RSS

Όμορφα όνειρα σε λαβωμένες ψυχές

Όμορφα όνειρα σε λαβωμένες ψυχές

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

 

Για μία ακόμη μέρα, το κουδούνι του Λυκείου στο μικρό νησί του Αιγαίου, χτύπησε στην ώρα του. Οχτώ και τέταρτο ακριβώς. Τα παιδιά κινήθηκαν σιγά-σιγά προς το χώρο της πρωινής προσευχής για το καθιερωμένο τελετουργικό.

Η Μαρία, μαθήτρια της Β’ Λυκείου, ετών 20, για μία ακόμη φορά, πέρασε την πόρτα του σχολείου αργοπορημένη. Η ώρα κόντευε 8:30, όταν η Μαρία χτύπησε την πόρτα της αίθουσας που είχε μάθημα την πρώτη ώρα.

«Εμπρός», ακούστηκε η φωνή του Μαθηματικού μέσα από την αίθουσα.

«Συγνώμη που άργησα! Μπορώ να περάσω;» ρώτησε ευγενικά και χαμηλόφωνα η Μαρία.

«Όχι Μαρία! Δεν μπορείς να περάσεις», της απάντησε ορθά-κοφτά ο καθηγητής ο οποίος συνέχισε λέγοντας:

«Φαίνεται το πας φιρί-φιρί να μείνεις για τρίτη χρονιά στην ίδια τάξη από απουσίες. Λίγο φιλότιμο βρε παιδί μου. Εκείνους τους γονείς σου δεν τους σκέφτεσαι; Το ξέρουν ότι συνεχίζεις και φέτος το ίδιο βιολί;»

Η Μαρία που έστεκε αμίλητη με το βλέμμα χαμηλωμένο, ακούγωντας τα τελευταία λόγια του καθηγητή της, η όψη του προσώπου της άλλαξε απότομα. Οι φλέβες στα μηνίγγια της άρχισαν να πάλλονται επικίνδυνα, τα δόντια της κόντευαν να σπάσουν από το σφίξιμο και τα δάκρυα, μόλις που στέκονταν στις άκρες των βλεφάρων της έτοιμα να αυλακώσουν τα μάγουλά της.

Έκλεισε με δύναμη την πόρτα και έφυγε τρέχοντας στο διάδρομο για να αποφύγει να απαντήσει στον καθηγητή της με τα λόγια που της σκάλιζαν το μυαλό και τη γλώσσα.

«Δεν θα σου κάνω τη χάρη» σκεφτόταν καθώς έτρεχε στο διάδρομο για να βγει στο προαύλιο και να πάει να λουφάξει στη «γωνία» της.

Ο Μαθηματικός πίσω της δεν έχασε την ευκαιρία να απαγγείλει προς το ακροατήριό του ένα μικρό λογίδριο.

«Ε, αυτό πάει πολύ. Τούτη τη φορά δεν θα της τη χαρίσω την αποβολή κι ας μείνει για τρίτη χρονιά. Εδώ δεν νοιάζεται εκείνη και οι γονείς της, θα νοιαστώ εγώ;», είπε πιάνοντας πάλι την κιμωλία και συνεχίζοντας να γράφει στον πίνακα τις τριγωνομετρικές σχέσεις που είχε αφήσει στη μέση, έχοντας την πλάτη γυρισμένη προς τους μαθητές.

Οι συμμαθητές της Μαρίας σταμάτησαν να γράφουν και άρχισαν να ανταλλάσσουν μεταξύ τους ματιές γεμάτες αμηχανία, απορία και οργή.

Κανείς δεν έδινε σημασία στο τι έλεγε ο καθηγητής τους και όλοι περίμεναν να ακούσουν τον ήχο του κουδουνιού για να βγουν διάλειμμα.

Η Μαρία, φτάνοντας στη «γωνιά» της, μια απόμερη γωνία πίσω από τις αίθουσες , κάθισε στο μικρό πεζούλι κι έβγαλε από την τσάντα της, όπως έκανε πολύ συχνά, το μπλοκ της ζωγραφικής με ένα μολύβι.

Άρχισε κάτι να σχεδιάζει στο χαρτί και απορροφημένη καθώς ήταν στο σχέδιό της, δεν πρόσεξε τον «Σβούρα» που έφτασε δίπλα της κουνώντας την ουρά του.

Ο Σβούρας ήταν ένα αδέσποτο σκυλί που έμενε στο χώρο του σχολείου. Αγαπητός στους περισσότερους μαθητές και καθηγητές.

Η Μαρία ζωγράφιζε πολύ ωραία. Είχε ταλέντο, έλεγαν εκείνοι που έτυχε να δουν τα σχέδιά της.

Το χτύπημα του κουδουνιού βρήκε τη Μαρία να παίζει με το Σβούρα μέχρι που έφτασαν δίπλα της οι συμμαθητές της.

«Γιατί δε μίλησες; Γιατί δεν του εξήγησες;», τη ρώτησε ένας συμμαθητής της.

«Γιατί δεν ήθελα. Δε μου αρέσει ούτε να παρακαλάω ούτε να κλαίγομαι. Τη δουλειά του κάνει. Άλλωστε ο συγκεκριμένος δεν θα καταλάβαινε τίποτα», του απάντησε η Μαρία.

Εν τω μεταξύ, μέσα στο γραφείο των καθηγητών, είχε εισβάλλει σαν μαινόμενος ταύρος, ο μαθηματικός φωνάζοντας και απειλώντας.

«Να συγκληθεί αμέσως ο Σύλλογος. Η κατάσταση έχει ξεφύγει. Όχι και να μας ανέβουν καβάλα. Θέτω θέμα διήμερης αποβολής της Μαρίας Σάντου του Β2, για ανάρμοστη συμπεριφορά και αργοπορία προσέλευσης στην τάξη, κατ’ επανάληψη».

Για λίγο, μέσα στο γραφείο επικράτησε σιγή αμηχανίας και ξαφνιάσματος μέχρι που πήρε το λόγο η φιλόλογος του τμήματος.

«Θα συμφωνήσω με το συνάδελφο. Δεν θα το κάνουμε ξέφραγο αμπέλι. Αν δεν μπορεί να ξυπνάει το πρωί να σταματήσει το σχολείο. Τι φταίνε οι υπόλοιποι συμμαθητές της να διακόπτουν το μάθημα; Πρέπει να προστατέψουμε τους καλούς μαθητές».

Ένα εκκωφαντικό μουρμουρητό επικράτησε για κάμποσα λεπτά της ώρας μέσα στο γραφείο, μέχρι τη στιγμή που πήρε το λόγο ο Χημικός του τμήματος.

Νεοδιόριστος ο ίδιος από εκείνους τους εκπαιδευτικούς που κάθε χρόνο γυρνούσε από πόλη σε πόλη και από σχολείο σε σχολείο μέχρι που φέτος διορίστηκε μόνιμα στο νησί.

Φαινόταν άυπνος και ταλαιπωρημένος. Έδειχνε να έχει περάσει ένα άσχημο βράδυ και πράγματι έτσι ήταν.

Γυρνώντας με το αυτοκίνητό του από μία βόλτα που είχε κάνει μέχρι την αγαπημένη του παραλία, περνώντας από τη μεγάλη ευθεία που οδηγούσε στο Κέντρο Υγείας του νησιού, κοντά στα δύο χιλιόμετρα από τη Χώρα, είδε στην άκρη του δρόμου μια κοπέλα να περπατάει βιαστικά, σχεδόν τρέχοντας, κρατώντας στην αγκαλιά της ένα μωρό. Πλησιάζοντας, σταμάτησε δίπλα τους και ανοίγοντας το παράθυρο του αυτοκινήτου, ρώτησε την κοπέλα αν μπορεί να βοηθήσει.

Πριν πάρει απάντηση διαπίστωσε πως η κοπέλα δεν ήταν άλλη από τη Μαρία τη Σάντου.

«Μαρία πού πας έτσι τρέχοντας; Ποιο είναι το μικρό που έχεις αγκαλιά;»

«Αχ, κύριε Αντωνίου. Τρόμαξα! Πάω στο Κέντρο Υγείας γιατί η αδερφή μου ψήνεται στον πυρετό. Της έχω δώσει αντιπυρετικό αλλά δεν να της πέσει ο πυρετός. Φοβάμαι μην πάθει τίποτα».

«Έλα. Μπείτε μέσα να σας πάω».

«Δεν πειράζει, μη σας βάζω σε κόπο νυχτιάτικα».

«Μπες μέσα παιδί μου που θα το συζητήσουμε τώρα».

Η Μαρία με την αδερφούλα της μπήκαν στο αυτοκίνητο και πολύ σύντομα έφτασαν και οι τρεις έξω από το Κέντρο Υγείας.

Ο Χημικός με τη Μαρία και τη μικρή της αδερφή στην αγκαλιά, κατευθύνθηκαν γρήγορα στο εσωτερικό του Κέντρου Υγείας. Η γιατρός που εξέτασε τη μικρή διέγνωσε «πνευμονία», που θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί με ενδοφλέβια αντιβίωση και παραμονή στο Κέντρο για παρακολούθηση.

«Μαρία, να σε ρωτήσω κάτι; Οι γονείς σου πού βρίσκονται τώρα;»

«Ο μπαμπάς μου δε ζει πια. Πριν δύο χρόνια χάθηκε σε ναυάγιο. Ήταν ναυτικός», απάντησε η Μαρία με φωνή που πάσχιζε να μην πνιγεί στο κλάμα.

Με δυσκολία συνέχισε λέγοντας:

«Η μαμά μου δουλεύει από το απόγευμα μέχρι το βράδυ, πλύστρα στο ξενοδοχείο και το βράδυ σ’ ένα μαγαζί μέσα στη λάντζα. Γυρνάει στο σπίτι το πρωί αλλά πολλές φορές αργεί και δεν μπορώ να φύγω από το σπίτι. Αυτός είναι ο λόγος που αργώ αρκετές φορές στο σχολείο την πρώτη ώρα».

Περιμένοντας δίπλα στο κρεβάτι της μικρούλας ο Χημικός είχε την ευκαιρία να μιλήσει με τη Μαρία και να μάθει πολλά πράγματα για κείνη που ούτε καν μπορούσε να τα φανταστεί.

Έμαθε για το πώς μεγάλωσε, πως περνά τις ώρες της, ποια είναι τα όνειρά της.

Έμαθε πως στη Μαρία αρέσει πολύ να ζωγραφίζει και πως θα ήθελε μια μέρα να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη ζωγραφική.

Κάποια στιγμή η Μαρία είπε στον καθηγητή της πως δεν χρειαζόταν να περιμένει άλλο στο Κέντρο Υγείας. Κόντευαν ξημερώματα.

«Όπου να’ ναι, θα’ ρθει και η μαμά μου. Θα την ειδοποιούσε η κυρία Ντίνα η γειτόνισσά μας. Σας ευχαριστώ για όλα. Πηγαίνετε κι εσείς να ξεκουραστείτε, έχετε να ξυπνήσετε αύριο».

Ο Χημικός αποχώρησε, λέγοντάς της πως δεν πρέπει να ανησυχεί και πως όλα θα πάνε καλά.

«Είμαι σίγουρος ότι μια μέρα θα γίνεις μεγάλη ζωγράφος. Μην αφήσεις το όνειρό σου να μαραθεί», της είπε φεύγοντας.

Κατά τις εφτά το πρωί κατέφθασε τρέχοντας στο Κέντρο Υγείας και η μητέρα της Μαρίας. Είχε ειδοποιηθεί από τη γειτόνισσα αλλά το αφεντικό της δεν την άφησε να φύγει πιο νωρίς. Είχε πολύ δουλειά της είπε και δεν γινόταν να λείψει.

Παίρνοντας, λοιπόν, το λόγο ο κύριος Αντωνίου απευθύνθηκε στον Μαθηματικό.

«Συνάδελφε, όταν ρώτησες τη Μαρία γιατί άργησε, τι σου απάντησε;»

«Σιγά μην έχανα το χρόνο μου να της κάνω ερωτήσεις. Προφανώς η κουβέρτα της Μαρίας το πρωί είναι βαριά και το κρεβάτι πιο αναπαυτικό από την καρέκλα του σχολείου», απάντησε με απαξίωση ο Μαθηματικός.

«Αν έμπαινες στον κόπο να τη ρωτήσεις, ίσως να άλλαζες γνώμη για εκείνη γιατί θα μάθαινες ότι η Μαρία, εκτός από μαθήτρια του σχολείου μας είναι μαζί μάνα και πατέρας για τη μικρότερη αδερφή της».

«Δεν φταίω εγώ γι’ αυτό. Έχει μάνα και πατέρα να το σκεφτούν».

«Δεν έχει πατέρα συνάδελφε. Ήταν ναυτικός και χάθηκε σε ναυάγιο. Και η μάνα της λείπει τα βράδια από το σπίτι γιατί δουλεύει. Χθες το βράδυ η Μαρία ξενύχτησε στο Κέντρο Υγείας δίπλα στη μικρή της αδερφή που έκαιγε από τον πυρετό».

«Δεν ξέρω τι μου λέτε κύριε Αντωνίου, αλλά το σχολείο δεν είναι ξέφραγο αμπέλι. Εγώ πληρώνομαι για να κάνω μάθημα όχι για να λύνω τα προσωπικά προβλήματα του κάθε μαθητή»

«Πληρώνεσαι για να κάνεις μάθημα σε μαθητές. Πώς γίνεται να μη σε νοιάζουν οι συνθήκες στις οποίες μεγαλώνουν οι μαθητές σου; Πώς γίνεται να μη σε νοιάζει η συναισθηματική τους κατάσταση και η ψυχολογία τους. Πώς γίνεται, συνάδελφε, να αγαπάς το μάθημά σου περισσότερο από τους μαθητές σου;»

«Δεν σας επιτρέπω κύριε Αντωνίου. Τόση ώρα σας μιλάω στον πληθυντικό και σεις μου απευθύνεται το λόγο στον ενικό. Δεν σας έμαθε κανένας τρόπους;»

«Ο ενικός είναι της αμεσότητας και της συναδελφικότητας».

«Είστε αναιδής κύριε Αντωνίου. Θα έπρεπε, ως νέος συνάδελφος, να δείχνετε περισσότερο σεβασμό σε έναν παλιότερο συνάδελφο. Αλλά, τι περιμένει κανείς από ένα άνθρωπο που θέλει να λέγεται εκπαιδευτικός και αναπτύσσει φιλίες με τους μαθητές του»;

«Τελικά, είσαι πολύ μαλάκας, κύριε Παπαδόπουλε».

«Θα σας κάνω αναφορά κύριε. Θα σας στείλω από κει που ήρθατε».

Μέσα στην ένταση του διαλόγου, κανείς δεν πρόσεξε το Διευθυντή του Λυκείου που, ακούγοντας τις φωνές, μπήκε στο γραφείο των καθηγητών και παρακολούθησε τη συζήτηση που πραγματοποιήθηκε, καθισμένος σε μια καρέκλα στο πίσω μέρος της αίθουσας. Μετά τις τελευταίες φράσεις των δύο καθηγητών, σηκώθηκε απότομα και με πολύ θυμωμένο ύφος φώναξε:

«Αντωνίου και Παπαδόπουλος στο γραφείο μου. Οι υπόλοιποι στα μαθήματά σας».

Με το Διευθυντή μπροστά και τους δύο καθηγητές να ακολουθούν, μπήκαν στο γραφείο του πρώτου, ο οποίος έκλεισε την πόρτα και κάθισε στην καρέκλα του.

«Θα έπρεπε να ντρέπεστε κύριε Αντωνίου. Η φρασεολογία σας είναι για το πεζοδρόμιο και όχι για το σχολείο. Σήμερα κιόλας θα σας κάνω αναφορά για ανάρμοστη συμπεριφορά, εξύβριση συναδέλφου και διατάραξη της σχολικής γαλήνης και θα τη στείλω στη Διεύθυνση, ζητώντας να απομακρυνθείτε από το σχολείο αλλά και από το χώρο της εκπαίδευσης γενικότερα».

«Εννοείτε ότι θα εισηγηθείτε την απόλυσή μου;»

«Ακριβώς! Εσείς τι λέτε κύριε Παπαδόπουλε; Θα προχωρήσετε σε καταγγελία;»

«Νομίζω κύριε Διευθυντά πως ο νέος συνάδελφος ξεπέρασε τα όρια και έχουμε υποχρέωση να προστατεύσουμε τους μαθητές από καθηγητές όπως αυτός. Άλλωστε δεν φαίνεται να μετάνιωσε ο συνάδελφος για όσα είπε. Δεν ξέρω! Αν αναγνωρίσει το λάθος του και ζητήσει συγνώμη, ίσως και να αλλάξω γνώμη».

«Δε μετανιώνω για τίποτα. Είστε και οι δύο νεκροθάφτες των σχολείων και ειδικοί στο να καταστρέφετε παιδικά όνειρα και ψυχές. Κάντε ότι θέλετε. Πάντως από μένα, δήλωση μετανοίας δεν θα έχετε. Φεύγω τώρα και πάω στο μάθημά μου. Έχω μάθημα στο Β2. Οι μαθητές μου θα περιμένουν και δεν αξίζει για εσάς τους δύο να τους κλέβω το χρόνο».

Μπαίνοντας στην αίθουσα, αφού πήγε πρώτα και έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του, βρήκε τους μαθητές του να κάθονται αμίλητοι στις θέσεις τους με το βλέμμα τους καρφωμένο στο πρόσωπό του και ειδικότερα στα χείλη του. Κρυφακούγοντας τόσο έξω από το γραφείο των καθηγητών όσο και έξω από το γραφείο του Διευθυντή, ήξεραν τι είχε συμβεί. Τα νέα διαδόθηκαν γρήγορα: «Θέλουν να απολύσουν τον Αντωνίου γιατί υπερασπίστηκε τη Μαρία και είπε ¨μαλάκα¨ το μαλάκα».

Η Μαρία, μίλησε πρώτη.

«Κύριε, μάθαμε τι έγινε και αισθάνομαι άσχημα γιατί εγώ έγινα η αιτία να κινδυνεύετε να χάσετε τη δουλειά σας. Θα πάω να πω στο Διευθυντή να διώξουν εμένα από το σχολείο και όχι εσάς, γιατί φταίω και όχι εσείς».

Ο καθηγητής, ακούμπησε στην έδρα και χαμογέλασε με πίκρα.

«Δεν φταις εσύ Μαρία. Το συγκεκριμένο περιστατικό ήταν μόνο η αφορμή. Από την πρώτη στιγμή δεν με σήκωνε το κλίμα. Ίσως να είναι καλύτερα το να απολυθώ».

«Τι λέτε κύριε; Θα τους κάνετε τη χάρη να απολυθείτε χωρίς μάχη; Εγώ λέω πως πρέπει κι εμείς οι μαθητές να κάνουμε κάτι. Να μην τους αφήσουμε να προχωρήσουν», είπε ένας μαθητής από τα πίσω θρανία.

«Όχι παιδιά, εσείς δεν θέλω να ανακατευτείτε. Αυτή είναι μια προσωπική μου υπόθεση. Τέλος πάντων, θα δω τι θα κάνω».

Είχε ήδη περάσει η ώρα και το κουδούνι του διαλείμματος διέκοψε την κουβέντα.

Οι μέρες που ακολούθησαν μύριζαν μπαρούτι. Οι μαθητές κάτι σχεδίαζαν, οι υπόλοιποι καθηγητές είχαν χωριστεί σε δύο στρατόπεδα και οι συζητήσεις έδιναν κι έπαιρναν, αλλά μόνο μέχρι εκεί.

Κάποιες φορές, ο Γυμναστής του Λυκείου, ένας ντόπιος που γνώριζε τα πράγματα, πλησίαζε το Χημικό και έπιανε κουβέντα μαζί του.

«Καλά, αν σε απολύσουν τι θα κάνεις; Μαθαίνω ότι από τη Διεύθυνση το προχωράνε γρήγορα το θέμα σου».

«Δεν θα τους δώσω την ευχαρίστηση να με απολύσουν. Θα παραιτηθώ και θα γυρίσω πίσω στο χωριό μου».

Πολύ σύντομα, πρωτοφανές για τη γραφειοκρατική διοίκηση της χώρας, η υπόθεση της απόλυσης του εκπαιδευτικού προχώρησε πολύ γρήγορα.

Ήταν Δευτέρα, όταν ο Διευθυντής με ύφος πρωθυπουργού και πάνω, μπήκε στο γραφείο των καθηγητών για να ανακοινώσει ότι από το υπουργείο ήρθε η απόφαση που έθετε σε διαθεσιμότητα τον Αντωνίου με το ερώτημα της οριστικής παύσης. Ο ίδιος ο Αντωνίου απουσίαζε. Μπήκε όταν ο Διευθυντής τελείωνε την ανακοίνωσή του.

«Ελάτε κύριε Αντωνίου. Για σας μιλούσα. Ήρθε η απόφαση του υπουργείου. Διάθεση με ερώτημα για οριστική παύση».

«Δεν με αφορά το θέμα κύριε. Έχω πάρει τις αποφάσεις μου. Φεύγω αύριο κιόλας από το νησί. Ήρθα μόνο να πάρω τα πράγματά μου και να αποχαιρετήσω τους συναδέλφους και τους μαθητές μου», είπε ο Χημικός και κινήθηκε προς το μέρος των συναδέλφων τους οποίους και χαιρέτησε έναν-έναν. Χαιρέτησε και τον Μαθηματικό ο οποίος με σκυμμένο το κεφάλι και μεγάλη δυσκολία του έδωσε το χέρι.

«Τώρα που παραιτήθηκα, αισθάνομαι την ανάγκη να σου ζητήσω συγνώμη για το ¨μαλάκας¨, αλλά δήλωση μετανοίας δεν θα έκανα ποτέ».

Βγήκε από το γραφείο και κατευθύνθηκε στο προαύλιο. Πήγε στη «γωνιά» της Μαρίας. Τη βρήκε να ζωγραφίζει παρέα με το Σβούρα. Της ανακοίνωσε με λίγα λόγια την απόφασή του και έφυγε με γρήγορο βηματισμό.

Την άλλη μέρα στο λιμάνι, από νωρίς οι μαθητές είχαν συγκεντρωθεί στην προβλήτα. Σε λίγο έφτασε και ο Χημικός κουβαλώντας δύο μικρές βαλίτσες.

Η Μαρία έτρεξε κοντά του και του έδωσε ένα σχέδιο με μια ζωγραφιά. Πρόλαβε να διαβάσει τον τίτλο: «Όμορφα όνειρα σε λαβωμένες ψυχές». Οι άνθρωποι τριγύρω άκουγαν απορημένοι τους μαθητές να φωνάζουν  δακρυσμένοι προς τον καθηγητή τους που έμπαινε στο πλοίο:

«Δάσκαλε, θα μας λείψεις. Δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ!»

Δακρυσμένος και ο ίδιος, έβαλε με γρήγορες κινήσεις το σχέδιο της Μαρίας στην τσέπη του και χάθηκε μέσα στο χώρο του πλοίου.

Πέρασαν αρκετά χρόνια. Ο Χημικός είχε επιστρέψει στο χωριό του και ασχολιόταν με τα χωράφια. Παράλληλα, σε ένα χώρο που διαμόρφωσε στο σπίτι του έκανε μαθήματα σε παιδιά του χωριού, χωρίς να παίρνει χρήματα.

Τηλεόραση, απέφευγε να βλέπει, όμως εκείνο το βράδυ την άνοιξε για να ακούσει την πρόγνωση του καιρού μετά το δελτίο ειδήσεων.

«Το βραβείο του πρωτοεμφανιζόμενου ζωγράφου το κέρδισε η Μαρία Σάντου για το έργο της με τίτλο ¨Όμορφα όνειρα σε λαβωμένες ψυχές¨. Το βραβείο συνοδεύεται από ολική υποτροφία για ανάλογες σπουδές στο Παρίσι».

Χωρίς να το καταλάβει, άνοιξε την πόρτα και κοιτάζοντας προς το νότο φώναξε σχίζοντας τη σιωπή της νύχτας.

«Μπράβο Μαρία! Μπράβο παιδί μου…»

Δεν μπόρεσε να συνεχίζει γιατί η φωνή του πνίγηκε στα δάκρυά του.

Δάκρυα χαράς και ελπίδας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements
 

Το μεγαλείο της ψυχής δε χρειάζεται γερά πόδια

Το μεγαλείο της ψυχής δε χρειάζεται γερά πόδια

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

 

Η ώρα είχε πάει 8 και σε λίγη ώρα θα χτυπούσε το κουδούνι. Τα περισσότερα παιδιά βρίσκονταν ήδη στο προαύλιο του μικρού τετραθέσιου δημοτικού σχολείου του χωριού.

Έξω από την πόρτα του σχολείου φτάνει και ο μικρός Γιώργος με τον πατέρα του. Εκείνος, του δίνει την τσάντα και του λέει: «Λοιπόν Γιωργάκη όπως είπαμε. Να προσέχεις τη δασκάλα σου, να μη μιλάς μέσα στην τάξη και στο διάλειμμα να κάνεις παρέα με όλα τα παιδάκια. Όχι μόνο με τον Τάσο. Είπαμε, ο Τάσος δεν μπορεί να τρέξει και να παίξει ποδόσφαιρο. Δεν χρειάζεται να χάνεις το παιχνίδι σου για τον Τάσο».

Ο μικρός, κούνησε το κεφάλι του και μπήκε μέσα στο προαύλιο. Οι συμμαθητές του έτρεξαν να τον συναντήσουν. Τον περικύκλωσαν και άρχισαν να μιλάνε φωναχτά για όσα πέρασαν το προηγούμενο απόγευμα.

Μόνο ένα παιδάκι, ξανθό, αδύνατο με μεγάλα καστανά μάτια και μακριά σγουρά μαλλιά δεν έτρεξε κοντά στο Γιωργάκη. Καθισμένο μονάχο του στο πεζούλι της αυλής κοιτούσε τα υπόλοιπα παιδιά χαμογελώντας λες και βρισκόταν εκεί μαζί τους.

Ο  Τάσος, αυτό ήταν το όνομα του μοναχικού παιδιού, ήθελε πολύ να τρέξει δίπλα στο συμμαθητή του. Μόνο η ψυχούλα του ήξερε πόσο πολύ το ήθελε.

Όμως, τα πόδια του δεν τον βοηθούσαν να ικανοποιήσει την ψυχή του. Ένα πρόβλημα κινητικό που είχε από τη γέννησή του τον υποχρέωνε να βαδίζει με δυσκολία. Για τρέξιμο, ούτε λόγος να γίνεται.

Το επίσημο χαρτί που έφερε η μητέρα του στη Διευθύντρια του σχολείου έκανε λόγο και για μία κινητική υστέρηση που ήταν η αιτία, ο Τάσος να κινείται με δυσκολία αλλά δεν τον εμπόδιζε σε τίποτα, να διαβάζει, να γράφει και να μιλάει με αρκετά μεγάλη ευχέρεια.

Καταλάβαινε τα πάντα από όλα όσα του έλεγαν μα κυρίως η καρδιά του ήταν γεμάτη από όμορφα συναισθήματα και απέραντη καλοσύνη.

Τι κι αν μερικά παιδιά κάποιες φορές τον κορόιδευαν που δεν μπορούσε να παίζει μαζί τους ποδόσφαιρο; Για κείνον, ήταν αρκετό να τους βλέπει και να χαίρεται βλέποντάς τους να παίζουν και να διασκεδάζουν. Πολλές φορές καθόταν στην άκρη και έκανε το διαιτητή.

Ούτε κράτησε κακία στη δασκάλα του όταν την άκουσε να συζητάει με κάποιους γονείς που της ζητούσαν να κάνει κάτι για να φύγει ο ίδιος από το σχολείο και να πάει σε κάποιο που είναι ειδικό για «καθυστερημένα» ώστε να μη μένουν πίσω τα υπόλοιπα «φυσιολογικά» παιδιά.

«Αν περνούσε από το χέρι μου θα το έκανα όμως δεν μπορώ να υποχρεώσω τους γονείς του αν δεν θέλουν να το στείλουν σε ειδικό σχολείο. Άλλωστε δεν υπάρχει στην πόλη μας τέτοιο σχολείο. Πρέπει να πάει στη διπλανή πόλη. Βέβαια δεν είναι από τις βαριές περιπτώσεις, αλλά όπως να το κάνεις φρενάρει όλη την τάξη. Ακόμη και στη γυμναστική και τη μουσική η παρουσία του δημιουργεί εμπόδια».

«Να φανταστείτε», συνέχισε η δασκάλα «οι γονείς του έχουν την απαίτηση να τον πάρουμε μαζί μας στην εκδρομή που θα πάμε στο ποτάμι. Εγώ προσωπικά, δεν αναλαμβάνω την ευθύνη να τον συνοδεύσω. Θα πρέπει να έχω την προσοχή μου μόνο σ’ εκείνον. Τα υπόλοιπα παιδιά τι θα γίνουν; Δεν ξέρω τελικά τι θα αποφασίσει ο σύλλογος , πάντως εγώ εξέφρασα την αντίθεσή μου».

Η αλήθεια είναι πως ο Τασούλης στεναχωρήθηκε με την ιδέα πως δεν θα πήγαινε εκδρομή στο ποτάμι μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά. Την περίμενε πως και πως αυτή την εκδρομή. Είχε ξαναπάει στο ποτάμι με τους γονείς του και του άρεσε.

Του άρεσε να βλέπει το νερό να κυλάει, να τρέχει, όπως εκείνος δεν μπορούσε να κάνει με τα πόδια του. Γι’ αυτό έτρεχε με τη φαντασία του. Το μυαλό του «κυλούσε» στις όχθες της ζωής που θα ήθελε να κάνει μεγαλώνοντας.

Ήθελε να γίνει γιατρός κι ας ήξερε πως ήταν πολύ δύσκολο, για να βοηθήσει παιδιά που θα έχουν το δικό του ή παρόμοιο πρόβλημα, αν όχι να γίνουν καλά, τουλάχιστον να ζουν ευτυχισμένα.

Το κουδούνι χτύπησε και ο μικρός Τάσος με μικρά και επίπονα βήματα έφτασε στην αίθουσα και κατευθύνθηκε στο θρανίο του. Η τσάντα που κουβαλούσε στην πλάτη του, δυσκόλευε την προσπάθειά του, μα πιο πολύ τον βάραινε το γεγονός ότι ο καλύτερός του φίλος, ο Γιώργος, δεν του είχε πει μέχρι τότε ούτε μία κουβέντα. Άλλες φορές, ήταν ο πρώτος που καλημέριζε και πάντα τον βοηθούσε κουβαλώντας την τσάντα του μέχρι την αίθουσα. Όχι πως είχε ανάγκη το κουβάλημα, αλλά, να, τον άφηνε να το κάνει γιατί έτσι τον αισθανόταν περισσότερο φίλο του.

«Όταν θα γίνω καλά και θα μπορώ να περπατάω όπως εσύ, δεν θα σ’ αφήσω να κουβαλήσεις ποτέ και καμία τσάντα στη ζωή σου» είπε ένα πρωινό στο φίλο του καθώς πήγαιναν μαζί προς την αίθουσα.

Ο Τάσος ανησύχησε ακόμη περισσότερο όταν είδε πως ο Γιώργος δεν τον πλησίασε σε κανένα από τα διαλείμματα και στο σχόλασμα ούτε καν τον χαιρέτισε.

Γυρνώντας στο σπίτι, δεν μπόρεσε να κρύψει τη θλίψη του. Η Μητέρα του τον πλησίασε και τον ρώτησε τι τον απασχολούσε. Όταν της εξήγησε, εκείνη του υποσχέθηκε πως θα φροντίσει να πάει στην εκδρομή. Στην ανάγκη θα τον συνόδευε η ίδια ή ο πατέρας του. Όσο για τη συμπεριφορά του φίλου του, απλά του είπε να μην βιάζεται να βγάζει συμπεράσματα και να μην περιμένει από τους άλλους περισσότερα από όσα μπορούν να δώσουν.

Το τελευταίο, δεν το κατάλαβε γιατί πίστευε πως οι φίλοι επιβάλλεται να δίνουν μεταξύ τους περισσότερα από όσα μπορούν, αλλιώς, δεν είναι φίλοι.

Την επόμενη μέρα, η μητέρα του Τάσου, επικοινώνησε με τη διευθύντρια του σχολείου και της δήλωσε πως είναι πρόθυμη να συνοδεύσει το γιο της στην εκδρομή, απαλλάσσοντας έτσι και τους δασκάλους από το άγχος του να έχουν συνεχώς το νου τους στον Τάσο.

Επιτέλους, η μέρα της εκδρομής έφτασε. Όλοι οι μαθητές επιβιβάστηκαν στο λεωφορείο και μετά από δύο ώρες έφτασαν στον προορισμό τους.

Τα παιδιά με τους δασκάλους κατευθύνθηκαν στον τελικό τους προορισμό. Το τοπίο ήταν κάτι παραπάνω από μαγευτικό, καθώς η Άνοιξη δεν κράτησε κανένα χρώμα στην παλέτα της. Τα σκόρπισε όλα σε τούτο το μέρος.

Ο Τάσος θα ήταν τρισευτυχισμένος αν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ο φίλος του ο Γιώργος, του είχε πει έστω και μια κουβέντα. Όχι μόνο κουβέντα, αλλά ούτε μια ματιά δεν του έριξε.

Οι δάσκαλοι, άφησαν τα παιδιά να παίξουν στο γύρω χώρο αφού πρώτα τους απαγόρεψαν να πλησιάσουν στο ποτάμι, και κατευθύνθηκαν στο καφενεδάκι που βρισκόταν λίγα μέτρα πιο πέρα. Από κει, θα μπορούσαν να βλέπουν και τα παιδιά και να τρέξουν, αν προέκυπτε κάτι. Τους δασκάλους, ακολούθησε και η μητέρα του Τάσου. Εκείνος, προτίμησε να κάτσει κάτω στα χόρτα σε ένα σημείο που μπορούσε να βλέπει το νερό να κυλάει στο ποτάμι.

Χάζευε με τις πεταλούδες και ζήλευε τις ιτιές που μπορούσαν, όποτε ήθελαν, να σκύβουν και να δροσίζονται με το νερό του ποταμού.

Μερικά παιδιά, ανάμεσά τους κι ο Γιώργος, κάνοντας έναν μικρό κύκλο, βρέθηκαν πίσω από μια συστάδα θάμνων που τους έκρυβε από τα μάτια των δασκάλων.

«Να κατεβούμε λίγο στο ποτάμι;», ρώτησε ένα παιδί.

«Εγώ δεν κατεβαίνω», είπε ο Γιώργος.

«Ας πάμε τουλάχιστον λίγο πιο κάτω», πρόσθεσε ένα άλλο.

Ο Γιώργος συμφώνησε και τα παιδιά, άρχισαν να κατεβαίνουν με προσοχή.

Ο Τασούλης, από το μέρος που καθόταν, τους έβλεπε και σηκώθηκε να πάει να τους συναντήσει.

Καθώς πλησίασε αρκετά, άκουσε φωνές και κατάλαβε ότι κάτι έτρεχε. Μόλις έφτασε στο μέρος των παιδιών τα είδε να προσπαθούν, πιασμένα χέρι-χέρι και δημιουργώντας αλυσίδα, να τραβήξουν το φίλο του το Γιώργο που βρισκόταν μέσα στο ποτάμι και προσπαθούσε, απεγνωσμένα να σκαρφαλώσει προς τα πάνω.

Ένα παιδί δεν άντεξε και το χέρι του ξέφυγε από την αλυσίδα. Ο Γιώργος βρέθηκε μέσα στο ποτάμι με το χέρι απλωμένο να ζητάει βοήθεια. Τα παιδιά τα έχασαν και μερικά έτρεξαν να φωνάξουν τους δασκάλους οι οποίοι ήδη είχαν αντιληφθεί ότι κάτι τρέχει και κατευθύνονταν προς το σημείο του ατυχήματος.

Ο Τασούλης, χωρίς να τον έχει προσέξει κανείς, έσυρε σιγά-σιγά το κορμί του και έφτασε στο νερό. Έπιασε με το ένα του χέρι, το χέρι του αγαπημένου του φίλου και βάζοντας το ένα του πόδι κόντρα στον κορμό μιας ιτιάς, άρχισε να τον τραβάει προς τα έξω. Είχε δύναμη στα χέρια ο Τασούλης, μα περισσότερη δύναμη είχε στην ψυχούλα του. Κατάφερε να τραβήξει το Γιώργο έξω. Το μόνο που πρόλαβε να δει ήταν τα μάτια του φίλου του να τον κοιτάζουν δακρυσμένα πριν τον αρπάξουν οι δάσκαλοι κι εκείνον η μητέρα του.

«Γιατί Τάσο δεν ζήτησες βοήθεια; Θα μπορούσατε να πνιγείτε και οι δύο. Αχ, βρε Τάσο. Δεν πειράζει. Φτάνει που είστε και οι δύο καλά. Μη μου το ξανακάνεις όμως αυτό, εντάξει;».

Ο Τάσος δεν είπε κουβέντα. Κούνησε μόνο καταφατικά το κεφάλι και με τη βοήθεια της μητέρας του έφτασε στο μικρό καφενεδάκι.

Όλοι έτρεξαν να τον αγκαλιάσουν και να του πουν ένα «μπράβο». Όλοι, εκτός από τη δασκάλα που δεν τον ήθελε μαζί της στην εκδρομή.

Εκείνος σηκώθηκε και πλησίασε προς τη δασκάλα που βρισκόταν πιο πέρα και προσπαθούσε με το μπουφάν της να ζεστάνει το Γιώργο που ήταν μούσκεμα.

«Βλέπετε κυρία; Κάποια πράγματα μπορούν να τα κάνουν κι εκείνοι που δεν έχουν και τόσο γερά πόδια», είπε στη δασκάλα και έστριψε για να φύγει.

«Σ’ ευχαριστώ και με συγχωρείς», άκουσε το Γιώργο να λέει με τρεμάμενη φωνή.

Κοντοστάθηκε για λίγο και γύρισε πίσω το κεφάλι του. Είδε τη δασκάλα, να στέκεται αμίλητη με χαμηλωμένο το κεφάλι και τον φίλο του να τον κοιτάζει στα μάτια.

«Κι εσύ το ίδιο θα έκανες για μένα. Το ξέρουμε και οι δύο αυτό. Έτσι δεν είναι; Πες στον μπαμπά σου να μην ανησυχεί. Όσο για μένα, θα περιμένω λίγα χρόνια μέχρι να μεγαλώσεις. Ελπίζω να μη με ξεχάσεις. Τα λέμε τότε», είπε ο Τάσος και γύρισε στη μητέρα του.

Με το Γιώργο δεν ξαναέκαναν παρέα όσο ήταν στο σχολείο. Μετά οι δρόμοι τους χώρισαν.

Κανείς δεν ξέρει το τι απέγιναν τα δύο παιδιά. Κάποιοι, μετά από χρόνια είπαν, πως ο πατέρας του Γιώργου, μετά από ένα τροχαίο, μπόρεσε και περπάτησε χάρη σε κάποιον γιατρό που τον χειρούργησε. Δεν ήξεραν το όνομά του. Το μόνο που έμαθαν ήταν πως δεν είχε και τόσο γερά πόδια…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο ξένος με το βιβλίο και τη φλογέρα

Ο ξένος με το βιβλίο και τη φλογέρα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Η μέρα ήταν ιδανική για βόλτα και πικ-νικ, κάτω από τον παχύ ίσκιο των δέντρων στο μεγάλο λιβάδι, στην ανατολική πλαγιά του λόφου.

Στη δυτική πλευρά του λόφου υπήρχε κι άλλο λιβάδι αλλά δεν είχε ούτε ένα δέντρο. Μόνο κάτι χαμηλοί θάμνοι είχαν καταδεχτεί να ριζώσουν που μπορούσαν να δώσουν τη σκιά τους, μετά βίας σε έναν άνθρωπο.

Στην κορυφή του λόφου φαινόταν από μακριά το παλάτι δίπλα σε μία μεγάλη εκκλησία που συναγωνιζόταν σε ύψος και σε αίγλη το διπλανό παλάτι.

Στη νότια πλαγιά του λόφου απλωνόταν η πόλη που ήταν εμπορικό κέντρο της περιοχής.

Είχε μπει ο Ιούνιος, ήταν και Κυριακή, τι άλλο θα μπορούσε να περιμένει κάποιος για να πάρει την οικογένειά του και να πάει στο μεγάλο λιβάδι;

Τα παιδιά, έτρεχαν ξένοιαστα πέρα δώθε, πότε τραγουδώντας, πότε κλαίγοντας και πότε ουρλιάζοντας και παίζοντας γεμάτα χαρά.

Οι γυναίκες έστρωναν με ευλάβεια το σεντόνι που είχαν φέρει για την περίσταση και έβγαζαν σιγά-σιγά τα φαγητά και τους μεζέδες που είχαν μαζί τους από το σπίτι.

Οι άντρες έκοβαν βόλτες πατώντας με σταθερό βήμα στο χαμηλό χορτάρι του λιβαδιού, πηγαίνοντας από το ένα δέντρο στο άλλο, απολαμβάνοντας τον ίσκιο τους και τσιμπολογώντας από τα εδέσματα που βρίσκονταν απλωμένα στα σεντόνια.

Με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, καμάρωναν τα παιδιά τους που έτρεχαν ανέμελα δεξιά κι αριστερά.

«Πρόσεξε παιδί μου. Μην τρέχεις. Θα πέσεις και θα χτυπήσεις. Άσε που θα ιδρώσεις και ποιος ακούει τη μάνα σου», ήταν οι συμβουλές που απηύθυναν πολύ συχνά οι άντρες προς τα παιδιά τους καθώς έκαναν τη βόλτα τους κουτσοπίνοντας, ψιλοτρώγοντας και συζητώντας για τις δουλειές τους και το παιδιά τους. Ο καθένας έλεγε τα δικά του χωρίς να ακούει κουβέντα από όσα έλεγαν οι συνομιλητές τους.

Οι μανάδες, καθισμένες κάτω από τον ίσκιο, σηκώνονταν που και που για να δώσουν τις δικές τους συμβουλές: «Έλα να φας κάτι παιδί μου. Μην τρέχεις, θα ιδρώσεις και θα βήχεις το βράδυ και τότε, αλίμονο τι έχεις να ακούσεις από τον πατέρα σου».

Αρκετά μέτρα πιο πέρα, κάτω από το μοναδικό θάμνο της περιοχής, καθόταν ένας άνθρωπος. Δεν έμοιαζε με τους άλλους, ούτε στο ντύσιμο μα ούτε και στην όψη. Είχε κάπως μακριά μαλλιά, αχτένιστα και ο ίδιος έδινε την εντύπωση του ανθρώπου που δεν λογάριαζε και πολύ την εμφάνισή του.

Κρατούσε στα χέρια του ένα βιβλίο και δίπλα στα πόδια του πάνω σε μια πέτρα ήταν ακουμπισμένη μια παλιά φλογέρα.

Ήταν τόσο απορροφημένος σ’ αυτό που διάβαζε που δεν πήρε χαμπάρι ένα τσούρμο από παιδιά τα οποία τον πλησίασαν σε απόσταση δύο μέτρων και τον περιεργάζονταν.

Κάποια στιγμή, ο άνθρωπος σήκωσε το βλέμμα του και αντικρίζοντας καμιά δεκαριά παιδιά να τον κοιτάζουν, τους χαμογέλασε.

«Γεια σας παιδιά», τους είπε. «Θέλετε κάτι;»

«Ποιος είσαι εσύ;», τον ρώτησε ένα παιδί. «Μένεις στην πόλη μας;»

«Όχι, είμαι ξένος» απάντησε ο περίεργος εκείνος άνθρωπος.

«Τι διαβάζεις;», επέμενε το παιδί.

«Κάτι ιστορίες με ανθρώπους».

« Λένε αλήθεια ή ψέματα, αυτές οι ιστορίες;»

«Ψέματα».

«Και γιατί διαβάζεις αυτά τα ψέματα;»

«Γιατί, μέσα από τα ψέματα ανακαλύπτω τις αλήθειες»

«Για ποιους;»

«Μα για τους ανθρώπους και τα έργα τους. Για τι άλλο;»

Τα παιδιά ξέσπασαν σε γέλια. Ένα από αυτά έτρεξε στη μητέρα του και άρχισε να της εξιστορεί όσα τους είχε πει λίγο νωρίτερα ο ξένος.

Της στάθηκε η μπουκιά στο λαιμό, της μητέρας του. Παραλίγο να πνιγεί. Κοκκίνισε από τα νεύρα της και έβγαλε μια δυνατή κραυγή.

«Παντελήήήήή. Που είσαι μωρέ; Δεν πήρες χαμπάρι τι άκουσε το παιδί μας;»

Έτρεξε ο Παντελής, κατασκοτώθηκε να πάει στη γυναίκα του και σαν έμαθε τα καθέκαστα, μάζεψε και μερικούς άλλους και σε λίγο βρέθηκαν όλοι να έχουν περικυκλώσει το δύστυχο ξένο.

«Ποιος είσαι εσύ; Πώς βρέθηκες στα μέρη μας;», τον ρώτησε κάποιος.

«Γεια σας φίλοι μου. Μην ανησυχείτε, περαστικός είμαι, δεν είμαι από δω».

«Και τι είναι αυτά που είπες στα παιδιά;» πήρε το λόγο κάποιος άλλος.

«Για ποιο πράγμα μιλάς; Δεν καταλαβαίνω!», απάντησε ο ξένος.

«Τους είπες ή όχι ότι διαβάζεις ιστορίες με ψέματα;»

«Τους είπα».

«Και ότι από τα ψέματα αυτά ανακαλύπτεις την αλήθεια;»

«Ναι! Έχω άδικο;»

«Φυσικά και έχεις άδικο. Μέσα από τα ψέματα ανακαλύπτεις το ψέμα και μόνο μέσα από τις αλήθειες ανακαλύπτεις την αλήθεια. Αυτό είναι γνωστό σε όλους. Το διδάσκουν και στα σχολεία οι δάσκαλοι»

«Κι εγώ δάσκαλος είμαι».

«Και γιατί δεν είσαι στο σχολείο;»

«Γιατί, μ’ έδιωξαν εδώ και κάμποσο καιρό».

«Άμα έλεγες τέτοια στα παιδιά, καλά σου έκαναν».

«Εσύ τι δουλειά κάνεις, αν επιτρέπεται;»

«Μεγαλέμπορος φρούτων και λαχανικών. Ο μεγαλύτερος της περιοχής»

«Στέλνεις και στο διπλανό χωριό εμπόρευμα;»

«Ασφαλώς. Το εμπόρευμά μου φημίζεται για την ποιότητά του».

«Τότε γιατί στο διπλανό χωριό τα έχουν βάλει μαζί σου και σε κατηγορούν ότι τους στέλνεις σάπια φρούτα και λαχανικά; Τις προάλλες που πέρασα από κει, οι μισοί κάτοικοι είχαν πάθει τα εντερικά τους και έλεγαν πως τα μήλα που τους πούλησες ήταν για πέταμα»

«Ε! Ας μην τα αγόραζαν. Δεν τους τα πούλησα με το ζόρι».

«Τους είπες ότι από μέσα ήταν χαλασμένα;»

«Όχι βέβαια! Κορόιδο είμαι;»

«Άρα, τους είπες ψέματα»

«Περίπου»

«Βλέπεις;»

«Τι να δώ;»

«Μέσα από το ψέμα που τους είπες, εκείνοι ανακάλυψαν την αλήθεια».

«Ποια αλήθεια;»

«Ότι το εμπόρευμά σου είναι σκάρτο και συ απατεώνας».

Οι υπόλοιποι άρχισαν να μουρμουρίζουν και να συζητούν μεταξύ τους., μέχρι που κάποιος πήρε το λόγο και είπε στον ξένο:

«Αν θες να συνεχίσεις να βρίσκεσαι εδώ, πρέπει να σταματήσεις να διαβάζεις αυτό το βιβλίο και φυσικά να μην τολμήσεις να πλησιάσεις τα παιδιά μας».

«Δεν τα πλησίασα εγώ. Εκείνα με πλησίασαν», απάντησε ο ξένος κλείνοντας το βιβλίο και ακουμπώντας το δίπλα.

Οι κάτοικοι της πόλης απομακρύνθηκαν παίρνοντας και τα παιδιά μαζί τους.

Κάποια στιγμή, ενώ είχαν απομακρυνθεί αρκετά, σταμάτησαν απότομα και κοίταξαν όλοι προς τα πίσω. Αιτία ήταν αυτός ο ήχος που έφτανε στ’ αυτιά τους. Ήταν ήχος φλογέρας που παρόμοιό του δεν είχαν ξανακούσει.

Κοιτώντας προς τον ξένο, τον είδαν να έχει πάρει τη φλογέρα στα χέρια του και να παίζει τόσο γλυκά και τόσο αληθινά που ακόμη και οι ίδιοι ξαφνιάστηκαν και άφησαν τον εαυτό τους να δείξει πως τους άρεσε πολύ ο ήχος που έβγαζε εκείνος ο ξένος με τη φλογέρα του.

Μετά ξαναφόρεσαν το βλοσυρό τους ύφος και κατευθύνθηκαν προς τον ξένο που συνέχιζε να παίζει τη φλογέρα του σαγηνεύοντας τα παιδιά και κάνοντάς τα να γελάνε και να χαίρονται.

«Τι κάνεις εκεί;» του είπε ο μεγαλέμπορος λαχανικών.

Ο ξένος σταμάτησε να παίζει τη φλογέρα του, τον κοίταξε ίσα στα μάτια και του είπε με ήρεμη φωνή:

«Τι εννοείς τι κάνω; Παίζω τη φλογέρα μου»

«Γιατί;»

«Επειδή η μουσική κρύβει αλήθεια»

«Πριν διάβαζες το βιβλίο με τα ψέματα για να βρίσκεις την αλήθεια και τώρα παίζεις μουσική γιατί κρύβει αλήθεια;»

«Ακριβώς!»

«Είσαι τρελός, δεν εξηγείται αλλιώς».

«Είναι απλό. Αν γνωρίζεις τι είναι αληθινό μπορείς να ξεχωρίζεις το ψεύτικο».

«Δηλαδή;»

«Κάθεστε όλη τη μέρα κάτω από τη σκιά των δέντρων νομίζοντας ότι σας προσφέρει ασφάλεια. Αν όμως ξεσπάσει καταιγίδα θα καταλάβετε ότι η ασφάλεια που νομίζετε είναι ψεύτικη. Δεν μπορούν να συγκρατήσουν τον κεραυνό. Θα σας κάνει στάχτη».

«Κάνεις λάθος ξένε. Πάλι θα είμαστε ασφαλείς κάτω από τα δέντρα. Θα γλυτώσουμε από τη βροχή ενώ εσύ θα γίνεις μούσκεμα εδώ στο πουρνάρι που κάθεσαι».

«Γιατί φοβάστε τη βροχή; Μήπως ξεπλυθεί η μπογιά και φανεί το πρόσωπό σας;»

Τα λόγια του ξένου εξαγρίωσαν το μεγαλέμπορο ο οποίος κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος του ξένου όταν οι πρώτες σταγόνες της βροχής έπεσαν στα πρόσωπά τους. Με την ταραχή και τη φασαρία, κανένας τους δεν πήρε είδηση τα μαύρα σύννεφα που μαζεύτηκαν πάνω από το μεγάλο λιβάδι και την καταιγίδα που ερχόταν. Εκτός από τον ξένο.

Σχεδόν αμέσως ο ουρανός άρχισε να σκίζεται από αστραπές και οι βροντές τρόμαζαν τους μικρούς μα και τους μεγάλους.

«Πάμε κάτω από τα δέντρα», ακούστηκε μια φωνή και όλοι έτρεξαν προς τα δέντρα για να προστατευτούν από τη βροχή. Όλοι εκτός από τον ξένο που σηκώθηκε όρθιος και ούρλιαζε απεγνωσμένα:

«Όχι στα δέντρα. Όχι κάτω από τα δέντρα. Θα σας κάψουν οι κεραυνοί. Τουλάχιστον όχι τα παιδιά. Αφήστε τα παιδιά στη βροχή. Καλύτερα να βραχούν παρά να καούν. Καλύτερα να ζήσουν παρά να πεθάνουν».

Μάταια όμως προσπαθούσε. Οι γονείς τραβούσαν τα παιδιά με το ζόρι από τα χέρια και τα κρατούσαν σφιχτά κάτω από τα δέντρα. Κάποια παιδιά γλίστρησαν από τα χέρια των γονιών τους και δεν πρόλαβαν να φτάσουν στα δέντρα. Κάποιες οικογένειες, πάλι, δίστασαν να μπουν κάτω από τα δέντρα επηρεασμένοι από τα λόγια του ξένου και προτίμησαν να υποστούν τη μανία της βροχής που ράπιζε με δύναμη τα πρόσωπά τους.

Αυτό που ακολούθησε δεν περιγράφεται.

Αλλεπάλληλοι κεραυνοί έπεσαν πάνω στα δέντρα προκαλώντας το χαμό όσων βρέθηκαν εκεί για να προστατευτούν.

Όσοι γλύτωσαν, ξέσπασαν σε λυγμούς και θρήνους.

Η καταιγίδα πέρασε μα άφησε πίσω της αποκαΐδια. Το κακό είχε γίνει.

Ο ξένος, βρεγμένος μέχρι το κόκαλο, πιο πολύ από τα δάκρυα, παρά από τη βροχή, μάζεψε τη μουσκεμένη φλογέρα και το σχεδόν κατεστραμμένο βιβλίο του και απομακρύνθηκε με λυγμούς.

Κανείς δεν τον ξαναείδε. Μόνο κάποιοι από τους επιζώντες αφηγούνται πως φεύγοντας τον άκουσαν να λέει:

«Αν γνώριζαν την αλήθεια θα μπορούσαν να ξεχωρίσουν εύκολα το ψέμα»

 

 

 

Ετικέτες: ,

Να φύγει, να πάει στα ΕΠΑΛ

Να φύγει, να πάει στα ΕΠΑΛ

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Άλλο ένα βράδυ θα περάσει μάλλον δύσκολα όπως και τα προηγούμενα βράδια εδώ και ένα μήνα.

Βλέπεις, η μάχη που γίνεται μέσα μου ανάμεσα σε μένα και τον εαυτό μου δεν έχει λήξει ακόμη κι απ’ότι φαίνεται δεν θα λήξει ούτε απόψε.

Είναι κι εκείνες οι απόψεις που ακούω κατά καιρούς, που λένε πως δεν μπορούν και δεν πρέπει να γίνουν όλοι επιστήμονες, οι οποίες με δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο στο να καταλήξω ποιο είναι το σωστό για το μαθητή μου.

Και κάποιες άλλες που λένε πως με «καμένα χαρτιά» δεν πρέπει να ασχολούμαστε γιατί αποβαίνει εις βάρος των «καλών» μαθητών.

Ξέρετε, είναι από εκείνους τους μαθητές που κάθονται κάπου σε μια άκρη στα τελευταία θρανία και προσπαθούν να κρυφτούν από τη ματιά μου.

Κι όμως πολλές φορές έπιασα τον εαυτό μου να με βολεύει αυτό το κρύψιμο. Μπορούσα έτσι, κάνοντας πως δεν τον είδα, να συνεχίσω το μάθημά μου χωρίς εκείνον, να αγορεύω και να υπαγορεύω για τους άλλους και όχι για κείνον.

Κι έρχομαι μετά εγώ ο άλλος για να μου θυμίσω τη συνάντηση με τον πατέρα του.

«Ρίξτου και καμιά σφαλιάρα δάσκαλε. Από μένα έχεις το ελεύθερο». Η δόλια η μάνα του στεκόταν παραδίπλα βουρκωμένη.

Μου’ρθε να του ορμήσω όμως τότε σε τι θα διέφερα από εκείνον;

«Σας παρακαλώ πολύ» του είπα, «Τι είναι αυτά που λέτε; Ούτε τα ζώα δεν έχουν τέτοιες συμπεριφορές. Ο άνθρωπος αφήνει πίσω του τα ζωώδη ένστικτα, δεν επιστρέφει σ’αυτά».

Ώστε έτσι λοιπόν. «Σφαλιάρα» από τη μία «καμένα χαρτιά» από την άλλη. Οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Όποιος μαθητής ξεφεύγει από το τυπικό πλαίσιο συμπεριφοράς και απόδοσης που μάθαμε και που μας βολεύει, πρέπει να εξοστρακίζεται.

«Να φύγει, να πάει στα ΕΠΑΛ. Εκεί τουλάχιστον θα πάρει ένα απολυτήριο». Ποιος τα λέει αυτά; Ο ίδιος που ισχυρίστηκε λίγο πριν πως είναι καλύτερο «αυτά» τα παιδιά να μαθαίνουν μία τέχνη. Ο ίδιος που κάποια άλλη φορά χλεύασε τον υδραυλικό γιατί δεν ήξερε να μιλάει σωστά. Αγράμματο τον αποκάλεσε συμπληρώνοντας: «Τι περιμένεις; Το ΕΠΑΛ τελείωσε κι αυτό με το ζόρι».

Το χειρότερο απ’όλα είναι πως τελικά αυτά τα παιδιά συνηθίζουν, γιατί είναι βολικό και για τα ίδια, στην ιδέα πως δεν τα καταφέρνουν, δεν αξίζουν για κάτι καλύτερο, δεν είναι δα και τα πιο έξυπνα οπότε καλύτερα να πάνε με την «πλέμπα». Τι τις θέλουν τις σπουδές και άλλα τέτοια μεγαλεία; Κι έτσι αποδέχονται την ανημποριά και τη δουλικότητα. Χωρίς αυτοεκτίμηση κι αξιοπρέπεια γίνονται οι καλύτεροι συνεχιστές της αδικίας του συστήματος που και οι ίδιοι βιώνουν. Δεν θα διεκδικήσουν, δεν θα αμφισβητήσουν, δεν θα αντιδράσουν.

Κι επανέρχεται ο εαυτός μου δριμύτερος και μου θυμίζει ότι ο μαθητής αυτός είναι αγενής, καθυστερεί στο μάθημά μου, μιλάει και πετάει χαρτάκια την ώρα του μαθήματός μου και δεν επιτρέπει και στους άλλους μαθητές να παρακολουθήσουν. Του μίλησα ιδιαιτέρως, τον απέβαλλα από την τάξη, τον έστειλα στο διευθυντή, κάλεσα τους γονείς του-εντάξει δεν είχε και το καλύτερο αποτέλεσμα-του ξαναμίλησα, αλλά αυτός τίποτα. Αρνείται να γράψει, να διαβάσει και γενικά να μου δείξει ότι το προσπαθεί. Κι εγώ πόση υπομονή να δείξω; Σάμπως δεν έχω κι εγώ τα δικά μου; Δεν έχω κι εγώ παιδιά με ανάγκες και προβλήματα; Τι να πρωτοθυμηθώ; Δάνεια, εφορία, υποχρεώσεις για τα παιδιά που σπουδάζουν. Και που σπουδάζουν τι θα καταφέρουν; Άνεργα θα μείνουν. Έτσι βιώνω άλλη μία προσωπική ήττα.

Μετά θυμάμαι πως αν ο μαθητής αυτός και δυο τρεις ακόμη πάνε στα ΕΠΑΛ, θα λιγοστέψουν τα τμήματα θα έχω πρόβλημα με τις ώρες. Δεν θα συμπληρώνω ωράριο και θα πρέπει να πάω και σε άλλο σχολείο. Να πάρει η ευχή. Δεν είναι καλό αυτό. Μεταξύ μας, ούτε και τόσο έντιμο είναι που το σκέφτηκα…

Ναι αλλά τότε για ποιους μαθητές πάω στο σχολείο; Μόνο για τους «καλούς»; Και θα εύχομαι να είναι όλοι τους «καλά» παιδιά, να διαβάζουν, να μην δημιουργούν προβλήματα, να σέβονται-λες κι ο σεβασμός πουλιέται στη λαϊκή με το κιλό-να προσπαθούν και να κάνουν, τέλος πάντων, ότι χρειάζεται για να έχω το κεφάλι μου ήσυχο;

Όμως, αν οι παραπάνω ευχές πραγματοποιηθούν τότε μάλλον δεν με χρειάζονται. Τις γνώσεις μπορούν να τις βρουν και στο ίντερνετ.

Καληνύχτα εαυτέ μου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Τα καλοκαίρια που τολμήσαμε

Τα καλοκαίρια που τολμήσαμε

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Τελευταία μέρα σχολείου, τελευταίο μάθημα, τελευταία ώρα.

Καλό καλοκαίρι παιδιά, καλές διακοπές.”

Τι σου είναι όμως το μυαλό!

Στην ίδια ευχή ήρθε και ξαπόστασε το άτιμο και με γύρισε πίσω στα δικά μου μαθητικά χρόνια. Τότε που το κουδούνι ήταν χειροκίνητο και όχι ηλεκτρικό.

Όλη η παλιοπαρέα έτοιμη για παιχνίδι ατελείωτο μα και για δουλειά στα χωράφια όταν χρειαζόταν. Και βέβαια δεν ξεχνούσαμε την απαραίτητη “συγκομιδή”.

Πρώτα περνούσαμε από τη γιαγιά τη Γιώργαινα. Μια γιαγιά καλοσυνάτη και δοτική.

Γιαγιά να πάρουμε λίγα κορόμηλα;”

Όσα θέλετε παιδιά μου. Πάρτε και αχλάδια. Μόνο αφήστε λίγα και σε μένα γιατί τα ρημάδια τα ποδάρια δεν μ’ αφήνουν να πάω να τα μαζέψω”.

Γεμίζαμε τα σουρκόφια μας και της τα πηγαίναμε. Κρατούσαμε δυο-τρία ο καθένας μας και τα υπόλοιπα της τα αφήναμε.

Τι να τα κάνω τόσα πολλά παιδιά μου; Σάματις έχω και δόντια να τα φάω;”

Μετά κοιταζόμασταν συνωμοτικά και πηγαίναμε για το σπίτι του κυρ-Θόδωρου. Ήταν ο πλούσιος του χωριού. Κανείς μας δεν τον είδε ποτέ να δουλεύει. Είχε βρει λίρες, κατοχικές τις έλεγαν στο καφενείο, αλλά εμείς δεν ξέραμε τι σημαίνει. Αγόρασε χωράφια πολλά και δάνειζε στους συγχωριανούς. Όσοι δεν μπορούσαν να ξεχρεώσουν τους έπαιρνε το χωράφι και μετά τους έβαζε να δουλεύουν για κείνον.

Τοκογλύφο” τον έλεγαν πίσω από την πλάτη του αλλά και κατάμουτρα μερικοί που τσακώνονταν μαζί του όταν τους ζητούσε πίσω τα δανεικά και τα πανωτόκια.

Βουρ για του τοκογλύφου λοιπόν. Το σπίτι του ήταν μεγάλο με μάντρα γύρω-γύρω και μέσα δυο σκυλιά μαύρα. Το ένα το’ χε δεμένο και γάβγιζε ακόμα και τη μύγα που πετούσε. Το άλλο, ο Μάρκος, ήταν κι αυτό ζόρικο μα εμείς το κάναμε φίλο. Του δίναμε νερό και κανένα κόκκαλο που και που.

Του ζητήσαμε του τοκογλύφου να μας αφήσει να κόψουμε λίγα φρούτα που ήταν γεμάτος ο κήπος του αλλά μας διαολόστειλε. Θα μας κόψει τα πόδια, είπε, αν τολμήσουμε και αγγίξουμε έστω και ένα φρούτο.

Κι όμως τολμήσαμε.

Με το που έφυγε για την πόλη πηδήσαμε τη μάντρα, πετάξαμε στο Μάρκο ένα κόκκαλο και δεν έμεινε φρούτο για φρούτο στα δέντρα. Λες και πέρασαν ακρίδες.

Το άλλο το θηρίο αλυχτούσε κι έλεγες θα φάει την αλυσίδα. Φεύγοντας του αφήσαμε λίγα “λάφυρα” στην πόρτα του σπιτιού του έτσι για να τον τσιγκλίσουμε.

Όχι μόνο τολμήσαμε αλλά το κάναμε κιόλας.

Μόνο εγκεφαλικό δεν έπαθε ο τσιφούτης. Έβριζε και κλωτσούσε ότι έβρισκε μπροστά του. Το λυσσασμένο σκυλί μάζεψε τις περισσότερες.

Ρε σεις, γιατί δεν πάμε στου παπά να του ζητήσουμε;” τους λέω μια μέρα.

Σιγά μη μας δώσει.”

Θα μας δώσει. Του Χριστού είναι. Δεν θυμάσαι στα θρησκευτικά που έλεγε ο Χριστός όποιος έχει δύο χιτώνες να δίνει τον έναν;”

Για χιτώνες έλεγε όχι για φρούτα”.

Πήγαμε λοιπόν στον παπά. Το και το του λέω.

Θα σας έδινα αλλά θα’ ρθει η αγγόνα μου από την πόλη τα θέλω για κείνη”.

Και ο Χριστός με τους δύο χιτώνες;”, του λέω!

Άλλο χιτώνες κι άλλο φρούτα”, μου απαντάει.

Το είπα. Δεν το είπα;” πετάχτηκε θριαμβευτικά ο φίλος μου.

Μου ‘ρθε ο ουρανός σφοντύλι. Καλά ο τοκογλύφος ήταν άνθρωπος του χρήματος, ο παππάς όμως; Άνθρωπος του θεού σου λέει μετά. Από τότε δεν ξαναμπήκα στην εκκλησία. Μόνο απ’ έξω περνούσα και χάζευα τα λελέκια στο καμπαναριό.

Τα βράδια όλη η παρέα μαζευόμασταν στον φτελιά της πλατείας κάτω από τ’ αστέρια, βγάζαμε τα όνειρα από τι ψυχές μας και τα στρώναμε χάμω.

Όλοι θα γινόμασταν σπουδαίοι και τρανοί. Δάσκαλοι, γιατροί, αγρότες, μηχανουργοί, αεροπόροι, ταχυδρόμοι… Δώσαμε όρκο να μη γίνει κανένας μας “τοκογλύφος” και παπάς. Μόνο δύο έμειναν στο χωριό. Οι υπόλοιποι όλοι φευγάτοι. ”Ένεκα η εσωτερική και εξωτερική μετανάστευσις” που ‘λεγε κι ο πρόεδρος του χωριού.

Κάποιοι ξανασμίξαμε κάτω από τα ίδια πανό διεκδικώντας τους “καρπούς” που μας στέρησαν στα χρόνια που ακολούθησαν κυνηγώντας με πάθος τα όνειρά μας.

Οι τοκογλύφοι ονομάστηκαν και τραπεζίτες, η εκκλησία απέκτησε ηλεκτρονική πλατφόρμα για να τα καταφέρνει καλύτερα με τους χιτώνες και ο αγώνας για δίκαιη μοιρασιά των φρούτων συνεχίζεται χωρίς σταματημό μέχρι να γκρεμιστούν όλες οι μάντρες και τα λυσσασμένα σκυλιά να εκλείψουν.

Κάποιοι, εξακολουθούν τα βράδια, κάτω από τ’ αστέρια, να βγάζουν τα όνειρα από τις ψυχές τους και να τα στρώνουν χάμω για να θυμίζουν σε όλους πως τίποτα δεν τελειώνει σαν κάνεις όνειρα και προσπαθείς να τα πραγματοποιήσεις. Φτάνει μόνο να μην αναθέσεις σε άλλους να στα υλοποιήσουν.

Φτάνει μόνο να τολμήσεις.

Η φωνή των συναδέλφων που έφευγαν από το σχολείο με επανέφερε στο τώρα.

Τι έγινε; Έπαθες τίποτα;”

Όχι κατεβαίνω. Απλά, ξεσκόνιζα κάτι αναμνήσεις καλοκαιρινές…”

 

Ετικέτες: , , , ,

Ως εδώ;

Ως εδώ;

Ως εδώ;

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Κάποτε σε μια στιγμή της ιστορίας σε κοίταξαν στα μάτια και σου είπαν ότι αν δουλέψεις σκληρά θα δεις κάποτε άσπρη μέρα. Σου έκρυψαν ότι έπρεπε να δουλέψεις σκληρά γι’ αυτούς τους ίδιους.

Σου είπαν πως θα σου δώσουν δουλειά για να έχεις επιτέλους κι εσύ ένα κομμάτι ψωμί. Σου έκρυψαν ότι εκείνοι θα είχαν κοφίνια ολόκληρα γεμάτα καρβέλια με ψωμιά.

Σου είπαν πως αυτοί είχαν τα εργαλεία, τα χωράφια, τα σπίτια και τα εργοστάσια και πως θα έπρεπε να πας στη δούλεψή τους για να μπορέσεις κάποια στιγμή να χτίσεις τη δική σου καλύβα και να έχεις ολόδικά σου δυο μέτρα ολόκληρα γης. Σου έκρυψαν πως με τον κόπο σου εκείνοι θα έχτιζαν κάστρα και θα σε βάζαν να πολεμήσεις για να τα υπερασπιστείς.

Σου είπαν πως θα έπρεπε να κάνεις οικογένεια, παιδιά, να φτιάξεις το δικό σου σόι γιατί μόνος του ο άνθρωπος δεν κάνει ούτε στον παράδεισο. Σου έκρυψαν πως τα παιδιά σου και τους συγγενείς σου τους είχαν ανάγκη μεγάλη για να αβγατίζουν το βιος τους και να γίνονται ισχυρότεροι.

Σου είπαν πως πρέπει αυτοί να εξουσιάζουν γιατί είναι δυνατοί, γνωρίζουν τα πράγματα και δεν φοβούνται τίποτα και κανέναν. Εσύ πρέπει να υποκύψεις στις επιθυμίες τους, πρέπει να φοβάσαι γιατί μόνος σου δεν μπορείς να τα βάλεις μαζί τους. Σου έκρυψαν πως μαζί με άλλους μπορείς να τους σαρώσεις, να τους γκρεμίσεις και να πάρεις εσύ την εξουσία. Φτάνει να το πιστέψεις και να το θελήσεις.

Σου είπαν πως θα φτιάξουν κανόνες δίκαιους, νόμους τους ονόμασαν, για να τους ακολουθείς. Δεν πρέπει να τους παραβιάζεις γιατί θα σε τιμωρούν. Σου έκρυψαν πως οι δίκαιοι νόμοι υπερασπίζονταν το δικό τους δίκιο και όχι το δικό σου. Το δικό σου δίκιο συγκρούεται με το δικό τους.

Σου έδωσαν και πολιτεύματα πολλά για να διαλέγεις με ποιο θέλεις να σε διαφεντεύουν καλύτερα. Σου έκρυψαν πως μέσα σ’αυτά δεν υπάρχει κάποιο που να διαφεντεύεις πραγματικά εσύ και οι όμοιοί σου που είστε και περισσότεροι.

Σου είπαν πως πρέπει να πιστεύεις στον δικό σου θεό, να ζεις στη δική σου πατρίδα, να ακολουθείς τη δική σου ομάδα αλλά να ασπάζεσαι τη δική τους ιδεολογία. Σου έκρυψαν πως οι ίδιοι δεν έχουν πατρίδα, έχουν κοινή ιδεολογία και μοναδικό θεό το κέρδος.

Σου είπαν πως δεν πρέπει να ονειρεύεσαι, να ερωτεύεσαι, να γράφεις τραγούδια και ποιήματα γιατί δεν είναι αυτή η δουλειά σου. Σου έκρυψαν πως τα πιο όμορφα τραγούδια και ποιήματα γράφτηκαν από εσένα και τους όμοιούς σου.

Κάποτε σε μια στιγμή της ιστορίας βρήκες το θάρρος, εσύ και οι όμοιοί σου, και τους κοίταξες στα μάτια. Κατάλαβες πως δεν είναι ατρόμητοι. Σε φοβήθηκαν για λίγο και το έβαλαν στα πόδια. Νόμισες πως έφυγαν για πάντα. Λάθος μεγάλο που το πλήρωσες και το πληρώνεις εσύ και οι όμοιοί σου.

Και τώρα απογοητευμένος γυροφέρνεις στις ξεχασμένες πλατείες έχοντας φορέσει όλους τους φόβους σου.

Φαίνεται πως για κάτι προετοιμάζεσαι.

Για μια ακόμη ήττα ή για ένα νέο “Ως εδώ”;

 

Ετικέτες: , , , ,

Ο σχολικός διευθυντής του μέλλοντος

Ο σχολικός διευθυντής του μέλλοντος

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

– Καλημέρα σας κύριε διευθυντά.
– Καλημέρα κύριε υφιστάμενε.
– Μπορώ να σας κοιτώ στα μάτια; Το επιτρέπει ο νόμος;
– Δυστυχώς υφιστάμενε ή μάλλον ευτυχώς, δεν το επιτρέπει. Μέχρι το πηγούνι ορίζει ο νόμος κι αυτό σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Δεν φταίω εγώ υφιστάμενέ μου. Ο νόμος δεν σε θεωρεί ισάξιό μου. Εσύ μπορείς μόνο να με περιγράφεις.
Ας πούμε, πώς σου φαίνεται το καινούριο μου πουκάμισο; Νομίζω ταιριάζει τέλεια με τη γραβάτα και φυσικά το άρωμα που φοράω.
– Μπορώ να σας απαντήσω κύριε διευθυντά ή μήπως θα παρανομήσω αν το κάνω;
– Φυσικά και μπορείς υφιστάμενέ μου. Μίλα ελεύθερα, δημοκρατία έχουμε. Όμως πρόσεξε σε παρακαλώ τι θα πεις! Με την ευκαιρία, δεν θυμάμαι. Αναπληρωτής είστε ή μόνιμος;
– Για την τελευταία εγκύκλιο που μας κοινοποιήσατε ήθελα να σας ρωτήσω.
– Αγαπητέ υφιστάμενε, η εγκύκλιος είναι του υπουργείου. Εγώ απλώς σας τη μεταφέρω.
– Συμφωνείτε με το περιεχόμενό της; Ω συγνώμη, παραλίγο η ματιά μου να συναντούσε τη δική σας.
– Εννοείτε ότι συμφωνώ, αλλιώς δεν θα είχα τη θέση που έχω. Η δουλειά μου δεν είναι να διαφωνώ με τις εγκυκλίους του υπουργείου υφιστάμενέ μου αλλά να τις υλοποιώ.
Βέβαια έχω απεριόριστη ελευθερία να διαφωνήσω με το μέγεθος και τη γραμματοσειρά του κειμένου αλλά όχι με το περιεχόμενό της.
Που ακούστηκε;
Ένας καλός διευθυντής πρέπει στο εξής να είναι ένας τέλειος μάνατζερ, όπως σε μία επιχείρηση.
– Μα το σχολείο κύριε διευθυντή δεν είναι επιχείρηση.
– Δεν είναι; Και γιατί δεν είναι; Κακώς που δεν είναι. Πρέπει να γίνει. Γιατί να μη γίνει; Και προϊόν διαθέτει και εργαζόμενους και πελάτες.
– Νομίζω πως δεν είναι καθόλου έτσι.
– Έτσι ακριβώς είναι. Πάρε για παράδειγμα το δικό μου το σχολείο. Συγκρίνεται με εκείνο που βρίσκεται από την άλλη πλευρά των γραμμών; Δεν είναι καλύτερο; Όχι πες μου, δεν είναι;
– Τι εννοείτε; Σε τι είναι καλύτερο;
– Καλύτερο κτίριο, ας είναι καλά ο μπαμπάς με το χρωματοπωλείο. Καλύτερες κουρτίνες, ας είναι καλά ο μπαμπάς με το εμπορικό. Καλύτεροι πίνακες, ας είναι καλά η μαμά που δουλεύει στο Ίδρυμα Σοχράιν.
Δεν είναι τυχαίο υφιστάμενέ μου που αυτοί οι γονείς έβγαλαν τέτοια παιδιά διαμάντια.
– Τα παιδιά παντού είναι παιδιά κύριε διευθυντή. Απλώς δεν έχουν όλοι οι γονείς την ίδια οικονομική δυνατότητα και την ίδια κοινωνική επιφάνεια.
– Όχι υφιστάμενε, όχι. Υπάρχουν παιδιά και παιδιά. Είδες τα δικά μας παιδιά τη συμπεριφορά που είχαν τώρα που πήγαμε εκδρομή στην Ισπανία;
– Όχι κύριε διευθυντή δεν είδα επειδή δεν ήρθα. Αλλά ούτε όλα τα παιδιά πήγαν. Αφήστε που αν βρισκόμασταν σε άλλη περιοχή…
– Ας έρχονταν, υφιστάμενε. Ας έρχονταν. Δεν τους το απαγόρεψε κανείς. Δημοκρατία έχουμε. Δε λες ευτυχώς που δεν ήρθαν; Θα χαλούσαν την εικόνα του σχολείου. Ενώ τώρα μάλλον θα πάρουμε το πρώτο βραβείο από την περιφέρεια για την παρουσία και τη συμπεριφορά μας.
Θα γεμίσουν οι τοίχοι του σχολείου βραβεία.
Λέω να φτιάξουμε και μια αίθουσα ξεχωριστή όπως έχουν και τα μεγάλα αθλητικά σωματεία.
– Κύριε διευθυντή παραφέρεστε νομίζω. Συγνώμη και πάλι αλληθώρισε το μάτι και έφτασε στη μύτη σας.
– Φτωχέ υφιστάμενέ μου. Δεν μπορείς να καταλάβεις το όραμά μου και τα μελλοντικά μου σχέδια. Μιλάς με μάνατζερ φτωχέ μου, μιλάς με το μέλλον.
– Με το μέλλον μπορεί να μιλάω αλλά όχι του σχολείου κύριε διευθυντή μου. Αυτό δεν θα είναι το μέλλον του σχολείου όσο κι αν το επιθυμείς.
Φτωχέ διευθυντή μου! Στημένη λεμονόκουπα σε βλέπω να καταλήγεις και να λες ότι σου χρειαζόταν καημένε!

Σ.Σ

Εννοείτε ότι η ιστορία είναι φανταστική. Κάθε ομοιότητα με την πραγματικότητα είναι συμπτωματική.

 

Ετικέτες: , , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: