RSS

Category Archives: ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

Ο σχολικός διευθυντής του μέλλοντος

Ο σχολικός διευθυντής του μέλλοντος

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

– Καλημέρα σας κύριε διευθυντά.
– Καλημέρα κύριε υφιστάμενε.
– Μπορώ να σας κοιτώ στα μάτια; Το επιτρέπει ο νόμος;
– Δυστυχώς υφιστάμενε ή μάλλον ευτυχώς, δεν το επιτρέπει. Μέχρι το πηγούνι ορίζει ο νόμος κι αυτό σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Δεν φταίω εγώ υφιστάμενέ μου. Ο νόμος δεν σε θεωρεί ισάξιό μου. Εσύ μπορείς μόνο να με περιγράφεις.
Ας πούμε, πώς σου φαίνεται το καινούριο μου πουκάμισο; Νομίζω ταιριάζει τέλεια με τη γραβάτα και φυσικά το άρωμα που φοράω.
– Μπορώ να σας απαντήσω κύριε διευθυντά ή μήπως θα παρανομήσω αν το κάνω;
– Φυσικά και μπορείς υφιστάμενέ μου. Μίλα ελεύθερα, δημοκρατία έχουμε. Όμως πρόσεξε σε παρακαλώ τι θα πεις! Με την ευκαιρία, δεν θυμάμαι. Αναπληρωτής είστε ή μόνιμος;
– Για την τελευταία εγκύκλιο που μας κοινοποιήσατε ήθελα να σας ρωτήσω.
– Αγαπητέ υφιστάμενε, η εγκύκλιος είναι του υπουργείου. Εγώ απλώς σας τη μεταφέρω.
– Συμφωνείτε με το περιεχόμενό της; Ω συγνώμη, παραλίγο η ματιά μου να συναντούσε τη δική σας.
– Εννοείτε ότι συμφωνώ, αλλιώς δεν θα είχα τη θέση που έχω. Η δουλειά μου δεν είναι να διαφωνώ με τις εγκυκλίους του υπουργείου υφιστάμενέ μου αλλά να τις υλοποιώ.
Βέβαια έχω απεριόριστη ελευθερία να διαφωνήσω με το μέγεθος και τη γραμματοσειρά του κειμένου αλλά όχι με το περιεχόμενό της.
Που ακούστηκε;
Ένας καλός διευθυντής πρέπει στο εξής να είναι ένας τέλειος μάνατζερ, όπως σε μία επιχείρηση.
– Μα το σχολείο κύριε διευθυντή δεν είναι επιχείρηση.
– Δεν είναι; Και γιατί δεν είναι; Κακώς που δεν είναι. Πρέπει να γίνει. Γιατί να μη γίνει; Και προϊόν διαθέτει και εργαζόμενους και πελάτες.
– Νομίζω πως δεν είναι καθόλου έτσι.
– Έτσι ακριβώς είναι. Πάρε για παράδειγμα το δικό μου το σχολείο. Συγκρίνεται με εκείνο που βρίσκεται από την άλλη πλευρά των γραμμών; Δεν είναι καλύτερο; Όχι πες μου, δεν είναι;
– Τι εννοείτε; Σε τι είναι καλύτερο;
– Καλύτερο κτίριο, ας είναι καλά ο μπαμπάς με το χρωματοπωλείο. Καλύτερες κουρτίνες, ας είναι καλά ο μπαμπάς με το εμπορικό. Καλύτεροι πίνακες, ας είναι καλά η μαμά που δουλεύει στο Ίδρυμα Σοχράιν.
Δεν είναι τυχαίο υφιστάμενέ μου που αυτοί οι γονείς έβγαλαν τέτοια παιδιά διαμάντια.
– Τα παιδιά παντού είναι παιδιά κύριε διευθυντή. Απλώς δεν έχουν όλοι οι γονείς την ίδια οικονομική δυνατότητα και την ίδια κοινωνική επιφάνεια.
– Όχι υφιστάμενε, όχι. Υπάρχουν παιδιά και παιδιά. Είδες τα δικά μας παιδιά τη συμπεριφορά που είχαν τώρα που πήγαμε εκδρομή στην Ισπανία;
– Όχι κύριε διευθυντή δεν είδα επειδή δεν ήρθα. Αλλά ούτε όλα τα παιδιά πήγαν. Αφήστε που αν βρισκόμασταν σε άλλη περιοχή…
– Ας έρχονταν, υφιστάμενε. Ας έρχονταν. Δεν τους το απαγόρεψε κανείς. Δημοκρατία έχουμε. Δε λες ευτυχώς που δεν ήρθαν; Θα χαλούσαν την εικόνα του σχολείου. Ενώ τώρα μάλλον θα πάρουμε το πρώτο βραβείο από την περιφέρεια για την παρουσία και τη συμπεριφορά μας.
Θα γεμίσουν οι τοίχοι του σχολείου βραβεία.
Λέω να φτιάξουμε και μια αίθουσα ξεχωριστή όπως έχουν και τα μεγάλα αθλητικά σωματεία.
– Κύριε διευθυντή παραφέρεστε νομίζω. Συγνώμη και πάλι αλληθώρισε το μάτι και έφτασε στη μύτη σας.
– Φτωχέ υφιστάμενέ μου. Δεν μπορείς να καταλάβεις το όραμά μου και τα μελλοντικά μου σχέδια. Μιλάς με μάνατζερ φτωχέ μου, μιλάς με το μέλλον.
– Με το μέλλον μπορεί να μιλάω αλλά όχι του σχολείου κύριε διευθυντή μου. Αυτό δεν θα είναι το μέλλον του σχολείου όσο κι αν το επιθυμείς.
Φτωχέ διευθυντή μου! Στημένη λεμονόκουπα σε βλέπω να καταλήγεις και να λες ότι σου χρειαζόταν καημένε!

Σ.Σ

Εννοείτε ότι η ιστορία είναι φανταστική. Κάθε ομοιότητα με την πραγματικότητα είναι συμπτωματική.

 

Ετικέτες: , , ,

Ο τσοπάνης, ο λύκος, το μαντρί και τα πρόβατα

Ο τσοπάνης, ο λύκος, το μαντρί και τα πρόβατα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Δυο φορές και τρεις καιρούς, πριν από πολλά-πολλά χρόνια σε μια καταπράσινη κοιλάδα στους πρόποδες του ψηλού βουνού, ζούσαν τα πρόβατα.

Ήταν ευτυχισμένα γιατί ήταν ελεύθερα.

Έβοσκαν το χορτάρι της κοιλάδας, έπιναν το καθαρό νερό από το διπλανό ρυάκι, γεννούσαν τα αρνιά τους, τα τάιζαν με το γάλα τους και τα μεγάλωναν για να συνεχίσουν τον κύκλο της ζωής.

Τα καλοκαίρια με τις μεγάλες ζέστες, άραζαν κάτω από τους ίσκιους των φτελιάδων, τραγουδούσαν, έλεγαν ιστορίες, διάβαζαν και γενικά έκαναν ότι κάνει κάθε ξένοιαστο πρόβατο στη ζωή του.

Το χειμώνα με τα μεγάλα κρύα, είχαν το μαλλί τους να τα ζεσταίνει και τις μικρές σπηλιές στους πρόποδες του βουνού για να προφυλάσσονται από τις βροχές και τα χιόνια.

Στην άκρη της κοιλάδας είχαν χτίσει οι άνθρωποι τα σπίτια τους και έφτιαξαν ένα χωριό.

Οι άνθρωποι τα πήγαιναν καλά με τα πρόβατα. Που και που έδιναν στα πρόβατα λίγη τροφή κι εκείνα το ανταπέδιδαν με λίγο γάλα, όταν δεν το ήθελαν για τα αρνιά τους.

Κάποιοι άνθρωποι, από το σόι των τσοπαναραίων, άρχισαν να πονηρεύονται.

Σκέφτηκαν πως θα ήταν πολύ καλό γι’ αυτούς να μπορούσαν να παίρνουν από τα πρόβατα όλο το γάλα και το μαλλί και, γιατί όχι, να σφάζουν και κανένα πρόβατο για να γεμίζουν τα τραπέζια τους.

Πήγαν λοιπόν και το ζήτησαν επίσημα από τα πρόβατα.

Τα πρόβατα αρνήθηκαν χωρίς δεύτερη κουβέντα και τα κριάρια μετέφεραν στους τσοπαναραίους την απόφασή τους.

Καθόλου δεν άρεσε στους τσοπαναραίους η άρνηση αυτή. Πώς ήταν δυνατόν τα πρόβατα να αρνηθούν την πρότασή τους; Στο κάτω-κάτω πρόβατα ήταν!

Γύρισαν πίσω στο χωριό, μαζεύτηκαν στο δικό τους καφενείο και άρχισαν να καταστρώνουν σχέδια για το πώς θα καταφέρουν να πείσουν τα πρόβατα να δεχτούν να τους δίνουν τα καλούδια τους, ακόμη και να θυσιάζονται, με τη θέλησή τους.

Κάποιος πρότεινε να φτιάξουν παιδικούς σταθμούς και σχολεία για τα μικρά αρνάκια. Άλλωστε αυτό το ζητούσαν τα πρόβατα εδώ και πολλούς αιώνες. Σε αντάλλαγμα θα απαιτούσαν από τα πρόβατα γάλα, μαλλί και μια θυσία το μήνα.

Στα σχολεία θα μπορούσαν να μάθουν στα αρνιά όλα εκείνα που χρειάζονταν ώστε μεγαλώνοντας να δίνουν στους τσοπαναραίους όλα όσα θα τους ζητούσαν χωρίς αντιρρήσεις.

Ένας άλλος είπε πως θα ήταν καλό να περιφράξουν σχεδόν όλη την κοιλάδα ώστε να μην μπορούν τα πρόβατα να βόσκουν σ’ αυτήν, εκτός αν τους έδιναν γάλα, μαλλί και δύο θυσίες το μήνα.

Ακούστηκαν κι άλλες πολλές έξυπνες προτάσεις όμως όλες σταματούσαν σε κάποιο κομβικό σημείο.

Η άρνηση των προβάτων ήταν δεδομένη και δεδηλωμένη από πολύ παλιά.

Περισυλλογή έπεσε στο σόι των τσοπαναραίων μέχρι που ένας νεαρός τσοπάνης  φώναξε γελώντας πονηρά και χαιρέκακα: «Φόβος».

Του ζήτησαν να εξηγηθεί.

Τους εξήγηση πως μόνο με το φόβο θα μπορούσαν να κάμψουν την άρνηση των προβάτων.

Ναι αλλά τι θα τον προκαλούσε;

Ο νεαρός είχε έτοιμη την απάντηση.

Ο λύκος θα προκαλούσε το φόβο. Ποιος άλλος;

Να που όσα ξόδεψαν για να τον σπουδάσουν στο μεγάλο χωριό δεν πήγαν χαμένα.

Το λύκο τον είχαν χρησιμοποιήσει και οι πρόγονοι των τσοπαναραίων για να μπορέσουν να βάλουν χέρι στον πλούτο των προβάτων όμως απέτυχαν οικτρά. Όλοι γνώριζαν τον ταπεινωτικό διωγμό του λύκου από τα κριάρια ο οποίος ήταν και η αιτία που ο λύκος αποσύρθηκε στο βουνό χωρίς να ξαναενοχλήσει τα πρόβατα εδώ και πάρα μα πάρα πολλά χρόνια.

Ο νεαρός συνέχισε να εξηγεί το σχέδιό του.

Η ιστορική μνήμη των προβάτων της μεγάλης τους νίκης ενάντια στο λύκο είχε ατονήσει.

Αν ο φόβος του λύκου επικρατούσε τότε θα μπορούσαν οι τσοπαναραίοι να προτείνουν στα πρόβατα το μάντρωμα για να προστατεύονται.

Σε αντάλλαγμα θα απαιτούσαν και θα έπαιρναν το περισσότερο γάλα και μαλλί και πολλές θυσίες το μήνα. Αλλά το πιο πιθανό ήταν τα ίδια τα πρόβατα να τα πρόσφεραν χωρίς καμία αντίρρηση προκειμένου να προστατεύονται στο μαντρί από το λύκο.

Η ιδέα άρεσε πάρα πολύ στους τσοπαναραίους που ξέσπασαν σε χειροκροτήματα και εξουσιοδότησαν τον νεαρό να προχωρήσει άμεσα στην υλοποίηση του σχεδίου του.

Εκείνος το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να πάει στο βουνό για να βρει το λύκο.

Ο λύκος, στην αρχή αρνήθηκε γιατί θυμήθηκε την ντροπιαστική του ήττα όμως η επιμονή του νεαρού τσοπάνη και το επιχείρημα πως αποτελούσε μια πολύ καλή ευκαιρία για να εκδικηθεί τα πρόβατα και να τους καταφέρει επιβλητική νίκη, τον έπεισαν.

Από όσα μπορούμε να γνωρίζουμε το σχέδιο του νεαρού τσοπάνη μάλλον πέτυχε.

Άλλοι λένε πως πέτυχε προσωρινά και άλλη πως δεν υπάρχει περίπτωση τα πρόβατα να νικήσουν το φόβο του λύκου.

Οι τελευταίοι μάλλον ξεχνάνε πως αφού ο λύκος νικήθηκε μια φορά μπορεί να νικηθεί και πάλι.

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Πιότερο από το μάθημά σου ν’ αγαπάς τους μαθητές σου

Πιότερο από το μάθημά σου ν’ αγαπάς τους μαθητές σου

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

τι φταίμε εμείςΜε αφορμή έναν πραγματικό διάλογο με αρκετές προσθήκες. Σε κάποιους ίσως να φανούν υπερβολικές μα όσοι κινούνται στο χώρο των σχολείων ίσως να έχουν να κάνουν και άλλες.

– Δάσκαλος θέλω να γίνω παππού σαν μεγαλώσω. Μόνο αυτό αγαπάω.

– Πιότερο από το μάθημά σου ν’ αγαπάς τους μαθητές σου. Μόνο τότε θα κάνεις και το μάθημα σου πιο όμορφο και δεν θα πάψεις ποτέ να διεκδικείς γι’ αυτούς αλλά και για σένα το καλύτερο.

– …

– Μιας κι αποφάσισες να γίνεις δάσκαλος πρέπει να ξέρεις πως ο δρόμος που θα διαβείς είναι δύσκολος. Μη θαρρείς πως θα τον διανύσεις με αυτοκίνητο. Με τα πόδια θα πας και πολλές φορές στα πόδια σου δεν θα φοράς παπούτσια, θα είσαι ξυπόλυτος.

– Γιατί το λες αυτό παππού;

– Γιατί θα έρχονται μέρες που η ψυχή σου θα πονάει τόσο που θα θέλεις να το βάλλεις στα πόδια. Θα έρχονται μέρες που δεν θα μπορείς να πεις ψέμματα στους μαθητές σου γιατί θα σε κοιτάνε στα μάτια και θα παρακαλάνε για μια σταγόνα αλήθειας.

Θα έρχονται στιγμές που δεν θα μπορείς να γιατρέψεις μια παιδική ψυχή πληγωμένη. Θα συναντήσεις παιδιά παρατημένα από γονείς και κοινωνία, παιδιά δαρμένα και βιασμένα ψυχικά. Τούτο το σύστημα το εκπαιδευτικό δε νοιάζεται γι’ αυτά τα παιδιά και το χειρότερο θα ζητήσει κι από σένα να κάνεις το ίδιο. Μην ασχολείσαι με καμμένα χαρτιά θα σου πουν κι εσένα δεν θα το χωράει ο νου σου και θα σχίζεται η καρδιά σου. Βλέπεις τούτο το σύστημα το εκπαιδευτικό, μόνο εκπαιδευτικό δεν είναι.

– Και τι είναι;

– Βαθμοθηρικό είναι, εξεταστικό είναι χωρίς ισότητα και χωρίς δικαιοσύνη. Κρύβει την ανεπάρκειά του να εμπνεύσει τους νέους πίσω από διαγωνισμούς, πρωτιές, αριστείες και καινοτομίες. Πνίγει την κριτική σκέψη που γεννά αμφισβήτηση και υμνεί την αδιάκοπη προσπάθεια χωρίς ανάσα και κυρίως χωρίς σκέψη. Επιβραβεύεται αυτός που θα μάθει να λέει το τρίωρο ποίημα σε μια πανελλαδική εξεταστική διαδικασία που θα στοιβάξει τους περισσότερους υποψήφιους σε σχολές που επιλέγουν όχι από αγάπη αλλά από ανάγκη.

– Μα οι καλύτεροι δεν πρέπει να επιβραβεύονται; Αυτό δεν είναι το δίκαιο; Όλοι δεν έχουν δικαίωμα συμμετοχής στις εξετάσεις; Αυτό δεν είναι ισότητα;

– Καλύτεροι σε τι; Τι σόι εκπαιδευτικό σύστημα είναι αυτό που εκπαιδεύει τα παιδιά, από το δημοτικό ακόμα, στην πειθαρχία, στη ρουφιανιά, στην υπακοή και στις συνεχείς εξετάσεις; Αν συμβεί κάτι μέσα στην τάξη η πιο συνηθισμένη αντιμετώπιση είναι η απαίτηση κάποιος μαθητής να μαρτυρήσει ποιος το έκανε. Πάρε 50 ερωτήσεις για επανάληψη και εξέταση στην Ιστορία, λέει ο ένας δάσκαλος. Τεστ στη Γλώσσα, τεστ στα μαθηματικά, τεστ στη γεωγραφία, τεστ στα θρησκευτικά. Η αξιολόγηση επικαλύπτει την ομορφιά της απόκτησης της γνώσης. Και να τα παρατράγουδα με τους βαθμούς. Γιατί στο παιδί μου έβαλες 9 αντί για 10;,παραπονιέται ο ένας ο γονιός, γιατί μπήκε το άλλο το παιδί στη σημαία για την παρέλαση και όχι το δικό μου; παραπονιέται ο άλλος ο γονιός, γιατί το δικό μου το παιδί που δεν κάνει φασαρία πήρε τον ίδιο βαθμό με το άλλο που κάνει; παραπονιέται ο τρίτος γονιός και πάει λέγοντας. Πρέπει να μάθουν από μικρά στην πίεση, να ξεχάσουν ότι είναι παιδιά που πρέπει να παίζουν. Πρέπει να μάθουν από μικρά να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των εξετάσεων της τρίτης λυκείου. Όλο το εκπαιδευτικό μας σύστημα έχει τα μάτια του στραμμένα στις πανελλαδικές. Και ποιο είναι το αποτέλεσμα; Ένας μεγάλος αριθμός υποψηφίων, αν όχι η πλειοψηφία, να περνάει σε κάποια σχολή όχι αυτή που θα προτιμούσε, έτσι για να περάσει κάπου. Τα εκπαιδευτικά συστήματα πρέπει να βοηθούν με όποιον τρόπο χρειαστεί και με οποιοδήποτε οικονομικό τίμημα ώστε οι μαθητές να αναπτύσσουν τις κλίσεις και τα ταλέντα τους μέσα στο σχολείο με ψυχική ηρεμία και ισορροπία, χωρίς ανισότητες, χωρίς αδικίες και χωρίς αποκλεισμούς.

– Υπάρχει τέτοιο σχολείο παππού κάπου;

– Δεν ξέρω αν υπάρχει. Ξέρω πως, αν δεν υπάρχει πρέπει να δημιουργηθεί. Αυτό πίστευα όσο ήμουν δάσκαλος κι αυτό πιστεύω και τώρα. Γι’ αυτό σου είπα τα προηγούμενα. Αν γίνεις δάσκαλος να σπέρνεις κάθε μέρα στους μαθητές σου την αμφισβήτηση. Κι όταν οι μαθητές σου αμφισβητήσουν κι όσα τους λες εσύ ο ίδιος, τότε να νιώσεις περήφανος γιατί πέτυχες το σκοπό σου. Αμφισβητώντας προχωράει ο άνθρωπος όρθιος. Υπακούοντας άκριτα βαδίζει πάντα σκυφτός και υποταγμένος. Τον λες άνθρωπο όμως αυτόν;

 

Ετικέτες: , , , ,

ΘΕΑΤΡΙΚΟ: ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ

ΘΕΑΤΡΙΚΟ

 

«ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ»

 Χρήστος Επαμ. Κυργιάκης

ΠΡΑΞΗ 1η

 

Η ιστορία διαδραματίζεται στο καφενείο: «Το ραντεβού της νεολαίας». Μόνιμοι θαμώνες στο καφενείο της γειτονιάς μια παρέα  συνταξιούχων για να περνάνε το χρόνο τους και να γεμίζουν τη μοναξιά τους. Τους τοίχους του καφενείου κοσμούν οι φωτογραφίες του Κωνσταντίνου Καραμανλή, του Ανδρέα Παπανδρέου, του Κώστα Σημίτη, του Κώστα Καραμανλή, του Γιώργου Παπανδρέου, του Αντώνη Σαμαρά και του Αλέξη Τσίπρα. Σε μια ιδιαίτερη θέση, δίπλα στο εικονοστάσι, βρίσκεται κρεμασμένη και η φωτογραφία του Κώστα Μητσοτάκη, «διανθισμένη» με μια αρμαθιά σκόρδα για καλό και για κακό.

 

Είναι 9 η ώρα το πρωί, ημέρα Δευτέρα 2 Απριλίου. Οι φίλοι και οι φίλες μας πληρώθηκαν τη σύνταξή τους και το κλίμα είναι θετικό.

Η μουσική που έβαλε η Ντίνα, η γυναίκα του καφετζή, του Γρηγόρη, ταιριάζει με το θετικό κλίμα. Ήδη στο καφενείο βρίσκονται ο Αντώνης, ο Κώστας, η Ευτέρπη και η Γεωργία.

 

ΝΤΙΝΑ: Αντωνάκη μου, στον πέτυχα τον καφέ σήμερα, έτσι δεν είναι;

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Μωρέ τον πέτυχες… στο «δόξα πατρί». Αν είχε και λίγο καφέ μέσα θα μπορούσες να τον πεις και «καφέ».

 

ΝΤΙΝΑ: Μια ζωή γκρινιάρης και γρουσούζης, γι’ αυτό έμεινες μόνος σου.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Είσαι οχιά και μέγαιρα.

 

ΕΥΤΕΡΠΗ: Έλα Ντίνα μου, μην του δίνεις σημασία.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Μίλησε και η «Τέρπη». Άκου Τέρπη! Αλλά, τι ανάγκη έχεις; Ας έπαιρνα κι εγώ τη συνταξάρα που παίρνεις εσύ και να δεις τι πλακίτσες θα έκανα.

 

ΕΥΤΕΡΠΗ: Δούλεψα τόσα χρόνια Αντώνη.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Ε βέβαια, ενώ εμείς κάναμε διακοπές στις Μπαχάμες. (ειρωνικά). Δούλεψες! Σ’έφαγε το λιοπύρι. Καθόσουνα αναπαυτικά στα δικαστικά έδρανα και απένειμες τάχα δικαιοσύνη, κι εσύ κι ο άντρας σου. Άιντε μην ανοίξω το στόμα μου, άιντε μην τ’ ανοίξω.

 

ΝΤΙΝΑ: Μπα! κλειστό το είχες τόση ώρα;

 

(Παύση…)

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: (Ψιθυριστά και εμπιστευτικά). Δεν ξέρω εσύ Τέρπη μου πως τα πας με τον Σόλωνα, πάντως εγώ έχω θέμα με τον Τάσο.

 

ΤΕΡΠΗ: Τι θέμα;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Να, ξέρεις…καταλαβαίνεις…σεξουαλικής φύσεως.

 

ΤΕΡΠΗ: Τι; Δεν ανταποκρίνεται;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ανταποκρίνεται, δε λέω. Κάνε πιο δω να σου πω. Κάθε φορά που παίρνουμε τη σύνταξη, θέλει να το γιορτάζουμε.

 

ΤΕΡΠΗ: Μπα, και δεν του φαινότανε. Κοίτα να δεις ο Τάσος!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ναι αλλά, μόλις αρχίσει κι ανεβάσει παλμούς αρχίζει και «ξεφυσάει».

 

ΤΕΡΠΗ: Ταύρος πραγματικός ο Τάσος σα να λέμε!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ναι αλλά δεν ξεφυσάει από το στόμα.

 

ΤΕΡΠΗ: Κι από πού ξεφυσάει;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: (γεμάτη ντροπή) Από…τον πισινό.

 

(Ακούγονται τρανταχτά γέλια. Ο Κώστας που ήταν λίγο πιο πέρα άκουσε όλη τη συζήτηση)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Συγνώμη Γιωργίτσα μου, δεν το έκανα επίτηδες. Αλλά μου φάνηκε τόσο αστείο. (γελώντας) Άκου να «ξεφυσάει»!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Καλά δε ντρέπεσαι να κρυφακούς; Αλλά τι περιμένεις από έναν άνθρωπο που ήταν σε όλη του τη ζωή χασάπης; Από πού να μάθει τρόπους; Από τα μοσχάρια ή από τα γουρούνια;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Χασάπης ήμουνα και λέω τα πράγματα με το όνομά τους. Βλέπεις, δεν ήμουνα δικηγόρος σαν τον Τάσο σου (αρχίζει πάλι να γελάει). Άκους εκεί να «ξεφυσάει»!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Γέλα τώρα που μπορείς γιατί σε λίγο, θα πλακώσει το σόι σου για την «είσπραξη» και θα σου κοπεί το γέλιο. Ούτε μία δεκάρα δεν θα έχεις αύριο στην τσέπη σου βρε κακομοίρη!

 

(Πριν καλά-καλά προλάβει η Γεωργία να τελειώσει τη φράση της, η πόρτα του καφενείου ανοίγει και εισέρχεται ο Δημήτρης, ο γιος του Κώστα)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Καλημέρα σε όλους. Πατέρα, καλημέρα. Όλα καλά; Ντινάκι, μου φτιάχνεις ένα καφεδάκι σε παρακαλώ, έτσι μερακλίδικο να το φχαριστηθώ;

 

ΝΤΙΝΑ: Να σου φτιάξω, γιατί να μη σου φτιάξω. Δε μου λες Δημητράκη μου. Κερασμένος από τον μπαμπά σου;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Ντινάκι μου με πληγώνεις. Επειδή, δηλαδή με χτύπησε η ατυχία σα το χταπόδι στο βράχο, θα πρέπει η κοινωνία να πέσει να με φάει;

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Ποια ατυχία Δημητράκη; Για ποια ατυχία μιλάς; Είχες μια χαρά στρωμένη δουλειά από τον πατέρα σου και την εγκατέλειψες.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Κυρ-Αντώνη, άσε αυτά που εγκατέλειψα εγώ και πιάσε αυτούς που εγκατέλειψαν εσένα.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Μπορείτε σας παρακαλώ να σταματήσετε; Στο κάτω-κάτω δεν σας αφορά τι κάνω εγώ με τα λεφτά μου. Δική μου είναι η σύνταξη και την κάνω ότι θέλω.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Καλά σας λέει ο πατέρας μου. Μπράβο ρε πατέρα, τους έβαλες στη θέση τους.

ΚΩΣΤΑΣ: Μάλλον δεν κατάλαβες καλά γιε μου. Αυτά που είπα αφορούν και σένα. Τέρμα το άρμεγμα. Ότι έφαγες, έφαγες. Το μαγαζί είναι ακόμα στη θέση του και σε περιμένει. Αύριο κιόλας αν θέλεις ξεκινάς.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Τι μου λες τώρα ρε γέρο; Και τη μεγάλη μου αγάπη τι να την κάνω; Να την παρατήσω; Κρίμα είναι;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Για ποια μιλάς; Γνώρισες καμιά κοπέλα;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Κοπέλα;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Ε, τι γνώρισες; Μπουλντόζα;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Η μεγάλη μου αγάπη είναι η ποίηση. Πόσες φορές να στο πω; Έχω εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές. Είναι θέμα χρόνου, μέχρι να με ανακαλύψουν οι αναγνώστες. Ειδικά η τελευταία μου συλλογή αναμένεται να κάνει θραύση. Ο εκδότης μου είναι σίγουρος.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Ο εκδότης σου είναι σίγουρος γιατί σε μαδάει κανονικά. Δηλαδή, όχι εσένα. Εμένα έχει τσουρομαδήσει όπως τη γριά κότα πριν την κάνουν σούπα.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: (μαζεμένος γιατί βλέπει ότι χάνει τη χρηματοδότηση)

Πατέρα, είσαι άδικος. Άμα σου διαβάσω μερικούς στίχους από ένα τελευταίο ποίημά μου, θα αλλάξεις γνώμη.

 

(Βγάζει την ποιητική του συλλογή από το σακίδιό του, το ανοίγει και αρχίζει να διαβάζει όρθιος. Εν τω μεταξύ η Ντίνα του φέρνει και τον καφέ που είχε παραγγείλει)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Λέγεται: «Ζαρζαβατικούλι μου».

Δεν άντεξα όταν σε είδα/πίσω από τη λαχανίδα

Γλυκούλα σαν μια ντοματούλα/και ζουμερή σαν πατατούλα

Άγρια ήσουν σαν τσουκνίδα/κι αφράτη σαν την κουνουπίδα

 

ΝΤΙΝΑ: Κουνουπίδι λέγεται, όχι κουνουπίδα.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Ποιητική αδεία, αγράμματη, αλλά τι να καταλάβεις εσύ από ποίηση;

ΝΤΙΝΑ: Αν σου φέρω το δίσκο στο κεφάλι να δεις εσύ τι θα καταλάβεις.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Δεν πα να φτιάξεις καμιά σαλάτα λέω εγώ, να λιγδώσει λίγο και το άντερό σου.

 

(Εν τω μεταξύ ο Κώστας, είχε γύρει πάνω στο τραπέζι με τα χέρια του να έχουν αγκαλιάσει το κεφάλι σα να θέλει να προφυλαχτεί από σεισμό. Δεν άντεξε κι έβαλε τα κλάματα. Σκουπίζει τα μάτια του και αρχίζει να μιλάει)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκες, η σχωρεμένη η μάνα σου ονειρευόταν μεγαλεία για σένα. Πως θα γίνεις μεγάλος και τρανός. Σε ήθελε το λιγότερο πρωθυπουργό της Ελλάδας.

(Γυρνώντας προς τη φωτογραφία του Ανδρέα Παπανδρέου σταυροκοπιέται) Μεγάλε Ανδρέα, σχώρα με. Χατίρι δε σου χάλασε ποτέ. Θα το χαλάσεις το παιδί, της έλεγα. Το χαβά της αυτή.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Η μητέρα με αγαπούσε και με πίστευε όσο κανείς άλλος στον κόσμο. Είχε αντιληφθεί από πολύ νωρίς την κλίση μου στην ποίηση.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: (Φασκελώνοντάς τον  και με τα δύο χέρια)

Να, πάρε δέκα Νόμπελ για να ησυχάσεις.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Βλέπεις, εκείνη ήταν από τζάκι. Δε συγχώρεσε ποτέ στον εαυτό της το ότι ερωτεύτηκε εμένα, έναν χασάπη. Προσπάθησα να τη συνεφέρω αλλά δεν έπαιρνε από λόγια. Κι εσύ, βρε παλιοτόμαρο κατάλαβες από νωρίς την αδυναμία που σου είχε και την εκμεταλλευόσουνα μέχρι εκεί που δεν παίρνει.

 

(Ο Δημήτρης κάθεται σε μια καρέκλα και ακούει με σκυφτό το κεφάλι)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Όμως Δημητράκη μου ως εδώ. Δεν αντέχω άλλο. Έστω κι αν είναι αργά, αποφάσισα να το σταματήσω αυτό το παραμύθι. Η χρηματοδότηση κομμένη. Η θα δουλέψεις το μαγαζί ή να αρχίσεις να τρως τις ποιητικές συλλογές σου.

 

(Ο Δημήτρης σηκώνεται. Με σκυφτό το κεφάλι και αργά βήματα, κατευθύνεται προς την πόρτα του καφενείου για να φύγει)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Εντάξει πατέρα, έχεις δίκιο. Φεύγω.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Και που πας;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Πάω να φάω τις ποιητικές μου συλλογές, όπως είπες. Άλλωστε έχω τρεις μέρες να βάλω μπουκιά στο στόμα μου. (Φεύγει τρέχοντας)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Στάσου, μη φεύγεις. Δεν μου απάντησες (Τον ακολουθεί με το γέρικο βηματισμό του. Στο καφενείο επικρατεί απόλυτη σιωπή)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Η αξιολόγηση επί τουρκοκρατίας

Η αξιολόγηση επί τουρκοκρατίας

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

 

Η παρακάτω ιστορία έφτασε σε μένα από τον συχωρεμένο τον παππού μου που κι εκείνος την είχε ακούσει από τον δικό του παππού και πάει λέγοντας. Δεν ξέρω αν είναι αληθινή. Αυτό που ξέρω είναι πως τελικά «όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν».

 

Επί τουρκοκρατίας, όταν Μεγάλος Σουλτάνος ήταν ο Σαμάρ Αντόν ο 1ος, (μπορεί να ήταν και ο Αλέξιος Τσιπράνογλου ο λεγόμενος και Αριστερός επειδή έγραφε με το αριστερό) στο μεγάλο δρόμο που ένωνε τα μικρά χωριά με τη μεγάλη πόλη, βρισκόταν ένα χάνι, το περίφημο Χάνι του Σχολειού επειδή βρισκόταν πάνω σ’ ένα μεγάλο ύψωμα που άμα ανέβαινε κανείς, λες και είχε όλον τον κόσμο στα πόδια του.

Το Χάνι του Σχολειού, εξυπηρετούσε όλους τους ταξιδιώτες που πηγαινοέρχονταν ανάμεσα στα μικρά χωριά και τη μεγάλη πόλη εντελώς δωρεάν γιατί είχε φτιαχτεί και συντηρούταν από τις εισφορές και τα χαράτσια των κατοίκων της γύρω περιοχής.

Στον ίδιο δρόμο, λίγο πιο μακριά, λειτουργούσε ένα ακόμη χάνι, το

Ιδιώτ-Χάνι, μόνο που αυτό, πρόσφερε τις υπηρεσίες του επί πληρωμή. Σ’ αυτό κατέφευγαν όσοι από τους ταξιδιώτες είχαν γεμάτο πουγκί και κάποιοι, ελάχιστοι, που ήθελαν να ζήσουν, έστω και για ένα βράδυ, σαν αγάδες.

Όμως, καθώς πλησίαζε ο γάμος της κόρης του, την Ελλαδαΐδας με τον Τρόικαν, το γιο του Βεζίρη της Ευρώπης, σκέφτηκε πως θα ήταν καλύτερο για την προίκα της, να κουτσουρέψει τις δαπάνες για το Χάνι του Σχολειού.

Ο Μεγάλος Σουλτάνος, είχε αναθέσει τη διοίκηση του Χανιού του Σχολειού στον Αρβανίτ Πασά, με την εντολή να κάνει όσες περισσότερες περικοπές μπορεί.

Το Χάνι το κρατούσαν δύο ντόπιοι από τα γύρω χωριά. Δούλευαν εκεί για πάρα πολλά χρόνια. Ο Δασκαλόπουλος και ο Καθηγητώνης.

Ο Αρβανίτ Πασάς δεν αργοπόρησε ούτε λεπτό να υλοποιήσει τις εντολές του Μεγάλου Σουλτάνου.

Το πρώτο που έκανε ήταν να κόψει την προμήθεια μοσχαρίσιου κρέατος προς το Χάνι με το σκεπτικό πως δεν ήταν δα και τόσο απαραίτητο οι ταξιδιώτες να τρώνε κρέας. Αν ήθελαν κάτι τέτοιο, ας πήγαιναν παραδίπλα, στο Ιδιώτ-Χάνι.

Διαμαρτυρήθηκαν λίγο οι δύο ντόπιοι, στραβομουτσούνιασαν λίγο οι ταξιδιώτες αλλά τι να έκαναν; Το δέχτηκαν. «Και το αρνί καλό είναι» σκέφτηκαν.

Πολύ σύντομα, ο Αρβανίτ Πασάς κατέστρωσε ένα σχέδιο, με σκοπό, να περικόψει κι άλλο τα έξοδα του Χανιού και, αν ήταν δυνατόν, στο τέλος να το έκλεινε. Αυτοί που κατείχαν το διπλανό Ιδιώτ-Χάνι, περίμεναν πως και πώς να το αγοράσουν.

Θα έστελνε, δυο φορέα την εβδομάδα, τον Συμβουλόμπεη να ελέγχει τον Δασκαλόπουλο και τον Καθηγητώνη και να τους ρωτάει διάφορα.

Έφτασε ο Συμβουλόμπεης στο Χάνι και άρχισε τις ερωτήσεις.

«Τα λεφτά που σας δίνει ο Αρβανίτ Πασάς, καλύπτουν τις ανάγκες του Χανιού;», ήταν η πρώτη του ερώτηση.

«Τις καλύπτουν και περισσεύουν, ζωή να έχει ο πολυχρονεμένος», απάντησαν οι δύο ντόπιοι με μια φωνή θέλοντας να κάνουν καλή εντύπωση.

«Τότε, φέρτε μου το περίσσευμα πίσω. Κάπου αλλού θα σκεφτεί να το διαθέσει ο Πασάς», είπε αμέσως μετά ο Συμβουλόμπεης.

Τι να έκαναν οι καψεροί. Έτσι όπως απάντησαν, δεν μπορούσαν παρά να του δώσουν λίγα γρόσια από τα δικά τους γιατί περίσσευμα, δυστυχώς, δεν υπήρχε. Μόλις και που έφταναν τα χρήματα του Πασά για καλυφθούν οι ανάγκες του Χανιού.

Την ίδια ερώτηση τους ξανάκανε ο Συμβουλόμπεης όταν πήγε πάλι να τους συναντήσει.

Τώρα όμως είχαν πάρει το μάθημά τους και πρόσεξαν πολύ καλά την απάντηση.

«Πώς να τις καλύψουν; Δεν φτάνουν τα λεφτά που στέλνει ο Πασάς» είπαν και περίμεναν την αντίδραση του Συμβουλόμπεη.

«Τότε να συμπληρώνετε από το μισθό σας και αν πάλι δε φτάνουν, να κάνετε πιο μικρές τις μερίδες. Όποιος θέλει κανονική μερίδα να πάει στο Ιδιώτ-Χάνι», ήταν η απάντηση του Συμβουλόμπεη ο οποίος συνέχισε:

«Και γιατί δεν πάτε στον Αμέτ που έχει το μποστάνι και τα πρόβατα, να του ζητήσετε βοήθεια;»

«Τι είδους βοήθεια δηλαδή;», αναρωτήθηκε ο Καθηγητώνης.

«Να σας στέλνει λίγα ζαρζαβατικά, κανένα αρνάκι που και που! Είναι καλός άνθρωπος, δεν θα αρνηθεί. Αν του πείτε, μάλιστα ότι μπορεί να στήσει και ένα πάγκο, έξω από το Χάνι, με τα προϊόντα του, νομίζω πως δεν θα αρνηθεί. Είναι καλός άνθρωπος, σας λέω».

Αυτά τους είπε ο Συμβουλόμπεης και έφυγε καβάλα στη φοράδα του.

Ξαναήρθε σε λίγες μέρες ο Συμβουλόμπεης και είδε έξω από το Χάνι τον πάγκο του Αμέτ. Λάχανα, κουνουπίδια, ζαρζαβατικά διάφορα και καμιά δεκαριά αρνάκια να βελάζουν, μακροσχοινισμένα καθώς ήταν, χαλώντας τον κόσμο.

Μπήκε μέσα και βρήκε τους δύο ντόπιους σκεπτικούς. Αμέσως έκανε την ερώτηση:

«Το Χάνι είναι σε καλή κατάσταση; Η κουζίνα, η σκεπή, τα κρεβάτια, όλα καλά;»

«Όλα μια χαρά» απάντησε ο Δασκαλόπουλος.

«Ωραία! Από τον άλλο μήνα, δεν χρειάζεται να σας στείλω τα γρόσια που παίρνετε για τη συντήρηση. Κι εγώ μια χαρά το βλέπω. Του χρόνου, αν χρειαστεί, το ξανασυζητάμε. Εντάξει;», ανακοίνωσε ο Συμβουλόμπεης κι έφυγε και πάλι βιαστικός, καβάλα στη φοράδα του.

Εν τω μεταξύ, ο Μεγάλος Σουλτάνος είχε σεκλέτια. Ο Βεζίρης της Ευρώπης του ζήτησε περισσότερη προίκα αν ήταν να παντρευτεί ο γιος του την Ελλαδαΐδα. Τότε ο Σουλτάνος, αποφάσισε να αυξήσει τους φόρους και τα χαράτσια και μήνυσε στον Αρβανίτ Πασά να μειώσει κι άλλο τις δαπάνες για το Χάνι του Σχολειού. Εκείνος, με τη σειρά του, κάλεσε τον Συμβουλόμπεη και του είπε να πάει στους δύο ντόπιους και να τους ανακοινώσει πως από δω και στο εξής το Χάνι θα φιλοξενούσε δωρεάν μόνο τους ταξιδιώτες που ήταν καλά ντυμένοι και ταξίδευαν με άλογα ή μουλάρια. Οι κουρελιάρηδες οι πεζοί και όσοι ταξίδευαν με γαϊδούρια, αποκλείονταν από το Χάνι.

Το φυσούσαν και δεν κρύωνε οι δύο ντόπιοι κι άρχισαν να σκέφτονται πως κάτι έπρεπε να κάνουν γιατί όπως πήγαινε το πράμα, πολύ σύντομα το Χάνι θα έκλεινε. Δεν μπορούσαν, όμως να βρουν τι ήταν αυτό που έπρεπε να γίνει.

Οι κάτοικοι των μικρών χωριών που αποκλείστηκαν από το Χάνι, άρχισαν κι εκείνοι να ανησυχούν και να εξοργίζονται. Έλεγαν πως θα σταματήσουν να πληρώνουν τους φόρους και τα χαράτσια και πως θα μπουν με το «έτσι θέλω» μέσα στο Χάνι. Το΄παν και το΄καναν.

Μόλις έμαθε ο Σουλτάνος για τις ταραχές στα μικρά χωριά, έστειλε γενίτσαρους καβαλάρηδες για να πάρουν κεφάλια και να σταματήσει η εξέγερση.

Έλα όμως που οι χωρικοί ήταν μαθημένοι από τέτοια. Έκλεισαν τους δρόμους που οδηγούσαν στα μικρά χωριά και σαν είδαν τους γενίτσαρους να πλησιάζουν, άναψαν παντού φωτιές με σβουνιές των ζώων και ξερόκλαδα. Γέμισε ο κάμπος πυκνό καπνό τόσο που οι γενίτσαροι δεν έβλεπαν κατά που να πάνε. Σαστισμένοι, δεν μπορούσαν να καταλάβουν από πού τους έρχονταν οι πέτρες με αποτέλεσμα να φύγουν πανικόβλητοι.

Αγρίεψε ο Σουλτάνος και αποφάσισε να κλείσει το Χάνι. Ούτε γρόσι δεν θα έδινε στο εξής. Όσο για τον Δασκαλόπουλο και τον Καθηγητώνη, απολύθηκαν και οι δύο και ο Σουλτάνος, έπαψε να ασχολείται με τους κατοίκους των μικρών χωριών. Είχε μεγαλύτερες σκοτούρες για να ασχοληθεί.

Η αλήθεια είναι πως το Χάνι έκλεισε για λίγο καιρό αλλά ξανάνοιξε. Αυτή τη φορά το συντηρούσαν οι χωρικοί μόνοι τους. Ότι είχε ο καθένας πρόσφερε. Άλλος τα λαχανικά, άλλος το λάδι, άλλος κανένα αρνί και όλα πήγαιναν ρολόι. Ο Δασκαλόπουλος με τον Καθηγητώνη ξανάπιασαν δουλειά για να εξυπηρετούν τους ταξιδιώτες και φυσικά γλύτωσαν από τις επισκέψεις του Συμβουλόμπεη και τις «ιδέες» του Αρβανίτ Πασά.

 

 

 

 

 

 

 

Το αίμα μας σώζει τις πλούσιες ζωές τους

Το αίμα μας σώζει τις πλούσιες ζωές τους

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Δυο παλιά τραγούδια, λίγο κρασί στο ποτήρι, τα παιδιά στα γόνατα και η σκέψη παντού και πουθενά.

Δεν πρόλαβε να μπει ο μήνας και τα λεφτά σώθηκαν. Σώθηκε και η υπομονή και το κουράγιο. Πόσο να έχεις και από αυτά;

Πάλι μαύρισε η ψυχή σου. Κοιτάζεις τα παιδιά όταν εκείνα δεν σε βλέπουν και λες ότι κάτι πρέπει να κάνεις. Σε κοιτάζουν στα μάτια και τότε λες πως σίγουρα κάτι πρέπει να κάνεις.

Αλλά τι;

Σκέφτεσαι να βρεις μια δουλειά ακόμα, ότι να΄ ναι, για να πάψεις να ντρέπεσαι όταν σε κοιτάζουν στα μάτια. Δεν απαιτούν τίποτα, αλλά εσύ νιώθεις ενοχές ακριβώς γιατί τους έμαθες πως δεν πρέπει να απαιτούν.

Όμως πού να βρεθεί η δεύτερη δουλειά; Αστεία να λέμε; Εδώ χάνεται και η πρώτη και όποια δεν χάνεται μετατρέπεται σε εθελοντική εργασία , σε ευγενική χορηγία προς τους δύστυχους τους δανειστές μας.

Δεν προλαβαίνεις να πληρώνεις, δεν φτάνουν αυτά που παίρνεις για να τα βγάλεις πέρα και το χειρότερο, δεν προβλέπεται να φτιάξουν τα πράγματα αλλά είναι βέβαιο ότι θα γίνουν ακόμα χειρότερα. Αυτοί που κυβερνούν δεν έχουν πλέον κανένα πρόβλημα να το ανακοινώνουν με χαρμόσυνους τόνους:

« Ξέρετε, δεν πιάσαμε τους στόχους, που γνωρίζαμε πως έτσι κι αλλιώς δεν θα τους πιάναμε. Κάναμε λάθος. Πρέπει να περάσετε πάλι για «αιμοδοσία». Το αίμα σας, σώζει τις πλούσιες ζωές τις δικές μας και των αφεντικών μας».

Ξαναρίχνεις δυο σεκλέτια στο ποτήρι και το μυαλό σου πάει 35 χρόνια πίσω, σε ένα χειμωνιάτικο απόγευμα όταν ο θείος σου έφευγε, ετών 23, για την ξενιτιά. Θυμάσαι το κλάμα που έκανες κατά τον αποχωρισμό. Ήσουν δεν ήσουν έξι χρονών.

Όταν έφευγε λυγούσε σίδερα. Τώρα του έμεινε μια σύνταξη πρόωρη λόγω προβλήματος που απέκτησε στον αυχένα δουλεύοντας στα σιδεράδικα και στις χαλυβουργίες κάνοντας δυο και τρεις δουλειές για να μαζέψει λεφτά να γυρίσει  πίσω στην πατρίδα καθώς και το παράπονο που δεν γύρισε πίσω.

Τα παιδιά πήγαν για ύπνο και έμεινες μόνος με τις σκέψεις σου. Οι σκέψεις, σαν είναι βαριές είναι η χειρότερη παρέα και αν σε πετύχουν και μόνο, σου καίνε τα σωθικά.

Σπάζεις το κεφάλι σου να βρεις μια λύση αλλά μάταια.

Θυμάσαι το γείτονά σου που σου είπε τις προάλλες πως δεν πρέπει να παραπονιέσαι γιατί υπάρχουν και χειρότερα. «Υπάρχουν όμως και καλύτερα» του απάντησες και έφυγες.

Δεν θέλησες ποτέ να γίνεις πλούσιος. Τις υποχρεώσεις μόνο να βγάζεις πέρα. Αυτό ήθελες. Αυτό θέλεις και τώρα μα δεν σ΄αφήνουν. Βάζουν το χέρι στην τσέπη σου και αρπάζουν ότι έχεις.

«Φίλε, πρέπει να ψάχνεις για τα αντίθετα αν ζητάς εξηγήσεις», του είπε μια μέρα ένας συνάδελφος.

«Αν κάπου υπάρχει φτώχια, ψάξε την αιτία στον πλούτο. Για να υπάρξουν λίγοι πλούσιοι πρέπει να δημιουργηθούν πολλοί φτωχοί», συνέχισε ο συνάδελφος, αλλά εσύ δεν έδωσες σημασία. Τότε θεωρούσες πως δεν είσαι φτωχός. Τώρα όμως;

Είχε και απεργία προχτές, αλλά εσύ δεν έκανες γιατί δεν βγαίνεις οικονομικά.

Άσε που με τις απεργίες κάνεις δώρο τα λεφτά σου στο κράτος. Δεν είσαι δα και τόσο κορόιδο να μην τα καταλαβαίνεις αυτά.

Αφού ήπιες και την τελευταία γουλιά αναστενάζοντας, έπεσες να κοιμηθείς, αυτές τις λίγες ώρες που σ΄ έπαιρνε ο ύπνος τελευταία.

Μέχρι και τον ύπνο σου έκλεψαν χωρίς να το πάρεις είδηση.

Μέχρι και τον ύπνο σου τους χάρισες χωρίς να φέρεις αντίρρηση.

Αύριο έχει πάλι απεργία. Αλλά, τι να κάνεις; Τα είπαμε αυτά. Δεν βγαίνεις!

 

 

 

 

Πολυτεχνείο

Πολυτεχνείο 

 

Σκεφτήκαμε φέτος η εκδήλωση για την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου να μην είναι απλώς ένα μνημόσυνο σε όσους αντιστάθηκαν και έδωσαν ακόμη και τη ζωή τους στον αγώνα για «Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία» αλλά μια αφορμή για να γνωρίσουμε, να θυμηθούμε, να προβληματιστούμε και να συμπεράνουμε.

Καμία εξέγερση δεν έγινε μόνο από τη νεολαία αλλά και καμία εξέγερση δεν έγινε χωρίς τη νεολαία.

Έτσι έγινε και στην εξέγερση του Πολυτεχνείου στην οποία βρέθηκαν φοιτητές, νέοι, μαθητές όπως εμείς, που η καρδιά τους χτύπησε δυνατά, τόσο πολύ, που ακούστηκε σε ολόκληρη την οικουμένη.

Πολλές απ’ αυτές τις νεανικές καρδιές, σταμάτησαν βίαια να χτυπούν, για να μπορούν, σήμερα, οι δικές μας να χτυπάνε ελεύθερα το ίδιο ανήσυχα και το ίδιο δυνατά.

Ας προσπαθήσουμε να μεταφερθούμε, νοερά, στο μικρό διαμέρισμα που έμεναν η κυρά-Δέσποινα με την κόρη της, τη Μαρία.

 

Δύσκολη μέρα και η σημερινή για την κυρά-Δέσποινα. Η Μαρία, η κόρη της, η μονάκριβή της, το αίμα της καρδιάς της, δεν γύρισε ακόμα στο σπίτι.

Πάνε 10 μέρες τώρα που επιστρέφει στο σπίτι αργά.

Πάει κι αυτή εκεί, στο Πολυτεχνείο, μαζί με άλλους συμφοιτητές της.

Η κυρά-Δέσποινα έχει κολλήσει το αυτί της στο ραδιόφωνο.

«Μερικοί ταραξίες και αναρχικά στοιχεία βρίσκονται μέσα στο Πολυτεχνείο με σκοπό να καταλύσουν την τάξιν» λέει και ξαναλέει ο εκφωνητής.

«Η Μαρία μου ταραξίας;», αναρωτιέται φωναχτά η κυρά-Δέσποινα.

 

«Μα από τότε που έχασε τον πατέρα της, 14 χρονών ήταν τότε, δεν άφησε μεροκάματο για μεροκάματο. Όπου έβρισκε, έτρεχε να δουλέψει.

Και στο Πολυτεχνείο μπήκε μόνο με την αξία της. Εγώ η καψερή, δεν μπορούσα να της προσφέρω κάποια βοήθεια»

 

Έκλεισε το ραδιόφωνο και κάθισε στον καναπέ. Η καρδιά της κυρά-Δέσποινας ήταν έτοιμη να σπάσει. Της φαινόταν πως άκουγε τους χτύπους της. Καθισμένη, όπως ήταν στον καναπέ, θυμήθηκε τη μέρα που έφεραν στο σπίτι τον πατέρα της νεκρό από ενέδρα των γερμανών. Ήταν δεν ήταν τότε δέκα χρονών.

Κρύος ιδρώτας την έλουσε και τα λεπτά δεν έλεγαν να κυλήσουν.

Επιτέλους, άκουσε τα βήματα της Μαρίας καθώς ανέβαινε την ξύλινη σκάλα του σπιτιού. Έτρεξε και της άνοιξε την πόρτα.

 

«Έλα παιδί μου! Που είσαι; Θα πεθάνω από την αγωνία!»

«Μην ανησυχείς μάνα. Καλά είμαι.»

«Όσο πας και αδυνατίζεις Μαρία μου. Φαίνεσαι ξενυχτισμένη. Πρόσεχε παιδί μου. Δε μαθαίνεις τι γίνεται; Τα κρατητήρια της ΕΣΑ αντηχούν από τις κραυγές και τα κλάματα. Τα ξερονήσια, γεμίζουν πάλι με εξόριστους. Τους φοιτητές τους επιστρατεύουν, τους ντύνουν στο χακί και τους στέλνουν δεν ξέρω κι εγώ που. Αν πάθεις κάτι δεν θα το αντέξω.»

«Δεν θα πάθω μάνα. Έχουμε το δίκιο με το μέρος μας και όλον τον κόσμο να μας συμπαραστέκεται. Από παντού καταφτάνει βοήθεια. Τρόφιμα, φάρμακα, ρούχα, επιστολές αλληλεγγύης. Όλη η Ευρώπη έχει στραμμένα τα βλέμματα πάνω μας και οι Αμερικάνοι, κατάλαβαν πως οι υπάλληλοί τους, ξόφλησαν»

«Και ο συγχωρεμένος ο πατέρας σου δίκιο είχε όταν πήγε στη μεγάλη διαδήλωση. Από τους πρώτους έτρεξε. Το αποτέλεσμα; Μου τον έφεραν κι αυτόν νεκρό μπρος στα πόδια μου όπως και τον παππού σου.»

«Αχ βρε μάνα. Ξέρω τι τράβηξες και γι’ αυτό σ’ έχω πάντα στο μυαλό μου και στην καρδιά μου. Μα κι εγώ, γι’ αυτό τρέχω και αγωνίζομαι. Και για σένα και για μένα και για τον παππού και για τον πατέρα. Αν λουφάξω θα πάει χαμένη η θυσία τους. Δεν πρέπει, μάνα, να πάνε χαμένες τόσες θυσίες και τόσο αίμα.

Μάνα κλαις; Γιατί κλαις;»

«Τίποτα παιδί μου! Να…Σ’ άκουγα που μιλούσες και ήταν σα ν’ άκουγα τον πατέρα σου. Ώρες, ώρες θαρρώ πως ήταν να γεννηθείς αγόρι αλλά κάτι άλλαξε την τελευταία στιγμή. Ατρόμητη σαν εκείνον. Δεν το σηκώνεις ούτε κι εσύ το άδικο.»

«Μάνα, να σου πω κάτι; Έχω λίγο καιρό που βλέπω τον πατέρα στον ύπνο μου. Με κοιτάζει σιωπηλός. Δεν μου μιλάει. Μόνο με κοιτάζει δακρυσμένος.»

«Φοβάται παιδί μου. Φοβάται για σένα από κει ψηλά που βρίσκεται.»

«Δεν είναι αυτό μάνα. Δακρύζει γιατί δεν αντέχει να μας βλέπει να ζούμε με το φόβο, το ξύλο, τις προσβολές, το κυνηγητό και να μην αντιδρούμε. Κι εγώ, δεν αντέχω να τον βλέπω να με κοιτάζει δακρυσμένος.»

«Καλά παιδί μου. Άστα αυτά τώρα. Έχω έτοιμο το φαγητό στο τραπέζι. Πάνω στον καναπέ έχω μία τσάντα. Να την πάρεις φεύγοντας.»

«Τι έχει μέσα η τσάντα;»

«Τίποτα Μαρία μου. Λίγα τρόφιμα, μια-δυο αλλαξιές ρούχα, ένα μπουκαλάκι ιώδιο και μερικές γάζες. Σου’ χω αφήσει και το φυλαχτό μου δίπλα. Να το φορέσεις παιδί μου. Μην το ξεχάσεις.»

«Μάνα δεν προλαβαίνω να φάω. Πρέπει να φύγω. Απόψε πρέπει να είμαστε πολλοί εκεί στο Πολυτεχνείο. Πρέπει να κατέβει ολόκληρη η Αθήνα, ολόκληρη η Ελλάδα. Μάθαμε πως κάτι ετοιμάζουν και μόνο σαν είμαστε πολλοί δεν θα το τολμήσουν.»

«Αφού ξέρεις πως κάτι ετοιμάζουν, ας μην πας παιδί μου σήμερα. Άστο να πας αύριο που θα ξημερώσει η μέρα. Άσε να περάσει η νύχτα και πας αύριο.»

«Δεν τους αφήνω τους άλλους. Δεν μπορώ να τους αφήσω.»

«Εμένα Μαρία μου πώς μπορείς και μ’ αφήνεις; »

«Αν δεν πάω, εσύ η ίδια θα ντρέπεσαι αργότερα για μένα. Δεν θέλω να ντρέπεσαι. Περήφανη θέλω να νιώθεις.»

 

Η Μαρία, αγκάλιασε τη μητέρα της και της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. Τα χείλη της βράχηκαν από το καυτό δάκρυ που κύλησε μες στο βουβό κλάμα της μητέρα της.

Βγήκε από το σπίτι, κατέβηκε τα σκαλιά και βρέθηκε στο δρόμο. Από το μικρό μπαλκόνι του σπιτιού της το βλέμμα της κυρά-Δέσποινας την ακολουθούσε.

Την έβλεπε και καμάρωνε την αγέρωχη περπατησιά της, ίδια με του πατέρα της. Τα μαλλιά της λυτά, ανυπότακτα ανέμιζαν στον κρύο φθινοπωρινό άνεμο.

Την κοιτούσε μέχρι που έστριψε στη γωνία λες και δεν θα την ξανάβλεπε…

 

Εκείνο το βράδυ της 17ης Νοέμβρη του 1973, όλη η Αθήνα έμεινε ξάγρυπνη.

Οι δρόμοι της στέναξαν από τις ερπύστριες και τα τανκς. Στα στενά γύρω από το Πολυτεχνείο αλλά και σε κάθε συνοικία της Αθήνας, οι ριπές ελεύθερων σκοπευτών, αστυνομικών, στρατιωτικών και παρακρατικών, σκορπούσαν το φόβο και το θάνατο.

Η κεντρική πύλη του Πολυτεχνείου, που έγινε σύμβολο αγώνα και αντίστασης στη χούντα των συνταγματαρχών έπεφτε κάτω από τη δύναμη του τανκ, σημαίνοντας ταυτόχρονα την αρχή του τέλους της εφτάχρονης δικτατορίας.

Μετά την είσοδο του τανκ, στο χώρο του Πολυτεχνείου, επικράτησε πανικός.

Μία από τις σφαίρες πέτυχε τη Μαρία, τη μονάκριβη κόρη της κυρά-Δέσποινας. Δύο σύντροφοί της την τράβηξαν σε μια γωνιά και προσπαθούσαν να την κρατήσουν στη ζωή μιλώντας της και δίνοντάς της κουράγιο. Μάταια όμως. Εκείνη, ψυχορραγούσε. Μάζεψε όση δύναμη της είχε απομείνει και ψιθύρισε στο αυτί του ενός συντρόφου της.

 

«Πείτε στη μάνα μου πως πάω ν΄ανταμώσω τον πατέρα και τον παππού και τους υπόλοιπους. Να μη ντρέπεται, πείτε της, για μένα. Περήφανη να είναι. Μη με κλάψει. Ένα τραγούδι θέλω μόνο κι ένα γαρύφαλλο… Καλόν αγώνα σύντροφοι…».

 

Η καρδιά της Μαρίας σταμάτησε να χτυπά. Πολλές δεκάδες ακόμη άνθρωποι είχαν την ίδια κατάληξη με τη Μαρία. Πολλές εκατοντάδες ακόμη άνθρωποι τραυματίστηκαν και χιλιάδες βασανίστηκαν και εξορίστηκαν για να μπορεί η δική τους γενιά και οι επόμενες που ακολούθησαν να αναπνέουν και να ονειρεύονται ελεύθερα αποδεικνύοντας για μία ακόμη φορά πως τίποτα δεν χαρίζεται, τίποτα δεν είναι δεδομένο, τίποτα δεν είναι αυτονόητο…

 

 

Χρήστος Επαμ. Κυργιάκης

 

 
 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: