RSS

Category Archives: ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

Να τα λέμε και αυτά!

Να τα λέμε και αυτά!

Να τα λέμε κι αυτά

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Την ώρα που ο πρωθυπουργός της χώρας με βαριά καρδιά ταξίδεψε στις ΗΠΑ, στο Νιού Χέιβεν (Γέηλ) συγκεκριμένα, για να τακτοποιήσει την κόρη του που θα φοιτήσει στο εκεί πανεπιστήμιο, να της βρει μια γκαρσονιέρα, να της τη βάψει, να της πάρει από το αντίστοιχο Μοναστηράκι δυο καρέκλες, ένα τραπέζι και ένα μικρό γραφειάκι βρε αδερφέ, κάποιοι ξετσίπωτοι τον ποτίζετε χολή και φαρμάκι, κι αυτόν και τη Νίκη τη φίλη του.

Του σέρνετε τα χίλια δυο για την ελάχιστη βάση εισαγωγής στα δημόσια πανεπιστήμια της Ελλάδας που είχε σαν αποτέλεσμα να μείνουν μερικές δεκάδες χιλιάδες υποψήφιοι εκτός πανεπιστημιακών σχολών.

Και πού είναι το πρόβλημα; Δεν βλέπετε πόσα καλά προκύπτουν;

Πολλοί από τους κομμένους, και το «κομμένους» υπερβολή είναι εδώ που τα λέμε, θα πάνε σε ένα ιδιωτικό κολλέγιο χωρίς να ξενιτευτούν, θα πληρώσουν, θα πάρουν ισότιμο πτυχίο με τα αντίστοιχα δημόσια, χωρίς άγχος και αγωνία.  Θα δουλέψουν και πτυχιούχοι στα κολέγια αυτά και δεν θα φεύγουν στο εξωτερικό τα καλύτερα παιδιά και τα καλύτερα μυαλά.

Οι υπόλοιποι θα ψάξουν για μια δουλειά, γιατί δουλειές υπάρχουν, να τα λέμε κι αυτά, θα γλυτώσουμε από τους ξένους τους πρόσφυγες και τους μετανάστες που έρχονταν εδώ και έπαιρναν τις καλύτερες δουλειές, στα χωράφια όπως στη Μανωλάδα, καθάριζαν τουαλέτες, στις λαϊκές, στα πλυντήρια αυτοκινήτων κι άλλες τέτοιες χρυσές δουλειές, την ώρα που τα δικά μας τα παιδιά γίνονταν αιώνιοι φοιτητές και έπιαναν και τις θέσεις από άλλα παιδιά που ήθελαν να σπουδάσουν αλλά δεν υπήρχαν θέσεις στα αμφιθέατρα γιατί κάθονταν σ’ αυτές οι αιώνιοι φοιτητές.

Τώρα μετά τις φωτιές ξέρετε πόσοι εργάτες θα χρειαστούν; Να κόψουν τα καμένα, να καθαρίσουν, να αναδασώσουν με μπανανιές που υποσχέθηκε ο πρωθυπουργός μας, να ανοίξουν δρόμους, να κουβαλήσουν τα πτερύγια από τις ανεμογεννήτριες. Έρχεται η ανάπτυξη, δεν τη βλέπετε; Τσάμπα νομίζετε θα πάνε οι εκκενώσεις και οι φωτιές;

Όχι αλλά, να τα λέμε και τα καλά. Μέχρι που ήρθε αυτή η άγια γυναίκα η Νίκη με τις θεόσταλτες οδηγίες του πρωθυπουργού, να τα λέμε κι αυτά, άνθρωπος από μόνος του δεν θα μπορούσε να το σκεφτεί, κι έβαλε μία τάξη.

Πότε επί τέλους θα καταλάβουμε ότι όλοι οι άνθρωποι δεν είναι, δεν μπορούν να είναι και δεν πρέπει να είναι ίσοι. Κάποτε πρέπει να ειπωθούν αλήθειες, να μπει το μαχαίρι στο κόκκαλο. Όχι, αλλά να τα λέμε κι αυτά.

Το ίδιο είναι το παιδί του γιατρού με το παιδί του σκουπιδιάρη ή του εργάτη ή του άνεργου; Μπορεί το παιδί του σκουπιδιάρη να γίνει γιατρός; Μπορεί να γίνει μηχανικός; Ε όχι, δεν μπορεί, αλλά και να μπορούσε, πείτε μου πώς θα άνοιγε ιατρείο ή τεχνικό γραφείο; Με τι λεφτά; Με άνεργο πατέρα, τεμπέλη δηλαδή, να ακούγεται και καμιά αλήθεια, πάλι σε άλλον γιατρό ή σε άλλον μηχανικό θα πήγαινε να δουλέψει. Το μεροκάματο θα κυνηγούσε πάλι!

Ευτυχώς παναΐτσα μου που βρέθηκε αυτή η κυβέρνηση και μας έσωσε από τα χειρότερα.

Να σπουδάζουν αυτοί που μπορούν κι αυτοί που πρέπει.

Τι θα πει «θέλει το παιδί να σπουδάσει»; Ξέρει το παιδί τι θέλει; Φταίμε όμως κι εμείς οι γονήδες που κάνουμε όλα τα χατίρια στα παιδιά.

Είμαι, για παράδειγμα, εγώ ψυκτικός από το Περιστέρι ή αγρότης από την Καρδίτσα. Τι θέλει τώρα το δικό μου το παιδί να πάει και να μπλέξει με πανεπιστήμια, με σχολές, με πτυχία, με μεταπτυχιακά, με πορείες και τέτοιες ανοησίες. Θα μαθαίνει δυο ξένες γλώσσες στο δημοτικό και θα είναι μια χαρά. Και να κάτσει ο ένας να αναλάβει τη δουλειά μου ως ψυκτικός ή τα χωράφια στο χωριό ο άλλος. Ας είναι λίγα, δεν πειράζει. Να ανοίξει το μυαλό λέει. Και μετά από το πολύ το άνοιγμα παίρνουν αέρα και δεν ξέρουν τι ζητάνε.

Α ρε ξύλο που χρειάζονται.

Τράπεζα θεμάτων, εκεί για να μάθουν. Μια χαρά τους κάνει η κυβέρνηση. Να σφίξουν οι προσαγωγοί από νωρίς. Να δίνουν πανελλήνιες εξετάσεις μόνο οι άξιοι, οι ικανοί και οι άριστοι.

Το βρήκαμε τώρα. Παλιά, τα παιδιά μάθαιναν γράμματα, όχι όλα αλλά μάθαιναν. Εντάξει, έπεφτε και ξύλο αλλά και τι πάθαμε; Εγώ, για παράδειγμα δεν βλέπω να με έβλαψε πουθενά. Μια χαρά είμαι. Έχω φρέσκιες απόψεις, δεν βάζω παρωπίδες, το λέω το δίκιο και δεν κοιτάζω μόνο το συμφέρον το δικό μου αλλά το γενικότερο καλό.

Είμαι ένα χρόνο άνεργος, αλλά τι να κάνω; Σάμπως μόνο εγώ είμαι; Δεν ήμουν καλός και με απόλυσε το αφεντικό. Τι να κάνει κι αυτό; Ζητιάνος να γίνει; Άμα κάνει ψυχικά έπρεπε να ανοίξει εκκλησία όχι μαγαζί.

Λοιπόν, για να τελειώνουμε.

Να αφήσετε τον πρωθυπουργό στις σκοτούρες του και την υπουργό στην ησυχία της, να κάνει τη δουλειά της. Είναι σπουδαγμένοι και οι δύο, ξέρουν τι κάνουν.

Και για τον πρωθυπουργό εγώ πιστεύω, όχι να τα λέμε κι αυτά, ότι δεν έπαιξε κανένα ρόλο που έτυχε να λέγεται Μητσοτάκης. Άμα είσαι άξιος δεν χρειάζεσαι κανένα επίθετο. Εντάξει, έτυχε τώρα το συγκεκριμένο το σόι να βγάζει άξιους και ικανούς. Τι να κάνουμε; Με το DNA  να τα βάλουμε;

Όχι να τα λέμε κι αυτά.

 

Ετικέτες: , , , ,

Η άτιμη η κενωνία

Η άτιμη η κενωνία

Η άτιμη η κενωνία

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Τα πράγματα είναι απλά. Απλά και εύκολα. Όσο εύκολες ήταν οι εργασίες που έχουν κάνει στη ζωή τους κάποιοι πολιτικοί μας ηγέτες, άριστοι κατά τα άλλα, και λάτρεις της σκληρής εργασίας.

Άμα είσαι γιατρός και σώζεις ζωές και μάχεσαι για να νιώθει ο άνθρωπος αξιοπρεπής μέσα στην ασθένειά σου, όπως ευτυχώς συμβαίνει με τους περισσότερους γιατρούς, και δεν παίρνεις φακελάκια ως προϋπόθεση για να τους αναλάβεις, η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σου χαρίζει απλόχερα το χειροκρότημά της. Σε στύβει στις υπερωρίες και ακόμα στις χρωστάει. Γιατρουδάκι σε ανεβάζει γιατρουδάκο σε κατεβάζει. Ενώ αν είσαι από τους άλλους, τους εκβιαστές, η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σε ανταμείβει. Σε κάνει καθηγητή, μεγαλογιατρό με πουράκλες στο γραφείο σου κάτω από το «απαγορεύεται το κάπνισμα». Μέχρι και πρύτανη μπορεί να σε κάνει για να έχεις τον έλεγχο και να τα κονομάς από παντού ή και ειδικό σε κάποια από τις επιστημονικές επιτροπές για να έχουν οι ιθύνοντες το κεφάλι τους ήσυχο.

Άμα είσαι άνθρωπος του μόχθου, του μεροκάματου και της καθημερινής βιοπάλης, η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σε έχει κυριολεκτικά χεσμένο. Μόνο η μάνα σου σε θυμάται και μόνο αυτή νιώθει το τι περνάς. Ποιος νοιάζεται αν έχεις να περάσεις το μήνα, αν έχεις για το ενοίκιο, αν σου φτάνουν για τη δόση του δανείου, αν έχεις φαΐ στο πιάτο κάθε που γυρνάς στο σπίτι ή αν δουλεύεις ένα σκασμό ώρες κάθε μέρα;

Αν είσαι όμως μέγας πληρωμένος ξεχασμένος και ξεγραμμένος μαχητής και μπορείς και επιβιώνεις σε στημένες κακουχίες κάπου εκεί στην καραϊβική τότε η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σε έχει περί πολλού. Σε περιμένει στα αεροδρόμια για να σε επευφημήσει λες και ανακάλυψες το φάρμακο για τον καρκίνο, λες και έβαλες έστω ένα λιθαράκι, έναν κόκκο άμμου βρε αδερφέ για να φτιάξεις ένα σκαλί για να πατήσει ο «άνθρωπος» και να δικαιολογήσει το όνομά του. Σου ετοιμάζει συνεντεύξεις σε κανάλια πανελλαδικής εμβέλειας για να αναλύσεις τις κραυγές που έβγαζες όταν βουτούσες στα λασπόνερα ξυπνώντας ακόμη και στα τσακάλια ακόμη πιο ζωώδη ένστικτα.

Αν πάλι είσαι μισθωμένος αγρότης σε φάρμα, τέτοιος αγρότης που σηκώνεται ο φράχτης, παίρνει των ομματιών του και πάει μετανάστης στην Παταγονία, και ουρλιάζεις χωρίς λόγο όλη την ώρα κάνοντας τον άγριο και τον τσαμπουκαλεμένο, η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σε προβάλλει σαν πρότυπο. Να γαμπρός για τις κόρες τις έμορφες. Και δως του τα κανάλια να σε κυνηγάνε για μια σου λέξη, τι λέξη δηλαδή, για ένα σου μουγκρητό έστω για ένα σου γέλιο για να λάμψει η λευκασμένη οδοντοστοιχία σου.

Αν όμως είσαι αγρότης κανονικός, από αυτούς που μυρίζουν το χώμα και καταλαβαίνουν αν και πόσο διψάει, από αυτούς που παλεύουν με τη γη για να ζήσουν οι ίδιοι και οι οικογένειές τους τότε η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, θα σε πει τεμπέλη και καφενόβιο που ζεις με τις επιδοτήσεις και κλείνεις τις εθνικές οδούς του Μπόμπολα και δεν αφήνεις τον Πέτρο να πάει να δει τη μανούλα του και στενοχωριέται ο Πέτρος και οι όμοιοί του. Και σε λίγα χρόνια εκεί που χρωστούσε και της Μιχαλούς κατορθώνει και μας κάνει τη χάρη να προσφέρει και πάλι με τα έντυπά του στον εκπολιτισμό του μνημονιακού νεοέλληνα. Αυτά είναι τα ωραία.

Όμως ευτυχώς για όλους εμάς τους υπόλοιπους που δεν είμαστε μέλη της κοινωνίας ούτε της επίσημης ούτε της ανεπίσημης, υπάρχουν εκείνοι, και είναι πάρα πολλοί, που κρατάνε άσβεστη τη φλόγα της ελπίδας και είναι φορές που την κάνουν πυρκαγιά που καίει ότι τοξικό υπάρχει και μπορούμε και ρουφάμε καθαρό αέρα.

Είναι όλοι αυτοί οι παραπάνω που η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, τους έχει απορρίψει. Και κοντά σ’ αυτούς είναι κι άλλοι, όπως οι φοιτητές που πέταξαν έξω τους μπάτσους του Μιχάλη και του Κούλη από τα πανεπιστήμια ή όπως οι εκπαιδευτικοί που όρθωσαν και πάλι ανάστημα στις εμμονικές αντιδραστικές επιδιώξεις της κυρά-Νίκης και πέταξαν για μία ακόμη φορά στον καλάθι των α(χ)ρήστων την αξιολόγησή τους.

Γιατί τα πράγματα είναι απλά. Άλλες οι ανάγκες της πραγματικής κοινωνίας και άλλες οι εικονικές ανάγκες της κενωνίας που θέλει να εμφανίζεται ως κοινωνία, επίσημη ή ανεπίσημη.

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Η μάνα

Η μάνα

Η μάνα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Λένε πως η δουλειά σε ανταμείβει, πως όποιος δουλεύει αργά ή γρήγορα θα βρει προκοπή. Εννοούν πως θα αποκτήσει περιουσία, θα βγάλει λεφτά θα ανέβει τάξη στην κοινωνία. Θα γίνει κάποιος βρε αδερφέ.

Δώδεκα χρονών ήταν ο Παναγής, εκεί γύρω στα 1920.

Τον ξύπνησε η μάνα του ένα πρωί και του ανακοίνωσε πως ο πατέρας του πέθανε.

– Και δεν θα τον ξαναδούμε μάνα;

– Είδες πολλούς πεθαμένους μέχρι τώρα;

– Δεν ξέρω μάνα, είμαι μικρός.

– Πέθανε σου λέω. Μας άφησε χρόνους που να καεί στην κόλαση ο αφορεσμένος.

– Όχι στην κόλαση μάνα. Κάνει πολλή ζέστα εκεί.

– Να καεί! Καψάλα να γίνει. Πώς θα τα βγάλω πέρα μόνη μου λες; Χωράφια δεν έχουμε, λίρες δεν έχουμε, παράδες δεν έχουμε. Και το σπίτι ακόμα που μένουμε είναι έτοιμο να σαρίσει.

– Μάνα γιατί πέθανε;

– Γιατί ήταν αχαΐρευτος. Εκεί που θέριζε έπεσε τέζα.

– Θέλω να τον δω. Πού είναι;

– Δεν χρειάζεται. Τον πήραν και τον έθαψαν. Δεν χρειάζεται να τον δεις.

– Είχα από προχτές να τον δω.

– Κι εγώ. Νόμιζα κοιμήθηκε στο χωράφι. Το είχε ξανακάνει. Αλλά αυτός πήγε και ψόφησε.

– Μη μιλάς έτσι για τον πατέρα. Σάματις ήθελε να πεθάνει λες;

– Κι άμα δεν ήθελε; Τώρα τι κάνουμε;

– Θα δουλέψω εγώ μάνα. Μη σκιάζεσαι.

– Θα πάω στον κυρ-Στέργιο και θα του ζητήσω δουλειά.

– Μην πας σ’ αυτόν.

– Γιατί;

– Δεν είναι καλός άνθρωπος. Και δεν μ’ αρέσει που σε κοιτάει. Ούτε που σε αγγίζει με τα χέρια του.

Δεν πρόλαβε ο Παναγής να τελειώσει τη φράση του και βρέθηκε με το κεφάλι στον τοίχο από την ξανάστροφη της μάνας του.

– Μάζεψε τη γλώσσα σου γιατί θα στην κόψω. Όταν ψηνόσουν στον πυρετό τις προάλλες, εκείνος πλήρωσε για να πας σε γιατρό στην πόλη. Ο ανεπρόκοπος ο πατέρας σου βλέπεις δεν μπορούσε.

Τα μάτια του παιδιού γέμισαν δάκρυα.

– Αν ξαναπείς ανεπρόκοπο τον πατέρα μου θα σε κλωτσήσω και θα φύγω.

– Να πας στα τρανά που θα με φοβερίξεις κιόλας.

Σηκώθηκε κι έφυγε ο Παναγής. Όχι, δεν την κλώτσησε τη μάνα του μα τα μάτια του έτρεχαν ασταμάτητα σα μικρές βρυσούλες. Μόνο που δεν έβγαζαν νερό γάργαρο. Φαρμάκι και πόνο έσταζαν, πόνο αβάσταχτο για την ψυχούλα του μικρού.

Πήγε στην άλλη άκρη του χωριού, στη θεια του τη Λένω, την αδερφή του πατέρα του.

– Κάτσε λίγες μέρες εδώ μέχρι να περάσει η μπόρα και θα πας να βρεις ξανά τη μάνα σου, του είπε η θεια του.

– Δεν πάω θεια. Δεν τη θέλω. Βρίζει τον πατέρα μου και θα πάει να βρει τον Στέργιο.

– Ποιον, εκείνο το παλιοζάγαρο;

– Ναι εκείνο.

– Ότι πει η μάνα σου, αυτό θα κάνεις κι εσύ.

– Εγώ δεν πάω σ’ αυτόν.

– Καλά! Σώπα τώρα. Αγρίμι σκέτο. Ίδιος ο πατέρας, Σε καλό να σου βγει.

Πέρασαν πάνω από δύο μήνες που έκατσε με τη θεια του. Η μάνα του πήγαινε και τον έβλεπε. Τον ξεκαθάρισε πως τον κυρ-Στέργιο θα τον παντρευτεί.

– Αν δεν τον παντρευτώ θα πεθάνουμε από την πείνα, κι εγώ κι εσύ μαζί που να μην έσωνα να τον παντρευόμουν τον αχαΐρευτο τον πατέρα σου.

Σηκώθηκε ο Παναγής και όρμησε με φόρα στη μάνα του. Τελευταία στιγμή, αντί να κλωτσήσει εκείνη, έριξε μια δυνατή κλωτσιά στο τραπέζι.

Ούρλιαξε η θεια του. Έβαλε τα κλάματα η μάνα του. Το παιδί βγήκε έξω κουτσαίνοντας και φωνάζοντας.

– Άι στο διάολο μάνα. Άι στο διάολο και συ και ο παλιό Στέργιος σου.

Τι κι αν δεν ήθελε ο Παναγής; Στο μήνα πάνω έγινε ο γάμος.

Αυτός κι η μάνα του μετακόμισαν στο σπίτι του πλούσιου πατριού του.

Από την πρώτη μέρα ο πατριός του έβαλε τους όρους του.

– Μικρέ, εδώ είναι το σπίτι μου. Το θες δεν το θες εδώ κουμάντο κάνω μόνο εγώ. Αν δεν συμφωνείς με όσα ορίζω θα μένεις έξω. Η μάνα σου είναι τώρα δική μου. Την ήθελα κι από παλιά αλλά οι δικοί της την έδωκαν στον πάτερα σου γιατί ήμουνα λέει μεγάλος.

– Σαν παππούς μου είσαι. Με το ένα πόδι στο τάφο.

– Όπως βλέπεις εγώ είμαι ολοζώντανος. Άλλος είναι στο τάφο.

Θόλωσε το παιδί με όσα άκουσε. Αρπάζει το κουζινομάχαιρο που ήταν πάνω στο τραπέζι και ορμάει στον κυρ-Στέργιο.

Τον προλαβαίνει εκείνος και του πιάνει το χέρι. Του τραβάει το μαχαίρι και είναι έτοιμος να το καρφώσει στο κορμί του παιδιού.

– Άτιμε θα σε σκοτώσω, ακούστηκε η φωνή της μάνας την ώρα που κάρφωνε στην πλάτη του κυρ-Στέργιου την κάμα που είχε πάντα στο ζωνάρι μέσα από τα σιγκούνια της.

Πέντε μαχαιριές του κατάφερε του κυρ-Στέργιου μέχρι να σιγουρευτεί πως ο γιος της δεν κινδυνεύει από τα χέρια του.

Φαρδύς πλατύς σωριάστηκε ο Στέργιος με το κουζινομάχαιρο να πέφτει δίπλα του στο πάτωμα.

– Φεύγα Παναγή. Τράβα στη θεια σου και πες της τι έγινε. Εμένα να με ξεχάσεις. Εκείνη θα έχεις τώρα για μάνα.

Τα χρόνια πέρασαν, ο Παναγής μεγάλωσε έκανε δική του οικογένεια μα τα σημάδια στην ψυχή του έμειναν ανεξίτηλα.

Ποτέ δεν αγκάλιασε τα τρία του παιδιά, ούτε όταν ήταν μικρά ούτε σαν μεγάλωσαν.

Και τη γυναίκα του, παρόλο που την «έκλεψε» από αγάπη γιατί οι δικοί της δεν τον ήθελαν για γαμπρό τους, δεν της είπε ποτέ ένα καλό, έναν γλυκό λόγο.

Και στο χωριό που κατέφυγε με την γυναίκα του για να συνεχίσει τη ζωή του, είχε τη φήμη του δύστροπου, του παράξενου και του αψύ ανθρώπου που όλα του έφταιγαν.

Σε κανέναν δεν μίλησε ποτέ για τα όσα πέρασε.

Αυτά μαθεύτηκαν αργότερα όταν ο ίδιος είχε φύγει πια από τη ζωή.

Κάποιοι έσκυψαν το κεφάλι, κάποιοι ένιωσαν τύψεις αλλά οι περισσότεροι συνέχισαν να ζουν τις ζωές τους με τα δικά τους τραύματα και τα δικά τους απωθημένα.

Μέχρι να κλείσει τα μάτια του δούλευε στα χωράφια.

Ούτε περιουσία απόκτησε, ούτε παράδες, ούτε λίρες, ούτε παλάτια.

Τι κι αν τον σκιάζονταν τα χώματα σαν τον έβλεπαν;

Ίσως δεν του «άξιζε να προκόψει»…

 

Ετικέτες: , , , , ,

Πρέπει να φας παιδί μου

Πρέπει να φας παιδί μου

Πρέπει να φας παιδί μου

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

«Γιατί κλαις παιδί μου; Μήπως πεινάς; Θα πεινάς σίγουρα. Είσαι αδύνατος. Πρέπει να τρως. Έλα σε παρακαλώ. Φάε λίγο ψωμί τουλάχιστον.»

Δώδεκα γυναίκες, εργάτριες γης, στοιβαγμένες σε μια αποθήκη «του αφέντη», όλες από το διπλανό χωριό, αποκαμωμένες από το σκάλισμα των βαμβακιών νύχτα με νύχτα, στρωματσάδα πάνω σε κάτι σελτέδες γεμάτους κοριούς και τσιμπούρια. Τουαλέτα, που λέει ο λόγος, και τουλούμπα για πλύσιμο έξω από την αποθήκη. Καμιά τριανταριά μέτρα μακριά.

Είκοσι έξι χρονών η μικρότερη, με δύο παιδιά, τρίχρονο το τελευταίο, εξήντα δύο η μεγαλύτερη. Όλες άφησαν τα σπίτια τους και τις οικογένειές τους για δύο βδομάδες επειδή η ανάγκη τους έσφιγγε το λαιμό.

Για το μεροκάματο, για να βουλώσουν καμιά τρύπα, για να αγοράσουν ξύλα για το χειμώνα, για να πάρουν κανένα κιλό κρέας για το παιδί, για, για…

– Πάλι εφιάλτη έβλεπε η μικρή. Θα σκάσει από το κακό της.

– Μας βγήκε ευαίσθητη. Λες και τα δικά μας είναι σκυλιά κι όχι παιδιά.

Η μεγαλύτερη από όλες πήγε και σκούντηξε σιγά-σιγά τη μικρή για να την ξυπνήσει χωρίς να τρομάξει.

– Έλα σήκω. Σου είπα να μην ξεσυνερίζεσαι με όσα βάζεις στο μυαλό σου. Μια χαρά είναι το παιδί. Έχουμε δέκα μέρες ακόμα. Άμα δεν κοιμάσαι πώς θα αντέξεις όλες τις μέρες με το τσαπί στο χέρι;

– Είδα πάλι ότι έκλαιγε και δεν έτρωγε. Έμαθε με μένα και δεν τρώει με την πεθερά μου. Πώς θα βάλει κάνα γραμμάριο άμα δεν τρώει.

– Μην κάνεις έτσι. Εμείς δεν έχουμε παιδιά; Δεν βλέπουμε και εφιάλτες κάθε βράδυ, πετάχτηκε η εργάτρια που την κατέκρινε και πριν.

Η «μικρή» δεν μίλησε. Μόνο την κοίταξε με απορία και θλίψη.

– Εσύ να κοιτάς τη δουλειά σου, της είπε η πιο ηλικιωμένη.

– Κι εσύ τη δική σου, της απάντησε η ίδια εργάτρια.

Από την πρώτη μέρα η μικρομάνα δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει πίσω στα παιδιά της και στο σπίτι της. Είχε έρθει και πέρυσι για μεροκάματο, στον ίδιο «αφέντη», αλλά φέτος δεν επέστρεφε κάθε βράδυ στους δικούς της. Για δυο βδομάδες, μέχρι να τελειώσει το σκάλισμα θα έμεναν στην αποθήκη του αφέντη για να μην χάνουν χρόνο.

Το φαΐ λιγοστό και μετρημένο. Βλέπετε «δεν του περίσσευαν» και του αφέντη. Με αυτά τα «ψωροχωραφάκια πάσχιζε κι αυτός να τα φέρει βόλτα».

Όλη τη μέρα την έβγαζε στο χωράφι να επιτηρεί τις εργάτριες.

Άμα του «γυάλιζε» και καμία, την πλησίαζε όταν έβρισκε ευκαιρία και άρχιζε τις «προτάσεις».

– Ας τολμήσει να πλησιάσει και θα του ανοίξω το κεφάλι με την τσάπα στα δυο σαν κολοκύθι, είπε μία από τις εργάτριες που ο αφέντης έδειξε από την πρώτη στιγμή ότι του αρέσει.

Το έλεγε και το εννοούσε η συγκεκριμένη. Ήταν όμορφη κι ανύπαντρη κι όσο να’ ναι όσοι έβαζαν κακό με το νου τους τη θεωρούσαν «εύκολο στόχο».

Πριν από τρία χρόνια όταν ο γιος του αφεντικού σε ένα άλλο χωριό τόλμησε να απλώσει το χέρι του και να την ακουμπήσει την ώρα που γύριζε με το θκούλι το τριφύλλι, του κάρφωσε το θκούλι στο χέρι και το έμπηξε στο χώμα.

– Εμένα χωρίς να το θέλω δεν με ακουμπάει κανείς, του είπε. Έβγαλε το θκούλι από το χέρι του νεαρού, το ακούμπησε στον ώμο της και τράβηξε κατά το αφεντικό που ερχόταν προς το μέρος της καθώς άκουσε τα ουρλιαχτά του γιού του.

– Τα μεροκάματά μου και φεύγω, του είπε κρατώντας το θκούλι κατά πάνω του.

– Παλάβωσες; Της είπε εκείνος.

– Τώρα θα παλαβώσω. Σύμασε το γυφτόπιασμα το παλιοζάγαρο το γιο σου να μην τον στείλω σουβλισμένο στη γυναίκα σου.

Σκιάχτηκε το αφεντικό. Είδε και το θκούλι να τον σημαδεύει στο «δόξα πατρί» και σου λέει: ζουρλή είναι ετούτη χωρίς αμφιβολία.

– Δεν έχω μαζί μου παράδες. Στέκα εδώ να πάω στο σπίτι να σου φέρω.

Πήρε τα μεροκάματα και έφυγε με τα ποδάρια. Από κοντά την ακολούθησαν κι άλλες. Μόνο πέντε έμειναν. Τον τάραξε στο ξύλο το γιο του το αφεντικό.

– Σύρε να γυρίσεις μόνο σου το τριφύλλι τώρα. Παλιο κοθώνι του κερατά.

Πίσω στην αποθήκη οι περισσότερες εργάτριες ξαγρύπνησαν. Άρχισαν να λένε ιστορίες και να σιγοτραγουδούν. Αυτές που νύσταζαν γκρίνιαζαν πως ήθελαν να κοιμηθούν για να αντέξουν την επόμενη μέρα.

– Στεκάτε λίγο, είπε σε κάποια στιγμή η ηλικιωμένη. Πήγε στον τροβά της και έβγαλε από μέσα ένα μπουκάλι. Τράβηξε το φελλό και ήπιε μια γουλιά. Σφούγγιξε με το μανίκι το στόμα της και είπε: Μωρέ και πεθαμένο ανασταίνει το άτιμο.

– Έφερες τσίπουρο μαρή;

– Όχι θα κάθομαν. Χρειάζεται κι αυτό καμιά φορά. Έλα πιες λίγο και να πλαγιάσουμε. Πέρασε η ώρα. Άρχισαν να λαλάνε τα κοκόρια. Ξημερώνει σε λίγο.

Πριν ακόμα χαράξει, το αφεντικό έφτασε έξω από την αποθήκη και άρχισε να φωνάζει για να ξυπνήσουν οι εργάτριες.

Οι γυναίκες άρχισαν να αναδεύονται και να σκουντάνε η μία την άλλη.

– Ήρθε ο ξεσποριασμένος ακόμα δεν βγήκε ο ήλιος! Μη χάσει κάνα λεπτό!

Πολύ γρήγορα όλες ήταν στο πόδι. Κίνησαν προς την άλλη πλευρά της αποθήκης για να πάρουν τα τσαπιά.

Όλες εκτός από μία.

Η μικρομάνα έλλειπε.

– Το’ πε και το’ κανε, η αφορισμένη, είπε η πιο ηλικιωμένη για να συνεχίσει: Αφεντικό, η μικρή έφυγε. Εγώ δεν κάθομαι να δουλέψω. Θα πάω να τη βρω μην πάθει και τίποτα στο δρόμο. Μικρό κορίτσι είναι.

– Όποια φύγει να ξέρει πως δεν θα πληρωθεί και δεν θα ξαναδουλέψει για μένα.

– Θα μας πληρώσεις και θα πεις κι ένα τραγούδι μην πάρω το θκούλι και σε περιλάβω μ’ αυτό, όπως τον άλλον. Τώρα όσο για τη δουλειά, θα μας παρακαλάς και δεν θα ερχόμαστε, του είπε η άλλη εργάτρια.

– Μα δεν τα έχω τώρα τα λεφτά. Αλλιώς τα υπολόγιζα. Και θα με αφήσετε έτσι; Ρωτούσε απεγνωσμένος τώρα ο «αφέντης» που έβλεπε πως το αρχικό του νταηλίκι πήγε στράφι.

– Εγώ θα μείνω, είπε μία από τις εργάτριες.

– Θα μείνει καμία άλλη; Ρώτησε η ηλικιωμένη.

Καμία δεν μίλησε.

– Πάμε λοιπόν. Θα στείλω αύριο τον άντρα μου για τα μεροκάματα, είπε πάλι η ηλικιωμένη στο αφεντικό.

Τελικά, όλες πήραν το δρόμο της επιστροφής.

Δυο χιλιόμετρα πιο πέρα, μετά το ποτάμι κάτω από έναν φτελιά, αντάμωσαν την εργάτρια που είχε φύγει.

Στάθηκε κάτω από τον ίσκιο να ξαποστάσει και την πήρε ο ύπνος. Ούτε που τις κατάλαβε που πλησίασαν.

«Μην κλαις παιδί μου. Μην κλαις γραμμένο μου. Έρχομαι να σε ταΐσω εγώ. Κάνε λίγο υπομονή κι έρχομαι. Πρέπει να φας παιδί μου. Είσαι αδύνατο.»

 

Ετικέτες: , , ,

Πρέπει να ακούς μικρέ μου, για να μάθεις

Πρέπει να ακούς μικρέ μου, για να μάθεις

Πρέπει να ακούς μικρέ μου, για να μάθεις

Χρήστος Επαμ. Κυργιάκης

Πρέπει να ακούς μικρέ μου, για να μάθεις.

Να μάθεις να λες «ναι» όταν το θέλουν οι γύρω σου, ακόμη κι αν ολόκληρο το «είναι» σου, σε καλεί να πεις «όχι». Θυμήσου πως τότε, το δικό σου «όχι» έχει πολλαπλή αξία.

Να μάθεις να λες «όχι» όταν το θέλουν οι γύρω σου, ακόμη κι αν ολόκληρο το «είναι» σου, σε καλεί να πεις «ναι». Θυμήσου πως τότε, το δικό σου «ναι» έχει πολλαπλή αξία.

Να μάθεις να είσαι «ο πρώτος» γιατί ο «δεύτερος δεν αξίζει τίποτα». Μην ασχολείσαι. Αυτά τα λένε κάποιοι κομπλεξικοί προπονητές που προτιμούν τον ανταγωνισμό με κάθε μέσο από την αλληλεγγύη και την ομαδικότητα.

Να μάθεις να επιβιώνεις στην κοινωνία που τη μετέτρεψαν σε ζούγκλα. Δεν τους συμφέρει μικρέ μου να μάθεις να μετατρέπεις τη ζούγκλα σε ανθρώπινη κοινωνία γιατί δεν θα έχουν τότε λόγο ύπαρξης. Κάνε τους τη χάρη, διάψευσέ τους και απελευθέρωσέ τους.

Να μάθεις πως στη ζωή σου, αξία έχουν μόνο τα χρήματα. Χωρίς χρήματα δεν γεννιέσαι, δεν μεγαλώνεις, δεν μορφώνεσαι, δεν σπουδάζεις, δεν ζεις τη ζωή σου, δεν υπάρχεις. Τρίψε τους τα χρήματα στη μούρη, βάλε τους να τα φάνε μέχρι να χορτάσουν και να τους βγαίνουν και από τα αυτιά. Στα χρήματα δίνουν αξία αυτοί που έχουν χάσει τη δική τους ή που δεν είχαν ποτέ τους.

Να μάθεις να είσαι όμορφος, αδύνατος, γυμνασμένος, έξυπνος και κυρίως να είσαι άντρας. Και φυσικά, να μάθεις να μην κλαις. Ποτέ σου να μην κλάψεις γιατί μικρέ μου, οι άντρες δεν κλαίνε. Δείξε μεγαλοψυχία και κλάψε γοερά μπροστά τους. Και σαν βρεθείς μόνος το βράδυ, κλάψε σιωπηλά για όλους τους άντρες που δεν τόλμησαν ποτέ να κλάψουν.

Να μάθεις να χαίρεσαι μόνο με την επιτυχία τη δική σου και την αποτυχία των άλλων, γιατί έτσι είναι η κοινωνία: «ο θάνατός σου, η ζωή μου». Στη κοινωνία που εσύ θα φτιάξεις μικρέ μου, γιατί δεν γίνεται να μην τη φτιάξεις, η ζωή μου θα είναι και η ζωή σου, ο θάνατός μου θα είναι και δικός σου, ο πόνος μου θα είναι και δικός σου πόνος.

Να μάθεις να μην παρανομείς για να μπορούν να παρανομούν, νόμιμα, μόνο εκείνοι που έγραψαν τους νόμους για να σε χρησιμοποιούν όπως και όποτε θέλουν. Το δίκιο των φτωχών, των αδυνάτων, των διαφορετικών, το δίκιο των πολλών δηλαδή να είναι για σένα ο νόμος. Μην ξεχνάς ότι το μεγαλύτερο έγκλημα, άνθρωπος να εκμεταλλεύεται άνθρωπο, είναι νόμιμο. Κοίτα γύρω σου μικρέ μου και δες. Οι μεγαλύτερες αδικίες γίνονται νόμιμα.

Να μάθεις να είσαι ευσεβής, κοντά στους εκπροσώπους του μεγαλοδύναμου, για να εξασφαλίσεις μια θέση στον παράδεισο, κατά πως λένε. Μην τους πιστεύεις μικρέ μου. Στον δικό τους «παράδεισο», ο μεγαλοδύναμος λείπει. Τους σιχάθηκε κι έφυγε. Τους άφησε να πνίγονται στην υποκρισία και τη μαυρίλα.

Να μάθεις να νιώθεις περήφανος για τη φυλή σου και να βλέπεις σαν εχθρούς σου τους αλλόφυλους. Όμως μικρέ μου σύντομα θα καταλάβεις ότι οι εκμεταλλευτές σου, τα αφεντικά σου είναι έλληνες. Αλλά και άλλων φυλών απόγονοι με παράδες πολλούς, μπορούν να γίνουν επίσης αφεντικά σου. Για πόσο; Για όσο θα τους ανέχεσαι εσύ και οι υπόλοιποι των πολλών. Μην ξεχνάς. Εσείς είστε οι πολλοί, εσείς και οι δυνατοί.

Πρέπει να μάθεις να τους κάνεις να σε ακούνε μικρέ μου. Τον τρόπο θα τον βρεις. Πρέπει να τον βρεις…

 

Πρέπει να φας παιδί μου

Πρέπει να φας παιδί μου

Πρέπει να φας παιδί μου

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

«Γιατί κλαις παιδί μου; Μήπως πεινάς; Θα πεινάς σίγουρα. Είσαι αδύνατος. Πρέπει να τρως. Έλα σε παρακαλώ. Φάε λίγο ψωμί τουλάχιστον.»

Δώδεκα γυναίκες, εργάτριες γης, στοιβαγμένες σε μια αποθήκη «του αφέντη», όλες από το διπλανό χωριό, αποκαμωμένες από το σκάλισμα των βαμβακιών νύχτα με νύχτα, στρωματσάδα πάνω σε κάτι σελτέδες γεμάτους κοριούς και τσιμπούρια. Τουαλέτα, που λέει ο λόγος, και τουλούμπα για πλύσιμο έξω από την αποθήκη. Καμιά τριανταριά μέτρα μακριά.

Είκοσι έξι χρονών η μικρότερη, με δύο παιδιά, τρίχρονο το τελευταίο, εξήντα δύο η μεγαλύτερη. Όλες άφησαν τα σπίτια τους και τις οικογένειές τους για δύο βδομάδες επειδή η ανάγκη τους έσφιγγε το λαιμό.

Για το μεροκάματο, για να βουλώσουν καμιά τρύπα, για να αγοράσουν ξύλα για το χειμώνα, για να πάρουν κανένα κιλό κρέας για το παιδί, για, για…

– Πάλι εφιάλτη έβλεπε η μικρή. Θα σκάσει από το κακό της.

– Μας βγήκε ευαίσθητη. Λες και τα δικά μας είναι σκυλιά κι όχι παιδιά.

Η μεγαλύτερη από όλες πήγε και σκούντηξε σιγά-σιγά τη μικρή για να την ξυπνήσει χωρίς να τρομάξει.

– Έλα σήκω. Σου είπα να μην ξεσυνερίζεσαι με όσα βάζεις στο μυαλό σου. Μια χαρά είναι το παιδί. Έχουμε δέκα μέρες ακόμα. Άμα δεν κοιμάσαι πώς θα αντέξεις όλες τις μέρες με το τσαπί στο χέρι;

– Είδα πάλι ότι έκλαιγε και δεν έτρωγε. Έμαθε με μένα και δεν τρώει με την πεθερά μου. Πώς θα βάλει κάνα γραμμάριο άμα δεν τρώει.

– Μην κάνεις έτσι. Εμείς δεν έχουμε παιδιά; Δεν βλέπουμε και εφιάλτες κάθε βράδυ, πετάχτηκε η εργάτρια που την κατέκρινε και πριν.

Η «μικρή» δεν μίλησε. Μόνο την κοίταξε με απορία και θλίψη.

– Εσύ να κοιτάς τη δουλειά σου, της είπε η πιο ηλικιωμένη.

– Κι εσύ τη δική σου, της απάντησε η ίδια εργάτρια.

Από την πρώτη μέρα η μικρομάνα δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει πίσω στα παιδιά της και στο σπίτι της. Είχε έρθει και πέρυσι για μεροκάματο, στον ίδιο «αφέντη», αλλά φέτος δεν επέστρεφε κάθε βράδυ στους δικούς της. Για δυο βδομάδες, μέχρι να τελειώσει το σκάλισμα θα έμεναν στην αποθήκη του αφέντη για να μην χάνουν χρόνο.

Το φαΐ λιγοστό και μετρημένο. Βλέπετε «δεν του περίσσευαν» και του αφέντη. Με αυτά τα «ψωροχωραφάκια πάσχιζε κι αυτός να τα φέρει βόλτα».

Όλη τη μέρα την έβγαζε στο χωράφι να επιτηρεί τις εργάτριες.

Άμα του «γυάλιζε» και καμία, την πλησίαζε όταν έβρισκε ευκαιρία και άρχιζε τις «προτάσεις».

– Ας τολμήσει να πλησιάσει και θα του ανοίξω το κεφάλι με την τσάπα στα δυο σαν κολοκύθι, είπε μία από τις εργάτριες που ο αφέντης έδειξε από την πρώτη στιγμή ότι του αρέσει.

Το έλεγε και το εννοούσε η συγκεκριμένη. Ήταν όμορφη κι ανύπαντρη κι όσο να’ ναι όσοι έβαζαν κακό με το νου τους τη θεωρούσαν «εύκολο στόχο».

Πριν από τρία χρόνια όταν ο γιος του αφεντικού σε ένα άλλο χωριό τόλμησε να απλώσει το χέρι του και να την ακουμπήσει την ώρα που γύριζε με το θκούλι το τριφύλλι, του κάρφωσε το θκούλι στο χέρι και το έμπηξε στο χώμα.

– Εμένα χωρίς να το θέλω δεν με ακουμπάει κανείς, του είπε. Έβγαλε το θκούλι από το χέρι του νεαρού, το ακούμπησε στον ώμο της και τράβηξε κατά το αφεντικό που ερχόταν προς το μέρος της καθώς άκουσε τα ουρλιαχτά του γιού του.

– Τα μεροκάματά μου και φεύγω, του είπε κρατώντας το θκούλι κατά πάνω του.

– Παλάβωσες; Της είπε εκείνος.

– Τώρα θα παλαβώσω. Σύμασε το γυφτόπιασμα το παλιοζάγαρο το γιο σου να μην τον στείλω σουβλισμένο στη γυναίκα σου.

Σκιάχτηκε το αφεντικό. Είδε και το θκούλι να τον σημαδεύει στο «δόξα πατρί» και σου λέει: ζουρλή είναι ετούτη χωρίς αμφιβολία.

– Δεν έχω μαζί μου παράδες. Στέκα εδώ να πάω στο σπίτι να σου φέρω.

Πήρε τα μεροκάματα και έφυγε με τα ποδάρια. Από κοντά την ακολούθησαν κι άλλες. Μόνο πέντε έμειναν. Τον τάραξε στο ξύλο το γιο του το αφεντικό.

– Σύρε να γυρίσεις μόνο σου το τριφύλλι τώρα. Παλιο κοθώνι του κερατά.

Πίσω στην αποθήκη οι περισσότερες εργάτριες ξαγρύπνησαν. Άρχισαν να λένε ιστορίες και να σιγοτραγουδούν. Αυτές που νύσταζαν γκρίνιαζαν πως ήθελαν να κοιμηθούν για να αντέξουν την επόμενη μέρα.

– Στεκάτε λίγο, είπε σε κάποια στιγμή η ηλικιωμένη. Πήγε στον τροβά της και έβγαλε από μέσα ένα μπουκάλι. Τράβηξε το φελλό και ήπιε μια γουλιά. Σφούγγιξε με το μανίκι το στόμα της και είπε: Μωρέ και πεθαμένο ανασταίνει το άτιμο.

– Έφερες τσίπουρο μαρή;

– Όχι θα κάθομαν. Χρειάζεται κι αυτό καμιά φορά. Έλα πιες λίγο και να πλαγιάσουμε. Πέρασε η ώρα. Άρχισαν να λαλάνε τα κοκόρια. Ξημερώνει σε λίγο.

Πριν ακόμα χαράξει, το αφεντικό έφτασε έξω από την αποθήκη και άρχισε να φωνάζει για να ξυπνήσουν οι εργάτριες.

Οι γυναίκες άρχισαν να αναδεύονται και να σκουντάνε η μία την άλλη.

– Ήρθε ο ξεσποριασμένος ακόμα δεν βγήκε ο ήλιος! Μη χάσει κάνα λεπτό!

Πολύ γρήγορα όλες ήταν στο πόδι. Κίνησαν προς την άλλη πλευρά της αποθήκης για να πάρουν τα τσαπιά.

Όλες εκτός από μία.

Η μικρομάνα έλλειπε.

– Το’ πε και το’ κανε, η αφορισμένη, είπε η πιο ηλικιωμένη για να συνεχίσει: Αφεντικό, η μικρή έφυγε. Εγώ δεν κάθομαι να δουλέψω. Θα πάω να τη βρω μην πάθει και τίποτα στο δρόμο. Μικρό κορίτσι είναι.

– Όποια φύγει να ξέρει πως δεν θα πληρωθεί και δεν θα ξαναδουλέψει για μένα.

– Θα μας πληρώσεις και θα πεις κι ένα τραγούδι μην πάρω το θκούλι και σε περιλάβω μ’ αυτό, όπως τον άλλον. Τώρα όσο για τη δουλειά, θα μας παρακαλάς και δεν θα ερχόμαστε, του είπε η άλλη εργάτρια.

– Μα δεν τα έχω τώρα τα λεφτά. Αλλιώς τα υπολόγιζα. Και θα με αφήσετε έτσι; Ρωτούσε απεγνωσμένος τώρα ο «αφέντης» που έβλεπε πως το αρχικό του νταηλίκι πήγε στράφι.

– Εγώ θα μείνω, είπε μία από τις εργάτριες.

– Θα μείνει καμία άλλη; Ρώτησε η ηλικιωμένη.

Καμία δεν μίλησε.

– Πάμε λοιπόν. Θα στείλω αύριο τον άντρα μου για τα μεροκάματα, είπε πάλι η ηλικιωμένη στο αφεντικό.

Τελικά, όλες πήραν το δρόμο της επιστροφής.

Δυο χιλιόμετρα πιο πέρα, μετά το ποτάμι κάτω από έναν φτελιά, αντάμωσαν την εργάτρια που είχε φύγει.

Στάθηκε κάτω από τον ίσκιο να ξαποστάσει και την πήρε ο ύπνος. Ούτε που τις κατάλαβε που πλησίασαν.

«Μην κλαις παιδί μου. Μην κλαις γραμμένο μου. Έρχομαι να σε ταΐσω εγώ. Κάνε λίγο υπομονή κι έρχομαι. Πρέπει να φας παιδί μου. Είσαι αδύνατο.»

 

Ετικέτες: , , ,

Ήταν 1η του Μάη

Ήταν 1η του Μάη

Ήταν 1η του Μάη

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Την έσφιξες στην αγκαλιά σου όπως αν ήταν η τελευταία φορά

Και όρμησες στο κενό κάτω από τη γέφυρα

Και πάλεψες με το ρεύμα, τις λάσπες και τα κλαδιά που έφερνε ο χείμαρρος

Και βγήκες στην όχθη, εκεί που άλλοτε ξάπλωνες στα χαμομήλια

Εκεί που κάποτε μαδούσες τις μαργαρίτες για να δεις αν σ’ αγαπάει

Και σαν δεν έβγαινε το «ναι», δεν έκανες να γυρίσεις στο σπίτι

Κι ας ήξερες πως θα σε μάλωνε η μάνα σου

Κι ας ήξερες πως την πέθαινες κάθε φορά που αργούσες

Σκαρφάλωσες στην ίδια όχθη και βγήκες πάνω στον αγρό

Με αγρό δεν έμοιαζε, με λίμνη περισσότερο παρά με αγρό

Γιατί ο ουρανός γίνηκε θάλασσα και άδειασε όλο το νερό στον κάμπο

Κι εκείνη φώναζε πάνω από τη γέφυρα για να σου θυμίσει να προσέχεις

Μα το παιδί κινδύνευε παραπέρα κι έπρεπε να το φτάσεις

Να το πιάσεις εσύ πριν το παρασύρει το νερό και χαθεί για πάντα

Βοήθεια σου ζητούσε το παιδί

Γύρνα πίσω σου φώναζε εκείνη κι ήταν έτοιμη να βουτήξει από τη γέφυρα

Το σκίρτημα, το πρώτο που ένιωσε στην κοιλιά, την απέτρεψε

Συνέχισες να παλεύεις με τα νερά της νεροποντής και τις λάσπες του αγρού

Έπρεπε να σώσεις το παιδί

Όχι το δικό σου

Όμως υπάρχουν παιδιά στον κόσμο που δεν είναι δικά μας;

Υπάρχουν παιδιά στον κόσμο που είναι μόνο δικά μας;

Το πρόλαβες πριν το νερό το ρίξει στο χείμαρρο και βυθιστεί

Το ανέβασες στις πλάτες για να σκαρφαλώσει στην ιτιά και να σωθεί

Τα πόδια σου δεν άντεξαν άλλο

Έφυγες για να σωθεί το παιδί

Έφυγες για να μην ντρέπεται για σένα το δικό σου το αγέννητο

Έφυγες για όλα τα παιδιά του κόσμου

Ήταν 1η του Μάη, για να μην ξεχνιόμαστε

 

Ετικέτες:

Αχαρνών και στρατηγού Καλλάρη

Αχαρνών και στρατηγού Καλλάρη

Αχαρνών και στρατηγού Καλλάρη

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Κάπου εκεί επί της Αχαρνών, πριν τα φανάρια με τη στρατηγού Καλλάρη, στο ρεύμα προς την Ομόνοια την έστηνε ο μικρός ακορντεονίστας.

Δεν ήταν και πολύ μεγάλο ταλέντο στο ακορντεόν είναι η αλήθεια, όμως αυτό που μπορούσε το έκανε με τον ψυχή του. Δεν κορόιδευε γιατί ήθελε το φιλοδώρημα που εισέπραττε να είχε κάποια ανταποδοτικότητα.

«Ρίξε κάτι στο νεαρό σε παρακαλώ».

«Άσε ρε Αντιγόνη, σε κάθε γωνιά κι ένας γύφτος να παίζει μουσική. Άλλος κιθάρα, άλλος ακορντεόν, άλλος κλαρίνο».

Θίχτηκε ο μικρός κι απάντησε.

«Γκύφτος μπορεί να είμαι κύριε όμως απατεώνας ντεν είμαι, ούτε ψώνιο».

«Γιατί ρε, είμαι εγώ απατεώνας;»

«Γκια απατεώνας ντεν ξέρω, αλλά γκια ψώνιο…»

«Τι είπες βρε σίχαμα; Ψώνιο εγώ;»

«Ντεν γλέπεις που εσύ είσαι παππούς ογκντόντα κρονών και κουβαλάς μαζί σου το εικοσάχρονο;»

Κι εκεί που άναβε ο καβγάς ένας πολύ δυνατός θόρυβος τον σταμάτησε απότομα. Όλοι γύρισαν να δουν τι είχε συμβεί.

Ένα από τα διερχόμενα αυτοκίνητα είχε πέσει σε κάποιο από τα σταθμευμένα με πολύ μεγάλη ταχύτητα με αποτέλεσμα η κόρνα του κινούμενου οχήματος να έχει κολλήσει μετά το τρακάρισμα δημιουργώντας ένα πραγματικό πανδαιμόνιο.

Κόσμος πολύς μαζεύτηκε γύρω από τα τρακαρισμένα οχήματα και πολύ σύντομα κατέφτασαν και τέσσερις μοτοσυκλέτες της αστυνομίας με οχτώ αστυνομικούς.

Κάποιοι πλησίασαν προς τη μεριά του οδηγού και άνοιξαν την πόρτα για να δουν σε τι κατάσταση βρισκόταν ο οδηγός του αυτοκινήτου.

Με το άνοιγμα της πόρτας ο οδηγός σωριάστηκε στο οδόστρωμα.

Ο μικρός ακορντεονίστας χώθηκε στην πίσω μεριά του σταθμευμένου αυτοκινήτου για να βλέπει τα όσα διαδραματίζονταν.

Δύο από τους αστυνομικούς πλησίασαν τον οδηγό ο οποίος έδειχνε να μην έχει τις αισθήσεις του.

«Καλά! Πώς έγινε αυτό ρε μαλάκα; Το στούκαρε στα καλά καθούμενα πάνω στο παρκαρισμένο».

«Δεν τον βλέπεις που βγάζει αφρούς από το στόμα; Πρεζόνι του κερατά είναι».

Τα σχόλια των ανθρώπων που μαζεύτηκαν γύρω από το χώρο του τρακαρίσματος, έδιναν και έπαιρναν.

«Ποιος ξέρει τι να έπαθε το παλικάρι;»

«Δεν άκουσες τον αστυνομικό; Πρεζόνι είναι».

«Πω ρε φίλε! Λαχείο τράβηξε αυτός με το παρκαρισμένο και είναι και καινούργιο!»

Ο μικρός μελαμψός ακορντεονίστας μας, πλησίασε τον νεαρό που ήταν πεσμένος κάτω. Έβγαλε από την τσέπη του ένα μπουκάλι με νερό και του έριξε λίγο στο ματωμένο του κεφάλι για να δροσιστεί.

«Πάρε το ακορντεόν σου και κάνε στην άκρη μη την πληρώσεις εσύ», του είπε ο ένας από τους υπόλοιπους αστυνομικούς που πλησίασαν στο χώρο.

«Γκιατί κύριε αστυνόμε; Ντεν έκανα κάτι. Νερό του έντωσα, ντεν τον σκότωσα».

«Φεύγα βρε διάολε από δω, με το προζόνι που μπλέξαμε σήμερα».

«Ντεν είναι πρεζόνι. Τα ξέρω τα πρεζόνια, ντεν κάνουν όπως αυτός».

Ο νεαρός άνδρας προσπαθούσε να μιλήσει, πάσχιζε με νοήματα να δώσει στους γύρω να καταλάβουν κάτι και κρατούσε με το αριστερό του χέρι την αλυσίδα που είχε περασμένη στο λαιμό του.

Ο μικρός τον πλησίασε ξανά και πρόλαβε να του ψιθυρίσει: «Μη φοβάσαι, έρχεται το αστενοφόρο να σε πάρει», πριν τον απομακρύνουν οι ένστολοι πάλι από κοντά του.

Δύο από τους αστυνομικούς σήκωσαν βίαια τον αιμόφυρτο νεαρό ο οποίος εξακολουθούσε να βγάζει αφρούς από το στόμα. Εκείνος έκανε να αντισταθεί αλλά οι αστυνομικοί με μια λαβή του έφεραν τα χέρια πίσω από τη μέση και του πέρασαν χειροπέδες ακινητοποιώντας τον με βίαιο τρόπο πάνω στο τρακαρισμένο και παρκαρισμένο αυτοκίνητο. Ο νεαρός, καθώς δεν τον κρατούσαν τα πόδια του, γλίστρησε στο αυτοκίνητο και έπεσε ανάσκελα κάτω στο δρόμο.

«Σιγά ρε παιδιά, τραυματίας άνθρωπος είναι».

«Καλέστε ένα ασθενοφόρο, αιμορραγεί στο κεφάλι ο άνθρωπος».

«Καλά του κάνουν. Τέτοια κατακάθια δεν έπρεπε να κυκλοφορούν ελεύθερα. Μαστουρώνουν και μετά όποιον πάρει ο χάρος».

«Ντεν είναι μαστουρωμένος», επέμενε ο μικρός ακορντεονίστας.

Η σειρήνα του ασθενοφόρου ακουγόταν όλο και πιο κοντά. Σε λίγα λεπτά βρέθηκε δίπλα στα δύο τρακαρισμένα αυτοκίνητα.

Οι αστυνομικοί είχαν απομακρυνθεί καθώς μια επείγουσα κλήση από τον ασύρματο τους ενημέρωνε για ένοπλη συμπλοκή στην πλατεία Βάθης.

Ο μικρός τσιγγάνος βρήκε την ευκαιρία και πλησίασε τον τραυματία. Κάθισε δίπλα του και με το ένα του χέρι του χάιδευε το κεφάλι ενώ με το άλλο του έριχνε νερό με το μπουκάλι.

«Ήρτε το αστενοφόρο να σε πάρει. Μη φοβάσαι. Σου το’ πα ντεν σου το’ πα;»

Ο νεαρός μισάνοιξε τα μάτια του και προσπάθησε να του χαμογελάσει. Δεν τα κατάφερε γιατί ο πόνος στην πλάτη και στα χέρια από το τράβηγμα των αστυνομικών, ήταν ανυπόφορος.

Οι τραυματιοφορείς άφησαν στην άκρη το φορείο και με γρήγορες κινήσεις ανέβασαν πάνω τον τραυματία.

«Ντεν είναι πρεζόνι. Που θα τον πάτε;»

«Στον Ερυθρό», απάντησε ο ένας διασώστης.

Φτάνοντας στον Ερυθρό οι γιατροί που παρέλαβαν τον νεαρό γρήγορα διέγνωσαν «κρίση υπογλυκαιμίας». Η ταυτότητα που κρεμόταν στην αλυσίδα που είχε στο λαιμό του, το επιβεβαίωνε: «Θάνος Κ…… διαβητικός, τηλέφωνο επικοινωνίας 69………..»

Μέσα σε δύο ώρες ο νεαρός, μετά τη χορήγηση της απαραίτητης γλυκόζης ήταν έτοιμος να αποχωρήσει.

Βγαίνοντας ο Θάνος με τα πόδια από την κεντρική πύλη του νοσοκομείου αντίκρισε τον νεαρό τσιγγάνο. Χωρίς εκείνος να τον πάρει είδηση τον πλησίασε και του έπιασε μαλακά τον ώμο, ενώ οι πόνοι στο κορμί του γίνονταν όλο και πιο έντονοι.

«Σ’ ευχαριστώ. Σου είμαι ευγνώμων. Δεν ξέρω πώς να στο ξεπληρώσω»

Ξαφνιάστηκε ο μικρός και τραβήχτηκε πίσω, μέχρι που κατάλαβε ποιος του μίλησε.

«Μη σε νοιάζει. Ντεν έκανα τίποτα. Είσαι καλά τώρα;»

«Ναι μια χαρά. Μια κρίση υπογλυκαιμίας ήταν».

«Ντηλαντή;»

«Μου έπεσε το ζάχαρο».

«Α γκεια σου. Ο ζάχαρος πέφτει και του παππού μου και αφρίζει από το στόμα. Τους το έλεγα πως ντεν είσαι πρεζάκιας αλλά ντεν με άκουγαν».

Ο Θάνος ευχαρίστησε τον μικρό για μία ακόμη φορά και οι δυο τους απομακρύνθηκαν κινούμενοι σε αντίθετες κατευθύνσεις.

Μετά από μερικές μέρες, λόγω της δουλειάς του, ο Θάνος βρέθηκε στην εθνική Αθηνών-Λαμίας με προορισμό τη Λαμία.

Μερικά χιλιόμετρα μετά το Σχηματάρι, μπροστά του στη βοηθητική λωρίδα είδε ένα αυτοκίνητο σταματημένο και ένα μηχανάκι πεταμένο πιο πέρα.

Έκανε στην άκρη, σταμάτησε και κατέβηκε για να δει τι συμβαίνει.

Κάποιο αυτοκίνητο χτύπησε το μηχανάκι και εγκατέλειψε τον οδηγό του αβοήθητο, του είπαν οι επιβάτες του αυτοκινήτου που ήταν σταματημένο.

Ο οδηγός φορούσε κράνος αλλά με την πρόσκρουσή του στο πλαϊνό τσιμεντένιο προστατευτικό, το παρμπρίζ του κράνους είχε σπάσει και το πρόσωπο του οδηγού ήταν γεμάτο αίματα από τα σπασμένα κομμάτια.

Κανένας δεν πλησίαζε τον οδηγό.

Ο Θάνος, έβγαλε τη ζακέτα που φορούσε και πλησίασε τον πεσμένο οδηγό που φαινόταν να έχει χάσει τις αισθήσεις του.

Του καθάρισε σιγά-σιγά και με μεγάλη προσοχή τα κομμάτια του παρμπρίζ μαζί με τα αίματα που κάλυπταν το πρόσωπό του.

«Με ακούς», τον ρώτησε.

«Δεν ανταποκρίνεται. Καλέσαμε ασθενοφόρο», είπε κάποιος από τους επιβάτες του άλλου αυτοκινήτου.

Ο Θάνος έσκυψε ξανά πάνω από τον τραυματία. Του κράτησε με στοργή το χέρι και τον εμψύχωνε συνεχώς, ξέροντας πως εκείνος δεν τον άκουγε.

Έκανε σε λίγο να σηκωθεί και ανατρίχιασε καθώς ένιωσε το χέρι του τραυματία να σφίγγει το δικό του και με τρεμουλιαστή φωνή να του λέει: «Σε παρακαλώ, μη φύγκεις. Μη με αφήνεις μόνο μου γκιατί φοβάμαι».

Ταράχτηκε ο Θάνος γιατί η φωνή του φάνηκε τόσο γνώριμη.

Το ασθενοφόρο πλησίαζε για να παραλάβει τον τραυματία.

Ο Θάνος έστρεψε το βλέμμα του προς το μηχανάκι το οποίο είχε πάθει ολοκληρωτική παραμόρφωση.

Λίγα μέτρα πιο πέρα, στην άκρη του δρόμου ένα κατεστραμμένο ακορντεόν, βγαλμένο από τη θήκη του θύμιζε το τι είχε προηγηθεί.

«Το ακορντεόν μου να πάρεις σε παρακαλώ», πρόλαβε να πει στο Θάνο ο νεαρός τσιγγάνος πριν μπει στο ασθενοφόρο…

 

Ετικέτες: , ,

Χορεύοντας το Γοργοπόταμο

Χορεύοντας το Γοργοπόταμο

Χορεύοντας το Γοργοπόταμο

Από τον Χρήστο Επαμ Κυργιάκη

Έφυγε στα 98, πλήρης ημερών, πλήρης εμπειριών, πλήρης κακουχιών, πλήρης αρνήσεων να υποκύψει σε απειλές, εξορίες, ξύλο και εξευτελισμούς. Σαν κι αυτή έχει πολλές να αναδείξει η ιστορία. Όχι η κουφάλα η επίσημη αλλά η άλλη, η πραγματική, η κρυφή που γράφεται στις μνήμες, στις καρδιές και τις συνειδήσεις με πληγές και δάκρυα.

Είχε έξι παιδιά παρόλο που γέννησε δέκα. Τα τέσσερα δεν τα κατάφεραν. Αδύναμοι κρίκοι. Ατομική ευθύνη των αρχών του προηγούμενου αιώνα. Τι θαρρείτε; Πως η ατομική ευθύνη είναι ανακάλυψη των νέων γιαλαντζί δήθεν ηγετών;

Σαν ήρθαν οι γερμανοί μετά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο όλα τα παιδιά της τάχθηκαν στον αντιφασιστικό αγώνα μέσα από τις γραμμές του ΕΛΑΣ.

Αργότερα, στον εμφύλιο, διάλεξαν να μην πάνε με τους συνεχιστές των δοσίλογων, των ταγματασφαλιστών, των γερμανοτσολιάδων και των υπηρετών των ξένων κατακτητών.

Τα δύο της παιδιά σκοτώθηκαν. Τα υπόλοιπα υπέστησαν διώξεις και τρομοκρατία.

Η ίδια εξορίστηκε στο Μακρονήσι για σωφρονισμό. Δε λύγισε, δεν τους έκανε τη χάρη να κλάψει ούτε στα πιο φριχτά της βασανιστήρια.

Σαν χάσεις τα δυο σου παλικάρια, τους δυο σου ήλιους, σαν φας τον πόνο με το κουτάλι και τον πιεις μονορούφι στο ποτήρι, πώς να σε τρομάξουν τα ανθρωπάκια όπως οι δειλοί βασανιστές;

Και πέρασαν τα χρόνια και γύρισε στο σπίτι της στο χωριό και ήρθε και η χούντα και οι ίδιοι που την έδειχναν με το δάχτυλο στους διώκτες της, έλυναν και έδεναν.

Και πάλι δεν σκιάχτηκε.

Τους κοιτούσε χαμογελώντας και έφτυνε χάμω όταν τους συναντούσε.

Και κάποτε «αποκαταστάθηκε» και η δημοκρατία και πολλοί από εκείνους που την κατέλυσαν είχαν στο χωριό πάλι το πάνω χέρι.

Πρώην φασίστες, μαυραγορίτες και νυν τοκογλύφοι είχαν τα μέσα για να τρομοκρατούν και πάλι, με διαφορετικό τρόπο φυσικά, αλλά πάντα με τον ίδιο σκοπό. Να έχουν εκείνοι το χρήμα και τη δύναμη.

Και ήρθε η μέρα που η εγγονή της γιαγιάς θα παντρευόταν.

Στο σόι υπήρχε και ο πλούσιος, ο τοκογλύφος του χωριού. Ένα ανθρώπινο απόβρασμα χωρίς ηθικούς φραγμούς που του άρεσε να ποδοπατά ανθρώπους και να τους κάνει να φαίνονται μικροί επειδή εκείνος ποτέ δεν ξεπέρασε σε μπόι αυτό του σκουληκιού που σέρνεται.

Τα μέλη του δεύτερου σογιού ήταν βγαλμένα μέσα από τους διωγμούς και τις εξορίες που πλέον «αναγνωρίστηκαν» τυπικά ως «ίσα» με τα καθωσπρέπει μέλη της υπόλοιπης κοινωνίας από το επίσημο «δημοκρατικό κράτος».

Την ώρα που το γλέντι άναψε, αμέσως μετά το χορό της νύφης, σηκώθηκε ο τοκογλύφος με την παρέα του να χορέψει.

Βγάζει ένα μάτσο χαρτονομίσματα, πλησιάζει στα όργανα επιδεικτικά, πιάνει μερικά χιλιάρικα και τα πετάει στα πόδια του κλαρινίστα.

«Παίξε το Ζέρβα», του λέει και βγάζει το μαντήλι από την τσέπη του παντελονιού του για να τον πιάσουν να χορέψει.

Μια παγωμένη βουβαμάρα απλώνεται παντού και ένα «ωχ» βγαίνει από τα στόματα όλων.

Αργότερα κατάλαβα, μικρός καθώς ήμουν, γιατί βγήκε από τα στόματα όλων αυτών ο αναστεναγμός, και του ενός σογιού και του άλλου.

Μια τέτοια παραγγελιά σήμαινε ευθεία κήρυξη πολέμου με το άλλο σόι. Οι «νικητές» πετάνε το γάντι στους «ηττημένους» και μάλιστα μέσα στο ίδιο τους το σπίτι.

Κάποιοι από την ίδια παρέα προσπάθησαν να αλλάξουν γνώμη στον πρωταίτιο αλλά εκείνος ήταν ανένδοτος.

«Είπα τον Ζέρβα. Τελείωσε.»

Το κλαρίνο άρχισε να παίζει και ο χορός ήταν έτοιμος να ξεκινήσει.

«Αυτό το τραγούδι δεν θα ακουστεί σε τούτο το σπίτι», ακούστηκε μια φωνή σπαρακτική και οργισμένη τόσο δυνατή που σκέπασε τον ήχο του κλαρίνου.

Τα όργανα σταμάτησαν και από το διπλανό τραπέζι πετάχτηκε η κόρη της γιαγιάς.

«Τα αδέρφια μου σκοτώθηκαν από σένα και τους ομοίους σου», είπε στον τοκογλύφο και τον πιάνει από τους γιακάδες του πουκαμίσου του. Τραβάει το μαντήλι με το ένα χέρι, το πετάει κάτω και το πατάει με τα πόδια της με όση δύναμη είχε.

«Σήκω και φύγε. Να πας στο σπίτι σου να το χορέψεις μέχρι το πρωί. Φύγε πριν γίνει κανένα κακό. Σε τούτη εδώ τη ρούγα περπάτησαν τα αδέρφια μου. Δεν θα τα μαγαρίσεις χορεύοντας το Ζέρβα. Θες να χορέψεις το Γοργοπόταμο; Αν θες σου βαράω και παλαμάκια και κερνάω και τα όργανα.»

Η ατμόσφαιρα ήταν τόσο ηλεκτρισμένη που έλεγες ότι όπου να’ ναι θα γίνει έκρηξη και θα ισοπεδωθούν τα πάντα.

Εμείς τα μικρότερα είχαμε μαζευτεί σε μία άκρη και περιμέναμε με αγωνία περισσότερο παρά με φόβο, για το τι θα συμβεί.

«Παίξε το Ζέρβα για να χορέψω», επέμενε ο νταής.

Ο οργανοπαίχτης, μαζεύει τα χιλιάρικα που του άφησε και τα επιστρέφει στον επίδοξο χορευτή.

«Τα παλικάρια που χάθηκαν ήταν φίλοι μου. Δεν μπορώ να το παίξω αυτό το τραγούδι.»

«Γιατί; Αφού το ξεκίνησες».

«Το ξέχασα. Δεν το θυμάμαι. Θες κάποιο άλλο; Αν όχι, σήκω και φύγε και μη χαλάς άλλο το γάμο.»

Μάζεψε τα χιλιάρικα ο τοκογλύφος, έκανε νόημα στην παρέα του και έφυγε βρίζοντας.

Σηκώθηκε στη ρούγα το σόι της γιαγιάς.

Πλησίασε η κόρη της στα όργανα, ξεκομπόδιασε το μαντήλι και έβγαλε από μέσα τη μία και μοναδική λίρα που ήταν μέσα κομποδιασμένη.

Την έδωσε στα όργανα.

«Παίξτε το Γοργοπόταμο μέχρι το πρωί. Να το ακούσουν τα αδέρφια μου και να έρθουν να χορέψουν. Κι εσύ μάνα, σήκω. Σήκω να σύρεις πρώτη το χορό.»

Μπροστά η γιαγιά τραγουδούσε κι έκλαιγε κι ακολουθούσαν τα τέσσερα παιδιά της. Χόρευαν όλοι για τα δύο τα παλικάρια που σκοτώθηκαν.

Χόρευαν κι έκλαιγαν και μαζί τους σιγόκλαιγε και το κλαρίνο…

 

Ετικέτες:

Ο Νικόλας ο «τρελός»

Ο Νικόλας ο «τρελός»

Ο Νικόλας ο «τρελός»

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Κανένας δεν του έκανε παρέα τα τελευταία χρόνια. Μήτε η γυναίκα του, μήτε τα παιδιά του.

Ακόμα κι εκείνος ο κολλητός του, ο αδερφικός του φίλος, ακόμα κι αυτός τον απέφευγε όταν τον έβλεπε.

Ποιος θέλει παρτίδες με έναν τρελό;

Δεν είναι πως δεν είχε όνομα, Νικόλα τον έλεγαν, μα κανένας πια δεν τον φώναζε με τ’ όνομά του.

«Ο τρελός», έλεγαν όλοι όταν τον έβλεπαν.

Τα έβγαζε πέρα, τρόπος του λέγειν, με τη σύνταξη που του αναλογούσε μετά από πενήντα χρόνια δουλειάς. Βλέπεις στα πρώτα χρόνια, ήταν δεν ήταν δεκαοχτώ χρονών, τα αφεντικά του ήταν καλά, άνθρωποι της εκκλησίας και του θεού, αλλά δεν είχαν να του κολλάνε και ένσημα. «Δεν έβγαιναν», όπως έλεγαν συχνά αν και το σωστό το ήξεραν. «Μάρτυς τους ο θεός» και ποιος ζει ποιος πεθαίνει. Μπορείς να διαψεύσεις το θεό;

Του άρεσε του Νικόλα να πηγαίνει τα απογεύματα στην πλατεία. Καθόταν στο παγκάκι και χάζευε τα παιδιά που έπαιζαν μπάλα. Ή μάλλον που προσπαθούσαν να παίξουν γιατί οι καρέκλες και τα τραπέζια των καταστημάτων έφτασαν να είναι περισσότερα από τις πλάκες σχιστόλιθου της πλατείας.

Καθόταν στο διπλανό παγκάκι και παρακολουθούσε με μεγάλο ενδιαφέρον τα ποδοσφαιρικά ντέρμπυ των πιτσιρικάδων.

Με το που έφευγε η μπάλα από τα παιδιά κι έκανε να φτάσει στο δρόμο πεταγόταν σαν σφεντόνα και την προλάβαινε.

«Παίξτε αλλά να προσέχετε. Κι αν βγει στο δρόμο μην την κυνηγήσετε. Θα πηγαίνω εγώ να σας τη φέρνω».

Κάθε φορά που έχαναν τη μπάλα τους ή που κάποιος μαγαζάτορας τους την άρπαζε για να μην ενοχλούν τους πελάτες, ο Νικόλας πήγαινε και τους έπαιρνε άλλη.

Τα αγαπούσε τα παιδιά, τα είχε υπό την προστασία του. Ειδικά στο Γιαννάκη είχε μεγάλη αδυναμία. Του θύμιζε βλέπετε το δικό Γιαννάκη, το γιο του. Κι όταν καμιά φορά τύχαινε κάποιος πελάτης να τα μαλώσει επειδή η μπάλα τους πήγε στο τραπέζι του, εκείνος σηκωνόταν, έσφιγγε τα δόντια και τις γροθιές και χτυπούσε τα πόδια με δύναμη στις πλάκες. Δεν τολμούσε όμως ποτέ να πει ή να κάνει κάτι.

Ούτε και στη ζωή του τόλμησε ποτέ να σηκώσει ανάστημα ή να υψώσει τη φωνή του. Ακόμη κι αν ένιωθε το δίκιο να τον πνίγει, διάλεγε πάντα να μην μιλήσει και εισέπραττε κάθε φορά και μια καινούργια ήττα.

Μόνο μία, μία και μοναδική φορά αντέδρασε και από τότε παντρεύτηκε και τον τιμητικό τίτλο του «τρελού».

Δούλευε μεροκάματο στα καπνοχώραφα εκείνη την περίοδο. Από τις τέσσερις τα ξημερώματα μέχρι στις δέκα το πρωί και μετά αχθοφόρος σε αποθήκη μέχρι αργά το απόγευμα, αναλόγως τη δουλειά. Ήταν νέος και δυνατός. Ο γιος του ο Γιαννάκης, ήταν τότε γύρω στα δυο. Ήθελε να μαζέψει χρήματα μπας και του ζητούσε ο γιος του να σπουδάσει. Σκεφτόταν τα δικά του. Δεν τα συνέχισε τα γράμματα κι ας ήταν «σπίρτο» όπως έλεγαν οι δάσκαλοί του.

Χρήματα για να φύγει από τη μικρή πόλη που ζούσε με τους δικούς του δεν υπήρχαν. Δεν ήθελε να συμβεί το ίδιο και στο γιο του.

«Αννούλα, ο Γιαννάκης μας θα σπουδάσει άμα του αρέσει. Να ξεφύγει από τούτη τη μιζέρια. Με τα χωράφια και με τις δουλειές του ποδαριού είσαι μια ζωή σε σπίτι ξέσκεπο», έλεγε στη γυναίκα του.

«Νικόλα, δεν είναι αυτά για μας. Οι σπουδές είναι πολυτέλειες για τους ψωροπερήφανους», του απαντούσε εκείνη κι ευχόταν να του έσχιζε την καρδιά καλύτερα παρά να του έλεγε τέτοιες κουβέντες.

Είχε συμφωνήσει στην τιμή, έδωσαν τα χέρια, με τον τσιφλικά του διπλανού χωριού που είχε τα καπνοχώραφα, ούτε ήξερε κι αυτός πόσα στρέμματα είχε, και υπολόγιζε πως μέχρι να μεγαλώσει ο Γιαννάκης θα τα είχε μαζέψει τα λεφτά για τις σπουδές. Φτάνει να το ήθελε ο μικρός, φτάνει να το είχε μεράκι.

Την πρώτη χρονιά ο τσιφλικάς του έδωσε τα μισά από αυτά που είχαν συμφωνήσει. Και να πεις ότι ήταν μόνο τσιφλικάς; Ο μεγαλύτερος τοκογλύφος της περιοχής.

«Δεν πήγε καλά η σοδειά Νικόλα. Το ξέρεις, δεν θα στα φάω, άνθρωποι είμαστε. Του χρόνου θα τα πάρεις μαζί με τα υπόλοιπα».

Δεν του άρεσε του Νικόλα. Θύμωσε και του ήρθε να τον σβερκιάσει τον τσιφλικά. Συγκρατήθηκε τελευταία στιγμή. Κόντεψε να σπάσει τα δόντια του από στο σφίξιμο. Σκέφτηκε τις σπουδές του γιου του.

«Ας είναι. Θα περιμένω ένα χρόνο».

Την επόμενη χρονιά ο τσιφλικάς, που το’ χε σύστημα να μην πληρώνει τους εργάτες γης ποτέ όσα συμφωνούσαν, είπε στο Νικόλα πως δεν μπορούσε να του δώσει τα χρήματα που είχαν συμφωνήσει.

«Προέκυψαν έξοδα που δεν τα υπολόγισα Νικόλα. Ο γιος μου ο μεγάλος, ξέρεις ότι τον έστειλα για σπουδές έξω. Για καλύτερα. Άλλα πανεπιστήμια εκεί, ανώτερα από τα δικά μας. Θα χρειαστεί μου είπε να μείνει άλλα δυο χρόνια και τα δίδακτρα είναι περισσότερα. Δεν γίνεται να σου δώσω όσα συμφωνήσαμε. Μην το παίρνεις προσωπικά. Και με τους άλλους το ίδιο θα κάνω. Δέχτηκαν όλοι. Νικόλα ξέρω πως είσαι καλός άνθρωπος. Το βαστάει η καρδιά σου να σταματήσω τις σπουδές του παιδιού; Άλλωστε, έχεις φάει ψωμί από τα χέρια μου, μπορείς να κάνεις λίγη υπομονή. Μου το χρωστάς Νικόλα.»

Έχασε τη μιλιά του ο Νικόλας. Μάζεψε και τους υπόλοιπους εργάτες γης, καμιά τριανταριά νοματαίους και τους είπε πως πρέπει να κάνουν απεργία. Να σταματήσουν να δουλεύουν αν δεν πάρουν τα μεροκάματά τους.

Δεν δέχτηκε κανένας. Οι περισσότεροι είχαν χρέη στο τσιφλικά. Τους είχε δεμένους πισθάγκωνα. Οι υπόλοιποι δεν ήθελαν μπλεξίματα. Κάποιοι δεν είχαν και υποχρεώσεις, αυτοί και το τομάρι τους ήταν, οπότε δεν τους ένοιζε και πολύ.

«Να κάτσεις στα αυγά σου και να αφήσεις τις απεργίες και τα μπλεξίματα. Φυλακή θα σε κλείσουν και θα με αφήσεις να βολοδέρνω με ένα μικρό μόνη μου για να τα φέρω βόλτα.»

«Πώς να το καταπιώ το άδικο Αννούλα; Ξέρεις πόσο ιδρώτα έριξα. Δε με ακούς που βήχω; Φθυσικός θα γίνω. Δεν έχουν χαΐρι τα καπνά, το ξέρεις. Και να δουλεύω τζάμπα;»

Πήγε την άλλη μέρα και βρήκε τον τσιφλικά. Του ζήτησε τα δουλευμένα και τα χρωστούμενα μαζί. Εκείνος του είπε πως προέχουν οι σπουδές του γιου του τού πρωτότοκου και όχι τα δικά του μεροκάματα.

Θόλωσε ο Νικόλας. Έσφιξε τα δόντια και τις γροθιές του και άρχισε να χτυπάει τα πόδια του κάτω. Έτρεξε στο ξηραντήριο που ήταν τίγκα στον καπνό, έβγαλε τα σπίρτα και έβαλε φωτιά. Σε λίγα δευτερόλεπτα η φωτιά επεκτάθηκε παντού. Πήγε και στο δεύτερο και στο τρίτο το ξηραντήριο. Ο καπνός από τα τρία ξηραντήρια που καίγονταν φαινόταν από χιλιόμετρα μακριά.

Ούρλιαζε ο τσιφλικάς τραβώντας τα μαλλιά. «Είναι τρελός. Θα μας κάψει όλους ζωντανούς».

Το βλέμμα του Νικόλα καρφώθηκε στο πουθενά. «Θέλω κι εγώ να σπουδάσει ο γιος μου», επαναλάμβανε συνεχώς όταν ήρθαν και τον συνέλαβαν.

Δυο χρόνια φυλακή λόγω ελαφρυντικών και άλλα δύο στο ψυχιατρείο. Κόσμος πολύς είχε μαζευτεί έξω από το δικαστήριο τη μέρα της δίκης. Μέχρι και δημοσιογράφοι από την πρωτεύουσα ήρθαν για να καλύψουν τη δίκη. Ο τσιφλικάς την έβγαλε σχεδόν καθαρή λόγω έλλειψης επαρκών στοιχείων.

Η Αννούλα πήρε το Γιαννάκη και πήγε στους δικούς της. Δεν αντάμωσε ποτέ με το Νικόλα. Στο παιδί είπε πως ο πατέρας του πέθανε.

Και καθώς το παιδιά έπαιζαν στην πλατεία, μια μπαλιά του μικρού Γιαννάκη σκάει πάνω στο τραπέζι του διπλανού μαγαζιού. Φεύγει το ποτήρι με τον καφέ και σκάει πάνω στο άσπρο φόρεμα της κυρίας του ζευγαριού. Ο συνοδός της σηκώνεται αγριεμένος και προσπαθεί να βρει τον «ένοχο». Ένα ξανθό αδύναμο αγοράκι, ο Γιαννάκης, τους πλησιάζει και ζητάει συγνώμη.

Πριν προλάβει να τελειώσει ο συνοδός της κυρίας στέκεται πάνω από το μικρό και του ρίχνει μια ξανάστροφη με τόση δύναμη που ο μικρός πετάχτηκε πέρα.

Το βλέπει ο Νικόλας και γυαλίζει το μάτι του.

Ορμάει με όση δύναμη είχε και τρέχει πάνω από το Γιαννάκη. Τον είδε να κλαίει και να πιάνει το μάγουλό του. Γυρνάει, χωρίς καθυστέρηση και πέφτει πάνω στον άνθρωπου που χαστούκισε το μικρό. Καρέκλες, τραπέζια και δυο άνθρωποι που τσακώνονταν είχαν γίνει ένα.

Με το ζόρι μπόρεσαν να ελευθερώσουν τον συνοδό της κυρίας από τα χέρια του Νικόλα.

Κατέφτασε και η αστυνομία για να πιάσει τον «τρελό». Όλοι οι παρευρισκόμενοι συμφωνούσαν πως ο «τρελός» το παράκανε και πως δεν ήταν δική του δουλειά να ανακατευτεί. Ο Γιαννάκης δεν ήταν το παιδί του στο κάτω-κάτω!

Έτρεμε ο Νικόλας από την ταραχή καθώς του περνούσαν τις χειροπέδες. Κοιτούσε τον Γιαννάκη και τον ρωτούσε αν πονάει. Ο μικρός του απαντούσε αρνητικά κουνώντας το κεφάλι με τα δάκρυα να τρέχουν ποτάμι.

Ο Νικόλας ένιωθε σιγά-σιγά να μην τον κρατάνε τα πόδια του. Κρατιόταν όρθιος με τη βοήθεια των αστυνομικών που τον τραβούσαν βίαια προς το περιπολικό.

Ο Νικόλας κατέρρευσε! Οι αστυνομικοί τον ξάπλωσαν ανάσκελα. Ο κόσμος σάστισε και σιωπή απλώθηκε ξαφνικά σε όλη την πλατεία.

«Ένα ασθενοφόρο γαμώ το κέρατό μου. Το παιδί υπερασπίστηκε αφού δεν βρέθηκε κανένας από μας να το κάνει», ακούστηκε να λέει κάποιος.

Κάπως έτσι έσβησε ο Νικόλας.

Ένας «τρελός» λιγότερο στην «λογική» μας κοινωνία.

Ένας εχθρός λιγότερο για τους «φιλήσυχους νοικοκυραίους».

Έσβησε με την τελευταία εικόνα στα μάτια του να είναι εκείνη με τα παιδιά να έχουν κάνει κύκλο γύρω του μη αφήνοντας κανέναν να τον αγγίξει και τον μικρό Γιαννάκη να του χαϊδεύει το κεφάλι ζητώντας του να μην φύγει.

Μάταια όμως….

 

Ετικέτες: , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: