RSS

Category Archives: ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΘΕΑΤΡΙΚΟ: ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ

ΘΕΑΤΡΙΚΟ

 

«ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ»

 Χρήστος Επαμ. Κυργιάκης

ΠΡΑΞΗ 1η

 

Η ιστορία διαδραματίζεται στο καφενείο: «Το ραντεβού της νεολαίας». Μόνιμοι θαμώνες στο καφενείο της γειτονιάς μια παρέα  συνταξιούχων για να περνάνε το χρόνο τους και να γεμίζουν τη μοναξιά τους. Τους τοίχους του καφενείου κοσμούν οι φωτογραφίες του Κωνσταντίνου Καραμανλή, του Ανδρέα Παπανδρέου, του Κώστα Σημίτη, του Κώστα Καραμανλή, του Γιώργου Παπανδρέου, του Αντώνη Σαμαρά και του Αλέξη Τσίπρα. Σε μια ιδιαίτερη θέση, δίπλα στο εικονοστάσι, βρίσκεται κρεμασμένη και η φωτογραφία του Κώστα Μητσοτάκη, «διανθισμένη» με μια αρμαθιά σκόρδα για καλό και για κακό.

 

Είναι 9 η ώρα το πρωί, ημέρα Δευτέρα 2 Απριλίου. Οι φίλοι και οι φίλες μας πληρώθηκαν τη σύνταξή τους και το κλίμα είναι θετικό.

Η μουσική που έβαλε η Ντίνα, η γυναίκα του καφετζή, του Γρηγόρη, ταιριάζει με το θετικό κλίμα. Ήδη στο καφενείο βρίσκονται ο Αντώνης, ο Κώστας, η Ευτέρπη και η Γεωργία.

 

ΝΤΙΝΑ: Αντωνάκη μου, στον πέτυχα τον καφέ σήμερα, έτσι δεν είναι;

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Μωρέ τον πέτυχες… στο «δόξα πατρί». Αν είχε και λίγο καφέ μέσα θα μπορούσες να τον πεις και «καφέ».

 

ΝΤΙΝΑ: Μια ζωή γκρινιάρης και γρουσούζης, γι’ αυτό έμεινες μόνος σου.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Είσαι οχιά και μέγαιρα.

 

ΕΥΤΕΡΠΗ: Έλα Ντίνα μου, μην του δίνεις σημασία.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Μίλησε και η «Τέρπη». Άκου Τέρπη! Αλλά, τι ανάγκη έχεις; Ας έπαιρνα κι εγώ τη συνταξάρα που παίρνεις εσύ και να δεις τι πλακίτσες θα έκανα.

 

ΕΥΤΕΡΠΗ: Δούλεψα τόσα χρόνια Αντώνη.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Ε βέβαια, ενώ εμείς κάναμε διακοπές στις Μπαχάμες. (ειρωνικά). Δούλεψες! Σ’έφαγε το λιοπύρι. Καθόσουνα αναπαυτικά στα δικαστικά έδρανα και απένειμες τάχα δικαιοσύνη, κι εσύ κι ο άντρας σου. Άιντε μην ανοίξω το στόμα μου, άιντε μην τ’ ανοίξω.

 

ΝΤΙΝΑ: Μπα! κλειστό το είχες τόση ώρα;

 

(Παύση…)

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: (Ψιθυριστά και εμπιστευτικά). Δεν ξέρω εσύ Τέρπη μου πως τα πας με τον Σόλωνα, πάντως εγώ έχω θέμα με τον Τάσο.

 

ΤΕΡΠΗ: Τι θέμα;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Να, ξέρεις…καταλαβαίνεις…σεξουαλικής φύσεως.

 

ΤΕΡΠΗ: Τι; Δεν ανταποκρίνεται;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ανταποκρίνεται, δε λέω. Κάνε πιο δω να σου πω. Κάθε φορά που παίρνουμε τη σύνταξη, θέλει να το γιορτάζουμε.

 

ΤΕΡΠΗ: Μπα, και δεν του φαινότανε. Κοίτα να δεις ο Τάσος!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ναι αλλά, μόλις αρχίσει κι ανεβάσει παλμούς αρχίζει και «ξεφυσάει».

 

ΤΕΡΠΗ: Ταύρος πραγματικός ο Τάσος σα να λέμε!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ναι αλλά δεν ξεφυσάει από το στόμα.

 

ΤΕΡΠΗ: Κι από πού ξεφυσάει;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: (γεμάτη ντροπή) Από…τον πισινό.

 

(Ακούγονται τρανταχτά γέλια. Ο Κώστας που ήταν λίγο πιο πέρα άκουσε όλη τη συζήτηση)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Συγνώμη Γιωργίτσα μου, δεν το έκανα επίτηδες. Αλλά μου φάνηκε τόσο αστείο. (γελώντας) Άκου να «ξεφυσάει»!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Καλά δε ντρέπεσαι να κρυφακούς; Αλλά τι περιμένεις από έναν άνθρωπο που ήταν σε όλη του τη ζωή χασάπης; Από πού να μάθει τρόπους; Από τα μοσχάρια ή από τα γουρούνια;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Χασάπης ήμουνα και λέω τα πράγματα με το όνομά τους. Βλέπεις, δεν ήμουνα δικηγόρος σαν τον Τάσο σου (αρχίζει πάλι να γελάει). Άκους εκεί να «ξεφυσάει»!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Γέλα τώρα που μπορείς γιατί σε λίγο, θα πλακώσει το σόι σου για την «είσπραξη» και θα σου κοπεί το γέλιο. Ούτε μία δεκάρα δεν θα έχεις αύριο στην τσέπη σου βρε κακομοίρη!

 

(Πριν καλά-καλά προλάβει η Γεωργία να τελειώσει τη φράση της, η πόρτα του καφενείου ανοίγει και εισέρχεται ο Δημήτρης, ο γιος του Κώστα)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Καλημέρα σε όλους. Πατέρα, καλημέρα. Όλα καλά; Ντινάκι, μου φτιάχνεις ένα καφεδάκι σε παρακαλώ, έτσι μερακλίδικο να το φχαριστηθώ;

 

ΝΤΙΝΑ: Να σου φτιάξω, γιατί να μη σου φτιάξω. Δε μου λες Δημητράκη μου. Κερασμένος από τον μπαμπά σου;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Ντινάκι μου με πληγώνεις. Επειδή, δηλαδή με χτύπησε η ατυχία σα το χταπόδι στο βράχο, θα πρέπει η κοινωνία να πέσει να με φάει;

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Ποια ατυχία Δημητράκη; Για ποια ατυχία μιλάς; Είχες μια χαρά στρωμένη δουλειά από τον πατέρα σου και την εγκατέλειψες.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Κυρ-Αντώνη, άσε αυτά που εγκατέλειψα εγώ και πιάσε αυτούς που εγκατέλειψαν εσένα.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Μπορείτε σας παρακαλώ να σταματήσετε; Στο κάτω-κάτω δεν σας αφορά τι κάνω εγώ με τα λεφτά μου. Δική μου είναι η σύνταξη και την κάνω ότι θέλω.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Καλά σας λέει ο πατέρας μου. Μπράβο ρε πατέρα, τους έβαλες στη θέση τους.

ΚΩΣΤΑΣ: Μάλλον δεν κατάλαβες καλά γιε μου. Αυτά που είπα αφορούν και σένα. Τέρμα το άρμεγμα. Ότι έφαγες, έφαγες. Το μαγαζί είναι ακόμα στη θέση του και σε περιμένει. Αύριο κιόλας αν θέλεις ξεκινάς.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Τι μου λες τώρα ρε γέρο; Και τη μεγάλη μου αγάπη τι να την κάνω; Να την παρατήσω; Κρίμα είναι;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Για ποια μιλάς; Γνώρισες καμιά κοπέλα;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Κοπέλα;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Ε, τι γνώρισες; Μπουλντόζα;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Η μεγάλη μου αγάπη είναι η ποίηση. Πόσες φορές να στο πω; Έχω εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές. Είναι θέμα χρόνου, μέχρι να με ανακαλύψουν οι αναγνώστες. Ειδικά η τελευταία μου συλλογή αναμένεται να κάνει θραύση. Ο εκδότης μου είναι σίγουρος.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Ο εκδότης σου είναι σίγουρος γιατί σε μαδάει κανονικά. Δηλαδή, όχι εσένα. Εμένα έχει τσουρομαδήσει όπως τη γριά κότα πριν την κάνουν σούπα.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: (μαζεμένος γιατί βλέπει ότι χάνει τη χρηματοδότηση)

Πατέρα, είσαι άδικος. Άμα σου διαβάσω μερικούς στίχους από ένα τελευταίο ποίημά μου, θα αλλάξεις γνώμη.

 

(Βγάζει την ποιητική του συλλογή από το σακίδιό του, το ανοίγει και αρχίζει να διαβάζει όρθιος. Εν τω μεταξύ η Ντίνα του φέρνει και τον καφέ που είχε παραγγείλει)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Λέγεται: «Ζαρζαβατικούλι μου».

Δεν άντεξα όταν σε είδα/πίσω από τη λαχανίδα

Γλυκούλα σαν μια ντοματούλα/και ζουμερή σαν πατατούλα

Άγρια ήσουν σαν τσουκνίδα/κι αφράτη σαν την κουνουπίδα

 

ΝΤΙΝΑ: Κουνουπίδι λέγεται, όχι κουνουπίδα.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Ποιητική αδεία, αγράμματη, αλλά τι να καταλάβεις εσύ από ποίηση;

ΝΤΙΝΑ: Αν σου φέρω το δίσκο στο κεφάλι να δεις εσύ τι θα καταλάβεις.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Δεν πα να φτιάξεις καμιά σαλάτα λέω εγώ, να λιγδώσει λίγο και το άντερό σου.

 

(Εν τω μεταξύ ο Κώστας, είχε γύρει πάνω στο τραπέζι με τα χέρια του να έχουν αγκαλιάσει το κεφάλι σα να θέλει να προφυλαχτεί από σεισμό. Δεν άντεξε κι έβαλε τα κλάματα. Σκουπίζει τα μάτια του και αρχίζει να μιλάει)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκες, η σχωρεμένη η μάνα σου ονειρευόταν μεγαλεία για σένα. Πως θα γίνεις μεγάλος και τρανός. Σε ήθελε το λιγότερο πρωθυπουργό της Ελλάδας.

(Γυρνώντας προς τη φωτογραφία του Ανδρέα Παπανδρέου σταυροκοπιέται) Μεγάλε Ανδρέα, σχώρα με. Χατίρι δε σου χάλασε ποτέ. Θα το χαλάσεις το παιδί, της έλεγα. Το χαβά της αυτή.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Η μητέρα με αγαπούσε και με πίστευε όσο κανείς άλλος στον κόσμο. Είχε αντιληφθεί από πολύ νωρίς την κλίση μου στην ποίηση.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: (Φασκελώνοντάς τον  και με τα δύο χέρια)

Να, πάρε δέκα Νόμπελ για να ησυχάσεις.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Βλέπεις, εκείνη ήταν από τζάκι. Δε συγχώρεσε ποτέ στον εαυτό της το ότι ερωτεύτηκε εμένα, έναν χασάπη. Προσπάθησα να τη συνεφέρω αλλά δεν έπαιρνε από λόγια. Κι εσύ, βρε παλιοτόμαρο κατάλαβες από νωρίς την αδυναμία που σου είχε και την εκμεταλλευόσουνα μέχρι εκεί που δεν παίρνει.

 

(Ο Δημήτρης κάθεται σε μια καρέκλα και ακούει με σκυφτό το κεφάλι)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Όμως Δημητράκη μου ως εδώ. Δεν αντέχω άλλο. Έστω κι αν είναι αργά, αποφάσισα να το σταματήσω αυτό το παραμύθι. Η χρηματοδότηση κομμένη. Η θα δουλέψεις το μαγαζί ή να αρχίσεις να τρως τις ποιητικές συλλογές σου.

 

(Ο Δημήτρης σηκώνεται. Με σκυφτό το κεφάλι και αργά βήματα, κατευθύνεται προς την πόρτα του καφενείου για να φύγει)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Εντάξει πατέρα, έχεις δίκιο. Φεύγω.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Και που πας;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Πάω να φάω τις ποιητικές μου συλλογές, όπως είπες. Άλλωστε έχω τρεις μέρες να βάλω μπουκιά στο στόμα μου. (Φεύγει τρέχοντας)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Στάσου, μη φεύγεις. Δεν μου απάντησες (Τον ακολουθεί με το γέρικο βηματισμό του. Στο καφενείο επικρατεί απόλυτη σιωπή)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Το αίμα μας σώζει τις πλούσιες ζωές τους

Το αίμα μας σώζει τις πλούσιες ζωές τους

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Δυο παλιά τραγούδια, λίγο κρασί στο ποτήρι, τα παιδιά στα γόνατα και η σκέψη παντού και πουθενά.

Δεν πρόλαβε να μπει ο μήνας και τα λεφτά σώθηκαν. Σώθηκε και η υπομονή και το κουράγιο. Πόσο να έχεις και από αυτά;

Πάλι μαύρισε η ψυχή σου. Κοιτάζεις τα παιδιά όταν εκείνα δεν σε βλέπουν και λες ότι κάτι πρέπει να κάνεις. Σε κοιτάζουν στα μάτια και τότε λες πως σίγουρα κάτι πρέπει να κάνεις.

Αλλά τι;

Σκέφτεσαι να βρεις μια δουλειά ακόμα, ότι να΄ ναι, για να πάψεις να ντρέπεσαι όταν σε κοιτάζουν στα μάτια. Δεν απαιτούν τίποτα, αλλά εσύ νιώθεις ενοχές ακριβώς γιατί τους έμαθες πως δεν πρέπει να απαιτούν.

Όμως πού να βρεθεί η δεύτερη δουλειά; Αστεία να λέμε; Εδώ χάνεται και η πρώτη και όποια δεν χάνεται μετατρέπεται σε εθελοντική εργασία , σε ευγενική χορηγία προς τους δύστυχους τους δανειστές μας.

Δεν προλαβαίνεις να πληρώνεις, δεν φτάνουν αυτά που παίρνεις για να τα βγάλεις πέρα και το χειρότερο, δεν προβλέπεται να φτιάξουν τα πράγματα αλλά είναι βέβαιο ότι θα γίνουν ακόμα χειρότερα. Αυτοί που κυβερνούν δεν έχουν πλέον κανένα πρόβλημα να το ανακοινώνουν με χαρμόσυνους τόνους:

« Ξέρετε, δεν πιάσαμε τους στόχους, που γνωρίζαμε πως έτσι κι αλλιώς δεν θα τους πιάναμε. Κάναμε λάθος. Πρέπει να περάσετε πάλι για «αιμοδοσία». Το αίμα σας, σώζει τις πλούσιες ζωές τις δικές μας και των αφεντικών μας».

Ξαναρίχνεις δυο σεκλέτια στο ποτήρι και το μυαλό σου πάει 35 χρόνια πίσω, σε ένα χειμωνιάτικο απόγευμα όταν ο θείος σου έφευγε, ετών 23, για την ξενιτιά. Θυμάσαι το κλάμα που έκανες κατά τον αποχωρισμό. Ήσουν δεν ήσουν έξι χρονών.

Όταν έφευγε λυγούσε σίδερα. Τώρα του έμεινε μια σύνταξη πρόωρη λόγω προβλήματος που απέκτησε στον αυχένα δουλεύοντας στα σιδεράδικα και στις χαλυβουργίες κάνοντας δυο και τρεις δουλειές για να μαζέψει λεφτά να γυρίσει  πίσω στην πατρίδα καθώς και το παράπονο που δεν γύρισε πίσω.

Τα παιδιά πήγαν για ύπνο και έμεινες μόνος με τις σκέψεις σου. Οι σκέψεις, σαν είναι βαριές είναι η χειρότερη παρέα και αν σε πετύχουν και μόνο, σου καίνε τα σωθικά.

Σπάζεις το κεφάλι σου να βρεις μια λύση αλλά μάταια.

Θυμάσαι το γείτονά σου που σου είπε τις προάλλες πως δεν πρέπει να παραπονιέσαι γιατί υπάρχουν και χειρότερα. «Υπάρχουν όμως και καλύτερα» του απάντησες και έφυγες.

Δεν θέλησες ποτέ να γίνεις πλούσιος. Τις υποχρεώσεις μόνο να βγάζεις πέρα. Αυτό ήθελες. Αυτό θέλεις και τώρα μα δεν σ΄αφήνουν. Βάζουν το χέρι στην τσέπη σου και αρπάζουν ότι έχεις.

«Φίλε, πρέπει να ψάχνεις για τα αντίθετα αν ζητάς εξηγήσεις», του είπε μια μέρα ένας συνάδελφος.

«Αν κάπου υπάρχει φτώχια, ψάξε την αιτία στον πλούτο. Για να υπάρξουν λίγοι πλούσιοι πρέπει να δημιουργηθούν πολλοί φτωχοί», συνέχισε ο συνάδελφος, αλλά εσύ δεν έδωσες σημασία. Τότε θεωρούσες πως δεν είσαι φτωχός. Τώρα όμως;

Είχε και απεργία προχτές, αλλά εσύ δεν έκανες γιατί δεν βγαίνεις οικονομικά.

Άσε που με τις απεργίες κάνεις δώρο τα λεφτά σου στο κράτος. Δεν είσαι δα και τόσο κορόιδο να μην τα καταλαβαίνεις αυτά.

Αφού ήπιες και την τελευταία γουλιά αναστενάζοντας, έπεσες να κοιμηθείς, αυτές τις λίγες ώρες που σ΄ έπαιρνε ο ύπνος τελευταία.

Μέχρι και τον ύπνο σου έκλεψαν χωρίς να το πάρεις είδηση.

Μέχρι και τον ύπνο σου τους χάρισες χωρίς να φέρεις αντίρρηση.

Αύριο έχει πάλι απεργία. Αλλά, τι να κάνεις; Τα είπαμε αυτά. Δεν βγαίνεις!

 

 

 

 

Όταν η ιστορία επαναλαμβάνεται

Όταν η ιστορία επαναλαμβάνεται

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

«Μην πας Λάμπρο. Τι θα απογίνω εγώ και τα παιδιά; Πώς να θρέψω πέντε στόματα; Αν σε σκοτώσουν τι θα κάνουμε;»

« Για τα παιδιά. Πρέπει να πάω για τα παιδιά. Να μην ζήσουν σκλαβωμένα και ντροπιασμένα. Τι θα λένε για τον πατέρα τους; Αν μείνω θα με σκοτώσουν σίγουρα οι Γερμανοί. Φεύγω. Καλό κουράγιο Σταυρούλα. Πάρε τούτα τα χαρτιά με τα ονόματα και κρύψε τα κάπου να μην τα βρουν ούτε οι Γερμανοί ούτε οι σπιούνοι. Να προτιμήσεις να πεθάνεις παρά να τους πεις που είναι. Αν βρουν τα ονόματα θα τους αφανίσουν όλους. Και να θυμάσαι. Αν έρθεις κανείς να σου ζητήσει αλεύρι, δώστου χωρίς αντάλλαγμα. Δεν θα πεθάνουμε για λίγο αλεύρι.»

Έτσι απλά, εκείνο το βράδυ σηκώθηκε ο Λάμπρος κι έφυγε. Με μία βίτσα στο χέρι, όπως το συνήθιζε, χάθηκε αθόρυβα μες στο σκοτάδι. Βγήκε στο βουνό. Καπετάν Καραφωτιά τον ήξεραν οι συναγωνιστές του.

Την άλλη μέρα κιόλας, στο σπίτι του στο χωριό, κατέφτασε ο σπιούνος.

Ρωτούσε τη Λάμπραινα να μάθει πληροφορίες. Πού ήταν ο άντρας της; Αν της έδωσε τίποτα χαρτιά με ονόματα; Αν της είπε τίποτε άλλο; Και διάφορα τέτοια.

Φεύγοντας της είπε πως θα ξαναέρθει για να πάρει και τα δέκα πρόβατα που είχαν στο σπίτι ίσα για να έχουν τα παιδιά λίγο γάλα και τυρί.

«Τα χρειάζονταν οι Γερμανοί στρατιώτες» της είπε.

«Αυτοί κάνουν κουμάντο τώρα σε όλο τον κόσμο», της είπε και «Είναι βλάκας όποιος τους πάει κόντρα.»

Την επόμενη φορά που ήρθε ο σπιούνος είχε και παρέα. Πήραν τα πρόβατα και μαζί και τη Λάμπραινα για να την ανακρίνουν οι Γερμανοί.

Την φόβισαν, τη χτύπησαν, την απείλησαν για τα παιδιά της με σκοπό να πει ότι ήξερε για τον άντρα της. Δεν της πήραν λέξη. Μόνο ένα φτύσιμο κράτησε στο τέλος για τον σπιούνο. Συγχωριανός να σου πετύχει.

Η ανάκριση επαναλήφθηκε αρκετές φορές μέχρι που βρέθηκε, λέει, κάποιος «δικός τους» και εγγυήθηκε πως πράγματι δεν ήξερε τίποτα. Αργότερα έμαθε πως ήταν κάποιος μακρινός συγγενής της από άλλο χωριό που είχε ανοίξει παρτίδες με τους κατακτητές.

Κάθε που γυρνούσε στο σπίτι έπαιρνε αγκαλιά τα πέντε παιδιά της και τους μίλαγε για τον πατέρα τους. Τους έλεγε πως πήγε μακρινό ταξίδι και πως σύντομα θα επέστρεφε γεμάτος δώρα και καλούδια για όλους.

Ο καπετάν Καραφωτιάς δεν γύρισε ποτέ στο σπίτι του να ξαναδεί τα παιδιά του. Περνούσε με τους συντρόφους του απέξω αλλά μέσα δεν έμπαινε μην τυχών και τον δει κανένα μάτι και βάλει την οικογένειά του σε κίνδυνο.

Μέχρι που σκοτώθηκε σε μια μάχη με τους Γερμανούς λίγο έξω από το χωριό.

Τα μικρότερα από τα παιδιά του δεν τον θυμούνταν. Δεν είδαν τη μορφή του ούτε σε φωτογραφία.

Τη μορφή του σπιούνου την έβλεπαν συχνά. Σχεδόν κάθε μέρα. Θέλοντας και μη αφού ζούσαν στο ίδιο χωριό τον συναντούσαν μέχρι το τέλος της ζωής του.

Μια φορά μετά από πολλά χρόνια, τόλμησε ο σπιούνος να ανταμώσει τη Λάμπραινα και να τη χαιρετήσει. Εκείνη ,κουβέντα δεν καταδέχτηκε να του πει. Μόνο γύρισε και τον έφτυσε, όπως τότε στην ανάκριση και συνέχισε το δρόμο της. Ούτε δυο δάκρυα δεν είχε για να κλάψει. Είχαν στερέψει εδώ και χρόνια. Είχε κλάψει τόσο πολύ στα χρόνια της κατοχής αλλά και αργότερα στα χρόνια της εξορίας που τα δάκρυα κατάντησαν για εκείνη είδος πολυτελείας.

Θυμήθηκα την ιστορία αυτή όπως την άκουσα πριν από πολλά χρόνια, δεν έχει σημασία από ποιον, επειδή στις μέρες μας οι Γερμανοί ξαναήρθαν αλλά και επειδή πλησιάζει η μέρα που πρέπει να πούμε ένα νέο μεγάλο «ΟΧΙ».

Λίγοι θυμούνται και τιμούν την προσφορά ανθρώπων σαν τον Λάμπρο και ακόμα λιγότεροι θυμούνται πως την περίοδο της κατοχής υπήρξαν και σπιούνοι συνεργάτες των κατακτητών.

Τελικά η ιστορία επαναλαμβάνεται, απλώς τη δεύτερη φορά η επανάληψη, λένε, μοιάζει με φάρσα.

 

Το ραντεβού του κυρίου Ανώνυμου

Το ραντεβού του κυρίου Ανώνυμου

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Περπατούσε πάντα σκυφτός, μιλούσε λίγο και δεν κοίταζε ποτέ το συνομιλητή του στα μάτια. Ντρεπόταν, ήταν διστακτικός και σπάνια χαμογελούσε.

Είχε αργήσει στο ραντεβού και γι’ αυτό το βήμα του ήταν γοργό.

Το περίμενε καιρό αυτό το ραντεβού. Πολλές φορές είχε αναβληθεί με δική του υπαιτιότητα, άλλες φορές πάλι, ενώ εκείνος το ήθελε, οι συνθήκες δεν ήταν οι κατάλληλες για να πραγματοποιηθεί.

Καθώς περπατούσε, στο μυαλό του στριφογύριζαν χιλιάδες πράγματα που τον έκαναν να ιδρώνει.

Θυμήθηκε τα στερημένα παιδικά του χρόνια, τα φοιτητικά του χρόνια μακριά από το σπίτι του, τους μήνες που ήταν στρατιώτης κάπου ξεχασμένος στην πινέζα του χάρτη.

Πέρασαν γρήγορα από μπροστά του τα πρώτα χρόνια στη δουλειά, οι στιγμές του γάμου του και οι γεννήσεις των παιδιών του.

Η «καλημέρα» και το χαμόγελο του μικρότερου παιδιού του σήμερα το πρωί, ήταν αυτά που του υπενθύμισαν το σημερινό του ραντεβού.

Από τότε που θυμάται τον εαυτό του ήταν πάντα υπάκουος, δεν ήθελε να δυσαρεστήσει κανέναν, έκανε ότι ήθελαν οι άλλοι γιατί θεωρούσε ότι το να

εναντιωθείς σε κάποιον μάλλον δυσκολεύει παρά διευκολύνει τις καταστάσεις.

Δεν διαμαρτυρήθηκε όταν χτυπούσε για δύο μήνες «γερμανικό» νούμερο μες στο καταχείμωνο για να μπορούν κάποια «βύσματα», να παίρνουν εξόδους και άδειες.

Δεν εναντιώθηκε όταν πρωτόπιασε δουλειά και τοποθετήθηκε στη θέση τού κλητήρα παρόλο που ήταν πτυχιούχος.

Δεν είπε κουβέντα όταν κατάλαβε πως ο κουνιάδος του τον έκλεβε για πολλά χρόνια στο μοίρασμα της σοδειάς από τα λίγα χωράφια που είχε.

Δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ όταν του έπαιρναν τη σειρά στην ουρά περιμένοντας το λεωφορείο, με αποτέλεσμα κάποιες φορές να μένει εκείνος απ΄έξω.

Υπέμενε καρτερικά τις προσβολές που δεχόταν πολύ συχνά από τους ανωτέρους του για δικές τους παραλείψεις με το σκεπτικό ότι μια κόντρα μαζί τους μόνο κακό θα του έκανε.

Οι σκέψεις του σταμάτησαν όταν παρατήρησε πως όλοι γύρω του βάδιζαν με ασυνήθιστα γρήγορο βήμα. Κάποιοι τον προσπερνούσαν, κάποιοι άλλοι κινούνταν αντίθετα απ’ ότι ο ίδιος, κάποιοι πήγαιναν με τα ποδήλατά τους και ορισμένοι άλλοι έτρεχαν. Οι περισσότεροι είχαν την ίδια κατεύθυνση με κείνον.

Σταμάτησε και κοίταξε πίσω του υποθέτοντας πως κάτι είχε συμβεί που ανάγκασε όλους τους ανθρώπους να κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση.

Σκέφτηκε ότι κάπου θα έπιασε φωτιά ή ότι έγινε κάποια ληστεία ή κάποιο σοβαρό ατύχημα.

Σκούπισε το μέτωπό του με το μαντήλι του και συνέχισε με ακόμα πιο γρήγορο βήμα.

Δεν ήθελε με τίποτα να αργήσει στο σημερινό ραντεβού. Το σχεδίαζε εδώ και καιρό και το περίμενε με ανυπομονησία. Ήταν σίγουρος πως θα του άλλαζε τη ζωή. Δεν ήξερε αν θα άλλαζε προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο αλλά σίγουρα η ζωή του θα ήταν διαφορετική.

Όσο πλησίαζε στο σημείο που είχε τη συνάντηση όλο και περισσότερο πύκνωνε ο κόσμος γύρω του, κάτι που τον εμπόδιζε να προχωρά το ίδιο γρήγορα όπως και πριν.

Το δεξί του χέρι είχε μουδιάσει καθώς σε όλη τη διαδρομή κρατούσε με αυτό μέσα από το σακάκι του μια χάρτινη σακούλα η οποία προφύλαγε καλά το περιεχόμενό της.

Οι σφυγμοί του ένιωθε πως λίγο ακόμα και θα του σπάσουν τις φλέβες. Προς στιγμή σκέφτηκε να το βάλει στα πόδια γιατί δεν ένιωθε έτοιμος για τη συνάντηση. Γρήγορα ξαναβρήκε την αποφασιστικότητά του και με το μουδιασμένο του χέρι έβγαλε μέσα από το κουμπωμένο του σακάκι τη χάρτινη σακούλα.

Την έσκισε και έβγαλε βιαστικά το λάβαρο που ήταν μέσα. Το ξεδίπλωσε και προχώρησε για το σημείο που ήταν ακριβώς το ραντεβού.

Εκεί, καθισμένη σε μια καρέκλα πάνω σε ένα χαμηλό τραπέζι τον περίμενε «εκείνη» με την πένα βουτηγμένη στο κόκκινο μελάνι.

Του έκανε νόημα να πλησιάσει και τον ρώτησε ποιο είναι το όνομά του.

«Αν δεν μου πεις ποιος είσαι, δεν θα μπορέσω να υπογράψω στο λάβαρο που έφερες», του είπε στοργικά μα και επίμονα.

«Έλα, περιμένουνε κι άλλοι».

«Κώστας Ανώνυμος», της απάντησε με τρεμάμενη φωνή.

«Εκείνη», έβαλε την υπογραφή της στο λάβαρο και έκανε νόημα στον κύριο Ανώνυμο να κάνει στην άκρη για να πάρει κάποιος άλλος τη θέση του.

Ανοίγοντας το λάβαρο ο κύριος Ανώνυμος διαπίστωσε ότι το κόκκινο που είχε πάνω του δεν ήταν μελάνι αλλά αίμα. Τότε διαπίστωσε πως από το δεξί του χέρι, το μουδιασμένο, έπεφταν λίγες σταγόνες αίμα.

Πήγε πιο πέρα και διάβασε όσα ήταν γραμμένα πάνω στο λάβαρο.

«Τις περισσότερες φορές, το όνομά μου γράφεται με αίμα. Με ελπίδα, για τον κύριο Ανώνυμο».

«ΙΣΤΟΡΙΑ»

 

 

 

 

 

Ετικέτες:

Ας κοιμηθούμε ήσυχοι γιατί αλλιώς μπορεί να ξυπνήσουμε

Ας κοιμηθούμε ήσυχοι γιατί αλλιώς μπορεί να ξυπνήσουμε

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

τηλεόραση1Τελικά, είναι ωραία η ζωή, χαρούμενη, γεμάτη ευτυχία. Κι αν δεν είναι, βρίσκουμε πάντα τον τρόπο να την κάνουμε να είναι. Αν όχι χαρούμενη, γεμάτη ευτυχία να την κάνουμε να είναι τουλάχιστον συμβατική, ίδια με των υπολοίπων. Ασφαλής και χωρίς εκπλήξεις. Τι να κάνουμε; Παντού χρειάζεται ένας έντιμος συμβιβασμός.

Για τα παιδιά μας μόνο ανησυχώ. Τα μεγαλώνουμε σωστά άραγε; Τους δίνουμε όλα όσα έχουν ανάγκη; Από την άλλη σκέφτομαι πως δεν πρέπει να έχω τέτοιες ανασφάλειες. Εντάξει, δεν τα πήγαμε στο The Voice, για να δουν από κοντά τα ιερά τέρατα της μπουζουκόβιας μουσικής σκηνής, αλλά δεν πειράζει. Θα τα πάω του χρόνου.

Κάθε πρωί τους βάζουμε για το σχολείο ένα κρουασάν, ένα πατατάκι κι ένα χυμό ανάμεικτο. Αν δεν έχουμε, τους δίνουμε χρήματα να ψωνίσουν ό,τι θέλουν από το κυλικείο. Πάνω απ΄όλα πρέπει να τρέφονται υγιεινά.

Το μεσημέρι, σαν γυρίσουν από το σχολείο, αν δεν έχουμε προλάβει να μαγειρέψουμε, τους παίρνουμε από το φαστφουντάδικο δύο χάμπουργκερ με σως, πατάτες τηγανιτές και αναψυκτικό. Είναι στην ανάπτυξη και πρέπει να τρώνε καλά και να έχουν και θετική ενέργεια. Το λέει κι αυτός με τα πεσμένα βλέφαρα και το θολό βλέμμα σε διαφήμιση στην τηλεόραση. Τι δηλαδή; Να έχουν αρνητική ενέργεια τα δικά μας παιδιά;

Πρέπει να φάνε γρήγορα γιατί θα έρθει η κοπέλα που τα διαβάζει. Ευτυχώς, τώρα με την κρίση, με 3 ευρώ την ώρα βρίσκεις καμιά φοιτήτρια, καμιά αδιόριστη δασκάλα και κάνεις τη δουλειά σου.

Βέβαια, τα δικά μου διαμαρτύρονται. Λένε πως δεν χρειάζεται να κάνουν μάθημα και της κάνουν το βίο αβίωτο. Αλλά καλύτερα έτσι. Από το να ξεσπάνε σε μας. Δε γίνεται όμως να μην κάνουν μάθημα. Τα περισσότερα παιδιά στην τάξη τους έχουν δασκάλα που τα διαβάζει στο σπίτι. Τι δηλαδή; Τα δικά μας στο πηγάδι κατούρησαν;

Μετά αρχίζει το τρέξιμο. Ο μικρός να πάει στο ποδόσφαιρο και η μικρή για χορό. Μετά, ο μικρός να συνεχίσει στο μπάσκετ και η μικρή στη ζωγραφική.

Μόλις που προλαβαίνουμε λίγο στο ενδιάμεσο να δούμε τα «Δανεικά Όνειρα», την αγαπημένη μας σειρά στην Αγία TV. Βγαλμένη από την καθημερινότητα της ζωής. Εντάξει, όχι της δικής μας, αλλά δεν έχει σημασία. Έτσι, να βλέπουμε και τα ζόρια που περνάνε οι πλούσιοι για να μην τους ζηλεύουμε. Αν και δεν θα μας πείραζε να είχαμε τα πλούτη τους μαζί με τα ζόρια τους.

Δε βαριέσαι! Έτσι είναι η ζωή.

Μετά, να γυρίσουν τα καημένα στο σπίτι, να χαλαρώσουν λίγο κι αυτά στην Αγία TV, να δουν το κανάλι με τα παιδικά και τις διαφημίσεις. Τι ωραίες διαφημίσεις! Χαίρεσαι να τις βλέπεις και να τις ακούς. Δυνατές φωνές για να μένουν στο μυαλό των παιδιών μας.

Μετά θα έρθει η κοπέλα που τους κάνει Αγγλικά και Γαλλικά. Ευτυχώς που είναι δίδυμα και δεν διπλοπληρώνουμε.

Κάποια στιγμή έρχεται και η ώρα που τα παιδιά κοιμούνται.

Τότε, θα κάτσουμε κι εμείς, επιτέλους στον καναπέ να δούμε τις βραδινές ειδήσεις, εκτός κι αν έχει κανέναν αγώνα οπότε ο καθένας στην τηλεόρασή του. Εγώ στον καναπέ με την πίτσα που παράγγειλα και η γυναίκα μου στην κρεβατοκάμαρα με το γιαουρτάκι «Μοσχαρίτσα». Το τρώει και η παρουσιάστρια του διαγωνισμού ταλέντων γι’ αυτό είναι ξανθιά, όμορφη, λεπτή και γαλανομάτα.

Βέβαια η γυναίκα μου είναι πιο όμορφη αλλά δε με πιστεύει που της το λέω.

Αν πάλι δεν έχει αγώνα, βλέπουμε κάποια εκπομπή μαγειρικής. Τον Άκη, τον Άρη, το Λευτέρη, τη Λίτσα, τη Μαρία, τη Τζένη. Χορταίνει το μάτι μας κι έχουμε να συζητάμε και κάτι με τους άλλους γονείς το πρωί που πάμε τα παιδιά στο σχολείο και περιμένουμε απ΄έξω, προσευχόμενοι, μέχρι τα φυντάνια μας να μπουν στις τάξεις.

Άντε μετά να πάμε στις δουλειές μας. Εγώ να ανοίξω το μαγαζί, η γυναίκα μου να πάει στην εταιρεία της. Εγώ να παρακαλάω να μπει κανένας πελάτης, εκείνη να της δώσει το αφεντικό κανένα μηνιάτικο από τα 10 που της χρωστάει.

Αλλά, δε βαριέσαι! Τι να κάνουμε; Έτσι είναι η ζωή. Υπάρχουν και χειρότερα. Και δόξα τω Θεώ να λέμε. Εντάξει, υπάρχουν και καλύτερα, αλλά τα καλύτερα είναι για τους λίγους. Αυτοί, κρίση ξεκρίση θα είναι πάντα καλύτερα. Δεν μπορούμε να είμαστε όλοι ίσοι.

Να μην ξεχάσω να πάρω και το περιοδικό «Αποχαζεύω», να το δούμε το βράδυ. Η Φαίη, λέει, φόρεσε καινούργιο μαγιό κι ο Βαρουφάκης, δεν ξέρω τι κάνει στις διαπραγματεύσεις πάντως στο ντύσιμο είναι πρότυπο.

Γιατί ο Τσίπρας που ξεπέρασε ακόμα και τον Ομπάμα σε γοητεία; Άσε που θέλω να πάω και το αμάξι για πλύσιμο και να του πω του κυρ Λευτέρη ότι ο Πακιστανός που μας το έπλυνε τις προάλλες, μισές δουλειές έκανε. Τσάμπα το ευρώ που του άφησα για μπουρμπουάρ. Αλλά τι περιμένεις; Είχαν και στη χώρα τους αυτοκίνητα;

[Γιατί ρε; Εσύ στο κατσικοχώρι που γεννήθηκες είχες;]

Ωχ! Ποιος μίλησε;

[Η συνείδησή σου ρε κόπανε. Ότι απέμεινε, δηλαδή, από δαύτη.]

Αυτό μας έλλειπε τώρα, να αρχίσω να ακούω και φωνές. Δεν πάω καλά, πρέπει να πάρω τηλέφωνο τον Χαλίλ. Μέγα μέντιουμ και εξαίρετος παραψυχολόγος. Τώρα κιόλας θα τον πάρω, αλλιώς θα τρελαθώ τελείως!

 

 

 

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , ,

Ανοιχτή επιστολή-Κάλεσμα για τα τροφεία στους παιδικούς σταθμούς του Δήμου Νέας Ιωνίας

Ανοιχτή επιστολή-Κάλεσμα για τα τροφεία στους παιδικούς σταθμούς του Δήμου Νέας Ιωνίας

Ανοιχτή επιστολή-Κάλεσμα για τα τροφεία στους παιδικούς σταθμούς του Δήμου Νέας Ιωνίας

 paidikoistaumoi1Αγαπητοί συμπολίτες

Με την παρούσα επιστολή θα ήθελα να σας ενημερώσω για ένα ζήτημα που αφορά στα τροφεία στους παιδικούς σταθμούς του Δήμου Νέας Ιωνίας και απασχολεί όχι μόνο εμένα αλλά και όλους τους γονείς που τα παιδιά μας φιλοξενούνται σ’ αυτούς.

Όντας πολύτεκνος και με βάση τα εισοδηματικά κριτήρια που ισχύουν για τα τροφεία, φέτος, τρίτη χρονιά που το παιδί μου πάει στον παιδικό σταθμό, μου ζητήθηκε να πληρώσω τροφεία (40 ευρώ το μήνα), επειδή υπερβαίνω κατά 900 περίπου ευρώ το σχετικό οικογενειακό εισοδηματικό όριο των 30.000 ευρώ.

Το τραγελαφικό στην υπόθεση, που επαναλαμβάνω δεν αφορά μόνο εμένα, είναι ότι στα εισοδηματικά κριτήρια που θέτει ο Δήμος προσμετρά και το προνοιακό πολυτεκνικό επίδομα των 2.000 ευρώ ετησίως που μου χορηγεί ο ΟΓΑ. Για τη χορήγηση δε, αυτού του επιδόματος, τα εισοδηματικά κριτήρια είναι πολύ πιο υψηλά από αυτά που θέτει ο Δήμος για τα τροφεία.

Μετά από ένστασή που κατέθεσα στο ΚΕΒΡΕΦΟ μου ήρθε τηλεφωνική ειδοποίηση ότι αποφασίστηκε μείωση των τροφείων μου από 40 ευρώ σε 30 ευρώ μηνιαίως.

Ως πρώην μέλος του ΔΣ του ΚΕΒΡΕΦΟ εκπροσωπώντας τη δημοτική παράταξη “Εκτός Σχεδίου”, ακολουθώντας την πάγια θέση της παράταξης, ζητούσα σε κάθε σχετική αίτηση γονέα, την κατάργηση των τροφείων για όλους διότι την πρόσβαση όλων των παιδιών στους παιδικούς σταθμούς πρέπει να την δικαιούνται όλοι χωρίς την παραμικρή οικονομική επιβάρυνση.

Μετά την τελευταία απάντηση που έλαβα από το ΚΕΒΡΕΦΟ σας ενημερώνω ότι:

 

ΑΡΝΟΥΜΑΙ ΝΑ ΠΡΟΧΩΡΗΣΩ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΤΡΟΦΕΙΩΝ ΔΙΟΤΙ ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΩ

 

Οι αρμόδιοι στο Δήμο ελέγχουν μόνο το ετήσιο εισόδημα χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους τα ετήσια έξοδα.

Δεν νοιάζονται αν εγώ συγχρόνως αποπληρώνω στεγαστικό δάνειο. Προφανώς δεν τους απασχολεί, στην πράξη και όχι στα λόγια, αν θα μου πάρει το σπίτι η Τράπεζα.

Δεν νοιάζονται αν σπουδάζω παιδί στην επαρχία. Έμμεσα μου λένε να σταματήσω να το σπουδάζω.

Δεν νοιάζονται αν έχω παιδί στο λύκειο με ότι αυτό συνεπάγεται οικονομικά.

Η άρνησή μου δεν εμπεριέχει καμία διάθεση φτηνού τσαμπουκά ούτε καμία πρόθεση να εμφανιστώ  πιο έξυπνος από τους υπόλοιπους. Θεωρώ ότι την ίδια δυσκολία να ανταποκριθούν οικονομικά την έχουν όλοι όσοι βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με μένα ο αριθμός των οποίων όλο και αυξάνεται. Όλοι εμείς πρέπει να αντιδράσουμε συλλογικά και δυναμικά.

Αν μετά την άρνησή μου αυτή υπάρξουν αρμόδιοι που θα βρουν το ανθρώπινο κουράγιο και το πολιτικό θράσος, ας έρθουν να βγάλουν το παιδί μου έξω από την αίθουσα του παιδικού σταθμού αφού πρώτα το κοιτάξουν στα μάτια και του εξηγήσουν ότι το κάνουν επειδή ο πατέρας του δεν έχει να πληρώσει τα τροφεία.

Ήρθε η ώρα, νομίζω, να καταλάβουμε κι εμείς και οι διοικούντες ότι οι παιδικοί σταθμοί, τα σχολεία και τα νοσοκομεία είναι του λαού και όχι των κυβερνώντων ή των δανειστών.

Χτίστηκαν, υπάρχουν και λειτουργούν με τα χρήματα από τον ιδρώτα του λαού και δεν πρέπει να τα χαρίσουμε σε κανέναν ούτε να τα μετατρέψουμε σε ιδιωτικές επιχειρήσεις.

Αντί ο Δήμος να ζητάει χρήματα από τους ήδη ξεζουμισμένους φορολογικά δημότες, ας τα πάρει από τις πάρα πολλές τράπεζες, τα μεγάλα σούπερ μάρκετς και τα μεγάλα παιχνιδάδικα που υπάρχουν στα όριά του και πανηγυρίζουν για τα τεράστια κέρδη τους. Φαίνεται όμως πως του λείπει η πρακτική πολιτική βούληση να συγκρουστεί με τα παραπάνω συμφέροντα.

 

Καλώ

Όλους τους γονείς να συσπειρωθούμε με αίτημα την κατάργηση των τροφείων για όλους εδώ και τώρα και ζητάω από όλες τις δημοτικές παρατάξεις να πάρουν θέση.

Το σωματείο των εργαζομένων στο Δήμο καθώς επίσης και τους εργαζόμενους στους παιδικούς σταθμούς να στηρίξουν ενεργά το παραπάνω αίτημα.

Το Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων των παιδιών που φιλοξενούνται στους παιδικούς σταθμούς να παρέμβει δυναμικά.

Το σωματείο Π.Ε και την ΕΛΜΕ της περιοχής να κινητοποιηθεί καθώς οι σειρήνες των διδάκτρων ακούστηκαν και για τα δημόσια σχολεία.

Την ίδια τη Δημοτική Αρχή που ισχυρίζεται στα λόγια πως είναι υπέρ της κατάργησης των τροφείων αλλά συνεχίζει να τα διατηρεί, να σταματήσει τα αριστερά κλαψουρίσματα της λογικής της διαχείρισης και του εφικτού και να βρει τα χρήματα φορολογώντας τις μεγάλες επιχειρήσεις που ανέφερα παραπάνω.

 

Με ειλικρινή εκτίμηση

Χρήστος Κυργιάκης

Γονιός τεσσάρων παιδιών και πρώην μέλος του ΔΣ του ΚΕΒΡΕΦΟ με την “Εκτός Σχεδίου”

 

 

Ετικέτες: , , , ,

Το μεγαλείο της εργοδοσίας

Το μεγαλείο της εργοδοσίας

Το μεγαλείο της εργοδοσίας

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

megalioergodosias1Το αφεντικό ήταν πάντα βλοσυρό όταν έφτανε η μέρα της πληρωμής. Δεν μιλούσε σε κανέναν, ούτε στα παιδιά του ούτε και στη γυναίκα του.

Ο μόνος που άκουγε τη φωνή του τις μέρες των πληρωμών, ήταν ο πιστός, εδώ και χρόνια, οδηγός του.

– Μην πας από το γνωστό δρόμο σήμερα, Θανάση. Πιστεύω να το θυμάσαι. Σήμερα πληρώνω τους εργάτες.

– Το θυμάμαι αφεντικό. Τριάντα χρόνια, κοντά σου, το ξέχασα ποτέ;

Ο οδηγός ακολούθησε «τη διαδρομή για τις μέρες των πληρωμών». Έπιασε την παραλιακή οδό και κατευθύνθηκε προς το μεγάλο λιμάνι. Μετά τη δυτική αποβάθρα του λιμανιού, το αφεντικό είχε αγκυροβολημένα τα τρία καράβια του. Περίμεναν να φορτώσουν για να ξεκινήσουν το ταξίδι για την Λατινική Αμερική.

Αφού τα καμάρωσε και τα κανάκεψε με τα μικρά τους ονόματα, έκανε νόημα στον οδηγό του να ξεκινήσει για το γραφείο.

Εκείνος έβαλε μπρος τη Μερσεντές και ακολουθώντας τη γνωστή, λόγω ημέρας, διαδρομή μετέφερε μέσα σε είκοσι λεπτά, το αφεντικό στο γραφείο του.

– Να μη με ενοχλήσει κανείς παρά μόνο αν είναι ο ίδιος ο Θεός, είπε με απότομο ύφος στη γραμματέα του.

– Σας ψάχνει ο υπουργός από πολύ πρωί, τον ενημέρωσε η γραμματέας.

– Στον ύπνο του με είδε; Πες του ότι λείπω, ότι πήγα ταξίδι στο εξωτερικό. Πες του ότι πέθανα. Ότι θέλεις πες του, αρκεί να μη ενοχλήσει κανείς. Και που’ σαι; Σε μία ώρα, φώναξε τον πρώτο εργάτη για να ξεκινήσει η πληρωμή.

– Μάλιστα κύριε! Σε μία ώρα θα έχετε τον πρώτο εργάτη.

Το αφεντικό, άνοιξε με δύναμη την πόρτα του γραφείου του και έπεσε φαρδύς-πλατύς στην πολυθρόνα του, προσπαθώντας να ηρεμήσει.

Έπιασε το τηλέφωνο και σχημάτισε στα γρήγορα έναν αριθμό.

– Έλα, εγώ είμαι. Το παιδί τι κάνει;

Αυτό που άκουσε από τον συνομιλητή του, τον έκανε να ταραχτεί.

– Σου είπα να καλέσεις το γιατρό άμεσα. Το 37,2 δεν αργεί να γίνει 38 ή 40. Δεν παίζουμε με τον πυρετό. Πάρε να μου πεις αργότερα τι έγινε.

Σηκώθηκε από την πολυθρόνα και κατευθύνθηκε προς το χρηματοκιβώτιο.

Έβγαλε από το συρτάρι που ήταν ακριβώς δίπλα μια αρμαθιά με κλειδιά και ξεκλειδώνοντας μια σειρά από μικρές κλειδαριές, άνοιξε την πόρτα του χρηματοκιβωτίου και έβγαλε από μέσα μια στοίβα με χαρτιά.

Ξανακάθισε στο γραφείο του και βάλθηκε να μελετάει με μεγάλη προσοχή ένα- ένα τα χαρτιά.

Δεν πέρασε πολύ ώρα όταν η γραμματέας τον ειδοποίησε ότι έφτασε ο πρώτος εργαζόμενος του εργοστασίου. Η πόρτα του γραφείου άνοιξε και εμφανίστηκε ο εργάτης.

Θα ήταν γύρω στα 40, ψηλός, γεροδεμένος. Προχώρησε με αργές κινήσεις και στάθηκε όρθιος μπροστά στο γραφείο.

– Τι στέκεσαι όρθιος; Κάθισε να ξεκινήσουμε.

– Δεν πειράζει. Καλά είμαι και όρθιος.

– Λοιπόν! Θα έχεις καταλάβει κύριε Παναγόπουλε ότι οι δουλειές το τελευταίο διάστημα δεν πάνε καλά. Οι πωλήσεις έχουν μειωθεί, ο ανταγωνισμός είναι μεγάλος και το κόστος εργασίας δυσβάσταχτο. Κάτι πρέπει να γίνει! Δεν βγαίνω οικονομικά. Κάθε μέρα μπαίνω μέσα. Αν δε γίνει κάτι, καλύτερα να το κλείσω.

– Σαν τι να γίνει κύριε Σβέρκε;

– Κάτι έχω στο νου μου αλλά θα ήθελα να ακούσω και τη δική σου γνώμη αλλά και των υπόλοιπων συναδέλφων σου.

– Εμείς, εδώ και πέντε χρόνια, έχουμε κάνει ότι μας ζητήσατε ως προϋπόθεση για να μπορέσει να σωθεί το εργοστάσιο και να μη χάσουμε τη δουλειά μας.

Δεχτήκαμε να μην παίρνουμε δώρα. Μετά δεχτήκαμε να δουλεύουμε μία ώρα παραπάνω κάθε μέρα χωρίς να πληρωνόμαστε. Αποδεχτήκαμε την μείωση στο μισθό κατά 15% όπως μας είπατε πέρυσι, και πρόπερσι, χώρια από το άλλο 10% που χάσαμε φέτος. Μέχρι και τις καλοκαιρινές άδειες τις περιορίσαμε κατά 5 μέρες όπως απαιτήσατε. Τι άλλο να κάνουμε ακόμα.

– Κοίταξε να δεις. Τα λέω πρώτα σε σένα ως πρόεδρος του σωματείου που είσαι γιατί μπορείς να εκτιμήσεις καλύτερα την κατάσταση σε σχέση με τους άλλους. Άλλωστε, τόσα χρόνια που σε ξέρω, δεν είχαμε ποτέ πρόβλημα μεταξύ μας.

– Οι συνάδελφοι όμως είναι ανάστατοι. Παραπονιούνται πως δεν βγαίνουν οικονομικά και πως ο κόμπος έχει φτάσει στο χτένι.

– Έλα τώρα. Τριάντα χρόνια, τα ίδια ακούω. Δεν βγαίνουν και δεν βγαίνουν αλλά μια χαρά την περνούσαν. Τα ίδια έλεγαν και πριν πέντε χρόνια όταν κόπηκαν τα δώρα. Πως τάχα θα πεινούσαν τα παιδιά τους και τέτοια μελοδραματικά. Δεν είδα όμως να κόβει κανένας τους το τσιγάρο.

Λοιπόν! Άκου. Πόσα παίρνεις το μήνα.

– Παίρνω 650 στο χέρι.

– Βλέπεις; Ξέρεις ότι μπορώ να βρω ανά πάσα στιγμή εργάτη στην ειδικότητά σου με 400; Το ξέρεις φαντάζομαι. Θεωρείς πως θα είναι καλύτερα να πάρω κάποιον άλλο με 400 ή να κρατήσω εσένα με 600; Εμένα δεν μου πάει η καρδιά να πάρω άλλον. Σε ξέρω τόσα χρόνια, ξέρω την οικογένειά σου, τα παιδιά σου. Μέχρι και στο γάμο σου ήμουν παρών.

– Μα, με τα 650 που παίρνω και δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα, πώς θα μπορέσω με τα 600; Ήδη δυσκολεύομαι να εξασφαλίσω το καθημερινό φαγητό στην οικογένειά μου. Θα πεινάσουμε στη κυριολεξία.

– Τώρα μιλάς παράλογα. Αν, δηλαδή, μείνεις άνεργος θα είσαι χορτάτος;

Δεκατρείς άνεργοι συνάδελφοί σου είναι πρόθυμοι να δουλέψουν με 400 ευρώ χωρίς να δυσανασχετούν, από αύριο κιόλας. Τι να πω δεν ξέρω…Εκτός αν έχεις βρει κάπου αλλού καλύτερα και δεν μου το λες, παρά κάθεσαι και παραπονιέσαι πως τάχα δεν θα σου φτάνουν τα 600 που σου προσφέρω.

Τέλος πάντων. Δεν θέλω να σου βάλω το μαχαίρι στο λαιμό. Έχεις περιθώριο έναν ολόκληρο μήνα για να το σκεφτείς. Να σου πληρώσω τώρα αυτό το μηνιάτικο και τα ξαναλέμε.

Λοιπόν! Έχουμε και λέμε. Παίρνεις 650 ευρώ. Θυμάσαι που για δυο μέρες, έφυγες δύο ώρες νωρίτερα;

– Ναι, ήταν τότε που αρρώστησε το παιδί.

– Μείον 20 ευρώ. Μείον και τα 100 ευρώ που ζήτησες τότε μπροστάντζα. Μην ανησυχείς, δε σου βάζω τόκους γι’ αυτά. Για να δεις πόσο λογικός είμαι. Μένουν 530 ευρώ. Τώρα, έχουμε και κάτι μικροζημιές που έκανες στη μηχανή από απροσεξία. Θυμάσαι, έτσι δεν είναι;

– Μα δεν ήταν δική μου ευθύνη. Οι μηχανές είναι παλιές. Έχουμε εφτά χρόνια να τις κάνουμε σωστό σέρβις. Δεν προκάλεσα εγώ τη ζημιά.

– Αυτά είναι δικαιολογίες. Μέχρι που τη χάλασες, μια χαρά λειτουργούσε και χωρίς σέρβις. Αν δεν την άνοιγες και δεν την ταλαιπωρούσες με τα κατσαβίδια σου, δεν θα πάθαινε τίποτα. Ξέρεις πόσο μου στοίχισε η επισκευή της; 150 ευρώ παρακαλώ. Δεν πιστεύω να έχεις την απαίτηση να τα βάλω από την τσέπη μου! Φτάσαμε αισίως στα 380 ευρώ. Βάλε και τα 10 ευρώ που σου δάνεισα για να πάρεις εκείνο το δωράκι στα γενέθλια του μικρού, φτάσαμε αισίως στα 370 ευρώ. Όσα περίπου θα παίρνει αυτός που θα σε αντικαταστήσει αν δεν δεχτείς τη νέα συμφωνία που σου πρότεινα.

Έλα, πάρτα και σε καλή μεριά. Και κοίτα να μειώσεις λίγο το κάπνισμα. Κόψτο τελείως. Τι το θέλεις; Έχεις παιδιά να μεγαλώσεις. Αν πάθεις τίποτα, σκέφτηκες τι θα απογίνουν;

Αυτά είπε το αφεντικό στον εργάτη του, δίνοντάς του τα 370 ευρώ με το ένα χέρι την ίδια στιγμή που με το άλλο έβγαζε από τη θήκη πάνω στο γραφείο του ένα τεράστιο Κουβανέζικο πούρο.

Κλείνοντας ο εργάτης την πόρτα του γραφείου καθώς αποχωρούσε, το αφεντικό άναψε το πούρο και καθισμένος στην πολυθρόνα σχημάτισε έναν αριθμό στο τηλέφωνο.

– Σβέρκος εδώ. Πήρα να μάθω τι γίνεται με το φορτίο. Καθυστερήσατε πολύ. Τα πλοία θα έπρεπε ήδη να έχουν φύγει από χτες. Για κάθε μέρα που καθυστερείτε χάνω πολλές χιλιάδες δολάρια. Ιδιώτης είμαι, όχι φιλανθρωπικό ίδρυμα. Αν δεν έχουν σαλπάρει μέχρι αύριο, θα είναι η τελευταία φορά που συνεργαζόμαστε. Καλημέρα σας και με συγχωρείτε γιατί έχω πολύ δουλειά να κάνω.

Πήρε μια βαθιά ρουφηξιά καπνού και σχημάτισε στο τηλέφωνο έναν καινούριο αριθμό.

– Έλα. Εγώ είμαι. Ήρθε ο καθηγητής να δει το παιδί; Δεν ήρθε ακόμη; Άσε θα το τακτοποιήσω εγώ.

Γεμάτος θυμό, ζήτησε από τη γραμματέα του να βρει τον καθηγητή της παιδιατρικής στο τηλέφωνο και να περάσει τη γραμμή στο γραφείο του.

Σε λίγο, η γραμματέας το ειδοποίησε πως ο κύριος καθηγητής είναι στη γραμμή του τηλεφώνου.

– Ναι, κύριε καθηγητά. Σβέρκος εδώ. Έμαθα από τη σύζυγό μου πως ακόμη δεν πήγατε στο σπίτι για να εξετάσετε το γιο μου που ψήνεται στον πυρετό.

Μη μου λέτε πως δεν είναι πυρετός το 37. Είναι δύσκολο να γίνει 40; Αν δεν τον δείτε πώς είστε σίγουρος; Θέλω να πάτε, αυτή τη στιγμή στο σπίτι. Εγώ, όπως θα θυμάστε, δεν καθυστέρησα ούτε μία ώρα να ενεργήσω όταν ήταν να κριθείτε στο πανεπιστήμιο για τη θέση του καθηγητή. Η αντίδρασή μου ήταν άμεση και καθοριστική. Το ίδιο θέλω να κάνετε κι εσείς τώρα που σας χρειάζομαι. Και, τέλος πάντων, πρόκειται για ένα παιδί που χρειάζεται άμεση ιατρική παρακολούθηση. Είναι καθήκον σας να τρέξετε.

Αυτά είπε το αφεντικό και αμέσως μετά, πήρε στο τηλέφωνο τη γυναίκα του να την ενημερώσει.

– Εντάξει, το κανόνισα. Σε μισή ώρα θα είναι εκεί. Θα γυρίσω νωρίς σήμερα. Ήταν πολύ κουραστική η μέρα μου. Έχω και πρόβλημα με τους εργάτες μου. Δεν λένε να βάλουν λίγο νερό στο κρασί τους. Προτιμούν να δουν το εργοστάσιο να κλείνει, παρά να κάνουν λίγο πίσω. Μιλάμε για αχαριστία. Θα στα πω από κοντά, κλείνω τώρα. Εντάξει, μην ανησυχείς θα προσέχω

Το αφεντικό, αφού κάπνισε σκεφτικός το μεγάλο Κουβανέζικο πούρο του, σήκωσε πάλι το ακουστικό του τηλεφώνου και καθισμένος αναπαυτικά στην πολυθρόνα του, περίμενε την απάντηση από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής στην οποία βρισκόταν ο μεγαλοεφοπλιστής και επιχειρηματίας Τεό Βαρδίγιαννος.

– Έλα Τεό, Σβέρκος εδώ.

– Που΄σαι ρε φίλε; Καιρό έχω να σε ακούσω.

– Τρεχάματα μωρέ, μία το ένα μία το άλλο, δεν μπορώ να πάρω ανάσα. Έχω και το παιδί σήμερα με πυρετό.

– Τι; Έχει πολύ πυρετό;

– 37,2 αλλά δεν αργεί αυτός ο άτιμος να γίνει 40. Τέλος πάντων, για άλλο σε πήρα. Σήμερα πρότεινα στους εργάτες μου να δεχτούν να δουλεύουν στο εξής με 600 το μήνα καθαρά.

– Είσαι τρελός; Πας γυρεύοντας; Θα μας ανάψεις καμιά φωτιά όλων μας και θα τρέχουμε. Γιατί το τραβάς τόσο το σχοινί; Αφού είπαμε να το χειριστούμε έξυπνα και με το μαλακό.

– Άκου φίλε. Στη βράση κολλάει το σίδερο. Ή θα τους πάρουμε τώρα και τα σώβρακα και θα καθαρίσουμε για τα επόμενα 50 χρόνια, ή θα το λιβανίζουμε μέχρι που κάποια στιγμή θα ξυπνήσουν και θα ζητήσουν πίσω όσα τους πήραμε. Εγώ έτσι το βλέπω. Και να σου πω και κάτι; Δεν τους είδα και πολύ αγριεμένους. Μάλλον θα το καταπιούν κι αυτό όπως και τα προηγούμενα. Σαν κότες θα κάτσουν πάλι και θα κλωσήσουν τα αυγά τους. Η ανεργία βλέπεις είναι τελικά πολύ μεγάλη εφεύρεση. Τους είπα. Ή 600 και μένετε ή παίρνω άλλους με 400.

– Και που θα τους βρεις με 400 και να ξέρουν και τη δουλειά;

– Δεν είναι σίγουρο ότι θα τους βρω. Εκείνοι όμως δεν το ξέρουν. Τεό, δεν έχεις καταλάβει ότι όλα είναι θέμα σωστής διαχείρισης της ψυχολογίας των ανθρώπων; Μπλοφάρω. Δεν έχω τίποτα να χάσω. Εκείνοι όμως παίζουν κορώνα-γράμματα τη δουλειά τους. Να δεις που θα πιάσει.

– Εγώ σου λέω να μην το τραβήξεις στα άκρα. Κουβέντιασε και με τους άλλους γιατί αλλιώς είπαμε να το χειριστούμε το θέμα. Είπαμε να περιμένουμε το σύνθημα από τους ξένους και να μην κάνουμε του κεφαλιού μας.

– Δε με χέζεις με τους ξένους; Αρκετά τους ανεχτήκαμε.

– Κοίτα. Αυτά δεν λέγονται από το τηλέφωνο. Καλύτερα να τα πούμε από κοντά.

– Καλά, εντάξει. Για άλλο σε πήρα κυρίως. Αύριο, θα βγουν στην εφημερίδα μερικά ονόματα μεγαλοοφειλετών. Θα είναι κάποιοι φτωχοποιημένοι που δεν έχουν ούτε να φάνε και θα έχει και τα ονόματα τα δικά μας.

– Και γιατί το αφήνεις να συμβεί; Καταλαβαίνεις τι προβλήματα μπορεί να δημιουργηθούν; Θα γίνουμε θέμα στα παράθυρα.

– Μα, αυτό ακριβώς θέλουμε.

– Τι; Να κουβεντιάζει για μας όλη η Ελλάδα; Να μας βρίζουν και να μας καταριούνται από τον μικρότερο μέχρι το μεγαλύτερο κάτοικο αυτής της χώρας;

– Ακριβώς! Δεν καταλαβαίνεις ποιο μήνυμα στέλνουμε έτσι; Τους λέμε φόρα-παρτίδα ότι κοιτάξτε να δείτε, εμείς είμαστε τα αφεντικά σ΄αυτόν τον τόπο και κάνουμε ότι μας γουστάρει. Και τα κονομάμε την ώρα που εσείς πεινάτε και εισφορές δεν πληρώνουμε και καμία επίπτωση δεν έχουμε. Εμείς είμαστε ο νόμος, εμείς και το κράτος εμείς τα πάντα.

– Νομίζω πως παίζεις με τη φωτιά. Μήπως ξεχνάς τι έγινε με τους μαύρους στην Αμερική που όταν έφτασε ο κόμπος στο χτένι άρχισαν να καίνε τις τράπεζες; Τελευταία στιγμή το πρόλαβαν και δεν έγινε γενική εξέγερση. Μήπως ξεχνάς τι έγινε στην Αργεντινή; Νομίζω ότι ρισκάρεις και θα την πληρώσουμε όλοι. Έτοιμοι να εκραγούν είναι, δεν το πήρες χαμπάρι. Μια σπίθα μπορεί να μας τινάξει όλους στον αέρα. Δεν ξέρω. Εγώ λέω να περιμένεις. Άσε να πιέσουν πρώτα οι ξένοι και μετά μπαίνουμε κι εμείς στο παιχνίδι.

– Καλά, θα δούμε. Άλλωστε, τους έδωσα ένα μήνα διορία να το σκεφτούν. Σ’ αφήνω τώρα γιατί πρέπει να πάω στο σπίτι να δω και τι έγινε με τον πυρετό του παιδιού.

Το αφεντικό, έκλεισε το τηλέφωνο και βυθίστηκε γεμάτος σκέψεις στην πολυθρόνα. Σε λίγο, μπήκε μέσα στο γραφείο η γραμματέας κρατώντας το ποτήρι με το ουίσκι και τον πάγο. Συνήθιζε αυτή την ώρα να πίνει ένα ποτό για να χαλαρώνει. Τον βοηθούσε να παίρνει πιο ήρεμος τις αποφάσεις του και τούτη την ώρα, ένα ποτό ήταν ακριβώς ότι του χρειαζόταν.

«Τι θα έκανα χωρίς εσένα;», είπε στη γραμματέα του η οποία απομακρύνθηκε χαμογελώντας. «Που θα μου πας;», μουρμούρισε. «Θέμα χρόνου είναι να μου κάτσεις. Κάνεις τη δύσκολη, αλλά θα το βρω κι εσένα το κουμπί σου».

Στη συνέχεια, ζήτησε από τη γραμματέα του να ειδοποιήσει τον οδηγό ότι σε 10 λεπτά θα φύγουν ενώ ο ίδιος συγκέντρωσε τα χαρτιά του και τα έβαλε στο δερμάτινο χαρτοφύλακα περιμένοντας την ειδοποίηση πως το αυτοκίνητο είναι έτοιμο και τον περιμένει.

Ο Παναγόπουλος, βγαίνοντας από το γραφείο του αφεντικού ήταν έτοιμος να εκραγεί από θυμό και στενοχώρια. «Έπρεπε να του σπάσω τα μούτρα. Απορώ πώς κρατήθηκα και γιατί κρατήθηκα;» μονολογούσε ψιθυριστά.

Κατεβαίνοντας στην αυλή του εργοστασίου τον περίμεναν με αγωνία οι υπόλοιποι εργάτες. Είχε «φροντίσει» το αφεντικό να μαθευτούν οι προθέσεις του και γι’ αυτό όλοι είχαν την περιέργεια να μάθουν ποιες ήταν αυτές οι «νέες» προτάσεις που θα τους παρουσίαζε μέσω του Παναγόπουλου. Το λόγο πήρε ο Τουφεκάκης. Πάνω από είκοσι χρόνια δούλευε στο εργοστάσιο χωρίς να πάρει ούτε μια ώρα αναρρωτική, όπως συνήθιζε πολύ συχνά να λέει. Έξι μήνες ένσημα ήθελε ακόμη για να βγει στη σύνταξη.

– Λέγε γρήγορα, μη μας κρατάς σε αγωνία. Τι σου είπε; Αποφάσισε να το κλείσει το γ&μ@μ^ν#; Μας έφαγε την ψυχούλα! Θα το κλείσω και θα το κλείσω. Άι σιχτίρι πια. Βάλε λουκέτο να το πάρουμε εμείς να το δουλέψουμε να ησυχάσουμε.

– Προτείνει μείωση μισθού πάλι. Εμένα από τα 650 θέλει να με πάει στα 600, αλλιώς έρχεται απόλυση και προσλαμβάνει ανέργους με 400. Έτοιμους, λέει, τους έχει. Περιμένουν σήμα για να πιάσουν δουλειά. Μας δίνει ένα μήνα διορία να το σκεφτούμε.

– Μπλοφάρει πάλι όπως και τις προηγούμενες φορές. «Δε βγαίνω» και «Καλύτερα να το κλείσω», «Για σας το κρατάω, για να μην πεινάσετε» και την ίδια στιγμή παραγγέλνει κι άλλα καράβια στην Κορέα. Να πεις ότι τα έχτιζε και στα δικά μας τα ναυπηγεία. Χώρια το εργοστάσιο στο Αζερμπαϊτζάν για να έχει κι εκεί να στέλνει εκατομμύρια. Εγώ λέω να μη δεχτούμε πάλι τους όρους του.

«Και τι να κάνουμε μαστρο-Τουφεκάκη; Αν απολυθούμε είναι καλύτερα; Τρία παιδιά έχω να θρέψω», ακούστηκε να λέει ένας εργάτης.

«Γιατί ρε Παναγιώτη; Εμείς τι έχουμε να θρέψουμε; Σαλιγκάρια; Παιδιά έχουμε κι εμείς, αλλά, δεν ξέρω για σένα, εγώ ούτε τώρα μπορώ να τα θρέψω. Κάθε μέρα που περνάει πεθαίνω κι από λίγο και μαζί με μένα αργοπεθαίνουν κι εκείνα».

«Έχει δίκιο ο Λευτέρης. Εμένα η κόρη μου ετοιμαζόταν για γάμο. Δυο μήνες πριν το γάμο την απέλυσαν από τη δουλειά μαζί με τον αρραβωνιαστικό της. Από τότε, την τρέχω σε ψυχολόγους και ψυχοθεραπευτές και δεν ξέρω αν και πότε θα συνέρθει. Αν μας κόψει κι άλλο τους μισθούς μας οδηγεί σε αργό θάνατο. Εγώ είμαι αποφασισμένος για όλα. Δεν την αντέχω άλλο τέτοια ζωή γιατί ζωή δεν τη λες. Εγώ είμαι μέσα στο να αντιδράσουμε όλοι μαζί».

«Πώς να αντιδράσουμε βρε παιδιά; Τι να κάνουμε δηλαδή; Μπορούμε να τα βάλουμε με το θηρίο; Σαν ποντίκια μας βλέπει».

«Στο χωριό μου, σαν ήμουν μικρός, θυμάμαι που τα ποντίκια έφαγαν ένα ολόκληρο βόδι και μάλιστα ζωντανό. Ήταν όμως πολλά μαζί. Ένα ποντίκι μόνο του δεν θα μπορούσε. Αν είμαστε ενωμένοι στο δίκιο μας μάλλον το θηρίο πρέπει να φοβάται και όχι εμείς. Κι εγώ είμαι μέσα στο να αντισταθούμε όλοι μαζί και να μη δεχτούμε κι άλλο πετσόκομμα στο μισθό».

Σιγή επικράτησε για λίγο και όλοι έστρεψαν το κεφάλι τους προς τη μεριά του Μάνθου. Δε μιλούσε πολύ αλλά πάντα η γνώμη του ήταν καθοριστική και υπολογίσιμη από όλους. Ακόμη και όσοι διαφωνούσαν μαζί του, τον άκουγαν με προσοχή και περισυλλογή.

«Τι λες εσύ Μάνθο;», τον ρώτησε ο Παναγόπουλος.

Εκείνος έκανε δυο βήματα πιο μπροστά, άναψε τσιγάρο και αφού τράβηξε μια βαθειά ρουφηξιά, πήρε το λόγο.

«Όλοι μας έχουμε τους λόγους μας να κάνουμε ή να μην κάνουμε κάτι. Πάντα έτσι είναι όταν πρέπει να παρθούν δύσκολες αποφάσεις. Το τελευταίο διάστημα βλέπω όλο και πιο συχνά στον ύπνο μου τον παππού μου το Μάνθο. Χάθηκε στο πρώτο το αντάρτικο. Στο σημείωμα που άφησε πίσω του έγραφε πως αν δεν πολεμήσουμε για τα παιδιά μας θα έρθει η μέρα που αυτά τα ίδια θα ντρέπονται για μας. Ζωή χωρίς πλούτη αντέχεται, ζωή μες στη ντροπή, δεν είναι ζωή. Αν είναι να ντρεπόμαστε κάθε μέρα που ξημερώνει καλύτερα να μην ξημερώσει ποτέ. Αυτά μου άφησε παρακαταθήκη ο παππούς μου. Μπορεί να μην έχουμε πόλεμο με όπλα, όπως το ’40. Έχουμε όμως έναν άλλο πόλεμο, ύπουλο, σκοτεινό με τον εχθρό να είναι αόρατος. Πώς να πολεμήσεις κάποιον που δεν τον ξέρεις; Άντε και ξεκινάμε αγώνα και κάνουμε και κατάληψη, άντε και παίρνουμε το εργοστάσιο στα χέρια μας. Πώς θα το δουλέψουμε; Μπορούμε; Εγώ λέω ναι! Θα μπορέσουμε να πουλήσουμε τα προϊόντα; Και πάλι ναι λέω! Αλλά θα είναι δύσκολο. Δεν θα μας αφήσουν. Μπορεί να χυθεί και αίμα. Θα γεμίσει ο τόπος με μπράβους και αστυνομικούς. Οι δημοσιογράφοι θα πέσουν να μας φάνε. Μόνοι μας δεν θα αντέξουμε. Αν μπουν στη μάχη και τα άλλα εργοστάσια ίσως να τα καταφέρουμε. Στο κάτω-κάτω, όλον αυτόν τον πλούτο που έχει ο Σβέρκος και οι όμοιοί του, με τον ιδρώτα μας τον απέκτησαν. Αλλιώς, ας βάλουμε την ουρά κάτω από τα σκέλια σαν τα ζαγάρια και να περιμένουμε πότε θα μας πετάξει ο αφέντης κανένα ξεροκόμματο για να ζήσουμε. Αυτά, είχα εγώ να πω. Θέλει σχέδιο, οργάνωση, ψυχραιμία και θέληση αν αποφασίσουμε να συγκρουστούμε».

Τα λόγια του Μάνθου έπεσαν σαν πέτρα στα στήθια των εργατών. Είχε δίκιο ο Μάνθος, αλλά πάλι, θα μπορούσαν ποτέ να νικήσουν σε μια τέτοια μάχη;

Γύρισαν στα πόστα τους προβληματισμένοι και θυμωμένοι με έναν κόμπο στο λαιμό να αρνείται να κατέβει προς τα κάτω.

Είχαν ένα μήνα περιθώριο να το σκεφτούν και να αποφασίσουν. Πριν διαλυθούν, συμφώνησαν να συναντηθούν όλοι το ερχόμενο Σάββατο, στα γραφεία του σωματείου για να ξανασυζητήσουν το θέμα.

Το Σάββατο το πρωί στα γραφεία του σωματείου συγκεντρώθηκε πολύς κόσμος. Όλοι οι εργαζόμενοι στο εργοστάσιο είχαν μάθει τις καινούργιες απαιτήσεις του Σβέρκου και είχαν την αγωνία για το πώς και αν έπρεπε να αντιδράσουν.

Το λόγο πήρε ο Παναγόπουλος, ο πρόεδρος του σωματείου. Είπε ότι η κατάσταση είναι δύσκολη και ο Σβέρκος δείχνει διατεθειμένος να μην κάνει πίσω. Η διεθνής κατάσταση τον ευνοεί καθώς το συνδικαλιστικό κίνημα βρίσκεται σε ύφεση. Τους είπε επίσης ότι ο ίδιος εκτιμά πως αν δεν δεχτούνε τις νέες μειώσεις, ο Σβέρκος θα το κλείσει το εργοστάσιο και θα το μεταφέρει αλλού.

Πρότεινε να ζητήσουν συνάντηση μαζί του στην οποία το προεδρείο του σωματείου να προσπαθήσει να τον μεταπείσει με λογικά και δίκαια επιχειρήματα. Χρειάζεται ψυχραιμία και σωστές κινήσεις, είπε, για να μη μείνουν όλοι άνεργοι.

«Πέντε χρόνια τώρα Παναγόπουλε τα ίδια ακούμε. Υπομονή και ψυχραιμία μας λες και να πού φτάσαμε. Αν είχαμε αντιδράσει δυναμικά από την αρχή δεν θα είχαμε φτάσει εδώ που φτάσαμε, να δουλεύουμε σαν τους σκλάβους για ψίχουλα», του απάντησε ένας εργάτης.

«Και τι μπορούμε να κάνουμε; Αυτός είναι το αφεντικό, αυτός έχει το μαχαίρι, αυτός και το πεπόνι. Σε όλο τον κόσμο τα ίδια γίνονται, τι μπορούμε εμείς να καταφέρουμε μόνοι μας μια χούφτα άνθρωποι; Θα το κλείσει και θα τελειώσουν όλα», ακούστηκε ένας άλλος εργάτης.

«Ας το κλείσει, θα το δουλέψουμε εμείς, αλλά σιγά μην το κλείσει. Εκατομμύρια βγάζει κάθε χρόνο με τον ιδρώτα μας. Αλλά κι αν το κλείσει θα συνεχίσουμε να κάνουμε αυτό που κάνουμε και τώρα. Ότι βγάζουμε θα είναι δικό μας. Τώρα, βγάζουμε 100 και τα 90 πάνε στην τσέπη του Σβέρκου. Εγώ προτείνω κατάληψη. Να μην κάνουμε πάλι πίσω».

«Να μιλήσει ο Μάνθος. Λέγε Μάνθο, πες μας τη γνώμη σου», είπε ένας νεαρός εργάτης.

Ο Μάνθος σηκώθηκε όρθιος κι όλοι περίμεναν ν’ακούσουν τα λόγια του.

«Δεν έχω να πω κάτι καινούργιο. Νομίζω πως τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή. Ή τώρα ή ποτέ. Ή θα πάρουμε το εργοστάσιο στα χέρια μας ή θα το πάρουμε απόφαση πως στο εξής θα δουλεύουμε σαν σκλάβοι. Ότι και να αποφασίσουμε σήμερα να ξέρουμε ότι θα έχει συνέπειες.

Αν καταλάβουμε το εργοστάσιο και το δουλέψουμε μόνοι μας θα έχουμε τα θηρία όλα απέναντί μας, και τα ξένα και τα ντόπια τα δικά μας. Εμείς πρέπει να είμαστε ενωμένοι και να απευθυνθούμε στην τάξη μας. Θα πούμε την αλήθεια στον κόσμο και θα ζητήσουμε τη συμπαράστασή του με πράξεις, όχι με ανακοινώσεις συμπάθειας και τέτοιες αηδίες. Εμείς, όχι τα κανάλια τους. Θα είναι δύσκολο πολύ αλλά, εγώ προσωπικά, δεν βλέπω άλλη λύση. Θα φτιαχτούν ομάδες. Ομάδα περιφρούρησης, ομάδα ενημέρωσης, ομάδα παραγωγής, προώθησης και πωλήσεων κι ότι άλλο σκεφτούμε. Να σκεφτούμε και να ψηφίσουμε τώρα κι από αύριο ας πορευτούμε αναλόγως».

«Εγώ διαφωνώ και διαχωρίζω τη θέση μου», είπε ο Παναγόπουλος. Ας ψηφίσουμε να τελειώνουμε.

Το αποτέλεσμα ήταν συντριπτικό. Εκτός από τον Παναγόπουλο και άλλους πέντε, οι υπόλοιποι συμφώνησαν να πάρουν το εργοστάσιο στα χέρια τους.

Τη Δευτέρα σαν ήρθε ο Σβέρκος στο εργοστάσιο και το βρήκε κατειλημμένο κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό. Του ήρθε να φάει τον οδηγό του. Πήγε κατευθείαν σε ένα από τα πολλά γραφεία που διέθετε και άρχισε τα τηλεφωνήματα. Υπουργοί, καναλάρχες, δημοσιογράφοι, αστυνομία, συνδικαλιστές, εργοστασιάρχες, όλοι πήραν από μία μεγάλη δόση του θυμού του.

Τρεις μήνες μετά το εργοστάσιο εξακολουθούσε να λειτουργεί, να παράγει και να πουλάει. Στους τρεις αυτούς μήνες κάθε μέρα ήταν και μία μέρα «πολέμου».

Οι εργάτες άντεξαν γιατί κάθε μέρα που περνούσε ο κόσμος που τους συμπαραστέκονταν γινόταν όλο και περισσότερος. Σε κάθε γωνιά της χώρας όλοι μιλούσαν για το παράδειγμα αυτών των εργατών. Τα νέα ταξίδεψαν σχεδόν σε όλο τον κόσμο. Οι εργαζόμενοι σε όλους τους χώρους δουλειάς συζητούσαν για το πως θα μπορούσαν να κάνουν κι εκείνοι κάτι αντίστοιχο.

Ο Παναγόπουλος πήγαινε στο εργοστάσιο και παρακολουθούσε από μακριά. Η υπόσχεση του Σβέρκου ότι θα τον έβαζε να δουλέψει σε κάποια άλλη δουλειά αποδείχτηκε ψεύτικη. Ο Σβέρκος του ξεκαθάρισε πως δεν ήθελε να έχει καμία σχέση μαζί του.

Ακούστηκε πως μετάνιωσε πραγματικά για τη συμπεριφορά του αλλά δεν βρήκε ποτέ το θάρρος να   ξαναπάει στους παλιούς του συναδέλφους. Ένας μακρινός του συγγενής είπε πως το έριξε στο ποτό…

Ο Σβέρκος σαν είδε ότι χάνει το παιχνίδι και ότι το να κινηθεί νομικά και δικαστικά εγκυμονούσε τον κίνδυνο να προκαλέσει αναταραχές σε όλη τη χώρα με απρόβλεπτες συνέπειες, ζήτησε από τους εργάτες να επιστρέψει η λειτουργία του εργοστασίου στο καθεστώς που ίσχυε πριν από πέντε χρόνια με τις παλιές αμοιβές και παροχές για όλους.

Οι εργάτες τον ευχαρίστησαν ευγενικά και τον έδιωξαν, επίσης ευγενικά.

Το πόσο θα αντέξει αυτό το πρωτόγνωρο και ελπιδοφόρο μήνυμα θα το δείξει η ίδια η ζωή όπως η ζωή θα δείξει αν πρόκειται για την αρχή του τέλους της ηγεμονίας των αφεντικών ή απλώς για μία παρένθεση στην εξέλιξη της κοινωνίας…

 

Ετικέτες: , , , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: