RSS

Πολυτεχνείο

Πολυτεχνείο 

 

Σκεφτήκαμε φέτος η εκδήλωση για την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου να μην είναι απλώς ένα μνημόσυνο σε όσους αντιστάθηκαν και έδωσαν ακόμη και τη ζωή τους στον αγώνα για «Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία» αλλά μια αφορμή για να γνωρίσουμε, να θυμηθούμε, να προβληματιστούμε και να συμπεράνουμε.

Καμία εξέγερση δεν έγινε μόνο από τη νεολαία αλλά και καμία εξέγερση δεν έγινε χωρίς τη νεολαία.

Έτσι έγινε και στην εξέγερση του Πολυτεχνείου στην οποία βρέθηκαν φοιτητές, νέοι, μαθητές όπως εμείς, που η καρδιά τους χτύπησε δυνατά, τόσο πολύ, που ακούστηκε σε ολόκληρη την οικουμένη.

Πολλές απ’ αυτές τις νεανικές καρδιές, σταμάτησαν βίαια να χτυπούν, για να μπορούν, σήμερα, οι δικές μας να χτυπάνε ελεύθερα το ίδιο ανήσυχα και το ίδιο δυνατά.

Ας προσπαθήσουμε να μεταφερθούμε, νοερά, στο μικρό διαμέρισμα που έμεναν η κυρά-Δέσποινα με την κόρη της, τη Μαρία.

 

Δύσκολη μέρα και η σημερινή για την κυρά-Δέσποινα. Η Μαρία, η κόρη της, η μονάκριβή της, το αίμα της καρδιάς της, δεν γύρισε ακόμα στο σπίτι.

Πάνε 10 μέρες τώρα που επιστρέφει στο σπίτι αργά.

Πάει κι αυτή εκεί, στο Πολυτεχνείο, μαζί με άλλους συμφοιτητές της.

Η κυρά-Δέσποινα έχει κολλήσει το αυτί της στο ραδιόφωνο.

«Μερικοί ταραξίες και αναρχικά στοιχεία βρίσκονται μέσα στο Πολυτεχνείο με σκοπό να καταλύσουν την τάξιν» λέει και ξαναλέει ο εκφωνητής.

«Η Μαρία μου ταραξίας;», αναρωτιέται φωναχτά η κυρά-Δέσποινα.

 

«Μα από τότε που έχασε τον πατέρα της, 14 χρονών ήταν τότε, δεν άφησε μεροκάματο για μεροκάματο. Όπου έβρισκε, έτρεχε να δουλέψει.

Και στο Πολυτεχνείο μπήκε μόνο με την αξία της. Εγώ η καψερή, δεν μπορούσα να της προσφέρω κάποια βοήθεια»

 

Έκλεισε το ραδιόφωνο και κάθισε στον καναπέ. Η καρδιά της κυρά-Δέσποινας ήταν έτοιμη να σπάσει. Της φαινόταν πως άκουγε τους χτύπους της. Καθισμένη, όπως ήταν στον καναπέ, θυμήθηκε τη μέρα που έφεραν στο σπίτι τον πατέρα της νεκρό από ενέδρα των γερμανών. Ήταν δεν ήταν τότε δέκα χρονών.

Κρύος ιδρώτας την έλουσε και τα λεπτά δεν έλεγαν να κυλήσουν.

Επιτέλους, άκουσε τα βήματα της Μαρίας καθώς ανέβαινε την ξύλινη σκάλα του σπιτιού. Έτρεξε και της άνοιξε την πόρτα.

 

«Έλα παιδί μου! Που είσαι; Θα πεθάνω από την αγωνία!»

«Μην ανησυχείς μάνα. Καλά είμαι.»

«Όσο πας και αδυνατίζεις Μαρία μου. Φαίνεσαι ξενυχτισμένη. Πρόσεχε παιδί μου. Δε μαθαίνεις τι γίνεται; Τα κρατητήρια της ΕΣΑ αντηχούν από τις κραυγές και τα κλάματα. Τα ξερονήσια, γεμίζουν πάλι με εξόριστους. Τους φοιτητές τους επιστρατεύουν, τους ντύνουν στο χακί και τους στέλνουν δεν ξέρω κι εγώ που. Αν πάθεις κάτι δεν θα το αντέξω.»

«Δεν θα πάθω μάνα. Έχουμε το δίκιο με το μέρος μας και όλον τον κόσμο να μας συμπαραστέκεται. Από παντού καταφτάνει βοήθεια. Τρόφιμα, φάρμακα, ρούχα, επιστολές αλληλεγγύης. Όλη η Ευρώπη έχει στραμμένα τα βλέμματα πάνω μας και οι Αμερικάνοι, κατάλαβαν πως οι υπάλληλοί τους, ξόφλησαν»

«Και ο συγχωρεμένος ο πατέρας σου δίκιο είχε όταν πήγε στη μεγάλη διαδήλωση. Από τους πρώτους έτρεξε. Το αποτέλεσμα; Μου τον έφεραν κι αυτόν νεκρό μπρος στα πόδια μου όπως και τον παππού σου.»

«Αχ βρε μάνα. Ξέρω τι τράβηξες και γι’ αυτό σ’ έχω πάντα στο μυαλό μου και στην καρδιά μου. Μα κι εγώ, γι’ αυτό τρέχω και αγωνίζομαι. Και για σένα και για μένα και για τον παππού και για τον πατέρα. Αν λουφάξω θα πάει χαμένη η θυσία τους. Δεν πρέπει, μάνα, να πάνε χαμένες τόσες θυσίες και τόσο αίμα.

Μάνα κλαις; Γιατί κλαις;»

«Τίποτα παιδί μου! Να…Σ’ άκουγα που μιλούσες και ήταν σα ν’ άκουγα τον πατέρα σου. Ώρες, ώρες θαρρώ πως ήταν να γεννηθείς αγόρι αλλά κάτι άλλαξε την τελευταία στιγμή. Ατρόμητη σαν εκείνον. Δεν το σηκώνεις ούτε κι εσύ το άδικο.»

«Μάνα, να σου πω κάτι; Έχω λίγο καιρό που βλέπω τον πατέρα στον ύπνο μου. Με κοιτάζει σιωπηλός. Δεν μου μιλάει. Μόνο με κοιτάζει δακρυσμένος.»

«Φοβάται παιδί μου. Φοβάται για σένα από κει ψηλά που βρίσκεται.»

«Δεν είναι αυτό μάνα. Δακρύζει γιατί δεν αντέχει να μας βλέπει να ζούμε με το φόβο, το ξύλο, τις προσβολές, το κυνηγητό και να μην αντιδρούμε. Κι εγώ, δεν αντέχω να τον βλέπω να με κοιτάζει δακρυσμένος.»

«Καλά παιδί μου. Άστα αυτά τώρα. Έχω έτοιμο το φαγητό στο τραπέζι. Πάνω στον καναπέ έχω μία τσάντα. Να την πάρεις φεύγοντας.»

«Τι έχει μέσα η τσάντα;»

«Τίποτα Μαρία μου. Λίγα τρόφιμα, μια-δυο αλλαξιές ρούχα, ένα μπουκαλάκι ιώδιο και μερικές γάζες. Σου’ χω αφήσει και το φυλαχτό μου δίπλα. Να το φορέσεις παιδί μου. Μην το ξεχάσεις.»

«Μάνα δεν προλαβαίνω να φάω. Πρέπει να φύγω. Απόψε πρέπει να είμαστε πολλοί εκεί στο Πολυτεχνείο. Πρέπει να κατέβει ολόκληρη η Αθήνα, ολόκληρη η Ελλάδα. Μάθαμε πως κάτι ετοιμάζουν και μόνο σαν είμαστε πολλοί δεν θα το τολμήσουν.»

«Αφού ξέρεις πως κάτι ετοιμάζουν, ας μην πας παιδί μου σήμερα. Άστο να πας αύριο που θα ξημερώσει η μέρα. Άσε να περάσει η νύχτα και πας αύριο.»

«Δεν τους αφήνω τους άλλους. Δεν μπορώ να τους αφήσω.»

«Εμένα Μαρία μου πώς μπορείς και μ’ αφήνεις; »

«Αν δεν πάω, εσύ η ίδια θα ντρέπεσαι αργότερα για μένα. Δεν θέλω να ντρέπεσαι. Περήφανη θέλω να νιώθεις.»

 

Η Μαρία, αγκάλιασε τη μητέρα της και της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. Τα χείλη της βράχηκαν από το καυτό δάκρυ που κύλησε μες στο βουβό κλάμα της μητέρα της.

Βγήκε από το σπίτι, κατέβηκε τα σκαλιά και βρέθηκε στο δρόμο. Από το μικρό μπαλκόνι του σπιτιού της το βλέμμα της κυρά-Δέσποινας την ακολουθούσε.

Την έβλεπε και καμάρωνε την αγέρωχη περπατησιά της, ίδια με του πατέρα της. Τα μαλλιά της λυτά, ανυπότακτα ανέμιζαν στον κρύο φθινοπωρινό άνεμο.

Την κοιτούσε μέχρι που έστριψε στη γωνία λες και δεν θα την ξανάβλεπε…

 

Εκείνο το βράδυ της 17ης Νοέμβρη του 1973, όλη η Αθήνα έμεινε ξάγρυπνη.

Οι δρόμοι της στέναξαν από τις ερπύστριες και τα τανκς. Στα στενά γύρω από το Πολυτεχνείο αλλά και σε κάθε συνοικία της Αθήνας, οι ριπές ελεύθερων σκοπευτών, αστυνομικών, στρατιωτικών και παρακρατικών, σκορπούσαν το φόβο και το θάνατο.

Η κεντρική πύλη του Πολυτεχνείου, που έγινε σύμβολο αγώνα και αντίστασης στη χούντα των συνταγματαρχών έπεφτε κάτω από τη δύναμη του τανκ, σημαίνοντας ταυτόχρονα την αρχή του τέλους της εφτάχρονης δικτατορίας.

Μετά την είσοδο του τανκ, στο χώρο του Πολυτεχνείου, επικράτησε πανικός.

Μία από τις σφαίρες πέτυχε τη Μαρία, τη μονάκριβη κόρη της κυρά-Δέσποινας. Δύο σύντροφοί της την τράβηξαν σε μια γωνιά και προσπαθούσαν να την κρατήσουν στη ζωή μιλώντας της και δίνοντάς της κουράγιο. Μάταια όμως. Εκείνη, ψυχορραγούσε. Μάζεψε όση δύναμη της είχε απομείνει και ψιθύρισε στο αυτί του ενός συντρόφου της.

 

«Πείτε στη μάνα μου πως πάω ν΄ανταμώσω τον πατέρα και τον παππού και τους υπόλοιπους. Να μη ντρέπεται, πείτε της, για μένα. Περήφανη να είναι. Μη με κλάψει. Ένα τραγούδι θέλω μόνο κι ένα γαρύφαλλο… Καλόν αγώνα σύντροφοι…».

 

Η καρδιά της Μαρίας σταμάτησε να χτυπά. Πολλές δεκάδες ακόμη άνθρωποι είχαν την ίδια κατάληξη με τη Μαρία. Πολλές εκατοντάδες ακόμη άνθρωποι τραυματίστηκαν και χιλιάδες βασανίστηκαν και εξορίστηκαν για να μπορεί η δική τους γενιά και οι επόμενες που ακολούθησαν να αναπνέουν και να ονειρεύονται ελεύθερα αποδεικνύοντας για μία ακόμη φορά πως τίποτα δεν χαρίζεται, τίποτα δεν είναι δεδομένο, τίποτα δεν είναι αυτονόητο…

 

 

Χρήστος Επαμ. Κυργιάκης

 

 

Το Γ7-Το τέλος

Το Γ7-Το τέλος

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

 

…συνέχεια

 

Ο καθηγητής, μετά τη δυσάρεστη εμπειρία του πρώτου μαθήματος, είχε αποφασίσει ότι έπρεπε «να λάβει μέτρα». Κάθε φορά που κατά τη διάρκεια του μαθήματος ακουγόταν ο παραμικρός ψίθυρος, ο μαθητής που τον δημιούργησε έφευγε από την τάξη με ωριαία αποβολή. Θεωρούσε ότι με τον τρόπο αυτό θα μπορούσε να επιβληθεί στους μαθητές και να περισώσει το κύρος του. Από παιδαγωγική άποψη διάλεξε τον χειρότερο τρόπο. Όταν κάποιος εκπαιδευτικός, αποβάλει έναν μαθητή από το μάθημά του, χρεώνεται και μια προσωπική ήττα. Όλοι οι μαθητές πρέπει να είναι μέσα στην τάξη. Αν κάποιος δημιουργεί «πρόβλημα», η «μαγκιά» του εκπαιδευτικού είναι να λύσει το «πρόβλημα» και όχι να το πετάξει από πάνω του γιατί απλά, με τον τρόπο αυτό, το «πρόβλημα» δεν λύνεται. Απλώς χρεώνεται στον μαθητή και διογκώνεται. Πίσω από κάθε «προβληματική» ή παραβατική συμπεριφορά, κρύβεται πάντα μια πονεμένη ιστορία.

Αυτό που κατάφερνε ο Μουσικός, αφού πετούσε στα πρώτα πέντε λεπτά του μαθήματος, δυο-τρεις έξω από την τάξη, ήταν να κάνει το μάθημά του χωρίς να ακούγεται το παραμικρό. Μόνο που αυτό το ωραίο και τόσο χρήσιμο μάθημα, ένα μάθημα που καλλιεργεί τα πιο όμορφα συναισθήματα, δεν το παρακολουθούσε κανείς ή καλύτερα, όσοι το παρακολουθούσαν, το έκαναν με κρύα καρδιά.

Εκείνη τη μέρα, ο Μουσικός, σχεδίαζε στο πεντάγραμμο που είχε φτιάξει στον πίνακα, τις πρώτες νότες από κάποιο τραγούδι. Οι περισσότεροι μαθητές άρχισαν να ετοιμάζουν τα «πολεμοφόδια» και τα «όπλα» τους. Τα κομμένα χαρτάκια είχαν μετατραπεί σε μικρές χάρτινες σφαίρες, και τα στυλό τους σε εκτοξευτήρες στόματος. Όλα ήταν έτοιμα να αρχίσει ο γνωστός χαρτοπόλεμος. Κάποιοι, μάλιστα, είχαν κόψει τα στυλό τους στη μέση έτσι ώστε να μπορούν να τα κρύβουν στην παλάμη τους, όταν ο καθηγητής θα έριχνε πάνω τους το βλέμμα του.

Οι μαθητές των πρώτων θρανίων ήταν οι πιο εύκολοι στόχοι αφού δεν μπορούσαν εύκολα να βλέπουν ποιος τους σημαδεύει ούτε μπορούσαν εύκολα να ανταποδώσουν τα πυρά, γιατί έπρεπε να γυρίζουν προς τα πίσω, αφήνοντας εκτεθειμένα τα νώτα τους στο οπτικό πεδίο του καθηγητή.

Κι ενώ ο «πόλεμος» είχε ανάψει για τα καλά, μια χάρτινη σφαίρα, ερχόμενη από τα τελευταία θρανία, πετυχαίνει τον Μουσικό στο αυτί, την ώρα που έγραφε στο πίνακα.

Η αλήθεια είναι ότι εκτός από την ντροπή που ένιωσε ο καθηγητής, ο πόνος από το χτύπημα, μάλλον δεν ήταν ασήμαντος.

Γύρισε απότομα προς τα παιδιά και άρχισε να αναζητάει, φωνάζοντας, τον ελεύθερο σκοπευτή.

«Αν δεν φανερωθεί αυτός που το έκανε στο επόμενο λεπτό, θα τιμωρηθεί όλο το τμήμα», είπε ο Μουσικός γεμάτος θυμό.

Με το που γύρισε ο καθηγητής προς τους μαθητές, οι περισσότεροι από αυτούς που διέθεταν «οπλοστάσιο» στο θρανίο τους προσπάθησαν είτε να το κρύψουν είτε να το ξεφορτωθούν.

Ο Ορέστης, μη θέλοντας να τραβήξει την προσοχή του καθηγητή, έβαλε απλώς τα χέρια του πάνω στις χάρτινες σφαίρες και περίμενε με αγωνία την εξέλιξη. Ο Αντώνης δίπλα του έκλεισε γρήγορα το τετράδιό του κρύβοντας, με τον τρόπο αυτό τα δικά του χάρτινα βλήματα.

Πριν προλάβει να τελειώσει η διορία του ενός λεπτού που έδωσε ο καθηγητής στους μαθητές για να εμφανιστεί ο «δράστης», η πόρτα της αίθουσας άνοιξε απότομα και μπήκε μέσα ο Διευθυντής. Το συνήθιζε, πολλές φορές, να βολτάρει στους διαδρόμους έξω από τις αίθουσες και όπου άκουγε φασαρία ή φωνές, άνοιγε, χωρίς να χτυπάει, την πόρτα και έμπαινε για να αποκαταστήσει την τάξη. Αυτή του η συνήθεια, είχε προκαλέσει την αντίδραση αρκετών καθηγητών που θεωρούσαν αυτή του την ενέργεια, απαράδεκτη παρέμβαση στο διδακτικό και εκπαιδευτικό τους έργο.

Μπαίνοντας, λοιπόν, μέσα στην αίθουσα, άρχισε να κινείται ανάμεσα στα θρανία κοιτώντας δεξιά και αριστερά, προσπαθώντας να εντοπίσει τον «ένοχο».

Φτάνοντας δίπλα στο θρανίο του Ορέστη και του Αντώνη, εντοπίζει με την άκρη του ματιού του, κάτω από τα χέρια του Ορέστη, τις κρυμμένες χάρτινες σφαίρες.

«Σήκωσε σε παρακαλώ τα χέρια σου», είπε απευθυνόμενος στον Ορέστη.

Εκείνος, σήκωσε τα χέρια του και αποκαλύφθηκαν οι χάρτινες μπαλίτσες.

«Μάλιστα! Εσύ είσαι λοιπόν αυτός που σημάδεψε τον συνάδελφο;»

«Όχι. Εγώ δεν έχω εκτοξευτήρα».

«Τότε, ποιος ήταν;».

«Δεν ξέρω».

«Εγώ δεν βλέπω να έχει κάποιος άλλος χαρτάκια στο θρανίο του», συνέχισε ο Διευθυντής ρίχνοντας γρήγορες ματιές στο πάτωμα που ήταν γεμάτο με ζουλιγμένα χαρτάκια.

«Σας είπα πως δεν το έκανα εγώ. Εγώ, το μόνο που έκανα ήταν να φτιάχνω τις μπαλίτσες», είπε αποφασιστικά ο Ορέστης.

«Και σε ποιον τις έδινες;».

«…»

«Σου έκανα μια ερώτηση νεαρέ», επέμεινε με έντονο ύφος ο Διευθυντής.

«Δεν ξέρω. Ή μάλλον, δεν θυμάμαι», απάντησε ο Ορέστης.

«Λες ψέματα», ούρλιαξε ο Διευθυντής.

«Ε, ναι λοιπόν. Λέω ψέματα γιατί δεν θέλω να σας πω».

«Τότε θα τιμωρηθείς μόνο εσύ για όλους».

«Αν αυτό θεωρείτε δίκαιο».

«Αυτή τη στιγμή, ακολούθησέ με στο γραφείο μου».

«Είναι άδικο κύριε Διευθυντά», πετάχτηκε ο Αντώνης.

«Κλείσε το στόμα σου γιατί θα τιμωρηθείς κι εσύ», είπε ο Διευθυντής, και κινήθηκε προς την πόρτα.

Σχεδόν ταυτόχρονα, σηκώθηκε και ο Ορέστης, ακολουθώντας τον.

«Οι υπόλοιποι συγκεντρωθείτε στο μάθημά σας», είπε φεύγοντας ο Διευθυντής.

Ο Μάριος, στο προτελευταίο θρανίο, έκανε μια κίνηση να σηκωθεί και να πει κάτι, όμως, τελευταία στιγμή το μετάνιωσε και κάθισε στο κάθισμά του, παίζοντας αμήχανα στα δάχτυλά του το στυλό-εκτοξευτήρα.

Η τιμωρία για τον Ορέστη ήταν μονοήμερη αποβολή με απόφαση του ίδιου του Διευθυντή η οποία θα ίσχυε για την επόμενη μέρα.

Στο διάλλειμα, έτρεξε να τον βρει ο Μάριος.

«Με μαρτύρησες;», τον ρώτησε.

«Όχι!», απάντησε κοφτά ο Ορέστης και απομακρύνθηκε.

Τα νέα μαθεύτηκαν γρήγορα σε όλο το σχολείο. Φεύγοντας, μετά το τέλος των μαθημάτων, στην έξοδο του σχολείου, τον περίμενε εκείνη.

«Ορέστη, τι έγινε πάλι; Τι σου συμβαίνει;», τον ρώτησε με ραγισμένη φωνή.

«Σε παρακαλώ! Μου φτάνει η μάνα μου στο σπίτι. Μην αρχίζεις κι εσύ τα ίδια», απάντησε ο Ορέστης και έφυγε βιαστικά με μια δόση αγένειας.

Στο σπίτι η αντιμετώπιση που είχε όταν ανακοίνωσε στους γονείς του την αποβολή και τους εξιστόρησε τα όσα συνέβησαν, του προκάλεσε μια σύγχυση και τον έκανε να θυμώσει ακόμα περισσότερο.

Η μητέρα του, βουρκωμένη, τον παρακαλούσε να σταματήσει τα πείσματα και τις κόντρες με τους καθηγητές και τα συγκεκριμένα παιδιά που τον ενοχλούσαν και να κοιτάζει μόνο τα μαθήματά του και τίποτα άλλο.

«Κι αυτά τα συνδικαλιστικά, τι τα θέλεις; Έχεις χρόνια μπροστά σου, σαν μεγαλώσεις, για να ασχοληθείς και μ΄αυτά», του είπε τελειώνοντας η μητέρα του και βγήκε στην αυλή για να μην τη δει να κλαίει.

Ο πατέρας του, του έδωσε άδικο, όχι, φυσικά επειδή δεν μαρτύρησε το συμμαθητή του-γι’ αυτό του είπε ένα μεγάλο μπράβο- αλλά γιατί δεν σεβάστηκε έναν εργαζόμενο-τον καθηγητή του- ο οποίος εκείνη την ώρα προσπαθούσε να κάνει τη δουλειά του και να τους μεταδώσει αυτά που ήξερε.

«Είναι άδικο αυτό που έκανε ο Διευθυντής», επέμενε ο Ορέστης για να συνεχίσει.

«Γιατί να τιμωρήσει μόνο εμένα και όχι και τους υπόλοιπους; Είναι δικαιοσύνη αυτό;».

«Αν τιμωρούνταν και οι υπόλοιποι, η ευθύνη που έχεις ως Ορέστης, θα έπαυε να υπάρχει; Θα εξαφανιζόταν;», τον ρώτησε ο πατέρας του.

«Δεν λέω αυτό! Δεν καταλαβαίνεις!», είπε ο Ορέστης και κατευθύνθηκε, εκτός εαυτού, προς το δωμάτιό του.

Κατά το επόμενο χρονικό διάστημα, ο Ορέστης συνέχισε να νιώθει αδικημένος ενώ για τον Διευθυντή του ήταν πια σίγουρος πως πρόκειται για έναν άνθρωπο γεμάτο υποκρισία, άδικο ο οποίος τον είχε βάλει στο στόχαστρο γιατί του χαλούσε την εικόνα που ήθελε να εκπέμπει προς τα έξω το σχολείο που διεύθυνε.

Εξακολουθούσε να παραμελεί το διάβασμα και τις μαθητικές του υποχρεώσεις ενώ συνέχιζε να αργοπορεί στα μαθήματα. Σε κάποια δεν έμπαινε καθόλου μέσα. Έτσι, η επίδοσή του στα τεστ και τα διαγωνίσματα ήταν μέτρια, αφού και ο χρόνος μελέτης στο σπίτι του ήταν μηδαμινός.

Ένα από τα μαθήματα στα οποία είχε καιρό να πάει ήταν και αυτό της οικιακής οικονομίας. Κατά τη διάρκεια αυτού του μαθήματος έλαβε χώρα και το δεύτερο περιστατικό, στις αρχές του Φλεβάρη, με την έναρξη του τρίτου τριμήνου της σχολικής περιόδου.

Η καθηγήτρια του μαθήματος, μια μαυροφορεμένη κυρία άνω των 55, εμφανίστηκε στο σχολείο με καθυστέρηση δύο εβδομάδων, μετά την έναρξη του δεύτερου τριμήνου, καθώς στο ωρολόγιο πρόγραμμα, το μάθημα της Οικιακής Οικονομίας διδασκόταν στο δεύτερο και τρίτο τρίμηνο.

Από το πρώτο κιόλας μάθημα, φάνηκε ότι η καθηγήτρια δεν μπορούσε, σε καμιά περίπτωση, να διαχειριστεί τους μαθητές. Καθισμένη μόνιμα στην έδρα, βρισκόμενη σε μία κατάσταση θλίψης και στενοχώριας, έκανε το μάθημά της σα να απάγγειλε κάποιο ποίημα ενώ ταυτόχρονα μέσα στην τάξη γινόταν ο κακός χαμός.

Σχεδόν, όλοι οι μαθητές ήταν όρθιοι. Άλλοι, βρίσκονταν πάνω στις καρέκλες, άλλοι στα θρανία, άλλοι έπαιζαν βιβλιοπόλεμο και οι υπόλοιποι συζητούσαν μεταξύ τους. Ένας μαθητής, κρατώντας τσίλιες έξω από την πόρτα, ειδοποιούσε τους υπόλοιπους, όταν ακούγονταν τα βήματα του Διευθυντή στα σκαλιά.

Ο Ορέστης τα έβλεπε όλα αυτά και του ερχόταν να βάλει τα κλάματα.

Μια μέρα, κατά τη διάρκεια του μαθήματος, κι ενώ επικρατούσε ο ίδιος πανικός, μη αντέχοντας άλλο αυτή την κατάσταση, ανέβηκε στο θρανίο και φώναξε με όση δύναμη είχε:

«Σταματήστε επιτέλους! Έλεος! Μα είστε τόσο ηλίθιοι;».

«Άντε ρε φύτουκλα. Μας παριστάνεις συνέχεια τον καλό και τον δίκαιο», του απάντησε ο Λευτέρης κι έτρεξε να καθίσει στη θέση του.

Ο Ορέστης, δεν πήρε χαμπάρι τον τσιλιαδόρο που μπήκε στην αίθουσα και μετά από λίγο ακολούθησε και ο Διευθυντής.

Μπαίνοντας στην αίθουσα, αντίκρισε τον Ορέστη πάνω στο θρανίο να φωνάζει, βρισκόμενος εκτός ελέγχου.

«Ορέστη. Αμέσως στο γραφείο μου», ήταν τα πρώτα λόγια του Διευθυντή.

«Με τους υπόλοιπους, θα τα πούμε σε λίγο», συνέχισε και κίνησε για το γραφείο του.

Η καθηγήτρια, μη αντέχοντας την πίεση, ξέσπασε σε κλάματα και βγήκε τρέχοντας από την αίθουσα. Απόλυτη ησυχία επικράτησε στην τάξη μέχρι που χτύπησε το κουδούνι. Κανένας δεν είχε την παραμικρή διάθεση να πει ή να σχολιάσει κάτι.

Η καμπάνα για τον Ορέστη έπεσε βαριά. Διήμερη αποβολή και το ενδεχόμενο η διαγωγή του να μετατραπεί από «Κοσμιότατη» σε «Κοσμία», ήταν πλέον ορατό. Άλλωστε, τον είχε προειδοποιήσει πολλές φορές ο Διευθυντής για μια τέτοια εξέλιξη.

Οι γονείς του σήκωσαν τα χέρια ψηλά. Όσες φορές κι αν προσπάθησαν να συζητήσουν μαζί του έβρισκαν απέναντί τους έναν τοίχο. Είχε κλειστεί στον εαυτό του προσπαθώντας να κατευνάσει τον θυμό και την οργή που ένιωθε. Παντού έβλεπε εχθρούς. Αδυνατούσε να δει τα πράγματα στην πραγματική τους διάσταση και να αναγνωρίσει τις δικές του ευθύνες μέσα στη ροή των γεγονότων.

Τις δύο μέρες της αποβολής του πήγαινε στο αγαπημένο του μέρος, στην άκρη στο ποτάμι, έξω από το χωριό του και καθόταν εκεί με τις ώρες.

Τα έβαζε με τον εαυτό του που δεν κατάφερε να σταματήσει αυτό που γινόταν στο μάθημα της Οικιακής Οικονομίας. Σκεφτόταν όλα όσα έγιναν τα τελευταία δύο χρόνια και προσπαθούσε να βρει μια άκρη. Πάσχιζε με τον εαυτό του να ξαναβρεί το νήμα από κει που το άφησε, να συνδεθεί και πάλι με τους στόχους και τα όνειρά του, μακριά από πείσματα και εγωισμούς. Είχε όμως κατασταλάξει σχετικά με το χαρακτήρα ορισμένων καθηγητών του αλλά και το ρόλο που θα έπρεπε να παίζει το σχολείο στην αντιμετώπιση της συμπεριφοράς διαφόρων μαθητών. Ήταν πλέον σίγουρος ότι όλοι οι μαθητές δεν είχαν τις ίδιες ευκαιρίες ούτε και την ίδια αντιμετώπιση από τη μεριά του σχολείου και του Διευθυντή.

Στο επόμενο μάθημα της Οικιακής Οικονομίας μέσα στην αίθουσα μπήκε ο καθηγητής της γεωγραφίας.

«Η καθηγήτριά σας, βρίσκεται σε άδεια μετά από όσα συνέβησαν. Οφείλω να σας πω από μεριάς μου ότι η συμπεριφορά σας απέναντί της ήταν απαράδεκτη. Ενώ βλέπατε ότι δεν μπορούσε να σταθεί μέσα στην τάξη, εσείς, αντί να τη βοηθήσετε, τη χτυπήσατε χάμω σαν χταπόδι. Είναι σα να είδατε έναν τυφλό να προσπαθεί να περάσει το δρόμο και αντί να τον βοηθήσετε, του δώσατε μια κλωτσιά και τον ρίξατε στις ρόδες των αυτοκινήτων. Να σας ενημερώσω μόνο για κάτι. Τον περασμένο Αύγουστο η καθηγήτριά σας είχε ένα τροχαίο στο οποίο σκοτώθηκε ο άντρας της και ο ένας της γιος, 20 χρονών παλικάρι. Πήρε αναρρωτική άδεια για να συνέλθει. Αυτός ήταν και ο λόγος που ήρθε με καθυστέρηση στο σχολείο μας. Δυστυχώς, η Διεύθυνση Εκπαίδευσης την έστειλε πάλι για μάθημα πριν μπορέσει να το ξεπεράσει. Δεν έχω κάτι άλλο να σας πω. Κατεβείτε κάτω, έχετε κενό», είπε ο καθηγητής και αποχώρησε με σκυμμένο το κεφάλι, φανερά συγκινημένος.

Δύο μαθήτριες ξέσπασαν σε κλάματα, μη αντέχοντας την συναισθηματική φόρτιση και την ψυχική πίεση.

Στην τελετή αποφοίτησης για τους μαθητές της Γ τάξης, την οποία καθιέρωσε ο Διευθυντής τα τελευταία δύο χρόνια, παραδόθηκαν στους μαθητές τα απολυτήριά τους μαζί με ένα αναμνηστικό δίπλωμα.

Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, η υποκρισία, τα δακρύβρεχτα λόγια και οι βαρύγδουπες εκφράσεις δεν είχαν τελειωμό.

«Τούτο το σχολείο έχει έναν και μοναδικό σκοπό. Να μεταδώσει στους μαθητές το ήθος και την αριστεία», είπε ο Διευθυντής τελειώνοντας το λόγο του και προσπαθώντας, μάταια, να δακρύσει.

Φεύγοντας από την εκδήλωση, ο Ορέστης με τους γονείς του, συνάντησαν τον καθηγητή της γεωγραφίας.

«Ο Λυκειάρχης είναι φίλος μου. Του μίλησα για σένα και σε περιμένει. Να ξέρεις ότι η απόφαση για τη μείωση της διαγωγής σου δεν ήταν εύκολη. Ήμασταν πολλοί που δεν συμφωνούσαμε, αλλά υπήρχε ήδη εισήγηση για τη μείωση. Μην το βάζεις κάτω. Εμείς πιστεύουμε σε σένα. Πίστεψε και συ στον εαυτό σου και συνέχισε το όνειρό σου. Καλό καλοκαίρι», είπε ο καθηγητής. Χαιρέτησε τον Ορέστη και τους γονείς του και έφυγε.

Το ποια ήταν η εξέλιξή του, ίσως το δούμε κάποια άλλη στιγμή.

 

Τέλος

 

Σ.Σ

Το Γ7, βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά. Όποιος το διάβασε μπορεί να βρήκε από καμία μέχρι πάρα πολλές ομοιότητες στην προσωπική του διαδρομή, είτε ως μαθητής είτε ως εκπαιδευτικός. Τα ονόματα των προσώπων, για ευνόητους λόγους ήταν αλλαγμένα

 

Το Γ7-Μέρος τέταρτο

Το Γ7 – Μέρος τέταρτο

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

…συνέχεια

 

Την 1η του Σεπτέμβρη στο Γυμνάσιο τοποθετήθηκε νέος καθηγητής Μουσικής, αφού ο προηγούμενος βγήκε στη σύνταξη. Είχε σπουδάσει σε Αμερική και Ευρώπη και μέχρι να διοριστεί, είχε δουλέψει στα καλύτερα, όπως έλεγε, ιδιωτικά σχολεία των Αθηνών.

Συζητώντας με τον Διευθυντή κατά την παρουσίασή του στο σχολείο, τον ρώτησε αν εφαρμοζόταν στο Γυμνάσιο η τακτική της ανάμειξης των μαθητών.

«Θύμησέ μου, τι είναι αυτό;», τον ρώτησε ο Διευθυντής.

«Να! Κάθε ένα ή δύο χρόνια, ξαναγίνεται η κατάρτιση των τμημάτων της τάξης. Οι μαθητές αλλάζουν τμήμα και δεν μένουν πάντα στο ίδιο. Έτσι, τμήματα που μπορεί να εμφανίζουν χαμηλότερο ή υψηλότερο επίπεδο σε σχέση με το μέσο όρο, με τον τρόπο αυτό, πλησιάζουν το μέσο όρο απόδοσης αλλά και συμπεριφοράς. Παρέες μαθητών που εμφανίζουν παραβατική συμπεριφορά, σπάνε και μειώνονται οι συνέπειες των πράξεών τους για ολόκληρο το σχολείο. Η δουλειά των καθηγητών γίνεται πιο εύκολη και ελαχιστοποιούνται και τα παράπονα των συμμαθητών τους».

Ο Διευθυντής, δεν έχασε ούτε ένα λεπτό.

Όταν ο Μουσικός αποχώρησε από το γραφείο του, επικοινώνησε με την αρμόδια Διεύθυνση Εκπαίδευσης της Νομαρχίας και τους έθεσε το ερώτημα κατά πόσο είναι νόμιμη η ανακατανομή των μαθητών που θα έχει σαν σκοπό την καλύτερη και αποδοτικότερη λειτουργία του σχολείου.

Σε λίγη ώρα, πήρε την απάντηση πως είναι πέρα για πέρα νομότυπη μια τέτοια ενέργεια.

Τον βόλεψε πολύ αυτή η εξέλιξη. Θα μπορούσε έτσι να ικανοποιήσει και την επιθυμία του κυρίου εισαγγελέα και του μεγαλέμπορα της πόλης οι οποίοι του ζήτησαν, με ευγενικό τρόπο, αν γινόταν, κάποιοι μαθητές που φρέναραν το τμήμα με την απόδοση και τη συμπεριφορά τους, να έφευγαν από το τμήμα που ήταν οι δύο τους γιοι και να πήγαιναν σε κάποιο άλλο τμήμα.

Η επόμενη κίνησή του ήταν να θέσει το θέμα στη συνεδρίαση του Συλλόγου. Η απόφαση, με πλειοψηφία, ήταν υπέρ της ανακατανομής των τμημάτων, καθώς οι περισσότεροι θεώρησαν ότι μια τέτοια κίνηση θα βοηθούσε πολύ τους ίδιους και θα αποφόρτιζε την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα που δημιουργούνταν στα τμήματα, λόγω της παρουσίας ορισμένων μαθητών με προβληματική συμπεριφορά.

Αυτοί που διαφώνησαν, υποστήριξαν πως κάτι τέτοιο θα στοχοποιούσε τους μαθητές και υπήρχε το ενδεχόμενο η κατάσταση να χειροτερέψει παρά να βελτιωθεί. Τουλάχιστον, ας μετακινούνταν μόνο οι μαθητές που συμφωνούσαν με μια τέτοια εξέλιξη.

«Σιγά μη ρωτήσουμε τους μαθητές για ένα μέτρο που πρόκειται να πάρουμε για το καλό του σχολείου», ήταν η απάντηση του Διευθυντή.

«Θα μπορούσαμε όμως να μπούμε για λίγο στη θέση τους», σημείωσε ο καθηγητής της Γεωγραφίας.

Η πρώτη μέρα στο σχολείο, μετά τον καθιερωμένο αγιασμό, συνοδεύεται, συνήθως και με την κατανομή των μαθητών σε τμήματα.

Στα οχτώ «χωριατόπαιδα» και σε άλλα τόσα περίπου παιδιά της Γ τάξης, η κατανομή των μαθητών στα τμήματα τους προκάλεσε έκπληξη, οργή και θυμό όταν διαπίστωσαν ότι θα έπρεπε την τελευταία τάξη του Γυμνασίου να την περάσουν όχι στα τμήματα που βρίσκονταν στις δύο προηγούμενες τάξεις, αλλά σε ένα άλλο τμήμα: Το Γ7.

Σε μερικά, ο θυμός πέρασε γρήγορα. Στα περισσότερα δημιουργήθηκε η αίσθηση της αδικίας συνοδευόμενη από ένα παράπονο. Ανάμεσα σ’ αυτά ήταν και ο Ορέστης.

Το νέο δεν άρεσε και πολύ στον πατέρα του σαν το έμαθε το απόγευμα της ίδιας μέρας.

«Δεν πειράζει», του είπε. Εσύ θα κάνεις τη δουλειά σου. Δεν χρειάζεται να δημιουργήσεις θέμα για το ότι σου άλλαξαν τμήμα. Ίσως και να σου βγει σε καλό.

«Μα για ποιο λόγο το έκαναν; Είναι τυχαίο ότι στο τμήμα αυτό είμαστε και τα οχτώ παιδιά από τα γύρω χωριά και άλλα οχτώ που θεωρούνται οι φασαριόζοι της τάξης;»

«Είναι όντως φασαριόζοι;»

«Νομίζω πως απλά δεν τους αρέσει το σχολείο. Τα μαθήματα, το πώς λειτουργεί, η συμπεριφορά ορισμένων καθηγητών… Εγώ πάντως, κάνω παρέα μαζί τους».

Εκείνο το βράδυ ο Ορέστης δυσκολεύτηκε να κοιμηθεί. Σκεφτόταν το νέο του τμήμα και ένιωθε κάτι να λείπει. Δεν ήταν μόνο οι συμμαθητές του με τους οποίους βρέθηκε στο ίδιο τμήμα στις δύο πρώτες τάξεις του Γυμνασίου. Ήταν και το ότι στο Γ7, γυρνώντας το κεφάλι του προς τα δεξιά, δεν θα συναντούσε το βλέμμα του τα γαλάζια μάτια που είχε συνηθίσει να βλέπει. Τα δύο προηγούμενα χρόνια τα είχε σαν αποκούμπι. Όταν ήθελε για λίγο να ταξιδέψει, να ξεφύγει από το άγχος, την πίεση και τη βαρεμάρα, αρκούσε να στρέψει το βλέμμα του σ’ εκείνη και να βρεθεί στον κόσμο των ονείρων του. Αν, δε, τύχαινε να συναντηθούν οι ματιές τους κι εκείνη να του χαμογελάσει, τότε ήταν που ταξίδευε ως τον Άρη, χωρίς ακόμη να έχει γίνει ο αστροναύτης που ονειρευόταν.

Το γεγονός ότι δεν θα ήταν πλέον μαζί της στο ίδιο τμήμα, τον πλημμύριζε θλίψη και στενοχώρια. Μόνο στα διαλλείματα θα μπορούσε πλέον να τη βλέπει.

Την επόμενη μέρα, οι μαθητές μπήκαν στα τμήματά τους, με προσωρινό πρόγραμμα και σιγά-σιγά άρχισαν να μαθαίνουν τους καθηγητές που θα είχαν στα διάφορα μαθήματα.

Την πρώτη ώρα, στο Γ7, μπήκε ο νέος καθηγητής της Μουσικής. Αφού διάβασε, αλφαβητικά, τα ονοματεπώνυμα των μαθητών ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά στον καθένα, προχώρησε με το να λέει κάποια πράγματα για εκείνον. Είπε το όνομά του, αναφέρθηκε στις σπουδές που έκανε και πού εργάστηκε πριν διοριστεί στο σχολείο τους. Τέλος, έχοντας «άγνοια κινδύνου», τους ενημέρωσε πως ο ίδιος είχε την ιδέα της ανακατανομής των τμημάτων και τους εξήγησε τους λόγους που υποστήριξε κάτι τέτοιο.

Σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα το τμήμα έδινε την αίσθηση ότι το χτύπησε κεραυνός. Τα σχόλια και τα μουρμουρητά, δεν είχαν τελειωμό.

«Ώστε αυτός είναι η αιτία που αλλάξαμε τμήμα κι εγώ που νόμιζα πως ήταν δουλειά του Διευθυντή!». «Έλα τώρα. Αν δεν ήθελε ο Διευθυντής, τίποτα δεν θα γινόταν». «Εγώ νομίζω ότι το ήθελαν και οι καθηγητές. Μας μάντρωσαν σ’ ένα τμήμα για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο». «Εγώ πάλι έμαθα, ότι έβαλε το χεράκι του και ο κυρ εισαγγελέας», ήταν μόνο μερικά από τα σχόλια που ακούστηκαν.

Ο μουσικός, κατάλαβε ότι μόλις έκανε το λάθος να ξύσει μια πληγή που δεν είχε κλείσει ακόμη. Προσπάθησε να αλλάξει θέμα, κάνοντας ερωτήσεις σχετικές με τη Μουσική. Είχε αρχίσει να χάνει τον έλεγχο. Ευτυχώς ο ήχος του κουδουνιού που χτύπησε για διάλλειμα, τον έβγαλε από μια πολύ δύσκολη θέση. Κατάλαβε πως έπρεπε να λάβει τα μέτρα του αλλιώς, η χρονιά δεν θα κυλούσε για κείνον ομαλά.

Την επόμενη ώρα μπήκε στο Γ7, ο δεύτερος θεολόγος του σχολείου. Είχε ζητήσει ο ίδιος από τον Διευθυντή να κάνει μάθημα στο τμήμα αυτό και φυσικά εκείνος δέχτηκε με μεγάλη χαρά.

Οι συστάσεις μεταξύ του θεολόγου και των παιδιών ήταν περιττές. Γνωρίζονταν πολύ καλά μεταξύ τους. Την ώρα, λοιπόν, που ο θεολόγος προσπαθούσε να κάνει μια εισαγωγή για το τι θα μάθαιναν στα πλαίσια του μαθήματος των Θρησκευτικών κατά την τρέχουσα σχολική χρονιά, ο Ορέστης ένιωσε ένα δυνατό χτύπημα στο σβέρκο. Ο πόνος που του προκάλεσε ήταν τέτοιος ώστε με δυσκολία κατάφερε να μην φωνάξει. Ο καθηγητής, καθισμένος στην έδρα, έκανε πως δεν το είδε.

Ο Ορέστης γύρισε πίσω του για να δει ποιος τον χτύπησε και γιατί.

Αντίκρισε το ίδιο πονηρό γέλιο που είχε αντικρίσει και πέρυσι κατά τη διάρκεια ενός αγώνα μπάσκετ στο μάθημα της γυμναστικής. Ενώ ετοιμαζόταν να βάλει ένα εύκολο καλάθι χωρίς τα πόδια του να είναι σε επαφή με το έδαφος, νιώθει μια δυνατή σπρωξιά από πίσω που τον έκανε να χάσει την ισορροπία του και να σωριαστεί άτσαλα στο τσιμέντο χτυπώντας το χέρι και το κεφάλι του. Γυρνώντας να δει ποιος τον έσπρωξε, αντίκρισε το ίδιο ακριβώς πονηρό γέλιο. Όπως και τότε έτσι και τώρα το γέλιο ήταν ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του Λευτέρη. Τότε, στο μπάσκετ, σηκώθηκε τον έπιασε από το λαιμό και τον ακινητοποίησε στη βάση της μπασκέτας.

«Ηλίθιε, θα με σκότωνες! Γιατί το έκανες αυτό;», του είπε γεμάτος θυμό και απορία, ενώ από το δεξί μέρος του μετώπου του έτρεχε λίγο αίμα.

Ο Λευτέρη δεν αντέδρασε. Απλώς τον κοιτούσε θυμωμένος με φουσκωμένα τα μάγουλα.

Η επέμβαση του γυμναστή, αποσόβησε τα χειρότερα.

«Αυτό δεν ήταν μαρκάρισμα αλλά δολοφονική ενέργεια. Αν το ξανακάνεις θα φύγεις από το μάθημα», είπε ο γυμναστής στο Λευτέρη και γυρνώντας προς τον Ορέστη, του είπε εκνευρισμένος:

«Ορέστη τι έγινε; Αυτοδικία; Είπες να επιβάλλεις την τάξη;»

«Μα δεν τον είδατε; Παραλίγο να με σακάτευε. Τι παραλίγο; Το έκανε κιόλας», είπε ο Ορέστης πιάνοντας το αριστερό του χέρι και σκουπίζοντας ταυτόχρονα το αίμα από το μέτωπό του.

Τώρα, στην ώρα των Θρησκευτικών, δεν αντέδρασε. Μόνο αγριοκοίταξε το Λευτέρη και γύρισε μπροστά του.

Δεν πέρασαν ούτε δύο λεπτά όταν επαναλήφθηκε το ίδιο χτύπημα. Ο καθηγητής ξερόβηξε δυνατά ενώ ο Ορέστης, με το ζόρι συγκρατούσε τα νεύρα του για να μη σηκωθεί πάνω και τον πιάσει από το λαιμό.

«Σταμάτα βρε κόπανε», είπε ο Αντώνης, σιγανά στο Λευτέρη.

«Συμβαίνει κάτι εκεί πέρα;», ακούστηκε η φωνή του θεολόγου.

«Όχι κύριε τίποτα απολύτως», απάντησε ο Ορέστης φανερά εκνευρισμένος.

«Δεν βλέπεις τι συμβαίνει;», ρώτησε χαμηλόφωνα ο Αντώνης.

Ο καθηγητής έπιασε την κιμωλία και γύρισε προς τον πίνακα για να γράψει τον τίτλο ενός κεφαλαίου.

Ο Λευτέρης βρήκε την ευκαιρία να χτυπήσει, με πάλι με δύναμη το σβέρκο του Ορέστη προκαλώντας του οξύ και απότομο πόνο.

Τα μάτια του Ορέστη θόλωσαν. Το αίμα στα μηνίγγια του ένιωθε πως λίγο ακόμα και θα του έσπαγε τις φλέβες.

«Θα σταματήσεις επιτέλους; Έχει καταντήσει γελοίο και εκνευριστικό», ξεφώνησε ο Ορέστης προς το Λευτέρη γυρνώντας πίσω και πιάνοντάς τον από το πουκάμισο.

Εκείνος έκανε να ξεφύγει, αλλά η δύναμή του δεν ήταν αρκετή.

Ο καθηγητής γύρισε αμέσως και είδε τον Ορέστη γυρισμένο πίσω να κρατάει το Λευτέρη από το γιακά και να είναι εκτός εαυτού.

«Στο γραφείο του Διευθυντή και οι δύο. Από μένα έχετε ωριαία αποβολή», είπε δυνατά ο Θεολόγος.

«Μα κύριε, έχει τόση ώρα που τον χτυπάει από πίσω και δεν του κάνατε ούτε μία παρατήρηση», είπε πνιγμένος στην αδικία ο Αντώνης.

«Πήγαινε και συ μαζί τους, δικηγόρε της κακιάς ώρας», ήταν η άμεση αντίδραση του καθηγητή.

«Ο Αντώνης δεν φταίει σε τίποτα», φώναξε ο Ορέστης.

«Εξαφανιστείτε από μπροστά μου. Θα τα πούμε αργότερα», απάντησε ο καθηγητής και κάθισε στην έδρα.

Το διάλλειμα βρήκε τον θεολόγο και τους τρεις μαθητές στο γραφείο του Διευθυντή.

«Τι έχουμε εδώ κύριε συνάδελφε; Τι έκαναν οι νεαροί;», ρώτησε ο Διευθυντής.

«Ο Ορέστης με τον Λευτέρη, τσακώθηκαν την ώρα του μαθήματος λες και τους είχα στην αλάνα. Και ο Αντώνης, για μία ακόμα φορά, πετάχτηκε να κάνει το συνήγορο του Ορέστη. Έδωσα και στους τρεις ωριαία αποβολή».

Ο Διευθυντής, τους κοίταξε με το γνωστό αυστηρό του ύφος, χωρίς να μιλάει. Μετά από λίγο, με συμβουλευτικό ύφος, τους είπε:

«Αυτή τη φορά δεν θα σας τιμωρήσω. Αν όμως συμβεί το οτιδήποτε να ξέρετε ότι θα σας αποβάλλω. Εσύ Ορέστη, μείνε για λίγο που σε θέλω. Οι άλλοι δύο βγείτε διάλλειμα».

Σηκώθηκε από την πολυθρόνα του και πλησίασε προς τον Ορέστη που προσπαθούσε να καταλάβει για ποιο λόγο ο Διευθυντής δεν τον άφησε να φύγει.

«Κοίτα να δεις Ορέστη. Είσαι έξυπνο παιδί. Ο Λευτέρης, ότι και να συμβεί, το μέλλον του το έχει εξασφαλισμένο. Η οικογένειά του, όπως θα ξέρεις, είναι από τις πιο πλούσιες στην πόλη. Εσύ όμως, πρέπει να φροντίσεις μόνο με τις δικές σου δυνάμεις για το μέλλον σου και τους στόχους που έχεις βάλλει».

«Δεν το ξεκίνησα εγώ», απάντησε ο Ορέστης.

«Δεν έχει σημασία. Εσύ έπρεπε να διαχειριστείς καλύτερα το θυμό σου. Τώρα μ’ αυτό που έκανες και δίκιο να είχες, το έχασες. Πρέπει να είσαι υπομονετικός και να δίνεις τόπο στην οργή».

«Δηλαδή, τι έπρεπε να κάνω. Να κάθομαι να τις τρώω χωρίς να αμύνομαι;»

«Δεν λέω αυτό. Έλα όμως που έτυχε ο καθηγητής να μην δει εκείνον όταν το έκανε αλλά εσένα».

«Κάνετε λάθος. Τον είδε όμως δεν του είπε τίποτα. Τον άφησε να συνεχίζει να με χτυπάει».

«Εννοείς ότι ο καθηγητής σου μερολήπτησε εις βάρος σου; Αυτό δεν το δέχομαι».

«Εμένα αυτή είναι η γνώμη μου»

«Ξέρεις κάτι; Είσαι πολύ εριστικός, όπως τώρα, και δεν θα σου βγει σε καλό. Εγώ σου είπα αυτά που είχα να σου πω. Αν όμως συνεχίσεις έτσι, είμαι αναγκασμένος να λάβω τα μέτρα μου. Πρόσεχε! Μέχρι και μείωση της διαγωγής σου μπορεί να πάθεις. Πήγαινε τώρα στο μάθημά σου», είπε ο Διευθυντής διακόπτοντας απότομα την κουβέντα καθώς είχε χτυπήσει και το κουδούνι για μέσα.

Ο Ορέστης κατευθύνθηκε προς την αίθουσα καθυστερημένος. Ήδη οι υπόλοιποι συμμαθητές του είχαν μπει και η πόρτα ήταν κλειστή. Χτύπησε την πόρτα και ανοίγοντάς την έκανε να μπει μέσα ζητώντας συγνώμη για την αργοπορία του. Είχαν Έκθεση.

«Γιατί άργησες νεαρέ; Δεν το άκουσες το κουδούνι;», του είπε ο φιλόλογος.

«Ήμουνα στο γραφείο του Διευθυντή και γι’ αυτό καθυστέρησα», απάντησε ο Ορέστης χωρίς να κοιτάζει τον καθηγητή του.

«Ελπίζω να μου λες αλήθεια γιατί στο διάλλειμα θα ρωτήσω», του είπε με αυστηρό ύφος ο καθηγητής.

«Γιατί να σας έλεγα ψέματα; Είναι τόσο εύκολο να το διαπιστώσετε!», απάντησε ο Ορέστης και κάθισε στην καρέκλα του.

Οι μέρες στο σχολείο για τον Ορέστη κυλούσαν, οι περισσότερες, βασανιστικά και χωρίς νόημα. Ένιωθε να τον έχουν ζέψει σ’ ένα κάρο το οποίο έπρεπε να το κυλήσει σε λασπωμένο δρόμο. Γυρνούσε στο σπίτι και δεν είχε τη ζωντάνια και την ικανοποίηση που είχε τις δύο προηγούμενες χρονιές. Άρχισε να χάνει ακόμη κι αυτή του τη διάθεση για διάβασμα και τη δίψα του για να μάθει. Ένιωθε να είναι κινούμενος στόχος και η κάθε του κίνηση να περνάει από έλεγχο και κριτική.

Αδυνατούσε να ξεκαθαρίσει τα συναισθήματά του, να τα βάλει σε μία τάξη, να ξεδιαλύνει τους στόχους του και το πώς θα έφτανε σ’ αυτούς γιατί άρχισε το περιβάλλον του σχολείου να του προκαλεί μια αθέατη ασφυξία.

Στις μαθητικές εκλογές για το δεκαπενταμελές, βγήκε πρώτος, με διαφορά. Τον ψήφισαν περισσότεροι από τους μισούς μαθητές του. Η ενασχόλησή του με το δεκαπενταμελές, αποτελούσε για εκείνον μια διέξοδο και μια ευκαιρία να γλυτώνει κάποιες φορές τις ανούσιες κόντρες με ορισμένους καθηγητές αλλά και με τον Λευτέρη και το φίλο του τον Αλέξανδρο.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που έπαιρνε ωριαίες αποβολές είτε επειδή καθυστερούσε να μπει στην τάξη, είτε επειδή θα γινόταν κάποιο περιστατικό με τον Λευτέρη και τον Αλέξανδρο.

Ένα τέτοιο περιστατικό είχε διαδραματιστεί λίγο πριν τις διακοπές των Χριστουγέννων.

 

Συνεχίζεται…

 

 

 

Το Γ7-Μέρος τρίτο

Το Γ7

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

… συνέχεια

Από τα μεγάφωνα εξακολουθούσε να ακούγεται κάθε δύο με τρία λεπτά οργισμένη και απειλητική η φωνή του Διευθυντή.

Τα παιδιά άρχισαν να ανησυχούν και να συζητούν μεταξύ τους για το τι θα έκαναν από δω και πέρα.

Ήδη, μερικοί γονείς που έμεναν κοντά στο σχολείο και είχαν ειδοποιηθεί, άρχισαν να φτάνουν. Δεν μπορούσαν όμως να μπουν μέσα καθώς τις δύο εισόδους του σχολείου τις είχαν κλείσει οι μαθητές. Έτσι, κινήθηκαν περιμετρικά στα κάγκελα του σχολείου προσπαθώντας να εντοπίσουν τα παιδιά τους.

Τα παιδιά, από την άλλη, προσπαθούσαν να βρεθούν εκτός οπτικού πεδίου των γονιών τους γιατί δεν ήθελαν να τους συναντήσουν.

Ο πατέρας του Βασίλη, ενός συμμαθητή του Ορέστη από το ίδιο τμήμα, ζήτησε από κάποια παιδιά να μεταφέρουν στον Ορέστη ότι θα ήθελε να του μιλήσει.

Ο Ορέστης, πλησίασε διστακτικά στα κάγκελα.

«Με ζητήσατε;», είπε στον πατέρα του Βασίλη.

«Μπορείς, σε παρακαλώ παιδί μου να μου πεις τι έγινε;», του είπε εκείνος ευγενικά.

Ο Ορέστης του εξήγησε ακριβώς τι είχε συμβεί και πώς έφτασε η κατάσταση στο σημείο όπου βρισκόταν.

«Ίσως να έχετε δίκιο, όμως μην το τραβάτε κι εσείς άλλο το σχοινί. Εντάξει, διαμαρτυρηθήκατε από τη μεριά σας. Τώρα, δεν έχει νόημα να το συνεχίσετε. Πες και στα υπόλοιπα παιδιά να μπείτε μέσα για μάθημα σε παρακαλώ», του είπε ο πατέρας του Βασίλη.

«Μα δεν εξαρτάται από μένα. Η απόφαση για αποχή ήταν όλων των μαθητών. Όμως και να μπορούσα, δεν θα το έκανα γιατί νομίζω ότι ο καθηγητής που έσπρωξε το μαθητή χωρίς λόγο, του οφείλει μια συγνώμη», απάντησε ο Ορέστης και απομακρύνθηκε σιγά-σιγά από τα κάγκελα.

Δύο τετράγωνα πιο κάτω από το σχολείο, σε μία νεοαναγειρόμενη πολυκατοικία δούλευε ο πατέρας του Ορέστη. Είχαν μείνει κάτι μερεμέτια και τελειώνοντάς τα πέρασε έξω από το γυμνάσιο. Δεν άργησε να καταλάβει ότι κάτι έτρεχε. Πλησίασε στα κάγκελα. Ο Ορέστης ήταν εκεί κοντά. Τον είδε και έτρεξε να του μιλήσει.

«Τι έγινε Ορέστη; Γιατί τέτοια αναστάτωση;»

Ο Ορέστης, για μία ακόμη φορά, εξήγησε το πώς είχαν τα πράγματα και πρόσθεσε το γεγονός ότι από τα μεγάφωνα ακούστηκαν απειλές εναντίον του ότι κινδυνεύει με αποβολή από το σχολείο.

«Σοβαρολογείς;», τον ρώτησε ο πατέρας του. Περισσότερο σαν απειλή προς άγνωστο αποδέκτη έμοιαζε παρά σαν ερώτηση προς τον Ορέστη.

«Μην ανησυχείς», του είπε και έφυγε βιαστικά.

Σε λίγη ώρα έφτασε στα γραφεία του Εργατικού Κέντρου της πόλης, του οποίου ήταν πρόεδρος εδώ και δύο χρόνια.

Σήκωσε το ακουστικό του τηλεφώνου και σχημάτισε τον αριθμό του 1ου Γυμνασίου. Απάντησε ο Διευθυντής.

«Ναι, κύριε Διευθυντά. Ο πατέρας του Ορέστη είμαι».

Για λίγες στιγμές επικράτησε σιωπή.

«Τι θα θέλατε. Συμβαίνει κάτι;»

«Με κοροϊδεύετε; Τα παιδιά μας τα στέλνουμε στα σχολείο να τους μάθετε γράμματα και να τους κάνετε καλύτερους ανθρώπους. Με ποιο δικαίωμα θα διώξεις εσύ παιδί από το σχολείο; Τσιφλίκι σου είναι ή σπίτι σου; Αν δεν το έχεις καταλάβει, τη Χούντα την τελειώσαμε εδώ και χρόνια».

«Δεν σας επιτρέπω κύριε να μου μιλάτε κατ’ αυτόν τον τρόπο και μάλιστα στον ενικό. Τώρα καταλαβαίνω γιατί και το παιδί σας έχει αυτή τη συμπεριφορά. Το μήλο κάτω από τη μηλιά θα πέσει».

«Εσείς το στιγματίσατε και το απειλείτε ότι θα το διώξετε. Λοιπόν ακούστε. Το απόγευμα θα υπάρχει ανακοίνωση-καταγγελία του Εργατικού Κέντρου για τη συμπεριφορά σας. Αύριο το πρωί θα πάω στο Δήμαρχο και το Νομάρχη για διαμαρτυρία. Αν συνεχίσεις τις απειλές σου υπόσχομαι ότι έξω από το σχολείο θα γίνει συγκέντρωση διαμαρτυρίας», είπε τελειώνοντας ο πατέρας του Ορέστη. Στη συνέχεια, άνοιξε το μπλοκάκι με τα τηλέφωνα και άρχισε να τηλεφωνεί.

Πίσω στο σχολείο, λίγα λεπτά αφού έφυγε ο πατέρας του Ορέστη, εμφανίστηκε στο προαύλιο ο θεολόγος του σχολείου. Είχε τη φήμη του «άνετου», ήταν φιλικός με τους μαθητές και οι περισσότεροι μαθητές είχαν την καλύτερη γνώμη για κείνον.

Πλησίασε με άνετο βάδισμα προς τον Ορέστη ο οποίος εκείνη την ώρα μιλούσε με δύο συμμαθητές του. Τον φώναξε παράμερα και του είπε κατά λέξη:

«Άκου να δεις νεαρέ. Τον κώλο σου να χτυπάς από κάτω δεν θα περάσει το δικό σου. Αυτό που έχεις στο μυαλό σου δεν θα τα καταφέρεις».

«Τι εννοείτε κύριε; Δεν έχω κάτι στο μυαλό μου».

«Αυτό που σου λέω εγώ. Η αναρχία που έχεις σαν σκοπό, δεν θα περάσει σε τούτο το σχολείο», είπε ο θεολόγος και επέστρεψε στο γραφείο των καθηγητών όπου πριν λίγα λεπτά είχε ξεκινήσει η συνεδρίαση του Συλλόγου των Καθηγητών. Όλοι περίμεναν την επιστροφή του Διευθυντή ο οποίος έλειψε για λίγο καθώς πήγε να σηκώσει το τηλέφωνο που χτύπησε στο γραφείο του.

Επιστρέφοντας στη θέση του άρχισε να λέει.

«Λοιπόν, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι. Έλεγα πριν από λίγο ότι η συμπεριφορά μερικών μαθητών του σχολείου μας, δυστυχώς, έχει ξεπεράσει τα όρια. Στο σχολείο μας ζούμε πρωτόγνωρες καταστάσεις που δεν συνάδουν με τους κανόνες που απαιτούνται για να επικρατεί η απαιτούμενη τάξη.

Καλούμαστε με τις αποφάσεις μας να διαλέξουμε ανάμεσα στην τάξη και την αναρχία. Αν δεν πάρουμε άμεσα μέτρα τιμωρώντας τους πρωταίτιους της σημερινής στάσης, θα έχουμε βάλει το χέρι μας ώστε τούτο το σχολείο από κάστρο υψηλών αξιών και ιδανικών να μετατραπεί σε έρμαιο των σκοτεινών προθέσεων αλλότριων προς τις αρχές του έθνους και των παραδόσεών μας».

«Μήπως υπερβάλλεται λίγο κύριε Διευθυντά;», ρώτησε ο καθηγητής της Γεωγραφίας, για να συνεχίσει.

«Μιλάτε λες και υπάρχει κανένα σκοτεινό και οργανωμένο σχέδιο από κάποιους μαθητές με σκοπό να κάνουν κακό στο σχολείο. Νομίζω ότι όλα οφείλονται σε μια παρεξήγηση, στην κακιά ώρα. Αν ήταν εδώ ο συνάδελφος που είχε την άτυχη στιγμή να σπρώξει το μαθητή, θα μπορούσε να μας το επιβεβαιώσει».

«Ε λοιπόν, σας πληροφορώ κύριε συνάδελφε ότι πρόκειται ακριβώς για οργανωμένο σχέδιο. Στο τηλέφωνο πριν από λίγο, ήταν ο πατέρας του Ορέστη. Μου μίλησε με τρόπο αγενέστατο και με απείλησε ότι αν προβούμε σε τιμωρία του γιου του θα έχουμε συνέπειες. Θα μας καταγγείλει, είπε, στο Δήμαρχο και το Νομάρχη και θα οργανώσει συγκέντρωση διαμαρτυρίας έξω από το σχολείο. Μιλάμε, δηλαδή, για ωμή παρέμβαση στο έργο μας και εμπλοκή μας σε πολιτικές και κομματικές επιδιώξεις. Θα επιτρέψουμε συνάδελφοι κάτι τέτοιο. Στο κάτω-κάτω, το σχολείο δεν είναι τσιφλίκι του».

«Ούτε και δικό μας», ακούστηκε η φωνή του δεύτερου θεολόγου του σχολείου.

Ακολούθησε ένας μικρός πανικός. Όλοι άρχισαν να μιλάνε χωρίς να ακούνε κανέναν ή να τους ακούει κανένας. Μέχρι που στην πόρτα του γραφείου εμφανίστηκε ο καθηγητής της Φυσικής. Ήταν φανερά καταβεβλημένος, λες και είχε περάσει από πάνω του ολόκληρο φορτηγό.

Μετά το περιστατικό, βγήκε για λίγο στο προαύλιο και πριν βγουν όλοι για την πρωινή προσευχή, εκείνος κατευθύνθηκε στον πάνω όροφο του κτιρίου όπου βρισκόταν το εργαστήριο Φυσικής. Μπήκε μέσα, άνοιξε το παράθυρο και καθισμένος σε μια καρέκλα άκουγε, όσο μπορούσε, τα όσα διαδραματίστηκαν μέχρι τη συνεδρίαση του Συλλόγου.

«Συνάδελφοι, οφείλω μια συγνώμη τόσο σε σας για την αναστάτωση που προκάλεσα όσο και στους μαθητές και κυρίως στο μαθητή τον οποίο έσπρωξα χωρίς να υπάρχει λόγος. Θα πρέπει να σας αποκαλύψω κάτι, το οποίο δεν είχα σκοπό να το κάνω, όχι για να δικαιολογηθώ αλλά για να μπορέσετε ίσως να εξηγήσετε τη συμπεριφορά μου. Άλλωστε τέτοιες συμπεριφορές, γνωρίζετε πως είναι ξένες προς εμένα. Λοιπόν, ο εκνευρισμός μου είχε να κάνει με το ότι χθες το απόγευμα πήραμε τα αποτελέσματα κάποιων εξετάσεων που έκανε η σύζυγός μου και έδειξαν ότι μάλλον βρίσκεται στο πρώτο στάδιο εμφάνισης καρκίνου».

Όλοι έχασαν τη μιλιά τους. Ακόμη και ο Διευθυντής, δεν βρήκε τίποτα να πει.

«Θα πρότεινα, να καλέσουμε το δεκαπενταμελές και να ζητήσω συγνώμη για τη συμπεριφορά μου, αναγνωρίζοντας το λάθος μου, έτσι ώστε να τελειώσει αυτή η ιστορία».

«Το σκεφτήκατε καλά κύριε συνάδελφε;», ρώτησε ο Διευθυντής και συνέχισε:

«Με τι κύρος θα μπορέσετε μετά να επιβληθείτε στους μαθητές κατά τη διάρκεια του μαθήματος;»

«Εγώ κύριε Διευθυντά, αναρωτιέμαι με τι κύρος θα επιβληθώ, αν δεν αναγνωρίσω το λάθος μου;»

«Ας τεθεί το θέμα σε ψηφοφορία και ας αποφασίσει ο Σύλλογος», πρότεινε ο δεύτερος θεολόγος του σχολείου.

Ο Διευθυντής, με κρύα καρδιά, έθεσε το θέμα σε ψηφοφορία. Εκτός από τον ίδιο και τον άλλο θεολόγο του σχολείου, όλοι οι υπόλοιποι ψήφισαν υπέρ της πρότασης του καθηγητή της Φυσικής.

Έτσι, ανακοινώθηκε η απόφαση στο δεκαπενταμελές, με το αίτημα να λήξει η αποχή και την επομένη μέρα-η ώρα είχε ήδη πάει 2μ.μ-οι μαθητές να μπουν κανονικά στις τάξεις τους για μάθημα.

Στο άκουσμα των εξελίξεων από το στόμα του προέδρου του δεκαπενταμελούς, οι μαθητές ξέσπασαν σε φωνές και χειροκροτήματα. Κάποιοι έτρεξαν να αγκαλιάσουν τον Ορέστη, αλλά εκείνος τους απέφυγε διακριτικά.

Τις επόμενες μέρες, κυριαρχούσε ένα κούμπωμα και μια αμηχανία, τόσο από την πλευρά των καθηγητών, όσο και από την πλευρά των μαθητών.

Η υπόλοιπη χρονιά κύλησε σχετικά ήρεμα. Δεν έλειψαν, φυσικά, οι συχνές σπόντες και μπηχτές προς τον Ορέστη με κάθε υπαρκτή ή ανύπαρκτη αφορμή.

Εκείνος, συνέχιζε να εκπλήσσει ευχάριστα τους καθηγητές του, όσους επέτρεπαν στον εαυτό τους να τους εκπλήξει, με την απόδοση και την ώριμη, για την ηλικία του, συμπεριφορά, κάνοντάς τον ακόμη πιο αγαπητό και δημοφιλή στους συμμαθητές του. Μοναδική αρνητική εντύπωση προκάλεσε η αδικαιολόγητη επιμονή του να μη θέλει να συμμετάσχει στους διαγωνισμούς Μαθηματικών και Φυσικής που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της χρονιάς, στερώντας από τον ίδιο, αλλά και από το σχολείο, μια πιθανή διάκριση.

«Το θεωρώ περιττό και χάσιμο χρόνου να τρέχω σε τέτοιους διαγωνισμούς», είχε δικαιολογήσει μια φορά στον Αντώνη αυτή την ανεξήγητη, για τους καθηγητές και τους άλλους μαθητές, στάση του.

Η επόμενη σχολική χρονιά, η τελευταία στο Γυμνάσιο, ξεκίνησε με μια μικρή «έκπληξη» η οποία καθόρισε όχι μόνο τη συμπεριφορά του Ορέστη αλλά όλης της παρέας των οχτώ παιδιών από τα γύρω χωριά που βρέθηκαν, για λόγους «εύρυθμης λειτουργίας του σχολείου» στο ίδιο τμήμα το Γ7.

Η επόμενη σχολική χρονιά, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η «η χρονιά του Γ7».

 

Συνεχίζεται…

 

 

 

 

 

Το Γ7- Μέρος δεύτερο

Το Γ7- Μέρος δεύτερο

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

…συνέχεια

 

Το απόγευμα της ίδιας μέρας τα δύο παιδιά ενημέρωσαν τους γονείς τους για το τι είχε συμβεί.

«Εγώ θέλω να μου πεις μόνο αν μίλησες προσβλητικά στον καθηγητή σου», ζήτησε από τον Αντώνη ο πατέρας του. Εκείνος του απάντησε αρνητικά με τόση πειστικότητα που δεν χωρούσε καμία αμφιβολία.

Ο πατέρας του Ορέστη τον άκουγε χωρίς να μιλάει. Έβαλε για λίγο το κεφάλι του ανάμεσα στις δύο του ροζιασμένες παλάμες και μονολόγησε.

«Μάλιστα! Για να δούμε αύριο τι θα γίνει!»

Την άλλη μέρα το πρωί τα δύο παιδιά εμφανίστηκαν με τους γονείς τους στο γραφείο του Διευθυντή του Γυμνασίου ο οποίος τους περίμενε στο γραφείο του καθισμένος στην πολυθρόνα του.

«Σας κάλεσα σήμερα εξ αιτίας ενός δυσάρεστου συμβάντος που έλαβε χώρα χθες κατά τη διάρκεια του μαθήματος της Έκθεσης. Τα παιδιά σας αυθαδίασαν στον καθηγητή τους και παραπέμπονται στο Σύλλογο των Καθηγητών με το ερώτημα της διήμερης αποβολής. Βέβαια, αν τα παιδιά δηλώσουν ειλικρινή μεταμέλεια ενώπιων του Συλλόγου, φαντάζομαι ότι η προτεινόμενη ποινή μπορεί και να αρθεί. Βλέπετε, εμείς ως παιδαγωγοί, οφείλουμε πάντα να λαμβάνουμε υπόψη μας την ειλικρινή μεταμέλεια των παιδιών εκείνων που μπορεί να υποπέσουν σε κάποιο παράπτωμα. Τι να κάνουμε; Η ηλικία τούς το επιτρέπει».

«Τι εννοείτε αυθαδίασαν; Εγώ από αυτά που μου είπε ο γιος μου, δεν κατάλαβα να έχει αυθαδιάσει», είπε ο πατέρας του Ορέστη.

«Αμφισβητείτε την κρίση του καθηγητή του και δίνεται δίκιο στο γιο σας;»

«Όταν θεωρώ ότι έχει δίκιο ναι, του το δίνω και τώρα νομίζω ότι έχει».

«Τέλος πάντων κύριε. Τα πολλά λόγια είναι φτώχια. Ο Σύλλογος θα συνεδριάσει και δημοκρατικά θα αποφασίσει. Αύριο θα γνωρίζετε την απόφαση».

Οι δύο γονείς χαιρέτησαν το Διευθυντή και με γρήγορο βάδισμα κινήθηκαν προς την έξοδο του προαυλίου. Λίγο πριν την έξοδο, τους σταμάτησε ο καθηγητής που έκανε στα παιδιά γεωγραφία. Μιλώντας διστακτικά και σιγανά, τους είπε:

«Μην ανησυχείτε. Τα παιδιά σας είναι εξαιρετικά. Δεν ξέρω τι θα γίνει αύριο, πάντως πολλοί από εμάς θα είναι με το μέρος τους».

Βγαίνοντας από το Γυμνάσιο ο πατέρας του Αντώνη μονολόγησε:

«Του έχω πει να μη μιλάει πολύ».

«Γιατί να μη μιλάει; Να μιλάει, αρκεί να έχει δίκιο και να μπορεί να το υποστηρίζει. Αυτή είναι η δική μου η γνώμη», απάντησε ο πατέρας του Ορέστη.

Μετά τη συνεδρίαση του Συλλόγου, η οποία διήρκησε κοντά στις τρεις ώρες, αποφασίστηκε, με οριακή πλειοψηφία να επιβληθεί στα δύο παιδιά μονοήμερη αποβολή για ανάρμοστη συμπεριφορά και παραδειγματισμό.

Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, οι καθηγητές χωρίστηκαν ουσιαστικά σε τρία «στρατόπεδα». Το ένα, υποστήριζε ότι οι δύο μαθητές πρέπει να τιμωρηθούν γιατί σε αντίθετη περίπτωση υπάρχει κίνδυνος να «χαλάσει» το σχολείο και να διασαλευτεί η απαραίτητη «τάξη». Στο δεύτερο είχαν «προσχωρήσει» οι καθηγητές εκείνοι που ποτέ δεν μιλούσαν κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων και ποτέ δεν έπαιρναν θέση για το ένα ή το άλλο ζήτημα. Αυτοί, ψήφισαν «λευκό». Τέλος, υπήρχαν κι εκείνοι οι καθηγητές που υποστήριξαν ότι δεν υπήρχε καμία αυθάδεια και επομένως καμία παραβατική συμπεριφορά των παιδιών για την οποία θα έπρεπε να τιμωρηθούν. Ίσα-ίσα που θεώρησαν τη συμπεριφορά του καθηγητή της Έκθεσης υπερβολική και πέραν του δέοντος αυστηρή. Μάλιστα, ο καθηγητής της γεωγραφίας, πρότεινε τα δύο παιδιά να επιβραβευτούν από το Σύλλογο για τη συγκεκριμένη στάση τους γιατί, ενώ κατηγορήθηκαν άδικα, εκείνα σεβάστηκαν τον καθηγητή τους και χωρίς να τον προσβάλουν, προσπάθησαν να ανοίξουν διάλογο μαζί του.

Στο σημείο εκείνο, βέβαια, υπήρξε εκνευρισμός και έκρηξη θυμού τόσο από τον καθηγητή της Έκθεσης όσο και από τον Διευθυντή, ο οποίος έκλεισε τη συνεδρίαση λέγοντας:

«Για να μπορεί ετούτο το σχολείο να θεωρείται το καλύτερο της πόλης αγαπητοί συνάδελφοι, χρειάστηκε η συνεχής προσήλωση στην τήρηση των κανόνων λειτουργίας του. Όλοι γνωρίζουν πως οι κανόνες πρέπει να είναι σεβαστοί και να εφαρμόζονται από όλους τους μαθητές. Όποιος δεν αντέχει, πάει σε άλλο σχολείο».

Τα νέα για την επιβολή της ποινής στους δύο μαθητές, μαθεύτηκαν γρήγορα σε όλο το Γυμνάσιο. Όλοι οι μαθητές συζητούσαν τις εξελίξεις. Οι περισσότεροι ήταν με το μέρος των δύο παιδιών. Άλλωστε, ο Ορέστης, σ’ αυτούς τους λίγους μήνες, με την απόδοσή του και τη γενικότερη στάση και συμπεριφορά του, είχε καταξιωθεί στις συνειδήσεις των περισσότερων συμμαθητών του αλλά και πολλών καθηγητών του.

Ο Αντώνης, από την άλλη, μπορεί να μην ήταν τόσο δημοφιλής όπως ο Ορέστης, όμως φρόντισε να αφήσει το στίγμα του και να δείξει το ταλέντο του όταν χρειάστηκε να ζωγραφίσει τα σκηνικά για τις σχολικές γιορτές.

Το υπόλοιπο της σχολικής χρονιάς, κύλησε σχετικά ήρεμα, τόσο για τους δύο φίλους, όσο και για τα υπόλοιπα «χωριατόπαιδα».

Η αρχή της νέας σχολικής χρονιάς, σημαδεύτηκε από δύο γεγονότα που έμελλαν να είναι καθοριστικά για τη μετέπειτα πορεία, κυρίως, των δύο φίλων αλλά και όλης της παρέας των οχτώ παιδιών από τα διπλανά χωριά.

Πριν τις εκλογές για την ανάδειξη του δεκαπενταμελούς μαθητικού συμβουλίου, ο Ορέστης ανακοίνωσε στους γονείς του την πρόθεσή του να βάλει υποψηφιότητα. Εκείνοι του απάντησαν πως αν θεωρούσε ο ίδιος ότι είχε να προσφέρει κάτι στους συμμαθητές του και το σχολείο, δεν είχαν καμία αντίρρηση.

Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας ανέδειξε τον Ορέστη 4ο σε ψήφους και 10ο το Μάνθο, ένα παιδί που ήταν από ένα χωριό, δίπλα στο χωριό του Ορέστη και του Αντώνη.

Στη συγκρότηση του δεκαπενταμελούς μαθητικού συμβουλίου ο Μάνθος και ο Ορέστης ήταν απλά μέλη καθώς δεν θέλησαν να βάλουν υποψηφιότητα για μία θέση στο προεδρείο. Αν και σε περίπτωση που το έκαναν, οι πιθανότητες να εκλεγούν ήταν ελάχιστες, αφού η συντριπτική πλειοψηφία των μελών του δεκαπενταμελούς ήταν μαθητές της τρίτης γυμνασίου. Συνηθιζόταν, τα μέλη του προεδρείου να είναι μαθητές της τρίτης γυμνασίου και όχι μικρότερων τάξεων.

Το δεύτερο γεγονός, συνέβη λίγες μέρες μετά τις μαθητικές εκλογές. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα του Νοεμβρίου, όταν το δεκαπενταμελές πήγε στο γραφείο των καθηγητών για να ζητήσει τον περίπατο του μήνα.

Για κακή τους τύχη, την ίδια μέρα, ο καθηγητής της Φυσικής, είχε στο νου του να βάλει τεστ σε κάποια τμήματα της τρίτης τάξης.

Ακούγοντας το αίτημα των μαθητών και βλέποντας ότι οι περισσότεροι συνάδελφοί του ήταν σύμφωνοι με τον περίπατο, εκνευρίστηκε τόσο πολύ που έκανε να βγει έξω από το γραφείο. Στην προσπάθειά του να περάσει την πόρτα έσπρωξε με αρκετή δύναμη έναν μαθητή, σωριάζοντάς τον κάτω. Χωρίς καν να σταματήσει, συνέχισε την πορεία του και βγήκε στο προαύλιο να πάρει αέρα. Οι υπόλοιποι ξαφνιάστηκαν από την αντίδρασή του και το αποτέλεσμά της που για αρκετά λεπτά δεν έβγαλαν κουβέντα.

Κάποιοι μαθητές, σήκωσαν το συμμαθητή τους και κίνησαν για το προαύλιο όπου οι υπόλοιποι περίμεναν να μάθουν την έκβαση του αιτήματος για εκδρομή.

«Αυτό που έγινε είναι απαράδεκτο. Κανένας μέσα για μάθημα αν δεν ζητήσει συγνώμη», ακούστηκε να λέει κάποιος από το δεκαπενταμελές.

«Με ποιο δικαίωμα τον έσπρωξε; Παιδί του είναι;» ακούστηκε να λέει κάποιος άλλος.

Με έναν περίεργο τρόπο εκφράστηκε, διά βοής, μία συμφωνία στο να μην μπει κανένας για μάθημα, αν δεν ζητήσει ο καθηγητής της Φυσικής συγνώμη από τον μαθητή.

Εν τω μεταξύ, ο Διευθυντής έδωσε την εντολή να βγουν όλοι οι καθηγητές για την καθιερωμένη προσευχή, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν πρόκειται να πάνε εκδρομή. Ο δε καθηγητής της Φυσικής, εξαφανίστηκε λες και άνοιξε το προαύλιο και τον κατάπιε. Προφανώς, είχε βγει εκτός σχολείου, προσπαθώντας να ηρεμήσει και να αναλογιστεί τι είχε συμβεί.

Μετά το τέλος της προσευχής, ο Διευθυντής έκανε το καθιερωμένο νεύμα προς τους μαθητές για να περάσουν στις τάξεις τους. Κανένας μαθητής δεν κουνήθηκε από τη θέση του.

«Περάστε αμέσως για μάθημα», είπε φανερά εκνευρισμένος ο Διευθυντής.

Ο φόβος άρχισε να διαπερνάει τα κορμιά των μαθητών.

«Είπα, περάστε όλοι για μάθημα», επανέλαβε όλο θυμό ο Διευθυντής. Οι καθηγητές παρακολουθούσαν όλο αγωνία χωρίς να μπορούν να προβλέψουν την εξέλιξη, Ήταν κάτι που δεν είχε ξανασυμβεί.

«Δημήτρη, πέρνα μέσα για μάθημα και πάρε απουσίες», είπε ο Διευθυντής απευθυνόμενος στον καλύτερο μαθητή του σχολείου.

Εκείνος, τρέμοντας και με βουρκωμένα μάτια απάντησε:

«Δεν θέλω κύριε Διευθυντά. Μη με πιέζετε».

«Τι είπες; Πάρε τηλέφωνο στον πατέρα του», είπε ο Διευθυντής απευθυνόμενος στην Υποδιευθύντρια.

«Πάρε τηλέφωνο σε όλους τους γονείς και ενημέρωσέ τους. Οι υπόλοιποι ελάτε στο γραφείο των καθηγητών».

Μερικοί μαθητές ακόμη, κατευθύνθηκαν προς το εσωτερικό του σχολείου. Όλοι τους με κρύα καρδιά και με σκυφτό το κεφάλι. Δυο-τρεις δεν άντεξαν την πίεση και ξέσπασαν σε κλάματα.

«Θα τιμωρηθούν όλοι. Εδώ έρχονται για να κάνουν μάθημα όχι να στασιάζουν. Ψάχνουν ευκαιρία για να κάνουν κοπάνα, να χάσουν μάθημα και να τρέχουν στο διπλανό πάρκο. Δεν θα τους περάσει όμως. Οι πρωταίτιοι θα φροντίσω να αποβληθούν από το σχολείο».

«Ένας είναι ο πρωταίτιος», είπε ο καθηγητής της Έκθεσης.

«Ποιος;», ρώτησε ο Διευθυντής.

«Ο Ορέστης. Ποιος άλλος! Αυτός ξεσήκωσε και τους άλλους. Δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να μιλάει για δικαιώματα, για ελευθερίες».

«Μα είναι άριστος μαθητής. Τι είναι αυτά που λέτε;», τον υπερασπίστηκε ο γυμναστής του σχολείου.

«Τώρα θα του δείξω εγώ», είπε ο Διευθυντής και κατευθύνθηκε προς το γραφείο του.

Τα παιδιά στο προαύλιο, ξεπερνώντας το αρχικό σοκ, άρχισαν να κάνουν πηγαδάκια.

«Αν δεν ζητήσει συγνώμη, δεν πρόκειται να μπούμε ποτέ μέσα», είπε ο Μάνθος.

Κάποια παιδιά, σκέφτηκαν πως είναι μια καλή ευκαιρία να πάνε μια βόλτα στο πάρκο.

Ο Ορέστης, μάζεψε τους υπόλοιπους του δεκαπενταμελούς και τους είπε:

«Πρέπει να βάλουμε περιφρούρηση στις δύο εισόδους του σχολείου. Δεν πρέπει να φύγει κανένας μας. Αυτό θέλει ο διευθυντής για να μας πει μετά ότι η αποχή έγινε για να χάσουμε μάθημα».

«Σωστό», είπε ο Γιώργος, ένα παιδί της τρίτης, ο γίγαντας του σχολείου και κατευθύνθηκε προς τη μία από τις δύο εισόδους. Σε λίγα λεπτά, οι δύο είσοδοι περιφρουρούνταν και κανένας από τους ελάχιστους μαθητές που θα ήθελαν να βγουν έξω, δεν κατάφερε να βγει έξω.

Κι ενώ οι μαθητές συζητούσαν για τι θα έπρεπε να κάνουν στη συνέχεια, η φωνή του Διευθυντή από τα μεγάφωνα του σχολείου, τους διέκοψε απότομα:

«Ο Ορέστης, να φροντίσει ώστε όλοι οι μαθητές να μπουν στις τάξεις τους για μάθημα. Σε αντίθετη περίπτωση θα αποβληθεί διά παντός από το σχολείο».

Όλοι έπεσαν από τα σύννεφα. Ο Αντώνης, έπιασε το μπράτσο του φίλου του και του είπε:

«Μη φοβάσαι. Δεν έχεις κάνει τίποτα. Δεν θα αφήσουμε να σε πειράξει κανείς».

 

Συνεχίζεται…

 

To Γ7 – Μέρος πρώτο

Το Γ7- Μέρος πρώτο

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

 

Έχουν περάσει πάνω από 35 χρόνια και είναι σα να μην πέρασε ούτε μια μέρα.

Το 1ο Γυμνάσιο της μικρής επαρχιακής πόλης είχε τη φήμη ενός Κολεγίου. Εκεί, δεν εγγράφονταν τα παιδιά που έμεναν στα γύρω από την πόλη χωριά, αλλά μόνο οι γόνοι των κατοίκων που άνηκαν στην αστική τάξη της πόλης.

Μόνο οι μαθητές που προέρχονταν από μερικά χωριά, ανατολικά της πόλης, είχαν τη δυνατότητα, τελειώνοντας το δημοτικό στα χωριά τους, να συνεχίσουν στο 1ο Γυμνάσιο.

Σε ένα από αυτά τα χωριά, γεννήθηκε και ο μικρός μας φίλος ο Ορέστης, ο οποίος, σαν τελείωσε το δημοτικό πέρασε τις πύλες του ιστορικού και τιμημένου 1ου Γυμνασίου. Μαζί του και ο κολλητός του φίλος ο Αντώνης.

Του Ορέστη του άρεσαν πολύ τα γράμματα. Όλη την ώρα δεν έκανε τίποτε άλλο από το να ρωτάει. Ήθελε, αν γινόταν, να μάθει τα πάντα μέσα σε ένα λεπτό. Το όνειρό του ήταν να γίνει αστροναύτης. Το πίστευε και δεν δίσταζε να το ανακοινώνει σε όποιον τον ρωτούσε. Μερικοί τον έπαιρναν στο ψιλό μα σαν κουβέντιαζαν λίγα λεπτά μαζί του, έβλεπαν το μάτι του να γυαλίζει από αποφασιστικότητα και τη γλώσσα του να μην προλαβαίνει να εκφράσει τα όσα είχε στο μυαλό του.

Ο φίλος του ο Αντώνης, δεν ήταν των γραμμάτων. Του άρεσε να τριγυρνάει στα χωράφια, να ασχολείται με τη γη και να ζωγραφίζει. Ότι υπήρχε γύρω του και ότι είχε φωλιάσει στη φαντασία του, μπορούσε να το αποτυπώσει στο χαρτί τόσο καλά που δεν ξεχώριζες αν ήταν αληθινό ή ψεύτικο. Σε όποιο θρανίο και αν καθόταν ζωγράφιζε ολόκληρες ιστορίες. Το μετέτρεπε σε οριζόντια κινητή «θρανιογραφία». Καθόλου δεν άρεσε αυτό στον κύριο Χρυσαφόπουλο, το Διευθυντή του σχολείου. Κάθε τρεις και λίγο, ο Αντώνης, με ένα βρεγμένο πανί στο χέρι, έτριβε το θρανίο, σβήνοντας τις δημιουργίες του.

«Άμα είσαι τεμπέλης, όλη την ώρα ζωγραφίζεις», ήταν η συνηθισμένη ατάκα του Διευθυντή.

Και άντε πάλι από την αρχή ο Αντώνης, ξαναγέμιζε το θρανίο με τις εικόνες των ματιών και του μυαλού του. Το «τεμπέλης» όμως δεν μπορούσε να το δεχτεί ούτε αυτός ούτε κι ο πατέρας του. Πώς μπορεί να είναι τεμπέλης κάποιος που ήξερε σπιθαμή προς σπιθαμή το χωράφι του πατέρα του; Το σκάλιζε, το πότιζε, το ξεβοτάνιζε. Ε! Όχι και τεμπέλης!

Σαν ήρθε η ώρα να πάνε στην 1η Γυμνασίου, οι δύο φίλοι, μαζί με άλλους έξι μαθητές από τα γύρω χωριά, πήραν το λεωφορείο που περνούσε από το χωριό και μετά από ένα εικοσάλεπτο ταξίδι έφτασαν έξω από το Γυμνάσιο.

Μπήκαν στο προαύλιο και πολύ σύντομα ένιωσαν πολλά βλέμματα συμμαθητών τους να τους κοιτάζουν κάπως περίεργα.

Το ντύσιμο των 8 παιδιών πρόδιδε την κοινωνική τους τάξη ενώ η βαριά προφορά στην ομιλία τους πρόδιδε τον τόπο καταγωγή τους. Δεν χωρούσε καμία αμφιβολία. Τούτα τα παιδιά ήταν χωριατόπαιδα.

Τα μαθήματα άρχισαν, οι μέρες κυλούσαν σχετικά ευχάριστα για τον Ορέστη και τον Αντώνη οι οποίοι έτυχε να είναι και στο ίδιο τμήμα. Κάθονταν και στο ίδιο θρανίο. Τι θρανίο δηλαδή; Ο Αντώνης είχε αναλάβει δράση. Πρόλαβε και απεικόνισε πάνω του ολόκληρο το Γυμνάσιο. Με το προαύλιο, με τα παγκάκια γύρω-γύρω, με τα δέντρα διάσπαρτα και φυσικά δεν έλειπε η μουριά. Το αγαπημένο σημείο συνάντησης του ίδιου με τον Ορέστη. Εκεί περνούσαν συνήθως τα διαλλείματα. Αν τύχαινε να είχαν και χαρτζιλίκι, έπαιρναν λεμονάδα με φιστίκι αράπικο και έπιαναν την κουβέντα. Για τους καθηγητές, για την πόλη, για τους συμμαθητές τους και κάποιες φορές, δειλά-δειλά, μιλούσαν και για τις συμμαθήτριές τους.

Εκείνη τη μέρα το κουδούνι χτύπησε για μέσα. Ήταν η τρίτη διδακτική ώρα και είχαν Ιστορία. 5ος αιώνας π.χ. Ο χρυσός αιώνας του Περικλή.

Το μάθημα ξεκίνησε με εξέταση. Η καθηγήτριά τους άρχισε να ρωτάει σχετικά και επικέντρωνε στο ζήτημα της Δημοκρατίας. Κάποιος μαθητής τόνισε, απαντώντας, πως τότε γεννήθηκε για πρώτη φορά στον κόσμο η Δημοκρατία. Η πλειοψηφία, με την ψήφο της, αποφάσιζε στη Συνέλευση του Δήμου και η μειοψηφία όφειλε να υπακούσει.

Ο Ορέστης, σήκωσε διστακτικά το χέρι του.

«Τι θέλεις παιδί μου;»

«Να ρωτήσω κάτι κυρία».

«Λέγε».

«Δικαίωμα ψήφου είχαν όλοι οι κάτοικοι των Αθηνών;»

«Όλοι όσοι ήταν πολίτες των Αθηνών».

«Και οι γυναίκες;»

«Ε! Οι γυναίκες όχι».

«Οι δούλοι, οι μέτοικοι;»

«Όχι, αυτοί δεν είχαν δικαίωμα ψήφου».

«Τότε, γιατί λέμε ότι υπήρχε Δημοκρατία, όταν η περισσότεροι κάτοικοι δεν είχαν δικαίωμα ψήφου;»

Για λίγα δευτερόλεπτα επικράτησε σιωπή. Όλα τα παιδιά γύρισαν και κοίταξαν τον Ορέστη. Η καθηγήτρια αισθάνθηκε αμήχανα.

«Όλα αυτά, πρέπει να τα εντάξεις στις συνθήκες που επικρατούσαν την εποχή εκείνη. Μην κάνεις σύγκριση με τη σημερινή εποχή».

Ο Αντώνης φούσκωσε από περηφάνια για το θάρρος του φίλου του.

Κάποιοι από τους συμμαθητές του άρχισαν να σχολιάζουν μεταξύ τους:

«Έχει δίκιο ο Ορέστης»

«Σιγά μην έχει δίκιο! Ο παλιοχωριάτης. Όλο τον έξυπνο θέλει να κάνει. Δεν κοιτάει τα χάλια του που δεν ξέρει να μιλήσει!»

Την επόμενη ώρα είχαν Έκθεση. Με το που μπήκε μέσα ο καθηγητής, προχώρησε προς το θρανίο των δύο παιδιών.

«Τι το πέρασες το θρανίο νεαρέ;» είπε με αυστηρό ύφος απευθυνόμενος στον Αντώνη.

«Από το σπίτι σου το έφερες; Στο σπίτι σου ζωγραφίζεις πάνω στα τραπέζια; Την περιουσία του σχολείου πρέπει να την προστατεύετε και όχι να την καταστρέφετε. Το σχολείο είναι το δεύτερο σπίτι σας. Είναι ο χώρος όπου θα αποκτήσετε γνώσεις και θα καλλιεργήσετε την ψυχή και τα ταλέντα σας. Στο διάλλειμα να φροντίσεις να σβήσεις αυτά που έχεις ζωγραφίσει πάνω του. Εντάξει;», τέλειωσε το λόγο του με απειλητικό τόνο.

«Τότε γιατί πρέπει να σβήσει όσα ζωγράφισε;», ακούστηκε η φωνή του Ορέστη σπάζοντας την απόλυτη σιωπή που επικρατούσε.

Ο καθηγητής, γύρισε, αν και ήταν σχεδόν βέβαιος, για να δει ποιος ήταν αυτός που τόλμησε να του αντιμιλήσει.

«Για ξαναπέστο αυτό που είπες γιατί δεν το κατάλαβα».

«Είπα, κύριε καθηγητά, ότι αφού στο σχολείο καλλιεργούμε τα ταλέντα μας, γιατί θα πρέπει ο Αντώνης να σβήσει τη ζωγραφιά του; Δεν το βλέπετε ότι έχει ταλέντο;»

«Είσαι αναιδέστατος και παριστάνεις τον έξυπνο»

«Μην τον λέτε έτσι κύριε», πετάχτηκε ο Αντώνης.

«Νάτα μας! Κι εσύ τι είσαι; Δικηγόρος του;»

«Φίλος του είμαι. Αδερφός του».

«Μάλλον, κάποιος πρέπει να σας μάθει τρόπους, αφού δεν φρόντισαν οι γονείς σας να το κάνουν».

«Δε νομίζω να είπα κάτι που δεν έπρεπε, κάτι που προσβλητικό», πήρε το λόγο ο Ορέστης.

«Δίκιο έχει κύριε», συμπλήρωσε ο Αντώνης.

«Αυτή τη στιγμή, σηκωθείτε και πάτε στο γραφείο του Διευθυντή να του πείτε ότι μου αντιμιλήσατε κι εκείνος θα αποφασίσει για την τιμωρία σας. Εδώ είναι το 1ο Γυμνάσιο, δεν είναι το Δημοτικό του χωριού σας» και απευθυνόμενος στον απουσιολόγο του τμήματος, του είπε:

«Βάλε απουσία και στους δύο».

«Ευχαρίστως», είπε εκείνος με ένα χαμόγελο ικανοποίησης.

Τα δύο παιδιά, έφτασαν έξω από την πόρτα του Διευθυντή και ένας κρύος ιδρώτας άρχισε να τους λούζει. Χτύπησαν την πόρτα και μπήκαν μέσα. Το χτύπημα του κουδουνιού για διάλλειμα του βρήκε ακόμη μέσα. Μετά από δύο λεπτά η πόρτα άνοιξε.

«Συνεχίστε το μάθημά σας και αύριο θέλω να έρθουν οι γονείς σας να με βρουν. Να ξέρετε ότι είναι η τελευταία φορά που δεν σας τιμωρώ. Ετούτο το σχολείο δουλεύει με κανόνες και αρχές. Γι’ αυτό και ξεχωρίζει. Όμως, δίνει πάντα την ευκαιρία στους μαθητές που εμφανίζουν παραβατικές συμπεριφορές, να διορθώνονται. Τούτο το σχολείο ξέρει να συγχωρεί».

Με το που βγήκαν οι δύο μαθητές στο προαύλιο, άρχισαν σιγά-σιγά να τους πλησιάζουν αρκετοί συμμαθητές τους για να μάθουν τι είχε συμβεί.

«Αν το μάθει ο πατέρας μου θα με σκοτώσει. Πώς θα του το πω;», αναρωτήθηκε ο Αντώνης.

«Δεν έκανες κάτι κακό. Θα τους πούμε την αλήθεια», τον καθησύχασε ο Ορέστης.

Τα δύο παιδιά, δεν είχαν όρεξη για κουβέντα. Το μυαλό τους κόλλησε στο απόγευμα της ίδιας μέρας και στην επιστροφή τους στο σπίτι.

Συνεχίζεται…

 

 

 

 

Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος

Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Σ.Σ

Η παρακάτω ιστορία είναι φανταστική. Κάθε ομοιότητα με πραγματικά γεγονότα και περιστατικά είναι τελείως συμπτωματική.

Το ξυπνητήρι χτύπησε ακριβώς στις 5:30 το πρωί. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Κάθε που ο Μπάμπης είχε πρωινή βάρδια εκείνο έδειχνε απίστευτη συνέπεια στη δουλειά του. Όπως κι ο Μπάμπης. Στις 6:30 ακριβώς έπιανε δουλειά. Δεν είχε αργήσει ούτε μία φορά. Δεν έλλειψε ούτε μία μέρα τα τελευταία τέσσερα χρόνια, από τότε που έπιασε δουλειά, δηλαδή, στο διυλιστήριο.

Κανά δυο φορές που έτυχε να αρρωστήσει-όχι τίποτα το σοβαρό, κάποια κρυολογήματα που του ανέβασαν τον πυρετό-δεν ζήτησε άδεια. Άλλωστε, του είχε πει ο υπεύθυνος του τομέα του πως στα αφεντικά δεν άρεσαν και πολύ οι εργάτες που αρρωσταίνουν συχνά.

Ακολουθώντας το συνηθισμένο πρωινό «τελετουργικό», ο Μπάμπης βρέθηκε μετά από λίγη ώρα στη στάση περιμένοντας το λεωφορείο της γραμμής που θα τον πήγαινε έξω από την πύλη του διυλιστηρίου. Περίπου μισή δρόμος, ότι πρέπει για σκέψη, προγραμματισμό και όνειρα.

Ναι, όνειρα. Γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι κάτω από τέτοιες συνθήκες ονειρεύονται. Στο λεωφορείο, στο διάλλειμα της δουλειάς, την ώρα που πίνουν τον καφέ τους ή την ώρα που ανακατεύουν με κρασί τα «αχ», τα «πότε», τα «γιατί» και τα δάκρυά τους.

Καθισμένος σε μια θέση του λεωφορείου, χωρίς να το θέλει-λες και το μυαλό ρωτάει-σκέφτηκε τη Μάνια, την καλή του. Έξι χρόνια μαζί. Έξι χρόνια ο ένας για τον άλλον. Με τα καλά και με τα δύσκολα. Με τις έντονες καταιγίδες και τις ατέλειωτες λιακάδες. Με υπομονή και θέληση και με αγάπη που έμοιαζε ανίκητη.

«Μην πας σε παρακαλώ στο διυλιστήριο», του είχε πει πριν από 4 χρόνια όταν της ανακοίνωσε πως βρήκε δουλειά στα «πετρέλαια».

«Είναι βαριά δουλειά. Άσε που είναι και επικίνδυνη. Τόσα ατυχήματα γίνονται. Δεν έχεις ακούσει τίποτα εσύ;».

«Μην ανησυχείς», της είχε πει εκείνος. «Παίρνουν μέτρα προστασίας τώρα. Δεν είναι όπως παλιά και ο μισθός είναι καλός. Άλλωστε, πώς αλλιώς θα μπορέσουμε να πάρουμε κι εκείνη τη βάρκα που λέγαμε; ¨Μάνια¨ θα τη βαφτίσουμε. Έτσι; Θα είναι γαλαζοπράσινη σαν τα μάτια σου».

«Τα ξέρω τα μέτρα προστασίας τους. Μόνο στα χαρτιά. Τα γεύτηκε κι ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου. Μήπως το ξέχασες;».

Το λεωφορείο άνοιξε τις πόρτες του. «ΣΤΑΣΗ ΔΙΥΛΙΣΤΗΡΙΟ». Καμιά εικοσαριά νοματέοι κατέβηκαν. Όλοι τους εργάτες στα «πετρέλαια». Ανάμεσά τους κι ο Μπάμπης.

«Καλημέρα ρε Κωστή! Τι κάνει ο γιος σου; Παίζετε καμιά μπαλίτσα; Παντρεύτηκε μωρέ ή ακόμα;».

«Άστα. Μας ξενύχτησε πάλι. Να βγάλει επιτέλους τα δόντια του να ηρεμήσουμε κι εμείς κι αυτός».

Οι μηχανές δούλευαν στο φουλ. Ασταμάτητα. Φόρεσαν τα κράνη τους, υπέγραψαν την ώρα προσέλευσης και ο καθένας στο πόστο του. Μηχανές και οι ίδιοι, τέλεια προγραμματισμένες με σάρκα και οστά.

Κι όμως κάτι έτρεχε. Κάτι αδιευκρίνιστο. Πλανιόταν στον, βαρύ από τη μυρωδιά των υδρογονανθράκων, αέρα και τρυπούσε τα σωθικά. Φαινόταν στα ανήσυχα μάτια των εργατών και στις νευρικές τους κινήσεις. Το΄νιωσε κι ο Μπάμπης.

«Τι έγινε μάστορα; Συμβαίνει κάτι;», ρώτησε με μια μικρή ανησυχία ο Μπάμπης το Νικήτα, τον αρχιμηχανικό της βάρδιας του.

«Τίποτα μικρέ. Όσο έχεις εσύ το μάστορα δίπλα σου μη στενοχωριέσαι για τίποτα», του απάντησε χαμογελώντας ο Νικήτας.

Όμως, ακόμα και το χαμόγελό του Νικήτα, σφιγμένο και αγχωμένο έδειχνε πως κάτι δεν πήγαινε καλά.

«Νικήτα, δε με πείθεις», επέμεινε ο Μπάμπης.

Ο Νικήτας τον πλησίασε, έβγαλε το κράνος του και σκούπισε τα ιδρωμένα του μαλλιά.

«Να μωρέ. Εκείνη η γαμημένη η βαλβίδα ασφαλείας στον αγωγό του μεθανίου. Κόλλησε πάλι στη βραδινή βάρδια. Αν δεν το είχε πάρει χαμπάρι ο Γιάννης, για δύο λεπτά μιλάμε, θα είχε γίνει εδώ ολοκαύτωμα. Ευτυχώς με ειδοποίησε και τελευταία στιγμή πρόλαβα και σταμάτησα την παροχή. Γι΄αυτό είμαι ακόμα εδώ κι ούτε που ξέρω πότε θα φύγω σήμερα. Άστα. Θυμήθηκα το μεγάλο ατύχημα πριν από 10 χρόνια. Έξι άνθρωποι νεκροί και τρεις σε μόνιμη αναπηρία.  Τους είπα να σταματήσουμε την παραγωγή σ΄εκείνη τη μονάδα αλλά ούτε που να το ακούσουν. Τρέχουν οι παραγγελίες μου είπαν τα μεγάλα αφεντικά. Έκανα τώρα μια πατέντα και λειτουργεί. Δεν ξέρω όμως για πόσο. Έτσι μου΄ρχεται να σηκωθώ και να φύγω. Θα γίνει καμιά στραβή και θα το΄χω βάρος στη συνείδησή μου».

«Καλά ρε μάστορα. Δυο χρόνια τώρα ακούω γι’ αυτή τη κωλοβαλβίδα. Εφιάλτης κατάντησε. Γιατί δεν την αλλά ζουν που να πάρει η ευχή;».

«Γιατί κοστίζει μικρέ. Δεν είναι μόνο η βαλβίδα. Θέλει ξήλωμα όλος ο αγωγός και αντικατάσταση και ότι κοστίζει προκαλεί αλλεργία στα αφεντικά. Άσε που θα μειωθεί η παραγωγή στο 1/3 μέχρι να ολοκληρωθούν οι εργασίες. Και οι παραγγελίες τρέχουν».

«Κοστίζει; Μόνο οι άγκυρες στην καινούργια τους θαλαμηγό κοστίζουν περισσότερο».

«Άντε, τράβα τώρα και μη σκοτίζεσαι. Θα’ χω το νου μου κι εγώ. Να προσέχετε κι εσείς όμως. Έτσι; Άντε παλικάρι μου. Καλή δύναμη. Κι ο Θεός βοηθός».

Την τελευταία παράκληση, ο Μπάμπης δεν την άκουσε. Ο Νικήτας την είπε ψιθυριστά. Σχεδόν αθόρυβα…

Εν τω μεταξύ, στα κεντρικά γραφεία των ιδιοκτητών του διυλιστηρίου, στον τελευταίο όροφο έφτανε στο τέλος της η έκτακτη συνεδρίαση του ΔΣ. Η βλάβη στη βαλβίδα με ότι μπορούσε να ακολουθήσει θορύβησε πάρα πολύ τους ιδιοκτήτες. Ακούστηκαν κάποιες προτάσεις για σταμάτημα της λειτουργίας της προβληματικής μονάδας και άμεση έναρξη εργασιών αποκατάστασης, μπροστά στον διαφαινόμενο κίνδυνο ενός ατυχήματος με απρόβλεπτες συνέπειες.

Τα μεγάλα αφεντικά τις απέρριψαν. Τα διαφυγόντα κέρδη θα ήταν μεγάλα. Τις παραγγελίες θα τις έπαιρναν άλλοι και οι εποχές δεν σήκωναν τέτοια ρίσκα.

Ο κύβος ερρίφθη. Η λειτουργία θα συνεχιζόταν με δύο αρχιμηχανικούς σε κάθε βάρδια για καλύτερη εποπτεία και άμεση, αν χρειαζόταν, αντίδραση.

Όλα αυτά μέχρι που χτύπησε το κινητό του προέδρου. Αυτό που άκουσε τον έκανε να χάσει προς στιγμήν τη λαλιά του.

«Ανοίξτε την τηλεόραση να δούμε. Έγινε έκρηξη στο διυλιστήριο», είπε με παγωμένη φωνή.

«Μόλις πριν από λίγο σημειώθηκε έκρηξη στο διυλιστήριο. Οι πρώτες πληροφορίες, κάνουν λόγο για 4 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες. Για κάθε νεώτερο θα διακόπτουμε τη ροή του προγράμματος με έκτακτες συνδέσεις», είπε ο εκφωνητής του καναλιού.

«Πάρτε τους τηλέφωνο και πείτε τους να το τρενάρουν όσο μπορούν. Ειδοποιείστε να ετοιμάσουν το αεροπλάνο. Φεύγουμε για Ζυρίχη»,διέταξε ο πρόεδρος και σηκώθηκε από την καρέκλα του βρίζοντας.

Η έκρηξη ήταν τόσο μεγάλη που συγκλόνισε την περιοχή γύρω από το διυλιστήριο. Μαύροι καπνοί άρχισαν να καλύπτουν τον ουρανό. Κόσμος πολύς άρχισε σιγά-σιγά να μαζεύεται έξω από το εργοστάσιο. Η πυροσβεστική και τα πρώτα ασθενοφόρα άρχισαν να καταφτάνουν μαζί με τους συγγενείς των εργατών που κατοικούσαν στις γύρω περιοχές.

Το διυλιστήριο, σταμάτησε τη λειτουργία του. Το νέο μαθεύτηκε και στα άλλα διυλιστήρια της ευρύτερης περιοχής. Η αντίδραση των εργαζομένων σ΄αυτά ήταν άμεση. Κατέβασαν τις διακόπτες, παράτησαν τα κράνη τους και με κάθε μέσο προσπαθούσαν να φτάσουν στον τόπο του ατυχήματος.

«Δεν ήταν ατύχημα. Ήταν φόνος εκ προμελέτης» ακούστηκε δυνατά μια φωνή έξω από την πύλη του διυλιστηρίου.

Στους γύρω δρόμους επικρατούσε πραγματικό κομφούζιο. Δημοσιογράφοι και τηλεοπτικά συνεργεία προσπαθούσαν να πλησιάσουν αλλά ήταν σχεδόν αδύνατο να το καταφέρουν.

Το τηλέφωνο της κυρά-Μυρσίνης, της μάνας του Μπάμπη, χτυπούσε επίμονα.

«Ποιος να΄ναι τέτοια ώρα; Θα μου καεί το φαΐ», μονολόγησε καθώς σήκωνε το τηλέφωνο.

Ήταν η Μάνια. Με τρεμάμενη φωνή της ανακοίνωσε το δυσάρεστο. Το ακουστικό της έπεσε από τα χέρια. Μάταια προσπαθούσε η Μάνια, φωνάζοντας, να επικοινωνήσει μαζί της.

Η κυρά-Μυρσίνη, πέρασε από την κουζίνα, έσβησε το φαγητό, έβαλε στην τσάντα της μια φωτογραφία του γιου της και βγήκε σα χαμένη από το σπίτι.

Πλέον, όλα τα κανάλια είχαν ζωντανή σύνδεση με τον τόπο του ατυχήματος. Μαρτυρίες διάφορες από παρευρισκόμενους έδιναν κι έπαιρναν.

Άρχισαν και οι πρώτες δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων.

Εργαζόμενοι από άλλα διυλιστήρια έφταναν σιγά-σιγά και η φράση «κάτι πρέπει να κάνουμε», έτρεχε από στόμα σε στόμα.

«Γενική απεργία», «Κατάληψη παντού», «Να λογοδοτήσουν οι ένοχοι», ήταν μερικές από τις κραυγές οργής που άρχισαν να ακούγονται.

«Κάντε στην άκρη να περάσουν οι πυροσβέστες», ακούστηκε μια φωνή μέσα από το διυλιστήριο.

Σιωπή απλώθηκε παντού καθώς, πυροσβέστες κουβαλούσαν σε φορεία εργάτες μέσα από τον τόπο του ατυχήματος. Κανείς δεν μπορούσε ακόμα να ξέρει αν ζούσαν ή είχαν πεθάνει.

Μια αλαφιασμένη ηλικιωμένη γυναίκα, κρατώντας μια φωτογραφία στον κόρφο της προσπαθούσε σπρώχνοντας και φωνάζοντας να πλησιάσει στην πύλη.

«Αφήστε να περάσω. Είναι ο γιος μου εκεί μέσα. Κάντε στην άκρη σας λέω».

Οι πυροσβέστες άφησαν τα φορεία έξω από την πύλη, δίπλα στα ασθενοφόρα και ξαναμπήκαν μέσα.

Η κυρά-Μυρσίνη επιτέλους έφτασε κοντά. Το βλέμμα της καρφώθηκε στο ακριανό φορείο. Τρικλίζοντας, με τα χέρια κατεβασμένα, κρατώντας σφιχτά στο ένα της χέρι τη φωτογραφία, έφτασε κοντά στο φορείο.

Κανείς μέχρι τότε δεν είχε ξανακούσει τέτοια κραυγή, σαν αυτή που έβγαλε η δόλια η μάνα, αντικρίζοντας πάνω στο φορείο τον μισοκαμένο γιο της.

Όλοι σώπασαν για να ακούσουν το μοιρολόι της.

«Κόκκινο γαρούφαλλό μου/γιατί μ΄άφηκες;

Γω σε πότιζα με δάκρυ/και μαράθηκες.

Γω σε πότιζα με δάκρυ/και μαράθηκες».

Ένα χέρι ένιωσε να την ακουμπά και να προσπαθεί να τη σηκώσει. Η Μάνια, μάταια προσπαθούσε, κλαίγοντας κι εκείνη, να την απομακρύνει.

Η κυρά_Μυρσίνη, σκούπισε τα δάκρυά της, άφησε τη φωτογραφία πάνω στο νεκρό παιδί της και σηκώθηκε όρθια.

«Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος», είπε και απομακρύνθηκε στηριζόμενη στον ώμο της Μάνιας.

Πλέον, ούτε έβλεπε ούτε άκουγε τους ανθρώπους γύρω της. Άλλοι έβριζαν, άλλοι σκορπούσαν απειλές και κατάρες. Εκείνη πλέον δε ζούσε. Μόνο ανέπνεε.

Η κυρά-Μυρσίνη, πέθανε μαζί με το γιο της…

 

Ετικέτες: , , , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: