RSS

Category Archives: Πολιτική και κοινωνία

Μάσκα δεν έχω να γυρνώ

Μάσκα δεν έχω να γυρνώ…

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Mάσκα δεν έχω να γυρνώ

στο καρναβάλι ετούτο
μόνο μια απόχη να τρυγώ

της θάλασσας την πονηριά
και της σιωπής τον πλούτο.

Παντού απλώνεται μια σιωπή, μια βουβαμάρα. Λίγο ένοχη, λίγο ανεξήγητη, λίγο δικαιολογημένη. Όλοι, ή μάλλον οι περισσότεροι, βουτηγμένοι σε βαθιά περισυλλογή αναρωτιούνται.

Τι δεν πήγε καλά; Ποιος έφταιξε; Ποιος φταίει; Εμείς τι κάνουμε; Εμείς γιατί δεν κάνουμε κάτι; Και ποιον να εμπιστευτείς; Υπάρχει άλλη λύση; Μήπως να αφεθούμε στη μοίρα μας και ας γίνει ότι είναι να γίνει;

Οι κυβερνώντες μάς φέρονται σαν να είμαστε υποζύγια γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε πως πράγματι γεννηθήκαμε να ζούμε ως υποζύγια, άρα οφείλουμε τυφλή υπακοή στον ζευγολάτη μας. Ίσως να μην γνωρίζουν πως αν το βόδι «μυγιαστεί» σπάει και αλυσίδες, παρασέρνει και ηνία και ο ζευγολάτης κινδυνεύει άμεσα.

Οι τηλεβόες του συστήματος, μας απευθύνουν το λόγο λες και απευθύνονται σε πρόβατα, γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε ότι είμαστε πρόβατα και για να βγούμε από το μαντρί θα πρέπει να συμμαχήσουμε με το λύκο. Ξεχνάνε όμως πως αυτός που κινδυνεύει με εξαφάνιση δεν είναι τα πρόβατα αλλά ο λύκος.

Οι διαχειριστές του συστήματος μας συμπεριφέρονται ως πελάτες και όχι ως πολίτες, γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε ότι το ζητούμενο δεν είναι τα δικαιώματα των πολιτών αλλά το δίκιο του πελάτη το οποίο πρέπει να αναζητήσει στο καλύτερο μαγαζί πληρώνοντας, εννοείται, το ανάλογο τίμημα.

Bάρα καλή, βάρα γερή,
μια ντουφεκιά ζαχαρωτή
κι άσε να νοιώσει η γαλαρία
του χαρτοπόλεμου τη βία

Μας τριβελίζουν το μυαλό ότι τάχα μαζί τα φάγαμε για να μας κάνουν να πιστέψουμε πως πράγματι η μισή μερίδα που μας πέταξαν αξίζει το ίδιο ή και περισσότερο από τις χιλιάδες μερίδες που κράτησαν για τους εαυτούς τους και την ίδια ώρα μας στέλνουν το λογαριασμό για να πληρώσουμε, όχι μόνο τη δική μας μισή μερίδα μα και τις χιλιάδες δικές τους.

Μας χωρίζουν σε εκατοντάδες εργασιακές ομάδες δίνοντας περισσότερα στη μία ομάδα και λιγότερα στην άλλη ποντάροντας σε συμμαχίες με τους πιο ευνοημένους, υποσχόμενοι πως θα τους εξασφαλίσουν τη συνέχεια της εύνοιας αλλά και με τους πιο αδικημένους, υποσχόμενοι πως θα δώσουν τέλος στην αδικία.

Ξεφτιλίζουν οράματα, ιδανικά και αξίες βαφτίζοντας κάθε τους «μπίζνα» και κάθε αρπαχτή, στο όνομα τάχα της αξιοκρατίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης. Αξιοκρατία υπέρ των ανάξιων, ισότητα υπέρ των εχόντων και δικαιοσύνη υπέρ των δυνατών.

Σκουπίδι η σκέψη την πετώ,

τη λογική απαρνιέμαι
μ’ ένα σαράκι αρμένικο

για δρόμους που δε θέλησα
στις χαραυγές ξεχνιέμαι.

Μας διασπούν σε μικρά ανήμπορα κομμάτια που το καθένα έχει το δίκιο του το οποίο όμως δεν μπορεί να βρει, γι’ αυτό και βαφτίζει άδικο ή λιγότερο δίκιο το δίκιο του διπλανού του. Έτσι ο διπλανός μετατρέπεται από δυνάμει σύμμαχος σε φύσει εχθρός. Φυσικά, ο πραγματικός εχθρός τρίβει τα χέρια του παρακολουθώντας τον πόλεμο μεταξύ συναδέλφων.

Θεωρούν πως τώρα πια περπατάνε σε στέρεο έδαφος, αφού μόλις πριν λίγο έχουν τσαλαπατήσει πάνω στις ψυχές και στις ζωές μας και δεν αντιλαμβάνονται πως βαδίζουν πάνω σε ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί και να τους κάψει με τη λάβα του.

Αγνοούν ή δεν θέλουν να θυμούνται πως οι μεγαλύτερες αυτοκρατορίες κατέρρευσαν όταν στους αυτοκράτορες είχε γίνει συνείδηση πως τίποτα και κανένας δεν μπορεί να τους ταρακουνήσει μέχρι τη στιγμή που ένιωσαν τα θανατηφόρο τράνταγμα της πτώσης.

Επενδύουν σε όποια λογική μπορεί να περικλείει ο πανικός και ο φόβος και στη δημοκρατία της ελεύθερης επιλογής λέγοντάς μας πως είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε αυτό που έχουν αποφασίσει εκείνοι. Μας λένε ορθά κοφτά: εσείς απαγορεύετε να κλέψετε, εμείς όμως επιβάλλεται να το κάνουμε για το καλό σας. Γνωρίζουν όμως πως οι αξίες και τα ιδανικά δεν διαγράφονται, παρά μόνο σκεπάζονται με χώμα, με άμμο ακόμη και με σκουπίδια και πως αρκεί ένας δυνατός αέρας να τα κάνει πάλι ορατά και καθαρά. Και αυτό που αφουγκράζονται να έρχεται δεν είναι απλά δυνατός αέρας αλλά καταιγίδα.

Bάστα το νου, βάστα το νου

να μην γκρινιάξει του καιρού
πού ‘φτιαξε με τον πόνο κλίκα

και τσιγκουνεύεται στη γλύκα.

Ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στο Θανάση Παπακωνσταντίνου για τους στίχους που μας χάρισε και μας κρατάνε συντροφιά ετούτες τις δύσκολες ώρες του πόνου πριν τη γέννα.

Advertisements
 

Ετικέτες: , , ,

Μάσκα δεν έχω να γυρνώ

Μάσκα δεν έχω να γυρνώ…

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Mάσκα δεν έχω να γυρνώ

στο καρναβάλι ετούτο
μόνο μια απόχη να τρυγώ

της θάλασσας την πονηριά
και της σιωπής τον πλούτο.

Παντού απλώνεται μια σιωπή, μια βουβαμάρα. Λίγο ένοχη, λίγο ανεξήγητη, λίγο δικαιολογημένη. Όλοι, ή μάλλον οι περισσότεροι, βουτηγμένοι σε βαθιά περισυλλογή αναρωτιούνται.

Τι δεν πήγε καλά; Ποιος έφταιξε; Ποιος φταίει; Εμείς τι κάνουμε; Εμείς γιατί δεν κάνουμε κάτι; Και ποιον να εμπιστευτείς; Υπάρχει άλλη λύση; Μήπως να αφεθούμε στη μοίρα μας και ας γίνει ότι είναι να γίνει;

Οι κυβερνώντες μάς φέρονται σαν να είμαστε υποζύγια γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε πως πράγματι γεννηθήκαμε να ζούμε ως υποζύγια, άρα οφείλουμε τυφλή υπακοή στον ζευγολάτη μας. Ίσως να μην γνωρίζουν πως αν το βόδι «μυγιαστεί» σπάει και αλυσίδες, παρασέρνει και ηνία και ο ζευγολάτης κινδυνεύει άμεσα.

Οι τηλεβόες του συστήματος, μας απευθύνουν το λόγο λες και απευθύνονται σε πρόβατα, γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε ότι είμαστε πρόβατα και για να βγούμε από το μαντρί θα πρέπει να συμμαχήσουμε με το λύκο. Ξεχνάνε όμως πως αυτός που κινδυνεύει με εξαφάνιση δεν είναι τα πρόβατα αλλά ο λύκος.

Οι διαχειριστές του συστήματος μας συμπεριφέρονται ως πελάτες και όχι ως πολίτες, γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε ότι το ζητούμενο δεν είναι τα δικαιώματα των πολιτών αλλά το δίκιο του πελάτη το οποίο πρέπει να αναζητήσει στο καλύτερο μαγαζί πληρώνοντας, εννοείται, το ανάλογο τίμημα.

Bάρα καλή, βάρα γερή,
μια ντουφεκιά ζαχαρωτή
κι άσε να νοιώσει η γαλαρία
του χαρτοπόλεμου τη βία

Μας τριβελίζουν το μυαλό ότι τάχα μαζί τα φάγαμε για να μας κάνουν να πιστέψουμε πως πράγματι η μισή μερίδα που μας πέταξαν αξίζει το ίδιο ή και περισσότερο από τις χιλιάδες μερίδες που κράτησαν για τους εαυτούς τους και την ίδια ώρα μας στέλνουν το λογαριασμό για να πληρώσουμε, όχι μόνο τη δική μας μισή μερίδα μα και τις χιλιάδες δικές τους.

Μας χωρίζουν σε εκατοντάδες εργασιακές ομάδες δίνοντας περισσότερα στη μία ομάδα και λιγότερα στην άλλη ποντάροντας σε συμμαχίες με τους πιο ευνοημένους, υποσχόμενοι πως θα τους εξασφαλίσουν τη συνέχεια της εύνοιας αλλά και με τους πιο αδικημένους, υποσχόμενοι πως θα δώσουν τέλος στην αδικία.

Ξεφτιλίζουν οράματα, ιδανικά και αξίες βαφτίζοντας κάθε τους «μπίζνα» και κάθε αρπαχτή, στο όνομα τάχα της αξιοκρατίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης. Αξιοκρατία υπέρ των ανάξιων, ισότητα υπέρ των εχόντων και δικαιοσύνη υπέρ των δυνατών.

Σκουπίδι η σκέψη την πετώ,

τη λογική απαρνιέμαι
μ’ ένα σαράκι αρμένικο

για δρόμους που δε θέλησα
στις χαραυγές ξεχνιέμαι.

Μας διασπούν σε μικρά ανήμπορα κομμάτια που το καθένα έχει το δίκιο του το οποίο όμως δεν μπορεί να βρει, γι’ αυτό και βαφτίζει άδικο ή λιγότερο δίκιο το δίκιο του διπλανού του. Έτσι ο διπλανός μετατρέπεται από δυνάμει σύμμαχος σε φύσει εχθρός. Φυσικά, ο πραγματικός εχθρός τρίβει τα χέρια του παρακολουθώντας τον πόλεμο μεταξύ συναδέλφων.

Θεωρούν πως τώρα πια περπατάνε σε στέρεο έδαφος, αφού μόλις πριν λίγο έχουν τσαλαπατήσει πάνω στις ψυχές και στις ζωές μας και δεν αντιλαμβάνονται πως βαδίζουν πάνω σε ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί και να τους κάψει με τη λάβα του.

Αγνοούν ή δεν θέλουν να θυμούνται πως οι μεγαλύτερες αυτοκρατορίες κατέρρευσαν όταν στους αυτοκράτορες είχε γίνει συνείδηση πως τίποτα και κανένας δεν μπορεί να τους ταρακουνήσει μέχρι τη στιγμή που ένιωσαν τα θανατηφόρο τράνταγμα της πτώσης.

Επενδύουν σε όποια λογική μπορεί να περικλείει ο πανικός και ο φόβος και στη δημοκρατία της ελεύθερης επιλογής λέγοντάς μας πως είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε αυτό που έχουν αποφασίσει εκείνοι. Μας λένε ορθά κοφτά: εσείς απαγορεύετε να κλέψετε, εμείς όμως επιβάλλεται να το κάνουμε για το καλό σας. Γνωρίζουν όμως πως οι αξίες και τα ιδανικά δεν διαγράφονται, παρά μόνο σκεπάζονται με χώμα, με άμμο ακόμη και με σκουπίδια και πως αρκεί ένας δυνατός αέρας να τα κάνει πάλι ορατά και καθαρά. Και αυτό που αφουγκράζονται να έρχεται δεν είναι απλά δυνατός αέρας αλλά καταιγίδα.

Bάστα το νου, βάστα το νου

να μην γκρινιάξει του καιρού
πού ‘φτιαξε με τον πόνο κλίκα

και τσιγκουνεύεται στη γλύκα.

Ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στο Θανάση Παπακωνσταντίνου για τους στίχους που μας χάρισε και μας κρατάνε συντροφιά ετούτες τις δύσκολες ώρες του πόνου πριν τη γέννα.

 

Ετικέτες: , , ,

Γλίτσα, βρώμα και δυσωδία. Το σύστημά τους σάπισε.

Γλίτσα, βρώμα και δυσωδία. Το σύστημά  τους σάπισε.

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Αυτοί

 

Που τόσα χρόνια διαχειρίζονταν τις τύχες μας και έφτιαχναν τις δικές τους τύχες.

Που τόσα χρόνια εμφανίζονταν στις τηλεοράσεις και γέμιζαν οι οθόνες γλίτσα.

Που ορκίζονταν στο όνομα του λαού και στο σκοτάδι σχεδίαζαν το ξέσκισμά του.

Που ζητούσαν την τήρηση του νόμου και της τάξης από τους πολίτες την ίδια στιγμή που εκείνοι παρανομούσαν ασύστολα.

Που έβριζαν τους πολίτες αυτού του τόπου ως διεφθαρμένους την ώρα που οι ίδιοι ήταν χωμένοι μέχρι τα μπούνια στη διαφθορά.

Που με τον ιδρώτα και το αίμα των εργαζομένων έχτιζαν βίλες, έκαναν πριγκηπικούς γάμους σαν ξεμωραμένοι γέροι και ζούσαν σαν βασιλιάδες ανοίγοντας το λάκκο της εξαθλίωσης για τους ίδιους τους εργαζόμενους.

Που έφεραν την τρόικα, που συνομίλησαν με την τρόικα, που σφιχταγκαλιάζονται με την τρόικα αναζητώντας νέα στρατόπεδα συμφερόντων και νέους δρόμους πλουτισμού.

Που δεν είναι πάνω από 10.000 σε τούτο τον τόπο οι οποίοι έχουν μπλέξει τα μπούτια τους και τα συμφέροντά τους, με μοναδικό σκοπό το να συνεχίσουν να ρουφάνε το αίμα του κοσμάκη σαν σύγχρονοι βρικόλακες και το φυσικό πλούτο της χώρας, σαν γιγάντια τρωκτικά.

Που μας κρατούσαν «συντροφιά» τα σαββατόβραδα στις οθόνες των τηλεοράσεων, άλλοτε χορεύοντας με τσαχπινιά και χάρη, άλλοτε συζητώντας για το βρακί της μιας λαμπερής τραγουδίστριας και για το πώς κατουράει ο άλλος λαμπερός τραγουδιστής και άλλοτε με αμέτρητη υποκρισία, κρίνοντας και κατακρίνοντας τους αγρότες που του έκλεισαν το δρόμο και δεν μπόρεσε να πάει στη μανούλα του.

Που ενώ χρωστούσαν εκατομμύρια στο δημόσιο συνέχιζαν και συνεχίζουν, να ζουν ανενόχλητοι, μέσα στον πλούτο και τη χλιδή αφού κανένας δεν πάει να τους πάρει τα χρωστούμενα.

Που χρησιμοποίησαν και χρησιμοποιούν για προσωπικό τους πλουτισμό, όχι τα παραθυράκια, αλλά τις δίμετρες μπαλκονόπορτες που τους προσφέρει ο νόμος και που μόνο εκείνοι γνωρίζουν, αφού εκείνοι νομοθετούν.

Που ακρωτηρίασαν τον συνδικαλισμό και μετέτρεψαν τους περισσότερους συνδικαλιστές, όχι χωρίς να το θέλουν και οι ίδιοι, σε έμμεσους μισθοφόρους για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο όταν σχεδίαζαν τις αρπαχτές και τις «νόμιμες» μπίζνες.

Που συναναστρέφονταν τόσα χρόνια με τα αρπαχτικά λιβανίζοντάς τα και γλείφοντάς τα συνάμα για να εξασφαλίσουν και κείνοι μερικά κόκαλα κοροϊδεύοντας συνειδητά, αναγνώστες, τηλεθεατές και ακροατές.

Που δήλωναν και δηλώνουν ορκισμένοι εχθροί του δημόσιου τομέα ενώ συγχρόνως ακολουθούσαν και ακολουθούν την ίδια κρατικοδίαιτα, για να διατηρούν την χλιδάτη γραμμή τους.

Που όσο υπέγραφαν το ένα μνημόνιο μετά το άλλο έκαναν τη γριά πάπια και τώρα θυμήθηκαν να πουν πως «ο Γιώργος τους παράσυρε», ποντάροντας στην λήθη της κοινωνίας.

Που στο όνομα του λαού κρύβουν το πραγματικό τους πρόσωπο το οποίο φανερώνουν όταν ξεμοναχιάσουν κανέναν απροστάτευτο μετανάστη.

Που, από τη μια, εξυμνούν σε εκδηλώσεις-μνημόσυνα την «παρανομία» του Κολοκοτρώνη, του Βελουχιώτη και της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και από την άλλη προτρέπουν στην τήρηση της δικής τους «νομιμότητας και τάξης».

 

Όλοι αυτοί

 

Αποτελούν τις κολώνες, τα δοκάρια και τα τούβλα για τις μεσοτοιχίες του σάπιου πολιτικού οικοδομήματος.

Ένα οικοδόμημα που είναι έτοιμο να καταρρεύσει στην πρώτη ισχυρή σεισμική-κοινωνική δόνηση.

Και η χώρα μας είναι από τις πρώτες, παγκοσμίως, σε δονήσεις.

Τόσο σεισμικές όσο και κοινωνικές.

 

 

Πλησιάζει η μέρα…στο πιο ρεαλιστικό

Πλησιάζει η μέρα…στο πιο ρεαλιστικό

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

 

Πλησιάζει η μέρα…

 

που οι άνθρωποι άλλα θα λένε και άλλα θα εννοούν

που οι υποκριτές θα είναι οι μοναδικοί ανθρώπινοι χαρακτήρες, κυρίαρχοι μιας κοινωνίας που τους αφήσαμε να φτιάξουν

που τα όνειρα των ανθρώπων θα πνίγονται πριν καν γεννηθούν στο μυαλό τους

που η γνώση θα είναι εμπόρευμα που θα πουλιέται από αυτούς που την κατέχουν, σε όσους μπορούν να την αγοράσουν

που οι ανθρώπινες ζωές  θα κοστολογούνται με το χρήμα γιατί το χρήμα θα είναι πιο πάνω από τις ανθρώπινες ζωές

που όσοι δεν κλέβουν θα αισθάνονται μαλάκες και όσοι κλέβουν θα αποτελούν ιδανικά πρότυπα

που η αξιοπρέπεια θα συνθλίβεται από την καθημερινότητα

που η πρωτοχρονιά θα ευαγγελίζεται το καλύτερο γιατί η χρονιά που θα φεύγει θα είναι πάντα χειρότερη από την προηγούμενη

που τα δώρα  θα είναι μια καταναγκαστική διαφημιστική παρότρυνση, μια τυπική διαδικασία προσαρμοσμένη στα καταναλωτικά πρότυπα

που οι καθρέφτες των πρωταγωνιστών της χαριτωμενιάς θα καμαρώνουν για τα είδωλά τους

που θα πεθαίνουν άνθρωποι από την πείνα, το κρύο και τη μοναξιά, ανήμποροι να αντιδράσουν

που η σοφία των ανθρώπων θα είναι οδηγός για την σκλαβιά και όχι για την απελευθέρωσή τους

που θα υπάρχουν ποιητές να γράφουν μόνο για τη θλίψη των ανθρώπων, και τραγουδιστές που να τραγουδούν μόνο την αδικία

που η ηθική θα είναι άγνωστη λέξη και απαγορευμένη από τα ετυμολογικά λεξικά

που οι άνεργοι και οι υποαπασχολούμενοι θα είναι η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού

που οι άνθρωποι θα διεκδικούν το αυτονόητο γιατί θα το έχουν ήδη απολέσει

που οι τράπεζες, οι οίκοι αξιολόγησης και όλα τα συναφή τερατουργήματα θα αποτελούν τους σύγχρονους ναούς λατρείας και εξουσίας

που θα υπάρχει μόνο ελεημοσύνη γιατί θα υπάρχουν πλούσιοι που θα γίνονται πλουσιότεροι και φτωχοί που θα γίνονται φτωχότεροι

που τα μωρά θα γεννιούνται, όχι για να αφήσουν το στίγμα τους στην εξέλιξη της ανθρωπότητας αλλά για να ξεχρεώσουν το καταγεγραμμένο χρέος τους στα κιτάπια κάποιας τράπεζας, ισόβιοι σκλάβοι στην αυτοκρατορία του πλούτου

που τα παλιά και νέα τζάκια θα είναι μονίμως αναμμένα με τους ιδιοκτήτες τους να απολαμβάνουν τη θαλπωρή και την ηρεμία που θα τους προσφέρουν

που η κοινωνία μας θα γεμίσει με Τσίπρηδες, Λιάπηδες, Βουλγαράκηδες, Μητσοτάκηδες, Γεωργιάδηδες, Παπανδρέου, Βενιζέλους, Καραμανλήδες, Παπακωνσταντίνου και Σαμαράδες καθώς το κεφαλαίο αρχικό γράμμα των επωνύμων μας θα είναι τίτλος τιμής που θα αποδίδεται στον καθένα με τη γέννησή του, με την προϋπόθεση ότι δεν θα είναι ταπεινής καταγωγής

που οι άνθρωποι θα ζουν μόνιμα με το φόβο και με την ελπίδα ότι τα πράγματα, κάποια στιγμή θα βελτιωθούν, με ευχές και με την εμφάνιση χαρισματικών ηγετών και ηγετίσκων

Ο καθένας μπορεί να διαλέξει την εκδοχή που προτιμά για τη Μέρα που πλησιάζει. Από  τη μια ο ρεαλισμός από την άλλη η «ουτοπία».

Για την πρώτη εκδοχή, δεν χρειάζεται καμία προσπάθεια γιατί ήδη τη βιώνουμε, ενώ για τη δεύτερη τα πράγματα γίνονται «ζόρικα».

Όμως, κοιτώντας προς τα πίσω θα διαπιστώσουμε ότι ο άνθρωπος απέκτησε το πραγματικό του μπόι όχι με ρεαλιστικές ενέργειες αλλά όταν ακολούθησε το άπιαστο και την «ουτοπία», μια «ουτοπία» που μοιάζει με μονόδρομο για τη ζωή και όχι την επιβίωση, μια «ουτοπία» που γίνεται ο πιο ρεαλιστικός δρόμος για την απελευθέρωση του ανθρώπου.

 

Πλησιάζει η μέρα…

Πλησιάζει η μέρα…

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

 

Πλησιάζει η μέρα…

 

που οι άνθρωποι θα θέλουν να λένε αυτό που εννοούν

που οι άνθρωποι θα θέλουν να εννοούν αυτό που λένε

που οι υποκριτές θα είναι ελάχιστοι, θλιβερά απομεινάρια μιας εποχής που έφυγε

που τα όνειρα θα οδηγούν τους ανθρώπους προς την πραγματοποίησή τους

που η γνώση θα είναι κοινωνικό αγαθό, δώρο σε όλα τα παιδιά του κόσμου από όσους την κατέχουν πραγματικά

που οι ανθρώπινες ζωές δεν θα κοστολογούνται με το χρήμα γιατί θα είναι υπεράνω χρημάτων

που όσοι δεν κλέβουν δεν θα αισθάνονται μαλάκες αλλά περήφανοι

που η αξιοπρέπεια δεν θα συνθλίβεται από την καθημερινότητα

που η πρωτοχρονιά δεν θα ευαγγελίζεται το καλύτερο γιατί αυτό θα υπάρχει ήδη

που τα δώρα δεν θα είναι μια καταναγκαστική διαφημιστική παρότρυνση αλλά ένα κομμένο λουλούδι από την αυλή της ψυχής μας, πολύ μεγαλύτερης αξίας από τα καταναλωτικά πρότυπα

που οι καθρέφτες των πρωταγωνιστών της χαριτωμενιάς θα σπάνε μη μπορώντας να αντέξουν την ασχήμια

που δεν θα πεθαίνουν άνθρωποι από την πείνα, το κρύο και τη μοναξιά

που η σοφία των ανθρώπων θα είναι οδηγός για την απελευθέρωση και όχι για τη σκλαβιά

που δεν θα υπάρχουν ποιητές να γράφουν για τη θλίψη των ανθρώπων, ούτε τραγουδιστές που να τραγουδούν την αδικία

που η ηθική θα είναι νόμος άγραφος άρα δυνατός και ανίκητος

που οι μόνοι άνεργοι θα είναι οι κατ’ επάγγελμα ηγέτες και ηγετίσκοι

που οι άνθρωποι δεν θα διεκδικούν το αυτονόητο γιατί θα το έχουν ήδη κατακτήσει

που οι τράπεζες, οι οίκοι αξιολόγησης και όλα τα συναφή τερατουργήματα θα αποτελούν μουσειακά κτήρια που θα θυμίζουν την πιο σκοτεινή περίοδο στην ιστορία της ανθρώπινης εξέλιξης

που δεν θα υπάρχει ελεημοσύνη γιατί δεν θα υπάρχουν πλούσιοι να δημιουργούν τους φτωχούς που θα ελεημονούν

που τα μωρά θα γεννιούνται για να αφήσουν το στίγμα τους στην εξέλιξη της ανθρωπότητας και όχι για να ξεχρεώσουν το καταγεγραμμένο χρέος τους στα κιτάπια κάποιας τράπεζας

που τα παλιά και νέα τζάκια θα είναι μονίμως σβηστά με τους ιδιοκτήτες τους καταδικασμένους να καθαρίζουν τις καμινάδες τους από τη μαύρη και δηλητηριώδη κάπνα τους

που η κοινωνία μας θα γεμίσει με τσίπρηδες, λιάπηδες, βουλγαράκηδες, μητσοτάκηδες, γεωργιάδηδες, παπανδρέου, βενιζέλους, καραμανλήδες και παπακωνσταντίνου, καθώς το κεφαλαίο αρχικό γράμμα των επωνύμων μας θα είναι τίτλος τιμής και δεν θα αποδίδεται στον καθένα με τη γέννησή του

που οι άνθρωποι δεν θα ζουν ούτε με το φόβο ούτε με την ελπίδα γιατί θα είναι και θα αισθάνονται πραγματικά λεύτεροι

 

Ο Καραγκιόζης και το Νέο Σχολείο

Ο Καραγκιόζης και το Νέο Σχολείο

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Κ: Καραγκιόζης

Π: Πιτσικόκος

Κοπ: Κοπρίτης

Κολ: Κολλητήρης

Χ: Χατζηαβάτης

 

 

Ο Καραγκιόζης εισέρχεται στο μπερντέ και από πίσω του ακολουθούν τα τρία παιδιά του (κολλητήρια). Προσπαθεί να τα βάλει σε μία σειρά και να περπατάνε με στρατιωτικό βήμα.

Κ: Βρε αφιλότιμα, βαδίστε σωστά. Καημό το’ χω να μπούμε μια φορά στη σκηνή με σωστό βήμα. Ένα, δύο, εν, δυο, εν, δυο.

Κοπ: Πατέρα, έχεις φάει κόλλημα. Να το προσέξεις!

Κ: Δεν έχω φάει τίποτα εδώ και τρεις μέρες βρε αθεόφοβε. Τι κόλλημα μου λες;

Π: Α! Καλά! Αυτό που είπες τώλα πατέλα, δεν υπάλχει. Απλά δεν υπάλχει!

Κολ: Μην τους δίνεις σημασία πατέρα. Έχουν πέσει θύματα της διαφημιστικής προπαγάνδας.

Κ: Πώς το είπες; Καλό είναι αυτό ή κακό;

Κολ: Άστο πατέρα, θα σου εξηγήσω μια άλλη φορά.

Κ: Λοιπόν. Φτάνουν οι περιττές κουβέντες. Ήρθε η ώρα να δω τι ψάρια πιάνετε τώρα με το «Νέο Σχολείο». Δε μου λες εσύ μικρέ.

Π: Μικλός είσαι και φαίνεσαι.

Κ: Αφού ούτε το ρο δεν μπορείς να πεις.

Π: Εγώ δεν μπολώ να πω το λο; Μπολώ και παλαμπολώ. Εσύ δεν μπολείς να το ακούσεις.

Κ: Καλά, καλά. Για πες μου λοιπόν, σε ποια τάξη πας;

Π: Πάω στο Νέο Νηπιαγωγείο.

Κ: Ωραία! Είστε πολλά παιδάκια στην τάξη σου;

Π: Ναι πάλα πολλά. Είμαστε 28.

Κ: Υπάρχουν πολλά αλβανάκια, ρωσσάκια, μαυράκια;

Π: Όχι! Μόνο παιδάκια υπάλχουν!

Κ: Και τι κάνετε; Μαθαίνετε τραγουδάκια; Τραγουδάτε όλα μαζί;

Π: Ναι μαθαίνουμε. Τη μία μέλα, τλαγουδάνε τα μισά παιδάκια και την άλλη μέλα τα άλλα μισά.

Κ: Μπράβο, Πιτσικόκο. Ζωγραφίζετε κιόλας;

Π: Όχι λε πατέλα. Μη λες τλελλά. Δεν έχουμε ούτε χλώματα, ούτε χαλτιά για να ζωγλαφίσουμε. Όμως, τον Ιούνιο θα έχουμε εξετάσεις.

Κ: Τι εξετάσεις παιδάκι μου;

Π: Εξετάσεις λε πατέλα. Για να δει ο υπουλγός αν είμαστε γελοί. Μας είπε η δασκάλα πως οι μισές εξετάσεις θα είναι δικές της και οι άλλες μισές για την τλάπεζα αίματος.

Κ: Τι τράπεζα αίματος βρε αφιλότιμο;

Π: Είσαι μπιτ μπουμπούνας. Επειδή μας πήλε η τλάπεζα την παλάγκα, τώλα θα μας πάλει και το αίμα μας. Τι δεν καταλαβαίνεις. Σου το είπα εγώ να ψηφίσεις Σαμαλά, εσύ πήγες και ψήφισες Βεζινέλο.

Κ: Για να πάμε τώρα στον Κοπρίτη! Τι κάνεις πουλάκι μου;

Κοπ: Καλά ψαράκι μου.

Κ: Εσύ πας σχολείο; Σε ποια τάξη;

Κοπ: Στην Τρίτη του Νέου Δημοτικού!

Κ: Μπα; Κι εσύ σε Νέο πας;

Κοπ: Γιατί απόπαιδο είμαι εγώ; Θυμάσαι την Άννα τη Ρουμπινοπούλου;

Κ: Όχι!

Κοπ: Αυτή που έλεγε συνέχεια «πρώτα ο μαθητής»;

Κ: Βρε στουρνάρι;

Κοπ: Έχω πατέρα μπουμπούνα. Ο Στουρνάρης ήταν άλλος υπουργός. Εγώ σου λέω για την Άννα. Την Άννα μας.

Κ: Τη Διαμαντοπούλου λες βρε φωστήρα;

Κοπ: Ναι, αυτό σε πείραξε που αντί για διαμάντια έβαλα ρουμπίνια!

Κ: Ναι, για πες!

Κοπ: Ε! Ξέρεις ποιον μαθητή εννοούσε «πρώτα»;

Κ: Ποιον;

Κοπ: Χε, χε! Εμένα. Ποιον άλλον;

Κ: Είσαι καλός μαθητής;

Κοπ: Ο καλύτερος. Στις εξετάσεις τον Ιούνιο θα δείξω την αξία μου. Θα τα απαντήσω όλα τα θέματα. Ειδικά αυτά από την τράπεζα θεμάτων.

Κ: Και πως θα γίνει αυτό;

Κοπ: Θα με γράψεις σ’ ένα ιδιωτικό σχολείο που ξέρω. Όσα παιδιά πήγαν σ’ αυτό έγραψαν όλα άριστα. Τι; Για κορόιδο με πέρασες;

Κ: Και που θα τα βρω τα λεφτά βρε σαΐνι;

Κοπ: Να τα ζητήσεις από το Ίδρυμα Μιάρχος βρε χαμένε. Ζήτα και κανένα υγιεινό γεύμα που μοιράζουν στα πεινασμένα και φτωχά παιδάκια.

Κ: Που τα έμαθες εσύ όλα αυτά;

Κοπ: Βλέπω κάθε βράδυ ειδήσεις με την Τρεμουλιαστή και τον Ντέρη. Α! Που’ σαι; Την είδες τη διαφήμιση του Αρβανίτη;

Κ: Του Αρβανιτόπουλου θέλεις να πεις βρε μπουμπούνα!

Κοπ: Εσύ είσαι μπουμπούνας. Το Αρβανιτόπουλο μεγάλωσε και έγινε Αρβανίτης. Εγώ στο δηλώνω ότι θα γίνω υπουργός, κι ας θέλεις εσύ να με στείλεις να μαθαίνω να βιδώνω βίδες. Εγώ θα ακολουθήσω το όνειρό μου.

Κ: Και τι υπουργός θα γίνεις;

Κοπ: Θα πουλάω καζαμίες στην τηλεόραση!

Κ: Θα με στείλεις για ψυχανάλυση βρε ζωντόβολο;

Κοπ: Δεν ξέρεις τι σου γίνεται. Άμα πουλάω καζαμίες στην τηλεόραση, μετά θα με κάνουν υπουργό υγείας!

Κ: Ωραία! Ο Κοπρίτης το εξασφάλισε το μέλλον του! Για πες μου εσύ τώρα Κολλητήρη, σε ποια τάξη πας;

Κολ: Εγώ αγαπητέ μου πατέρα, τελειώνω την Τρίτη του Νέου Γυμνασίου και μετά θα πάω στην πρώτη του Νέου Λυκείου.

Κ: Δε μου λες αστέρι μου, είσαι καλός μαθητής;

Κολ: Εγώ πατέρα είμαι άριστος γι΄αυτό και καταλαβαίνω απόλυτα και την κυρία Διαμαντοπούλου και τον κύριο Αρβανιτόπουλο. Για τον κύριο Λοβέρδο, δεν έχω σχηματίσει ακόμη ολοκληρωμένη άποψη, αλλά νομίζω ότι του λείπει η αποφασιστικότητα.

Κ: Γιατί το λες αυτό παιδί μου. Εγώ τον έχω ακούσει να κλαίει τόσες φορές με μεγάλη αποφασιστικότητα. Έχετε κι εσείς – πώς τη λένε- τράπεζα θεμάτων;

Κολ: Ευτυχώς πατέρα που δημιουργήθηκε η τράπεζα θεμάτων.

Κ: Αλήθεια;

Κολ: Ναι πατέρα! Αλήθεια! Αλλιώς, πώς θα ξεχωρίσω εγώ ο άριστος από τους συμμαθητές μου τους άχρηστους; Τώρα θα προχωρήσουν μόνο όσοι καταβάλλουν τη μέγιστη προσπάθεια. Οι άλλοι ας σταματήσουν το σχολείο νωρίς-νωρίς και να μάθουν καμιά τέχνη.

Π: Κι εγώ καβαλάω τη μέγιστη πλοσπάθεια πατέλα.

Κολ: Εγώ στο δήλωσα. Θα πουλάω καζαμίες για να γίνω υπουργός.

Κ: Και δε μου λες Κολλητήρη. Σαν πολλές εξετάσεις δεν έχει αυτό το Νέο Σχολείο; Θα ψοφήσετε βρε παιδί μου. Είδες πόσα παιδάκια έμειναν φέτος;

Κολ: Όποιος αξίζει θα προχωρήσει πατέρα. Μην ακούς την προπαγάνδα των αριστερών συντεχνιών.

Κ: Να κι ο άλλος; Που το άκουσες αυτό βρε;

Κολ: Όλοι οι υπουργοί το λένε πατέρα. Σπουδαγμένοι άνθρωποι είναι! Δεν ξέρουν αυτοί; Καλύτερα ξέρουμε εμείς;

Κ: Κι αφού ξέρουν, γιατί δεν φτιάχνουν παιδί μου ένα σχολείο που να χωράει όλα τα παιδάκια;

Κολ: Πατέρα, κάποια παιδιά πρέπει να πάνε να δουλεύουν με 9 ευρώ την ημέρα και χωρίς ασφάλιση. Αλλιώς πώς θα έρθει η ανάπτυξη;

Κ: Θα είναι και παιδιά υπουργών και βουλευτών;

Κολ: Δε νομίζω πατέρα!

Χ: Που’ σαι βρε Καραγκιόζη αδερφέ μου και σ’ έψαχνα;

Κ: (Για να με ψάχνει αυτός, κάποια λαμογιά έχει στο μυαλό του). Βρε καλώς την ποντικομαμή!

Χ: Γιατί με βρίζεις βρε αθεόφοβε. Εγώ φταίω που σε σκέφτηκα για μία δουλειά για να τα κονομήσεις να λιγδώσει λίγο τ’ αντερό σου.

Κ: Πού ήσουνα εσύ χαμένος τόσον καιρό!

Χ: Είμαι σε μια ΜΚΟ.

Κ: ΜΚΟ; Τι είναι αυτό; Τρώγετε;

Χ: Όχι, αλλά έχει σχέση με Μάσα.

Κ: Και τι κάνεις εκεί;

Χ: Συνεργαζόμουν με διάφορα υπουργεία. Βγάζουμε νάρκες από διάφορα μέρη, βοηθάμε στο να μην εξαφανιστεί το μωβ σκουλήκι από τα δέντρα του Αμαζονίου και πολλά άλλα. Τώρα πάντως δουλεύω ως σύμβουλος στο υπουργείο παιδείας.

Κ: Εσύ;

Χ: Ναι!

Κ: Ε! Πάρε μία να συνέλθεις!

Χ: Τι βαράς βρε ασχημομούρη;

Κ: Ως σύμβουλος;

Χ: Ναι!

Κ: Στο υπουργείο παιδείας:

Χ: Ναι!

Κ: Ε! Πάρε κι άλλη γιατί το τραβάει ο οργανισμός σου! Και τι ακριβώς κάνεις;

Χ: Γράφω θέματα για την τράπεζα θεμάτων.

Κ: Μόνος σου;

Χ: Όχι. Μαζί με τον Ανατολάκη!

Κ: Ποιον;

Χ: Τον Ανατολάκη. Θα ερχόταν και ο Νικοπολίδης αλλά τον πρόλαβε ο Μαρινάκης και τον πήρε μαζί του, δημοτικό σύμβουλο στον Πειραιά.

Κ: Τι; Υπάρχει ομάδα Πειραιάς;

Χ: Όχι βρε αστοιχείωτε. Στο Δήμο του Πειραιά εννοώ.

Κ: Καλά τι δουλειά έχουν οι ιδιοκτήτες των ομάδων στους Δήμους;

Χ: Αν δεν έχουν αυτοί, τότε ποιοι έχουν;

Κ: Και δε μου λες; Ξέρεις εσύ να γράφεις θέματα;

Χ: Φυσικά και ξέρω. Με επιστράτευσε άρον-άρον ο υπουργός γιατί έληγε το ΕΣΠΑ.

Κ: Τι είναι πάλι αυτό το ΕΣΠΑ.

Χ: Πρόσεξέ με. Από τα λεφτά που δίνουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ένα μέρος μας τα δίνουν πίσω.

Κ: Εμένα γιατί δεν μου έδωσαν;

Χ: Δεν είναι για όλους. Είναι για μερικούς που ξέρουν τα κόλπα;

Κ: Κι εσύ, θες να μου πεις, ξέρεις τα κόλπα;

Χ: Αμέ! Γι’ αυτό σε ψάχνω.

Κ: Τι με θέλεις;

Χ: Για να ελέγξεις τα θέματα που έγραψα για την τράπεζα θεμάτων. Κάτι θα πάρεις κι εσύ για τον κόπο σου!

Κ: Μα εγώ δεν θέλω να υπάρχει τράπεζα θεμάτων.

Χ: Τι είπες τώρα βρε; Είσαι με το κατεστημένο των καθηγητών;

Κ: Φύγε από δω γιατί θα σε ξαναμπατσίσω. Είμαι με την ψυχούλα των παιδιών. Τι είναι βρε γρουσούζη τα παιδιά; Σκυλιά που τρέχουν σε αγώνες ή άλογα; Βρε, ουστ από δω παλιολωποδύτη. Και να πα να πεις στο νέο σου υπουργό, να τα σκεφτεί καλύτερα τα πράγματα αλλιώς δεν θα προλάβει να κάνει παρέλαση στις 28 Οκτωβρίου. Θα πάει να βρει την Άννα και τον Κωνσταντίνο.

Χ: Θα μου το πληρώσεις αυτό τσιράκι της ΟΛΜΕ.

Κ: Φύγε μη σε καπλατίσω στο ξύλο. Όσο για την ΟΛΜΕ! Μην ανησυχείς, έχω ράμματα και για τη δική της γούνα.

Λοιπόν! Κυρίες και κύριοι, αγαπητά μου παιδιά, η παράσταση «Ο Καραγκιόζης και το Νέο Σχολείο» έλαβε τέλος. Κοιτάξτε να χαρείτε όσο μπορείτε το καλοκαίρι γιατί τα παιδικά καλοκαίρια τελειώνουν γρήγορα. Ξεχάστε για λίγο τις τράπεζες, τα θέματα και τις εξετάσεις και διασκεδάστε όσο μπορείτε περισσότερο. Άντε, καλό καλοκαίρι και θα τα πούμε το Σεπτέμβρη.

 

 

 

 

 

 

 

Κι όμως θα χορέψουμε πάλι «μοσχοβολούν οι γειτονιές»

Κι όμως θα χορέψουμε πάλι «μοσχοβολούν οι γειτονιές»

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Πώς να χορέψεις πάλι «μοσχοβολούν οι γειτονιές»;

Μοσχοβολούν ακόμα;

Δεν θα είναι τα πόδια βαριά;

Δεν θα ξεφεύγουν από το ρυθμό;

Δεν θα ντρέπονται οι νότες να αναδυθούν και να ταξιδέψουν;

Κι αν ακόμη φτάσουν στο αυτί, θα προκαλούν ανατριχίλα;

Άντε βρε Γιάννη κι εσύ Μανώλη, Τάσο, Νίκο, πιάστε τις λέξεις και κάντε τις ποιήματα και βάλτε φωτιά στις καρδιές να ζεσταθούν οι άνθρωποι όπως έκανε πριν από σας ο Ρίτσος, ο Αναγνωστάκης, ο Λειβαδίτης κι ο Καββαδίας.

Κι εσύ Μάρκο, Βασίλη, Μάνο και Γιάννη αρπάξτε τις νότες και ζωγραφίστε τραγούδια όμορφα στο φράχτη του πενταγράμμου μπας και πάρουν φωτιά τα μυαλά μας και φωτίσει πάλι ο κόσμος όλος όπως έκανε πριν από σας ο Βαμβακάρης, ο Τσιτσάνης, ο Λοΐζος κι ο Μαρκόπουλος.

Γιατί πώς θα είναι η ζωή χωρίς ποιήματα και τραγούδια;

Υπάρχει φως χωρίς αυτά;

Το σκοτάδι και το μίσος δεν αντέχουν ούτε τις λέξεις ούτε τις νότες.

Τα φίδια δεν βλέπουν φως, ζουν στο σκοτάδι.

Μόνο σέρνονται και δαγκώνουν, δαγκώνουν και χύνουν το δηλητήριο και μετά κρύβονται στις τρύπες τους.

Ποτέ τα φίδια δεν έβγαλαν έναν ποιητή, ποτέ το σκοτάδι δε γέννησε ένα τραγούδι.

Δεν θέλει πολύ ο άνθρωπος, έτσι μικρός που είναι στην αρχή, να πάρει μπόι και να ψηλώσει.

Μια πράξη ασύλληπτη, μια «αποκοτιά» κι αυτό ήταν. Το μπόι του μεγαλώνει και γίνεται δυνατός, έτοιμος και βουνά να γκρεμίσει.

Κι ας είναι δαρμένος, ματωμένος, νηστικός κι ας μοιάζει αδύναμος κι ανήμπορος.

Ένα «δεν συμμορφώνομαι» και ατέλειωτο κουράγιο είναι αρκετά.

Δεν θέλει πολύ ο άνθρωπος, έτσι μεγάλος που έγινε, να μικρύνει.

Μια πράξη ακατανόητη, μια «αποκοτιά» κι αυτό ήταν. Το μπόι που απέκτησε το χάνει και γίνεται αδύναμος, ανήμπορος ακόμη και να δει το φως του ήλιου.

Κι ας είναι μέγας, τρανός, διάσημος, αποδεκτός κι ας μοιάζει θεός ότι είναι.

Ένα «συμμορφώνομαι» κι ατέλειωτη λησμονιά για το σεβασμό που κέρδισε, είναι αρκετά.

Ας είναι…

Θα έρθει εκείνη η ώρα, βραδάκι θα είναι καλοκαιρινό που θα χορέψεις πάλι «μοσχοβολούν οι γειτονιές βασιλικό κι ασβέστη» γιατί θα μοσχοβολήσουν τόσο που θα μεθύσεις από τη μυρωδιά τους.

Και τα πόδια θα πιάσουν πάλι το ρυθμό.

Κι οι νότες θα αναδύονται με όλη την ομορφιά τους χωρίς ντροπή.

Κι η ψυχή θα ανεβαίνει στα ουράνια.

Και θα στριφογυρίζεις γεμάτος ανατριχίλα με τα χέρια ανοιχτά.

Πάντα έτσι γίνεται.

Πάντα θα υπάρχουν ανθρώπινες πράξεις που θα γεννάνε ποιητές και μελωδούς.

Γι’ αυτές γράφονται τα ποιήματα, γι’ αυτές και τα τραγούδια.

Αυτές γράφουν τα ποιήματα, αυτές και τα τραγούδια.

 

Σε όλους τους υπόλοιπους που τίμησαν μέχρι τέλους τον σεβασμό που κέρδισαν με το αίμα τους.

 

Ετικέτες: , , , , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: