να ακουμπάνε το μίσος κι αυτό από ντροπή να γίνεται αγάπη, να σφίγγουν το χέρι του διπλανού τους κι αυτό να γίνεται σιδερένιο.

Κι είδα κι ανθρώπους μικρούς που αποδείχτηκαν τεράστιοι, που πήραν στα χέρια τους τούς τροχούς της Ιστορίας και την πέρασαν ματωμένοι στην απέναντι όχθη, κόντρα στο ρεύμα των εποχών και των συνθηκών.

Αυτοί οι τελευταίοι, οι μικροί κι ασήμαντοι κρατάνε Θερμοπύλες. Όχι σαν τους φημισμένους Σπαρτιάτες αλλά σαν τους άσημους Θεσπιείς που η κουφάλα η επίσημη Ιστορία τους κρατάει άγνωστους μες στους αιώνες.

Αυτούς τους τελευταίους τους μικρούς κι ασήμαντους ζηλεύω και θαρρώ πως δεν είμαι ο μόνος…

 
1 σχόλιο

Posted by στο Οκτωβρίου 19, 2016 in Uncategorized

 

Μικρά παραμύθια για μεγάλους

Μικρά παραμύθια για μεγάλους

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Ο καθηγητής σταμάτησε για λίγο τη διδασκαλία και είπε ένα σύντομο αστείο για να χαλαρώσει κάπως τους μαθητές του.
Αμέσως μετά…
– Πολύ ωραία η μπούζα που φοράτε κύριε, του είπε ένας μαθητής.
– Ευχαριστώ πολύ. Να μου πεις πότε έχεις γενέθλια να σου πάρω μία ίδια, απάντησε εκείνος γελώντας.
– Εγώ θα ήθελα να είχα το μυαλό σας, είπε ένας άλλος.
– Έχεις το δικό σου παιδί μου. Άλλωστε το δικό μου αρχίζει και φυραίνει.
– Εγώ θα ήθελα την καρδιά σας κύριε, είπε ένας τρίτος μαθητής.
Ο καθηγητής, προφασιζόμενος ενόχληση στο μάτι, βγήκε στο διάδρομο. Σκούπισε τα μάτια και έκανε να ξαναμπεί στην αίθουσα.
Δεν κατάλαβε το πόσο ψήλωσε στις λίγες αυτές στιγμές με αποτέλεσμα το κεφάλι του να βρει στο κούφωμα της πόρτας…

 

 

Ήταν μια φορά ένας γονιός που έμαθε στα παιδιά του να μισεί τους ξένους τους ανήμπορους και τους διαφορετικούς.
Τα χρόνια πέρασαν και ο πατέρας μεγάλωσε. Έγινε γέρος άρρωστος κι ανήμπορος.
Τα παιδιά του είχαν μάθει καλά το μάθημα τους και εφάρμοσαν πίστα τις οδηγίες του πατέρα τους.
Τον έδιωξαν από το σπίτι ακολουθώντας τις απόψεις που χρόνια ριζωναν στην κατάμαυρη ψυχή τους.
Ο πατέρας βρέθηκε από περαστικούς ξεπαγιασμένους κάποιο χειμωνιάτικο βράδυ στο παγκάκι ενός πάρκου.
Κανείς δεν τον αναζήτησε.
Κανείς δεν έκλαψε για κείνον εκτός από το αδέσποτο σκυλί που του έκανε παρέα τους τελευταίους μήνες.

 
– Δεν θέλω να με φοβίζεις ούτε να σε τρομάζω. Αγάπη θέλω να δίνω και να παίρνω. Να αναπνέω την ανάσα σου και να ανασαίνω μαζί σου.
– Μου ζητάς πολλά. Έτσι δεν θα μείνει ανάσα για μένα.
– Θαρρείς πως δεν το ξέρω οτι σε τούτο τον κόσμο μοιάζω σαν από άλλο πλανήτη μακρινό κι ανεξερεύνητο; Στην πρώτη ευκαιρία θα φύγω και θα πάω στον κόσμο μου.
– Και τότε ποιος θα ανασαίνει μαζί μου;
– Γίνε ο κόσμος μου για να μείνω!

 
– Κάθε φορά που κοιτάς το ηλιοβασίλεμα σε πιάνει θλίψη. Είναι επειδή αφήνεις πίσω σου άλλη μια μέρα?
– Όχι, δεν είναι γι΄αυτό.
– Τότε?
– Είναι για την ανατολή της αυριανής μέρας.
– Δηλαδή?
– Φοβάμαι μην κυλήσει αύριο η μέρα δίχως φως και ήχους, δίχως χρώματα και μουσικές. Βουβή, γκρίζα και κρύα. Φοβάμαι μην κυλήσει χωρίς να τη ζήσω.

 
– Μου είπες πως θα μου μάθεις να διαβάζω τα βλέμματα. Πες μου τι πρέπει να κάνω και θα το κάνω.
– Πρέπει πρώτα να πλύνεις την ψυχή σου με δάκρυα, να τη λούσεις με γέλια και να τη στεγνώσεις με τα φύλλα της καρδιά σου.
– Και μετά θα μπορώ τα βλέμματα να διαβάζω χωρίς να χρειάζεται να μιλούν τα χείλη?
– Ναι και τότε αλίμονό σου!
– Γιατί?
– Γιατί θα ακούς λέξεις που δεν θα ήθελες να ακούσεις και που ίσως δεν θα είχαν ειπωθεί ποτέ. Θα μαθαίνεις αλήθειες πικρές που θα σε κάνουν να πεθαίνεις σιγά-σιγά σαν το δηλητήριο. Επιμένεις?
– Επιμένω. Πιο καλά να χάνεσαι μες στην αλήθεια παρά να υπάρχεις ανασαίνοντας το ψέμα.

 
– Για κοιτάξτε με. Είμαι κομψός, ωραίος, καλοντυμένος. Είμαι διευθυντής, βουλευτής, υπουργός, εξουσιάζω υφισταμένους.
– Κάτω από το ύφος και τα ρούχα τι κρύβεις? Την εξουσία που κάποιοι σου τι χάρισαν και κάποιοι την ανέχονται μπορεί αύριο να τη χάσεις και χωρίς αυτήν θα νιώθεις ένα τίποτα γιατί το τίποτα δεν μπορεί να νιώσει τίποτε άλλο.
– Θα σε συντρίψω για όσα λες.
– Πάλι τίποτα θα νιώσεις. Το τίποτα είναι γραφτό να μένει τίποτα. Εσύ θα συντριβείς.

 
Ξάπλωσε δίπλα της την ώρα που εκείνη κοιμόταν. Μετρούσε τις αναπνοές της και τις ένιωθε δικές του.
Σαν ξύπνησε και την αντίκρισε διάβασε στα μάτια της το όνειρο που είδε και τρόμαξε.
Το πήρε απόφαση. Δεν θα την άφηνε να ξαναδεί άσχημο όνειρο. Μπορούσε πια να το πετύχει κι αυτό για χάρη της.
Το τελευταίο πλέον που του έμενε να καταφέρει ήταν να αναπνέει για κείνη.

 
– Δεν καταλαβαίνεις ότι η αγάπη σου με πνίγει? του είπε.
– Πόσο θα ήθελα να νιώσω μια φορά να πνίγομαι από τη δική σου αγάπη κι ας ήταν η τελευταία μου, της απάντησε και πήρε το δρόμο της φυγής χωρίς επιστροφή.

 
Του είπαν πως δεν βλέπει και παραδέχτηκε ότι είναι τυφλός. Έβλεπε καλύτερα κι από γεράκι.
Του είπαν πως δεν ακούει και παραδέχτηκε πως είναι κουφός. Άκουγε καλύτερα κι από δελφίνι.
Του είπαν πως δε νιώθει. Εκεί λύγισε. Γονάτισε και ξέσπασε σε κλάματα. Η καρδιά του δεν το άντεξε κι έσπασε. Τον βρήκαν την άλλη μέρα δίπλα σε μια τριανταφυλλιά να έχει κλεισμένη στη χούφτα του μια φωτογραφία. Είχε πάψει να ανασαίνει.

 

 

 

 

Ετικέτες: , , ,

Κατά τη διάρκεια της πρώτης γερμανικής κατοχής…

Κατά τη διάρκεια της πρώτης γερμανικής κατοχής…

Του Χρήστου Επαμ. Κυργιάκη

Λέγεται πως το 1942, κατά τη διάρκεια της πρώτης γερμανικής κατοχής, τώρα διανύουμε τη δεύτερη, σε μια μικρή ελληνική επαρχιακή πόλη, ο Γερμανός ταγματάρχης, διοικητής του στρατού κατοχής, έκανε βόλτα στο μικρό πάρκο της πόλης το οποίο είχε μάθει πως φιλοξενούσε πάνω από πενήντα παγώνια. Σκέφτηκε πως θα μπορούσε να βάλει εισιτήριο σε είδος για όποιον ήθελε να μπει στο πάρκο και να κάνει τη βόλτα του, θαυμάζοντας τα παγώνια.

Προχωρώντας πεζός μέσα στο πάρκο, παρέα με τον λοχαγό του, είδε δίπλα σε κάτι θάμνους, ένα παγώνι νεκρό. Φιλόζωος όπως ήταν, μα και πλεονέκτης, κινήθηκε προς το νεκρό παγώνι για να διαπιστώσει πολύ σύντομα ότι πίσω από τους θάμνους υπήρχαν άλλα τρία παγώνια νεκρά. Αμέσως έδωσε εντολή στο λοχαγό του να διερευνήσει το θέμα και να βρει την αιτία που προκάλεσε το θάνατο των παγωνιών.

Ο λοχαγός, το επόμενο κιόλας πρωί, κάλεσε το δήμαρχο της πόλης και με τη βοήθεια ενός διερμηνέα τον ρώτησε αν γνωρίζει κάτι για την αιτία του θανάτου των παγωνιών. Ο δήμαρχος του απάντησε πως τα παγώνια πεθαίνουν από ασιτία, από έλλειψη τροφής. Το σιτάρι που τα τάιζαν σώθηκε εδώ και καιρό και κανένας δεν τους προμήθευσε ξανά, αφού όλο το σιτάρι πήγαινε για τις γερμανικές στρατιωτικές μονάδες.

Πήγε τα μαντάτα ο λοχαγός στον ταγματάρχη και ο δεύτερος αμέσως διέταξε να μεταφερθούν 30 σακιά με σιτάρι από τις στρατιωτικές αποθήκες στο σπίτι του δημάρχου κι εκείνος να φροντίσει ώστε να μη λείψει τροφή από τα παγώνια για το επόμενο χρονικό διάστημα.

Χάρηκε ο δήμαρχος όταν είδε τα 30 σακιά σιτάρι να αποθηκεύονται στο κατώι του αλλά δεν άφησε να φανεί η χαρά του στο διερμηνέα που του εξηγούσε τι έπρεπε να κάνει με το σιτάρι. Μόλις έφυγε ο διερμηνέας, έστειλε να φωνάξουν τον αντιδήμαρχο που ήταν το δεξί του χέρι και κατάλληλος για όλες τις δουλειές και του ανάθεσε, να πάρει 10 από τα 30 σακιά σιτάρι που ήταν στο κατώι και να τα πάει στον επιστάτη του πάρκου με την εντολή να δίνει το σιτάρι στα παγώνια για να μην πεθαίνουν από την ασιτία.

Αστραποβόλησε το μάτι του αντιδημάρχου ο οποίος μετέφερε τα 10 σακιά με σιτάρι στο σπίτι του και έστειλε κατόπιν το μικρό του γιο να μηνύσει στον επιστάτη να περάσει από το σπίτι του.

Σε λίγη ώρα ο επιστάτης περνούσε την πόρτα του σπιτιού του αντιδημάρχου ο οποίος, κοιτώντας τον με ύφος βλοσυρό του είπε να τσακιστεί να πάει έξω στην αυλή και να πάρει 4 από τα 10 σακιά με σιτάρι που θα βρει κάτω από τη μεγάλη αχλαδιά. Του εξήγησε λεπτομερώς τι θα κάνει το σιτάρι, υπενθυμίζοντάς του πολλές φορές ότι είναι διαταγή του Γερμανού ταγματάρχη.

Τσακίστηκε ο επιστάτης, σφούγγισε με το μανίκι τον ιδρώτα στο μέτωπό του και μετέφερε με το κάρο που έσερνε ο ίδιος τα 4 σακιά σιτάρι, από το σπίτι του αντιδημάρχου, στο δικό του σπίτι που ήταν κοντά στο πάρκο. Χωρίς να καθυστερήσει, άφησε τα 3 σακιά με το σιτάρι στο υπόστεγο του σπιτιού του και αφού τα σκέπασε με κάτι κουρέλια για να μη φαίνονται πήρε το ένα σακί στον ώμο και κατευθύνθηκε προς το πάρκο για να βρει τον μπάρμπα Νίκο που έμενε με τη γυναίκα του και τα δύο μικρά παιδιά του σε μια καλύβα δίπλα στο περιφραγμένο μέρος που μαζεύονταν και τα παγώνια για να περνάνε τη νύχτα τους και ο οποίος ήταν υπεύθυνος για το τάισμα των παγωνιών. Στο μέρος εκείνο ο μπάρμπα Νίκος είχε μαζέψει και τρεις κοτούλες με έναν πετεινό που του τις είχε δώσει ο ξάδερφός του από το διπλανό χωριό για να τρώνε τα μικρά κανένα αυγό που και που. Πέντε κότες του είχε δώσει αλλά οι δύο ψόφησαν από έλλειψη τροφής. Πόσα σκουλήκια θα μπορούσε να έχει εκείνο το περιφραγμένο μέρος για να θρέψει έξι πτηνά; Να τις σφάξει πάλι τις λυπόταν έτσι ανυπεράσπιστες που τις έβλεπε οπότε τις τελείωνε η αφαγία πριν προλάβει να το καταλάβει.

Σαν είδε τον επιστάτη να πλησιάζει με το σακί στον ώμο και άκουσε για πού προοριζόταν το σιτάρι, χάρηκε, είναι η αλήθεια, μα και λυπήθηκε λίγο.

Έφυγε ο επιστάτης φοβερίζοντάς τον να κάνει καλά τη δουλειά του γιατί τη διαταγή την έδωσε ο ίδιος ο Γερμανός διοικητής «αυτοπροσώπου».

Ο μπάρμπα Νίκος, γέμισε ένα παλιό μικρό τσουκάλι με σιτάρι για τις κότες του και το υπόλοιπο το πήρε στον ώμο και κίνησε στο πάρκο να βρει τα ξεθεωμένα από την ασιτία παγώνια. Έπρεπε να τους δίνει λίγο-λίγο το σιτάρι γιατί αν έτρωγαν απότομα μεγάλη ποσότητα θα έσκαγαν οι «γκούσιες» τους.

Τα βρήκε μαζεμένα κάτω από μία μεγάλη λεύκα και τους έριξε να φάνε. Εκείνα, μόνο τον μπάρμπα Νίκο δεν έφαγαν. Τόση πείνα είχαν.

Γύρισε στο σπίτι, τάισε και τις κότες με τον πετεινό του και μπήκε χαρούμενος στην καλύβα του για να ξεκουραστεί.

Μετά από μία εβδομάδα, ο Γερμανός διοικητής με τη συνοδεία πάλι του λοχαγού του, θέλησε να βολτάρει στο πάρκο για να θαυμάσει τα παγώνια. Αφού περπάτησε για κάμποση ώρα, κοντοστάθηκε όταν είδε κι άλλο παγώνι να βρίσκεται νεκρό στο χώμα.

Άναψε, κόρωσε, πρασίνισε , κιτρίνισε, κοκκίνισε και αφού έριξε μια βρισιά απευθύνθηκε στο λοχαγό του για να μάθει τι είχε συμβεί. Του εξήγησε ο λοχαγός, με φωνή που έτρεμε, πως παρέδωσε 30 σακιά στο δήμαρχο με την εντολή  να ταϊστούν τα παγώνια.

Την ίδια κιόλας μέρα ο δήμαρχος έδινε εξηγήσεις στον Γερμανό διοικητή οποίος ζήτησε να έρθουν αμέσως μπροστά του και ο αντιδήμαρχος με τον επιστάτη και φυσικά, ο μπάρμπα Νίκος, ο τελευταίος τροχός της άμαξας.

Το βράδυ, βρήκε τον μπάρμπα Νίκο στη φυλακή, απ’ όπου βγήκε μετά από ένα μήνα, και τους υπόλοιπους στα σπίτια τους να τα βάζουν με τον μπάρμπα Νίκο για το κακό που, παραλίγο, μπορούσαν να πάθουν.

Βγαίνοντας ο μπάρμπα Νίκος από τη φυλακή, πήγε και βρήκε το δήμαρχο ο οποίος του εξήγησε με πόση δυσκολία κατάφερε να τον γλυτώσει από το εκτελεστικό απόσπασμα. Τόσο μεγάλος ήταν ο θυμός του Γερμανού διοικητή!

Ο λοχαγός, απομακρύνθηκε τις επόμενες μέρες από το πόστο του και τη θέση του κατέλαβε ένας άλλος λοχαγός που η παράδοση λέει πως ονομαζόταν φον Ράινχεμπαχ.

Το ίδιο συνέβη και με το δήμαρχο.

Η παράδοση δεν λέει αν ο δήμαρχος αντικαταστάθηκε με κάποιον άλλον που ονομαζόταν Παπαδήμος.

Είπαμε η ιστορία κάποιες φορές επαναλαμβάνεται ως φάρσα αλλά έχει και αυτό τα όριά του!

Χρήστος Επαμ. Κυργιάκης

 

 

Ετικέτες: ,

Όταν η ιστορία επαναλαμβάνεται

Όταν η ιστορία επαναλαμβάνεται

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

«Μην πας Λάμπρο. Τι θα απογίνω εγώ και τα παιδιά; Πώς να θρέψω πέντε στόματα; Αν σε σκοτώσουν τι θα κάνουμε;»

« Για τα παιδιά. Πρέπει να πάω για τα παιδιά. Να μην ζήσουν σκλαβωμένα και ντροπιασμένα. Τι θα λένε για τον πατέρα τους; Αν μείνω θα με σκοτώσουν σίγουρα οι Γερμανοί. Φεύγω. Καλό κουράγιο Σταυρούλα. Πάρε τούτα τα χαρτιά με τα ονόματα και κρύψε τα κάπου να μην τα βρουν ούτε οι Γερμανοί ούτε οι σπιούνοι. Να προτιμήσεις να πεθάνεις παρά να τους πεις που είναι. Αν βρουν τα ονόματα θα τους αφανίσουν όλους. Και να θυμάσαι. Αν έρθεις κανείς να σου ζητήσει αλεύρι, δώστου χωρίς αντάλλαγμα. Δεν θα πεθάνουμε για λίγο αλεύρι.»

Έτσι απλά, εκείνο το βράδυ σηκώθηκε ο Λάμπρος κι έφυγε. Με μία βίτσα στο χέρι, όπως το συνήθιζε, χάθηκε αθόρυβα μες στο σκοτάδι. Βγήκε στο βουνό. Καπετάν Καραφωτιά τον ήξεραν οι συναγωνιστές του.

Την άλλη μέρα κιόλας, στο σπίτι του στο χωριό, κατέφτασε ο σπιούνος.

Ρωτούσε τη Λάμπραινα να μάθει πληροφορίες. Πού ήταν ο άντρας της; Αν της έδωσε τίποτα χαρτιά με ονόματα; Αν της είπε τίποτε άλλο; Και διάφορα τέτοια.

Φεύγοντας της είπε πως θα ξαναέρθει για να πάρει και τα δέκα πρόβατα που είχαν στο σπίτι ίσα για να έχουν τα παιδιά λίγο γάλα και τυρί.

«Τα χρειάζονταν οι Γερμανοί στρατιώτες» της είπε.

«Αυτοί κάνουν κουμάντο τώρα σε όλο τον κόσμο», της είπε και «Είναι βλάκας όποιος τους πάει κόντρα.»

Την επόμενη φορά που ήρθε ο σπιούνος είχε και παρέα. Πήραν τα πρόβατα και μαζί και τη Λάμπραινα για να την ανακρίνουν οι Γερμανοί.

Την φόβισαν, τη χτύπησαν, την απείλησαν για τα παιδιά της με σκοπό να πει ότι ήξερε για τον άντρα της. Δεν της πήραν λέξη. Μόνο ένα φτύσιμο κράτησε στο τέλος για τον σπιούνο. Συγχωριανός να σου πετύχει.

Η ανάκριση επαναλήφθηκε αρκετές φορές μέχρι που βρέθηκε, λέει, κάποιος «δικός τους» και εγγυήθηκε πως πράγματι δεν ήξερε τίποτα. Αργότερα έμαθε πως ήταν κάποιος μακρινός συγγενής της από άλλο χωριό που είχε ανοίξει παρτίδες με τους κατακτητές.

Κάθε που γυρνούσε στο σπίτι έπαιρνε αγκαλιά τα πέντε παιδιά της και τους μίλαγε για τον πατέρα τους. Τους έλεγε πως πήγε μακρινό ταξίδι και πως σύντομα θα επέστρεφε γεμάτος δώρα και καλούδια για όλους.

Ο καπετάν Καραφωτιάς δεν γύρισε ποτέ στο σπίτι του να ξαναδεί τα παιδιά του. Περνούσε με τους συντρόφους του απέξω αλλά μέσα δεν έμπαινε μην τυχών και τον δει κανένα μάτι και βάλει την οικογένειά του σε κίνδυνο.

Μέχρι που σκοτώθηκε σε μια μάχη με τους Γερμανούς λίγο έξω από το χωριό.

Τα μικρότερα από τα παιδιά του δεν τον θυμούνταν. Δεν είδαν τη μορφή του ούτε σε φωτογραφία.

Τη μορφή του σπιούνου την έβλεπαν συχνά. Σχεδόν κάθε μέρα. Θέλοντας και μη αφού ζούσαν στο ίδιο χωριό τον συναντούσαν μέχρι το τέλος της ζωής του.

Μια φορά μετά από πολλά χρόνια, τόλμησε ο σπιούνος να ανταμώσει τη Λάμπραινα και να τη χαιρετήσει. Εκείνη ,κουβέντα δεν καταδέχτηκε να του πει. Μόνο γύρισε και τον έφτυσε, όπως τότε στην ανάκριση και συνέχισε το δρόμο της. Ούτε δυο δάκρυα δεν είχε για να κλάψει. Είχαν στερέψει εδώ και χρόνια. Είχε κλάψει τόσο πολύ στα χρόνια της κατοχής αλλά και αργότερα στα χρόνια της εξορίας που τα δάκρυα κατάντησαν για εκείνη είδος πολυτελείας.

Θυμήθηκα την ιστορία αυτή όπως την άκουσα πριν από πολλά χρόνια, δεν έχει σημασία από ποιον, επειδή στις μέρες μας οι Γερμανοί ξαναήρθαν αλλά και επειδή πλησιάζει η μέρα που πρέπει να πούμε ένα νέο μεγάλο «ΟΧΙ».

Λίγοι θυμούνται και τιμούν την προσφορά ανθρώπων σαν τον Λάμπρο και ακόμα λιγότεροι θυμούνται πως την περίοδο της κατοχής υπήρξαν και σπιούνοι συνεργάτες των κατακτητών.

Τελικά η ιστορία επαναλαμβάνεται, απλώς τη δεύτερη φορά η επανάληψη, λένε, μοιάζει με φάρσα.

 
 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: