RSS

Category Archives: Παραμύθια

ΘΕΑΤΡΙΚΟ: ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ

ΘΕΑΤΡΙΚΟ

 

«ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ»

 Χρήστος Επαμ. Κυργιάκης

ΠΡΑΞΗ 1η

 

Η ιστορία διαδραματίζεται στο καφενείο: «Το ραντεβού της νεολαίας». Μόνιμοι θαμώνες στο καφενείο της γειτονιάς μια παρέα  συνταξιούχων για να περνάνε το χρόνο τους και να γεμίζουν τη μοναξιά τους. Τους τοίχους του καφενείου κοσμούν οι φωτογραφίες του Κωνσταντίνου Καραμανλή, του Ανδρέα Παπανδρέου, του Κώστα Σημίτη, του Κώστα Καραμανλή, του Γιώργου Παπανδρέου, του Αντώνη Σαμαρά και του Αλέξη Τσίπρα. Σε μια ιδιαίτερη θέση, δίπλα στο εικονοστάσι, βρίσκεται κρεμασμένη και η φωτογραφία του Κώστα Μητσοτάκη, «διανθισμένη» με μια αρμαθιά σκόρδα για καλό και για κακό.

 

Είναι 9 η ώρα το πρωί, ημέρα Δευτέρα 2 Απριλίου. Οι φίλοι και οι φίλες μας πληρώθηκαν τη σύνταξή τους και το κλίμα είναι θετικό.

Η μουσική που έβαλε η Ντίνα, η γυναίκα του καφετζή, του Γρηγόρη, ταιριάζει με το θετικό κλίμα. Ήδη στο καφενείο βρίσκονται ο Αντώνης, ο Κώστας, η Ευτέρπη και η Γεωργία.

 

ΝΤΙΝΑ: Αντωνάκη μου, στον πέτυχα τον καφέ σήμερα, έτσι δεν είναι;

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Μωρέ τον πέτυχες… στο «δόξα πατρί». Αν είχε και λίγο καφέ μέσα θα μπορούσες να τον πεις και «καφέ».

 

ΝΤΙΝΑ: Μια ζωή γκρινιάρης και γρουσούζης, γι’ αυτό έμεινες μόνος σου.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Είσαι οχιά και μέγαιρα.

 

ΕΥΤΕΡΠΗ: Έλα Ντίνα μου, μην του δίνεις σημασία.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Μίλησε και η «Τέρπη». Άκου Τέρπη! Αλλά, τι ανάγκη έχεις; Ας έπαιρνα κι εγώ τη συνταξάρα που παίρνεις εσύ και να δεις τι πλακίτσες θα έκανα.

 

ΕΥΤΕΡΠΗ: Δούλεψα τόσα χρόνια Αντώνη.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Ε βέβαια, ενώ εμείς κάναμε διακοπές στις Μπαχάμες. (ειρωνικά). Δούλεψες! Σ’έφαγε το λιοπύρι. Καθόσουνα αναπαυτικά στα δικαστικά έδρανα και απένειμες τάχα δικαιοσύνη, κι εσύ κι ο άντρας σου. Άιντε μην ανοίξω το στόμα μου, άιντε μην τ’ ανοίξω.

 

ΝΤΙΝΑ: Μπα! κλειστό το είχες τόση ώρα;

 

(Παύση…)

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: (Ψιθυριστά και εμπιστευτικά). Δεν ξέρω εσύ Τέρπη μου πως τα πας με τον Σόλωνα, πάντως εγώ έχω θέμα με τον Τάσο.

 

ΤΕΡΠΗ: Τι θέμα;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Να, ξέρεις…καταλαβαίνεις…σεξουαλικής φύσεως.

 

ΤΕΡΠΗ: Τι; Δεν ανταποκρίνεται;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ανταποκρίνεται, δε λέω. Κάνε πιο δω να σου πω. Κάθε φορά που παίρνουμε τη σύνταξη, θέλει να το γιορτάζουμε.

 

ΤΕΡΠΗ: Μπα, και δεν του φαινότανε. Κοίτα να δεις ο Τάσος!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ναι αλλά, μόλις αρχίσει κι ανεβάσει παλμούς αρχίζει και «ξεφυσάει».

 

ΤΕΡΠΗ: Ταύρος πραγματικός ο Τάσος σα να λέμε!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ναι αλλά δεν ξεφυσάει από το στόμα.

 

ΤΕΡΠΗ: Κι από πού ξεφυσάει;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: (γεμάτη ντροπή) Από…τον πισινό.

 

(Ακούγονται τρανταχτά γέλια. Ο Κώστας που ήταν λίγο πιο πέρα άκουσε όλη τη συζήτηση)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Συγνώμη Γιωργίτσα μου, δεν το έκανα επίτηδες. Αλλά μου φάνηκε τόσο αστείο. (γελώντας) Άκου να «ξεφυσάει»!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Καλά δε ντρέπεσαι να κρυφακούς; Αλλά τι περιμένεις από έναν άνθρωπο που ήταν σε όλη του τη ζωή χασάπης; Από πού να μάθει τρόπους; Από τα μοσχάρια ή από τα γουρούνια;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Χασάπης ήμουνα και λέω τα πράγματα με το όνομά τους. Βλέπεις, δεν ήμουνα δικηγόρος σαν τον Τάσο σου (αρχίζει πάλι να γελάει). Άκους εκεί να «ξεφυσάει»!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Γέλα τώρα που μπορείς γιατί σε λίγο, θα πλακώσει το σόι σου για την «είσπραξη» και θα σου κοπεί το γέλιο. Ούτε μία δεκάρα δεν θα έχεις αύριο στην τσέπη σου βρε κακομοίρη!

 

(Πριν καλά-καλά προλάβει η Γεωργία να τελειώσει τη φράση της, η πόρτα του καφενείου ανοίγει και εισέρχεται ο Δημήτρης, ο γιος του Κώστα)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Καλημέρα σε όλους. Πατέρα, καλημέρα. Όλα καλά; Ντινάκι, μου φτιάχνεις ένα καφεδάκι σε παρακαλώ, έτσι μερακλίδικο να το φχαριστηθώ;

 

ΝΤΙΝΑ: Να σου φτιάξω, γιατί να μη σου φτιάξω. Δε μου λες Δημητράκη μου. Κερασμένος από τον μπαμπά σου;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Ντινάκι μου με πληγώνεις. Επειδή, δηλαδή με χτύπησε η ατυχία σα το χταπόδι στο βράχο, θα πρέπει η κοινωνία να πέσει να με φάει;

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Ποια ατυχία Δημητράκη; Για ποια ατυχία μιλάς; Είχες μια χαρά στρωμένη δουλειά από τον πατέρα σου και την εγκατέλειψες.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Κυρ-Αντώνη, άσε αυτά που εγκατέλειψα εγώ και πιάσε αυτούς που εγκατέλειψαν εσένα.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Μπορείτε σας παρακαλώ να σταματήσετε; Στο κάτω-κάτω δεν σας αφορά τι κάνω εγώ με τα λεφτά μου. Δική μου είναι η σύνταξη και την κάνω ότι θέλω.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Καλά σας λέει ο πατέρας μου. Μπράβο ρε πατέρα, τους έβαλες στη θέση τους.

ΚΩΣΤΑΣ: Μάλλον δεν κατάλαβες καλά γιε μου. Αυτά που είπα αφορούν και σένα. Τέρμα το άρμεγμα. Ότι έφαγες, έφαγες. Το μαγαζί είναι ακόμα στη θέση του και σε περιμένει. Αύριο κιόλας αν θέλεις ξεκινάς.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Τι μου λες τώρα ρε γέρο; Και τη μεγάλη μου αγάπη τι να την κάνω; Να την παρατήσω; Κρίμα είναι;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Για ποια μιλάς; Γνώρισες καμιά κοπέλα;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Κοπέλα;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Ε, τι γνώρισες; Μπουλντόζα;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Η μεγάλη μου αγάπη είναι η ποίηση. Πόσες φορές να στο πω; Έχω εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές. Είναι θέμα χρόνου, μέχρι να με ανακαλύψουν οι αναγνώστες. Ειδικά η τελευταία μου συλλογή αναμένεται να κάνει θραύση. Ο εκδότης μου είναι σίγουρος.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Ο εκδότης σου είναι σίγουρος γιατί σε μαδάει κανονικά. Δηλαδή, όχι εσένα. Εμένα έχει τσουρομαδήσει όπως τη γριά κότα πριν την κάνουν σούπα.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: (μαζεμένος γιατί βλέπει ότι χάνει τη χρηματοδότηση)

Πατέρα, είσαι άδικος. Άμα σου διαβάσω μερικούς στίχους από ένα τελευταίο ποίημά μου, θα αλλάξεις γνώμη.

 

(Βγάζει την ποιητική του συλλογή από το σακίδιό του, το ανοίγει και αρχίζει να διαβάζει όρθιος. Εν τω μεταξύ η Ντίνα του φέρνει και τον καφέ που είχε παραγγείλει)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Λέγεται: «Ζαρζαβατικούλι μου».

Δεν άντεξα όταν σε είδα/πίσω από τη λαχανίδα

Γλυκούλα σαν μια ντοματούλα/και ζουμερή σαν πατατούλα

Άγρια ήσουν σαν τσουκνίδα/κι αφράτη σαν την κουνουπίδα

 

ΝΤΙΝΑ: Κουνουπίδι λέγεται, όχι κουνουπίδα.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Ποιητική αδεία, αγράμματη, αλλά τι να καταλάβεις εσύ από ποίηση;

ΝΤΙΝΑ: Αν σου φέρω το δίσκο στο κεφάλι να δεις εσύ τι θα καταλάβεις.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Δεν πα να φτιάξεις καμιά σαλάτα λέω εγώ, να λιγδώσει λίγο και το άντερό σου.

 

(Εν τω μεταξύ ο Κώστας, είχε γύρει πάνω στο τραπέζι με τα χέρια του να έχουν αγκαλιάσει το κεφάλι σα να θέλει να προφυλαχτεί από σεισμό. Δεν άντεξε κι έβαλε τα κλάματα. Σκουπίζει τα μάτια του και αρχίζει να μιλάει)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκες, η σχωρεμένη η μάνα σου ονειρευόταν μεγαλεία για σένα. Πως θα γίνεις μεγάλος και τρανός. Σε ήθελε το λιγότερο πρωθυπουργό της Ελλάδας.

(Γυρνώντας προς τη φωτογραφία του Ανδρέα Παπανδρέου σταυροκοπιέται) Μεγάλε Ανδρέα, σχώρα με. Χατίρι δε σου χάλασε ποτέ. Θα το χαλάσεις το παιδί, της έλεγα. Το χαβά της αυτή.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Η μητέρα με αγαπούσε και με πίστευε όσο κανείς άλλος στον κόσμο. Είχε αντιληφθεί από πολύ νωρίς την κλίση μου στην ποίηση.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: (Φασκελώνοντάς τον  και με τα δύο χέρια)

Να, πάρε δέκα Νόμπελ για να ησυχάσεις.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Βλέπεις, εκείνη ήταν από τζάκι. Δε συγχώρεσε ποτέ στον εαυτό της το ότι ερωτεύτηκε εμένα, έναν χασάπη. Προσπάθησα να τη συνεφέρω αλλά δεν έπαιρνε από λόγια. Κι εσύ, βρε παλιοτόμαρο κατάλαβες από νωρίς την αδυναμία που σου είχε και την εκμεταλλευόσουνα μέχρι εκεί που δεν παίρνει.

 

(Ο Δημήτρης κάθεται σε μια καρέκλα και ακούει με σκυφτό το κεφάλι)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Όμως Δημητράκη μου ως εδώ. Δεν αντέχω άλλο. Έστω κι αν είναι αργά, αποφάσισα να το σταματήσω αυτό το παραμύθι. Η χρηματοδότηση κομμένη. Η θα δουλέψεις το μαγαζί ή να αρχίσεις να τρως τις ποιητικές συλλογές σου.

 

(Ο Δημήτρης σηκώνεται. Με σκυφτό το κεφάλι και αργά βήματα, κατευθύνεται προς την πόρτα του καφενείου για να φύγει)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Εντάξει πατέρα, έχεις δίκιο. Φεύγω.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Και που πας;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Πάω να φάω τις ποιητικές μου συλλογές, όπως είπες. Άλλωστε έχω τρεις μέρες να βάλω μπουκιά στο στόμα μου. (Φεύγει τρέχοντας)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Στάσου, μη φεύγεις. Δεν μου απάντησες (Τον ακολουθεί με το γέρικο βηματισμό του. Στο καφενείο επικρατεί απόλυτη σιωπή)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Σαν την Ελπίδα

Σαν την Ελπίδα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Τούτο το «παραμύθι» χάνεται μέσα στα βάθη του χρόνου και της λησμονιάς. Κανένας δεν ξέρει αν είναι πραγματική ιστορία ή δημιουργία του μυαλού και της φαντασίας κάποιου ή κάποιων ανθρώπων.

Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, αυτός που μου την διηγήθηκε ισχυριζόταν πως είναι αληθινή.

Ζούσε, λέει, πριν από πολλά-πολλά χρόνια, σε ένα μικρό παραθαλάσσιο ονειρεμένο χωριό, ένα μικρό κορίτσι που το έλεγαν Ελπίδα. Πατέρας της Ελπίδας ήταν ο Φόβος και μητέρα της η Προσμονή.

Παρόλο που το χωριό ήταν πολύ όμορφο και είχε όλα τα καλά του κόσμου, οι κάτοικοί του, μέχρι να γεννηθεί η Ελπίδα, ήταν θλιμμένοι, αγέλαστοι και αμίλητοι.

Η Ελπίδα, λίγες μόλις μέρες μετά τη γέννησή της, έδειξε ότι κουβαλούσε ανεξήγητες και μαγικές δυνάμεις. Μόλις άγγιξε με τα μικρά της χεράκια τη μητέρα της και τον πατέρα της, εκείνοι, χωρίς να μπορούν να το εξηγήσουν, ένιωσαν να τους πλημμυρίζει χαρά μεγάλη, τόση που το γέλιο ξαναβγήκε από τα χείλη τους και φώλιασε σε κάθε γωνιά του σπιτιού τους. Η θλίψη έφυγε από το πρόσωπό τους και οι καθρέφτες του σπιτιού αποκαλύφθηκαν πάλι μετά από πολλά χρόνια αναμονής, κρυμμένοι κάτω από σεντόνια και κουβέρτες. Βλέπετε, Ο Φόβος και η Προσμονή, δεν άντεχαν να βλέπουν τα πρόσωπά τους σε καθρέφτες.

Η Ελπίδα, κοριτσάκι πια, έκανε παρέα με όλα τα παιδάκια του χωριού μα και με τους μεγάλους. Όλοι ήθελαν να χαϊδέψουν τα ξανθά μαλλάκια της και να συναντηθούν με το γαλαζοπράσινο βλέμμα της. Μετά από κάθε τους χάδι, το χαμόγελο μετακόμιζε στο πρόσωπό τους και η θλίψη ετοίμαζε τις βαλίτσες της μετανάστευσης. Δεν υπήρχε κανένας που να μην γνώριζε ότι αγγίζοντας την Ελπίδα η αισιοδοξία επέστρεφε στο μυαλό του.

Οι κάτοικοι του χωριού ζούσαν μέρες χαράς και δημιουργίας μέχρι που το νέο έσκασε σαν ξεχασμένη νάρκη: Η Ελπίδα αρρώστησε βαριά. Εδώ και δύο μέρες ψηνόταν στον πυρετό και κανένα φάρμακο, κανένα γιατροσόφι δεν μπορούσε να τη συνεφέρει. Ούτε και το ευχέλαιο του παπά μπόρεσε να κάνει κάτι.

Στην πλατεία του χωριού οι συζητήσεις έδιναν κι έπαιρναν. Τα παιδιά σταμάτησαν να παίζουν στις ρούγες κι είχαν συγκεντρωθεί κι αυτά στην πλατεία για να μαθαίνουν τα νέα.

Οι νεώτεροι ζητούσαν συμβουλές από τους γέροντες. Μάταια όμως! Κανένας δεν μπορούσε να δώσει μια λύση.

«Ξέρω το φάρμακο που χρειάζεται το κορίτσι», ακούστηκε δυνατά μια φωνή.

Όλοι έψαχναν να βρουν ποιος μίλησε.

Κάτω από τον μεγάλο φτελιά της πλατείας καθόταν ένας άγνωστος άντρας, ακουμπώντας την πλάτη του στον κορμό του γέρικου δέντρου. Φορούσε ένα μεγάλο ψάθινο καπέλο, ρούχα πολυκαιρισμένα κι ένα κατακόκκινο μαντήλι στο λαιμό.

Είχε κάμποση ώρα που βρισκόταν εκεί, σκαλίζοντας με το δεξί του χέρι το χώμα, χωρίς κανένας να έχει αντιληφθεί την παρουσία του.

«Η γιατρειά του κοριτσιού βρίσκεται στα χέρια και στις ψυχές σας», ξαναμίλησε ο άγνωστος άντρας, τούτη τη φορά πιο δυνατά, χωρίς όμως να σηκώσει ούτε μια στιγμή το βλέμμα του από το χώμα που σκάλιζε με το χέρι του.

«Μην τον ακούτε, είναι τρελός δεν τον βλέπετε;», είπε θυμωμένος ο παπάς.

«Ποιος ξέρει από πού έρχεται!», συμπλήρωσε ο πρόεδρος.

«Γιατί να πιστέψουμε έναν άγνωστο κουρελή;» πρόσθεσε ο δάσκαλος.

Για λίγη ώρα δε μίλησε κανείς.

«Αλήθεια λέει ο άγνωστος», ακούστηκε μια παιδική φωνή και η γονείς έτρεξαν να μαλώσουν το παιδί που μίλησε.

«Έχω γυρίσει όλα τα χωριά και τις πόλεις της χώρας. Το δικό σας είναι το τελευταίο», φώναξε ακόμη πιο δυνατά ο άγνωστος. Μόνο που τούτη τη φορά είχε σηκωμένο το κεφάλι και το βλέμμα του καρφωμένο στο παιδί που μίλησε πριν από λίγο.

«Την Ελπίδα μπορείτε να την σώσετε μόνο αν ονειρευτείτε και θελήσετε να κάνετε τα όνειρά σας πραγματικότητα. Εσείς, αυτό που κάνατε μέχρι τώρα ήταν να περιμένετε από την Ελπίδα να σας δώσει τη χαρά που σας έλλειπε. Κάθε φορά που σας άγγιζε, έχανε και λίγη από τη ζωή της. Ψυχορραγούσε γιατί δεν της επιστρέφατε τη ζωή που σας χάριζε».

«Τι παραμύθια είναι αυτά που λες;», πετάχτηκε πάλι ο δάσκαλος.

«Δε λέει παραμύθια», ακούστηκε πάλι η ίδια παιδική φωνή. Τούτη τη φορά, το παιδί που μίλησε, κρατούσε στο αριστερό του χέρι ένα μεγάλο ξύλο και στο δεξί ένα σουγιά. Με το σουγιά του άρχισε να σκαλίζει το ξύλο.

«Πάντα ήθελα ένα ξύλινο άλογο. Ήρθε η ώρα να το αποκτήσω», είπε πάλι το παιδί και συνέχισε να σκαλίζει το ξύλο. Σιγά-σιγά σκάλισε δύο μάτια, μετά τα ρουθούνια, τα αυτιά και τελευταία άφησε τη χαίτη. Όλοι στο χωριό ήξεραν την ικανότητα που είχε το παιδί αυτό να σκαλίζει μορφές στο ξύλο και στο χώμα.

Ο άγνωστος άντρας σηκώθηκε αργά-αργά, καβάλησε το άλογό του που ήταν δεμένο λίγο πιο πέρα και πήρε το δρόμο που οδηγούσε έξω από το χωριό.

Σε κανέναν δε μίλησε μα και κανένας δεν τον χαιρέτησε.

Το παιδί, καβάλησε το ξύλινο άλογό του και κίνησε για το σπίτι της Ελπίδας.

Σαν έφτασε, έτρεξε γρήγορα στο δωμάτιό της. Την είδε ξαπλωμένη στο κρεβάτι να ανασαίνει βαριά με τα μάτια κλειστά.

«Ελπίδα, εγώ είμαι, ο φίλος σου. Μ’ ακούς; Ήρθα να σου δείξω κάτι που έφτιαξα. Πάντα ονειρευόμουν να αποκτήσω ένα ξύλινο άλογο. Άνοιξε τα μάτια και δες το. Τα κατάφερα. Για σένα το έφτιαξα.»

Πολύ γρήγορα, κόσμος πολύς μαζεύτηκε έξω από το σπίτι της Ελπίδας.

Το παιδί, έπιασε το σχεδόν άψυχο χέρι της Ελπίδας και το έβαλε στη χαίτη του ξύλινου αλόγου.

Το χέρι της Ελπίδας κουνήθηκε και χάιδεψε το μικρό παιδί. Τα μάτια της άνοιξαν. Οι γονείς της, ο Φόβος και η Προσμονή, βγήκαν από το δωμάτιο και ανακοίνωσαν το ευχάριστο νέο στους συγκεντρωμένους.

«Η Ελπίδα ζει! Η Ελπίδα ζει! Είχε δίκιο ο άγνωστος καβαλάρης», άρχισαν να φωνάζουν όλοι μη μπορώντας να συγκρατήσουν τα δάκρυα χαράς που έτρεχαν από τα μάτια τους.

Η Ελπίδα έγινε καλά, η ζωή στο χωριό ξαναβρήκε το ρυθμό της αφού οι κάτοικοί του άρχισαν να κάνουν όνειρα και προσπαθούσαν τα όνειρα αυτά να τα πραγματοποιήσουν.

Μέχρι πότε; Κανείς δεν ξέρει. Ούτε αυτός που μου διηγήθηκε ετούτη την παράξενη ιστορία.

 

Ετικέτες: , ,

Αφέντη δώσε μας ψίχουλα…

Αφέντη δώσε μας ψίχουλα, είπαν οι σκλάβοι ψιθυριστά στον φούρναρη. Ο αφέντης ούτε που τους έδωσε σημασία. Ίσα ίσα, τους έβαλε τους φωνές και τους μοίρασε κι από 10 βουρδουλιές.

Αφέντη δώσε μας από μια φέτα ψωμί, είπαν οι σκλάβοι φωνάζοντας. Ο αφέντης, ξαφνιασμένος λιγάκι, τους έδωσε από λίγα ψίχουλα.

Αφέντη δώσε μας από ένα καρβέλι ψωμί, είπαν ουρλιάζοντας οι σκλάβοι. Ο αφέντης, ενοχλημένος αρκετά, τους έδωσε από μια φέτα ψωμί.

Αφέντη δώσε μας όλο το πανέρι με τα ψωμιά, είπαν οι σκλάβοι αρπάζοντας το μαστίγιο από τα χέρια του αφέντη. Ο αφέντης έντρομος τους έδωσε από ένα καρβέλι ψωμί.

Αφέντη, πάρε κι εσύ ένα καρβέλι ψωμί κι από αύριο θα δουλεύεις στο φούρνο μαζί μας, είπαν οι σκλάβοι διώχνοντας τον αφέντη από το φούρνο.

 

 

Ετικέτες: ,

Ο Καραγκιόζης και ο ΕΝΦΙΑ

Ο Καραγκιόζης και ο ΕΝΦΙΑ

Ο Καραγκιόζης και ο ΕΝΦΙΑ

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 karagiozis1Το ξημέρωμα βρίσκει τον Καραγκιόζη και τη φαμελιά του να κοιμούνται στην παράγκα τους λίγο πριν λαλήσει ο κόκορας – το ξυπνητήρι τους – για να ετοιμαστούν για τις δοκιμασίες μιας ακόμη μέρας.

Όμως, τα δυνατά χτυπήματα στην πόρτα της παράγκας, πρόλαβαν αυτή τη φορά τον κόκορα.

 

Καρ: Τι είναι αυτό βρε Αγλαΐτσα μου;

Αγλ: Κάποιος χτυπάει δυνατά την πόρτα Καραγκιόζη μου. Σήκω να δεις ποιος είναι. Θα ξυπνήσουν τα παιδιά.

Καρ: Και γιατί χτυπάει την πόρτα ο γρουσούζης; Χάθηκε να χτυπήσει το κουδούνι;

Αγλ: Δεν έχουμε κουδούνι Καραγκιόζη μου; Το ξέχασες;

Καρ: Δεν έχουμε; Και γιατί δεν έχουμε;

Αγλ: Γιατί μας έκοψαν το ρεύμα. Συζήτηση θα ανοίξουμε τώρα; Τρέξε γρήγορα να δεις ποιος είναι.

Καρ: Μια στιγμή, να βάλω τη ρόμπα μου τη μεταξένια και τις δερμάτινες παντούφλες μου και πάω.

 

Ρίχνει πάνω του μια ανοιχτή εφημερίδα και βάζει στα πόδια του δύο άδεια πλαστικά δοχεία από γιαούρτι και πάει να ανοίξει. Εν τω μεταξύ, τα χτυπήματα στην πόρτα όλο και δυναμώνουν.

 

Καρ: Σιγά βρε αθεόφοβε θα μου γκρεμίσετε την πόρτα και είναι και θωρακισμένη. Μια στιγμή να βγάλω το συναγερμό. Το ρημάδι το σύρμα, μπλέχτηκε στο καρφί και με παιδεύει. Α! Εντάξει, τα κατάφερα.

 

Ανοίγει την πόρτα και αντικρίζει τρεις καλοντυμένους κυρίους με κάτι φακέλους στα χέρια να στέκονται βλοσυροί και εκνευρισμένοι μέσα στα μαύρα κοστούμια τους. Βλέποντάς τους ο Καραγκιόζης σαστίζει και είναι σίγουρος πως ονειρεύεται.

 

Καρ: Άι στην ευχή. Όνειρο έβλεπα πάλι. Και της είπα της Αγλαΐας να μη μου δίνει να τρώω μοσχαροκεφαλή το βράδυ. Να μου φτιάχνει κάτι πιο ελαφρύ. Ας πάω να συνεχίσω τον ύπνο μου γιατί όπου να’ ναι θα αρχίσει το τραγούδι εκείνος ο γρουσούζης ο κόκορας.

Κ1: Όχι κύριε Καραγκιοζόπουλε, δεν ονειρεύεστε. Καλημέρα σας.

Καρ: Μωρέ, μπράβο όνειρο! Σαν αληθινό είναι!

Κ2: Κύριε Καραγκιοζόπουλε, σας είπαμε δεν είναι όνειρο, είναι πραγματικότητα.

Καρ: (Ωχ! Σα να αγριεύουν τα πράγματα). Και γιατί φωνάζεις έτσι κύριος; Κουφός είσαι; Ρε παιδιά! Έτσι στα μαύρα που είστε ντυμένοι σα νεκροθάφτες μοιάζετε. Φτου-φτου Παναγία μου.

Κ3: Κύριε Καραγκιοζόπουλε, βρισκόμαστε εδώ με εντολή του πρωθυπουργού.

Καρ: Μπα! Και που με ξέρει ο πρωθυπουργός; Ε ρε Καραγκιόζο μεγαλεία.

Κ1: Με εντολή του πρωθυπουργού ήρθαμε να εισπράξουμε τον ΕΝΦΙΑ.

Καρ: Και τι είναι αυτός ο Ένφιας;

Κ2: Φόρος ακινήτων. Πρέπει να πληρώσετε φόρο για το σπίτι σας. Είναι-μια στιγμή να δω-753 ευρώ!

Καρ: Κάτσε, κάτσε. Μια στιγμή! Τι τρομοκρατική ενέργεια ήταν αυτή τώρα; Με τόσα λεφτά αγοράζω το μισό αεροδρόμιο του Ελληνικού!……………

Φόρος ακινήτων είπες; Την πάτησε ο πρωθυπουργός.

Κ3: Γιατί;

Καρ: Η δική μου η καλύβα δεν είναι ακίνητη, αλλά κινητή. Μόλις βρέξει και πλημμυρίσει το ρέμα, τη βρίσκουμε 300 μέτρα πιο πέρα. Μετά περιμένουμε πότε θα φυσήξει αντίθετος άνεμος για να την ξαναφέρει στη θέση της!

Κ1: Είναι το σπίτι σας κύριε και θα πρέπει να πληρώσετε με εντολή πρωθυπουργού.

Καρ: Να πεις στον πρωθυπουργό να πληρώσει αυτός με εντολή δική μου.

Κ2: Κύριε, αν δεν πληρώσετε τώρα αμέσως, θα σας κατασχέσουμε το σπίτι.

Καρ: Τι λες βρε λωποδύτη που θα μου καταχέσετε το σπίτι. Θα σας καταχέσω εγώ νωρίτερα.

Κ3: Εννοεί ότι θα σας πάρουμε το σπίτι κύριε.

Καρ: Και που θα το πάτε;

Κ3: Θα το δώσουμε στους δανειστές.

Καρ: Σε ποιον στον Μπάρμπα-Γιώργο;

Κ1: Όχι κύριε, ποιον Μπάρμπα-Γιώργο; Στην τρόικα θα το δώσουμε.

Καρ: Εγώ μόνο από τον Μπάρμπα-Γιώργο δανείστηκα. Αυτή την κυρία τρόικα δεν την ξέρω.

Κ2: Δεν έχει νόημα η κουβέντα. Πληρώστε μας για να συνεχίσουμε τη δουλειά μας κύριε. Το πρωτογενές πλεόνασμα μας περιμένει.

Καρ: Μάλιστα! Και παίρνετε και τσεκ, αντί για μετρητά;

Κ3: Βεβαίως!

Καρ: Αγλαΐτσαααα! Πιάσε το «καρνέ» των επιταγών σε παρακαλώ να «πληρώσω» τους κυρίους!

 

Η Αγλαΐα που εν τω μεταξύ είχε σηκωθεί, βρισκόταν πίσω από τον Καραγκιόζη και άκουσε όλη τη συζήτηση.

 

Αγλ: Πάω Καραγκιόζη, τρέχω.

 

Η Αγλαΐα επιστρέφει κρατώντας μια τεράστια συρμάτινη μυγοσκοτώστρα. Την αρπάζει ο Καραγκιόζης και την κρατάει στα χέρια.

 

Καρ: Μπράβο Αγλαΐτσα. Λοιπόν, κύριοι νεκροθάφτες. Το καλό που σας θέλω πάρτε δρόμο γιατί θα αρχίζω να «κόβω» επιταγές, με εντολή Καραγκιόζη. Και πείτε στον πρωθυπουργό πως από σήμερα αλλάζω επάγγελμα. Γίνομαι εφοπλιστής, εργοστασιάρχης και καναλάρχης και γλιτώνω μια για πάντα από τους φόρους!

Κ1: Αυτό που κάνετε κύριε είναι παράνομο. Θα τιμωρηθείτε γι΄αυτό.

Καρ: Βρε ουστ από δω νεκροθάφτες. Φόρος για τα σπίτια, φόρος για τα χωράφια, φόρος για το φαΐ, φόρος για το πετρέλαιο. Μέχρι και τον αέρα θα μας φορολογήσετε. Πάρτε δρόμο γιατί έρχεται ο μπάρμπας μου αγριεμένος.

 

Ο Μπάρμπα-Γιώργος πλησιάζει με φούρια τσαντισμένος.

 

Καρ: Που΄σαι μπαρμπούλη μου. Έλα που σε χρειάζομαι.

Μπ: Τι μι θες ουρέ χαντακουμένου;

Καρ: Τους βλέπεις αυτούς τους τρεις;

Μπ: Αχά, τς βλέπου. Τι είνι αυτούνοι;

Καρ: Φοροεισπράκτορες. Ήρθαν να εισπράξουν τον ΕΝΦΙΑ για την καλύβα μου μπαρμπούλη μου και αν δεν πληρώσω λένε πως πρώτα θα την καταχέσουν και μετά θα μου την πάρουν να τη δώσουν σ΄αυτήν την ακατονόμαστη.

Μπ: Για στέκα πιδί μ. Ρε ζαγάρια τα’ κιρατά. Δε σας είπα χτες να ξικουμπιστείτι; Ήρθαν κι σι μένα να τς δώκου φόρου 500 ιυρώ για το βουσκουτόπ.

Καρ: Και τους έδωσες;

Μπ: 5 φάπις.

Κ1: Κύριε Καραγκιοζόπουλε δεν φεύγουμε αν δεν πάρουμε κάτι. Θα πάρουμε αυτό το ποδήλατο (ένα σαραβαλιασμένο ποδήλατο του Κοπρίτη)

 

Ο Κοπρίτης, κρυμμένος τόση ώρα πίσω από την καλύβα ορμάει και δαγκώνει το πόδι του μαυροντυμένου κυρίου. Ακολουθεί πανδεμόνιο.

 

Κο: Άσε κάτω το ποδήλατό μου ρε κλέφτη.

Καρ: Άσε κάτω το κάμπριο βρε νεκροθάφτη.

Μπ: Άσι του πουδήλατου τ’ πιδιού γιατί θα σι ματσιάξου πάλι.

Κ1: Δεν το αφήνω. Πρέπει να αρχίσει η ανάπτυξη.

Μπ: Άμα σι πιάσου απ’ τα χλάρια να δεις πως θα σι αναπτήξου ιγώ.

 

Ακολουθεί γενική «σύρραξη» καθώς στη σκηνή προστέθηκε και η υπόλοιπη οικογένεια του Καραγκιόζη, που είχε ως αποτέλεσμα οι τρεις φοροεισπράκτορες να τρέχουν ακόμα να γλυτώσουν από την οργή τους.

 

Καρ: Ακούς εκεί να θέλουν να μας πάρουν το βιος μας στα καλά καθούμενα.

Μωρέ το πήραν το μάθημά τους. Θα κάνουν πολύ καιρό να ξαναεμφανιστούν. Ευτυχώς που ήρθες στην κατάλληλη ώρα μπαρμπούλη μου.

Μπ: Άντι ρε κατακαημένου. Μη σκιάζισι τίποτα. Του’ δις του ζαγάρ του θκος πως τουν δάγκουσι στου κότς; Ούτι ου Γκέκας μ’ δε δαγκών έτς.

Καρ: Άντε παιδιά, ετοιμαστείτε. Πρέπει να ειδοποιήσουμε και τους άλλους στο χωριό, μην τους βρουν οι φοροεισπράκτορες απροετοίμαστους.

Κο: Πατέρα, εγώ δεν πάω πουθενά αν δεν φάω πρωινό.

Καρ: Χα, χα. Ωραίο ήταν αυτό! Να σου ετοιμάσει η μάνα σου αυγά με μπέικον και χυμό πορτοκάλι με ένα κομμάτι ψωμί;

Κο: Αφού το ξέρεις πως δεν έχουμε ψωμί.

Καρ: Εντάξει, θα σου δώσουμε παντεσπάνι που σου αρέσει! Άντε, αφήστε τα λόγια γιατί μας περιμένει πολύ δουλειά για να γλιτώσουμε από τους νεκροθάφτες μας.

Γεια σας, γεια σας. Θα τα πούμε σύντομα!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ετικέτες:

Ο παλιάτσος του δρόμου και η καρδερίνα-Μέρος 2ο

Ο παλιάτσος του δρόμου και η καρδερίνα-Μέρος 2ο

Ο παλιάτσος του δρόμου και η καρδερίνα-Μέρος 2ο

Δείτε εδώ το 1ο μέρος 

…συνέχεια

Παλιάτσος1

ΜΕΡΟΣ 2ο

Έτσι οι δρόμοι των δύο νεαρών φίλων χωρίστηκαν οριστικά. Ο παλιάτσος μας έπεσε να πεθάνει από τη στενοχώρια του. Τότε ήταν που απέκτησε και το άσθμα. Προτίμησε να γίνει ο παλιάτσος για τα παιδιά.

Ο Δήμαρχος, διάλεξε να γίνει ο «παλιάτσος» των δυνατών της πόλης.

Όταν, λοιπόν, έφτασε η οικογένεια του Δημάρχου μπροστά στον παλιάτσο, ο μικρός του γιος στύλωσε τα ποδαράκια του και κάρφωσε το βλέμμα του στον ώμο του παλιάτσου.

«Έλα μικρέ, προχώρα. Τι έπαθες;», τον ρώτησε ο Δήμαρχος.

«Κοίτα μπαμπά, κοίτα.», είπε ο μικρός.

«Τι να κοιτάξω;»

«Πάνω στον ώμο του παλιάτσου κάθεται μια καρδερίνα.»

Ο Δήμαρχος κοίταξε πιο προσεκτικά και το πρόσωπό του κοκκίνισε. Λες και είδε κανένα τέρας.

Η καρδερίνα στη θέα του Δημάρχου ταράχτηκε.

«Παλιάτσο μου, κρύψε με. Κρύψε με στην τσέπη σου σε παρακαλώ. Γρήγορα.»

«Τι έπαθες Ρινούλα μου; Μη φοβάσαι. Δεν θ’ αφήσω κανέναν να σε πειράξει.»

Ο παλιάτσος σταμάτησε την παράστασή του, έπιασε με προσοχή τη μικρή καρδερίνα και την έκρυψε στην τσέπη του σακακιού του. Σήκωσε το κεφάλι του με θυμό και η ματιά του συνάντησε τη ματιά του Δημάρχου. Ο θυμός του έγινε στενοχώρια και μετά θλίψη. Θυμήθηκε το φόβο της καρδερίνας και γέμισε πάλι με θυμό που σύντομα έγινε οργή. Ένιωθε τα πνευμόνια του να προσπαθούν να μην ξεσπάσουν σε βήχα και την καρδιά του να πάλλεται έτοιμη να σπάσει.

Ο Δήμαρχος, αφού κοντοστάθηκε για μερικά λεπτά κοιτώντας στο πουθενά, άρπαξε απότομα το μικρό του γιο και κάνοντας νόημα στη σύζυγό του απομακρύνθηκε από τον πεζόδρομο.

Μέσα σε λίγη ώρα, η αστυνομία της πόλης εμφανίστηκε μπροστά στον παλιάτσο ο οποίος κρατούσε στη χούφτα του τη μικρή καρδερίνα, προσπαθώντας να την πείσει πως δεν υπάρχει πια λόγος να φοβάται.

Ο επικεφαλής αστυνομικός απευθυνόμενος με έντονο ύφος στον παλιάτσο του είπε:

«Έχεις άδεια για να κάνεις αυτή τη δουλειά εδώ στον πεζόδρομο;»

«Άδεια; Για ποιο λόγο; Για να διασκεδάζω τα παιδιά;», ρώτησε απατώντας ήρεμα ο παλιάτσος.

«Βγάζεις χρήματα όμως διασκεδάζοντας τα παιδιά. Έτσι δεν είναι;»

«Δεν έχω εισιτήριο. Δεν υποχρεώνω κανέναν να με πληρώσει. Όμως, ναι βγάζω. Ίσα-ίσα για να πληρώνω το δωμάτιο που μένω και το φαΐ που τρώμε εγώ και η Ρινούλα. Μην ψάχνεις σε μένα αστυνόμε για κρυμμένα πλούτη».

«Είσαι και παντρεμένος ε; Που λες, είναι παράνομο αυτό που κάνεις γιατί δεν έχεις άδεια».

«Μπορεί να είμαι παράνομος με τους νόμους που υπηρετείς εσύ, αλλά εγώ δεν αισθάνομαι καθόλου έτσι. Έχω εκατοντάδες άδειες να σου δείξω.»

«Γι δείξε μου!»

«Δες πίσω σου πόσα παιδικά μάτια σε κοιτάνε! Αυτές είναι οι δικές μου άδειες.»

Ο αστυνομικός γύρισε πίσω του και μόλις τότε διαπίστωσε τον κόσμο που είχε μαζευτεί και είχε κάνει ένα ημικύκλιο.

«Είσαι κακός. Ν’ αφήσεις τον παλιάτσο ήσυχο και να φύγεις», του φώναξε ένα παιδάκι.

Μετά ακολούθησε κι άλλο και σιγά-σιγά οι παιδικές διαμαρτυρίες μαζί με αυτές πολλών γονιών έκαναν την κατάσταση ανυπόφορη για τον αστυνομικό και τους δύο υφισταμένους του.

«Αύριο να μην είσαι εδώ χωρίς άδεια. Μ’ άκουσες;», είπε γεμάτος νεύρα ο αστυνομικός και έκανε να αποχωρήσει.
«Αύριο θα είμαι πάλι εδώ. Μ’ άκουσες; Και πες στο Δήμαρχο πως αν έχει τα κότσια να έρθει εκείνος να με διώξει. Εσύ αστυνόμε δεν έχεις παιδιά;»

«Φυσικά και έχω. Έχω και τ’ αγαπάω πάρα πολύ.»

«Σ’ αυτό είστε ίδιοι με το Δήμαρχο. Αγαπάτε μόνο τα δικά σας παιδιά όπως αγαπάτε τις περιουσίες σας. Σαν κτήματα τα βλέπετε. Να του το πεις κι αυτό του Δημάρχου», είπε ο παλιάτσος και συνέχισε προσπαθώντας να τελειώσει την παράστασή του που με όλα αυτά έμεινε στη μέση.

Αφού τελείωσε το νούμερό του, έβγαλε από τη μεγάλη τσέπη του παντελονιού του ένα γεμάτο σακούλι με καραμέλες.

«Παιδιά, κάτι μου λέει ότι θα βρέξει σε λίγο», απευθύνθηκε ο παλιάτσος στα παιδιά πετώντας συγχρόνως ψηλά τις καραμέλες για να πέφτουν σα βροχή πάνω τους.

Ύστερα, φρόντισε το φαγητό και το νερό της Ρινούλας σε μία άκρη στο διπλανό παγκάκι κι έκατσε να στρίψει τσιγάρο.

«Για πες μου τώρα μικρούλα μου, γιατί τρόμαξες τόσο σαν είδες το Δήμαρχο; Τι ήταν αυτό που σε φόβισε τόσο;», ρώτησε γλυκά ο παλιάτσος τη μικρή καρδερίνα.

Η καρδερίνα, στο άκουσμα του Δημάρχου φούσκωσε τα φτερά της, όπως τα φουσκώνει όταν κρυώνει με τους δυνατούς βοριάδες και κούρνιασε στα πόδια του παλιάτσου.

«Μα τι είναι τέλος πάντων αυτό που συμβαίνει; Γιατί φοβάσαι να μου μιλήσεις;» παρακάλεσε ο παλιάτσος για μια ακόμη φορά τη μικρή του καρδερίνα.

«Θυμάσαι όταν με βρήκες, εδώ σ’ αυτό το παγκάκι, μισολιπόθυμη και φοβισμένη;»

«Φυσικά και θυμάμαι. Ήσουν διψασμένη και ταλαιπωρημένη που δεν μπορούσες ούτε τα φτερά σου να κουνήσεις. Σε ρώτησα τι σου είχε συμβεί αλλά δε μου απάντησες ούτε τότε ούτε κάποια άλλη από τις τόσες φορές που σε ρώτησα. Σταμάτησα, λοιπόν, κι εγώ να σε ρωτάω.»

«Πριν από κάμποσα χρόνια, ένας νεαρός πέρασε από το μαγαζί του μπάρμπα Νίκου. Του ζήτησε μια καρδερίνα για να του κάνει συντροφιά. Ήταν λυπημένος γιατί τσακώθηκε με τον καλύτερό του φίλο. Ο μπάρμπα Νίκος διάλεξε εμένα. Μ’ έβαλε σ’ ένα όμορφο κλουβάκι και μ’ έδωσε στον Πέτρο. Έτσι ήταν τ’ όνομά του νεαρού. Με φρόντιζε και μ’ αγαπούσε κι εγώ, κελαηδώντας προσπαθούσα να του διώχνω τη στενοχώρια και να τον κάνω χαρούμενο».

«Πέτρο είπες; Έτσι λένε και το Δήμαρχο!»

«Κι εσύ παλιάτσο μου πώς ξέρεις το όνομα του Δημάρχου;»

«Ρινούλα, μην αλλάζεις θέμα. Για συνέχισε.»

συνεχίζεται…

 

Ετικέτες: , , , , ,

Ο παλιάτσος του δρόμου και η καρδερίνα-Μέρος 1ο

Ο παλιάτσος του δρόμου και η καρδερίνα-Μέρος 1ο

Ο παλιάτσος του δρόμου και η καρδερίνα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 ΜΕΡΟΣ 1ο 

Παλιάτσος1Ήταν ένα κυριακάτικο ηλιόλουστο ανοιξιάτικο πρωινό. Ήδη, αν και σχετικά νωρίς, ο κόσμος άρχισε να γεμίζει σιγά-σιγά τον μεγάλο πεζόδρομο του κέντρου της πόλης.

Νεαρά ζευγάρια, δεν έχασαν την ευκαιρία, να ξεμυτίσουν λίγο από τα σπίτια τους και να χαρούν, κάνοντας την καθιερωμένη βόλτα, την τρυφερότητα της νιότης τους.

Ζευγάρια ηλικιωμένων, πιασμένοι χέρι-χέρι είπαν να ανανεώσουν εκείνο το πρωινό την αφοσίωση μιας ζωής που έγερνε προς τη δύση της.

Παρέες μεγάλες και μικρές περνούσαν πάνω κάτω κάνοντας, άλλες λιγότερο και άλλες περισσότερο θόρυβο. Άλλωστε γι’ αυτό είναι οι παρέες, για να μας κρατάνε με το θόρυβό τους ζωντανούς.

Πώς θα μπορούσαν μια τέτοια μέρα να λείπουν τα παιδιά; Μικρά και μεγαλύτερα, άλλα γαντζωμένα από την ασφάλεια των χεριών των γονιών τους και άλλα, στο πρώτο τους φτερούγισμα να διεκδικούν από τους γονείς τους λίγα βήματα χωρίς το ασφυκτικό μέχρι και ντροπιαστικό κράτημα του χεριού τους.

Στις άκρες και στο κέντρο, σε διάφορα σημεία του πεζόδρομου, οι καλλιτέχνες του δρόμου, είχαν πάρει θέση για να δώσουν ο καθένας τη δική του σύντομη παράσταση σε μικρούς και μεγάλους θεατές με αμοιβή: Ότι προαιρείσθε!

Κάπου εκεί στην άκρη του πεζόδρομου είχε στήσει το υπαίθριο καλλιτεχνικό του εργαστήρι και ο παλιάτσος μας. Ο μοναδικός παλιάτσος σε όλον τον πεζόδρομο.

Ως «παλιάτσο» τον ήξεραν οι «συνάδελφοί» του στον πεζόδρομο, «παλιάτσο» τον αποκαλούσαν και οι θεατές του, μικροί και μεγάλοι. Σα να μην είχε όνομα, σα να μην δικαιούταν να έχει όνομα.

Τον ίδιο δεν τον ένοιαζε. Για κείνον ήταν αρκετό που μπορούσε να ζωγραφίζει για λίγο το χαμόγελο στα παιδικά πρόσωπα και μαζί και στα πρόσωπα των γονιών τους που έβρισκαν την ευκαιρία να κλέψουν λίγη από τη χαρά και την ευτυχία των παιδιών τους. Κι όσο έβλεπε ο παλιάτσος μας τα παιδιά να γελάνε με τα καμώματά του, άλλο τόσο πάσχιζε να τα κάνει ακόμα πιο πολύ χαρούμενα.

Μερικές φορές, σαν κουραζόταν πολύ, τον έπιανε εκείνο το αναθεματισμένο το άσθμα. Προίκα της ζωής, ατελείωτη που προσπαθούσε να τη βγάλει από μέσα του για να μην τον πνίξει, κάθε φορά που έβηχε.

Όμως, εδώ και καιρό, είχε για παρηγοριά του τη Ρινούλα. Μια μικρή πανέμορφη καρδερίνα με το κόκκινο και το κίτρινο στα φτερά της κλεμμένα από τα χρώματα της ανατολής. Είχε κι εκείνα τα δύο μαύρα φτερά στα δεξιά της, μοναδικό σημάδι για καρδερίνα, που την έκαναν ξεχωριστή.

Σαν τον έβλεπε η Ρινούλα να πνίγεται στο βήχα, φτερούγιζε από το διπλανό δέντρο, πήγαινε και καθόταν στον ώμο του και άρχιζε το κελάηδισμα. Ένα κελάηδισμα γλυκό που το σταματούσε μόνο όταν σταματούσε κι ο παλιάτσος το βήχα του. Τότε εκείνος, την έπαιρνε με τα δυο του χέρια απαλά, την έφερνε κοντά στο πρόσωπό του και τη ρωτούσε: «Μ’ αγαπάς Ρινούλα μου;». «Σ’ αγαπάω παλιάτσο μου. Μόνο εσένα και μόνο για σένα κελαηδάω» του απαντούσε εκείνη και του χάριζε ένα ακόμη μοναδικό κελάηδισμα. Κι εκείνος, φορούσε το χαμόγελό του και συνέχιζε να σκορπάει χαρά στους μικρούς του θεατές.

Εκείνο το πρωί σκέφτηκε κι ο Δήμαρχος της πόλης να κάνει τη βόλτα του στον πεζόδρομο, πράγμα σπάνιο και ασυνήθιστο για το Δήμαρχο που προτιμούσε τις μακρινές βόλτες με άμαξα, παρέα με τη γυναίκα του και τα δυο του παιδιά. Ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να ξαναβρεθεί για λίγο κοντά στους ψηφοφόρους του, να βγάλει και μερικές αναμνηστικές φωτογραφίες. Όλο και κάποια εφημερίδα της πόλης θα ενδιαφερόταν να τις δημοσιεύσει.

Άλλωστε ο Δήμαρχος δεν καταγόταν από κανένα επώνυμο «τζάκι». Ήταν παιδί λαϊκό, αγωνιστής με περγαμηνές, όχι αστεία. Σαν ήταν νέος το είχε βάλει σκοπό να γκρεμίσει οτιδήποτε σάπιο υπήρχε στην πόλη και την κοινωνία της. Στην πορεία σκέφτηκε πως το γκρέμισμα ήταν κομματάκι δύσκολο και είπε να το ρίξει στις επισκευές και τις συντηρήσεις. Κι οι ψηφοφόροι του, προφανώς, το ίδιο σκέφτηκαν.

Δεν προλάβαινε ο Δήμαρχος να χαιρετάει τους ψηφοφόρους του που έτρεχαν, με το που τον έβλεπαν, να τον συναντήσουν και να του σφίξουν το χέρι, άλλοι κάνοντας μια ελαφριά υπόκλιση και άλλοι βγάζοντάς του το καπέλο τους.

Περιχαρής και γεμάτος καμάρι εκείνος προχωρούσε κρατώντας το μικρότερο από τα δύο του παιδιά και συζητώντας ταυτόχρονα με τη σύζυγό του. Που και που σταματούσε για λίγο σε κάποιον καλλιτέχνη του δρόμου. Φεύγοντας, δεν παρέλειπε να αφήνει τον οβολό του εκφράζοντας με γκριμάτσες και χειρονομίες το θαυμασμό του γι’ αυτό που έβλεπε.

Έτσι, κάποια στιγμή η οικογένεια του Δημάρχου έφτασε και στο σημείο που βρισκόταν ο παλιάτσος ο οποίος προσπαθούσε με όλη τη δύναμη της ψυχής του να διασκεδάσει μια παρέα παιδιών που είχαν σταθεί μπροστά του και τον παρακολουθούσαν.

Και τι δεν έκανε ο παλιάτσος μας για να το πετύχει! Αστείες γκριμάτσες και κινήσεις με το σώμα του, ξεκαρδιστικές «τυχαίες» πτώσεις, ζογκλερικά με μπαλάκια και ράβδους.

Τη ζούσε την κάθε μικρή παράσταση που έδινε ο παλιάτσος. Ειδικά αν την έδινε μπροστά σε παιδιά.

Τα παιδιά ήταν η μεγάλη του αγάπη και συγχρόνως το μεγάλο του μαράζι. Το σαράκι που του έτρωγε λίγο-λίγο την ψυχή του.

Σαν ήταν νέος, ήθελε να κάνει πολλά παιδιά. Ονειρευόταν μια αυλή γεμάτη με παιδιά να παίζουν. Όμως, στην κρίσιμη στιγμή, η κοπέλα που αγάπησε, αναγκάστηκε να τον εγκαταλείψει. Δύσκολες εποχές, φτώχεια καταραμένη! Οι δικοί της προτίμησαν να την παντρέψουν με έναν άλλον νέο, φίλο του παλιάτσου ο οποίος, όμως, ήταν πολύ φιλόδοξος. Τόσο πολύ που το αρχικό του όνειρο, να γκρεμίσει το σάπιο και ν’ αλλάξει την κοινωνία, θυσιάστηκε στο βωμό της προσωπικής προβολής και του δημαρχικού αξιώματος.

Οι επαφές με τους ισχυρούς της πόλης ήταν αναπόφευκτες. Χάρη στην εύνοια και την στήριξή τους κατάφερε κι έγινε Δήμαρχος. Οχτώ συνεχόμενα χρόνια στο δημαρχικό θώκο και, κατά πως φαινόταν, θα κέρδιζε και τις επόμενες εκλογές.

Όμως, αυτού του είδους οι συναναστροφές, είναι «δανεικά» κι ο Δήμαρχος τα επέστρεψε με τόκο.

Συνεχίζεται…

 

Ετικέτες: , , , ,

Τα τρία γουρουνάκια που δεν έγιναν ποτέ άνθρωποι

Τα τρία γουρουνάκια που δεν έγιναν ποτέ άνθρωποι

Τα τρία γουρουνάκια που δεν έγιναν ποτέ άνθρωποι

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 γουρουνάκια1Μια φορά και δυο καιρούς, όχι πολύ παλιά, ζούσαν τρία μικρά γουρουνάκια με τη μαμά τους και τον μπαμπά τους. Τα μικρά γουρουνάκια σαν μεγάλωναν θα μπορούσαν να γίνουν άνθρωποι, αν η ανθρωπιά υπερτερούσε της γουρουνιάς. Έτσι το θέλησαν οι μοίρες του κόσμου, έτσι και θα γινόταν.

Τα τρία γουρουνάκια κάποτε μεγάλωσαν οπότε, τους μάζεψε στο σαλόνι του μικρού σπιτιού τους ο μπαμπάς τους-η μαμά τους απουσίαζε στο άλλο το γνωστό παραμύθι-και τους είπε:

Μπ: Μικρά μου γουρουνάκια-τι μικρά δηλαδή, γίνατε κοτζάμ γουρούνια. Μεγαλώσατε, με άλλα λόγια, οπότε πρέπει να φύγετε από τούτο το σπίτι και να πάτε να μείνετε το καθένα στο δικό του σπίτι.

Γ1: Γιατί να φύγουμε βρε πατέρα από το σπίτι;

Γ2: Γιατί έτσι γίνεται στο γνωστό παραμύθι! Άλλωστε με ένα spa στο σπίτι, δεν μπορούμε, πλέον, να εξυπηρετηθούμε όλοι.

Γ3: Εγώ πάντως, δε δέχομαι να κάνω το χαζό και τεμπέλικο γουρουνάκι που πήγε κι έφτιαξε σπίτι από άχυρο. Άκου σπίτι από άχυρο!

Μπ: Μην ανησυχείτε καμάρια μου. Θα σας στείλω εγώ να βρείτε έναν κολλητό μου και θα σας δείξει εκείνος τρεις σπιταρόνες, μέσα στο δάσος με όλα τα κομφόρ.

Γ1: Μέσα στο δάσος δεν είναι παράνομο πατέρα;

Μπ: Το παράνομο και το νόμιμο είναι σχετικά. Δεν είναι καμάρι μου όλα παράνομα για όλους ούτε όλα νόμιμα για όλους. Θα σας τα μάθω τα «κόλπα» σιγά-σιγά.

Γ2: Εγώ πατέρα θέλω να έχει γύρω-γύρω τζαμαρία, να ξυπνάω το πρωί και να πίνω τον καφέ μου κοιτάζοντας το δάσος όπως στις διαφημίσεις.

Γ3: Πατέρα, πού θα τα βρούμε τα λεφτά για να αγοράσουμε τέτοια σπίτια;

Μπ: Γιατί ζαλίζεις το μυαλό σου με τέτοιες λεπτομέρειες; Στο άλλο παραμύθι,  τα τρία γουρουνάκια δεν έκαναν τέτοιες ερωτήσεις;

Γ3: Τώρα όμως είμαστε στο δικό μας παραμύθι και θέλω να μου λύσεις την απορία.

Μπ: Θα πάμε σε μία τράπεζα, δηλαδή σε μία ατμομηχανή της ελληνικής οικονομίας, και θα μας δώσει δάνειο. Το διευθυντή της τράπεζας τον ξέρω. Αγωνιστής. Μαζί δίνουμε τις μάχες για το κόμμα. Ο «μεγάλος» πίνει νερό στο όνομά μας.

Γ1: Και πώς θα το πληρώσουμε το δάνειο πατέρα; Ο μισθός που παίρνουμε δε φτάνει.

Μπ: Μα κι εσύ! Στην εφορία δουλεύεις, τόσα χρήματα περνάνε από τα χέρια σου. Κάνε λίγο το ζόρικο στους πολίτες. Ύστερα, δικαιούσαι κι εσύ ένα δωράκι για τον εαυτό σου!

Γ2: Δωράκι;

Μπ: Ναι καμάρια μου. Δωράκι! Το είχε πει κι ο «μεγάλος».

Γ3: Ποιος είναι ο «μεγάλος»;

Μπ: Ένας ήταν ο «μεγάλος». Αυτός μπορεί να έφυγε αλλά το πνεύμα του και η φιλοσοφία του για τη ζωή, ζουν και βασιλεύουν.

Γ1: Δε μου απάντησες όμως πατέρα. Πώς θα πληρώσουμε το δάνειο;

Γ2: Καλά σου λέει πατέρα!

Μπ: Σας απάντησα καμάρια μου αλλά δεν το καταλάβατε. Ας προσπαθήσω πάλι. Εσύ μικρό μου δε δουλεύεις στην πολεοδομία;

Γ2: Ναι δουλεύω αλλά νομίζεις θα φτάνει ο μισθός;

Μπ: Στο χέρι σου είναι να τον αυξήσεις. Οι δουλειά που κάνεις, άμα θελήσεις, σηκώνει πολύ λάδωμα. Κούνα κι εσύ λίγο τα ποδαράκια σου. Τόσος κόσμος περνάει από την υπηρεσία σου που καίγεται. Άλλους τους κυνηγάει ο χρόνος. Άλλοι την έχουν λερωμένη λίγο τη φωλίτσα τους. Εσύ θα τους βοηθάς στο πρόβλημά τους κι εκείνοι θα σου δίνουν το κάτι τις για να σ’ ευχαριστήσουν. Τι δεν καταλαβαίνεις;

Γ2: Μάλλον κατάλαβα μπαμπούλη. Εγώ κατάλαβα! Για τ΄αδέρφια μου δεν ξέρω.

Γ1: Κι εγώ κατάλαβα και μάλιστα πολύ καλά.

Γ3: Εγώ πάλι, δεν κατάλαβα ή μάλλον δε θέλω να καταλάβω.

Μπ: Αχ, ονειροπόλε μου εσύ! Να δούμε πότε θα θελήσεις να ζήσεις στον πραγματικό κόσμο. Λοιπόν, θα στο κάνω πιο κατανοητό. Χειρουργός δεν είσαι;

Γ3: Ναι και προσπαθώ να σώζω ανθρώπους.

Μπ: Ωραία! Αφού εσύ θα τους σώζεις πειράζει να τους αφήνεις να σ’ ευχαριστούν κι εκείνοι με τον τρόπο τους. Ένα δωράκι δε βλάπτει. Θα ζητάς ένα δωράκι πριν την εγχείρηση. Ζωές σώζεις έτσι δεν είναι; Άλλωστε, το κάνουν κι άλλοι.

Γ3: Αυτοί που το κάνουν δεν είναι γιατροί. Έμποροι είναι μηνν πω τίποτα χειρότερο!

Μπ: Τι να σου πω; Όπως νομίζεις. Πάντως αν θέλεις σπίτι με θέα, καθαρό αέρα, τζακούζια και όλα τα σχετικά, πρέπει να βάλεις λίγο νερό στο κρασί σου. Αλλιώς, βρες ένα αχυρένιο σπίτι, όπως στο άλλο το παραμύθι και μείνε. Όμως, με το πρώτο φύσημα, θα εξαφανιστεί.

Γ3: Δεν πειράζει, ας εξαφανιστεί. Εγώ μπαμπά μου, έβαλα σκοπό να γίνω άνθρωπος αλλά όλα αυτά που μας λες εσύ να κάνουμε είναι γουρουνιές και μάλιστα οι χειρότερες.

Γ1,Γ2: Εμάς, πατέρα δε μας πειράζουν οι γουρουνιές. Άλλωστε γουρούνια είμαστε, γουρουνιές θα κάνουμε.

Γ3: Εντάξει λοιπόν, σας χαιρετώ. Εγώ θα συνεχίσω το δρόμο μου χωρίς εσάς και χωρίς εσένα πατέρα.

Μπ: Κάνεις λάθος μικρό μου. Ξανασκέψου το κι αν αλλάξεις γνώμη, εγώ εδώ είμαι. Αφού ξέρεις, τον έχω τον τρόπο μου.

Το τρίτο γουρουνάκι, το μικρότερο, απομακρύνθηκε γρήγορα από τα’ αδέρφια του και τον μπαμπά του, έψαξε και βρήκε μια μικρή πλαγιά απ΄όπου μπορούσε να βλέπει τη θάλασσα που τόσο του άρεσε.

Έφτιαξε γρήγορα ένα μικρό σπιτάκι από άχυρο. Μπορεί να μην είχε ανέσεις και πολυτέλειες αλλά ήταν σκέτο κουκλί. Είχε κι ένα παράθυρο για να μπορεί να ρεμβάζει κοιτώντας την αγαπημένη του θάλασσα.

Μια μέρα άκουσε το χτύπο της πόρτας.

Γ3: Ποιος είναι;

Λ: Εγώ είμαι ο λύκος. Δε με περίμενες;

Γ3: Πες μου τώρα ότι ήρθες να με φας κι αν δε σου ανοίξω θα φυσήξεις τρεις φορές και θα μου γκρεμίσεις το σπίτι;

Λ: Όχι ρε φίλε. Ο λύκος αυτός είναι στο άλλο παραμύθι. Εγώ άλλωστε είμαι χορτοφάγος. Άσε που δεν έχω κανένα λόγο να σου χαλάσω το σπίτι.

Γ3: Τότε τι θέλεις;

Λ: Κερνάς καφέ να τα πούμε;

Γ3: Έλα πέρνα και βολέψου όπου μπορείς….Έτοιμα και τα καφεδάκια.

Λ: Λοιπόν, άκου το δράμα που περνάω. Από μικρός, το όνειρό μου ήταν να γίνω άνθρωπος. Δεν ήθελα να είμαι λύκος και να με φοβούνται όλα τα παιδάκια όταν διάβαζαν τα παραμύθια. Όμως με όσα έχω δει να κάνουν οι άνθρωποι τους φοβήθηκα. Προτιμώ να μείνω λύκος. Στάθηκα σε μια βιτρίνα με τηλεοράσεις και ράγισε η καρδιά μου.

Μικρά παιδάκια πνιγμένα στη θάλασσα, άλλα πεινασμένα και διψασμένα, άλλα πεθαίνουν άρρωστα.

Γ3: Κάτι τέτοιο έπαθα κι εγώ. Κι εγώ άνθρωπος ήθελα να γίνω για να μπορώ να προσφέρω στους άλλους αλλά βλέπω ότι για να το κάνω αυτό πρέπει να παραμείνω γουρούνι. Βλέπεις, οι άνθρωποι άρχισαν να κάνουν γουρουνιές κι έχω μπερδευτεί. Μάλλον θα συνεχίσω να είμαι γουρούνι.

Λ: Πώς μπερδευτήκαμε έτσι; Τι συμπέρασμα θα βγάλουν τώρα τα παιδιά που θα διαβάσουν το παραμύθι; Στο άλλο το παραμύθι ήταν ξεκάθαρα τα πράγματα. Εσύ ήσουνα το καλό κι εγώ ο κακός.

Γ3: Μην ανησυχείς φίλε μου. Να έχεις εμπιστοσύνη στα παιδιά. Καταλαβαίνουν πολύ περισσότερα από όσα μπορούν να πουν και κυρίως, διαισθάνονται τα πάντα. Και το καλό και το κακό.

Λ: Και τώρα τι κάνουμε;

Γ3: Τώρα; Θα φέρω δύο ποτηράκια να πιούμε από το λικέρ που μου έφτιαξε η μαμά μου και να το γιορτάσουμε.

Λ: Τι θα γιορτάσουμε;

Γ3: Τι άλλο; Το ότι δεν προδώσαμε, τελικά, το όνειρό μας. Θέλαμε να γίνουμε άνθρωποι όχι για να γίνουμε δίποδα αλλά γιατί πιστεύαμε ότι έτσι θα γινόμασταν καλύτεροι. Αν είναι να γίνουμε άνθρωποι-ζώα και να χάσουμε ότι καλύτερο έχουμε, τότε να μας λείπει.

Λ: Σαν καλύτερο μου φαίνεται αυτό το τέλος από το να τσουρουφλίζομαι στο τζάκι του σπιτιού του αδερφού σου…

 

Ετικέτες: , , , , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: