RSS

Category Archives: Πεζογραφήματα

Εσείς οι εμπνευστές της βιντεοσκόπησης έχετε μπει ποτέ σε τάξη; Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Εσείς οι εμπνευστές της βιντεοσκόπησης έχετε μπει ποτέ σε τάξη;

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Ο καλύτερος ουρανός που είδαμε ποτέ ήταν στην Σαμοθράκη» | «Ο ...

Είναι βέβαιο ότι όλοι εσείς που εισηγηθήκατε την βιντεοσκόπηση των μαθημάτων και την απευθείας μετάδοσή τους, ή δεν έχετε μπει ποτέ μέσα σε σχολική αίθουσα ή έχετε ξεχάσει πως είναι καθώς δεν θυμάστε πότε ήταν η τελευταία φορά που μπήκατε.

Ίσως να μεγαλώσατε με διαγωνισμούς καλλιστείων και σώου διαφόρων «ταλέντων» και νομίζετε πως το μάθημα είναι διαγωνισμός, οι μαθητές και οι εκπαιδευτικοί διαγωνιζόμενοι, εσείς οι κριτές και οι γονείς το κοινό.

Ίσως να σκέφτεστε ακόμη και να μετατρέψετε τα σχολεία σε στούντιο παραγωγής ριάλιτι για να τα κονομάτε καθώς για σας όλα είναι κονόμα, όλα είναι μπίζνες, όλα είναι έσοδα και έξοδα, όλα είναι μετρήσιμα και όλα είναι αξιολογήσιμα.

Όλα εκτός από εσάς.

Εσείς έχετε το προτέρημα να είστε ειδικοί, σαν αυτούς που τη μια μας λένε άλφα και την άλλη ωμέγα, τη μια μας λένε βάλτε μάσκα και την άλλη όχι, τη μια μας λένε πως τα παιδιά είναι διάβολοι και την άλλη αγγελούδια.

Χορτάσαμε από δαύτους, ειδικά την τελευταία δεκαετία. Με τη «βούλα» των ειδικών και τις ψήφους των «αδιάβαστων», περάσατε ένα σκασμό μνημόνια να φάνε και τα τρισέγγονά μας.

Που λέτε, δεν ξέρετε τι χάσατε που δεν μπήκατε ποτέ σε τάξη ή που την αρνηθήκατε για να γίνετε καρεκλοκένταυροι.

Είναι ζόρικη όντως, μα είναι και μοναδικής ομορφιάς.

Μπορεί να σε καταπιεί, αυτό το γνωρίζετε, μα μπορεί να σε στείλει και στα ουράνια, αυτό δεν το ζήσατε γι΄αυτό και τη μισείτε.

Δε μιλήσατε ποτέ με τα μάτια σε μαθητή σας, είτε και νιώσατε ποτέ την ευτυχία να σας ευχαριστήσει με τα μάτια κάποιος μαθητής σας.

Δεν εισπράξατε ποτέ μαθητικό χαμόγελο ως θετική αξιολόγηση που δεν συγκρίνεται με καμία αξιολόγηση κανενός αξιολογητή εσωτερικού ή εξωτερικού ή δεν ξέρω κι εγώ πως αλλιώς θα τους βαφτίσετε.

Δεν μπήκατε ποτέ σε σχολική αίθουσα με τη λαχτάρα να δώσετε ότι καλύτερο έχετε στο μυαλό και την ψυχή σας γιατί την ψυχή σας την κοστολογήσατε και την ξεπουλήσατε ως μετρήσιμο προϊόν ενώ το μυαλό σας το κάψατε με τους δείκτες, τα ποσοστά, τα κόστη και τα οικονομικά οφέλη. Τίποτα καλό δεν περίσσεψε ούτε σε μυαλό ούτε σε ψυχή.

Θέλετε να εγκαταστήσετε κάμερες, θαρρείτε πως θα το πετύχετε, για να μη στερηθεί τάχαμου, κανένα παιδί τη γνώση σε έκτακτες συνθήκες.

Ποιοι;

Εσείς που αφήνετε κάθε χρόνο χιλιάδες παιδιά χωρίς καθηγητές και δασκάλους για μήνες;

Εσείς που στοιβάξατε τους μαθητές σε τριαντάδες μέσα στις σχολικές αίθουσες;

Εσείς που έχετε να διορίσετε εκπαιδευτικούς εδώ και δέκα χρόνια;

Εσείς που κοροϊδεύεται χιλιάδες αναπληρωτές κάθε χρόνο απολύοντάς τους και προσλαμβάνοντάς τους για να αναπληρώσουν τον εαυτό τους;

Εσείς που ονειρεύεστε και νομοθετείτε παιδεία για λίγους και εκλεκτούς;

Εσείς που τόσα χρόνια συκοφαντούσατε γιατρούς, νοσοκόμους και δημόσιο σύστημα υγείας και όταν βρήκατε τα σκούρα παραδεχτήκατε αυτό που ήδη γνωρίζατε.

Φτάσατε σε τέτοια ξεφτίλα που ζητούσατε από τον κόσμο να χειροκροτήσουν αυτούς που μέχρι πρότινος λέγατε πως πρέπει να απολυθούν.

Οργή και λύπη έχω για σας.

Οργή γιατί ξεχειλίζει η υποκρισία σε κάθε τι που λέτε και κάνετε.

Λύπη γιατί δεν θα εισπράξετε ποτέ την αγάπη και την αποδοχή που εμείς εισπράττουμε από τους μαθητές.

Κάνετε όνειρα. Δεν πειράζει. Θα μείνουν όνειρα. Όχι επειδή φοβόμαστε αλλά επειδή για μας είναι θέμα αξιοπρέπειας και ευθιξίας.

Σε σχέσεις αγάπης όχι μόνο δεν χωράνε κάμερες αλλά είναι και επικίνδυνες. Οι ρουφιάνοι χρησιμεύουν για άλλες δουλειές.

Μην ψάχνετε με τις κάμερες στις σχολικές αίθουσες για να βρείτε τεμπέληδες και άθλιους.

Αν θέλετε τέτοιους, ψάξτε στο σινάφι σας ή ανοίξτε την τηλεόραση…

 

Ετικέτες: , , , , , , ,

ΤΕΛΙΚΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΚΟΥΦΑΛΑ Η ΖΩΗ

ΤΕΛΙΚΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΚΟΥΦΑΛΑ Η ΖΩΗ

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Λέσβος: Θυελλώδεις άνεμοι ξερίζωσαν υπεραιωνόβιο πλάτανο - Με ...
Φοβηθήκαμε μη μας κολλήσουν αρρώστιες, μικρόβια και αλλά τινά κέρατα οι απολίτιστοι οι «λάθρο» και όλοι αυτοί οι «εισβολείς». Έτσι, εμείς οι πολιτισμένοι, τους μαντρώσαμε σε εξωτικές «δομές» μέχρι που τους μεταδώσαμε και τον βασιλικό μας ιό. Αλήθεια, πόσο πολιτισμένος θεωρείται αυτός που επιτρέπει να πεθαίνουν από την πείνα παιδιά «απολίτιστων»; Που βομβαρδίζει σπίτια, σχολεία, νοσοκομεία και άμαχους «απολίτιστους»;

Χρόνια και χρόνια καταβλήθηκαν τιτάνιες προσπάθειες από τα «Μιράζ της ελληνικής δημοσιογραφίας», που θα έλεγε και ο Τράγκας, από τους «τιτάνες της ενημέρωσης» και από διάφορους άλλους ειδικούς, που ούτε του κ@λου δεν τους λες, για να πειστεί ο λαουτζίκος, αυτός ο μικρός, ο Μέγας, ότι για το δικό του το καλό δεν θα έπρεπε να υπάρχουν δημόσια νοσοκομεία, ούτε κέντρα υγείας, ούτε ΕΚΑΒ, ούτε νοσηλευτές, ούτε και προσωπικό καθαριότητας. Κι ήρθε η στιγμή που ένα από τα «Μιράζ» μπήκε εντατική λόγω του βασιλικού μας ιού. Και βγαίνοντας, ευτυχώς υγιής, ανακάλυψε τη σημαντικότητα και την αξία των δημόσιων νοσοκομείων μα και την αξιοσύνη των γιατρών και των νοσηλευτών τους.

Ποιος να το περίμενε πριν από λίγους μήνες ότι όλοι εκείνοι οι εργαζόμενοι, οι γνωστοί κωπηλάτες της γαλέρας, της μισθολογικής σφαλιάρας και της ανασφάλιστης εργασίας θα αποδείκνυαν σε όλη την κοινωνία, οι εργοδότες τους το ήξεραν πολύ καλά, ότι αυτοί και μόνο αυτοί στηρίζουν τη λειτουργία της φαινομενικά πανίσχυρης ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Δεν πρόκειται ούτε για μανατζαρέους με ευφυείς σχεδιασμούς, έχουμε και στην εκπαίδευση τέτοια φυντάνια, ούτε για «χρυσά και ασημένια παιδιά».

Στους ντελιβεράδες αναφέρομαι και στους εργαζόμενους στα σούπερ μάρκετς, στους εργαζόμενους στην καθαριότητα και σε όσους έχουν απομείνει στην «βοήθεια στο σπίτι». Στους αγρότες και τους κτηνοτρόφους, που παράγουν για να μπορούμε να επιβιώνουμε ως έγκλειστοι μα και όσους φορτώνουν και ξεφορτώνουν καράβια και φορτηγά σε λιμάνια και σταθμούς αυτοκινήτων.

Τα προηγούμενα δύο καλοκαίρια στα νησιά της χώρας μας και όχι μόνο, οι επισκέπτες ήταν ευπρόσδεκτοι και όλοι τους περίμεναν πως και πως. Τουρισμός βλέπεις. Λογικό και αναμενόμενο. Και να που φτάσαμε στο σημείο οι κάτοικοι, λέει, των νησιών να μην θέλουν την άφιξη επισκεπτών μπροστά στον φόβο της εξάπλωσης του βασιλικού ιού.

Τελικά δεν ήρθε η συντέλεια του κόσμου όταν λόγω του βασιλικού ιού ανέκοψαν ρυθμό οι μηχανές σε εργοστάσια, πλοία, αεροπλάνα και αυτοκίνητα. Το αντίθετο συνέβη. Ο πλανήτης μας ανάσανε!

Πριν την πανδημία οι οπαδοί του νεοφιλελευθερισμού, κρυφοί και φανεροί, ούρλιαζαν στην κυριολεξία ζητώντας «λιγότερο κράτος». Τώρα φωνάζουν ρωτώντας: «που είναι το κράτος να μας προστατεύσει;». Αυτό είναι ή μία όψη η αληθινή. Υπάρχει και η άλλη όψη, κι αυτή αληθινή, που θέλει πολλούς πονηρούληδες εργοδοτούληδες να προσπαθούν να βγάλουν εν μέσω πανδημίας από τη μύγα-εργαζόμενο, ξύγκι και από το κράτος ότι μπορέσουν.

Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που απορούσαν με τους πρόσφυγες και μετανάστες πως είναι δυνατόν να εγκαταλείπουν τα σπίτια τους και να βάζουν σε κίνδυνο τη ζωή τη δική τους και των παιδιών τους. Δεν τους περνούσε από το μυαλό πως το αίσθημα της επιβίωσης και η ανάγκη να προστατεύσουμε τους εαυτούς μας και τους δικούς μας ανθρώπους μας οδηγεί σε πράξεις που μπορεί σε κάποιον που ζει στη γυάλα της ασφάλειάς του να φαντάζουν ακατανόητες. Κι όμως, λίγες μέρες χρειάστηκαν για να μπορέσει ο βασιλικός ιός, μπροστά στο φόβο να πάθουμε κάτι εμείς και οι δικοί μας άνθρωποι, να μας οδηγήσει σε συμπεριφορές που ούτε να τις φανταστούμε θα μπορούσαμε ποτέ. Με το που έσκασε ο ιός ο βασιλικός, αρκετοί από εμάς που είχαν κι ένα σπίτι στο χωριό, έτρεξαν να σωθούν. Ο φόβος βλέπετε.  Έγκλειστοι στα σπίτια μας, ουρές ατελείωτες παντού, κομμένες οι βόλτες, κομμένα τα μπάνια, κομμένα πάρα πολλά. Αυτό το αίσθημα της ανάγκης για επιβίωση ας το θυμόμαστε πριν μιλήσουμε για «εισβολείς».

Τελικά αν είναι κάτι θετικό που θα μπορούσαμε να κρατήσουμε, τουλάχιστον εγώ έτσι το αντιλαμβάνομαι, είναι η θέληση για να ζήσουμε. Όλοι προσμένουμε όμως, είτε το λέμε είτε όχι, μια ζωή καλύτερη από την προηγούμενη. Πιο απλή και πιο ανθρώπινη.

Γιατί τελικά μπορεί να είναι μεγάλη κουφάλα η ζωή αλλά είναι ωραία.

Ειδικά αν τη διεκδικείς από αυτούς που θέλουν να σου την κλέψουν.

 

Ετικέτες: , , , , ,

Πλησιάζει η μέρα…στο πιο ρεαλιστικό

Πλησιάζει η μέρα…στο πιο ρεαλιστικό

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Τα μπλα μπλα της Lalio (Lamprini): Πλησιάζει η μέρα...

 

Πλησιάζει η μέρα…

 

που οι άνθρωποι άλλα θα λένε και άλλα θα εννοούν

που οι υποκριτές θα είναι οι μοναδικοί ανθρώπινοι χαρακτήρες, κυρίαρχοι μιας κοινωνίας που τους αφήσαμε να φτιάξουν

που τα όνειρα των ανθρώπων θα πνίγονται πριν καν γεννηθούν στο μυαλό τους

που η γνώση θα είναι εμπόρευμα που θα πουλιέται από αυτούς που την κατέχουν, σε όσους μπορούν να την αγοράσουν

που οι ανθρώπινες ζωές  θα κοστολογούνται με το χρήμα γιατί το χρήμα θα είναι πιο πάνω από τις ανθρώπινες ζωές

που όσοι δεν κλέβουν θα αισθάνονται μαλάκες και όσοι κλέβουν θα αποτελούν ιδανικά πρότυπα

που η αξιοπρέπεια θα συνθλίβεται από την καθημερινότητα

που η πρωτοχρονιά θα ευαγγελίζεται το καλύτερο γιατί η χρονιά που θα φεύγει θα είναι πάντα χειρότερη από την προηγούμενη

που τα δώρα  θα είναι μια καταναγκαστική διαφημιστική παρότρυνση, μια τυπική διαδικασία προσαρμοσμένη στα καταναλωτικά πρότυπα

που οι καθρέφτες των πρωταγωνιστών της χαριτωμενιάς θα καμαρώνουν για τα είδωλά τους

που θα πεθαίνουν άνθρωποι από την πείνα, το κρύο και τη μοναξιά, ανήμποροι να αντιδράσουν

που η σοφία των ανθρώπων θα είναι οδηγός για την σκλαβιά και όχι για την απελευθέρωσή τους

που θα υπάρχουν ποιητές να γράφουν μόνο για τη θλίψη των ανθρώπων, και τραγουδιστές που να τραγουδούν μόνο την αδικία

που η ηθική θα είναι άγνωστη λέξη και απαγορευμένη από τα ετυμολογικά λεξικά

που οι άνεργοι και οι υποαπασχολούμενοι θα είναι η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού

που οι άνθρωποι θα διεκδικούν το αυτονόητο γιατί θα το έχουν ήδη απολέσει

που οι τράπεζες, οι οίκοι αξιολόγησης και όλα τα συναφή τερατουργήματα θα αποτελούν τους σύγχρονους ναούς λατρείας και εξουσίας

που θα υπάρχει μόνο ελεημοσύνη γιατί θα υπάρχουν πλούσιοι που θα γίνονται πλουσιότεροι και φτωχοί που θα γίνονται φτωχότεροι

που τα μωρά θα γεννιούνται, όχι για να αφήσουν το στίγμα τους στην εξέλιξη της ανθρωπότητας αλλά για να ξεχρεώσουν το καταγεγραμμένο χρέος τους στα κιτάπια κάποιας τράπεζας, ισόβιοι σκλάβοι στην αυτοκρατορία του πλούτου

που τα παλιά και νέα τζάκια θα είναι μονίμως αναμμένα με τους ιδιοκτήτες τους να απολαμβάνουν τη θαλπωρή και την ηρεμία που θα τους προσφέρουν

που η κοινωνία μας θα γεμίσει με Τσίπρηδες, Λιάπηδες, Βουλγαράκηδες, Μητσοτάκηδες, Γεωργιάδηδες, Παπανδρέου, Βενιζέλους, Καραμανλήδες, Παπακωνσταντίνου και Σαμαράδες καθώς το κεφαλαίο αρχικό γράμμα των επωνύμων μας θα είναι τίτλος τιμής που θα αποδίδεται στον καθένα με τη γέννησή του, με την προϋπόθεση ότι δεν θα είναι ταπεινής καταγωγής

που οι άνθρωποι θα ζουν μόνιμα με το φόβο και με την ελπίδα ότι τα πράγματα, κάποια στιγμή θα βελτιωθούν, με ευχές και με την εμφάνιση χαρισματικών ηγετών και ηγετίσκων

Ο καθένας μπορεί να διαλέξει την εκδοχή που προτιμά για τη Μέρα που πλησιάζει. Από  τη μια ο ρεαλισμός από την άλλη η «ουτοπία».

Για την πρώτη εκδοχή, δεν χρειάζεται καμία προσπάθεια γιατί ήδη τη βιώνουμε, ενώ για τη δεύτερη τα πράγματα γίνονται «ζόρικα».

Όμως, κοιτώντας προς τα πίσω θα διαπιστώσουμε ότι ο άνθρωπος απέκτησε το πραγματικό του μπόι όχι με ρεαλιστικές ενέργειες αλλά όταν ακολούθησε το άπιαστο και την «ουτοπία», μια «ουτοπία» που μοιάζει με μονόδρομο για τη ζωή και όχι την επιβίωση, μια «ουτοπία» που γίνεται ο πιο ρεαλιστικός δρόμος για την απελευθέρωση του ανθρώπου.

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Χειροκροτήστε παρακαλώ

Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα, δαχτυλίδι και κοντινό πλάνο

Χειροκροτήστε παρακαλώ

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Χειροκροτήστε παρακαλώ. Ναι σε εσάς το λέω,

 

που πριν λίγα χρόνια συμφωνούσατε με όλες εκείνες τις υποκριτικές γλοιώδεις φωνές που τσίριζαν στα τηλεοπτικά μπαλκόνια και παράθυρα ζητώντας «περικοπές στο δημόσιο τομέα και απολύσεις». Πιστέψατε, καημένοι μου πως οι υπεύθυνοι των δεινών σας ήταν οι δημόσιοι υπάλληλοι.

 

που όταν ξέσπασε η καπιταλιστική κρίση συμφωνούσατε με τους υπουργούς και τους πρωθυπουργούς που σας έλεγαν πως πρέπει να μειωθούν οι κοινωνικές παροχές, να κλείσουν σχολεία και νοσοκομεία, να καταργηθεί «η βοήθεια στο σπίτι», να περάσει η καθαριότητα σε ιδιώτες, να μειωθούν οι μισθοί και να γυρίσει το ρολόι των εργασιακών σχέσεων στο μεσαίωνα.

 

που τρέχατε να ευθυγραμμιστείτε με τα τηλεοπτικά και δημοσιογραφικά παπαγαλάκια για το ποιος θα βρίσει πρώτος όποιους ύψωναν ανάστημα με απεργίες και διαδηλώσεις, προσπαθώντας να περισώσουν ότι μπορούσαν από τα εργασιακά δικαιώματα και κυρίως από την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

 

που ως ανόητοι οπαδοί πανηγυρίζατε για το ξεπούλημα της Ολυμπιακής, των μέσων μαζικής μεταφοράς, του ΟΣΕ, της ΔΕΗ, του ΟΤΕ, των λιμανιών, των αεροδρομίων και την κατάργηση των επιδοτούμενων ακτοπλοϊκών γραμμών και πτήσεων.

 

που στοιχηθήκατε πίσω από όσους υποστήριζαν πως πρέπει να απολυθούν οι καθαρίστριες, να ριχτούν στον καιάδα οι εργαζόμενοι στην καθαριότητα, να εισέλθει σε όλους τους τομείς της ζωής μας ο ιδιωτικός τομέας.

 

που ζητούσατε χωρίς δεύτερη σκέψη να συρρικνωθεί το ΕΚΑΒ και οι υπηρεσίες του. Σε παπάδες, στρατό και αστυνομία να υπάρχει επάρκεια και όλα τα άλλα είναι περιττά.

 

που νιώσατε εθνικά υπερήφανοι με το πάρτι των ολυμπιακών αγώνων και βγάλατε τις γαλανόλευκες στα μπαλκόνια για να γιορτάσετε το γεγονός πως κάποιοι έτρωγαν με χίλιες μασέλες προετοιμάζοντας τον μετέπειτα οικονομικό θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων εργαζόμενων στον βωμό της περιβόητης «κρίσης».

 

που τα προηγούμενα χρόνια μα και πριν από λίγες μέρες χειροκροτούσατε όλους αυτούς που προετοίμασαν και υλοποίησαν την κατεδάφιση των δωρεάν δημόσιων παροχών υγείας και παιδείας και τώρα σας κουνούν το δάκτυλο της ατομικής ευθύνης, ζητώντας σας μάλιστα με περισσή υποκρισία, να βγείτε στα μπαλκόνια και να χειροκροτήσετε αυτούς που όλο το προηγούμενο διάστημα τους χαρακτήριζαν τεμπέληδες και χαραμοφάηδες.

 

που ξεχνάτε τόσο εύκολα όλους εκείνους που σας κορόιδεψαν, σας λήστεψαν, σας εξαπάτησαν, σας έκαναν φτωχούς, σας έριξαν στην ανεργία και τώρα εμφανίζονται μπροστά σας ως σωτήρες.

 

που γνωρίζετε πολύ καλά πως το δίκιο σας δεν θα το βρείτε χειροκροτώντας στα μπαλκόνια, αλλά διεκδικώντας το εκεί που προσπαθούν να σας το στραγγαλίσουν.

 

Χειροκροτήστε λοιπόν, την άλλη φορά που θα βρεθείτε στο πεζοδρόμιο, εκείνους που θα πορεύονται δίπλα σας στο δρόμο του αγώνα όπως έκαναν και τότε, όπως θα κάνουν και αύριο.

Δοκιμάστε να πορευτείτε μαζί τους, με όλους όσους έντιμα και μόνιμα έχουν πάντα πάνω από όλα την αξία της ανθρώπινης ζωής και όχι την αξία του χρήματος και του κέρδους.

Πάντα αυτοί που αγαπούν την ανθρώπινη ζωή, αυτοί και μόνο αυτοί είναι οι πραγματικοί νικητές.

 

Ετικέτες: , , , , , , ,

Ψηλότερο να κάνεις το μπόι των ανθρώπων

Ψηλότερο να κάνεις το μπόι των ανθρώπων

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Αποτέλεσμα εικόνας για συννεφα

Όχι γιόκα μου μην κλάψεις.

Μην τους κάνεις τη χάρη να σε θεωρήσουν αδύναμο.

Μην τους δίνεις τη χαρά να δουν τα διαμαντένια σου δάκρυα.

Μην κλάψεις καλέ μου, μονάκριβέ μου και προπαντός μη λυγίσεις. Αυτό θέλουν κι εκείνοι. Να σε κάνουν να λυγίσεις, να χάσεις τη δύναμη της ψυχής σου.

Την ψυχή σου την ίδια θέλουν να χάσεις.

Μην τους αφήσεις να σε στείλουν στο σφαγείο που έχουν στήσει και βρωμάει, εκτός από αίμα, πετρέλαιο και υδρογονάνθρακες και κυρίως κέρδη.

Μην τους εμπιστεύεσαι.

Είναι αυτοί οι ίδιοι που σου έταξαν ευτυχία, ισότητα, αξιοκρατία.

Μέχρι και κανονικότητα σου έταξαν και φυλακισμένη ελευθερία, γαντζωμένη στην ασφάλεια που σου παρέχουν οι χειροπέδες περασμένες πισθάγκωνα.

Μην κλάψεις γιόκα μου. Μονάκριβέ μου. Μην τους χαρίζεις τα δάκρυά σου. Κράτα τα για συγκινήσεις και χαρές μεγάλες. Ακόμα και για λύπες ανθρώπινες, για απώλειες ανείπωτες που ανοίγουν φυλακές και φωτίζουν δρόμους.

Μην κλάψεις εσύ γραμμένε μου, στα τέσσερα σημεία της γης και προπαντός μη φοβηθείς.

Μην τρομάξεις και μην ντραπείς και κυρίως μην ευχηθείς κακό για τα δικά τους παιδιά γιατί σαν εκείνους θα γίνεις, τέρας όμοιο με δαύτους.

Μα εσύ είσαι δεν είσαι τέρας. Η ομορφιά η ίδια με μορφή ανθρώπινη είσαι.

Μην τους αφήσεις να σου ψαλιδίσουν τα πόδια. Σου έχουν ήδη ψαλιδίσει τα φτερά.

Μέχρι να ξαναφυτρώσουν-γιαατί να ξέρεις μονάκριβέ μου, τα φτερά σαν θελήσουμε ξαναφυτρώνουν πιο μεγάλα και πιο γερά από τα πρώτα-πρέπει να έχεις τα δυο σου πόδια δυνατά γα να κρατάς τη στάση την ανθρώπινη την όρθια.

Σκυμμένος σαν βρεθείς δεν λογαριάζεσαι για άνθρωπος.

Μην κλαις καλέ μου.

Σαν βγεις εκεί έξω να ξαναπάρεις, μαζί με τους συντρόφους σου, ότι σου στέρησαν θα δεις πως ο αέρας που ανασαίνεις θα γεμίσει οξυγόνο που θα σου δίνει ζωή.

Ζωή σαν αυτή που θέλουν να σου στερήσουν.

Εσύ δεν έχεις ανάγκη να την αγοράσεις τη ζωή.

Θα την κερδίσεις όπως έκαναν χιλιάδες άλλοι πριν από σένα ομορφαίνοντας τον κόσμο και ψηλώνοντας το μπόι των ανθρώπων.

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Είμαστε, μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε

Είμαστε, μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

– Άντε βρε Χρήστο μου τι θα γίνει; Ακόμα να ετοιμαστείς; Όπου να’ ναι θα έρθει το παιδί κι εσύ είσαι ακόμα με τις πυτζάμες; Όχι τίποτε άλλο αλλά το ξέρεις εκείνο το βλέμμα της νύφης μας. Σκέτο δηλητήριο! Ίδιο με της μάνας της.

– Σάμπως ο πατέρας της; Μας κοκορεύεται επειδή ταξίδεψε δέκα φορές στο εξωτερικό, ο μπουρτζόβλαχος, που μέχρι να πάει φαντάρος νόμιζε πως το Καρπενήσι είναι νησί καρπερό. Μωρέ, αν δεν ήταν ξάδερφος του Αρτέμη ακόμα στα κατσάβραχα θα ήταν να μιμείται τα βελάσματα των γιδιών. Το γίδι!

– Μη μου συγχύζεσαι χρυσέ μου. Σε παρακαλώ, τώρα που θα έρθουν, κοίτα να είσαι ψύχραιμος. Μην τσακωθείτε πάλι. Θα κάνεις ρυτίδες στα μάτια και δεν θα “γράφεις” στην τηλεόραση.

– Δεν πειράζει Ματίνα μου. Θα πούμε ότι οφείλεται στην κούραση της καθημερινής δουλειάς για το καλό του τόπου.

– Πώς το σκέφτηκες πάλι αυτό; Πολύ έξυπνο!

– Ο πρέσβης μου το είπε. Το ανέφερε ο πρόεδρος σε μία συνέντευξή του στους Times. Για πες μου, πώς σου φαίνομαι; Θα σκάσει ο αγροίκος μόλις το δει.

– Γιατί; Καταλαβαίνει από υψηλή ραπτική; Αν μπορούσε, ακόμα με τα γουρουνοτσάρουχα θα ήταν.

– Βλέπω Ματίνα μου. Τα γνωρίζεις τα γουρουνοτσάρουχα. Δεν ξεχνιέται η ρημάδα η παιδική ηλικία με τα τραύματά της!

– Να αφήσεις ήσυχη την παιδική μου ηλικία. Δεν σε πείραξε όταν κάνατε την κομπίνα με τις βαμβακοσυλλεκτικές μηχανές του μπαμπά.

– Καλά. Άστα αυτά τώρα και πες στην Γιασμίν να ανοίξει. Χτυπάει το κουδούνι.

– Γιασμίιιιν! Άνοιξε παιδί μου. Κουφάθηκες κι εσύ;

Ο γιος, η νύφη και τα συμπεθέρια, εισέρχονται στη βίλα του υπουργού.

– Γεια σου Κίτσο! Που είσαι βρε παιδί μου; Χρόνια πολλά και ευχές πολλές από τον Αρτέμη. Είναι στην Πολωνία. Πήγε να παραλάβει δύο πλοία. Θα τα στείλει κι αυτά στην Κολομβία. Ξέρεις, ο “καφές” έχει μεγάλη ζήτηση. Χα, χα! Καταλαβαίνεις έτσι;

– Καταλαβαίνω Δημήτρη μου, καταλαβαίνω. Δεν χρειάζονται παραπάνω λεπτομέρειες.

– Άιντε πάλι, “Δημήτρη μου” και “Δημήτρη μου”. Εμένα όλος ο κόσμος με φωνάζει Μήτσο. Μην το αλλάξουμε τώρα.

– Ελάτε! Χρήστο, Δημήτρη! Ελάτε να πάρουμε ένα ποτό πριν το φαγητό. Έλα κι εσύ Ευτέρπη μου.

– Έφη, Σταματίνα μου. Έφη.

– Κι εσύ Ευτέρπη μου βλέπω ότι ξεχνάς. Ματίνα είπαμε. Άκου Σταματίνα!

– Κορίτσια, αφήστε τα τώρα αυτά με τα ονόματα. Πάμε μέσα να δούμε και τον εγγονό. Που είσαι βρε Μητσάρα;

– Χρήστο το βαφτίσαμε το παιδί Δημήτρη.

– Χρήστο-Δημήτρη το βαφτίσαμε το παιδί αν θυμάμαι καλά. Εγώ την πλήρωσα τη βάφτιση. Μήπως το ξέχασες;

– Ας είναι. Δεν θα τα χαλάσουμε τώρα για το όνομα.

– Δε μου λες Κίτσο, τι θα κάνουμε με την περίπτωση του “Δάσκαλου”;

– Ποιου Δάσκαλου;

– Δε σε πήραν από το γραφείο του Αρτέμη; Κάτι πρέπει να κάνουμε με την “τυφλή”. Εντάξει. Είχε ανάγκες ο άνθρωπος όταν έβαλε χέρι στα λεφτά. Είχε σκοπό να τα επιστρέψει στη θέση τους. Μετά τον πήρε η κρίση από κάτω. Τι θα κάνουμε τώρα; Τα δικαστήρια δεν μπορούν να κάνουν, λέει, κάτι. Πρέπει να του δώσεις χάρη.

– Τι είναι αυτά που λες Δημήτρη; Θα μας βγάλουν στα κανάλια και στις εφημερίδες. Σκάνδαλο θα γίνει.

– Ποια κανάλια; Δικά μας είναι; Μη σε νοιάζει. Θα παίζουν την καπνοαπαγόρευση. Κανείς δεν θα πάρει χαμπάρι. Είναι ευκαιρία. Να απαλλάξουμε και τους νεαρούς με το ηλεκτρικό και να βγάλουμε και τα “καλόπαιδα” από το γύψο. Εντάξει, έμειναν εκτός “θεάτρου”, αλλά μη χάσουν και τα λεφτά. Πρέπει να μπορούν να κινούνται κι αυτοί. Ο “μαριονέτας” δεν έχει πρόβλημα.

– Καλά, αυτός τι πρόβλημα να έχει. Δεν χρεώνεται με πολιτικό κόστος.

– Εγώ Κίτσο δεν τα καταλαβαίνω αυτά τα πολιτικά κόστη. Άμα μια δουλειά πρέπει να γίνει, θα γίνει. Αν δεν μπορεί να γίνει νόμιμα με την “τυφλή”, θα πρέπει να την κάνετε εσείς. Υπουργικές αποφάσεις. Γι’ αυτό υπάρχουν. Αν πάλι δεν μπορείς εσύ, να αναλάβει άλλος.

– Δεν είπα τέτοιο πράγμα. Απλά, έπεσαν πολλά μαζεμένα. Έχουμε ανοίξει πολλά μέτωπα και ο πρόεδρος φοβάται μην ξεσπάσει ο κόσμος. Καταλήψεις, άσυλο, ξυλοδαρμοί, υδρογονάνθρακες. Έχουμε να μοιράσουμε και το πλεόνασμα. Έχουν μπει στη σειρά και ζητάνε.

– Α, δε θέλω τέτοια. Γι’ αυτό βγήκατε. Το έργο πρέπει να συνεχιστεί, να υπάρχει μια συνέχεια. Έτσι δεν είναι; Άλλες φορές με το μαλακό, άλλες με το άγριο. Τι να κάνουμε; Στη βράση κολλάει το σίδερο. Ασφάλεια, τάξη κι ανάπτυξη. Όλα πάνε καλά. Αν δεν μπορείτε να αναλάβουν οι άλλοι πάλι.

– Εντάξει, θα μιλήσω με τον πρόεδρο μόλις επιστρέψει από τις διακοπές.

– Που πήγε; Πήρε πάλι τα βουνά;

– Μπα στη θάλασσα πήγε. Θα γυρίσει αύριο και θα του πω.

– Καλά, πάμε να φάμε τώρα γιατί μας περιμένει και ο Μητσάρας ο μικρότερος.

Τέτοιες μέρες πρέπει να τις περνάμε με τις οικογένειές μας. Ξέρεις πόσο στεναχωριέμαι όταν σκέφτομαι όλους αυτούς που αναγκάζονται χρονιάρες μέρες να δουλεύουν μέχρι αργά, μακριά από τους δικούς τους;

– Κι εγώ Δημήτρη το ίδιο. Το έγραψα και στην εορταστική επιστολή που μοίρασα στις εφημερίδες. Ας όψεται αυτή η κρίση. Που θα πάει όμως, θα την ξεπεράσουμε. Αρκεί να είμαστε όλοι ενωμένοι. Δεν έχει πλούσιος και φτωχός. Προέχει το καλό του τόπου και του έθνους. Αυτά έγραφα πάνω-κάτω και στην επιστολή.

– Γεια σου ρε Κιτσάρα. Γι’ αυτό σε αγαπάω, κι εγώ κι ο Αρτέμης, γιατί είσαι μεγάλη καρδιά και πάνω απ’ όλα βάζεις το κοινό καλό.

Άντε, ας αρχίσουμε το φαγοπότι.

Καλή μας όρεξη!

 

Ετικέτες: , , , , ,

ΤΟΙΧΑΙΑ ΛΟΓΙΑ

ΤΟΙΧΑΙΑ ΛΟΓΙΑ

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Ποιες είστε εσείς;”, τις ρώτησα.

Οι συνθήκες”, μου απάντησαν με μία φωνή.

Και τι πάθατε;”, ξαναρώτησα.

Ωριμάσαμε. Δεν το βλέπεις, ούτε το ακούς;”, μου απάντησαν ξανά.

Η αλήθεια είναι πως δεν βλέπω κάποια διαφορά.”

Δεν βλέπεις διαφορά επειδή δεν υπάρχει ή επειδή δεν θέλεις να παραδεχτείς ότι υπάρχει;”

Τι εννοείτε;”

Είναι σαν αυτό που συμβαίνει όταν ζεις με κάποιους ανθρώπους και τους βλέπεις καθημερινά.”

Για συνεχίστε, για συνεχίστε για να δω που θέλετε να καταλήξετε.”

Ενώ εκείνοι αλλάζουν, όπως άλλωστε κι εσύ, τις αλλαγές αυτές δεν τις διακρίνεις, όπως άλλωστε δεν διακρίνουν και οι άλλοι τις δικές σου αλλαγές.”

Θέλετε να πείτε ότι εσείς έχετε ωριμάσει εδώ και καιρό;”

Δώσε μόνος σου την απάντηση αφού πρώτα σκεφτείς τον τρόπο με τον οποίο βλέπεις, για παράδειγμα, τα παιδιά σου.”

Δηλαδή;”

Όσο και να μεγαλώσουν, όσο και να ωριμάσουν, πάντα τα βλέπεις ως μικρά και ανώριμα που έχουν την ανάγκη προστασίας και καθοδήγησης γιατί-κατά πως λες-τους λείπει η εμπειρία και η ωριμότητα.”

Εντάξει, δεν είναι ακριβώς έτσι. Χρειάζεται χρόνος και μια σειρά από άλλες διεργασίες για να μπορέσουν τα παιδιά να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της ζωής και να πάρουν τις σωστές αποφάσεις με υπευθυνότητα και ωριμότητα χωρίς ενθουσιασμούς και απογοητεύσεις. Αλλιώς θα κάνουν συνεχώς, ένα βήμα μπροστά και δύο βήματα πίσω.”

Ασφαλώς. Όμως χρειάζεται κι εσύ ως γονιός, που υποτίθεται ότι θες να τα δεις να έχουν ωριμάσει, να βοηθήσεις να γίνουν αυτές οι διεργασίες και κάποιες φορές,ς αν χρειαστεί, να τις προκαλέσεις ο ίδιος.”

Με ποιον τρόπο;”

Ίσως με το παράδειγμά σου, ίσως δημιουργώντας κίνητρα, ίσως ακόμη αφήνοντας να παίρνουν πρωτοβουλίες δείχνοντάς τους εμπιστοσύνη, χωρίς το άγχος μην τυχόν και χάσεις το μονοπώλιο της καθοδήγησης.

Ωραία όλα αυτά που λέτε όμως δεν πρέπει και να καταλήξουμε κάπου;”

Ειλικρινά, για σένα που ρωτάς, τι έχει μεγαλύτερη σημασία; Αυτό που θα σου πούμε εμείς ή αυτό που πιστεύεις εσύ;”

Και τα δύο.”

Τώρα λες ψέματα και μεγαλώνει η μύτη σου.”

….”

Για σένα, τη μεγαλύτερη σημασία την έχει η δική σου γνώμη. Αν είσαι έτοιμος να δεχτείς ότι ωριμάσαμε τότε θα μας δεις ως ώριμες. Αν πάλι δεν είσαι, θα μας προτρέψεις να περιμένουμε μέχρι να … ωριμάσουμε. Ως τότε εμείς θα έχουμε… σαπίσει. Μη σκας. Το έχουμε δει πάλι το έργο. Ξέρεις πόσες φορές πέρασες από δίπλα μας και ούτε που μας πρόσεξες; Ούτε μια ματιά δεν μας χάρισες. Να δεις, έχουμε ωριμάσει ή είμαστε ακόμη στα σπάργανα;”

Πάντως, για να είμαι ειλικρινής, εγώ βλέπω ότι είστε πολύ όμορφες, λαμπερές και αποφασισμένες. Έτοιμες για έφοδο στον ουρανό. Δεν ξέρω όμως αν όντως είστε ώριμες ή αν φαίνεστε έτσι μόνο στα δικά μου τα μάτια. Το θέμα είναι πως δεν έχω βρει τον τρόπο για να διαπιστώσω ποια είναι η αλήθεια;

Να σας αφήσω τώρα.

Βλέπετε;

Δεν ξέρω τι να πω αυτή τη στιγμή.

Καλή αντάμωση, ή αντίο;”

Πες αυτό που θέλεις για να νιώσεις καλύτερα εκτός αν έχεις την τιμιότητα να πεις αυτό που αισθάνεσαι.”

 

Ετικέτες: , , , , ,

Θα φανεί στο χειροκρότημα

Θα φανεί στο χειροκρότημα
                                                               Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Στα δέκα του έχασε τον πατέρα του. Δεν έχει σημασία το πώς. Αυτό που ήξερε εκείνος ήταν πως δεν θα τον ξανάβλεπε.
Στα δεκατρία άρχισε τους μπάφους. Δήθεν για να ξεχνάει. Έτσι του είπαν και τον βόλευε πολύ αυτή η δικαιολογία.
Την αλήθεια την ήξερε πολύ καλά.
Δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί να τύχει σε κείνον.
Μη βρίσκοντας τον υπαίτιο τα έβαλε με τον εαυτό του. Επειδή δεν μπορούσε να αλλάξει την πραγματικότητα προτιμούσε να δραπετεύει από αυτήν. Ήταν όμως για λίγο κι όταν τέλειωνε το «παραμύθι» η πραγματικότητα έδειχνε τα δόντια της.

Ο αδερφός του, τρία χρόνια πιο μεγάλος, θέλησε να παίξει το ρόλο του πατέρα.

«Είσαι αδερφός μου, δεν είσαι ο πατέρας μου. Αυτός πάει, δεν ξανάρχεται» είπε μια μέρα στον μεγάλο όταν τον ζόρισε που σταμάτησε να διαβάζει.

Το σκαμπίλι που έφαγε τον βρήκε κατευθείαν στην καρδιά κι ας έμεινε στο μάγουλο το σημάδι. Από το μάγουλο το σημάδι έφυγε σε δυο μέρες. Από την καρδιά ποτέ.

Μα κι ο μεγάλος από ανασφάλεια και ανησυχία το έκανε. Την παράκληση της μάνας του προσπάθησε να ακολουθήσει.

«Να τον προσέχεις τον μικρό. Είναι ευαίσθητος και είχε αδυναμία στον πατέρα του».

Σάματις ήξερε κι αυτός πώς έπρεπε να φερθεί; Μήπως κι αυτός δεν ένιωθε αδικημένος;

Τον έπιασε μια μέρα και τον αγκάλιασε.

«Συγνώμη ρε μικρέ. Δεν έπρεπε να το κάνω. Δεν ξέρω τι μ’έπιασε. Ή μάλλον ξέρω. Είναι που δεν μπορώ να βρω τον τρόπο να σε βοηθήσω, να σε κάνω να ξεχάσεις. Πρέπει να προχωρήσουμε που να πάρει η ευχή».

Κάτι τέτοιο του είπε και ο τύπος με τη μαύρη BMW που τριγυρνούσε για πολλούς μήνες έξω από το σχολείο, ένα βράδυ που τον συνάντησε σε μια καφετέρια. Άνθρωπος της διπλανής πόρτας που λένε. Με δουλειά «καθώς πρέπει» και εξέχον μέλος της τοπικής κοινωνίας.

«Τι να σου κάνει το τσιγάρο. Αυτά είναι για μικρούς. Εσύ είσαι μεγάλος και χρειάζεσαι κάτι πιο δυνατό. Δοκίμασε και θα με θυμηθείς. Θα ξεχαστείς με την πρώτη. Άτιμη η ζωή, σε χτύπησε αλύπητα. Έλα άναψέ το. Κέρασμα από μένα. Δεν θέλω χρήματα».

Και το άναψε. Μία και δύο και τρεις. Στην αρχή το είχε κέρασμα, μετά έπρεπε να το πληρώνει. Το χαρτζιλίκι της μάνας του έφτανε μόνο για κουλούρι.

Ο καλός και συμπονετικός άνθρωπος με τη μαύρη BMW δεν αρνήθηκε να τον βοηθήσει.

«Έλα το βράδυ να πάμε μια γύρα σε δυο-τρία στέκια. Θα με βοηθήσεις και θα έχεις και χαρτζιλίκι. Είσαι μεγάλος τώρα και δεν είναι σωστό να κλέβεις από το πορτοφόλι της μάνας σου για τα προσωπικά σου έξοδα. Έτσι δεν είναι;»

Μάταια προσπαθούσε ο φίλος του να τον συνεφέρει. Και τι δεν έκανε. Πάντα ήταν δίπλα του. Ακόμη κι όταν εκείνος δεν ήταν σε θέση να μπει την πρώτη ώρα για μάθημα καθόταν και του έκανε παρέα μην τύχει και χρειαστεί τίποτα. Κι όταν τη δεύτερη ώρα έμπαιναν αργοπορημένοι στην τάξη, πάλι προσπαθούσε να τον σώσει από τις «γλυκές» κουβέντες της καθηγήτριας.

«Μπα! Τον βρήκες το δρόμο για το σχολείο; Ήθελα να’ξερα εκείνοι οι γονείς σου τι κάνουν; Χαμπάρι δεν παίρνουν;»

Το έπαιρνε πάνω του όποτε μπορούσε.

«Δεν φταίει αυτός κυρία. Εγώ αργοπόρησα γιατί ένιωσα μια ζαλάδα και έμεινε κοντά μου για να με βοηθήσει».

Ποιος νοιάζεται όμως για την ουσία και την αλήθεια. Οι νόμοι να τηρούνται και η τάξη. Είναι πιο εύκολο από το να ψάξει κάποιος για τα αίτια. Και να θέλει, πολλές φορές ούτε μπορεί ούτε προλαβαίνει.

«Μη λέτε ¨γονείς¨. Ο πατέρας μου σκοτώθηκε στη δουλειά του».

Ήταν μία από τις φορές που η «καλή» καθηγήτρια έκανε αναφορά στους γονείς του και στην ανατροφή που του έδωσαν. Από τότε και καλά να ήταν δεν ξαναμπήκε στο μάθημά της.

Τρελάθηκε η μάνα του σαν το κατάλαβε. Πήγε να πεθάνει όταν ο φίλος του την έκανε να ψυλλιαστεί. Ήταν και τα λεφτά που έβλεπε να λείπουν από το πορτοφόλι.

Τον έπιασε και του μίλησε. Τον μάλωσε, τον αγκάλιασε, τον έλουσε με δάκρυα, τον ικέτεψε, του φίλησε τα πόδια κι εκείνος υποσχέθηκε να το κόψει.

Χαμένες οι υποσχέσεις χαμένα και τα παρακάλια. Ήταν κι ο τύπος με τη μαύρη BMW που δεν τον άφηνε να κάνει ρούπι.

Ανέλπιστα βρήκε συμπαράσταση από μια άλλη καθηγήτρια του σχολείου. Έψαξαν και ρώτησαν σε κοινότητες, σε συλλόγους μπας και βρουν συμπαράσταση και θεραπεία. Συμφώνησε κι εκείνος αλλά δεν ήταν εύκολο.

Πήγε η μάνα και στην αστυνομία και σε δικηγόρο και στον εισαγγελέα για να δει πώς θα σώσει το παιδί της. Είχε και τα’ αφεντικό της που την απειλούσε με απόλυση κάθε φορά που αργοπορούσε ή που ζητούσε άδεια.

Χωρίς κανείς να ξέρει το πώς, ο τύπος με τη μαύρη BMW έμαθε τα καθέκαστα και δεν κάθισε με σταυρωμένα χέρια.

Την ίδια κινητοποίηση έμαθα πως είχαν και οι γείτονες του «καλού» ανθρώπου με τη μαύρη BMW. Τον είδαν να πρωτοστατεί σε κάτι επεισόδια με πρόσφυγες. Τους ρήμαξαν τους πρόσφυγες στο ξύλο κάτι νταήδες και ήταν ανάμεσά τους μαζί με κάτι υποψήφιους βουλευτές της περιοχής.

Η μαύρη BMW βρέθηκε πεταμένη σε κοντινό ρέμα.

Στο καφενείο την άλλη μέρα άκουγαν με προσοχή τα νέα στην τηλεόραση.

«Κύκλωμα εμπορίας και διακίνησης ινδικής κάνναβης και άλλων ναρκωτικών ουσιών φέρεται να εξαρθρώθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες μετά από συντονισμένες προσπάθειες της αστυνομίας. Στο κύκλωμα, σύμφωνα με ασφαλείς πηγές, εμπλέκονται πολίτες υπέρ άνω πάσης υποψίας, καθώς επίσης και ένας εισαγγελέας, δύο δικηγόροι, ένας εφοπλιστής και δύο αξιωματικοί του αστυνομικού τμήματος της περιοχής».

Ο γηραιότερος της παρέας χαμογέλασε.

«Τα χάλασαν στη μοιρασιά. Το έχουμε ξαναδεί το έργο».

Το παιδί προσπαθεί να βρει τον εαυτό του και να αφήσει την «παραμύθα» πίσω του. Αποφάσισε να ζήσει στην πραγματικότητα και να την αλλάξει. Προσπαθεί να γνωρίσει την εαυτό του και την κοινωνία που ζει.

Αν το καταφέρει ή όχι «θα φανεί στο χειροκρότημα».

 

Ετικέτες: , , , , ,

Να μη ντρέπεται, πείτε της, για μένα. Περήφανη να είναι.

Να μη ντρέπεται, πείτε της, για μένα. Περήφανη να είναι.

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Καμία εξέγερση δεν έγινε μόνο από τη νεολαία αλλά και καμία εξέγερση δεν έγινε χωρίς τη νεολαία.

Έτσι έγινε και στην εξέγερση του Πολυτεχνείου στην οποία βρέθηκαν φοιτητές, νέοι, μαθητές όπως εμείς, που η καρδιά τους χτύπησε δυνατά, τόσο πολύ, που ακούστηκε σε ολόκληρη την οικουμένη.

Πολλές απ’ αυτές τις νεανικές καρδιές, σταμάτησαν βίαια να χτυπούν, για να μπορούν, σήμερα, οι δικές μας να χτυπάνε ελεύθερα το ίδιο ανήσυχα και το ίδιο δυνατά.

Ας προσπαθήσουμε να μεταφερθούμε, νοερά, στο μικρό διαμέρισμα που έμεναν η κυρά-Δέσποινα με την κόρη της, τη Μαρία.

 

Δύσκολη μέρα και η σημερινή για την κυρά-Δέσποινα. Η Μαρία, η κόρη της, η μονάκριβή της, το αίμα της καρδιάς της, δεν γύρισε ακόμα στο σπίτι.

Πάνε 10 μέρες τώρα που επιστρέφει στο σπίτι αργά.

Πάει κι αυτή εκεί, στο Πολυτεχνείο, μαζί με άλλους συμφοιτητές της.

Η κυρά-Δέσποινα έχει κολλήσει το αυτί της στο ραδιόφωνο.

«Μερικοί ταραξίες και αναρχικά στοιχεία βρίσκονται μέσα στο Πολυτεχνείο με σκοπό να καταλύσουν την τάξιν» λέει και ξαναλέει ο εκφωνητής.

«Η Μαρία μου ταραξίας;», αναρωτιέται φωναχτά η κυρά-Δέσποινα.

 

«Μα από τότε που έχασε τον πατέρα της, 14 χρονών ήταν τότε, δεν άφησε μεροκάματο για μεροκάματο. Όπου έβρισκε, έτρεχε να δουλέψει.

Και στο Πολυτεχνείο μπήκε μόνο με την αξία της. Εγώ η καψερή, δεν μπορούσα να της προσφέρω κάποια βοήθεια»

 

Έκλεισε το ραδιόφωνο και κάθισε στον καναπέ. Η καρδιά της κυρά-Δέσποινας ήταν έτοιμη να σπάσει. Της φαινόταν πως άκουγε τους χτύπους της. Καθισμένη, όπως ήταν στον καναπέ, θυμήθηκε τη μέρα που έφεραν στο σπίτι τον πατέρα της νεκρό από ενέδρα των γερμανών. Ήταν δεν ήταν τότε δέκα χρονών.

Κρύος ιδρώτας την έλουσε και τα λεπτά δεν έλεγαν να κυλήσουν.

Επιτέλους, άκουσε τα βήματα της Μαρίας καθώς ανέβαινε την ξύλινη σκάλα του σπιτιού. Έτρεξε και της άνοιξε την πόρτα.

 

«Έλα παιδί μου! Που είσαι; Θα πεθάνω από την αγωνία!»

«Μην ανησυχείς μάνα. Καλά είμαι.»

«Όσο πας και αδυνατίζεις Μαρία μου. Φαίνεσαι ξενυχτισμένη. Πρόσεχε παιδί μου. Δε μαθαίνεις τι γίνεται; Τα κρατητήρια της ΕΣΑ αντηχούν από τις κραυγές και τα κλάματα. Τα ξερονήσια, γεμίζουν πάλι με εξόριστους. Τους φοιτητές τους επιστρατεύουν, τους ντύνουν στο χακί και τους στέλνουν δεν ξέρω κι εγώ που. Αν πάθεις κάτι δεν θα το αντέξω.»

«Δεν θα πάθω μάνα. Έχουμε το δίκιο με το μέρος μας και όλον τον κόσμο να μας συμπαραστέκεται. Από παντού καταφτάνει βοήθεια. Τρόφιμα, φάρμακα, ρούχα, επιστολές αλληλεγγύης. Όλη η Ευρώπη έχει στραμμένα τα βλέμματα πάνω μας και οι Αμερικάνοι, κατάλαβαν πως οι υπάλληλοί τους, ξόφλησαν»

«Και ο συγχωρεμένος ο πατέρας σου δίκιο είχε όταν πήγε στη μεγάλη διαδήλωση. Από τους πρώτους έτρεξε. Το αποτέλεσμα; Μου τον έφεραν κι αυτόν νεκρό μπρος στα πόδια μου όπως και τον παππού σου.»

«Αχ βρε μάνα. Ξέρω τι τράβηξες και γι’ αυτό σ’ έχω πάντα στο μυαλό μου και στην καρδιά μου. Μα κι εγώ, γι’ αυτό τρέχω και αγωνίζομαι. Και για σένα και για μένα και για τον παππού και για τον πατέρα. Αν λουφάξω θα πάει χαμένη η θυσία τους. Δεν πρέπει, μάνα, να πάνε χαμένες τόσες θυσίες και τόσο αίμα.

Μάνα κλαις; Γιατί κλαις;»

«Τίποτα παιδί μου! Να…Σ’ άκουγα που μιλούσες και ήταν σα ν’ άκουγα τον πατέρα σου. Ώρες, ώρες θαρρώ πως ήταν να γεννηθείς αγόρι αλλά κάτι άλλαξε την τελευταία στιγμή. Ατρόμητη σαν εκείνον. Δεν το σηκώνεις ούτε κι εσύ το άδικο.»

«Μάνα, να σου πω κάτι; Έχω λίγο καιρό που βλέπω τον πατέρα στον ύπνο μου. Με κοιτάζει σιωπηλός. Δεν μου μιλάει. Μόνο με κοιτάζει δακρυσμένος.»

«Φοβάται παιδί μου. Φοβάται για σένα από κει ψηλά που βρίσκεται.»

«Δεν είναι αυτό μάνα. Δακρύζει γιατί δεν αντέχει να μας βλέπει να ζούμε με το φόβο, το ξύλο, τις προσβολές, το κυνηγητό και να μην αντιδρούμε. Κι εγώ, δεν αντέχω να τον βλέπω να με κοιτάζει δακρυσμένος.»

«Καλά παιδί μου. Άστα αυτά τώρα. Έχω έτοιμο το φαγητό στο τραπέζι. Πάνω στον καναπέ έχω μία τσάντα. Να την πάρεις φεύγοντας.»

«Τι έχει μέσα η τσάντα;»

«Τίποτα Μαρία μου. Λίγα τρόφιμα, μια-δυο αλλαξιές ρούχα, ένα μπουκαλάκι ιώδιο και μερικές γάζες. Σου’ χω αφήσει και το φυλαχτό μου δίπλα. Να το φορέσεις παιδί μου. Μην το ξεχάσεις.»

«Μάνα δεν προλαβαίνω να φάω. Πρέπει να φύγω. Απόψε πρέπει να είμαστε πολλοί εκεί στο Πολυτεχνείο. Πρέπει να κατέβει ολόκληρη η Αθήνα, ολόκληρη η Ελλάδα. Μάθαμε πως κάτι ετοιμάζουν και μόνο σαν είμαστε πολλοί δεν θα το τολμήσουν.»

«Αφού ξέρεις πως κάτι ετοιμάζουν, ας μην πας παιδί μου σήμερα. Άστο να πας αύριο που θα ξημερώσει η μέρα. Άσε να περάσει η νύχτα και πας αύριο.»

«Δεν τους αφήνω τους άλλους. Δεν μπορώ να τους αφήσω.»

«Εμένα Μαρία μου πώς μπορείς και μ’ αφήνεις; »

«Αν δεν πάω, εσύ η ίδια θα ντρέπεσαι αργότερα για μένα. Δεν θέλω να ντρέπεσαι. Περήφανη θέλω να νιώθεις.»

 

Η Μαρία, αγκάλιασε τη μητέρα της και της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. Τα χείλη της βράχηκαν από το καυτό δάκρυ που κύλησε μες στο βουβό κλάμα της μητέρα της.

Βγήκε από το σπίτι, κατέβηκε τα σκαλιά και βρέθηκε στο δρόμο. Από το μικρό μπαλκόνι του σπιτιού της το βλέμμα της κυρά-Δέσποινας την ακολουθούσε.

Την έβλεπε και καμάρωνε την αγέρωχη περπατησιά της, ίδια με του πατέρα της. Τα μαλλιά της λυτά, ανυπότακτα ανέμιζαν στον κρύο φθινοπωρινό άνεμο.

Την κοιτούσε μέχρι που έστριψε στη γωνία λες και δεν θα την ξανάβλεπε…

 

Εκείνο το βράδυ της 17ης Νοέμβρη του 1973, όλη η Αθήνα έμεινε ξάγρυπνη.

Οι δρόμοι της στέναξαν από τις ερπύστριες και τα τανκς. Στα στενά γύρω από το Πολυτεχνείο αλλά και σε κάθε συνοικία της Αθήνας, οι ριπές ελεύθερων σκοπευτών, αστυνομικών, στρατιωτικών και παρακρατικών, σκορπούσαν το φόβο και το θάνατο.

Η κεντρική πύλη του Πολυτεχνείου, που έγινε σύμβολο αγώνα και αντίστασης στη χούντα των συνταγματαρχών έπεφτε κάτω από τη δύναμη του τανκ, σημαίνοντας ταυτόχρονα την αρχή του τέλους της εφτάχρονης δικτατορίας.

Μετά την είσοδο του τανκ, στο χώρο του Πολυτεχνείου, επικράτησε πανικός.

Μία από τις σφαίρες πέτυχε τη Μαρία, τη μονάκριβη κόρη της κυρά-Δέσποινας. Δύο σύντροφοί της την τράβηξαν σε μια γωνιά και προσπαθούσαν να την κρατήσουν στη ζωή μιλώντας της και δίνοντάς της κουράγιο. Μάταια όμως. Εκείνη, ψυχορραγούσε. Μάζεψε όση δύναμη της είχε απομείνει και ψιθύρισε στο αυτί του ενός συντρόφου της.

 

«Πείτε στη μάνα μου πως πάω ν΄ανταμώσω τον πατέρα και τον παππού και τους υπόλοιπους. Να μη ντρέπεται, πείτε της, για μένα. Περήφανη να είναι. Μη με κλάψει. Ένα τραγούδι θέλω μόνο κι ένα γαρύφαλλο… Καλόν αγώνα σύντροφοι…».

 

Η καρδιά της Μαρίας σταμάτησε να χτυπά. Πολλές δεκάδες ακόμη άνθρωποι είχαν την ίδια κατάληξη με τη Μαρία. Πολλές εκατοντάδες ακόμη άνθρωποι τραυματίστηκαν και χιλιάδες βασανίστηκαν και εξορίστηκαν για να μπορεί η δική τους γενιά και οι επόμενες που ακολούθησαν να αναπνέουν και να ονειρεύονται ελεύθερα αποδεικνύοντας για μία ακόμη φορά πως τίποτα δεν χαρίζεται, τίποτα δεν είναι δεδομένο, τίποτα δεν είναι αυτονόητο…

 

 

Χρήστος Επαμ. Κυργιάκης

 

 

Κόκκινο φουστάνι

Κόκκινο φουστάνι

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

– Άντε. Πάμε μια βόλτα να περπατήσουμε. Να δούμε και τις βιτρίνες που τόσο σου αρέσει.

– Εσένα πάλι καθόλου. Άστο καλύτερα. Έτσι κι αλλιώς δεν μπορούμε να αγοράσουμε τίποτα.

Βγήκαν από το σπίτι αγκαλιασμένοι σαν να είχαν γνωριστεί την προηγούμενη μέρα παρόλο που συμπλήρωσαν κοντά τριάντα ένα χρόνια μαζί.

Ο κόσμος στο πεζοδρόμιο αρκετός. Οι περισσότεροι απολάμβαναν την απογευματινή ανοιξιάτικη βόλτα με έναν καφέ στο χέρι όπως επιβάλλουν τα νέα καταναλωτικά ήθη.

Κοντοστάθηκαν σε μια βιτρίνα. Εκείνος μετρούσε άθελά του τις μέρες που μεσολαβούν μέχρι να πληρώσει τη δόση του στεγαστικού, το ηλεκτρικό ρεύμα, και το μήνα στα φροντιστήριο Αγγλικών.

Ούτε που άκουσε τη σύντροφό του να εκφράζει την επιθυμία της για δεύτερη και τρίτη φορά.

– Δεν ακούς που σου μιλάω;

– Ακούω. Φυσικά ακούω.

– Σιγά μην ακούς.

– Έλα πες το μου πάλι.

– Αυτό το φουστάνι. Δεν είναι ωραίο;

– Ποιο;

– Αυτό. Το κόκκινο.

– Καλό είναι.

Οι σκέψεις επέστρεψαν στο μπερδεμένο του μυαλό. Η προσοχή του απομακρύνθηκε πάλι από τη σύντροφό του η οποία εξακολουθούσε να κοιτάζει, μάλλον με παράπονο, τη βιτρίνα με το κόκκινο φουστάνι.

Σκέφτηκε πως τα τελευταία τρία χρόνια δεν είχε αγοράσει για εκείνη ούτε μία κάλτσα, που λέει ο λόγος.

Πώς να τολμήσει άλλωστε να κάνει σκέψη για αγορά. Ήταν τόσες πολλές οι οικονομικές υποχρεώσεις που το κουτσουρεμένο οικογενειακό εισόδημα δεν μπορούσε να τις καλύψει.

Προστέθηκαν και κάτι έκτακτα έξοδα-τα έκτακτα έσοδα ήταν ανύπαρκτο είδος-που απομάκρυναν ακόμη περισσότερο ένα πιθανό ενδεχόμενο αγοράς.

– Να μπούμε να το δοκιμάσω; Νομίζω πως θα μου πάει.

– Έλα τώρα. Τι να δοκιμάσεις; Λες και υπάρχει περίπτωση να το πάρουμε; Άλλωστε ξέρεις πως δεν τα μπορώ αυτά.

Η όψη της σκοτείνιασε. Γύρισε το πρόσωπό της από την άλλη για να μην διαβάσει τα συναισθήματά της. Όμως εκείνος είχε ήδη προλάβει να καθρεφτιστεί στα μάτια της.

Κι είδε τον εαυτό του ευτυχισμένο να ακούει τα γέλια της μικρής του κόρης καθώς έπαιζε ανέμελα με τη φίλη της.

Και διέκρινε τον εαυτό του να γλεντάει και να χορεύει με τους φίλους του στη γιορτή του γιου του.

Είδε ακόμη τον εαυτό του να «αγαπιέται» σφόδρα με το ματατζή σε μια διαδήλωση για τα μνημόνια.

Και ντράπηκε πολύ. Ναι ντράπηκε. Και θύμωσε. Κυρίως με τον εαυτό του.

– Να πάνε να γ…….νε. Πάμε μέσα να το δοκιμάσεις.

– Τι έπαθες; Τρελλάθηκες;

– Και δε χαίρεσαι. Πάμε σε παρακαλώ.

Την έπιασε από το χέρι και την τράβηξε μέσα στο κατάστημα. Η αλήθεια είναι πως της πήγαινε πολύ. Δεν χόρταιναν τα μάτια του να την κοιτάζει και δεν ήξερε αν ήταν επειδή εκείνη ήταν τόσο όμορη ή αν ομόρφυνε ο τρόπος που ο ίδιος πλέον την κοίταζε. Μάλλον ήταν και τα δύο.

Εκείνη κοιτούσε τον εαυτό της στον καθρέφτη και σκεφτόταν πότε θα τελείωνε αυτό το μαρτύριο. Πήγε στο παραβάν και επέστρεψε με το φουστάνι στο χέρι.

– Σας ευχαριστώ. Είναι πολύ ωραίο αλλά δεν θα μπορέσουμε να το πάρουμε. Είναι ακριβό.

– Θα το πάρουμε.

– Μα τι λες τώρα; Και η δόση του δανείου;

– Να πάει να γ….ει. Θα το πάρουμε. Τελείωσε.

Ακολούθησαν στιγμές σιωπής, αμηχανίας και ευτυχίας.

Βγήκαν από το κατάστημα αγκαλιασμένοι.

Την άλλη μέρα, πηγαίνοντας οι άνθρωποι στις δουλειές τους είδαν κόσμο μαζεμένο έξω από την τράπεζα.

Κάποιος το προηγούμενο βράδυ είχε γράψει με κόκκινη μπογιά:

«Το γέλιο της αξίζει πιο πολύ από το στεγαστικό σας».

 

 

Ετικέτες: , , , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: