RSS

Category Archives: ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

Θα φανεί στο χειροκρότημα

Θα φανεί στο χειροκρότημα
                                                               Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Στα δέκα του έχασε τον πατέρα του. Δεν έχει σημασία το πώς. Αυτό που ήξερε εκείνος ήταν πως δεν θα τον ξανάβλεπε.
Στα δεκατρία άρχισε τους μπάφους. Δήθεν για να ξεχνάει. Έτσι του είπαν και τον βόλευε πολύ αυτή η δικαιολογία.
Την αλήθεια την ήξερε πολύ καλά.
Δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί να τύχει σε κείνον.
Μη βρίσκοντας τον υπαίτιο τα έβαλε με τον εαυτό του. Επειδή δεν μπορούσε να αλλάξει την πραγματικότητα προτιμούσε να δραπετεύει από αυτήν. Ήταν όμως για λίγο κι όταν τέλειωνε το «παραμύθι» η πραγματικότητα έδειχνε τα δόντια της.

Ο αδερφός του, τρία χρόνια πιο μεγάλος, θέλησε να παίξει το ρόλο του πατέρα.

«Είσαι αδερφός μου, δεν είσαι ο πατέρας μου. Αυτός πάει, δεν ξανάρχεται» είπε μια μέρα στον μεγάλο όταν τον ζόρισε που σταμάτησε να διαβάζει.

Το σκαμπίλι που έφαγε τον βρήκε κατευθείαν στην καρδιά κι ας έμεινε στο μάγουλο το σημάδι. Από το μάγουλο το σημάδι έφυγε σε δυο μέρες. Από την καρδιά ποτέ.

Μα κι ο μεγάλος από ανασφάλεια και ανησυχία το έκανε. Την παράκληση της μάνας του προσπάθησε να ακολουθήσει.

«Να τον προσέχεις τον μικρό. Είναι ευαίσθητος και είχε αδυναμία στον πατέρα του».

Σάματις ήξερε κι αυτός πώς έπρεπε να φερθεί; Μήπως κι αυτός δεν ένιωθε αδικημένος;

Τον έπιασε μια μέρα και τον αγκάλιασε.

«Συγνώμη ρε μικρέ. Δεν έπρεπε να το κάνω. Δεν ξέρω τι μ’έπιασε. Ή μάλλον ξέρω. Είναι που δεν μπορώ να βρω τον τρόπο να σε βοηθήσω, να σε κάνω να ξεχάσεις. Πρέπει να προχωρήσουμε που να πάρει η ευχή».

Κάτι τέτοιο του είπε και ο τύπος με τη μαύρη BMW που τριγυρνούσε για πολλούς μήνες έξω από το σχολείο, ένα βράδυ που τον συνάντησε σε μια καφετέρια. Άνθρωπος της διπλανής πόρτας που λένε. Με δουλειά «καθώς πρέπει» και εξέχον μέλος της τοπικής κοινωνίας.

«Τι να σου κάνει το τσιγάρο. Αυτά είναι για μικρούς. Εσύ είσαι μεγάλος και χρειάζεσαι κάτι πιο δυνατό. Δοκίμασε και θα με θυμηθείς. Θα ξεχαστείς με την πρώτη. Άτιμη η ζωή, σε χτύπησε αλύπητα. Έλα άναψέ το. Κέρασμα από μένα. Δεν θέλω χρήματα».

Και το άναψε. Μία και δύο και τρεις. Στην αρχή το είχε κέρασμα, μετά έπρεπε να το πληρώνει. Το χαρτζιλίκι της μάνας του έφτανε μόνο για κουλούρι.

Ο καλός και συμπονετικός άνθρωπος με τη μαύρη BMW δεν αρνήθηκε να τον βοηθήσει.

«Έλα το βράδυ να πάμε μια γύρα σε δυο-τρία στέκια. Θα με βοηθήσεις και θα έχεις και χαρτζιλίκι. Είσαι μεγάλος τώρα και δεν είναι σωστό να κλέβεις από το πορτοφόλι της μάνας σου για τα προσωπικά σου έξοδα. Έτσι δεν είναι;»

Μάταια προσπαθούσε ο φίλος του να τον συνεφέρει. Και τι δεν έκανε. Πάντα ήταν δίπλα του. Ακόμη κι όταν εκείνος δεν ήταν σε θέση να μπει την πρώτη ώρα για μάθημα καθόταν και του έκανε παρέα μην τύχει και χρειαστεί τίποτα. Κι όταν τη δεύτερη ώρα έμπαιναν αργοπορημένοι στην τάξη, πάλι προσπαθούσε να τον σώσει από τις «γλυκές» κουβέντες της καθηγήτριας.

«Μπα! Τον βρήκες το δρόμο για το σχολείο; Ήθελα να’ξερα εκείνοι οι γονείς σου τι κάνουν; Χαμπάρι δεν παίρνουν;»

Το έπαιρνε πάνω του όποτε μπορούσε.

«Δεν φταίει αυτός κυρία. Εγώ αργοπόρησα γιατί ένιωσα μια ζαλάδα και έμεινε κοντά μου για να με βοηθήσει».

Ποιος νοιάζεται όμως για την ουσία και την αλήθεια. Οι νόμοι να τηρούνται και η τάξη. Είναι πιο εύκολο από το να ψάξει κάποιος για τα αίτια. Και να θέλει, πολλές φορές ούτε μπορεί ούτε προλαβαίνει.

«Μη λέτε ¨γονείς¨. Ο πατέρας μου σκοτώθηκε στη δουλειά του».

Ήταν μία από τις φορές που η «καλή» καθηγήτρια έκανε αναφορά στους γονείς του και στην ανατροφή που του έδωσαν. Από τότε και καλά να ήταν δεν ξαναμπήκε στο μάθημά της.

Τρελάθηκε η μάνα του σαν το κατάλαβε. Πήγε να πεθάνει όταν ο φίλος του την έκανε να ψυλλιαστεί. Ήταν και τα λεφτά που έβλεπε να λείπουν από το πορτοφόλι.

Τον έπιασε και του μίλησε. Τον μάλωσε, τον αγκάλιασε, τον έλουσε με δάκρυα, τον ικέτεψε, του φίλησε τα πόδια κι εκείνος υποσχέθηκε να το κόψει.

Χαμένες οι υποσχέσεις χαμένα και τα παρακάλια. Ήταν κι ο τύπος με τη μαύρη BMW που δεν τον άφηνε να κάνει ρούπι.

Ανέλπιστα βρήκε συμπαράσταση από μια άλλη καθηγήτρια του σχολείου. Έψαξαν και ρώτησαν σε κοινότητες, σε συλλόγους μπας και βρουν συμπαράσταση και θεραπεία. Συμφώνησε κι εκείνος αλλά δεν ήταν εύκολο.

Πήγε η μάνα και στην αστυνομία και σε δικηγόρο και στον εισαγγελέα για να δει πώς θα σώσει το παιδί της. Είχε και τα’ αφεντικό της που την απειλούσε με απόλυση κάθε φορά που αργοπορούσε ή που ζητούσε άδεια.

Χωρίς κανείς να ξέρει το πώς, ο τύπος με τη μαύρη BMW έμαθε τα καθέκαστα και δεν κάθισε με σταυρωμένα χέρια.

Την ίδια κινητοποίηση έμαθα πως είχαν και οι γείτονες του «καλού» ανθρώπου με τη μαύρη BMW. Τον είδαν να πρωτοστατεί σε κάτι επεισόδια με πρόσφυγες. Τους ρήμαξαν τους πρόσφυγες στο ξύλο κάτι νταήδες και ήταν ανάμεσά τους μαζί με κάτι υποψήφιους βουλευτές της περιοχής.

Η μαύρη BMW βρέθηκε πεταμένη σε κοντινό ρέμα.

Στο καφενείο την άλλη μέρα άκουγαν με προσοχή τα νέα στην τηλεόραση.

«Κύκλωμα εμπορίας και διακίνησης ινδικής κάνναβης και άλλων ναρκωτικών ουσιών φέρεται να εξαρθρώθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες μετά από συντονισμένες προσπάθειες της αστυνομίας. Στο κύκλωμα, σύμφωνα με ασφαλείς πηγές, εμπλέκονται πολίτες υπέρ άνω πάσης υποψίας, καθώς επίσης και ένας εισαγγελέας, δύο δικηγόροι, ένας εφοπλιστής και δύο αξιωματικοί του αστυνομικού τμήματος της περιοχής».

Ο γηραιότερος της παρέας χαμογέλασε.

«Τα χάλασαν στη μοιρασιά. Το έχουμε ξαναδεί το έργο».

Το παιδί προσπαθεί να βρει τον εαυτό του και να αφήσει την «παραμύθα» πίσω του. Αποφάσισε να ζήσει στην πραγματικότητα και να την αλλάξει. Προσπαθεί να γνωρίσει την εαυτό του και την κοινωνία που ζει.

Αν το καταφέρει ή όχι «θα φανεί στο χειροκρότημα».

Advertisements
 

Ετικέτες: , , , , ,

Να μη ντρέπεται, πείτε της, για μένα. Περήφανη να είναι.

Να μη ντρέπεται, πείτε της, για μένα. Περήφανη να είναι.

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Καμία εξέγερση δεν έγινε μόνο από τη νεολαία αλλά και καμία εξέγερση δεν έγινε χωρίς τη νεολαία.

Έτσι έγινε και στην εξέγερση του Πολυτεχνείου στην οποία βρέθηκαν φοιτητές, νέοι, μαθητές όπως εμείς, που η καρδιά τους χτύπησε δυνατά, τόσο πολύ, που ακούστηκε σε ολόκληρη την οικουμένη.

Πολλές απ’ αυτές τις νεανικές καρδιές, σταμάτησαν βίαια να χτυπούν, για να μπορούν, σήμερα, οι δικές μας να χτυπάνε ελεύθερα το ίδιο ανήσυχα και το ίδιο δυνατά.

Ας προσπαθήσουμε να μεταφερθούμε, νοερά, στο μικρό διαμέρισμα που έμεναν η κυρά-Δέσποινα με την κόρη της, τη Μαρία.

 

Δύσκολη μέρα και η σημερινή για την κυρά-Δέσποινα. Η Μαρία, η κόρη της, η μονάκριβή της, το αίμα της καρδιάς της, δεν γύρισε ακόμα στο σπίτι.

Πάνε 10 μέρες τώρα που επιστρέφει στο σπίτι αργά.

Πάει κι αυτή εκεί, στο Πολυτεχνείο, μαζί με άλλους συμφοιτητές της.

Η κυρά-Δέσποινα έχει κολλήσει το αυτί της στο ραδιόφωνο.

«Μερικοί ταραξίες και αναρχικά στοιχεία βρίσκονται μέσα στο Πολυτεχνείο με σκοπό να καταλύσουν την τάξιν» λέει και ξαναλέει ο εκφωνητής.

«Η Μαρία μου ταραξίας;», αναρωτιέται φωναχτά η κυρά-Δέσποινα.

 

«Μα από τότε που έχασε τον πατέρα της, 14 χρονών ήταν τότε, δεν άφησε μεροκάματο για μεροκάματο. Όπου έβρισκε, έτρεχε να δουλέψει.

Και στο Πολυτεχνείο μπήκε μόνο με την αξία της. Εγώ η καψερή, δεν μπορούσα να της προσφέρω κάποια βοήθεια»

 

Έκλεισε το ραδιόφωνο και κάθισε στον καναπέ. Η καρδιά της κυρά-Δέσποινας ήταν έτοιμη να σπάσει. Της φαινόταν πως άκουγε τους χτύπους της. Καθισμένη, όπως ήταν στον καναπέ, θυμήθηκε τη μέρα που έφεραν στο σπίτι τον πατέρα της νεκρό από ενέδρα των γερμανών. Ήταν δεν ήταν τότε δέκα χρονών.

Κρύος ιδρώτας την έλουσε και τα λεπτά δεν έλεγαν να κυλήσουν.

Επιτέλους, άκουσε τα βήματα της Μαρίας καθώς ανέβαινε την ξύλινη σκάλα του σπιτιού. Έτρεξε και της άνοιξε την πόρτα.

 

«Έλα παιδί μου! Που είσαι; Θα πεθάνω από την αγωνία!»

«Μην ανησυχείς μάνα. Καλά είμαι.»

«Όσο πας και αδυνατίζεις Μαρία μου. Φαίνεσαι ξενυχτισμένη. Πρόσεχε παιδί μου. Δε μαθαίνεις τι γίνεται; Τα κρατητήρια της ΕΣΑ αντηχούν από τις κραυγές και τα κλάματα. Τα ξερονήσια, γεμίζουν πάλι με εξόριστους. Τους φοιτητές τους επιστρατεύουν, τους ντύνουν στο χακί και τους στέλνουν δεν ξέρω κι εγώ που. Αν πάθεις κάτι δεν θα το αντέξω.»

«Δεν θα πάθω μάνα. Έχουμε το δίκιο με το μέρος μας και όλον τον κόσμο να μας συμπαραστέκεται. Από παντού καταφτάνει βοήθεια. Τρόφιμα, φάρμακα, ρούχα, επιστολές αλληλεγγύης. Όλη η Ευρώπη έχει στραμμένα τα βλέμματα πάνω μας και οι Αμερικάνοι, κατάλαβαν πως οι υπάλληλοί τους, ξόφλησαν»

«Και ο συγχωρεμένος ο πατέρας σου δίκιο είχε όταν πήγε στη μεγάλη διαδήλωση. Από τους πρώτους έτρεξε. Το αποτέλεσμα; Μου τον έφεραν κι αυτόν νεκρό μπρος στα πόδια μου όπως και τον παππού σου.»

«Αχ βρε μάνα. Ξέρω τι τράβηξες και γι’ αυτό σ’ έχω πάντα στο μυαλό μου και στην καρδιά μου. Μα κι εγώ, γι’ αυτό τρέχω και αγωνίζομαι. Και για σένα και για μένα και για τον παππού και για τον πατέρα. Αν λουφάξω θα πάει χαμένη η θυσία τους. Δεν πρέπει, μάνα, να πάνε χαμένες τόσες θυσίες και τόσο αίμα.

Μάνα κλαις; Γιατί κλαις;»

«Τίποτα παιδί μου! Να…Σ’ άκουγα που μιλούσες και ήταν σα ν’ άκουγα τον πατέρα σου. Ώρες, ώρες θαρρώ πως ήταν να γεννηθείς αγόρι αλλά κάτι άλλαξε την τελευταία στιγμή. Ατρόμητη σαν εκείνον. Δεν το σηκώνεις ούτε κι εσύ το άδικο.»

«Μάνα, να σου πω κάτι; Έχω λίγο καιρό που βλέπω τον πατέρα στον ύπνο μου. Με κοιτάζει σιωπηλός. Δεν μου μιλάει. Μόνο με κοιτάζει δακρυσμένος.»

«Φοβάται παιδί μου. Φοβάται για σένα από κει ψηλά που βρίσκεται.»

«Δεν είναι αυτό μάνα. Δακρύζει γιατί δεν αντέχει να μας βλέπει να ζούμε με το φόβο, το ξύλο, τις προσβολές, το κυνηγητό και να μην αντιδρούμε. Κι εγώ, δεν αντέχω να τον βλέπω να με κοιτάζει δακρυσμένος.»

«Καλά παιδί μου. Άστα αυτά τώρα. Έχω έτοιμο το φαγητό στο τραπέζι. Πάνω στον καναπέ έχω μία τσάντα. Να την πάρεις φεύγοντας.»

«Τι έχει μέσα η τσάντα;»

«Τίποτα Μαρία μου. Λίγα τρόφιμα, μια-δυο αλλαξιές ρούχα, ένα μπουκαλάκι ιώδιο και μερικές γάζες. Σου’ χω αφήσει και το φυλαχτό μου δίπλα. Να το φορέσεις παιδί μου. Μην το ξεχάσεις.»

«Μάνα δεν προλαβαίνω να φάω. Πρέπει να φύγω. Απόψε πρέπει να είμαστε πολλοί εκεί στο Πολυτεχνείο. Πρέπει να κατέβει ολόκληρη η Αθήνα, ολόκληρη η Ελλάδα. Μάθαμε πως κάτι ετοιμάζουν και μόνο σαν είμαστε πολλοί δεν θα το τολμήσουν.»

«Αφού ξέρεις πως κάτι ετοιμάζουν, ας μην πας παιδί μου σήμερα. Άστο να πας αύριο που θα ξημερώσει η μέρα. Άσε να περάσει η νύχτα και πας αύριο.»

«Δεν τους αφήνω τους άλλους. Δεν μπορώ να τους αφήσω.»

«Εμένα Μαρία μου πώς μπορείς και μ’ αφήνεις; »

«Αν δεν πάω, εσύ η ίδια θα ντρέπεσαι αργότερα για μένα. Δεν θέλω να ντρέπεσαι. Περήφανη θέλω να νιώθεις.»

 

Η Μαρία, αγκάλιασε τη μητέρα της και της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. Τα χείλη της βράχηκαν από το καυτό δάκρυ που κύλησε μες στο βουβό κλάμα της μητέρα της.

Βγήκε από το σπίτι, κατέβηκε τα σκαλιά και βρέθηκε στο δρόμο. Από το μικρό μπαλκόνι του σπιτιού της το βλέμμα της κυρά-Δέσποινας την ακολουθούσε.

Την έβλεπε και καμάρωνε την αγέρωχη περπατησιά της, ίδια με του πατέρα της. Τα μαλλιά της λυτά, ανυπότακτα ανέμιζαν στον κρύο φθινοπωρινό άνεμο.

Την κοιτούσε μέχρι που έστριψε στη γωνία λες και δεν θα την ξανάβλεπε…

 

Εκείνο το βράδυ της 17ης Νοέμβρη του 1973, όλη η Αθήνα έμεινε ξάγρυπνη.

Οι δρόμοι της στέναξαν από τις ερπύστριες και τα τανκς. Στα στενά γύρω από το Πολυτεχνείο αλλά και σε κάθε συνοικία της Αθήνας, οι ριπές ελεύθερων σκοπευτών, αστυνομικών, στρατιωτικών και παρακρατικών, σκορπούσαν το φόβο και το θάνατο.

Η κεντρική πύλη του Πολυτεχνείου, που έγινε σύμβολο αγώνα και αντίστασης στη χούντα των συνταγματαρχών έπεφτε κάτω από τη δύναμη του τανκ, σημαίνοντας ταυτόχρονα την αρχή του τέλους της εφτάχρονης δικτατορίας.

Μετά την είσοδο του τανκ, στο χώρο του Πολυτεχνείου, επικράτησε πανικός.

Μία από τις σφαίρες πέτυχε τη Μαρία, τη μονάκριβη κόρη της κυρά-Δέσποινας. Δύο σύντροφοί της την τράβηξαν σε μια γωνιά και προσπαθούσαν να την κρατήσουν στη ζωή μιλώντας της και δίνοντάς της κουράγιο. Μάταια όμως. Εκείνη, ψυχορραγούσε. Μάζεψε όση δύναμη της είχε απομείνει και ψιθύρισε στο αυτί του ενός συντρόφου της.

 

«Πείτε στη μάνα μου πως πάω ν΄ανταμώσω τον πατέρα και τον παππού και τους υπόλοιπους. Να μη ντρέπεται, πείτε της, για μένα. Περήφανη να είναι. Μη με κλάψει. Ένα τραγούδι θέλω μόνο κι ένα γαρύφαλλο… Καλόν αγώνα σύντροφοι…».

 

Η καρδιά της Μαρίας σταμάτησε να χτυπά. Πολλές δεκάδες ακόμη άνθρωποι είχαν την ίδια κατάληξη με τη Μαρία. Πολλές εκατοντάδες ακόμη άνθρωποι τραυματίστηκαν και χιλιάδες βασανίστηκαν και εξορίστηκαν για να μπορεί η δική τους γενιά και οι επόμενες που ακολούθησαν να αναπνέουν και να ονειρεύονται ελεύθερα αποδεικνύοντας για μία ακόμη φορά πως τίποτα δεν χαρίζεται, τίποτα δεν είναι δεδομένο, τίποτα δεν είναι αυτονόητο…

 

 

Χρήστος Επαμ. Κυργιάκης

 

 

Μάσκα δεν έχω να γυρνώ

Μάσκα δεν έχω να γυρνώ…

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Mάσκα δεν έχω να γυρνώ

στο καρναβάλι ετούτο
μόνο μια απόχη να τρυγώ

της θάλασσας την πονηριά
και της σιωπής τον πλούτο.

Παντού απλώνεται μια σιωπή, μια βουβαμάρα. Λίγο ένοχη, λίγο ανεξήγητη, λίγο δικαιολογημένη. Όλοι, ή μάλλον οι περισσότεροι, βουτηγμένοι σε βαθιά περισυλλογή αναρωτιούνται.

Τι δεν πήγε καλά; Ποιος έφταιξε; Ποιος φταίει; Εμείς τι κάνουμε; Εμείς γιατί δεν κάνουμε κάτι; Και ποιον να εμπιστευτείς; Υπάρχει άλλη λύση; Μήπως να αφεθούμε στη μοίρα μας και ας γίνει ότι είναι να γίνει;

Οι κυβερνώντες μάς φέρονται σαν να είμαστε υποζύγια γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε πως πράγματι γεννηθήκαμε να ζούμε ως υποζύγια, άρα οφείλουμε τυφλή υπακοή στον ζευγολάτη μας. Ίσως να μην γνωρίζουν πως αν το βόδι «μυγιαστεί» σπάει και αλυσίδες, παρασέρνει και ηνία και ο ζευγολάτης κινδυνεύει άμεσα.

Οι τηλεβόες του συστήματος, μας απευθύνουν το λόγο λες και απευθύνονται σε πρόβατα, γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε ότι είμαστε πρόβατα και για να βγούμε από το μαντρί θα πρέπει να συμμαχήσουμε με το λύκο. Ξεχνάνε όμως πως αυτός που κινδυνεύει με εξαφάνιση δεν είναι τα πρόβατα αλλά ο λύκος.

Οι διαχειριστές του συστήματος μας συμπεριφέρονται ως πελάτες και όχι ως πολίτες, γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε ότι το ζητούμενο δεν είναι τα δικαιώματα των πολιτών αλλά το δίκιο του πελάτη το οποίο πρέπει να αναζητήσει στο καλύτερο μαγαζί πληρώνοντας, εννοείται, το ανάλογο τίμημα.

Bάρα καλή, βάρα γερή,
μια ντουφεκιά ζαχαρωτή
κι άσε να νοιώσει η γαλαρία
του χαρτοπόλεμου τη βία

Μας τριβελίζουν το μυαλό ότι τάχα μαζί τα φάγαμε για να μας κάνουν να πιστέψουμε πως πράγματι η μισή μερίδα που μας πέταξαν αξίζει το ίδιο ή και περισσότερο από τις χιλιάδες μερίδες που κράτησαν για τους εαυτούς τους και την ίδια ώρα μας στέλνουν το λογαριασμό για να πληρώσουμε, όχι μόνο τη δική μας μισή μερίδα μα και τις χιλιάδες δικές τους.

Μας χωρίζουν σε εκατοντάδες εργασιακές ομάδες δίνοντας περισσότερα στη μία ομάδα και λιγότερα στην άλλη ποντάροντας σε συμμαχίες με τους πιο ευνοημένους, υποσχόμενοι πως θα τους εξασφαλίσουν τη συνέχεια της εύνοιας αλλά και με τους πιο αδικημένους, υποσχόμενοι πως θα δώσουν τέλος στην αδικία.

Ξεφτιλίζουν οράματα, ιδανικά και αξίες βαφτίζοντας κάθε τους «μπίζνα» και κάθε αρπαχτή, στο όνομα τάχα της αξιοκρατίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης. Αξιοκρατία υπέρ των ανάξιων, ισότητα υπέρ των εχόντων και δικαιοσύνη υπέρ των δυνατών.

Σκουπίδι η σκέψη την πετώ,

τη λογική απαρνιέμαι
μ’ ένα σαράκι αρμένικο

για δρόμους που δε θέλησα
στις χαραυγές ξεχνιέμαι.

Μας διασπούν σε μικρά ανήμπορα κομμάτια που το καθένα έχει το δίκιο του το οποίο όμως δεν μπορεί να βρει, γι’ αυτό και βαφτίζει άδικο ή λιγότερο δίκιο το δίκιο του διπλανού του. Έτσι ο διπλανός μετατρέπεται από δυνάμει σύμμαχος σε φύσει εχθρός. Φυσικά, ο πραγματικός εχθρός τρίβει τα χέρια του παρακολουθώντας τον πόλεμο μεταξύ συναδέλφων.

Θεωρούν πως τώρα πια περπατάνε σε στέρεο έδαφος, αφού μόλις πριν λίγο έχουν τσαλαπατήσει πάνω στις ψυχές και στις ζωές μας και δεν αντιλαμβάνονται πως βαδίζουν πάνω σε ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί και να τους κάψει με τη λάβα του.

Αγνοούν ή δεν θέλουν να θυμούνται πως οι μεγαλύτερες αυτοκρατορίες κατέρρευσαν όταν στους αυτοκράτορες είχε γίνει συνείδηση πως τίποτα και κανένας δεν μπορεί να τους ταρακουνήσει μέχρι τη στιγμή που ένιωσαν τα θανατηφόρο τράνταγμα της πτώσης.

Επενδύουν σε όποια λογική μπορεί να περικλείει ο πανικός και ο φόβος και στη δημοκρατία της ελεύθερης επιλογής λέγοντάς μας πως είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε αυτό που έχουν αποφασίσει εκείνοι. Μας λένε ορθά κοφτά: εσείς απαγορεύετε να κλέψετε, εμείς όμως επιβάλλεται να το κάνουμε για το καλό σας. Γνωρίζουν όμως πως οι αξίες και τα ιδανικά δεν διαγράφονται, παρά μόνο σκεπάζονται με χώμα, με άμμο ακόμη και με σκουπίδια και πως αρκεί ένας δυνατός αέρας να τα κάνει πάλι ορατά και καθαρά. Και αυτό που αφουγκράζονται να έρχεται δεν είναι απλά δυνατός αέρας αλλά καταιγίδα.

Bάστα το νου, βάστα το νου

να μην γκρινιάξει του καιρού
πού ‘φτιαξε με τον πόνο κλίκα

και τσιγκουνεύεται στη γλύκα.

Ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στο Θανάση Παπακωνσταντίνου για τους στίχους που μας χάρισε και μας κρατάνε συντροφιά ετούτες τις δύσκολες ώρες του πόνου πριν τη γέννα.

 

Ετικέτες: , , ,

Μάσκα δεν έχω να γυρνώ

Μάσκα δεν έχω να γυρνώ…

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Mάσκα δεν έχω να γυρνώ

στο καρναβάλι ετούτο
μόνο μια απόχη να τρυγώ

της θάλασσας την πονηριά
και της σιωπής τον πλούτο.

Παντού απλώνεται μια σιωπή, μια βουβαμάρα. Λίγο ένοχη, λίγο ανεξήγητη, λίγο δικαιολογημένη. Όλοι, ή μάλλον οι περισσότεροι, βουτηγμένοι σε βαθιά περισυλλογή αναρωτιούνται.

Τι δεν πήγε καλά; Ποιος έφταιξε; Ποιος φταίει; Εμείς τι κάνουμε; Εμείς γιατί δεν κάνουμε κάτι; Και ποιον να εμπιστευτείς; Υπάρχει άλλη λύση; Μήπως να αφεθούμε στη μοίρα μας και ας γίνει ότι είναι να γίνει;

Οι κυβερνώντες μάς φέρονται σαν να είμαστε υποζύγια γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε πως πράγματι γεννηθήκαμε να ζούμε ως υποζύγια, άρα οφείλουμε τυφλή υπακοή στον ζευγολάτη μας. Ίσως να μην γνωρίζουν πως αν το βόδι «μυγιαστεί» σπάει και αλυσίδες, παρασέρνει και ηνία και ο ζευγολάτης κινδυνεύει άμεσα.

Οι τηλεβόες του συστήματος, μας απευθύνουν το λόγο λες και απευθύνονται σε πρόβατα, γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε ότι είμαστε πρόβατα και για να βγούμε από το μαντρί θα πρέπει να συμμαχήσουμε με το λύκο. Ξεχνάνε όμως πως αυτός που κινδυνεύει με εξαφάνιση δεν είναι τα πρόβατα αλλά ο λύκος.

Οι διαχειριστές του συστήματος μας συμπεριφέρονται ως πελάτες και όχι ως πολίτες, γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε ότι το ζητούμενο δεν είναι τα δικαιώματα των πολιτών αλλά το δίκιο του πελάτη το οποίο πρέπει να αναζητήσει στο καλύτερο μαγαζί πληρώνοντας, εννοείται, το ανάλογο τίμημα.

Bάρα καλή, βάρα γερή,
μια ντουφεκιά ζαχαρωτή
κι άσε να νοιώσει η γαλαρία
του χαρτοπόλεμου τη βία

Μας τριβελίζουν το μυαλό ότι τάχα μαζί τα φάγαμε για να μας κάνουν να πιστέψουμε πως πράγματι η μισή μερίδα που μας πέταξαν αξίζει το ίδιο ή και περισσότερο από τις χιλιάδες μερίδες που κράτησαν για τους εαυτούς τους και την ίδια ώρα μας στέλνουν το λογαριασμό για να πληρώσουμε, όχι μόνο τη δική μας μισή μερίδα μα και τις χιλιάδες δικές τους.

Μας χωρίζουν σε εκατοντάδες εργασιακές ομάδες δίνοντας περισσότερα στη μία ομάδα και λιγότερα στην άλλη ποντάροντας σε συμμαχίες με τους πιο ευνοημένους, υποσχόμενοι πως θα τους εξασφαλίσουν τη συνέχεια της εύνοιας αλλά και με τους πιο αδικημένους, υποσχόμενοι πως θα δώσουν τέλος στην αδικία.

Ξεφτιλίζουν οράματα, ιδανικά και αξίες βαφτίζοντας κάθε τους «μπίζνα» και κάθε αρπαχτή, στο όνομα τάχα της αξιοκρατίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης. Αξιοκρατία υπέρ των ανάξιων, ισότητα υπέρ των εχόντων και δικαιοσύνη υπέρ των δυνατών.

Σκουπίδι η σκέψη την πετώ,

τη λογική απαρνιέμαι
μ’ ένα σαράκι αρμένικο

για δρόμους που δε θέλησα
στις χαραυγές ξεχνιέμαι.

Μας διασπούν σε μικρά ανήμπορα κομμάτια που το καθένα έχει το δίκιο του το οποίο όμως δεν μπορεί να βρει, γι’ αυτό και βαφτίζει άδικο ή λιγότερο δίκιο το δίκιο του διπλανού του. Έτσι ο διπλανός μετατρέπεται από δυνάμει σύμμαχος σε φύσει εχθρός. Φυσικά, ο πραγματικός εχθρός τρίβει τα χέρια του παρακολουθώντας τον πόλεμο μεταξύ συναδέλφων.

Θεωρούν πως τώρα πια περπατάνε σε στέρεο έδαφος, αφού μόλις πριν λίγο έχουν τσαλαπατήσει πάνω στις ψυχές και στις ζωές μας και δεν αντιλαμβάνονται πως βαδίζουν πάνω σε ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί και να τους κάψει με τη λάβα του.

Αγνοούν ή δεν θέλουν να θυμούνται πως οι μεγαλύτερες αυτοκρατορίες κατέρρευσαν όταν στους αυτοκράτορες είχε γίνει συνείδηση πως τίποτα και κανένας δεν μπορεί να τους ταρακουνήσει μέχρι τη στιγμή που ένιωσαν τα θανατηφόρο τράνταγμα της πτώσης.

Επενδύουν σε όποια λογική μπορεί να περικλείει ο πανικός και ο φόβος και στη δημοκρατία της ελεύθερης επιλογής λέγοντάς μας πως είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε αυτό που έχουν αποφασίσει εκείνοι. Μας λένε ορθά κοφτά: εσείς απαγορεύετε να κλέψετε, εμείς όμως επιβάλλεται να το κάνουμε για το καλό σας. Γνωρίζουν όμως πως οι αξίες και τα ιδανικά δεν διαγράφονται, παρά μόνο σκεπάζονται με χώμα, με άμμο ακόμη και με σκουπίδια και πως αρκεί ένας δυνατός αέρας να τα κάνει πάλι ορατά και καθαρά. Και αυτό που αφουγκράζονται να έρχεται δεν είναι απλά δυνατός αέρας αλλά καταιγίδα.

Bάστα το νου, βάστα το νου

να μην γκρινιάξει του καιρού
πού ‘φτιαξε με τον πόνο κλίκα

και τσιγκουνεύεται στη γλύκα.

Ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στο Θανάση Παπακωνσταντίνου για τους στίχους που μας χάρισε και μας κρατάνε συντροφιά ετούτες τις δύσκολες ώρες του πόνου πριν τη γέννα.

 

Ετικέτες: , , ,

Τι είναι η πατρίδα Σάββα; – Η μητέρα τού λοχία, κυρ λοχαγέ

Τι είναι η πατρίδα Σάββα; – Η μητέρα τού λοχία, κυρ λοχαγέ

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Ο διάλογος που ακολουθεί αποτελεί απόσπασμα πραγματικής μαρτυρίας ενός πρόσφυγα από τη Μικρά Ασία που υπηρέτησε στον τούρκικο στρατό.

Ο λοχαγός του τούρκικου στρατού απευθύνεται στους νεοσύλλεκτους κάνοντας ερωτήσεις διαγνωστικού χαρακτήρα. Ανάμεσά τους βρίσκονται και αρκετοί φαντάροι ελληνικής καταγωγής.

– Τι είναι η πατρίδα Βαγγέλη; Το βλέμμα του Βαγγέλη γυρνάει αμήχανα αναζητώντας μάταια την απάντηση.

– Τι είναι η πατρίδα Μουράτ; Ούτε τώρα υπήρξε απάντηση.

– Τι είναι η πατρίδα Οκάν;

– Δεν ξέρω κύριε λοχαγέ.

Ο λοχαγός απευθύνεται στο λοχία για να σώσει την κατάσταση.

– Τι είναι η πατρίδα λοχία;

– Η μητέρα μου κύριε λοχαγέ.

Σίγουρος πια, ο λοχαγός, απευθύνεται στον Σάββα.

– Τι είναι η πατρίδα Σάββα;

– Η μητέρα τού λοχία, κυρ λοχαγέ;

Όταν αργότερα στη μικρασιατική καταστροφή ο Σάββας άκουγε τους άλλους Έλληνες να λένε πως θα πάνε στην «πατρίδα» σκεφτόταν πώς θα μπορούσε η μητέρα του λοχία να τους φιλοξενήσει όλους.

Φτάνοντας στον Πειραιά, λύθηκε η παρεξήγηση. Όμως για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του έβλεπε να γίνονται πράγματα άσχημα «για το καλό της πατρίδας».

Οι επόμενες γενιές των Ελλήνων μάθαιναν από τον εκάστοτε «λοχία» πως έπρεπε κάθε φορά να πληρώνουν τη νύφη, «για το καλό της πατρίδας».

Μας στρίμωξαν στην, όπως αποδείχτηκε, μέγγενη της ΕΟΚ, για το καλό της πατρίδας.

Ανάγκασαν τους αγρότες να ξεριζώνουν τα σπαρτά τους, μαζί και τις καρδιές τους, και να θάβουν τις σοδειές τους, μαζί και την ελπίδα τους, για το καλό της πατρίδας.

Εξώθησαν τους ψαράδες να σπάνε τις βάρκες τους και μετά να τις καίνε, μαζί και τα όνειρά τους, για το καλό της πατρίδας.

Ξεπούλησαν τις κρατικές τράπεζες, για το καλό της πατρίδας.

Μετέτρεψαν σιγά σιγά τις απεργίες σε πράξεις παράνομες, για το καλό της πατρίδας.

Μετέτρεψαν τις συνδικαλιστικές οργανώσεις σε παραμάγαζα του πολιτικού συστήματος, για το καλό της πατρίδας.

Ξεπούλησαν τις κερδοφόρες δημόσιες επιχειρήσεις, για το καλό της πατρίδας.

Μας, έχωσαν στη ζώνη του ευρώ, πραγματοποιώντας σε μία νύχτα τεράστια ανακατανομή πλούτου χρησιμοποιώντας ως δούρειο ίππο τη μετατροπή της δραχμής σε ευρώ, για το καλό της πατρίδας.

Έδωσαν το χαριστικό χτύπημα στα εισοδήματα των πολιτών, με τη φούσκα του χρηματιστηρίου, για το καλό της πατρίδας.

Κατέκλεψαν τα ασφαλιστικά ταμεία και τα δημόσια νοσοκομεία, για το καλό της πατρίδας.

Έφαγαν μέχρι σκασμού δημόσιο χρήμα και δημόσια γη με τις ευλογίες «μοναχών», «κουμπάρων», «φίλων» και «συγγενών», για το καλό της πατρίδας.

Υποθήκευσαν τα σπίτια μας στο τραπεζικό κέρδος, για το καλό της πατρίδας.

Μετέτρεψαν το νόμιμο σε ηθικό, τη λαμογιά σε ευφυΐα και την κουτοπονηριά σε μαγκιά, για το καλό της πατρίδας.

Κατέστρεψαν τις ζωές μιας ολόκληρης γενιάς, φέρνοντας στο καθιστικό μας την τρόικα, για το καλό της πατρίδας.

Μας βάζουν να δανειζόμαστε από τους διεθνείς «νόμιμους» τοκογλύφους, για το καλό της πατρίδας.

άρπαξαν μισθούς, συντάξεις, επιδόματα, δώρα, συμβάσεις και ετοιμάζονται να κάνουν άλλα τόσα, για το καλό της πατρίδας.

Καταστρέφουν μέρα με τη μέρα, τη δημόσια παιδεία και τραυματίζουν θανάσιμα τη δημόσια υγεία, για το καλό της πατρίδας.

Χαρίζουν δισεκατομμύρια ευρώ σε φοροφυγάδες και σε εργοδότες που δεν πληρώνουν τις ασφαλιστικές τους εισφορές, για το καλό της πατρίδας.

Σχεδιάζουν το μέλλον των παιδιών μας με τη «διά βίου μάθηση» σαν να είναι ανταλλακτικά της κερδοφόρας μηχανής των αφεντικών, για το καλό της πατρίδας.

Σκοτώνουν εμάς και τα παιδιά μας για το καλό της πατρίδας.

Μήπως μας έχουν κάνει πάρα πολλά; Μήπως πρέπει να πούμε: «ως εδώ;»

Μάλλον ήρθε η ώρα να πάρουμε εμείς οι ίδιοι τις τύχες στα χέρια μας.

Μάλλον ήρθε, επιτέλους, η στιγμή να κάνουμε κάτι, όχι «για το καλό της πατρίδας» αλλά κάτι καλό «για την ίδια την πατρίδα».

Πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα, πατρίδα είναι οι άνθρωποι, είναι όλοι αυτοί που παράγουν και έχουν δικαίωμα να απολαμβάνουν, είναι όλοι αυτοί που μια ζωή έδιναν για το καλό της πατρίδας και τώρα πρέπει η πατρίδα να τους ανταποδώσει το καλό αυτό.

Πατρίδα δεν είναι μια χούφτα αρπακτικών αφεντικών, ούτε δύο χούφτες από κρατικοδίαιτα λαμόγια που θεωρούν προτέρημα το να μπορούν να κλέβουν, ούτε μισή χούφτα πατριδοκάπηλων που δέρνουν ανυπεράσπιστους μετανάστες.

Πατρίδα είναι το βλέμμα και το χαμόγελο των παιδιών μας, των παιδιών της διπλανής πόρτας, των παιδιών με άνεργους γονείς , με γονείς χρεωμένους, που αναζητούν και δικαιούνται ίσες ευκαιρίες στο δικό τους αύριο.

Αν κάποιος «λοχαγός», ρωτήσει τα σημερινά παιδιά, «τι είναι η πατρίδα;», ξέρουν πως πατρίδα είναι ό,τι μας πληγώνει και συγχρόνως ό,τι αγαπάμε. Γι’ αυτό δε θα τους αφήσουμε να την καταστρέψουν, θα τους διώξουμε εμείς νωρίτερα.

 

Όταν ο Θοδωρής συνάντησε τον Άρη

Όταν ο Θοδωρής συνάντησε τον Άρη

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Κ: ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ             Β: ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗΣ            Μ: ΜΑΘΗΤΗΣ

 

Κ. Να πάρει η ευχή. Μερικές φορές, δεν μπορώ να τον καταλάβω κι αυτόν το Μεγαλοδύναμο. Γιατί έπρεπε τώρα, ντε και καλά να με στείλει πάλι πίσω για μια μέρα; Και πού είναι τα πράγματά μου; Το σπαθί μου που είναι; Το καρυοφύλλι μου; Η περικεφαλαία μου; Κολοκοτρώνης χωρίς περικεφαλαία;

Ωχ! Ούτε το μουστάκι δε μου άφησε. Κι απ΄ότι βλέπω μ΄έντυσε σαν τον Κωλέττη και το Σχινά. Μου πήρε τη φουστανέλα και μου΄βαλε εκείνο το βρακί που το λένε πανταλόνι. Έτσι είναι, αλλά ο Κωλέττης και ο Σχινάς δεν πολέμησαν ποτέ τους για να χρειάζονται φουστανέλα.

Κ. Α! Ευτυχώς, πλησιάζει ένας άνθρωπος, να τον ρωτήσω που βρίσκομαι. Ε, πατριώτη! Καλημέρα.

Β. Καλημέρα σύντροφε.

Κ. Σα να χάθηκες μου φαίνεται ή σα να ψάχνεις κάτι.

Β. Και στα δύο έπεσες μέσα.

Κ. Πώς σε λένε;

Β. Άρη. Εσένα;

Κ. Θοδωρή. Από πού έρχεσαι ωρέ;

Β. Απ΄το υπερπέραν. Εσύ;

Κ. Κι εγώ από κει έρχομαι. Ξέρεις που βρισκόμαστε;

Β. Δεν έχω ιδέα. Σα σχολείο μου μοιάζει, αλλά δεν είμαι και σίγουρος.

Κ. Σχολείο; Τόσο μεγάλο; Μάλλον δε με γνώρισες έτσι;

Β. Γιατί θα έπρεπε;

Κ. Η μύτη μου η γαμψή, δε σου λέει τίποτα; Η περικεφαλ.. Άστο, το ξέχασα. Μ’ έστειλε χωρίς περικεφαλαία.

Β. Εσύ όμως πρέπει να με γνώρισες, έτσι δεν είναι;

Κ. Συμπάθα με παλικάρι μου, δε σε θυμάμαι. Μήπως ήσουνα μαζί μου σε καμιά μάχη; Μήπως στην Τριπολιτσά ή στα Δερβενάκια; Που να τους θυμάμαι όλους μέσα στην κάψα του πολέμου;

Β. Ίσως να με θυμάσαι από το Γοργοπόταμο, τότε που κάναμε τους Γερμανούς να το φυσάνε και να μην κρυώνει.

Κ. Γοργοπόταμο; Γερμανούς; Τους Τούρκους θες να πεις.

Β. Κάτσε, γιατί μάλλον τα έχεις λίγο χαμένα. Εγώ είμαι ο Άρης ο Βελουχιώτης, ο καπετάνιος του ΕΛΑΣ. Βέβαια, μου λείπει ο μαύρος σκούφος και η γενειάδα, γι’ αυτό δυσκολεύεσαι να με γνωρίσεις. Ας όψεται… Εσύ ποιος είσαι;

Κ. Ο Θόδωρος ο Κολοκοτρώνης, ωρέ, ποιος θες να είμαι;. Καπετάνιος είπες του ΕΛΑΣ; Και ποιους πολέμησες;

Β. Τους Γερμανούς και τους συμμάχους τους.

Κ. Και οι Τούρκοι που πήγαν; Εκτός αν εννοείς Γερμανούς τον αντιβασιλέα τον Όθωνα και την παρέα του.

Β. Οι Τούρκοι είχαν φύγει, μετά ήρθαν οι Γερμανοί, μετά οι Άγγλοι, μετά πάλι οι Γερμανοί με τους Αμερικάνους και…

Μ. Και τώρα ξανάρθαν όλοι μαζί. Γερμανοί, Ευρωπαίοι, Αμερικάνοι…

Κ. Που βρέθηκες εσύ παλικάρι μου; Τίνος είσαι;

Μ. Εγώ; Εδώ, μαθητής είμαι στο σχολείο που βρισκόμαστε. Ήρθα να ετοιμάσω κάτι πράγματα γιατί αύριο γιορτάζουμε την επανάσταση του 1821 και χωρίς να το θέλω άκουσα τη συζήτησή σας. Τον Οκτώβριο γιορτάσαμε και το ΟΧΙ στους Ιταλούς. Πάντως, κύριε Κολοκοτρώνη, κύριε Βελουχιώτη, χάρηκα για τη γνωριμία.

Κ. Οι Ιταλοί πάλι τι δουλειά έχουν;

Β. Σύμμαχοι των Γερμανών. Δεν σου είπα πριν;

Κ. Ε ρε κατακαημένη Ελλάδα! Κι εμείς τότε γιατί χύσαμε το αίμα μας; Γιατί δωρίσαμε τα νιάτα και τις ζωές μας για να λευτερωθούμε από τους Τούρκους; Για να΄ρθουν άλλοι αφεντάδες, άλλοι πασάδες; Αποτινάξαμε τη σκλαβιά για να ξαναγίνουμε σκλάβοι;

Β. Γιατί παραξενεύεσαι Γέρο του Μοριά; Ξέχασες που σ΄έβαλαν φυλακή πρώτα στην Ύδρα και μετά στο Παλαμήδι οι ίδιοι οι συμπατριώτες σου; Αυτοί που δεν έριξαν ούτε μία τουφεκιά! Μέχρι και σε θάνατο σε καταδίκασαν. Ήταν το ευχαριστώ για όσα έκανες. Μα σαν είδαν τον Ιμπραήμ να σαρώνει, σε ξανάβγαλαν για να τους γλυτώσεις. Οι κιοτήδες!

Μ. Ησυχάστε κύριε Κολοκοτρώνη. Κι εσείς κύριε Βελουχιώτη. Αλήθεια, κύριε Βελουχιώτη και σεις κάτι παρόμοιο δεν πάθατε;

Β. Εμένα δε με φυλάκισαν. Μου πήραν το κεφάλι μια κι έξω. Όμως, δεν τους έδωσα τη χαρά να με πιάσουν. Έδωσα μονάχος μου τέλος στη ζωή μου.

Μ. Ποιοι; Οι Γερμανοί;

Β. Έλληνες, που συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς. Σαν έφυγαν οι Γερμανοί, ήρθαν οι Άγγλοι και μας έβαλαν να σκοτωθούμε μεταξύ μας. Έλληνες πολεμούσαν τους Έλληνες, και ο εχθρός έκανε τη δουλειά του.

Κ. Να σου πω κάτι παλικάρι μου; Σε τούτο το λαό, όπως και σε κάθε λαό, δεν έλειψαν ποτέ ούτε οι αγώνες για τη λευτεριά μα ούτε και οι ήρωες. Δεν έλειψαν όμως και οι προδότες μα κι εκείνοι που παρίσταναν τους ηγέτες και τελικά αποδείχτηκαν ζαγάρια του κερατά. Το μόνο που τους ένοιαζε ήταν το τομάρι τους.

Β. Αφού τους αφήνουν οι λαοί!

Κ. Κοίτα να δεις φίλε Άρη. Άρη δεν είπαμε πως σε λένε; Αλήθεια, σου είπα ότι χάρηκα που σε συνάντησα; Λοιπόν, κοίτα να δεις πως τα βλέπω εγώ τα πράγματα. Από τη στιγμή που γεννιέται ένας άνθρωπος, φροντίζουν και του φοράνε το καπίστρι και μετά, τον βάζουν στο ντορό που θέλουν εκείνοι. Ούτε ζερβά ούτε δεξιά. Μόνο ντουγρού τον αφήνουν να βαδίζει.

Μ. Ποιοι κύριε Κολοκοτρώνη;

Κ. Μυαλό έχεις. Βρες το μόνος σου.  Δεν θα σου δώσω έτοιμη την απάντηση. Αν στο πω εγώ θα είναι σα να σου βάζω το δικό μου χαλινάρι. Ψάξε, διάβασε, μορφώσου, άκου, μάθε και κρίνε. Το’ χεις χρέος να το κάνεις.

Και σε παρακαλώ, σταμάτα βρε παιδί μου αυτό το «κύριε» και «κύριε». Πες με «Γέρο», «Γέρο του Μοριά», όπως τότε που κατέβαινα τις βουνοπλαγιές καβάλα στον Μαύρο μου. «Έρχεται ο Γέρος του Μοριά» έλεγαν οι Τούρκοι και τους έπεφταν τα γιαταγάνια από τα χέρια, κι ανατρίχιαζαν οι Έλληνες κι έπιαναν το τουφέκι και το’ καναν να κελαηδάει.

Β. Τι τα θες και τα θυμάσαι; Τελικά, αυτοί που αγωνίστηκαν για την ελευθερία και για το δίκιο κατέληξαν ή στη φυλακή ή στο θάνατο. Μόνο η Ιστορία τους δικαιώνει αλλά κι αυτό δε συμβαίνει πάντα. Πάρε το δικό μας παράδειγμα. Υπήρξαν κάποιοι συμπατριώτες μας, πατριώτες δεν τους λες, που το μόνο τους μέλημα ήταν να κυβερνήσουν, να εξουσιάσουν, να διατάξουν και να αποκτήσουν προνόμια για τον εαυτό τους. Δεν δίστασαν να πατήσουν στους δικούς μας αγώνες και να συνεργαστούν με τους κατακτητές.

Μ. Δηλαδή, πήγαν στράφι οι αγώνες σας; Αν ξαναζούσατε, θα κάνατε τα ίδια;

Κ. Άκουσέ με παλικάρι μου. Αν θες να συνεχίσουμε την κουβέντα, αυτό να μην τα ξαναπείς. Γίνεται, μωρέ, να είσαι αμούστακο παιδί, να σε αναγκάζει ο Τούρκος να τον κουβαλήσεις στην πλάτη σου και να μην τον πολεμήσεις σαν μεγαλώσεις; Γίνεται να βλέπεις να σου κλέβουν το βιος σου, τον ιδρώτα σου, το φαΐ σου και να μην αντιδράς; Γίνεται να είσαι μια ζωή ραγιάς; Ζει μωρέ ο ραγιάς; Τον σκιαγμένο και τον σκλαβωμένο άνθρωπο εγώ δεν τον περνάω για άνθρωπο.

Β. Δε διάβασες τι είχε πει ο Ρήγας; «Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή!»

Μ. Ναι αλλά, αξίζει τελικά να αγωνίζεται κανείς; Να δίνει ακόμα και τη ζωή του και τελικά να μην γίνεται τίποτα;

Κ. Κανένας αγώνας δεν πάει χαμένος παλικάρι μου. Δεν το βλέπεις; Αν δεν υπήρχαν στις μέρες μου ο Καραϊσκάκης, ο Ανδρούτσος, ο Παπαφλέσσας, η Μπουμπουλίνα, ο Νικηταράς και όλοι οι άλλοι που ήταν δίπλα τους, ακόμα θα είχατε τον Τούρκο στο σβέρκο. Κι αν, αργότερα δεν υπήρχαν άνθρωποι σαν τον Άρη και όλους τους άλλους που αντιστάθηκαν, θα είχατε ακόμα τον Γερμανό στο κεφάλι σας.

Μ. Ενώ τώρα!

Κ. Εσείς που είστε νέοι, να έχετε ανοιχτά τα μάτια της ψυχής και του μυαλού σας. Να σκέφτεστε, να κρίνετε, να μορφώνεστε και κυρίως να κάνετε. Δεν χρειάζονται πολλά λόγια. Ο καλύτερος τρόπος για να πεις κάτι, είναι να το κάνεις.

Άιντε, να σας αφήσω τώρα. Πρέπει να επιστρέψω. Τέλειωσε το ταξίδι μου.

Β. Και το δικό μου, το ίδιο.

Β. Κ. Καλή επιτυχία στη γιορτή σας.

Μ. Ευχαριστώ. Καλή επιστροφή…

Και τώρα τι γίνεται; Ποιος θα μου λύσει τις απορίες που έχω;

Κ. Βρες μόνο σου τις απαντήσεις. Με την ψυχή και το μυαλό. Μόνο τότε έχουν αξία.

 

Ετικέτες: ,

Πλάι στον εφιάλτη θεριεύει το όνειρό μας

 

Πλάι στον εφιάλτη θεριεύει το όνειρό μας

Από το Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Κώστας Βάρναλης

Mες την υπόγεια την ταβέρνα, 
μες σε καπνούς και σε βρισές
(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα)
όλ΄ η παρέα πίναμ΄ εψές·
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

Δυο στάλες κρασί στο ποτήρι, δυο στάλες πίκρα, δυο στάλες καημοί, δυο στάλες όνειρα.

Γουλιά-γουλιά τα πίναμε όλα μαζί, γιατί τα ζήσαμε όλα μαζί, γιατί τα νιώσαμε όλα μαζί.

Πλάι στον καημό, τραγουδάει η ελπίδα, πλάι στην πίκρα κάθεται η γλύκα της ζωής, πλάι στον εφιάλτη θεριεύει το όνειρο και τον κατατρώει.

Μια παρέα είμαστε ρε φίλε. Σήμερα υποφέρω εγώ κι εσύ με στηρίζεις, αύριο στη δική σου θλίψη θα σου τραγουδήσουμε εμείς γιατί το χαμόγελο μοιράζεται σαν το υδράργυρο.

Τα φαρμάκια που μας δίνουν δεν θα μας σκοτώσουν, δεν μπορούν να μας σκοτώσουν γιατί δεν θέλουμε να μας σκοτώσουν.

 

Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής.
Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.

 

Θυμώνουμε, σιχτιρίζουμε, δρούμε, αντιστεκόμαστε, ζούμε.

Βάσανο μεγάλο περνάμε, σφιγγόμαστε και σφίγγουμε το μπράτσο του διπλανού και το μπράτσο μας γίνεται πέτρα, γίνεται ατσάλι και τσακίζει τα φαντάσματα που μας τρομάζουν.

Εκείνοι έχουν το χρήμα, έχουν τα όπλα, έχουν τα ραδιοκύματα κι εμείς έχουμε το δίκιο και το «μαζί». Το «μαζί» της αλληλεγγύης, όχι το μίζερο της ελεημοσύνης, αυτό είναι δικό τους.

Άσπρη μέρα δεν θυμιέμαι γιατί χρωματίζουμε την άσπρη μέρα που έρχεται.

Με το κόκκινο της αντίστασης, με το πορτοκαλί, με το κίτρινο του κρόκου, με το πράσινο της ελπίδας, με το μπλε του ουρανού και της θάλασσας, με το μενεξεδί της χαραυγής του νέου.

Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ΄ άσωτ΄ ουρανού!
Ω! της αβγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

Περάσαμε πολλά, θα περάσουμε κι άλλα μα θα αναστηθούμε. Με τον ήλιο που έχουμε μέσα μας θα τους κάψουμε. Θα απολυμάνουμε το σάπιο χώμα για να φυτρώσουν γαρούφαλα εκεί που τώρα υπάρχουν αγκάθια.

Tου ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό·
τ΄ άλλου κοντόημερ΄ η γυναίκα
στο σπίτι λυώνει από χτικιό·
στο Παλαμήδι ο γιος του Mάζη
κι η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

 

Η φτώχια ξαναχτύπησε τις πόρτες μας. Φέρνει μαζί της τις αρρώστιες. Μια γάζα κι ένα φάρμακο έγιναν πολύ ακριβά για το μπόι μας. Μας γύρισαν δεκαετίες πίσω τότε που ακόμα και το δικαίωμα στην αναπνοή μετριούνταν με τα βαλάντια του καθενός. Τώρα όποιος διαθέτει χρυσό κι ασήμι, μόνος αυτός μπορεί να αναπνέει και να ζει.

Οι φυλακές άνοιξαν πάλι τις σιδερένιες πόρτες για να σφαλίσουν σήμερα κάθε φωνή που αντιστέκεται. Αύριο, κάθε φωνή που θα ακούγεται. Αυτό θέλουν. Νομίζουν θα το πετύχουν. Κάνουν πάλι λάθος, ποτέ δεν το πέτυχαν. Άμα η φωνή βγει από το στόμα, δεν φυλακίζεται, δε σβήνει δεν πνίγεται. Αργά ή γρήγορα θα διασχίσει τον αέρα και θα φτάσει στα αυτιά των ανθρώπων.

― Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
― Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
― Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
― Φταίει πρώτ΄ απ΄ όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Kανένα στόμα
δεν το βρε και δεν το πε ακόμα.

 

Φταίει που ξεχνάμε γρήγορα. Γι’ αυτό ήπιαμε απόψε μια γουλιά κρασί. Για να θυμηθούμε. Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα που πάντα αποδεικνύονται μικρά. Να θυμηθούμε αυτά που έγινα για μας, χωρίς εμάς, πίσω από μας.

Το τι φταίει, γυρνάει από στόμα σε στόμα, από καρδιά σε καρδιά. Όπου να’ ναι θα περάσει και στα χέρια μας θα αγκιστρωθεί στο μυαλό μας και θα γίνει γνώση, θα γίνει δύναμη.

Έτσι στη σκοτεινή ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας έβρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!

 

Το θαύμα θα γίνει και θα το κάνουμε εμείς, μόνοι μας. Κανέναν «Σωτήρα» δεν περιμένουμε, κανέναν «φίλο».

Μπορεί να φανήκαμε δειλοί, μπορεί μοιραίοι και άβουλοι αντάμα. Έτσι είναι πάντα οι άνθρωποι μέχρι να καταλάβουν ότι διαθέτουν μπόι μεγαλύτερο από αυτό που πίστευαν, μέχρι να ανακαλύψουν πως αυτό που τους τρόμαζε ήταν ο ίσκιος του δράκου και όχι ο ίδιος ο δράκος.

 

 

 

 

 

Ετικέτες:

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: