RSS

Category Archives: ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

Το ραντεβού του κυρίου Ανώνυμου

Το ραντεβού του κυρίου Ανώνυμου

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Περπατούσε πάντα σκυφτός, μιλούσε λίγο και δεν κοίταζε ποτέ το συνομιλητή του στα μάτια. Ντρεπόταν, ήταν διστακτικός και σπάνια χαμογελούσε.

Είχε αργήσει στο ραντεβού και γι’ αυτό το βήμα του ήταν γοργό.

Το περίμενε καιρό αυτό το ραντεβού. Πολλές φορές είχε αναβληθεί με δική του υπαιτιότητα, άλλες φορές πάλι, ενώ εκείνος το ήθελε, οι συνθήκες δεν ήταν οι κατάλληλες για να πραγματοποιηθεί.

Καθώς περπατούσε, στο μυαλό του στριφογύριζαν χιλιάδες πράγματα που τον έκαναν να ιδρώνει.

Θυμήθηκε τα στερημένα παιδικά του χρόνια, τα φοιτητικά του χρόνια μακριά από το σπίτι του, τους μήνες που ήταν στρατιώτης κάπου ξεχασμένος στην πινέζα του χάρτη.

Πέρασαν γρήγορα από μπροστά του τα πρώτα χρόνια στη δουλειά, οι στιγμές του γάμου του και οι γεννήσεις των παιδιών του.

Η «καλημέρα» και το χαμόγελο του μικρότερου παιδιού του σήμερα το πρωί, ήταν αυτά που του υπενθύμισαν το σημερινό του ραντεβού.

Από τότε που θυμάται τον εαυτό του ήταν πάντα υπάκουος, δεν ήθελε να δυσαρεστήσει κανέναν, έκανε ότι ήθελαν οι άλλοι γιατί θεωρούσε ότι το να

εναντιωθείς σε κάποιον μάλλον δυσκολεύει παρά διευκολύνει τις καταστάσεις.

Δεν διαμαρτυρήθηκε όταν χτυπούσε για δύο μήνες «γερμανικό» νούμερο μες στο καταχείμωνο για να μπορούν κάποια «βύσματα», να παίρνουν εξόδους και άδειες.

Δεν εναντιώθηκε όταν πρωτόπιασε δουλειά και τοποθετήθηκε στη θέση τού κλητήρα παρόλο που ήταν πτυχιούχος.

Δεν είπε κουβέντα όταν κατάλαβε πως ο κουνιάδος του τον έκλεβε για πολλά χρόνια στο μοίρασμα της σοδειάς από τα λίγα χωράφια που είχε.

Δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ όταν του έπαιρναν τη σειρά στην ουρά περιμένοντας το λεωφορείο, με αποτέλεσμα κάποιες φορές να μένει εκείνος απ΄έξω.

Υπέμενε καρτερικά τις προσβολές που δεχόταν πολύ συχνά από τους ανωτέρους του για δικές τους παραλείψεις με το σκεπτικό ότι μια κόντρα μαζί τους μόνο κακό θα του έκανε.

Οι σκέψεις του σταμάτησαν όταν παρατήρησε πως όλοι γύρω του βάδιζαν με ασυνήθιστα γρήγορο βήμα. Κάποιοι τον προσπερνούσαν, κάποιοι άλλοι κινούνταν αντίθετα απ’ ότι ο ίδιος, κάποιοι πήγαιναν με τα ποδήλατά τους και ορισμένοι άλλοι έτρεχαν. Οι περισσότεροι είχαν την ίδια κατεύθυνση με κείνον.

Σταμάτησε και κοίταξε πίσω του υποθέτοντας πως κάτι είχε συμβεί που ανάγκασε όλους τους ανθρώπους να κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση.

Σκέφτηκε ότι κάπου θα έπιασε φωτιά ή ότι έγινε κάποια ληστεία ή κάποιο σοβαρό ατύχημα.

Σκούπισε το μέτωπό του με το μαντήλι του και συνέχισε με ακόμα πιο γρήγορο βήμα.

Δεν ήθελε με τίποτα να αργήσει στο σημερινό ραντεβού. Το σχεδίαζε εδώ και καιρό και το περίμενε με ανυπομονησία. Ήταν σίγουρος πως θα του άλλαζε τη ζωή. Δεν ήξερε αν θα άλλαζε προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο αλλά σίγουρα η ζωή του θα ήταν διαφορετική.

Όσο πλησίαζε στο σημείο που είχε τη συνάντηση όλο και περισσότερο πύκνωνε ο κόσμος γύρω του, κάτι που τον εμπόδιζε να προχωρά το ίδιο γρήγορα όπως και πριν.

Το δεξί του χέρι είχε μουδιάσει καθώς σε όλη τη διαδρομή κρατούσε με αυτό μέσα από το σακάκι του μια χάρτινη σακούλα η οποία προφύλαγε καλά το περιεχόμενό της.

Οι σφυγμοί του ένιωθε πως λίγο ακόμα και θα του σπάσουν τις φλέβες. Προς στιγμή σκέφτηκε να το βάλει στα πόδια γιατί δεν ένιωθε έτοιμος για τη συνάντηση. Γρήγορα ξαναβρήκε την αποφασιστικότητά του και με το μουδιασμένο του χέρι έβγαλε μέσα από το κουμπωμένο του σακάκι τη χάρτινη σακούλα.

Την έσκισε και έβγαλε βιαστικά το λάβαρο που ήταν μέσα. Το ξεδίπλωσε και προχώρησε για το σημείο που ήταν ακριβώς το ραντεβού.

Εκεί, καθισμένη σε μια καρέκλα πάνω σε ένα χαμηλό τραπέζι τον περίμενε «εκείνη» με την πένα βουτηγμένη στο κόκκινο μελάνι.

Του έκανε νόημα να πλησιάσει και τον ρώτησε ποιο είναι το όνομά του.

«Αν δεν μου πεις ποιος είσαι, δεν θα μπορέσω να υπογράψω στο λάβαρο που έφερες», του είπε στοργικά μα και επίμονα.

«Έλα, περιμένουνε κι άλλοι».

«Κώστας Ανώνυμος», της απάντησε με τρεμάμενη φωνή.

«Εκείνη», έβαλε την υπογραφή της στο λάβαρο και έκανε νόημα στον κύριο Ανώνυμο να κάνει στην άκρη για να πάρει κάποιος άλλος τη θέση του.

Ανοίγοντας το λάβαρο ο κύριος Ανώνυμος διαπίστωσε ότι το κόκκινο που είχε πάνω του δεν ήταν μελάνι αλλά αίμα. Τότε διαπίστωσε πως από το δεξί του χέρι, το μουδιασμένο, έπεφταν λίγες σταγόνες αίμα.

Πήγε πιο πέρα και διάβασε όσα ήταν γραμμένα πάνω στο λάβαρο.

«Τις περισσότερες φορές, το όνομά μου γράφεται με αίμα. Με ελπίδα, για τον κύριο Ανώνυμο».

«ΙΣΤΟΡΙΑ»

 

 

 

 

Advertisements
 

Ετικέτες:

Έλα, παππού! Σήκω! Σήκω να πιάσεις πάλι το ακορντεόν

 

Έλα, παππού! Σήκω! Σήκω να πιάσεις πάλι το ακορντεόν

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Μάλλον μπήκε για τα καλά ο Χειμώνας. Δεν εξηγείται αλλιώς το τσουχτερό κρύο.

Βρισκόμαστε μόλις λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα. Βρισκόμαστε δηλαδή σε μέρες άγιες. Ποτέ του δεν κατάλαβε γιατί οι μέρες αυτές λέγονται «άγιες», αφού για κείνον όλες οι μέρες ήταν ίδιες και απαράλλαχτες.

Άσε που αυτές τις «άγιες», όπως τις λένε, μέρες κρύωνε περισσότερο από τις υπόλοιπες.

Τα πάνινα παπούτσια του, τού ήταν πλέον πολύ στενά και το σχίσιμο του δεξιού, κυρίως, παπουτσιού είχε μεγαλώσει τόσο πολύ που το πόδι του κινδύνευε να βγει έξω. Ή το φορούσε ή δεν το φορούσε το ίδιο πράγμα ήταν. Το νερό και το κρύο περνούσαν ανενόχλητα στο εσωτερικό του παπουτσιού με αποτέλεσμα, το ξυπόλητο περιεχόμενό του να απολαμβάνει συχνά ένα κρύο μπάνιο με βρόχινο νερό.

Ευτυχώς που ο παππούς του φρόντισε και του βρήκε ζεστό παντελόνι, μπλούζα μάλλινη και πανωφόρι γιατί αλλιώς θα ξεπάγιαζε ο πιτσιρίκος μας.

Τι πιτσιρίκος δηλαδή; Τα είχε κλείσει τα 12 και βάδιζε στα 13. Αν συνέχιζε το σχολείο θα ήταν τώρα στο γυμνάσιο.

Χρυσό τον έκανε ο παππούς του να συνεχίσει στο γυμνάσιο όταν τελείωσε το δημοτικό αλλά εκείνος δεν ήθελε ν’ ακούσει κουβέντα.

Και να πεις ότι δεν τά΄παιρνε τα γράμματα; Μωρέ σαΐνι σκέτο ήταν. Δεν ήθελε να αφήνει όμως μόνο τον παππού του, ειδικά τώρα που το φως των ματιών του έσβησε τελείως.

Μπορεί να μην έβλεπε με τα μάτια ο παππούς του αλλά σίγουρα έβλεπε με την ψυχή. Όταν ήταν πιο μικρός, πίστευε πως έβλεπε με τα χέρια. Δεν μπορούσε αλλιώς να εξηγήσει πώς γινόταν ένας άνθρωπος να μην βλέπει παρά μόνο σκιές και όμως να μπορεί να παίζει τόσο τέλεια το ακορντεόν του.

«Το έχω εκπαιδεύσει και παίζει μόνο του. Ξέρει ότι το αγαπάω και μου κάνει όλα τα χατίρια», του έλεγε συχνά ο παππούς για να τον πειράξει.

«Πάλι ψέματα μου λες, παππού. Όπως τότε μ΄εκείνον τον πληγωμένο που μπήκε στο σπίτι μας τις προάλλες».

«Τι ψέμα σου είπα παλικαράκι μου;»

«Μου είπες πως ήταν καλός, έτσι δε μου είπες;»

«Αφού ήταν. Τι ήθελες να σου πω;»

«Τότε γιατί τον κυνηγούσαν οι αστυνομικοί; Από πότε οι αστυνομικοί κυνηγάνε και τους καλούς;»

«Καμιά φορά κυνηγάνε και τους καλούς. Μην το παιδεύεις άλλο το μυαλουδάκι σου. Σα μεγαλώσεις λίγο ακόμα, θα δεις, θα σκεφτείς και θα καταλάβεις. Άντε! Άστα αυτά τώρα και σύρε να μου φέρεις το ακορντεόν από πάνω. Δίπλα στο κρεβάτι το έχω. Έλα, οι φίλοι μας θα περιμένουν να ακούσουν λίγη μουσική. Δεν κάνει να τους απογοητεύσουμε».

«Και πως ξέρεις πως θα περάσουν τώρα παππού;»

«Δεν ακούς τα βήματα των ανθρώπων που πλήθυναν; Αυτό πάει να πει πως άνοιξαν τα μαγαζιά για την απογευματινή βάρδια. Άντε, πήγαινε σου λέω και μην ξεχάσεις να μου φέρεις να ανάψω και ένα τσιγάρο».

Ο πιτσιρίκος μας, ανέβηκε δυο-δυο τα ξύλινα σκαλιά της παλιάς διώροφης κατοικίας που έμενε με τον παππού του, βρήκε το ακορντεόν, το σκούπισε προσεκτικά με το βαμβακερό ύφασμα με το οποίο ήταν σκεπασμένο, πήρε και τα τσιγάρα με τον αναπτήρα από το κομοδίνο και, κρατώντας με προσοχή το ακορντεόν, έφτασε γρήγορα στον παππού του που είχε πάρει ήδη θέση στην πάνινη πολυθρόνα του, έτοιμος να ξεκινήσει για μία ακόμη φορά, την καθιερωμένη του «παράσταση».

Ο Μπάρμπα-Σίμος ήταν γνωστός σε όλους όσους είχαν τα καταστήματά τους στον πεζόδρομο που βρισκόταν και το σπίτι του. Κληρονομιά από τον πατέρα του. Πάσχιζε να το συντηρήσει μαζί με τον εαυτό του και τον πιτσιρίκο μας με τη μικρή αναπηρική σύνταξη που έπαιρνε, λόγω της μειωμένης όρασής του, «παράσημο» της δουλειάς. Οξυγονοκολλητής στα καράβια ήταν στα νιάτα του ο Μπάρμπα-Σίμος μέχρι που μια μέρα έπαθε το ατύχημα.

Από τότε, ζούσε με τη σύνταξη που του έδωσαν και η ζωή του φωτιζόταν μόνο τις στιγμές που έπιανε στα χέρια του το ακορντεόν και το΄κανε να κελαηδάει.

Μέχρι τη μέρα που στα σκαλιά του σπιτιού του, εμφανίστηκε ο πιτσιρίκος μας, ο Άρης. Τον έφερε μια κυρία, υπάλληλος του υπουργείου εξωτερικών. Ήταν το παιδί του γιου του, του Νίκου, που είχε φύγει πριν πολλά χρόνια για άλλες, μακρινές πολιτείες και δεν είχε δώσει ποτέ μέχρι τότε σημεία ζωής. Αφού υπήρχαν μέρες που ξεχνούσε πως είχε κάποτε και ένα γιο.

Μήτε γυναίκα είχε πια ο Μπάρμπα-Σίμος. «Έφυγε», δύο χρόνια μετά το ξαφνικό φευγιό του Νίκου. Δεν άντεξε τον πόνο από την απουσία του γιου της και διάλεξε να μη θέλει άλλο να ζει.

Δύο μερόνυχτα την πενθούσε ο καημένος ο Μπαρμπα-Σίμος, παίζοντας ασταμάτητα με το ακορντεόν, όλα τα τραγούδια που της άρεσαν όσο ζούσε.

Γιατί της Πελαγίας, της γυναίκας του, της άρεσε πολύ να ακούει τον άντρα της να παίζει και να τον συνοδεύει τραγουδώντας.

Όταν ο Σίμος, αντίκρισε για πρώτη φορά τον Άρη και άκουσε τις εξηγήσεις που του έδινε η υπάλληλος του υπουργείου, σκέφτηκε πως βλέπει όνειρο κακό. Μα σαν ο Άρης του έσφιξε το χέρι κοιτώντας την υπάλληλο που έφευγε από το σπίτι, ένιωσε την καρδιά του να πάει να σπάσει από συγκίνηση. Θυμήθηκε το Νίκο, την Πελαγία και τις λίγες ευτυχισμένες μέρες που είχε καταχωνιάσει σε μια άκρη του μυαλού του.

Από τότε, έγινε για τον Άρη και παππούς, και πατέρας και μάνα και δάσκαλος μαζί.

Έπιασε, λοιπόν, ο Μπάρμπα-Σίμος, το ακορντεόν που του έφερε ο Άρης, πέρασε τα λουριά στους ώμους και άρχισε να μιλάει μαζί του πατώντας με μαεστρία τα πλήκτρα.

Ο πεζόδρομος γέμισε νότες που ταξίδευαν στον αέρα και περνούσαν ασυναίσθητα στα στόματα των περαστικών και των ανθρώπων που δούλευαν στα γειτονικά καταστήματα.

Ο Άρης, πότε καθόταν δίπλα του και τον συνόδευε στο τραγούδι, πότε σηκωνόταν και έπαιζε εκεί γύρω και πότε προσπαθούσε να συνταιριάξει τα πόδια του στο ρυθμό κάποιου τραγουδιού.

Κουρασμένος από το παιχνίδι, κάθισε στο τελευταίο σκαλί του σπιτιού, ακουμπώντας στην άκρη το καπέλο του που δεν το αποχωριζόταν παρά μόνο σαν έπεφτε για ύπνο, και σιγοτραγουδούσε μαζί με τον παππού του.

Ένα καλοντυμένο αντρόγυνο πλησίαζε προς το μέρος τους συζητώντας και κοιτώντας το γέροντα με τον πιτσιρικά με περιέργεια και συμπόνια.

«Αντώνη, ρίξε κάτι στο καπέλο του παιδιού σε παρακαλώ. Κρίμα! Είναι εντελώς άδειο. Χάθηκε τελείως η ανθρωπιά σε τούτη την πόλη; Δεν αντέχω! Μόλις που κρατιέμαι για να μη δακρύσω», είπε η γυναίκα και έψαξε στην τσάντα της να βγάλει το μεταξένιο της μαντίλι για να σκουπίσει τα ανύπαρκτα δάκρυα.

«Έχεις δίκιο, Άννα», συμφώνησε μαζί της ο συνοδός της και έκανε να βγάλει ένα χαρτονόμισμα από το δερμάτινο πορτοφόλι του.

Ο μικρός Άρης που άκουσε τη συζήτηση, πήρε το καπέλο και το φόρεσε. Μετά, γυρνώντας προς το ζευγάρι, τους είπε:

«Κάνετε λάθος. Ο παππούς μου δεν παίζει ακορντεόν για να μαζέψει χρήματα. Παίζει επειδή του αρέσει να διασκεδάζει τους περαστικούς».

Ο Μπάρμπα-Σίμος, μέχρι τότε δεν είχε μιλήσει.

«Κρατήστε τα λεφτά σας κυρία. Νομίζω πως τα έχετε περισσότερο ανάγκη από μας. Εμείς τραγουδάμε για το κέφι μας όχι για χρήματα», είπε ο Μπάρμπα-Σίμος γεμάτος ευγένεια στη φωνή του.

«Γέρο, δεν ξέρεις τι σου γίνεται! Αυτά τα χρήματα για μένα είναι ένα τίποτα. Ούτε καν ψίχουλα. Έχω τόσα χρήματα, όσα δεν μπορείς να φανταστείς. Μπορώ να αγοράσω ότι θέλω».

«Είμαι σίγουρος, κυρία πως έχετε πολλά. Και είπατε να δώσετε μερικά ψίχουλα για να σώσετε την ψυχή σας; Δεν μπορείτε πλέον να τη σώσετε. Είναι αργά! Αλλά να ξέρετε πως δεν αγοράζονται όλα με τα λεφτά».

«Αλήθεια; Για πες μου τί δεν αγοράζεται;»

«Δεν τα γνωρίζετε εσείς κυρία αυτά. Φιλότιμο, αγάπη, μπέσα, φιλία, χαρά, πόνος, νταλκάς. Ξέρω κι άλλα να σας πω αν δε βαρεθήκατε».

«Είσαι αγενής και αυθάδης! Πώς μιλάς έτσι σε μια κυρία. Αντί να πεις ¨ευχαριστώ¨ βγάζεις και γλώσσα. Δεν κοιτάς τα χάλια που έχει ο εγγονός σου; Δεν βλέπεις που το πόδι του σε λίγο θα βγει έξω από το παπούτσι;», πήρε το λόγο ο συνοδός της κυρίας σε μια προσπάθεια να την υπερασπιστεί.

«Φίλε, η αξιοπρέπεια σιχαίνεται το χρήμα. Αυτό να το θυμάσαι!», απάντησε ο Μπάρμπα-Σίμος και άρχισε σιγά-σιγά να χαϊδεύει τα πλήκτρα του ακορντεόν στέλνοντας στους περαστικούς τις νότες του ¨Bella Ciao¨.

Η κυρία είχε κοκκινίσει, είχε πρασινίσει είχε αλλάξει χίλια χρώματα από την οργή της.

«Πάμε Αντώνη. Πέσαμε σε ακατάδεχτους φτωχούς».

«Στο καλό κυρία. Δεν είμαστε ακατάδεχτοι. Περήφανοι είμαστε και θα μείνουμε, αν δεν σας πειράζει», της είπε αναπάντεχα ο Άρης και ζήτησε από τον παππού του να συνεχίσει το τραγούδι.

Εν τω μεταξύ, πολλοί περαστικοί, που είχαν αντιληφθεί το περιστατικό, είχαν μαζευτεί τριγύρω. Κάποιοι επικροτούσαν τη στάση του παππού και του πιτσιρίκου μας, οι περισσότεροι σιγοτραγουδούσαν το τραγούδι που έπαιζε ο Σίμος και υπήρχαν και ορισμένοι που έδιναν δίκιο στο πλούσιο ζευγάρι.

Ο Άρης ξαναβρήκε το κέφι του και προσπαθούσε να χορέψει στους ρυθμούς του τραγουδιού μέχρι που ένας παρατεταμένος θόρυβος και μια παράξενη οχλαγωγία που όλο και δυνάμωνε, άρχισε να καλύπτει σιγά-σιγά την ένταση του τραγουδιού.

Όλοι σταμάτησαν να έχουν το νου τους στο τραγούδι και προσπαθούσαν να καταλάβουν τι συνέβαινε.

«Οι αστυνομικοί, έριξαν δακρυγόνα και κυνηγάνε τους διαδηλωτές», είπε κάποιος που έτρεχε προς το μέρος τους με δακρυσμένα μάτια.

Πολύ σύντομα, εκατοντάδες διαδηλωτών, περνούσαν τρέχοντας μπροστά από τα έκπληκτα μάτια του Άρη, προσπαθώντας να φύγουν μακριά από τα δακρυγόνα και από τους αστυνομικούς που τους ακολουθούσαν φορώντας ασπίδες, μάσκες και κράνη και κρατώντας στα χέρια τους τα λαστιχένια γκλομπς.

Τα μάτια του Άρη άρχισαν να τσούζουν και να δακρύζουν, χωρίς να ξέρει το λόγο. Ο Μπάρμπα-Σίμος, που κατάλαβε τι είχε συμβεί, άρχισε να παίζει πάλι το ¨Bella Ciao¨ και να τραγουδάει με όση δύναμη είχε.

Κάποιος νεαρός διαδηλωτής σταμάτησε μπροστά του και προσπάθησε να τον πείσει πως έπρεπε να φύγει γιατί ήταν επικίνδυνο το να μένει εκεί, στη μέση του χαμού, και να τραγουδάει.

Ο γέροντας αρνήθηκε ευγενικά και αμέσως μετά φώναξε δυνατά στον νεαρό:

«Πώς σε λένε παλικάρι;»

«Νίκο, με λένε, αλλά δεν είναι ώρα τώρα για συστάσεις».

Στο άκουσμα του ονόματος ο Σίμος πετάχτηκε από την πολυθρόνα του.

«Πάρε τον Άρη, τον εγγονό μου και ανεβείτε γρήγορα πάνω στο σπίτι. Εμένα δεν θα με πειράξουν. Είμαι γέρος και τυφλός, τι να με κάνουν εμένα.»

«Που είναι ο Άρης;»

«Εδώ γύρω ήταν. Ψάξε σε παρακαλώ, ψάξε…»

Ο νεαρός με δυσκολία εντόπισε λίγα μέτρα πιο πέρα τον Άρη, τον άρπαξε από τις μασχάλες και τον ανέβασε στο σπίτι.

Το τι ακολούθησε κάτω στον πεζόδρομο, δεν περιγράφεται. Σε μια ατμόσφαιρα αποπνικτική, κόσμος έτρεχε δεξιά κι αριστερά, μάχες γίνονταν σώμα με σώμα ανάμεσα σε αστυνομικούς και διαδηλωτές, συνθήματα ακούγονταν σποραδικά και όλα αυτά κάτω από τον ήχο ενός ακορντεόν.

Ο Μπάρμπα-Σίμος δεν σταμάτησε ούτε στιγμή να παίζει. Είχε σηκωθεί από την πολυθρόνα του και ο ιδρώτας κυλούσε πάνω του από την ένταση, το πάθος και τη συγκίνηση.

Θυμήθηκε παρόμοιες καταστάσεις που έζησε ο ίδιος σε μια μεγάλη απεργία του σωματείου του.

Κάποια στιγμή, ένιωσε να χάνει την ισορροπία του από ένα δυνατό χτύπημα που δέχτηκε στο κεφάλι. Σωριάστηκε πάνω από το ακορντεόν, το οποίο χτυπώντας στο οδόστρωμα έβγαλε έναν παρατεταμένο ήχο.

Η μουσική διακόπηκε απότομα. Μια φωνή: «Είναι νεκρός! Τον σκοτώσατε!», έκανε όσους ήταν εκεί κοντά να παγώσουν.

Οι διαδηλωτές, σταμάτησαν να τρέχουν και οι αστυνομικοί σταμάτησαν να καταδιώκουν και άρχισαν να κινούνται, οπισθοχωρώντας προς την κατεύθυνση από την οποία εμφανίστηκαν.

Το τραγικό νέο μεταφέρθηκε γρήγορα από στόμα σε όλο το μήκος της διαδήλωσης. Ο κόσμος άρχισε να συσπειρώνεται σε μεγάλες ομάδες και να κινείται τώρα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Κανείς δεν είχε πλέον διάθεση να φύγει, κανείς δεν φοβόταν.

Συνθήματα, οργής άρχισαν να ακούγονται παντού, κάνοντας τον πεζόδρομο να σείεται από παλμό και ένταση.

Το ασθενοφόρο, με δυσκολία κατάφερε να φτάσει στο σημείο που «έπεσε», ο Μπάρμπα-Σίμος όπου και διαπιστώθηκε ο θάνατός του.

Ο μικρός Άρης, πεσμένος πάνω στον παππού του έκλαιγε ασταμάτητα.

«Έλα, παππού! Σήκω! Σήκω να πιάσεις πάλι το ακορντεόν. Μην κοιμάσαι άλλο. Δεν βλέπεις πόσος κόσμος μαζεύτηκε και περιμένει να σε ακούσει;»

Με δυσκολία, ο Νίκος, ο νεαρός διαδηλωτής που τον ανέβασε στο σπίτι κατάφερε να τον απομακρύνει αγκαλιάζοντάς τον και παρηγορώντας τον.

Παρηγορούσε τον πιτσιρίκο μας που μέσα σε λίγη ώρα ανδρώθηκε με τον πιο σκληρό τρόπο.

Το ποτάμι του κόσμου, δεν επέτρεψε στο ασθενοφόρο να απομακρυνθεί. Μια νέα παράξενη διαδήλωση ξεκίνησε με το ασθενοφόρο να είναι στην κορυφή της και τον κόσμο να το συνοδεύει μέχρι το νοσοκομείο τραγουδώντας:

 

Επέσατε θύματα, αδέρφια, εσείς
Σε άνιση Πάλη κι Αγώνα
Ζωή, λευτεριά και τιμή του Λαού
Γυρεύοντας, βρήκατε μνήμα

Συχνά σε υγρές, σκοτεινές φυλακές
Πικρές επεράσατε μέρες
Και μ’ ένα του δήμιου νεύμα ευθύς
Σας φέραν μπροστά στην κρεμάλα…

Γλεντούν οι τυράννοι και μες το πιοτό
Τη λήθη γυρεύουν να βρούνε
Μα οι μέρες τους όμως μετρήθηκαν πια
Και τέλος φρικτό τους προσμένει

Θεριεύει ο γίγαντας τώρα Λαός
Και σπάει δεσμά κι αλυσίδες
Αιώνια η μνήμη σε σας, αδελφοί
Στον τίμιο που πέσατε Αγώνα…

 

Στο νοσοκομείο οι γιατροί ανακοίνωσαν και επίσημα το θάνατο του Μπάρμπα-Σίμου:

«Σήμερα στις 16:22 μεταφέρθηκε με το ασθενοφόρο, ήδη νεκρός, στο Νοσοκομείο μας ο Σίμος Δεληγιάννης, ετών 73. Ο θάνατός του προήλθε από ανακοπή της καρδιάς. Φέρει χτύπημα στη δεξιά περιοχή του κεφαλιού το οποίο ενδέχεται να προέρχεται από κάποιο ραβδοειδές αντικείμενο».

……………………………………………………………………………………………………………..

Την άλλη μέρα, ο κόσμος έμαθε, από το στόμα του ίδιου του πρωθυπουργού, την απομάκρυνση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και την έναρξη της ένορκης διοικητικής εξέτασης για να αποδοθούν ευθύνες στους υπαίτιους.

Τα γεγονότα, έκαναν το γύρω του κόσμου, φτάνοντας μέχρι και τις χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Σε μία από αυτές, βρισκόταν και ο Νίκος Δεληγιάννης, ο γιος του Μπάρμπα-Σίμου, ο οποίος, μόλις πριν δύο μήνες είχε αποφυλακιστεί μετά από έξι χρόνια εγκλεισμού του στις φυλακές για αντικαθεστωτική δράση. Με την αλλαγή της πολιτικής κατάστασης στη χώρα, δόθηκε αμνηστία σε όλους τους πολιτικούς κρατούμενους.

Έτσι, μπόρεσε, μετά από λίγες μέρες, σε συνεννόηση με το Ελληνικό Προξενείο, να φτάσει στην Ελλάδα και να παραλάβει το γιο του.

Οι δυο τους επέστρεψαν στη Λατινική Αμερική όπου και ζουν μέχρι σήμερα.

Ο μικρός Άρης ζήτησε από τον πατέρα του πριν φύγουν, να περάσουν από το σπίτι στον πεζόδρομο και να πάρουν μαζί τους το ακορντεόν.

Φεύγοντας από το σπίτι και κρατώντας σφιχτά στον κόρφο του τη φωτογραφία του παππού του, κοντοστάθηκε για λίγο μπροστά στα σκαλιά.

Δεκάδες αναμνήσεις, γέμισαν τα μικρά του μάτια με δάκρυα που δεν χωρούσαν στα βλέφαρά του και κύλησαν, καυτά ρυάκια στα δυο του μάγουλα.

«Θα ξανάρθω παππού. Θα ξανάρθω για να σε τιμήσω όπως σου πρέπει….».

 

 

 

 

 

 

 

Όμορφα όνειρα σε λαβωμένες ψυχές

Όμορφα όνειρα σε λαβωμένες ψυχές

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

 

Για μία ακόμη μέρα, το κουδούνι του Λυκείου στο μικρό νησί του Αιγαίου, χτύπησε στην ώρα του. Οχτώ και τέταρτο ακριβώς. Τα παιδιά κινήθηκαν σιγά-σιγά προς το χώρο της πρωινής προσευχής για το καθιερωμένο τελετουργικό.

Η Μαρία, μαθήτρια της Β’ Λυκείου, ετών 20, για μία ακόμη φορά, πέρασε την πόρτα του σχολείου αργοπορημένη. Η ώρα κόντευε 8:30, όταν η Μαρία χτύπησε την πόρτα της αίθουσας που είχε μάθημα την πρώτη ώρα.

«Εμπρός», ακούστηκε η φωνή του Μαθηματικού μέσα από την αίθουσα.

«Συγνώμη που άργησα! Μπορώ να περάσω;» ρώτησε ευγενικά και χαμηλόφωνα η Μαρία.

«Όχι Μαρία! Δεν μπορείς να περάσεις», της απάντησε ορθά-κοφτά ο καθηγητής ο οποίος συνέχισε λέγοντας:

«Φαίνεται το πας φιρί-φιρί να μείνεις για τρίτη χρονιά στην ίδια τάξη από απουσίες. Λίγο φιλότιμο βρε παιδί μου. Εκείνους τους γονείς σου δεν τους σκέφτεσαι; Το ξέρουν ότι συνεχίζεις και φέτος το ίδιο βιολί;»

Η Μαρία που έστεκε αμίλητη με το βλέμμα χαμηλωμένο, ακούγωντας τα τελευταία λόγια του καθηγητή της, η όψη του προσώπου της άλλαξε απότομα. Οι φλέβες στα μηνίγγια της άρχισαν να πάλλονται επικίνδυνα, τα δόντια της κόντευαν να σπάσουν από το σφίξιμο και τα δάκρυα, μόλις που στέκονταν στις άκρες των βλεφάρων της έτοιμα να αυλακώσουν τα μάγουλά της.

Έκλεισε με δύναμη την πόρτα και έφυγε τρέχοντας στο διάδρομο για να αποφύγει να απαντήσει στον καθηγητή της με τα λόγια που της σκάλιζαν το μυαλό και τη γλώσσα.

«Δεν θα σου κάνω τη χάρη» σκεφτόταν καθώς έτρεχε στο διάδρομο για να βγει στο προαύλιο και να πάει να λουφάξει στη «γωνία» της.

Ο Μαθηματικός πίσω της δεν έχασε την ευκαιρία να απαγγείλει προς το ακροατήριό του ένα μικρό λογίδριο.

«Ε, αυτό πάει πολύ. Τούτη τη φορά δεν θα της τη χαρίσω την αποβολή κι ας μείνει για τρίτη χρονιά. Εδώ δεν νοιάζεται εκείνη και οι γονείς της, θα νοιαστώ εγώ;», είπε πιάνοντας πάλι την κιμωλία και συνεχίζοντας να γράφει στον πίνακα τις τριγωνομετρικές σχέσεις που είχε αφήσει στη μέση, έχοντας την πλάτη γυρισμένη προς τους μαθητές.

Οι συμμαθητές της Μαρίας σταμάτησαν να γράφουν και άρχισαν να ανταλλάσσουν μεταξύ τους ματιές γεμάτες αμηχανία, απορία και οργή.

Κανείς δεν έδινε σημασία στο τι έλεγε ο καθηγητής τους και όλοι περίμεναν να ακούσουν τον ήχο του κουδουνιού για να βγουν διάλειμμα.

Η Μαρία, φτάνοντας στη «γωνιά» της, μια απόμερη γωνία πίσω από τις αίθουσες , κάθισε στο μικρό πεζούλι κι έβγαλε από την τσάντα της, όπως έκανε πολύ συχνά, το μπλοκ της ζωγραφικής με ένα μολύβι.

Άρχισε κάτι να σχεδιάζει στο χαρτί και απορροφημένη καθώς ήταν στο σχέδιό της, δεν πρόσεξε τον «Σβούρα» που έφτασε δίπλα της κουνώντας την ουρά του.

Ο Σβούρας ήταν ένα αδέσποτο σκυλί που έμενε στο χώρο του σχολείου. Αγαπητός στους περισσότερους μαθητές και καθηγητές.

Η Μαρία ζωγράφιζε πολύ ωραία. Είχε ταλέντο, έλεγαν εκείνοι που έτυχε να δουν τα σχέδιά της.

Το χτύπημα του κουδουνιού βρήκε τη Μαρία να παίζει με το Σβούρα μέχρι που έφτασαν δίπλα της οι συμμαθητές της.

«Γιατί δε μίλησες; Γιατί δεν του εξήγησες;», τη ρώτησε ένας συμμαθητής της.

«Γιατί δεν ήθελα. Δε μου αρέσει ούτε να παρακαλάω ούτε να κλαίγομαι. Τη δουλειά του κάνει. Άλλωστε ο συγκεκριμένος δεν θα καταλάβαινε τίποτα», του απάντησε η Μαρία.

Εν τω μεταξύ, μέσα στο γραφείο των καθηγητών, είχε εισβάλλει σαν μαινόμενος ταύρος, ο μαθηματικός φωνάζοντας και απειλώντας.

«Να συγκληθεί αμέσως ο Σύλλογος. Η κατάσταση έχει ξεφύγει. Όχι και να μας ανέβουν καβάλα. Θέτω θέμα διήμερης αποβολής της Μαρίας Σάντου του Β2, για ανάρμοστη συμπεριφορά και αργοπορία προσέλευσης στην τάξη, κατ’ επανάληψη».

Για λίγο, μέσα στο γραφείο επικράτησε σιγή αμηχανίας και ξαφνιάσματος μέχρι που πήρε το λόγο η φιλόλογος του τμήματος.

«Θα συμφωνήσω με το συνάδελφο. Δεν θα το κάνουμε ξέφραγο αμπέλι. Αν δεν μπορεί να ξυπνάει το πρωί να σταματήσει το σχολείο. Τι φταίνε οι υπόλοιποι συμμαθητές της να διακόπτουν το μάθημα; Πρέπει να προστατέψουμε τους καλούς μαθητές».

Ένα εκκωφαντικό μουρμουρητό επικράτησε για κάμποσα λεπτά της ώρας μέσα στο γραφείο, μέχρι τη στιγμή που πήρε το λόγο ο Χημικός του τμήματος.

Νεοδιόριστος ο ίδιος από εκείνους τους εκπαιδευτικούς που κάθε χρόνο γυρνούσε από πόλη σε πόλη και από σχολείο σε σχολείο μέχρι που φέτος διορίστηκε μόνιμα στο νησί.

Φαινόταν άυπνος και ταλαιπωρημένος. Έδειχνε να έχει περάσει ένα άσχημο βράδυ και πράγματι έτσι ήταν.

Γυρνώντας με το αυτοκίνητό του από μία βόλτα που είχε κάνει μέχρι την αγαπημένη του παραλία, περνώντας από τη μεγάλη ευθεία που οδηγούσε στο Κέντρο Υγείας του νησιού, κοντά στα δύο χιλιόμετρα από τη Χώρα, είδε στην άκρη του δρόμου μια κοπέλα να περπατάει βιαστικά, σχεδόν τρέχοντας, κρατώντας στην αγκαλιά της ένα μωρό. Πλησιάζοντας, σταμάτησε δίπλα τους και ανοίγοντας το παράθυρο του αυτοκινήτου, ρώτησε την κοπέλα αν μπορεί να βοηθήσει.

Πριν πάρει απάντηση διαπίστωσε πως η κοπέλα δεν ήταν άλλη από τη Μαρία τη Σάντου.

«Μαρία πού πας έτσι τρέχοντας; Ποιο είναι το μικρό που έχεις αγκαλιά;»

«Αχ, κύριε Αντωνίου. Τρόμαξα! Πάω στο Κέντρο Υγείας γιατί η αδερφή μου ψήνεται στον πυρετό. Της έχω δώσει αντιπυρετικό αλλά δεν να της πέσει ο πυρετός. Φοβάμαι μην πάθει τίποτα».

«Έλα. Μπείτε μέσα να σας πάω».

«Δεν πειράζει, μη σας βάζω σε κόπο νυχτιάτικα».

«Μπες μέσα παιδί μου που θα το συζητήσουμε τώρα».

Η Μαρία με την αδερφούλα της μπήκαν στο αυτοκίνητο και πολύ σύντομα έφτασαν και οι τρεις έξω από το Κέντρο Υγείας.

Ο Χημικός με τη Μαρία και τη μικρή της αδερφή στην αγκαλιά, κατευθύνθηκαν γρήγορα στο εσωτερικό του Κέντρου Υγείας. Η γιατρός που εξέτασε τη μικρή διέγνωσε «πνευμονία», που θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί με ενδοφλέβια αντιβίωση και παραμονή στο Κέντρο για παρακολούθηση.

«Μαρία, να σε ρωτήσω κάτι; Οι γονείς σου πού βρίσκονται τώρα;»

«Ο μπαμπάς μου δε ζει πια. Πριν δύο χρόνια χάθηκε σε ναυάγιο. Ήταν ναυτικός», απάντησε η Μαρία με φωνή που πάσχιζε να μην πνιγεί στο κλάμα.

Με δυσκολία συνέχισε λέγοντας:

«Η μαμά μου δουλεύει από το απόγευμα μέχρι το βράδυ, πλύστρα στο ξενοδοχείο και το βράδυ σ’ ένα μαγαζί μέσα στη λάντζα. Γυρνάει στο σπίτι το πρωί αλλά πολλές φορές αργεί και δεν μπορώ να φύγω από το σπίτι. Αυτός είναι ο λόγος που αργώ αρκετές φορές στο σχολείο την πρώτη ώρα».

Περιμένοντας δίπλα στο κρεβάτι της μικρούλας ο Χημικός είχε την ευκαιρία να μιλήσει με τη Μαρία και να μάθει πολλά πράγματα για κείνη που ούτε καν μπορούσε να τα φανταστεί.

Έμαθε για το πώς μεγάλωσε, πως περνά τις ώρες της, ποια είναι τα όνειρά της.

Έμαθε πως στη Μαρία αρέσει πολύ να ζωγραφίζει και πως θα ήθελε μια μέρα να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη ζωγραφική.

Κάποια στιγμή η Μαρία είπε στον καθηγητή της πως δεν χρειαζόταν να περιμένει άλλο στο Κέντρο Υγείας. Κόντευαν ξημερώματα.

«Όπου να’ ναι, θα’ ρθει και η μαμά μου. Θα την ειδοποιούσε η κυρία Ντίνα η γειτόνισσά μας. Σας ευχαριστώ για όλα. Πηγαίνετε κι εσείς να ξεκουραστείτε, έχετε να ξυπνήσετε αύριο».

Ο Χημικός αποχώρησε, λέγοντάς της πως δεν πρέπει να ανησυχεί και πως όλα θα πάνε καλά.

«Είμαι σίγουρος ότι μια μέρα θα γίνεις μεγάλη ζωγράφος. Μην αφήσεις το όνειρό σου να μαραθεί», της είπε φεύγοντας.

Κατά τις εφτά το πρωί κατέφθασε τρέχοντας στο Κέντρο Υγείας και η μητέρα της Μαρίας. Είχε ειδοποιηθεί από τη γειτόνισσα αλλά το αφεντικό της δεν την άφησε να φύγει πιο νωρίς. Είχε πολύ δουλειά της είπε και δεν γινόταν να λείψει.

Παίρνοντας, λοιπόν, το λόγο ο κύριος Αντωνίου απευθύνθηκε στον Μαθηματικό.

«Συνάδελφε, όταν ρώτησες τη Μαρία γιατί άργησε, τι σου απάντησε;»

«Σιγά μην έχανα το χρόνο μου να της κάνω ερωτήσεις. Προφανώς η κουβέρτα της Μαρίας το πρωί είναι βαριά και το κρεβάτι πιο αναπαυτικό από την καρέκλα του σχολείου», απάντησε με απαξίωση ο Μαθηματικός.

«Αν έμπαινες στον κόπο να τη ρωτήσεις, ίσως να άλλαζες γνώμη για εκείνη γιατί θα μάθαινες ότι η Μαρία, εκτός από μαθήτρια του σχολείου μας είναι μαζί μάνα και πατέρας για τη μικρότερη αδερφή της».

«Δεν φταίω εγώ γι’ αυτό. Έχει μάνα και πατέρα να το σκεφτούν».

«Δεν έχει πατέρα συνάδελφε. Ήταν ναυτικός και χάθηκε σε ναυάγιο. Και η μάνα της λείπει τα βράδια από το σπίτι γιατί δουλεύει. Χθες το βράδυ η Μαρία ξενύχτησε στο Κέντρο Υγείας δίπλα στη μικρή της αδερφή που έκαιγε από τον πυρετό».

«Δεν ξέρω τι μου λέτε κύριε Αντωνίου, αλλά το σχολείο δεν είναι ξέφραγο αμπέλι. Εγώ πληρώνομαι για να κάνω μάθημα όχι για να λύνω τα προσωπικά προβλήματα του κάθε μαθητή»

«Πληρώνεσαι για να κάνεις μάθημα σε μαθητές. Πώς γίνεται να μη σε νοιάζουν οι συνθήκες στις οποίες μεγαλώνουν οι μαθητές σου; Πώς γίνεται να μη σε νοιάζει η συναισθηματική τους κατάσταση και η ψυχολογία τους. Πώς γίνεται, συνάδελφε, να αγαπάς το μάθημά σου περισσότερο από τους μαθητές σου;»

«Δεν σας επιτρέπω κύριε Αντωνίου. Τόση ώρα σας μιλάω στον πληθυντικό και σεις μου απευθύνεται το λόγο στον ενικό. Δεν σας έμαθε κανένας τρόπους;»

«Ο ενικός είναι της αμεσότητας και της συναδελφικότητας».

«Είστε αναιδής κύριε Αντωνίου. Θα έπρεπε, ως νέος συνάδελφος, να δείχνετε περισσότερο σεβασμό σε έναν παλιότερο συνάδελφο. Αλλά, τι περιμένει κανείς από ένα άνθρωπο που θέλει να λέγεται εκπαιδευτικός και αναπτύσσει φιλίες με τους μαθητές του»;

«Τελικά, είσαι πολύ μαλάκας, κύριε Παπαδόπουλε».

«Θα σας κάνω αναφορά κύριε. Θα σας στείλω από κει που ήρθατε».

Μέσα στην ένταση του διαλόγου, κανείς δεν πρόσεξε το Διευθυντή του Λυκείου που, ακούγοντας τις φωνές, μπήκε στο γραφείο των καθηγητών και παρακολούθησε τη συζήτηση που πραγματοποιήθηκε, καθισμένος σε μια καρέκλα στο πίσω μέρος της αίθουσας. Μετά τις τελευταίες φράσεις των δύο καθηγητών, σηκώθηκε απότομα και με πολύ θυμωμένο ύφος φώναξε:

«Αντωνίου και Παπαδόπουλος στο γραφείο μου. Οι υπόλοιποι στα μαθήματά σας».

Με το Διευθυντή μπροστά και τους δύο καθηγητές να ακολουθούν, μπήκαν στο γραφείο του πρώτου, ο οποίος έκλεισε την πόρτα και κάθισε στην καρέκλα του.

«Θα έπρεπε να ντρέπεστε κύριε Αντωνίου. Η φρασεολογία σας είναι για το πεζοδρόμιο και όχι για το σχολείο. Σήμερα κιόλας θα σας κάνω αναφορά για ανάρμοστη συμπεριφορά, εξύβριση συναδέλφου και διατάραξη της σχολικής γαλήνης και θα τη στείλω στη Διεύθυνση, ζητώντας να απομακρυνθείτε από το σχολείο αλλά και από το χώρο της εκπαίδευσης γενικότερα».

«Εννοείτε ότι θα εισηγηθείτε την απόλυσή μου;»

«Ακριβώς! Εσείς τι λέτε κύριε Παπαδόπουλε; Θα προχωρήσετε σε καταγγελία;»

«Νομίζω κύριε Διευθυντά πως ο νέος συνάδελφος ξεπέρασε τα όρια και έχουμε υποχρέωση να προστατεύσουμε τους μαθητές από καθηγητές όπως αυτός. Άλλωστε δεν φαίνεται να μετάνιωσε ο συνάδελφος για όσα είπε. Δεν ξέρω! Αν αναγνωρίσει το λάθος του και ζητήσει συγνώμη, ίσως και να αλλάξω γνώμη».

«Δε μετανιώνω για τίποτα. Είστε και οι δύο νεκροθάφτες των σχολείων και ειδικοί στο να καταστρέφετε παιδικά όνειρα και ψυχές. Κάντε ότι θέλετε. Πάντως από μένα, δήλωση μετανοίας δεν θα έχετε. Φεύγω τώρα και πάω στο μάθημά μου. Έχω μάθημα στο Β2. Οι μαθητές μου θα περιμένουν και δεν αξίζει για εσάς τους δύο να τους κλέβω το χρόνο».

Μπαίνοντας στην αίθουσα, αφού πήγε πρώτα και έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του, βρήκε τους μαθητές του να κάθονται αμίλητοι στις θέσεις τους με το βλέμμα τους καρφωμένο στο πρόσωπό του και ειδικότερα στα χείλη του. Κρυφακούγοντας τόσο έξω από το γραφείο των καθηγητών όσο και έξω από το γραφείο του Διευθυντή, ήξεραν τι είχε συμβεί. Τα νέα διαδόθηκαν γρήγορα: «Θέλουν να απολύσουν τον Αντωνίου γιατί υπερασπίστηκε τη Μαρία και είπε ¨μαλάκα¨ το μαλάκα».

Η Μαρία, μίλησε πρώτη.

«Κύριε, μάθαμε τι έγινε και αισθάνομαι άσχημα γιατί εγώ έγινα η αιτία να κινδυνεύετε να χάσετε τη δουλειά σας. Θα πάω να πω στο Διευθυντή να διώξουν εμένα από το σχολείο και όχι εσάς, γιατί φταίω και όχι εσείς».

Ο καθηγητής, ακούμπησε στην έδρα και χαμογέλασε με πίκρα.

«Δεν φταις εσύ Μαρία. Το συγκεκριμένο περιστατικό ήταν μόνο η αφορμή. Από την πρώτη στιγμή δεν με σήκωνε το κλίμα. Ίσως να είναι καλύτερα το να απολυθώ».

«Τι λέτε κύριε; Θα τους κάνετε τη χάρη να απολυθείτε χωρίς μάχη; Εγώ λέω πως πρέπει κι εμείς οι μαθητές να κάνουμε κάτι. Να μην τους αφήσουμε να προχωρήσουν», είπε ένας μαθητής από τα πίσω θρανία.

«Όχι παιδιά, εσείς δεν θέλω να ανακατευτείτε. Αυτή είναι μια προσωπική μου υπόθεση. Τέλος πάντων, θα δω τι θα κάνω».

Είχε ήδη περάσει η ώρα και το κουδούνι του διαλείμματος διέκοψε την κουβέντα.

Οι μέρες που ακολούθησαν μύριζαν μπαρούτι. Οι μαθητές κάτι σχεδίαζαν, οι υπόλοιποι καθηγητές είχαν χωριστεί σε δύο στρατόπεδα και οι συζητήσεις έδιναν κι έπαιρναν, αλλά μόνο μέχρι εκεί.

Κάποιες φορές, ο Γυμναστής του Λυκείου, ένας ντόπιος που γνώριζε τα πράγματα, πλησίαζε το Χημικό και έπιανε κουβέντα μαζί του.

«Καλά, αν σε απολύσουν τι θα κάνεις; Μαθαίνω ότι από τη Διεύθυνση το προχωράνε γρήγορα το θέμα σου».

«Δεν θα τους δώσω την ευχαρίστηση να με απολύσουν. Θα παραιτηθώ και θα γυρίσω πίσω στο χωριό μου».

Πολύ σύντομα, πρωτοφανές για τη γραφειοκρατική διοίκηση της χώρας, η υπόθεση της απόλυσης του εκπαιδευτικού προχώρησε πολύ γρήγορα.

Ήταν Δευτέρα, όταν ο Διευθυντής με ύφος πρωθυπουργού και πάνω, μπήκε στο γραφείο των καθηγητών για να ανακοινώσει ότι από το υπουργείο ήρθε η απόφαση που έθετε σε διαθεσιμότητα τον Αντωνίου με το ερώτημα της οριστικής παύσης. Ο ίδιος ο Αντωνίου απουσίαζε. Μπήκε όταν ο Διευθυντής τελείωνε την ανακοίνωσή του.

«Ελάτε κύριε Αντωνίου. Για σας μιλούσα. Ήρθε η απόφαση του υπουργείου. Διάθεση με ερώτημα για οριστική παύση».

«Δεν με αφορά το θέμα κύριε. Έχω πάρει τις αποφάσεις μου. Φεύγω αύριο κιόλας από το νησί. Ήρθα μόνο να πάρω τα πράγματά μου και να αποχαιρετήσω τους συναδέλφους και τους μαθητές μου», είπε ο Χημικός και κινήθηκε προς το μέρος των συναδέλφων τους οποίους και χαιρέτησε έναν-έναν. Χαιρέτησε και τον Μαθηματικό ο οποίος με σκυμμένο το κεφάλι και μεγάλη δυσκολία του έδωσε το χέρι.

«Τώρα που παραιτήθηκα, αισθάνομαι την ανάγκη να σου ζητήσω συγνώμη για το ¨μαλάκας¨, αλλά δήλωση μετανοίας δεν θα έκανα ποτέ».

Βγήκε από το γραφείο και κατευθύνθηκε στο προαύλιο. Πήγε στη «γωνιά» της Μαρίας. Τη βρήκε να ζωγραφίζει παρέα με το Σβούρα. Της ανακοίνωσε με λίγα λόγια την απόφασή του και έφυγε με γρήγορο βηματισμό.

Την άλλη μέρα στο λιμάνι, από νωρίς οι μαθητές είχαν συγκεντρωθεί στην προβλήτα. Σε λίγο έφτασε και ο Χημικός κουβαλώντας δύο μικρές βαλίτσες.

Η Μαρία έτρεξε κοντά του και του έδωσε ένα σχέδιο με μια ζωγραφιά. Πρόλαβε να διαβάσει τον τίτλο: «Όμορφα όνειρα σε λαβωμένες ψυχές». Οι άνθρωποι τριγύρω άκουγαν απορημένοι τους μαθητές να φωνάζουν  δακρυσμένοι προς τον καθηγητή τους που έμπαινε στο πλοίο:

«Δάσκαλε, θα μας λείψεις. Δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ!»

Δακρυσμένος και ο ίδιος, έβαλε με γρήγορες κινήσεις το σχέδιο της Μαρίας στην τσέπη του και χάθηκε μέσα στο χώρο του πλοίου.

Πέρασαν αρκετά χρόνια. Ο Χημικός είχε επιστρέψει στο χωριό του και ασχολιόταν με τα χωράφια. Παράλληλα, σε ένα χώρο που διαμόρφωσε στο σπίτι του έκανε μαθήματα σε παιδιά του χωριού, χωρίς να παίρνει χρήματα.

Τηλεόραση, απέφευγε να βλέπει, όμως εκείνο το βράδυ την άνοιξε για να ακούσει την πρόγνωση του καιρού μετά το δελτίο ειδήσεων.

«Το βραβείο του πρωτοεμφανιζόμενου ζωγράφου το κέρδισε η Μαρία Σάντου για το έργο της με τίτλο ¨Όμορφα όνειρα σε λαβωμένες ψυχές¨. Το βραβείο συνοδεύεται από ολική υποτροφία για ανάλογες σπουδές στο Παρίσι».

Χωρίς να το καταλάβει, άνοιξε την πόρτα και κοιτάζοντας προς το νότο φώναξε σχίζοντας τη σιωπή της νύχτας.

«Μπράβο Μαρία! Μπράβο παιδί μου…»

Δεν μπόρεσε να συνεχίζει γιατί η φωνή του πνίγηκε στα δάκρυά του.

Δάκρυα χαράς και ελπίδας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το μεγαλείο της ψυχής δε χρειάζεται γερά πόδια

Το μεγαλείο της ψυχής δε χρειάζεται γερά πόδια

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

 

Η ώρα είχε πάει 8 και σε λίγη ώρα θα χτυπούσε το κουδούνι. Τα περισσότερα παιδιά βρίσκονταν ήδη στο προαύλιο του μικρού τετραθέσιου δημοτικού σχολείου του χωριού.

Έξω από την πόρτα του σχολείου φτάνει και ο μικρός Γιώργος με τον πατέρα του. Εκείνος, του δίνει την τσάντα και του λέει: «Λοιπόν Γιωργάκη όπως είπαμε. Να προσέχεις τη δασκάλα σου, να μη μιλάς μέσα στην τάξη και στο διάλειμμα να κάνεις παρέα με όλα τα παιδάκια. Όχι μόνο με τον Τάσο. Είπαμε, ο Τάσος δεν μπορεί να τρέξει και να παίξει ποδόσφαιρο. Δεν χρειάζεται να χάνεις το παιχνίδι σου για τον Τάσο».

Ο μικρός, κούνησε το κεφάλι του και μπήκε μέσα στο προαύλιο. Οι συμμαθητές του έτρεξαν να τον συναντήσουν. Τον περικύκλωσαν και άρχισαν να μιλάνε φωναχτά για όσα πέρασαν το προηγούμενο απόγευμα.

Μόνο ένα παιδάκι, ξανθό, αδύνατο με μεγάλα καστανά μάτια και μακριά σγουρά μαλλιά δεν έτρεξε κοντά στο Γιωργάκη. Καθισμένο μονάχο του στο πεζούλι της αυλής κοιτούσε τα υπόλοιπα παιδιά χαμογελώντας λες και βρισκόταν εκεί μαζί τους.

Ο  Τάσος, αυτό ήταν το όνομα του μοναχικού παιδιού, ήθελε πολύ να τρέξει δίπλα στο συμμαθητή του. Μόνο η ψυχούλα του ήξερε πόσο πολύ το ήθελε.

Όμως, τα πόδια του δεν τον βοηθούσαν να ικανοποιήσει την ψυχή του. Ένα πρόβλημα κινητικό που είχε από τη γέννησή του τον υποχρέωνε να βαδίζει με δυσκολία. Για τρέξιμο, ούτε λόγος να γίνεται.

Το επίσημο χαρτί που έφερε η μητέρα του στη Διευθύντρια του σχολείου έκανε λόγο και για μία κινητική υστέρηση που ήταν η αιτία, ο Τάσος να κινείται με δυσκολία αλλά δεν τον εμπόδιζε σε τίποτα, να διαβάζει, να γράφει και να μιλάει με αρκετά μεγάλη ευχέρεια.

Καταλάβαινε τα πάντα από όλα όσα του έλεγαν μα κυρίως η καρδιά του ήταν γεμάτη από όμορφα συναισθήματα και απέραντη καλοσύνη.

Τι κι αν μερικά παιδιά κάποιες φορές τον κορόιδευαν που δεν μπορούσε να παίζει μαζί τους ποδόσφαιρο; Για κείνον, ήταν αρκετό να τους βλέπει και να χαίρεται βλέποντάς τους να παίζουν και να διασκεδάζουν. Πολλές φορές καθόταν στην άκρη και έκανε το διαιτητή.

Ούτε κράτησε κακία στη δασκάλα του όταν την άκουσε να συζητάει με κάποιους γονείς που της ζητούσαν να κάνει κάτι για να φύγει ο ίδιος από το σχολείο και να πάει σε κάποιο που είναι ειδικό για «καθυστερημένα» ώστε να μη μένουν πίσω τα υπόλοιπα «φυσιολογικά» παιδιά.

«Αν περνούσε από το χέρι μου θα το έκανα όμως δεν μπορώ να υποχρεώσω τους γονείς του αν δεν θέλουν να το στείλουν σε ειδικό σχολείο. Άλλωστε δεν υπάρχει στην πόλη μας τέτοιο σχολείο. Πρέπει να πάει στη διπλανή πόλη. Βέβαια δεν είναι από τις βαριές περιπτώσεις, αλλά όπως να το κάνεις φρενάρει όλη την τάξη. Ακόμη και στη γυμναστική και τη μουσική η παρουσία του δημιουργεί εμπόδια».

«Να φανταστείτε», συνέχισε η δασκάλα «οι γονείς του έχουν την απαίτηση να τον πάρουμε μαζί μας στην εκδρομή που θα πάμε στο ποτάμι. Εγώ προσωπικά, δεν αναλαμβάνω την ευθύνη να τον συνοδεύσω. Θα πρέπει να έχω την προσοχή μου μόνο σ’ εκείνον. Τα υπόλοιπα παιδιά τι θα γίνουν; Δεν ξέρω τελικά τι θα αποφασίσει ο σύλλογος , πάντως εγώ εξέφρασα την αντίθεσή μου».

Η αλήθεια είναι πως ο Τασούλης στεναχωρήθηκε με την ιδέα πως δεν θα πήγαινε εκδρομή στο ποτάμι μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά. Την περίμενε πως και πως αυτή την εκδρομή. Είχε ξαναπάει στο ποτάμι με τους γονείς του και του άρεσε.

Του άρεσε να βλέπει το νερό να κυλάει, να τρέχει, όπως εκείνος δεν μπορούσε να κάνει με τα πόδια του. Γι’ αυτό έτρεχε με τη φαντασία του. Το μυαλό του «κυλούσε» στις όχθες της ζωής που θα ήθελε να κάνει μεγαλώνοντας.

Ήθελε να γίνει γιατρός κι ας ήξερε πως ήταν πολύ δύσκολο, για να βοηθήσει παιδιά που θα έχουν το δικό του ή παρόμοιο πρόβλημα, αν όχι να γίνουν καλά, τουλάχιστον να ζουν ευτυχισμένα.

Το κουδούνι χτύπησε και ο μικρός Τάσος με μικρά και επίπονα βήματα έφτασε στην αίθουσα και κατευθύνθηκε στο θρανίο του. Η τσάντα που κουβαλούσε στην πλάτη του, δυσκόλευε την προσπάθειά του, μα πιο πολύ τον βάραινε το γεγονός ότι ο καλύτερός του φίλος, ο Γιώργος, δεν του είχε πει μέχρι τότε ούτε μία κουβέντα. Άλλες φορές, ήταν ο πρώτος που καλημέριζε και πάντα τον βοηθούσε κουβαλώντας την τσάντα του μέχρι την αίθουσα. Όχι πως είχε ανάγκη το κουβάλημα, αλλά, να, τον άφηνε να το κάνει γιατί έτσι τον αισθανόταν περισσότερο φίλο του.

«Όταν θα γίνω καλά και θα μπορώ να περπατάω όπως εσύ, δεν θα σ’ αφήσω να κουβαλήσεις ποτέ και καμία τσάντα στη ζωή σου» είπε ένα πρωινό στο φίλο του καθώς πήγαιναν μαζί προς την αίθουσα.

Ο Τάσος ανησύχησε ακόμη περισσότερο όταν είδε πως ο Γιώργος δεν τον πλησίασε σε κανένα από τα διαλείμματα και στο σχόλασμα ούτε καν τον χαιρέτισε.

Γυρνώντας στο σπίτι, δεν μπόρεσε να κρύψει τη θλίψη του. Η Μητέρα του τον πλησίασε και τον ρώτησε τι τον απασχολούσε. Όταν της εξήγησε, εκείνη του υποσχέθηκε πως θα φροντίσει να πάει στην εκδρομή. Στην ανάγκη θα τον συνόδευε η ίδια ή ο πατέρας του. Όσο για τη συμπεριφορά του φίλου του, απλά του είπε να μην βιάζεται να βγάζει συμπεράσματα και να μην περιμένει από τους άλλους περισσότερα από όσα μπορούν να δώσουν.

Το τελευταίο, δεν το κατάλαβε γιατί πίστευε πως οι φίλοι επιβάλλεται να δίνουν μεταξύ τους περισσότερα από όσα μπορούν, αλλιώς, δεν είναι φίλοι.

Την επόμενη μέρα, η μητέρα του Τάσου, επικοινώνησε με τη διευθύντρια του σχολείου και της δήλωσε πως είναι πρόθυμη να συνοδεύσει το γιο της στην εκδρομή, απαλλάσσοντας έτσι και τους δασκάλους από το άγχος του να έχουν συνεχώς το νου τους στον Τάσο.

Επιτέλους, η μέρα της εκδρομής έφτασε. Όλοι οι μαθητές επιβιβάστηκαν στο λεωφορείο και μετά από δύο ώρες έφτασαν στον προορισμό τους.

Τα παιδιά με τους δασκάλους κατευθύνθηκαν στον τελικό τους προορισμό. Το τοπίο ήταν κάτι παραπάνω από μαγευτικό, καθώς η Άνοιξη δεν κράτησε κανένα χρώμα στην παλέτα της. Τα σκόρπισε όλα σε τούτο το μέρος.

Ο Τάσος θα ήταν τρισευτυχισμένος αν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ο φίλος του ο Γιώργος, του είχε πει έστω και μια κουβέντα. Όχι μόνο κουβέντα, αλλά ούτε μια ματιά δεν του έριξε.

Οι δάσκαλοι, άφησαν τα παιδιά να παίξουν στο γύρω χώρο αφού πρώτα τους απαγόρεψαν να πλησιάσουν στο ποτάμι, και κατευθύνθηκαν στο καφενεδάκι που βρισκόταν λίγα μέτρα πιο πέρα. Από κει, θα μπορούσαν να βλέπουν και τα παιδιά και να τρέξουν, αν προέκυπτε κάτι. Τους δασκάλους, ακολούθησε και η μητέρα του Τάσου. Εκείνος, προτίμησε να κάτσει κάτω στα χόρτα σε ένα σημείο που μπορούσε να βλέπει το νερό να κυλάει στο ποτάμι.

Χάζευε με τις πεταλούδες και ζήλευε τις ιτιές που μπορούσαν, όποτε ήθελαν, να σκύβουν και να δροσίζονται με το νερό του ποταμού.

Μερικά παιδιά, ανάμεσά τους κι ο Γιώργος, κάνοντας έναν μικρό κύκλο, βρέθηκαν πίσω από μια συστάδα θάμνων που τους έκρυβε από τα μάτια των δασκάλων.

«Να κατεβούμε λίγο στο ποτάμι;», ρώτησε ένα παιδί.

«Εγώ δεν κατεβαίνω», είπε ο Γιώργος.

«Ας πάμε τουλάχιστον λίγο πιο κάτω», πρόσθεσε ένα άλλο.

Ο Γιώργος συμφώνησε και τα παιδιά, άρχισαν να κατεβαίνουν με προσοχή.

Ο Τασούλης, από το μέρος που καθόταν, τους έβλεπε και σηκώθηκε να πάει να τους συναντήσει.

Καθώς πλησίασε αρκετά, άκουσε φωνές και κατάλαβε ότι κάτι έτρεχε. Μόλις έφτασε στο μέρος των παιδιών τα είδε να προσπαθούν, πιασμένα χέρι-χέρι και δημιουργώντας αλυσίδα, να τραβήξουν το φίλο του το Γιώργο που βρισκόταν μέσα στο ποτάμι και προσπαθούσε, απεγνωσμένα να σκαρφαλώσει προς τα πάνω.

Ένα παιδί δεν άντεξε και το χέρι του ξέφυγε από την αλυσίδα. Ο Γιώργος βρέθηκε μέσα στο ποτάμι με το χέρι απλωμένο να ζητάει βοήθεια. Τα παιδιά τα έχασαν και μερικά έτρεξαν να φωνάξουν τους δασκάλους οι οποίοι ήδη είχαν αντιληφθεί ότι κάτι τρέχει και κατευθύνονταν προς το σημείο του ατυχήματος.

Ο Τασούλης, χωρίς να τον έχει προσέξει κανείς, έσυρε σιγά-σιγά το κορμί του και έφτασε στο νερό. Έπιασε με το ένα του χέρι, το χέρι του αγαπημένου του φίλου και βάζοντας το ένα του πόδι κόντρα στον κορμό μιας ιτιάς, άρχισε να τον τραβάει προς τα έξω. Είχε δύναμη στα χέρια ο Τασούλης, μα περισσότερη δύναμη είχε στην ψυχούλα του. Κατάφερε να τραβήξει το Γιώργο έξω. Το μόνο που πρόλαβε να δει ήταν τα μάτια του φίλου του να τον κοιτάζουν δακρυσμένα πριν τον αρπάξουν οι δάσκαλοι κι εκείνον η μητέρα του.

«Γιατί Τάσο δεν ζήτησες βοήθεια; Θα μπορούσατε να πνιγείτε και οι δύο. Αχ, βρε Τάσο. Δεν πειράζει. Φτάνει που είστε και οι δύο καλά. Μη μου το ξανακάνεις όμως αυτό, εντάξει;».

Ο Τάσος δεν είπε κουβέντα. Κούνησε μόνο καταφατικά το κεφάλι και με τη βοήθεια της μητέρας του έφτασε στο μικρό καφενεδάκι.

Όλοι έτρεξαν να τον αγκαλιάσουν και να του πουν ένα «μπράβο». Όλοι, εκτός από τη δασκάλα που δεν τον ήθελε μαζί της στην εκδρομή.

Εκείνος σηκώθηκε και πλησίασε προς τη δασκάλα που βρισκόταν πιο πέρα και προσπαθούσε με το μπουφάν της να ζεστάνει το Γιώργο που ήταν μούσκεμα.

«Βλέπετε κυρία; Κάποια πράγματα μπορούν να τα κάνουν κι εκείνοι που δεν έχουν και τόσο γερά πόδια», είπε στη δασκάλα και έστριψε για να φύγει.

«Σ’ ευχαριστώ και με συγχωρείς», άκουσε το Γιώργο να λέει με τρεμάμενη φωνή.

Κοντοστάθηκε για λίγο και γύρισε πίσω το κεφάλι του. Είδε τη δασκάλα, να στέκεται αμίλητη με χαμηλωμένο το κεφάλι και τον φίλο του να τον κοιτάζει στα μάτια.

«Κι εσύ το ίδιο θα έκανες για μένα. Το ξέρουμε και οι δύο αυτό. Έτσι δεν είναι; Πες στον μπαμπά σου να μην ανησυχεί. Όσο για μένα, θα περιμένω λίγα χρόνια μέχρι να μεγαλώσεις. Ελπίζω να μη με ξεχάσεις. Τα λέμε τότε», είπε ο Τάσος και γύρισε στη μητέρα του.

Με το Γιώργο δεν ξαναέκαναν παρέα όσο ήταν στο σχολείο. Μετά οι δρόμοι τους χώρισαν.

Κανείς δεν ξέρει το τι απέγιναν τα δύο παιδιά. Κάποιοι, μετά από χρόνια είπαν, πως ο πατέρας του Γιώργου, μετά από ένα τροχαίο, μπόρεσε και περπάτησε χάρη σε κάποιον γιατρό που τον χειρούργησε. Δεν ήξεραν το όνομά του. Το μόνο που έμαθαν ήταν πως δεν είχε και τόσο γερά πόδια…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Να φύγει, να πάει στα ΕΠΑΛ

Να φύγει, να πάει στα ΕΠΑΛ

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Άλλο ένα βράδυ θα περάσει μάλλον δύσκολα όπως και τα προηγούμενα βράδια εδώ και ένα μήνα.

Βλέπεις, η μάχη που γίνεται μέσα μου ανάμεσα σε μένα και τον εαυτό μου δεν έχει λήξει ακόμη κι απ’ότι φαίνεται δεν θα λήξει ούτε απόψε.

Είναι κι εκείνες οι απόψεις που ακούω κατά καιρούς, που λένε πως δεν μπορούν και δεν πρέπει να γίνουν όλοι επιστήμονες, οι οποίες με δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο στο να καταλήξω ποιο είναι το σωστό για το μαθητή μου.

Και κάποιες άλλες που λένε πως με «καμένα χαρτιά» δεν πρέπει να ασχολούμαστε γιατί αποβαίνει εις βάρος των «καλών» μαθητών.

Ξέρετε, είναι από εκείνους τους μαθητές που κάθονται κάπου σε μια άκρη στα τελευταία θρανία και προσπαθούν να κρυφτούν από τη ματιά μου.

Κι όμως πολλές φορές έπιασα τον εαυτό μου να με βολεύει αυτό το κρύψιμο. Μπορούσα έτσι, κάνοντας πως δεν τον είδα, να συνεχίσω το μάθημά μου χωρίς εκείνον, να αγορεύω και να υπαγορεύω για τους άλλους και όχι για κείνον.

Κι έρχομαι μετά εγώ ο άλλος για να μου θυμίσω τη συνάντηση με τον πατέρα του.

«Ρίξτου και καμιά σφαλιάρα δάσκαλε. Από μένα έχεις το ελεύθερο». Η δόλια η μάνα του στεκόταν παραδίπλα βουρκωμένη.

Μου’ρθε να του ορμήσω όμως τότε σε τι θα διέφερα από εκείνον;

«Σας παρακαλώ πολύ» του είπα, «Τι είναι αυτά που λέτε; Ούτε τα ζώα δεν έχουν τέτοιες συμπεριφορές. Ο άνθρωπος αφήνει πίσω του τα ζωώδη ένστικτα, δεν επιστρέφει σ’αυτά».

Ώστε έτσι λοιπόν. «Σφαλιάρα» από τη μία «καμένα χαρτιά» από την άλλη. Οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Όποιος μαθητής ξεφεύγει από το τυπικό πλαίσιο συμπεριφοράς και απόδοσης που μάθαμε και που μας βολεύει, πρέπει να εξοστρακίζεται.

«Να φύγει, να πάει στα ΕΠΑΛ. Εκεί τουλάχιστον θα πάρει ένα απολυτήριο». Ποιος τα λέει αυτά; Ο ίδιος που ισχυρίστηκε λίγο πριν πως είναι καλύτερο «αυτά» τα παιδιά να μαθαίνουν μία τέχνη. Ο ίδιος που κάποια άλλη φορά χλεύασε τον υδραυλικό γιατί δεν ήξερε να μιλάει σωστά. Αγράμματο τον αποκάλεσε συμπληρώνοντας: «Τι περιμένεις; Το ΕΠΑΛ τελείωσε κι αυτό με το ζόρι».

Το χειρότερο απ’όλα είναι πως τελικά αυτά τα παιδιά συνηθίζουν, γιατί είναι βολικό και για τα ίδια, στην ιδέα πως δεν τα καταφέρνουν, δεν αξίζουν για κάτι καλύτερο, δεν είναι δα και τα πιο έξυπνα οπότε καλύτερα να πάνε με την «πλέμπα». Τι τις θέλουν τις σπουδές και άλλα τέτοια μεγαλεία; Κι έτσι αποδέχονται την ανημποριά και τη δουλικότητα. Χωρίς αυτοεκτίμηση κι αξιοπρέπεια γίνονται οι καλύτεροι συνεχιστές της αδικίας του συστήματος που και οι ίδιοι βιώνουν. Δεν θα διεκδικήσουν, δεν θα αμφισβητήσουν, δεν θα αντιδράσουν.

Κι επανέρχεται ο εαυτός μου δριμύτερος και μου θυμίζει ότι ο μαθητής αυτός είναι αγενής, καθυστερεί στο μάθημά μου, μιλάει και πετάει χαρτάκια την ώρα του μαθήματός μου και δεν επιτρέπει και στους άλλους μαθητές να παρακολουθήσουν. Του μίλησα ιδιαιτέρως, τον απέβαλλα από την τάξη, τον έστειλα στο διευθυντή, κάλεσα τους γονείς του-εντάξει δεν είχε και το καλύτερο αποτέλεσμα-του ξαναμίλησα, αλλά αυτός τίποτα. Αρνείται να γράψει, να διαβάσει και γενικά να μου δείξει ότι το προσπαθεί. Κι εγώ πόση υπομονή να δείξω; Σάμπως δεν έχω κι εγώ τα δικά μου; Δεν έχω κι εγώ παιδιά με ανάγκες και προβλήματα; Τι να πρωτοθυμηθώ; Δάνεια, εφορία, υποχρεώσεις για τα παιδιά που σπουδάζουν. Και που σπουδάζουν τι θα καταφέρουν; Άνεργα θα μείνουν. Έτσι βιώνω άλλη μία προσωπική ήττα.

Μετά θυμάμαι πως αν ο μαθητής αυτός και δυο τρεις ακόμη πάνε στα ΕΠΑΛ, θα λιγοστέψουν τα τμήματα θα έχω πρόβλημα με τις ώρες. Δεν θα συμπληρώνω ωράριο και θα πρέπει να πάω και σε άλλο σχολείο. Να πάρει η ευχή. Δεν είναι καλό αυτό. Μεταξύ μας, ούτε και τόσο έντιμο είναι που το σκέφτηκα…

Ναι αλλά τότε για ποιους μαθητές πάω στο σχολείο; Μόνο για τους «καλούς»; Και θα εύχομαι να είναι όλοι τους «καλά» παιδιά, να διαβάζουν, να μην δημιουργούν προβλήματα, να σέβονται-λες κι ο σεβασμός πουλιέται στη λαϊκή με το κιλό-να προσπαθούν και να κάνουν, τέλος πάντων, ότι χρειάζεται για να έχω το κεφάλι μου ήσυχο;

Όμως, αν οι παραπάνω ευχές πραγματοποιηθούν τότε μάλλον δεν με χρειάζονται. Τις γνώσεις μπορούν να τις βρουν και στο ίντερνετ.

Καληνύχτα εαυτέ μου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Τα καλοκαίρια που τολμήσαμε

Τα καλοκαίρια που τολμήσαμε

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Τελευταία μέρα σχολείου, τελευταίο μάθημα, τελευταία ώρα.

Καλό καλοκαίρι παιδιά, καλές διακοπές.”

Τι σου είναι όμως το μυαλό!

Στην ίδια ευχή ήρθε και ξαπόστασε το άτιμο και με γύρισε πίσω στα δικά μου μαθητικά χρόνια. Τότε που το κουδούνι ήταν χειροκίνητο και όχι ηλεκτρικό.

Όλη η παλιοπαρέα έτοιμη για παιχνίδι ατελείωτο μα και για δουλειά στα χωράφια όταν χρειαζόταν. Και βέβαια δεν ξεχνούσαμε την απαραίτητη “συγκομιδή”.

Πρώτα περνούσαμε από τη γιαγιά τη Γιώργαινα. Μια γιαγιά καλοσυνάτη και δοτική.

Γιαγιά να πάρουμε λίγα κορόμηλα;”

Όσα θέλετε παιδιά μου. Πάρτε και αχλάδια. Μόνο αφήστε λίγα και σε μένα γιατί τα ρημάδια τα ποδάρια δεν μ’ αφήνουν να πάω να τα μαζέψω”.

Γεμίζαμε τα σουρκόφια μας και της τα πηγαίναμε. Κρατούσαμε δυο-τρία ο καθένας μας και τα υπόλοιπα της τα αφήναμε.

Τι να τα κάνω τόσα πολλά παιδιά μου; Σάματις έχω και δόντια να τα φάω;”

Μετά κοιταζόμασταν συνωμοτικά και πηγαίναμε για το σπίτι του κυρ-Θόδωρου. Ήταν ο πλούσιος του χωριού. Κανείς μας δεν τον είδε ποτέ να δουλεύει. Είχε βρει λίρες, κατοχικές τις έλεγαν στο καφενείο, αλλά εμείς δεν ξέραμε τι σημαίνει. Αγόρασε χωράφια πολλά και δάνειζε στους συγχωριανούς. Όσοι δεν μπορούσαν να ξεχρεώσουν τους έπαιρνε το χωράφι και μετά τους έβαζε να δουλεύουν για κείνον.

Τοκογλύφο” τον έλεγαν πίσω από την πλάτη του αλλά και κατάμουτρα μερικοί που τσακώνονταν μαζί του όταν τους ζητούσε πίσω τα δανεικά και τα πανωτόκια.

Βουρ για του τοκογλύφου λοιπόν. Το σπίτι του ήταν μεγάλο με μάντρα γύρω-γύρω και μέσα δυο σκυλιά μαύρα. Το ένα το’ χε δεμένο και γάβγιζε ακόμα και τη μύγα που πετούσε. Το άλλο, ο Μάρκος, ήταν κι αυτό ζόρικο μα εμείς το κάναμε φίλο. Του δίναμε νερό και κανένα κόκκαλο που και που.

Του ζητήσαμε του τοκογλύφου να μας αφήσει να κόψουμε λίγα φρούτα που ήταν γεμάτος ο κήπος του αλλά μας διαολόστειλε. Θα μας κόψει τα πόδια, είπε, αν τολμήσουμε και αγγίξουμε έστω και ένα φρούτο.

Κι όμως τολμήσαμε.

Με το που έφυγε για την πόλη πηδήσαμε τη μάντρα, πετάξαμε στο Μάρκο ένα κόκκαλο και δεν έμεινε φρούτο για φρούτο στα δέντρα. Λες και πέρασαν ακρίδες.

Το άλλο το θηρίο αλυχτούσε κι έλεγες θα φάει την αλυσίδα. Φεύγοντας του αφήσαμε λίγα “λάφυρα” στην πόρτα του σπιτιού του έτσι για να τον τσιγκλίσουμε.

Όχι μόνο τολμήσαμε αλλά το κάναμε κιόλας.

Μόνο εγκεφαλικό δεν έπαθε ο τσιφούτης. Έβριζε και κλωτσούσε ότι έβρισκε μπροστά του. Το λυσσασμένο σκυλί μάζεψε τις περισσότερες.

Ρε σεις, γιατί δεν πάμε στου παπά να του ζητήσουμε;” τους λέω μια μέρα.

Σιγά μη μας δώσει.”

Θα μας δώσει. Του Χριστού είναι. Δεν θυμάσαι στα θρησκευτικά που έλεγε ο Χριστός όποιος έχει δύο χιτώνες να δίνει τον έναν;”

Για χιτώνες έλεγε όχι για φρούτα”.

Πήγαμε λοιπόν στον παπά. Το και το του λέω.

Θα σας έδινα αλλά θα’ ρθει η αγγόνα μου από την πόλη τα θέλω για κείνη”.

Και ο Χριστός με τους δύο χιτώνες;”, του λέω!

Άλλο χιτώνες κι άλλο φρούτα”, μου απαντάει.

Το είπα. Δεν το είπα;” πετάχτηκε θριαμβευτικά ο φίλος μου.

Μου ‘ρθε ο ουρανός σφοντύλι. Καλά ο τοκογλύφος ήταν άνθρωπος του χρήματος, ο παππάς όμως; Άνθρωπος του θεού σου λέει μετά. Από τότε δεν ξαναμπήκα στην εκκλησία. Μόνο απ’ έξω περνούσα και χάζευα τα λελέκια στο καμπαναριό.

Τα βράδια όλη η παρέα μαζευόμασταν στον φτελιά της πλατείας κάτω από τ’ αστέρια, βγάζαμε τα όνειρα από τι ψυχές μας και τα στρώναμε χάμω.

Όλοι θα γινόμασταν σπουδαίοι και τρανοί. Δάσκαλοι, γιατροί, αγρότες, μηχανουργοί, αεροπόροι, ταχυδρόμοι… Δώσαμε όρκο να μη γίνει κανένας μας “τοκογλύφος” και παπάς. Μόνο δύο έμειναν στο χωριό. Οι υπόλοιποι όλοι φευγάτοι. ”Ένεκα η εσωτερική και εξωτερική μετανάστευσις” που ‘λεγε κι ο πρόεδρος του χωριού.

Κάποιοι ξανασμίξαμε κάτω από τα ίδια πανό διεκδικώντας τους “καρπούς” που μας στέρησαν στα χρόνια που ακολούθησαν κυνηγώντας με πάθος τα όνειρά μας.

Οι τοκογλύφοι ονομάστηκαν και τραπεζίτες, η εκκλησία απέκτησε ηλεκτρονική πλατφόρμα για να τα καταφέρνει καλύτερα με τους χιτώνες και ο αγώνας για δίκαιη μοιρασιά των φρούτων συνεχίζεται χωρίς σταματημό μέχρι να γκρεμιστούν όλες οι μάντρες και τα λυσσασμένα σκυλιά να εκλείψουν.

Κάποιοι, εξακολουθούν τα βράδια, κάτω από τ’ αστέρια, να βγάζουν τα όνειρα από τις ψυχές τους και να τα στρώνουν χάμω για να θυμίζουν σε όλους πως τίποτα δεν τελειώνει σαν κάνεις όνειρα και προσπαθείς να τα πραγματοποιήσεις. Φτάνει μόνο να μην αναθέσεις σε άλλους να στα υλοποιήσουν.

Φτάνει μόνο να τολμήσεις.

Η φωνή των συναδέλφων που έφευγαν από το σχολείο με επανέφερε στο τώρα.

Τι έγινε; Έπαθες τίποτα;”

Όχι κατεβαίνω. Απλά, ξεσκόνιζα κάτι αναμνήσεις καλοκαιρινές…”

 

Ετικέτες: , , , ,

Ο σχολικός διευθυντής του μέλλοντος

Ο σχολικός διευθυντής του μέλλοντος

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

– Καλημέρα σας κύριε διευθυντά.
– Καλημέρα κύριε υφιστάμενε.
– Μπορώ να σας κοιτώ στα μάτια; Το επιτρέπει ο νόμος;
– Δυστυχώς υφιστάμενε ή μάλλον ευτυχώς, δεν το επιτρέπει. Μέχρι το πηγούνι ορίζει ο νόμος κι αυτό σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Δεν φταίω εγώ υφιστάμενέ μου. Ο νόμος δεν σε θεωρεί ισάξιό μου. Εσύ μπορείς μόνο να με περιγράφεις.
Ας πούμε, πώς σου φαίνεται το καινούριο μου πουκάμισο; Νομίζω ταιριάζει τέλεια με τη γραβάτα και φυσικά το άρωμα που φοράω.
– Μπορώ να σας απαντήσω κύριε διευθυντά ή μήπως θα παρανομήσω αν το κάνω;
– Φυσικά και μπορείς υφιστάμενέ μου. Μίλα ελεύθερα, δημοκρατία έχουμε. Όμως πρόσεξε σε παρακαλώ τι θα πεις! Με την ευκαιρία, δεν θυμάμαι. Αναπληρωτής είστε ή μόνιμος;
– Για την τελευταία εγκύκλιο που μας κοινοποιήσατε ήθελα να σας ρωτήσω.
– Αγαπητέ υφιστάμενε, η εγκύκλιος είναι του υπουργείου. Εγώ απλώς σας τη μεταφέρω.
– Συμφωνείτε με το περιεχόμενό της; Ω συγνώμη, παραλίγο η ματιά μου να συναντούσε τη δική σας.
– Εννοείτε ότι συμφωνώ, αλλιώς δεν θα είχα τη θέση που έχω. Η δουλειά μου δεν είναι να διαφωνώ με τις εγκυκλίους του υπουργείου υφιστάμενέ μου αλλά να τις υλοποιώ.
Βέβαια έχω απεριόριστη ελευθερία να διαφωνήσω με το μέγεθος και τη γραμματοσειρά του κειμένου αλλά όχι με το περιεχόμενό της.
Που ακούστηκε;
Ένας καλός διευθυντής πρέπει στο εξής να είναι ένας τέλειος μάνατζερ, όπως σε μία επιχείρηση.
– Μα το σχολείο κύριε διευθυντή δεν είναι επιχείρηση.
– Δεν είναι; Και γιατί δεν είναι; Κακώς που δεν είναι. Πρέπει να γίνει. Γιατί να μη γίνει; Και προϊόν διαθέτει και εργαζόμενους και πελάτες.
– Νομίζω πως δεν είναι καθόλου έτσι.
– Έτσι ακριβώς είναι. Πάρε για παράδειγμα το δικό μου το σχολείο. Συγκρίνεται με εκείνο που βρίσκεται από την άλλη πλευρά των γραμμών; Δεν είναι καλύτερο; Όχι πες μου, δεν είναι;
– Τι εννοείτε; Σε τι είναι καλύτερο;
– Καλύτερο κτίριο, ας είναι καλά ο μπαμπάς με το χρωματοπωλείο. Καλύτερες κουρτίνες, ας είναι καλά ο μπαμπάς με το εμπορικό. Καλύτεροι πίνακες, ας είναι καλά η μαμά που δουλεύει στο Ίδρυμα Σοχράιν.
Δεν είναι τυχαίο υφιστάμενέ μου που αυτοί οι γονείς έβγαλαν τέτοια παιδιά διαμάντια.
– Τα παιδιά παντού είναι παιδιά κύριε διευθυντή. Απλώς δεν έχουν όλοι οι γονείς την ίδια οικονομική δυνατότητα και την ίδια κοινωνική επιφάνεια.
– Όχι υφιστάμενε, όχι. Υπάρχουν παιδιά και παιδιά. Είδες τα δικά μας παιδιά τη συμπεριφορά που είχαν τώρα που πήγαμε εκδρομή στην Ισπανία;
– Όχι κύριε διευθυντή δεν είδα επειδή δεν ήρθα. Αλλά ούτε όλα τα παιδιά πήγαν. Αφήστε που αν βρισκόμασταν σε άλλη περιοχή…
– Ας έρχονταν, υφιστάμενε. Ας έρχονταν. Δεν τους το απαγόρεψε κανείς. Δημοκρατία έχουμε. Δε λες ευτυχώς που δεν ήρθαν; Θα χαλούσαν την εικόνα του σχολείου. Ενώ τώρα μάλλον θα πάρουμε το πρώτο βραβείο από την περιφέρεια για την παρουσία και τη συμπεριφορά μας.
Θα γεμίσουν οι τοίχοι του σχολείου βραβεία.
Λέω να φτιάξουμε και μια αίθουσα ξεχωριστή όπως έχουν και τα μεγάλα αθλητικά σωματεία.
– Κύριε διευθυντή παραφέρεστε νομίζω. Συγνώμη και πάλι αλληθώρισε το μάτι και έφτασε στη μύτη σας.
– Φτωχέ υφιστάμενέ μου. Δεν μπορείς να καταλάβεις το όραμά μου και τα μελλοντικά μου σχέδια. Μιλάς με μάνατζερ φτωχέ μου, μιλάς με το μέλλον.
– Με το μέλλον μπορεί να μιλάω αλλά όχι του σχολείου κύριε διευθυντή μου. Αυτό δεν θα είναι το μέλλον του σχολείου όσο κι αν το επιθυμείς.
Φτωχέ διευθυντή μου! Στημένη λεμονόκουπα σε βλέπω να καταλήγεις και να λες ότι σου χρειαζόταν καημένε!

Σ.Σ

Εννοείτε ότι η ιστορία είναι φανταστική. Κάθε ομοιότητα με την πραγματικότητα είναι συμπτωματική.

 

Ετικέτες: , , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: