RSS

Category Archives: Παραμύθια

Οικογενειοκρατία μετά αριστείας άνευ μουσικής και κοινωνιολογίας   ΣαΤυΡόΠρΟκΕς Νο 156

Οικογενειοκρατία μετά αριστείας άνευ μουσικής και κοινωνιολογίας   ΣαΤυΡόΠρΟκΕς Νο 156

σΑτΥρΟπΡόΚοΣΟικογενειοκρατία μετά αριστείας άνευ μουσικής και κοινωνιολογίας

 

ΣαΤυΡόΠρΟκΕς Νο 156

Από τον σΑτΥρΟπΡόΚο

 

– Χρειάστηκε να περάσουν κοντά δύο χρόνια (23 μήνες για την ακρίβεια) για να τελειώσουν οι εργασίες αποκατάστασης στις πρόκες μου. Ήταν απαραίτητες και δεν μπορούσαν να περιμένουν άλλο.

– Ο προσωπικός μου σιδηρουργός με διαβεβαίωσε ότι θα αντέξουν μέχρι και το τελευταίο τρισέγγονο του Κυριάκου να διοριστεί σε μια θέση ευθύνης είτε στο δημόσιο είτε στον ιδιωτικό τομέα που αρμέγει το δημόσιο.

– Τώρα αυτό για καλό πρέπει να το πάρω ή για κακό; Με τη φόρα που πήρε ο Κυριάκος μου το τελευταίο διάστημα δεν τον βλέπω να χρειάζεται και πολύ χρόνο για να το πετύχει.

– Δεν άφησαν καμία δραστηριότητα ακάλυπτη. Υπουργοί, πρωθυπουργοί, δήμαρχοι, βουλευτές, διευθυντές πρωθυπουργικών γραφείων, όλα τα βάφω, τενεκέδες γανώματα, καλαντζήδες, αιολικά πάρκα, ούτε ο Αίολος δεν θα τα κατάφερνε καλύτερα, ΜΚΟ για τα πτωχά του κόσμου, και δεν συμμαζεύεται.

– Από τα πρώτα πράγματα που έκανε η Χούντα όταν πήρε την εξουσία ήταν να καταργήσει στα σχολεία το μάθημα «Στοιχεία Δημοκρατικού Πολιτεύματος».

– Το θυμήθηκα τώρα που στο υπουργείο των αρίστων και της αριστείας, γενικώς, καταργούν μαθήματα κοινωνικού περιεχομένου για να μην βγαίνουν τα παιδιά «αριστερά» κατά Άδωνι-Σπυρίδωνα. Πρέπει, λέει τα παιδιά να βγαίνουν «δεξιά».

– Δηλαδή τα «δεξιά» παιδιά δεν χρειάζεται να έχουν κοινωνιολογικές και άλλες περιττές γνώσεις. Ωιμέ! Και πώς θα υπηρετήσουν τα παιδιά αυτά τη δημοκρατία; Ίσως και να μην είναι απαραίτητο.

– Καταργούν, λέει, και τα καλλιτεχνικά μαθήματα. Απορώ γιατί διαμαρτύρονται κάποιοι; Χρειάζεται ο ψυκτικός να ξέρει μουσική; Θα βάζει κλιματιστικά και θα τραγουδάει σαν τον Παπαμιχαήλ;

– Άλλωστε τα διάφορα πολιτιστικά μέγαρα και ακριβά εισιτήρια έχουν και δεν είναι για τους πολλούς. Ο πολιτισμός, ανέκαθεν ήταν ακριβό σπορ. Δεν χωράνε σ’αυτόν «αριστερά» παιδιά.

– Μήπως εκεί στο υπουργείο της παιδείας των αρίστων πρέπει να σκεφτούν να καταργήσουν και το μάθημα της φυσικής γιατί βγάζει παιδιά «επαναστάτες»; Θου κύριε φυλακήν τω στόματί μου.

– Να μάθουν τα παιδιά για δράση-αντίδραση; Για σχέση αιτίας-αποτελέσματος; Να μάθουν ότι η γη είναι σφαιρική και άλλα τέτοια αιρετικά και ξεσηκωτικά; Όλοι πρέπει να ξέρουν ότι η γη είναι επίπεδη. Την αλήθεια δηλαδή.

– Και το μάθημα της βιολογίας, εδώ που τα λέμε, σε τι χρειάζεται; Θεωρία της εξέλιξης, Δαρβίνος, πίθηκοι , DNA, πειράματα στο Άουσβιτς και άλλα τέτοια αναληθή που δεν θα τα ζητήσει κανένα αφεντικό. Άχρηστη γνώση.

– Γιατί η Χημεία; Τα μαθηματικά; Η Λογοτεχνία; Τρώγεται η λογοτεχνία; Θα ρωτήσει κανένας τον ντελιβερά πριν την παράδοση της πίτσας αν έχει διαβάσει ποτέ του Λουντέμη;

– Όμως, μέχρι τα σχολεία να βγάζουν μόνο «δεξιά» παιδιά, θα πρέπει να μπει μία τάξη με τις αμέτρητες πορείες και διαδηλώσεις στο κέντρο του μεγάλου περίπατου.

– Έτσι νομίζουν πως θα καταργήσουν και την ταξική πάλη και θα πάψουν οι διεκδικήσεις κατά πως ονειρεύονται οι πορτομπόγδανοι. Αυτοί οι δύο μάλλον στο μάθημα της κοινωνιολογίας δεν έπιαναν τη βάση.

– Ακούγεται, χωρίς να έχει διασταυρωθεί, ότι θα συσταθεί άμεσα στο Δήμο Αθηναίων «ειδική υπηρεσία υιοθεσίας πικροδάφνης σε ακριβό τενεκέ» με σκοπό να μην ψοφήσει το φυτό από το ζέστη.

– Ο κάθε ανάδοχος θα καλείται να καταβάλει το ποσό των χιλίων ευρώ ως αντάλλαγμα της ψυχικής ικανοποίησης που θα εισπράττει από την παραπάνω πράξη του. Θα παρέχει και δεκάλεπτη συνέντευξη στην εκπομπή ΦλΕΡΤ.

– Ένα θερμό καλοκαίρι αναμένεται και ένα ακόμη πιο θερμό φθινόπωρο. Με ή χωρίς κορωνοϊό, με ή χωρίς «καλό άνθρωπο» και «αυστηρό λοχία» προβλέπεται η «αριστεία» να συγκρουστεί πάλι με το «ώριμο τέκνο της οργής»

 

 

Ετικέτες: , , , ,

ΤΕΛΙΚΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΚΟΥΦΑΛΑ Η ΖΩΗ

ΤΕΛΙΚΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΚΟΥΦΑΛΑ Η ΖΩΗ

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Λέσβος: Θυελλώδεις άνεμοι ξερίζωσαν υπεραιωνόβιο πλάτανο - Με ...
Φοβηθήκαμε μη μας κολλήσουν αρρώστιες, μικρόβια και αλλά τινά κέρατα οι απολίτιστοι οι «λάθρο» και όλοι αυτοί οι «εισβολείς». Έτσι, εμείς οι πολιτισμένοι, τους μαντρώσαμε σε εξωτικές «δομές» μέχρι που τους μεταδώσαμε και τον βασιλικό μας ιό. Αλήθεια, πόσο πολιτισμένος θεωρείται αυτός που επιτρέπει να πεθαίνουν από την πείνα παιδιά «απολίτιστων»; Που βομβαρδίζει σπίτια, σχολεία, νοσοκομεία και άμαχους «απολίτιστους»;

Χρόνια και χρόνια καταβλήθηκαν τιτάνιες προσπάθειες από τα «Μιράζ της ελληνικής δημοσιογραφίας», που θα έλεγε και ο Τράγκας, από τους «τιτάνες της ενημέρωσης» και από διάφορους άλλους ειδικούς, που ούτε του κ@λου δεν τους λες, για να πειστεί ο λαουτζίκος, αυτός ο μικρός, ο Μέγας, ότι για το δικό του το καλό δεν θα έπρεπε να υπάρχουν δημόσια νοσοκομεία, ούτε κέντρα υγείας, ούτε ΕΚΑΒ, ούτε νοσηλευτές, ούτε και προσωπικό καθαριότητας. Κι ήρθε η στιγμή που ένα από τα «Μιράζ» μπήκε εντατική λόγω του βασιλικού μας ιού. Και βγαίνοντας, ευτυχώς υγιής, ανακάλυψε τη σημαντικότητα και την αξία των δημόσιων νοσοκομείων μα και την αξιοσύνη των γιατρών και των νοσηλευτών τους.

Ποιος να το περίμενε πριν από λίγους μήνες ότι όλοι εκείνοι οι εργαζόμενοι, οι γνωστοί κωπηλάτες της γαλέρας, της μισθολογικής σφαλιάρας και της ανασφάλιστης εργασίας θα αποδείκνυαν σε όλη την κοινωνία, οι εργοδότες τους το ήξεραν πολύ καλά, ότι αυτοί και μόνο αυτοί στηρίζουν τη λειτουργία της φαινομενικά πανίσχυρης ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Δεν πρόκειται ούτε για μανατζαρέους με ευφυείς σχεδιασμούς, έχουμε και στην εκπαίδευση τέτοια φυντάνια, ούτε για «χρυσά και ασημένια παιδιά».

Στους ντελιβεράδες αναφέρομαι και στους εργαζόμενους στα σούπερ μάρκετς, στους εργαζόμενους στην καθαριότητα και σε όσους έχουν απομείνει στην «βοήθεια στο σπίτι». Στους αγρότες και τους κτηνοτρόφους, που παράγουν για να μπορούμε να επιβιώνουμε ως έγκλειστοι μα και όσους φορτώνουν και ξεφορτώνουν καράβια και φορτηγά σε λιμάνια και σταθμούς αυτοκινήτων.

Τα προηγούμενα δύο καλοκαίρια στα νησιά της χώρας μας και όχι μόνο, οι επισκέπτες ήταν ευπρόσδεκτοι και όλοι τους περίμεναν πως και πως. Τουρισμός βλέπεις. Λογικό και αναμενόμενο. Και να που φτάσαμε στο σημείο οι κάτοικοι, λέει, των νησιών να μην θέλουν την άφιξη επισκεπτών μπροστά στον φόβο της εξάπλωσης του βασιλικού ιού.

Τελικά δεν ήρθε η συντέλεια του κόσμου όταν λόγω του βασιλικού ιού ανέκοψαν ρυθμό οι μηχανές σε εργοστάσια, πλοία, αεροπλάνα και αυτοκίνητα. Το αντίθετο συνέβη. Ο πλανήτης μας ανάσανε!

Πριν την πανδημία οι οπαδοί του νεοφιλελευθερισμού, κρυφοί και φανεροί, ούρλιαζαν στην κυριολεξία ζητώντας «λιγότερο κράτος». Τώρα φωνάζουν ρωτώντας: «που είναι το κράτος να μας προστατεύσει;». Αυτό είναι ή μία όψη η αληθινή. Υπάρχει και η άλλη όψη, κι αυτή αληθινή, που θέλει πολλούς πονηρούληδες εργοδοτούληδες να προσπαθούν να βγάλουν εν μέσω πανδημίας από τη μύγα-εργαζόμενο, ξύγκι και από το κράτος ότι μπορέσουν.

Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που απορούσαν με τους πρόσφυγες και μετανάστες πως είναι δυνατόν να εγκαταλείπουν τα σπίτια τους και να βάζουν σε κίνδυνο τη ζωή τη δική τους και των παιδιών τους. Δεν τους περνούσε από το μυαλό πως το αίσθημα της επιβίωσης και η ανάγκη να προστατεύσουμε τους εαυτούς μας και τους δικούς μας ανθρώπους μας οδηγεί σε πράξεις που μπορεί σε κάποιον που ζει στη γυάλα της ασφάλειάς του να φαντάζουν ακατανόητες. Κι όμως, λίγες μέρες χρειάστηκαν για να μπορέσει ο βασιλικός ιός, μπροστά στο φόβο να πάθουμε κάτι εμείς και οι δικοί μας άνθρωποι, να μας οδηγήσει σε συμπεριφορές που ούτε να τις φανταστούμε θα μπορούσαμε ποτέ. Με το που έσκασε ο ιός ο βασιλικός, αρκετοί από εμάς που είχαν κι ένα σπίτι στο χωριό, έτρεξαν να σωθούν. Ο φόβος βλέπετε.  Έγκλειστοι στα σπίτια μας, ουρές ατελείωτες παντού, κομμένες οι βόλτες, κομμένα τα μπάνια, κομμένα πάρα πολλά. Αυτό το αίσθημα της ανάγκης για επιβίωση ας το θυμόμαστε πριν μιλήσουμε για «εισβολείς».

Τελικά αν είναι κάτι θετικό που θα μπορούσαμε να κρατήσουμε, τουλάχιστον εγώ έτσι το αντιλαμβάνομαι, είναι η θέληση για να ζήσουμε. Όλοι προσμένουμε όμως, είτε το λέμε είτε όχι, μια ζωή καλύτερη από την προηγούμενη. Πιο απλή και πιο ανθρώπινη.

Γιατί τελικά μπορεί να είναι μεγάλη κουφάλα η ζωή αλλά είναι ωραία.

Ειδικά αν τη διεκδικείς από αυτούς που θέλουν να σου την κλέψουν.

 

Ετικέτες: , , , , ,

Πλησιάζει η μέρα…στο πιο ρεαλιστικό

Πλησιάζει η μέρα…στο πιο ρεαλιστικό

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Τα μπλα μπλα της Lalio (Lamprini): Πλησιάζει η μέρα...

 

Πλησιάζει η μέρα…

 

που οι άνθρωποι άλλα θα λένε και άλλα θα εννοούν

που οι υποκριτές θα είναι οι μοναδικοί ανθρώπινοι χαρακτήρες, κυρίαρχοι μιας κοινωνίας που τους αφήσαμε να φτιάξουν

που τα όνειρα των ανθρώπων θα πνίγονται πριν καν γεννηθούν στο μυαλό τους

που η γνώση θα είναι εμπόρευμα που θα πουλιέται από αυτούς που την κατέχουν, σε όσους μπορούν να την αγοράσουν

που οι ανθρώπινες ζωές  θα κοστολογούνται με το χρήμα γιατί το χρήμα θα είναι πιο πάνω από τις ανθρώπινες ζωές

που όσοι δεν κλέβουν θα αισθάνονται μαλάκες και όσοι κλέβουν θα αποτελούν ιδανικά πρότυπα

που η αξιοπρέπεια θα συνθλίβεται από την καθημερινότητα

που η πρωτοχρονιά θα ευαγγελίζεται το καλύτερο γιατί η χρονιά που θα φεύγει θα είναι πάντα χειρότερη από την προηγούμενη

που τα δώρα  θα είναι μια καταναγκαστική διαφημιστική παρότρυνση, μια τυπική διαδικασία προσαρμοσμένη στα καταναλωτικά πρότυπα

που οι καθρέφτες των πρωταγωνιστών της χαριτωμενιάς θα καμαρώνουν για τα είδωλά τους

που θα πεθαίνουν άνθρωποι από την πείνα, το κρύο και τη μοναξιά, ανήμποροι να αντιδράσουν

που η σοφία των ανθρώπων θα είναι οδηγός για την σκλαβιά και όχι για την απελευθέρωσή τους

που θα υπάρχουν ποιητές να γράφουν μόνο για τη θλίψη των ανθρώπων, και τραγουδιστές που να τραγουδούν μόνο την αδικία

που η ηθική θα είναι άγνωστη λέξη και απαγορευμένη από τα ετυμολογικά λεξικά

που οι άνεργοι και οι υποαπασχολούμενοι θα είναι η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού

που οι άνθρωποι θα διεκδικούν το αυτονόητο γιατί θα το έχουν ήδη απολέσει

που οι τράπεζες, οι οίκοι αξιολόγησης και όλα τα συναφή τερατουργήματα θα αποτελούν τους σύγχρονους ναούς λατρείας και εξουσίας

που θα υπάρχει μόνο ελεημοσύνη γιατί θα υπάρχουν πλούσιοι που θα γίνονται πλουσιότεροι και φτωχοί που θα γίνονται φτωχότεροι

που τα μωρά θα γεννιούνται, όχι για να αφήσουν το στίγμα τους στην εξέλιξη της ανθρωπότητας αλλά για να ξεχρεώσουν το καταγεγραμμένο χρέος τους στα κιτάπια κάποιας τράπεζας, ισόβιοι σκλάβοι στην αυτοκρατορία του πλούτου

που τα παλιά και νέα τζάκια θα είναι μονίμως αναμμένα με τους ιδιοκτήτες τους να απολαμβάνουν τη θαλπωρή και την ηρεμία που θα τους προσφέρουν

που η κοινωνία μας θα γεμίσει με Τσίπρηδες, Λιάπηδες, Βουλγαράκηδες, Μητσοτάκηδες, Γεωργιάδηδες, Παπανδρέου, Βενιζέλους, Καραμανλήδες, Παπακωνσταντίνου και Σαμαράδες καθώς το κεφαλαίο αρχικό γράμμα των επωνύμων μας θα είναι τίτλος τιμής που θα αποδίδεται στον καθένα με τη γέννησή του, με την προϋπόθεση ότι δεν θα είναι ταπεινής καταγωγής

που οι άνθρωποι θα ζουν μόνιμα με το φόβο και με την ελπίδα ότι τα πράγματα, κάποια στιγμή θα βελτιωθούν, με ευχές και με την εμφάνιση χαρισματικών ηγετών και ηγετίσκων

Ο καθένας μπορεί να διαλέξει την εκδοχή που προτιμά για τη Μέρα που πλησιάζει. Από  τη μια ο ρεαλισμός από την άλλη η «ουτοπία».

Για την πρώτη εκδοχή, δεν χρειάζεται καμία προσπάθεια γιατί ήδη τη βιώνουμε, ενώ για τη δεύτερη τα πράγματα γίνονται «ζόρικα».

Όμως, κοιτώντας προς τα πίσω θα διαπιστώσουμε ότι ο άνθρωπος απέκτησε το πραγματικό του μπόι όχι με ρεαλιστικές ενέργειες αλλά όταν ακολούθησε το άπιαστο και την «ουτοπία», μια «ουτοπία» που μοιάζει με μονόδρομο για τη ζωή και όχι την επιβίωση, μια «ουτοπία» που γίνεται ο πιο ρεαλιστικός δρόμος για την απελευθέρωση του ανθρώπου.

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Ψηλότερο να κάνεις το μπόι των ανθρώπων

Ψηλότερο να κάνεις το μπόι των ανθρώπων

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Αποτέλεσμα εικόνας για συννεφα

Όχι γιόκα μου μην κλάψεις.

Μην τους κάνεις τη χάρη να σε θεωρήσουν αδύναμο.

Μην τους δίνεις τη χαρά να δουν τα διαμαντένια σου δάκρυα.

Μην κλάψεις καλέ μου, μονάκριβέ μου και προπαντός μη λυγίσεις. Αυτό θέλουν κι εκείνοι. Να σε κάνουν να λυγίσεις, να χάσεις τη δύναμη της ψυχής σου.

Την ψυχή σου την ίδια θέλουν να χάσεις.

Μην τους αφήσεις να σε στείλουν στο σφαγείο που έχουν στήσει και βρωμάει, εκτός από αίμα, πετρέλαιο και υδρογονάνθρακες και κυρίως κέρδη.

Μην τους εμπιστεύεσαι.

Είναι αυτοί οι ίδιοι που σου έταξαν ευτυχία, ισότητα, αξιοκρατία.

Μέχρι και κανονικότητα σου έταξαν και φυλακισμένη ελευθερία, γαντζωμένη στην ασφάλεια που σου παρέχουν οι χειροπέδες περασμένες πισθάγκωνα.

Μην κλάψεις γιόκα μου. Μονάκριβέ μου. Μην τους χαρίζεις τα δάκρυά σου. Κράτα τα για συγκινήσεις και χαρές μεγάλες. Ακόμα και για λύπες ανθρώπινες, για απώλειες ανείπωτες που ανοίγουν φυλακές και φωτίζουν δρόμους.

Μην κλάψεις εσύ γραμμένε μου, στα τέσσερα σημεία της γης και προπαντός μη φοβηθείς.

Μην τρομάξεις και μην ντραπείς και κυρίως μην ευχηθείς κακό για τα δικά τους παιδιά γιατί σαν εκείνους θα γίνεις, τέρας όμοιο με δαύτους.

Μα εσύ είσαι δεν είσαι τέρας. Η ομορφιά η ίδια με μορφή ανθρώπινη είσαι.

Μην τους αφήσεις να σου ψαλιδίσουν τα πόδια. Σου έχουν ήδη ψαλιδίσει τα φτερά.

Μέχρι να ξαναφυτρώσουν-γιαατί να ξέρεις μονάκριβέ μου, τα φτερά σαν θελήσουμε ξαναφυτρώνουν πιο μεγάλα και πιο γερά από τα πρώτα-πρέπει να έχεις τα δυο σου πόδια δυνατά γα να κρατάς τη στάση την ανθρώπινη την όρθια.

Σκυμμένος σαν βρεθείς δεν λογαριάζεσαι για άνθρωπος.

Μην κλαις καλέ μου.

Σαν βγεις εκεί έξω να ξαναπάρεις, μαζί με τους συντρόφους σου, ότι σου στέρησαν θα δεις πως ο αέρας που ανασαίνεις θα γεμίσει οξυγόνο που θα σου δίνει ζωή.

Ζωή σαν αυτή που θέλουν να σου στερήσουν.

Εσύ δεν έχεις ανάγκη να την αγοράσεις τη ζωή.

Θα την κερδίσεις όπως έκαναν χιλιάδες άλλοι πριν από σένα ομορφαίνοντας τον κόσμο και ψηλώνοντας το μπόι των ανθρώπων.

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Είμαστε, μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε

Είμαστε, μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

– Άντε βρε Χρήστο μου τι θα γίνει; Ακόμα να ετοιμαστείς; Όπου να’ ναι θα έρθει το παιδί κι εσύ είσαι ακόμα με τις πυτζάμες; Όχι τίποτε άλλο αλλά το ξέρεις εκείνο το βλέμμα της νύφης μας. Σκέτο δηλητήριο! Ίδιο με της μάνας της.

– Σάμπως ο πατέρας της; Μας κοκορεύεται επειδή ταξίδεψε δέκα φορές στο εξωτερικό, ο μπουρτζόβλαχος, που μέχρι να πάει φαντάρος νόμιζε πως το Καρπενήσι είναι νησί καρπερό. Μωρέ, αν δεν ήταν ξάδερφος του Αρτέμη ακόμα στα κατσάβραχα θα ήταν να μιμείται τα βελάσματα των γιδιών. Το γίδι!

– Μη μου συγχύζεσαι χρυσέ μου. Σε παρακαλώ, τώρα που θα έρθουν, κοίτα να είσαι ψύχραιμος. Μην τσακωθείτε πάλι. Θα κάνεις ρυτίδες στα μάτια και δεν θα “γράφεις” στην τηλεόραση.

– Δεν πειράζει Ματίνα μου. Θα πούμε ότι οφείλεται στην κούραση της καθημερινής δουλειάς για το καλό του τόπου.

– Πώς το σκέφτηκες πάλι αυτό; Πολύ έξυπνο!

– Ο πρέσβης μου το είπε. Το ανέφερε ο πρόεδρος σε μία συνέντευξή του στους Times. Για πες μου, πώς σου φαίνομαι; Θα σκάσει ο αγροίκος μόλις το δει.

– Γιατί; Καταλαβαίνει από υψηλή ραπτική; Αν μπορούσε, ακόμα με τα γουρουνοτσάρουχα θα ήταν.

– Βλέπω Ματίνα μου. Τα γνωρίζεις τα γουρουνοτσάρουχα. Δεν ξεχνιέται η ρημάδα η παιδική ηλικία με τα τραύματά της!

– Να αφήσεις ήσυχη την παιδική μου ηλικία. Δεν σε πείραξε όταν κάνατε την κομπίνα με τις βαμβακοσυλλεκτικές μηχανές του μπαμπά.

– Καλά. Άστα αυτά τώρα και πες στην Γιασμίν να ανοίξει. Χτυπάει το κουδούνι.

– Γιασμίιιιν! Άνοιξε παιδί μου. Κουφάθηκες κι εσύ;

Ο γιος, η νύφη και τα συμπεθέρια, εισέρχονται στη βίλα του υπουργού.

– Γεια σου Κίτσο! Που είσαι βρε παιδί μου; Χρόνια πολλά και ευχές πολλές από τον Αρτέμη. Είναι στην Πολωνία. Πήγε να παραλάβει δύο πλοία. Θα τα στείλει κι αυτά στην Κολομβία. Ξέρεις, ο “καφές” έχει μεγάλη ζήτηση. Χα, χα! Καταλαβαίνεις έτσι;

– Καταλαβαίνω Δημήτρη μου, καταλαβαίνω. Δεν χρειάζονται παραπάνω λεπτομέρειες.

– Άιντε πάλι, “Δημήτρη μου” και “Δημήτρη μου”. Εμένα όλος ο κόσμος με φωνάζει Μήτσο. Μην το αλλάξουμε τώρα.

– Ελάτε! Χρήστο, Δημήτρη! Ελάτε να πάρουμε ένα ποτό πριν το φαγητό. Έλα κι εσύ Ευτέρπη μου.

– Έφη, Σταματίνα μου. Έφη.

– Κι εσύ Ευτέρπη μου βλέπω ότι ξεχνάς. Ματίνα είπαμε. Άκου Σταματίνα!

– Κορίτσια, αφήστε τα τώρα αυτά με τα ονόματα. Πάμε μέσα να δούμε και τον εγγονό. Που είσαι βρε Μητσάρα;

– Χρήστο το βαφτίσαμε το παιδί Δημήτρη.

– Χρήστο-Δημήτρη το βαφτίσαμε το παιδί αν θυμάμαι καλά. Εγώ την πλήρωσα τη βάφτιση. Μήπως το ξέχασες;

– Ας είναι. Δεν θα τα χαλάσουμε τώρα για το όνομα.

– Δε μου λες Κίτσο, τι θα κάνουμε με την περίπτωση του “Δάσκαλου”;

– Ποιου Δάσκαλου;

– Δε σε πήραν από το γραφείο του Αρτέμη; Κάτι πρέπει να κάνουμε με την “τυφλή”. Εντάξει. Είχε ανάγκες ο άνθρωπος όταν έβαλε χέρι στα λεφτά. Είχε σκοπό να τα επιστρέψει στη θέση τους. Μετά τον πήρε η κρίση από κάτω. Τι θα κάνουμε τώρα; Τα δικαστήρια δεν μπορούν να κάνουν, λέει, κάτι. Πρέπει να του δώσεις χάρη.

– Τι είναι αυτά που λες Δημήτρη; Θα μας βγάλουν στα κανάλια και στις εφημερίδες. Σκάνδαλο θα γίνει.

– Ποια κανάλια; Δικά μας είναι; Μη σε νοιάζει. Θα παίζουν την καπνοαπαγόρευση. Κανείς δεν θα πάρει χαμπάρι. Είναι ευκαιρία. Να απαλλάξουμε και τους νεαρούς με το ηλεκτρικό και να βγάλουμε και τα “καλόπαιδα” από το γύψο. Εντάξει, έμειναν εκτός “θεάτρου”, αλλά μη χάσουν και τα λεφτά. Πρέπει να μπορούν να κινούνται κι αυτοί. Ο “μαριονέτας” δεν έχει πρόβλημα.

– Καλά, αυτός τι πρόβλημα να έχει. Δεν χρεώνεται με πολιτικό κόστος.

– Εγώ Κίτσο δεν τα καταλαβαίνω αυτά τα πολιτικά κόστη. Άμα μια δουλειά πρέπει να γίνει, θα γίνει. Αν δεν μπορεί να γίνει νόμιμα με την “τυφλή”, θα πρέπει να την κάνετε εσείς. Υπουργικές αποφάσεις. Γι’ αυτό υπάρχουν. Αν πάλι δεν μπορείς εσύ, να αναλάβει άλλος.

– Δεν είπα τέτοιο πράγμα. Απλά, έπεσαν πολλά μαζεμένα. Έχουμε ανοίξει πολλά μέτωπα και ο πρόεδρος φοβάται μην ξεσπάσει ο κόσμος. Καταλήψεις, άσυλο, ξυλοδαρμοί, υδρογονάνθρακες. Έχουμε να μοιράσουμε και το πλεόνασμα. Έχουν μπει στη σειρά και ζητάνε.

– Α, δε θέλω τέτοια. Γι’ αυτό βγήκατε. Το έργο πρέπει να συνεχιστεί, να υπάρχει μια συνέχεια. Έτσι δεν είναι; Άλλες φορές με το μαλακό, άλλες με το άγριο. Τι να κάνουμε; Στη βράση κολλάει το σίδερο. Ασφάλεια, τάξη κι ανάπτυξη. Όλα πάνε καλά. Αν δεν μπορείτε να αναλάβουν οι άλλοι πάλι.

– Εντάξει, θα μιλήσω με τον πρόεδρο μόλις επιστρέψει από τις διακοπές.

– Που πήγε; Πήρε πάλι τα βουνά;

– Μπα στη θάλασσα πήγε. Θα γυρίσει αύριο και θα του πω.

– Καλά, πάμε να φάμε τώρα γιατί μας περιμένει και ο Μητσάρας ο μικρότερος.

Τέτοιες μέρες πρέπει να τις περνάμε με τις οικογένειές μας. Ξέρεις πόσο στεναχωριέμαι όταν σκέφτομαι όλους αυτούς που αναγκάζονται χρονιάρες μέρες να δουλεύουν μέχρι αργά, μακριά από τους δικούς τους;

– Κι εγώ Δημήτρη το ίδιο. Το έγραψα και στην εορταστική επιστολή που μοίρασα στις εφημερίδες. Ας όψεται αυτή η κρίση. Που θα πάει όμως, θα την ξεπεράσουμε. Αρκεί να είμαστε όλοι ενωμένοι. Δεν έχει πλούσιος και φτωχός. Προέχει το καλό του τόπου και του έθνους. Αυτά έγραφα πάνω-κάτω και στην επιστολή.

– Γεια σου ρε Κιτσάρα. Γι’ αυτό σε αγαπάω, κι εγώ κι ο Αρτέμης, γιατί είσαι μεγάλη καρδιά και πάνω απ’ όλα βάζεις το κοινό καλό.

Άντε, ας αρχίσουμε το φαγοπότι.

Καλή μας όρεξη!

 

Ετικέτες: , , , , ,

ΤΟΙΧΑΙΑ ΛΟΓΙΑ

ΤΟΙΧΑΙΑ ΛΟΓΙΑ

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Ποιες είστε εσείς;”, τις ρώτησα.

Οι συνθήκες”, μου απάντησαν με μία φωνή.

Και τι πάθατε;”, ξαναρώτησα.

Ωριμάσαμε. Δεν το βλέπεις, ούτε το ακούς;”, μου απάντησαν ξανά.

Η αλήθεια είναι πως δεν βλέπω κάποια διαφορά.”

Δεν βλέπεις διαφορά επειδή δεν υπάρχει ή επειδή δεν θέλεις να παραδεχτείς ότι υπάρχει;”

Τι εννοείτε;”

Είναι σαν αυτό που συμβαίνει όταν ζεις με κάποιους ανθρώπους και τους βλέπεις καθημερινά.”

Για συνεχίστε, για συνεχίστε για να δω που θέλετε να καταλήξετε.”

Ενώ εκείνοι αλλάζουν, όπως άλλωστε κι εσύ, τις αλλαγές αυτές δεν τις διακρίνεις, όπως άλλωστε δεν διακρίνουν και οι άλλοι τις δικές σου αλλαγές.”

Θέλετε να πείτε ότι εσείς έχετε ωριμάσει εδώ και καιρό;”

Δώσε μόνος σου την απάντηση αφού πρώτα σκεφτείς τον τρόπο με τον οποίο βλέπεις, για παράδειγμα, τα παιδιά σου.”

Δηλαδή;”

Όσο και να μεγαλώσουν, όσο και να ωριμάσουν, πάντα τα βλέπεις ως μικρά και ανώριμα που έχουν την ανάγκη προστασίας και καθοδήγησης γιατί-κατά πως λες-τους λείπει η εμπειρία και η ωριμότητα.”

Εντάξει, δεν είναι ακριβώς έτσι. Χρειάζεται χρόνος και μια σειρά από άλλες διεργασίες για να μπορέσουν τα παιδιά να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της ζωής και να πάρουν τις σωστές αποφάσεις με υπευθυνότητα και ωριμότητα χωρίς ενθουσιασμούς και απογοητεύσεις. Αλλιώς θα κάνουν συνεχώς, ένα βήμα μπροστά και δύο βήματα πίσω.”

Ασφαλώς. Όμως χρειάζεται κι εσύ ως γονιός, που υποτίθεται ότι θες να τα δεις να έχουν ωριμάσει, να βοηθήσεις να γίνουν αυτές οι διεργασίες και κάποιες φορές,ς αν χρειαστεί, να τις προκαλέσεις ο ίδιος.”

Με ποιον τρόπο;”

Ίσως με το παράδειγμά σου, ίσως δημιουργώντας κίνητρα, ίσως ακόμη αφήνοντας να παίρνουν πρωτοβουλίες δείχνοντάς τους εμπιστοσύνη, χωρίς το άγχος μην τυχόν και χάσεις το μονοπώλιο της καθοδήγησης.

Ωραία όλα αυτά που λέτε όμως δεν πρέπει και να καταλήξουμε κάπου;”

Ειλικρινά, για σένα που ρωτάς, τι έχει μεγαλύτερη σημασία; Αυτό που θα σου πούμε εμείς ή αυτό που πιστεύεις εσύ;”

Και τα δύο.”

Τώρα λες ψέματα και μεγαλώνει η μύτη σου.”

….”

Για σένα, τη μεγαλύτερη σημασία την έχει η δική σου γνώμη. Αν είσαι έτοιμος να δεχτείς ότι ωριμάσαμε τότε θα μας δεις ως ώριμες. Αν πάλι δεν είσαι, θα μας προτρέψεις να περιμένουμε μέχρι να … ωριμάσουμε. Ως τότε εμείς θα έχουμε… σαπίσει. Μη σκας. Το έχουμε δει πάλι το έργο. Ξέρεις πόσες φορές πέρασες από δίπλα μας και ούτε που μας πρόσεξες; Ούτε μια ματιά δεν μας χάρισες. Να δεις, έχουμε ωριμάσει ή είμαστε ακόμη στα σπάργανα;”

Πάντως, για να είμαι ειλικρινής, εγώ βλέπω ότι είστε πολύ όμορφες, λαμπερές και αποφασισμένες. Έτοιμες για έφοδο στον ουρανό. Δεν ξέρω όμως αν όντως είστε ώριμες ή αν φαίνεστε έτσι μόνο στα δικά μου τα μάτια. Το θέμα είναι πως δεν έχω βρει τον τρόπο για να διαπιστώσω ποια είναι η αλήθεια;

Να σας αφήσω τώρα.

Βλέπετε;

Δεν ξέρω τι να πω αυτή τη στιγμή.

Καλή αντάμωση, ή αντίο;”

Πες αυτό που θέλεις για να νιώσεις καλύτερα εκτός αν έχεις την τιμιότητα να πεις αυτό που αισθάνεσαι.”

 

Ετικέτες: , , , , ,

Μια παλιά ιστορία του μέλλοντος

Μια παλιά ιστορία του μέλλοντος

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Φαινόταν πολύ κουρασμένος τούτος εδώ ο παράξενος καβαλάρης. Και το άλογό του περήφανο και ντελικάτο μα το είχε χωρίς σέλα ο αθεόφοβος.

Σαν έφτασε στην πλατεία του χωριού και κατέβηκε από το άτι του, ο χωροφύλακας τον ρώτησε τι έπαθε και είναι έτσι ταλαιπωρημένος. Σκέφτηκε μήπως τον κυνηγάνε, μην είναι κανένας από αυτούς τους παράνομους που γυρνάνε στα χωριά και ξεσηκώνουν τον κόσμο με κουβέντες για δίκιο, ισότητα και άλλες τέτοιες παραινέσεις  του διαβόλου.

Του απάντησε πως φταίνε αυτά που είδε μα και αυτά, όχι που έκανε, αλλά που δεν έκανε.

Προβληματίστηκε ο χωροφύλακας. Δεν πείστηκε με όσα του είπε ο ξένος γιατί δεν τα καλοκατάλαβε.

Ζύγωσε ύστερα ο ρασοφόρος του χωριού και τον καλόπιασε πως τάχα πρέπει σε κείνον να ανοίξει την ψυχή του και να ξομολογηθεί γιατί εκείνος τα’ χει καλά με το θεό και αν χρειαστεί θα μεσολαβήσει για συχώρεση.

Τραβήχτηκε απότομα ο ξένος και έφτυσε με δύναμη στο χώμα. Επέστρεψε περιφρόνηση στον παπά που έβραζε από θυμό για τούτη την απρόσμενη συμπεριφορά του ξένου.

Ύστερα πανηγύρισε ο παππάς σα να ανακάλυψε τίποτα σπουδαίο και απευθυνόμενος στους υπόλοιπους τόνισε πως δεν θα μπορούσε να περιμένει διαφορετική συμπεριφορά από έναν ξένο αντίχριστο.

Πλησίασε κι ο δάσκαλος βρωμώντας ναφθαλίνη από πάνω μέχρι κάτω και από μέσα του μέχρι έξω και αφού του συστήθηκε τον συμβούλεψε πως δεν είναι σοφό ένας ταξιδιώτης σαν και κείνον να καβαλάει το άλογο χωρίς σέλα. Πού ακούστηκε καβαλάρης σε άλογο δίχως σέλα; Του είπε πως δεν είναι σωστό να μην απαντάει με σαφήνεια στον χωροφύλακα και να φέρεται έτσι ξεδιάντροπα στον παπά τον εκπρόσωπο του θεού.

Ο παράξενος επισκέπτης κρατώντας τη μύτη του πρότεινε στο δάσκαλο να φύγει από το σχολείο μπας και μπορέσουν τα μυαλά των μαθητών του και βγουν από το σκοτάδι που τα έχει κλείσει. Του είπε επίσης πως με το δικό του το θεό μιλάει απευθείας χωρίς εκπροσώπους.

Σειρά πήρε ο κοινοτικός σύμβουλος να ζυγώσει στον άγνωστο επισκέπτη. Του πρότεινε αν πεινάει να πάει στην ταβέρνα του λίγο πιο κάτω για να φάει φτηνό φαΐ και καλό. Αν δεν είχε χρήματα δεχόταν και τιμαλφή. Ακόμη και το άλογό του θα μπορούσε να ανταλλάξει για να χορτάσει την πείνα του. Σκέφτηκε ο κουτοπόνηρος πως κάπως έτσι θα έχασε ο ξένος και τη σέλα του αλόγου του.

Ο καβαλάρης  ζήτησε από τον σύμβουλο να τον αφήσει ήσυχο και να κρατήσει το φαΐ για να γεμίσει τη σαπιοκοιλιά του.

Τελευταίος ήρθε ο πρόεδρος του χωριού ντυμένος κατά πως αρμόζει στον άρχοντα του τόπου και προσπάθησε να τον χτυπήσει φιλικά στην πλάτη.

Άρπαξε ο ξένος το χέρι του προέδρου τόσο δυνατά που λίγο ακόμα θα το έσπαγε.

Τράβηξε το όπλο ο χωροφύλακας και το έστρεψε κατά τον ξένο ζητώντας του να αφήσει το χέρι του προέδρου αλλιώς θα πυροβολούσε.

Η σκηνή διακόπηκε από τις φωνές των παιδιών που έρχονταν προς την πλατεία ανακοινώνοντας την έλευση καραβανιού με αγνώστους.

Ταράχτηκε ο χωροφύλακας, σάστισε ο πρόεδρος ενώ ο παπάς χάιδεψε τα γένια του σιχτιρίζοντας .

«Είναι συγχωριανοί μου», είπε ο καβαλάρης και πριν προλάβει να συνεχίσει τον πρόλαβαν τα παιδιά.

«Είναι κι ένα μωρό που το κοιμίζουν σε μια σέλα αλόγου», πετάχτηκε και είπε ένα πιτσιρίκι.

«Να μην πλησιάσουν θα είναι άρρωστοι», φώναξε ο πρόεδρος.

«Και άθεοι», είπε ο παππάς κι άρχισε τα ξόρκια.

«Θα χρειαστούμε ενισχύσεις, πάτε και φέρτε τα όπλα από το σπίτι», είπε ο χωροφύλακας.

«Δεν φτάνει το φαΐ για όλους», πρόσθεσε ο κοινοτικός σύμβουλος.

«Φτάνει πατέρα, Η αποθήκη είναι γεμάτη τρόφιμα», είπε ο γιος του συμβούλου.

«Θα μαγαρίσουν τα ήθη και τα έθιμά μας αν μείνουν εδώ», γρύλισε σαν αγριόσκυλο ο δάσκαλος.

«Η γη δεν είναι μόνο δική σας, είναι όλων μας. Αλλά μη νοιάζεστε. Λίγο θα κάτσουμε και μετά θα συνεχίσουμε προς το ποτάμι. Εδώ σε τούτον τον τόπο δεν μένουμε με τίποτα. Ο αέρας μυρίζει σαπίλα. Αλίμονο στα παιδιά που μεγαλώνετε», είπε ο παράξενος καβαλάρης και με ένα σάλτο βρέθηκε στη ράχη του αλόγου του.

«Στάσου», ακούστηκε μια παιδική φωνή. «Πάρτο. Για το μωρό».

Ο καβαλάρης πήρε το σκουφί από τα χέρια του παιδιού, το χάιδεψε στο κεφάλι και κίνησε να συναντήσει έξω από το χωριό τους συγχωριανούς του.

Ο θρύλος λέει πως πολλά χρόνια αργότερα ξέσπασε πόλεμος ανάμεσα στους ντόπιους και τους ξένους γιατί οι ντόποιοι ήθελαν το νερό του ποταμιού μόνο για τον εαυτό τους.

Μάλλον η πράξη του παιδιού να δωρίσει το σκουφί στον καβαλάρη δεν βρήκε μιμητές στους συνομήλικούς του.

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , ,

Ο Καραγκιόζης και το Νέο Σχολείο

Ο Καραγκιόζης και το Νέο Σχολείο

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Κ: Καραγκιόζης

Π: Πιτσικόκος

Κοπ: Κοπρίτης

Κολ: Κολλητήρης

Χ: Χατζηαβάτης

 

 

Ο Καραγκιόζης εισέρχεται στο μπερντέ και από πίσω του ακολουθούν τα τρία παιδιά του (κολλητήρια). Προσπαθεί να τα βάλει σε μία σειρά και να περπατάνε με στρατιωτικό βήμα.

Κ: Βρε αφιλότιμα, βαδίστε σωστά. Καημό το’ χω να μπούμε μια φορά στη σκηνή με σωστό βήμα. Ένα, δύο, εν, δυο, εν, δυο.

Κοπ: Πατέρα, έχεις φάει κόλλημα. Να το προσέξεις!

Κ: Δεν έχω φάει τίποτα εδώ και τρεις μέρες βρε αθεόφοβε. Τι κόλλημα μου λες;

Π: Α! Καλά! Αυτό που είπες τώλα πατέλα, δεν υπάλχει. Απλά δεν υπάλχει!

Κολ: Μην τους δίνεις σημασία πατέρα. Έχουν πέσει θύματα της διαφημιστικής προπαγάνδας.

Κ: Πώς το είπες; Καλό είναι αυτό ή κακό;

Κολ: Άστο πατέρα, θα σου εξηγήσω μια άλλη φορά.

Κ: Λοιπόν. Φτάνουν οι περιττές κουβέντες. Ήρθε η ώρα να δω τι ψάρια πιάνετε τώρα με το «Νέο Σχολείο». Δε μου λες εσύ μικρέ.

Π: Μικλός είσαι και φαίνεσαι.

Κ: Αφού ούτε το ρο δεν μπορείς να πεις.

Π: Εγώ δεν μπολώ να πω το λο; Μπολώ και παλαμπολώ. Εσύ δεν μπολείς να το ακούσεις.

Κ: Καλά, καλά. Για πες μου λοιπόν, σε ποια τάξη πας;

Π: Πάω στο Νέο Νηπιαγωγείο.

Κ: Ωραία! Είστε πολλά παιδάκια στην τάξη σου;

Π: Ναι πάλα πολλά. Είμαστε 28.

Κ: Υπάρχουν πολλά αλβανάκια, ρωσσάκια, μαυράκια;

Π: Όχι! Μόνο παιδάκια υπάλχουν!

Κ: Και τι κάνετε; Μαθαίνετε τραγουδάκια; Τραγουδάτε όλα μαζί;

Π: Ναι μαθαίνουμε. Τη μία μέλα, τλαγουδάνε τα μισά παιδάκια και την άλλη μέλα τα άλλα μισά.

Κ: Μπράβο, Πιτσικόκο. Ζωγραφίζετε κιόλας;

Π: Όχι λε πατέλα. Μη λες τλελλά. Δεν έχουμε ούτε χλώματα, ούτε χαλτιά για να ζωγλαφίσουμε. Όμως, τον Ιούνιο θα έχουμε εξετάσεις.

Κ: Τι εξετάσεις παιδάκι μου;

Π: Εξετάσεις λε πατέλα. Για να δει ο υπουλγός αν είμαστε γελοί. Μας είπε η δασκάλα πως οι μισές εξετάσεις θα είναι δικές της και οι άλλες μισές για την τλάπεζα αίματος.

Κ: Τι τράπεζα αίματος βρε αφιλότιμο;

Π: Είσαι μπιτ μπουμπούνας. Επειδή μας πήλε η τλάπεζα την παλάγκα, τώλα θα μας πάλει και το αίμα μας. Τι δεν καταλαβαίνεις. Σου το είπα εγώ να ψηφίσεις Σαμαλά, εσύ πήγες και ψήφισες Βεζινέλο.

Κ: Για να πάμε τώρα στον Κοπρίτη! Τι κάνεις πουλάκι μου;

Κοπ: Καλά ψαράκι μου.

Κ: Εσύ πας σχολείο; Σε ποια τάξη;

Κοπ: Στην Τρίτη του Νέου Δημοτικού!

Κ: Μπα; Κι εσύ σε Νέο πας;

Κοπ: Γιατί απόπαιδο είμαι εγώ; Θυμάσαι την Άννα τη Ρουμπινοπούλου;

Κ: Όχι!

Κοπ: Αυτή που έλεγε συνέχεια «πρώτα ο μαθητής»;

Κ: Βρε στουρνάρι;

Κοπ: Έχω πατέρα μπουμπούνα. Ο Στουρνάρης ήταν άλλος υπουργός. Εγώ σου λέω για την Άννα. Την Άννα μας.

Κ: Τη Διαμαντοπούλου λες βρε φωστήρα;

Κοπ: Ναι, αυτό σε πείραξε που αντί για διαμάντια έβαλα ρουμπίνια!

Κ: Ναι, για πες!

Κοπ: Ε! Ξέρεις ποιον μαθητή εννοούσε «πρώτα»;

Κ: Ποιον;

Κοπ: Χε, χε! Εμένα. Ποιον άλλον;

Κ: Είσαι καλός μαθητής;

Κοπ: Ο καλύτερος. Στις εξετάσεις τον Ιούνιο θα δείξω την αξία μου. Θα τα απαντήσω όλα τα θέματα. Ειδικά αυτά από την τράπεζα θεμάτων.

Κ: Και πως θα γίνει αυτό;

Κοπ: Θα με γράψεις σ’ ένα ιδιωτικό σχολείο που ξέρω. Όσα παιδιά πήγαν σ’ αυτό έγραψαν όλα άριστα. Τι; Για κορόιδο με πέρασες;

Κ: Και που θα τα βρω τα λεφτά βρε σαΐνι;

Κοπ: Να τα ζητήσεις από το Ίδρυμα Μιάρχος βρε χαμένε. Ζήτα και κανένα υγιεινό γεύμα που μοιράζουν στα πεινασμένα και φτωχά παιδάκια.

Κ: Που τα έμαθες εσύ όλα αυτά;

Κοπ: Βλέπω κάθε βράδυ ειδήσεις με την Τρεμουλιαστή και τον Ντέρη. Α! Που’ σαι; Την είδες τη διαφήμιση του Αρβανίτη;

Κ: Του Αρβανιτόπουλου θέλεις να πεις βρε μπουμπούνα!

Κοπ: Εσύ είσαι μπουμπούνας. Το Αρβανιτόπουλο μεγάλωσε και έγινε Αρβανίτης. Εγώ στο δηλώνω ότι θα γίνω υπουργός, κι ας θέλεις εσύ να με στείλεις να μαθαίνω να βιδώνω βίδες. Εγώ θα ακολουθήσω το όνειρό μου.

Κ: Και τι υπουργός θα γίνεις;

Κοπ: Θα πουλάω καζαμίες στην τηλεόραση!

Κ: Θα με στείλεις για ψυχανάλυση βρε ζωντόβολο;

Κοπ: Δεν ξέρεις τι σου γίνεται. Άμα πουλάω καζαμίες στην τηλεόραση, μετά θα με κάνουν υπουργό υγείας!

Κ: Ωραία! Ο Κοπρίτης το εξασφάλισε το μέλλον του! Για πες μου εσύ τώρα Κολλητήρη, σε ποια τάξη πας;

Κολ: Εγώ αγαπητέ μου πατέρα, τελειώνω την Τρίτη του Νέου Γυμνασίου και μετά θα πάω στην πρώτη του Νέου Λυκείου.

Κ: Δε μου λες αστέρι μου, είσαι καλός μαθητής;

Κολ: Εγώ πατέρα είμαι άριστος γι΄αυτό και καταλαβαίνω απόλυτα και την κυρία Διαμαντοπούλου και τον κύριο Αρβανιτόπουλο. Για τον κύριο Λοβέρδο, δεν έχω σχηματίσει ακόμη ολοκληρωμένη άποψη, αλλά νομίζω ότι του λείπει η αποφασιστικότητα.

Κ: Γιατί το λες αυτό παιδί μου. Εγώ τον έχω ακούσει να κλαίει τόσες φορές με μεγάλη αποφασιστικότητα. Έχετε κι εσείς – πώς τη λένε- τράπεζα θεμάτων;

Κολ: Ευτυχώς πατέρα που δημιουργήθηκε η τράπεζα θεμάτων.

Κ: Αλήθεια;

Κολ: Ναι πατέρα! Αλήθεια! Αλλιώς, πώς θα ξεχωρίσω εγώ ο άριστος από τους συμμαθητές μου τους άχρηστους; Τώρα θα προχωρήσουν μόνο όσοι καταβάλλουν τη μέγιστη προσπάθεια. Οι άλλοι ας σταματήσουν το σχολείο νωρίς-νωρίς και να μάθουν καμιά τέχνη.

Π: Κι εγώ καβαλάω τη μέγιστη πλοσπάθεια πατέλα.

Κολ: Εγώ στο δήλωσα. Θα πουλάω καζαμίες για να γίνω υπουργός.

Κ: Και δε μου λες Κολλητήρη. Σαν πολλές εξετάσεις δεν έχει αυτό το Νέο Σχολείο; Θα ψοφήσετε βρε παιδί μου. Είδες πόσα παιδάκια έμειναν φέτος;

Κολ: Όποιος αξίζει θα προχωρήσει πατέρα. Μην ακούς την προπαγάνδα των αριστερών συντεχνιών.

Κ: Να κι ο άλλος; Που το άκουσες αυτό βρε;

Κολ: Όλοι οι υπουργοί το λένε πατέρα. Σπουδαγμένοι άνθρωποι είναι! Δεν ξέρουν αυτοί; Καλύτερα ξέρουμε εμείς;

Κ: Κι αφού ξέρουν, γιατί δεν φτιάχνουν παιδί μου ένα σχολείο που να χωράει όλα τα παιδάκια;

Κολ: Πατέρα, κάποια παιδιά πρέπει να πάνε να δουλεύουν με 9 ευρώ την ημέρα και χωρίς ασφάλιση. Αλλιώς πώς θα έρθει η ανάπτυξη;

Κ: Θα είναι και παιδιά υπουργών και βουλευτών;

Κολ: Δε νομίζω πατέρα!

Χ: Που’ σαι βρε Καραγκιόζη αδερφέ μου και σ’ έψαχνα;

Κ: (Για να με ψάχνει αυτός, κάποια λαμογιά έχει στο μυαλό του). Βρε καλώς την ποντικομαμή!

Χ: Γιατί με βρίζεις βρε αθεόφοβε. Εγώ φταίω που σε σκέφτηκα για μία δουλειά για να τα κονομήσεις να λιγδώσει λίγο τ’ αντερό σου.

Κ: Πού ήσουνα εσύ χαμένος τόσον καιρό!

Χ: Είμαι σε μια ΜΚΟ.

Κ: ΜΚΟ; Τι είναι αυτό; Τρώγετε;

Χ: Όχι, αλλά έχει σχέση με Μάσα.

Κ: Και τι κάνεις εκεί;

Χ: Συνεργαζόμουν με διάφορα υπουργεία. Βγάζουμε νάρκες από διάφορα μέρη, βοηθάμε στο να μην εξαφανιστεί το μωβ σκουλήκι από τα δέντρα του Αμαζονίου και πολλά άλλα. Τώρα πάντως δουλεύω ως σύμβουλος στο υπουργείο παιδείας.

Κ: Εσύ;

Χ: Ναι!

Κ: Ε! Πάρε μία να συνέλθεις!

Χ: Τι βαράς βρε ασχημομούρη;

Κ: Ως σύμβουλος;

Χ: Ναι!

Κ: Στο υπουργείο παιδείας:

Χ: Ναι!

Κ: Ε! Πάρε κι άλλη γιατί το τραβάει ο οργανισμός σου! Και τι ακριβώς κάνεις;

Χ: Γράφω θέματα για την τράπεζα θεμάτων.

Κ: Μόνος σου;

Χ: Όχι. Μαζί με τον Ανατολάκη!

Κ: Ποιον;

Χ: Τον Ανατολάκη. Θα ερχόταν και ο Νικοπολίδης αλλά τον πρόλαβε ο Μαρινάκης και τον πήρε μαζί του, δημοτικό σύμβουλο στον Πειραιά.

Κ: Τι; Υπάρχει ομάδα Πειραιάς;

Χ: Όχι βρε αστοιχείωτε. Στο Δήμο του Πειραιά εννοώ.

Κ: Καλά τι δουλειά έχουν οι ιδιοκτήτες των ομάδων στους Δήμους;

Χ: Αν δεν έχουν αυτοί, τότε ποιοι έχουν;

Κ: Και δε μου λες; Ξέρεις εσύ να γράφεις θέματα;

Χ: Φυσικά και ξέρω. Με επιστράτευσε άρον-άρον ο υπουργός γιατί έληγε το ΕΣΠΑ.

Κ: Τι είναι πάλι αυτό το ΕΣΠΑ.

Χ: Πρόσεξέ με. Από τα λεφτά που δίνουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ένα μέρος μας τα δίνουν πίσω.

Κ: Εμένα γιατί δεν μου έδωσαν;

Χ: Δεν είναι για όλους. Είναι για μερικούς που ξέρουν τα κόλπα;

Κ: Κι εσύ, θες να μου πεις, ξέρεις τα κόλπα;

Χ: Αμέ! Γι’ αυτό σε ψάχνω.

Κ: Τι με θέλεις;

Χ: Για να ελέγξεις τα θέματα που έγραψα για την τράπεζα θεμάτων. Κάτι θα πάρεις κι εσύ για τον κόπο σου!

Κ: Μα εγώ δεν θέλω να υπάρχει τράπεζα θεμάτων.

Χ: Τι είπες τώρα βρε; Είσαι με το κατεστημένο των καθηγητών;

Κ: Φύγε από δω γιατί θα σε ξαναμπατσίσω. Είμαι με την ψυχούλα των παιδιών. Τι είναι βρε γρουσούζη τα παιδιά; Σκυλιά που τρέχουν σε αγώνες ή άλογα; Βρε, ουστ από δω παλιολωποδύτη. Και να πα να πεις στο νέο σου υπουργό, να τα σκεφτεί καλύτερα τα πράγματα αλλιώς δεν θα προλάβει να κάνει παρέλαση στις 28 Οκτωβρίου. Θα πάει να βρει την Άννα και τον Κωνσταντίνο.

Χ: Θα μου το πληρώσεις αυτό τσιράκι της ΟΛΜΕ.

Κ: Φύγε μη σε καπλατίσω στο ξύλο. Όσο για την ΟΛΜΕ! Μην ανησυχείς, έχω ράμματα και για τη δική της γούνα.

Λοιπόν! Κυρίες και κύριοι, αγαπητά μου παιδιά, η παράσταση «Ο Καραγκιόζης και το Νέο Σχολείο» έλαβε τέλος. Κοιτάξτε να χαρείτε όσο μπορείτε το καλοκαίρι γιατί τα παιδικά καλοκαίρια τελειώνουν γρήγορα. Ξεχάστε για λίγο τις τράπεζες, τα θέματα και τις εξετάσεις και διασκεδάστε όσο μπορείτε περισσότερο. Άντε, καλό καλοκαίρι και θα τα πούμε το Σεπτέμβρη.

 

 

 

 

 

 

 

Σαν την Ελπίδα

Σαν την Ελπίδα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Τούτο το «παραμύθι» χάνεται μέσα στα βάθη του χρόνου και της λησμονιάς. Κανένας δεν ξέρει αν είναι πραγματική ιστορία ή δημιουργία του μυαλού και της φαντασίας κάποιου ή κάποιων ανθρώπων.

Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, αυτός που μου την διηγήθηκε ισχυριζόταν πως είναι αληθινή.

Ζούσε, λέει, πριν από πολλά-πολλά χρόνια, σε ένα μικρό παραθαλάσσιο ονειρεμένο χωριό, ένα μικρό κορίτσι που το έλεγαν Ελπίδα. Πατέρας της Ελπίδας ήταν ο Φόβος και μητέρα της η Προσμονή.

Παρόλο που το χωριό ήταν πολύ όμορφο και είχε όλα τα καλά του κόσμου, οι κάτοικοί του, μέχρι να γεννηθεί η Ελπίδα, ήταν θλιμμένοι, αγέλαστοι και αμίλητοι.

Η Ελπίδα, λίγες μόλις μέρες μετά τη γέννησή της, έδειξε ότι κουβαλούσε ανεξήγητες και μαγικές δυνάμεις. Μόλις άγγιξε με τα μικρά της χεράκια τη μητέρα της και τον πατέρα της, εκείνοι, χωρίς να μπορούν να το εξηγήσουν, ένιωσαν να τους πλημμυρίζει χαρά μεγάλη, τόση που το γέλιο ξαναβγήκε από τα χείλη τους και φώλιασε σε κάθε γωνιά του σπιτιού τους. Η θλίψη έφυγε από το πρόσωπό τους και οι καθρέφτες του σπιτιού αποκαλύφθηκαν πάλι μετά από πολλά χρόνια αναμονής, κρυμμένοι κάτω από σεντόνια και κουβέρτες. Βλέπετε, Ο Φόβος και η Προσμονή, δεν άντεχαν να βλέπουν τα πρόσωπά τους σε καθρέφτες.

Η Ελπίδα, κοριτσάκι πια, έκανε παρέα με όλα τα παιδάκια του χωριού μα και με τους μεγάλους. Όλοι ήθελαν να χαϊδέψουν τα ξανθά μαλλάκια της και να συναντηθούν με το γαλαζοπράσινο βλέμμα της. Μετά από κάθε τους χάδι, το χαμόγελο μετακόμιζε στο πρόσωπό τους και η θλίψη ετοίμαζε τις βαλίτσες της μετανάστευσης. Δεν υπήρχε κανένας που να μην γνώριζε ότι αγγίζοντας την Ελπίδα η αισιοδοξία επέστρεφε στο μυαλό του.

Οι κάτοικοι του χωριού ζούσαν μέρες χαράς και δημιουργίας μέχρι που το νέο έσκασε σαν ξεχασμένη νάρκη: Η Ελπίδα αρρώστησε βαριά. Εδώ και δύο μέρες ψηνόταν στον πυρετό και κανένα φάρμακο, κανένα γιατροσόφι δεν μπορούσε να τη συνεφέρει. Ούτε και το ευχέλαιο του παπά μπόρεσε να κάνει κάτι.

Στην πλατεία του χωριού οι συζητήσεις έδιναν κι έπαιρναν. Τα παιδιά σταμάτησαν να παίζουν στις ρούγες κι είχαν συγκεντρωθεί κι αυτά στην πλατεία για να μαθαίνουν τα νέα.

Οι νεώτεροι ζητούσαν συμβουλές από τους γέροντες. Μάταια όμως! Κανένας δεν μπορούσε να δώσει μια λύση.

«Ξέρω το φάρμακο που χρειάζεται το κορίτσι», ακούστηκε δυνατά μια φωνή.

Όλοι έψαχναν να βρουν ποιος μίλησε.

Κάτω από τον μεγάλο φτελιά της πλατείας καθόταν ένας άγνωστος άντρας, ακουμπώντας την πλάτη του στον κορμό του γέρικου δέντρου. Φορούσε ένα μεγάλο ψάθινο καπέλο, ρούχα πολυκαιρισμένα κι ένα κατακόκκινο μαντήλι στο λαιμό.

Είχε κάμποση ώρα που βρισκόταν εκεί, σκαλίζοντας με το δεξί του χέρι το χώμα, χωρίς κανένας να έχει αντιληφθεί την παρουσία του.

«Η γιατρειά του κοριτσιού βρίσκεται στα χέρια και στις ψυχές σας», ξαναμίλησε ο άγνωστος άντρας, τούτη τη φορά πιο δυνατά, χωρίς όμως να σηκώσει ούτε μια στιγμή το βλέμμα του από το χώμα που σκάλιζε με το χέρι του.

«Μην τον ακούτε, είναι τρελός δεν τον βλέπετε;», είπε θυμωμένος ο παπάς.

«Ποιος ξέρει από πού έρχεται!», συμπλήρωσε ο πρόεδρος.

«Γιατί να πιστέψουμε έναν άγνωστο κουρελή;» πρόσθεσε ο δάσκαλος.

Για λίγη ώρα δε μίλησε κανείς.

«Αλήθεια λέει ο άγνωστος», ακούστηκε μια παιδική φωνή και η γονείς έτρεξαν να μαλώσουν το παιδί που μίλησε.

«Έχω γυρίσει όλα τα χωριά και τις πόλεις της χώρας. Το δικό σας είναι το τελευταίο», φώναξε ακόμη πιο δυνατά ο άγνωστος. Μόνο που τούτη τη φορά είχε σηκωμένο το κεφάλι και το βλέμμα του καρφωμένο στο παιδί που μίλησε πριν από λίγο.

«Την Ελπίδα μπορείτε να την σώσετε μόνο αν ονειρευτείτε και θελήσετε να κάνετε τα όνειρά σας πραγματικότητα. Εσείς, αυτό που κάνατε μέχρι τώρα ήταν να περιμένετε από την Ελπίδα να σας δώσει τη χαρά που σας έλλειπε. Κάθε φορά που σας άγγιζε, έχανε και λίγη από τη ζωή της. Ψυχορραγούσε γιατί δεν της επιστρέφατε τη ζωή που σας χάριζε».

«Τι παραμύθια είναι αυτά που λες;», πετάχτηκε πάλι ο δάσκαλος.

«Δε λέει παραμύθια», ακούστηκε πάλι η ίδια παιδική φωνή. Τούτη τη φορά, το παιδί που μίλησε, κρατούσε στο αριστερό του χέρι ένα μεγάλο ξύλο και στο δεξί ένα σουγιά. Με το σουγιά του άρχισε να σκαλίζει το ξύλο.

«Πάντα ήθελα ένα ξύλινο άλογο. Ήρθε η ώρα να το αποκτήσω», είπε πάλι το παιδί και συνέχισε να σκαλίζει το ξύλο. Σιγά-σιγά σκάλισε δύο μάτια, μετά τα ρουθούνια, τα αυτιά και τελευταία άφησε τη χαίτη. Όλοι στο χωριό ήξεραν την ικανότητα που είχε το παιδί αυτό να σκαλίζει μορφές στο ξύλο και στο χώμα.

Ο άγνωστος άντρας σηκώθηκε αργά-αργά, καβάλησε το άλογό του που ήταν δεμένο λίγο πιο πέρα και πήρε το δρόμο που οδηγούσε έξω από το χωριό.

Σε κανέναν δε μίλησε μα και κανένας δεν τον χαιρέτησε.

Το παιδί, καβάλησε το ξύλινο άλογό του και κίνησε για το σπίτι της Ελπίδας.

Σαν έφτασε, έτρεξε γρήγορα στο δωμάτιό της. Την είδε ξαπλωμένη στο κρεβάτι να ανασαίνει βαριά με τα μάτια κλειστά.

«Ελπίδα, εγώ είμαι, ο φίλος σου. Μ’ ακούς; Ήρθα να σου δείξω κάτι που έφτιαξα. Πάντα ονειρευόμουν να αποκτήσω ένα ξύλινο άλογο. Άνοιξε τα μάτια και δες το. Τα κατάφερα. Για σένα το έφτιαξα.»

Πολύ γρήγορα, κόσμος πολύς μαζεύτηκε έξω από το σπίτι της Ελπίδας.

Το παιδί, έπιασε το σχεδόν άψυχο χέρι της Ελπίδας και το έβαλε στη χαίτη του ξύλινου αλόγου.

Το χέρι της Ελπίδας κουνήθηκε και χάιδεψε το μικρό παιδί. Τα μάτια της άνοιξαν. Οι γονείς της, ο Φόβος και η Προσμονή, βγήκαν από το δωμάτιο και ανακοίνωσαν το ευχάριστο νέο στους συγκεντρωμένους.

«Η Ελπίδα ζει! Η Ελπίδα ζει! Είχε δίκιο ο άγνωστος καβαλάρης», άρχισαν να φωνάζουν όλοι μη μπορώντας να συγκρατήσουν τα δάκρυα χαράς που έτρεχαν από τα μάτια τους.

Η Ελπίδα έγινε καλά, η ζωή στο χωριό ξαναβρήκε το ρυθμό της αφού οι κάτοικοί του άρχισαν να κάνουν όνειρα και προσπαθούσαν τα όνειρα αυτά να τα πραγματοποιήσουν.

Μέχρι πότε; Κανείς δεν ξέρει. Ούτε αυτός που μου διηγήθηκε ετούτη την παράξενη ιστορία.

 

Ετικέτες: , ,

Ο τσοπάνης, ο λύκος, το μαντρί και τα πρόβατα

Ο τσοπάνης, ο λύκος, το μαντρί και τα πρόβατα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Δυο φορές και τρεις καιρούς, πριν από πολλά-πολλά χρόνια σε μια καταπράσινη κοιλάδα στους πρόποδες του ψηλού βουνού, ζούσαν τα πρόβατα.

Ήταν ευτυχισμένα γιατί ήταν ελεύθερα.

Έβοσκαν το χορτάρι της κοιλάδας, έπιναν το καθαρό νερό από το διπλανό ρυάκι, γεννούσαν τα αρνιά τους, τα τάιζαν με το γάλα τους και τα μεγάλωναν για να συνεχίσουν τον κύκλο της ζωής.

Τα καλοκαίρια με τις μεγάλες ζέστες, άραζαν κάτω από τους ίσκιους των φτελιάδων, τραγουδούσαν, έλεγαν ιστορίες, διάβαζαν και γενικά έκαναν ότι κάνει κάθε ξένοιαστο πρόβατο στη ζωή του.

Το χειμώνα με τα μεγάλα κρύα, είχαν το μαλλί τους να τα ζεσταίνει και τις μικρές σπηλιές στους πρόποδες του βουνού για να προφυλάσσονται από τις βροχές και τα χιόνια.

Στην άκρη της κοιλάδας είχαν χτίσει οι άνθρωποι τα σπίτια τους και έφτιαξαν ένα χωριό.

Οι άνθρωποι τα πήγαιναν καλά με τα πρόβατα. Που και που έδιναν στα πρόβατα λίγη τροφή κι εκείνα το ανταπέδιδαν με λίγο γάλα, όταν δεν το ήθελαν για τα αρνιά τους.

Κάποιοι άνθρωποι, από το σόι των τσοπαναραίων, άρχισαν να πονηρεύονται.

Σκέφτηκαν πως θα ήταν πολύ καλό γι’ αυτούς να μπορούσαν να παίρνουν από τα πρόβατα όλο το γάλα και το μαλλί και, γιατί όχι, να σφάζουν και κανένα πρόβατο για να γεμίζουν τα τραπέζια τους.

Πήγαν λοιπόν και το ζήτησαν επίσημα από τα πρόβατα.

Τα πρόβατα αρνήθηκαν χωρίς δεύτερη κουβέντα και τα κριάρια μετέφεραν στους τσοπαναραίους την απόφασή τους.

Καθόλου δεν άρεσε στους τσοπαναραίους η άρνηση αυτή. Πώς ήταν δυνατόν τα πρόβατα να αρνηθούν την πρότασή τους; Στο κάτω-κάτω πρόβατα ήταν!

Γύρισαν πίσω στο χωριό, μαζεύτηκαν στο δικό τους καφενείο και άρχισαν να καταστρώνουν σχέδια για το πώς θα καταφέρουν να πείσουν τα πρόβατα να δεχτούν να τους δίνουν τα καλούδια τους, ακόμη και να θυσιάζονται, με τη θέλησή τους.

Κάποιος πρότεινε να φτιάξουν παιδικούς σταθμούς και σχολεία για τα μικρά αρνάκια. Άλλωστε αυτό το ζητούσαν τα πρόβατα εδώ και πολλούς αιώνες. Σε αντάλλαγμα θα απαιτούσαν από τα πρόβατα γάλα, μαλλί και μια θυσία το μήνα.

Στα σχολεία θα μπορούσαν να μάθουν στα αρνιά όλα εκείνα που χρειάζονταν ώστε μεγαλώνοντας να δίνουν στους τσοπαναραίους όλα όσα θα τους ζητούσαν χωρίς αντιρρήσεις.

Ένας άλλος είπε πως θα ήταν καλό να περιφράξουν σχεδόν όλη την κοιλάδα ώστε να μην μπορούν τα πρόβατα να βόσκουν σ’ αυτήν, εκτός αν τους έδιναν γάλα, μαλλί και δύο θυσίες το μήνα.

Ακούστηκαν κι άλλες πολλές έξυπνες προτάσεις όμως όλες σταματούσαν σε κάποιο κομβικό σημείο.

Η άρνηση των προβάτων ήταν δεδομένη και δεδηλωμένη από πολύ παλιά.

Περισυλλογή έπεσε στο σόι των τσοπαναραίων μέχρι που ένας νεαρός τσοπάνης  φώναξε γελώντας πονηρά και χαιρέκακα: «Φόβος».

Του ζήτησαν να εξηγηθεί.

Τους εξήγηση πως μόνο με το φόβο θα μπορούσαν να κάμψουν την άρνηση των προβάτων.

Ναι αλλά τι θα τον προκαλούσε;

Ο νεαρός είχε έτοιμη την απάντηση.

Ο λύκος θα προκαλούσε το φόβο. Ποιος άλλος;

Να που όσα ξόδεψαν για να τον σπουδάσουν στο μεγάλο χωριό δεν πήγαν χαμένα.

Το λύκο τον είχαν χρησιμοποιήσει και οι πρόγονοι των τσοπαναραίων για να μπορέσουν να βάλουν χέρι στον πλούτο των προβάτων όμως απέτυχαν οικτρά. Όλοι γνώριζαν τον ταπεινωτικό διωγμό του λύκου από τα κριάρια ο οποίος ήταν και η αιτία που ο λύκος αποσύρθηκε στο βουνό χωρίς να ξαναενοχλήσει τα πρόβατα εδώ και πάρα μα πάρα πολλά χρόνια.

Ο νεαρός συνέχισε να εξηγεί το σχέδιό του.

Η ιστορική μνήμη των προβάτων της μεγάλης τους νίκης ενάντια στο λύκο είχε ατονήσει.

Αν ο φόβος του λύκου επικρατούσε τότε θα μπορούσαν οι τσοπαναραίοι να προτείνουν στα πρόβατα το μάντρωμα για να προστατεύονται.

Σε αντάλλαγμα θα απαιτούσαν και θα έπαιρναν το περισσότερο γάλα και μαλλί και πολλές θυσίες το μήνα. Αλλά το πιο πιθανό ήταν τα ίδια τα πρόβατα να τα πρόσφεραν χωρίς καμία αντίρρηση προκειμένου να προστατεύονται στο μαντρί από το λύκο.

Η ιδέα άρεσε πάρα πολύ στους τσοπαναραίους που ξέσπασαν σε χειροκροτήματα και εξουσιοδότησαν τον νεαρό να προχωρήσει άμεσα στην υλοποίηση του σχεδίου του.

Εκείνος το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να πάει στο βουνό για να βρει το λύκο.

Ο λύκος, στην αρχή αρνήθηκε γιατί θυμήθηκε την ντροπιαστική του ήττα όμως η επιμονή του νεαρού τσοπάνη και το επιχείρημα πως αποτελούσε μια πολύ καλή ευκαιρία για να εκδικηθεί τα πρόβατα και να τους καταφέρει επιβλητική νίκη, τον έπεισαν.

Από όσα μπορούμε να γνωρίζουμε το σχέδιο του νεαρού τσοπάνη μάλλον πέτυχε.

Άλλοι λένε πως πέτυχε προσωρινά και άλλη πως δεν υπάρχει περίπτωση τα πρόβατα να νικήσουν το φόβο του λύκου.

Οι τελευταίοι μάλλον ξεχνάνε πως αφού ο λύκος νικήθηκε μια φορά μπορεί να νικηθεί και πάλι.

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: