RSS

Category Archives: ΚΥΡΓΙΑΚΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ

Δυο μέρες δημιουργικής εργασίας

Δυο μέρες δημιουργικής εργασίας

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Το κείμενο που ακολουθεί είναι πράγματι υπερβολικό όπως υπερβολική θεωρώ ότι είναι η παρουσίαση των δημιουργικών εργασιών και υπερβολικές οι προσδοκίες από τη μεριά του υπουργείου παιδείας.

 

Το κλίμα που επικρατεί, τουλάχιστον κατά τη δική μου αντίληψη και εκτίμηση, στους κόλπους των εκπαιδευτικών των λυκείων δεν είναι αυτή που θα ήθελε το υπουργείο παιδείας.

Οι δημιουργικές εργασίες είναι μια πολύ σοβαρή εκπαιδευτική διαδικασία η οποία όταν αποφασίζεται, σχεδιάζεται και αναμένεται να υλοποιηθεί με βιασύνη και προχειρότητα απαξιώνεται στη συνείδηση ό΄λων των μελών της εκπαιδευτικής κοινότητας.

Το θέμα δεν είναι να προτείνουμε στους μαθητές εμείς οι εκπαιδευτικοί ένα πλήθος θεμάτων και οι μαθητές να επιλέξουν. Αυτό, μάλλον στερείται δημιουργικότητας παρά χαρακτηρίζεται από αυτήν.

Όταν η παρότρυνση, σε πάρα πολλές περιπτώσεις εκ μέρους των σχολικών συμβούλων, όπως οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί μαρτυρούν, είναι να δίνουμε «αβέρτα» φωτοτυπίες με το σχετικό υλικό για να μπορέσουν οι μαθητές να εκπονήσουν τις εργασίες δεν μπορούμε να μιλάμε για ερευνητική διαδικασία.

Οι φωτοτυπίες δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τις ανύπαρκτες ή τις υποτυπώδεις βιβλιοθήκες.

Να μην αναφερθούμε σε σχολεία που είτε δεν έχουν φωτοτυπικό μηχάνημα είτε το φωτοτυπικό χαρτί είναι το ίδιο δυσεύρετο όπως και το χαρτί υγείας στις τουαλέτες μαθητών και εκπαιδευτικών. Κι αυτό είναι πραγματικότητα και όχι υπερβολή, κύριοι υπουργοί. Είναι τα αποτελέσματα της πολιτικής των περικοπών και της υποβάθμισης της δημόσιας εκπαίδευσης.

Σωστή, κατά την άποψή μου, η σκέψη το να εκπονηθούν οι εργασίες στο χώρο του σχολείου για να αποφευχθεί, αν και δεν μπορεί να αποκλειστεί, η δημιουργία μιας νέας «δημιουργικής μπίζνας», όμως, πώς αυτό μπορεί να γίνει σε μία μέρα; Υπάρχει η απαραίτητη υλικοτεχνική υποδομή στα σχολεία;

Με τον κίνδυνο να χαρακτηριστώ καχύποπτος και μίζερος, μήπως όλο αυτό το εγχείρημα γίνεται για να αναδειχτούν οι μεγάλες ελλείψεις υλικοτεχνικής φύσεως στα σχολεία ώστε να ανοίξει η πόρτα για την εισβολή, στην κυριολεξία, διαφόρων «χορηγών», «ευεργετών» και «σωτήρων»;

Όταν ως πολιτεία θεωρείς σημαντική την εισαγωγή νέων πρακτικών στην εκπαιδευτική διαδικασία, δεν την ακυρώνεις, δεν την απαξιώνεις πριν αυτή εφαρμοστεί.

Υπάρχει, βέβαια, καλοπροαίρετα και η άποψη που λέει: «Από το να μη γίνει τίποτα, καλύτερα να γίνει κι ας μην είναι τέλειο».

Νομίζω πως το ζήτημα με τις δημιουργικές εργασίες είναι ότι με τον τρόπο που θα πραγματοποιηθούν στραγγαλίζεται η ουσία και καταργούνται οι σκοποί που έρχονται να εξυπηρετήσουν.

Ακόμη και το γεγονός ότι μπορούν να λειτουργήσουν ενισχυτικά στο βαθμό, για μαθήματα που οι μαθητές έχουν χαμηλή βαθμολογία, μπορεί να θεωρηθεί αρνητικό αφού οι μαθητές δεν θα επιλέγουν τις εργασίες με βάση τα ενδιαφέροντα και τις αναζητήσεις τους αλλά με κριτήριο το να βελτιώσουν το βαθμό τους σε κάποιο μάθημα.

Νομίζω πως, έστω και τώρα, το υπουργείο δεν πρέπει να προχωρήσει στην υλοποίηση των δημιουργικών εργασιών για την τρέχουσα σχολική χρονιά. Αν σκοπεύει να δώσει μόνιμο χαρακτήρα στη διαδικασία αυτή θα πρέπει να φροντίσει να εξασφαλίσει όλα όσα χρειάζεται να διαθέτουν τα σχολεία, οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές για να μπορέσουν να ανταποκριθούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο σε ένα τέτοιο εγχείρημα.

Πολύ φοβάμαι ότι, τελικά, το διήμερο των δημιουργικών εργασιών θα καταλήξει σε ένα διήμερο διεκπεραίωσης και όχι δημιουργικότητας, αγγαρείας και όχι ευχάριστης εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Κι αυτό δεν θα οφείλεται στους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές κύριοι υπουργοί.

 

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Η εμμονή με τις «υψηλόβαθμες σχολές» και τα «καλά επαγγέλματα» βλάπτει σοβαρά την άρχουσα τάξη

Η εμμονή με τις «υψηλόβαθμες σχολές» και τα «καλά επαγγέλματα» βλάπτει σοβαρά την άρχουσα τάξη

 

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Με αφορμή σχετικό άρθρο στο ΑΒ του κυρίου Δ. Τσιριγώτη. Σε αγκύλες περικλείονται αυτούσια κομμάτια του άρθρου.

 

[Πρόσφατα συνάντησα στο δρόμο έναν παλιό μου μαθητή από ένα Λύκειο των βορείων προαστίων. Όταν τον ρώτησα «πως πάει το πανεπιστήμιο» πήρα μια απάντηση που με άφησε εμβρόντητο: «Κύριε το παράτησα. Εγώ πάντα ήθελα να γίνω μάγειρας. Γράφτηκα σε μια σχολή μαγειρικής την οποία τελείωσα και ήδη δουλεύω σε ένα εστιατόριο ως βοηθός σεφ. Είμαι πολύ ευχαριστημένος». Αφού ξεπέρασα το αρχικό σοκ, μετά προσπάθησα να κρύψω την συγκίνησή μου από τα λεγόμενά του. Βλέπετε σκέφτηκα ότι ο μαθητής μου είχε πολλά κότσια για να τα βάλει με ένα ολόκληρο καθιερωμένο μοντέλο εκπαίδευσης.]

 

Προσωπικά θα ήθελα να ξέρω σε ποια περιοχή των βορείων προαστίων ζει ο μαθητής; Στην Κηφισιά, στη Φιλοθέη ή στη Νέα Ιωνία;

Ο μαθητής ως βοηθός σεφ δουλεύει σε εστιατόριο δικής του ιδιοκτησίας ή σε εστιατόριου άλλου ιδιοκτήτη; Αλήθεια, ποιες είναι οι απολαβές ενός βοηθού σεφ και πόσες ώρες εργάζεται ώστε να προκαλούν ευχαρίστηση στον ίδιο τον εργαζόμενο;

Ειλικρινά δεν κατάλαβα πώς η επιλογή του συγκεκριμένου μαθητή να αφήσει τη σχολή του για να ασχοληθεί με τη μαγειρική αποτελεί απόδειξη ότι ο μαθητής τα έβαλε με το καθιερωμένο μοντέλο εκπαίδευσης;

Σε ποιο ακριβώς μοντέλο εκπαίδευσης αναφέρεται το άρθρο; Των ανισοτήτων; Των ανύπαρκτων ευκαιριών για τα φτωχά και κοινωνικά αποκλεισμένα παιδιά; Ή μήπως εκείνο το μοντέλο εκπαίδευσης που ωθεί τους μαθητές ώστε την επιλογή της σχολής τους να την καθορίζει το αν βρίσκεται ή όχι κοντά στον τόπο κατοικίας τους;

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο μαθητής ήθελε να γίνει μάγειρας και πέρασε ιατρική αλλά αν κάποιος άλλος μαθητής ήθελε να γίνει γιατρός αλλά δεν μπόρεσε να το κάνει λόγω κοινωνικού και οικονομικού αποκλεισμού.

 

[Κακά τα ψέματα, η επιτυχία στο Πανεπιστήμιο είναι ο ελληνικός οικογενειακός μύθος. Ως εκ τούτου είναι και η πιο σημαντική αιτία της απαξίωσης που επικρατεί για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και κυρίως του Λυκείου. Οι γονείς είναι αποφασισμένοι να δαπανήσουν ένα πολύ μεγάλο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού τους σε φροντιστήρια, ιδιαίτερα μαθήματα κ.α.]

 

Αλήθεια, πιστεύει κανένας ότι για την κατάσταση στην εκπαίδευση η πιο σημαντική αιτία είναι ο αναφερόμενος στο άρθρο «ελληνικός οικογενειακός μύθος»;

Το περιεχόμενο της εκπαίδευσης; Η πενιχρή χρηματοδότηση; Η απαξίωση του έργου αλλά και των ίδιων των εκπαιδευτικών; Η έλλειψη υποστηρικτικών δομών; Τα τριαντάρια τμήματα; Όλα αυτά κι άλλα τόσα είναι ασήμαντα;

Τη μόνη απαξίωση που βλέπω με το «ελληνικός οικογενειακός μύθος» είναι η απαξίωση για την αγωνία των γονιών και των παιδιών να βελτιώσουν τη ζωή τους, να την κάνουν κάπως καλύτερη αλλά και την ανάγκη τους να αναπτύξουν τις δυνατότητές τους και να ικανοποιήσουν τα ενδιαφέροντά τους.

Η εμμονή των γονιών και μαθητών όχι μόνο το να θέλουν τις καλύτερες σχολές και τα καλύτερα επαγγέλματα αλλά κυρίως το να αγωνίζονται για να μην αφαιρεθεί αυτό το δικαίωμα από κανένα παιδί, βλάπτει μόνο τις επιδιώξεις της άρχουσας τάξης. Προφανώς, όταν μιλάνε για επαγγελματική εκπαίδευση δεν την εννοούν για τα παιδιά των πλουσίων. Έτσι δεν είναι;

Το ότι έχει στηθεί μια ολόκληρη μπίζνα γύρω από την ανάγκη των ανθρώπων μέσα από τις σπουδές τους να βελτιώσουν την κοινωνική τους θέση είναι απολύτως φυσιολογικό. Σε καπιταλισμό ζούμε. Το ίδιο δεν κάνουν στον τομέα της υγείας και της κοινωνικής ασφάλισης; Απαξιώνουν και κατεδαφίζουν οτιδήποτε δημόσιο για να ανοίξουν το δρόμο στον ιδιωτικό τομέα;

Δεν ξέρω γιατί αλλά μου ήρθε στο μυαλό εκείνη η διαφήμιση επί εποχής Αρβανιτόπουλου με το μαθητή που δήθεν του άρεσε να βιδώνει βίδες αλλά ήθελαν ντε και καλά να τον κάνουν γιατρό.

 

 

Αν οι όποιες προτάσεις ακολουθούν στο άρθρο δεν αναδεικνύουν την ταξικότητα του σχολείου και το ότι λειτουργεί ως εργαστήριο παραγωγής αυριανών πειθήνιων εργαζόμενων έτοιμων να υπηρετήσουν χωρίς καμιά αμφισβήτηση τις ανάγκες τις αγοράς, τότε απλώς αποτελούν στάχτη στα μάτια και λειτουργούν για να χαϊδεύουν αυτιά και να αποπροσανατολίζουν τη σκέψη.

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Περί εγκυμοσύνης λοιπόν κύριε υπουργέ της Παιδείας

Περί εγκυμοσύνης λοιπόν κύριε υπουργέ της Παιδείας

Χρήστος Επαμ. Κυργιάκης

Ώστε κάνατε εμπεριστατωμένη έρευνα κύριε υπουργέ και βρήκατε ότι μετά τις πενθήμερες έχουμε αυξημένες εγκυμοσύνες;
Σε τι ποσοστό δεν μας είπατε. Πόσες από αυτές είναι δίδυμες κυήσεις, επίσης δεν μας είπατε.
Καταλήγουν σε γεννήσεις; Πάλι δεν μας είπατε.
Μετά τις μονοήμερες και τους περιπάτους δεν παρατηρήσατε κάτι τις;
Μετά τις τριήμερες τίποτα;                                                                                                                           Και τι θα κάνετε κύριε υπουργέ; Μήπως θα καταργήσετε τις εκδρομές;                                                 Και τους ξενοδόχους; Τους ιδιοκτήτες τουριστικών γραφείων, εστιατορίων και κέντρων διασκέδασης θα τους αγνοήσετε;                                                   

Μήπως, εκτός των άλλων διαπιστώσατε ότι μετά από πεντάμηνη παραμονή ενός υπουργού στην καρέκλα του παρατηρείται ολίσθηση και κατρακύλα;
Αν δεν με πιστεύετε δείτε τους προκατόχους σας. Το λιγότερο που μπορώ να πω ήταν ότι αστοχήσατε.
Κρίμα, κύριε υπουργέ. Κρίμα.

(Εκτός αν δεν αναφερόσασταν σε μαθήτριες αλλά γενικά στον γυναικείο πληθυσμό της χώρας)

 

Ετικέτες: , , , ,

Πιότερο από το μάθημά σου ν’ αγαπάς τους μαθητές σου

Πιότερο από το μάθημά σου ν’ αγαπάς τους μαθητές σου

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

τι φταίμε εμείςΜε αφορμή έναν πραγματικό διάλογο με αρκετές προσθήκες. Σε κάποιους ίσως να φανούν υπερβολικές μα όσοι κινούνται στο χώρο των σχολείων ίσως να έχουν να κάνουν και άλλες.

– Δάσκαλος θέλω να γίνω παππού σαν μεγαλώσω. Μόνο αυτό αγαπάω.

– Πιότερο από το μάθημά σου ν’ αγαπάς τους μαθητές σου. Μόνο τότε θα κάνεις και το μάθημα σου πιο όμορφο και δεν θα πάψεις ποτέ να διεκδικείς γι’ αυτούς αλλά και για σένα το καλύτερο.

– …

– Μιας κι αποφάσισες να γίνεις δάσκαλος πρέπει να ξέρεις πως ο δρόμος που θα διαβείς είναι δύσκολος. Μη θαρρείς πως θα τον διανύσεις με αυτοκίνητο. Με τα πόδια θα πας και πολλές φορές στα πόδια σου δεν θα φοράς παπούτσια, θα είσαι ξυπόλυτος.

– Γιατί το λες αυτό παππού;

– Γιατί θα έρχονται μέρες που η ψυχή σου θα πονάει τόσο που θα θέλεις να το βάλλεις στα πόδια. Θα έρχονται μέρες που δεν θα μπορείς να πεις ψέμματα στους μαθητές σου γιατί θα σε κοιτάνε στα μάτια και θα παρακαλάνε για μια σταγόνα αλήθειας.

Θα έρχονται στιγμές που δεν θα μπορείς να γιατρέψεις μια παιδική ψυχή πληγωμένη. Θα συναντήσεις παιδιά παρατημένα από γονείς και κοινωνία, παιδιά δαρμένα και βιασμένα ψυχικά. Τούτο το σύστημα το εκπαιδευτικό δε νοιάζεται γι’ αυτά τα παιδιά και το χειρότερο θα ζητήσει κι από σένα να κάνεις το ίδιο. Μην ασχολείσαι με καμμένα χαρτιά θα σου πουν κι εσένα δεν θα το χωράει ο νου σου και θα σχίζεται η καρδιά σου. Βλέπεις τούτο το σύστημα το εκπαιδευτικό, μόνο εκπαιδευτικό δεν είναι.

– Και τι είναι;

– Βαθμοθηρικό είναι, εξεταστικό είναι χωρίς ισότητα και χωρίς δικαιοσύνη. Κρύβει την ανεπάρκειά του να εμπνεύσει τους νέους πίσω από διαγωνισμούς, πρωτιές, αριστείες και καινοτομίες. Πνίγει την κριτική σκέψη που γεννά αμφισβήτηση και υμνεί την αδιάκοπη προσπάθεια χωρίς ανάσα και κυρίως χωρίς σκέψη. Επιβραβεύεται αυτός που θα μάθει να λέει το τρίωρο ποίημα σε μια πανελλαδική εξεταστική διαδικασία που θα στοιβάξει τους περισσότερους υποψήφιους σε σχολές που επιλέγουν όχι από αγάπη αλλά από ανάγκη.

– Μα οι καλύτεροι δεν πρέπει να επιβραβεύονται; Αυτό δεν είναι το δίκαιο; Όλοι δεν έχουν δικαίωμα συμμετοχής στις εξετάσεις; Αυτό δεν είναι ισότητα;

– Καλύτεροι σε τι; Τι σόι εκπαιδευτικό σύστημα είναι αυτό που εκπαιδεύει τα παιδιά, από το δημοτικό ακόμα, στην πειθαρχία, στη ρουφιανιά, στην υπακοή και στις συνεχείς εξετάσεις; Αν συμβεί κάτι μέσα στην τάξη η πιο συνηθισμένη αντιμετώπιση είναι η απαίτηση κάποιος μαθητής να μαρτυρήσει ποιος το έκανε. Πάρε 50 ερωτήσεις για επανάληψη και εξέταση στην Ιστορία, λέει ο ένας δάσκαλος. Τεστ στη Γλώσσα, τεστ στα μαθηματικά, τεστ στη γεωγραφία, τεστ στα θρησκευτικά. Η αξιολόγηση επικαλύπτει την ομορφιά της απόκτησης της γνώσης. Και να τα παρατράγουδα με τους βαθμούς. Γιατί στο παιδί μου έβαλες 9 αντί για 10;,παραπονιέται ο ένας ο γονιός, γιατί μπήκε το άλλο το παιδί στη σημαία για την παρέλαση και όχι το δικό μου; παραπονιέται ο άλλος ο γονιός, γιατί το δικό μου το παιδί που δεν κάνει φασαρία πήρε τον ίδιο βαθμό με το άλλο που κάνει; παραπονιέται ο τρίτος γονιός και πάει λέγοντας. Πρέπει να μάθουν από μικρά στην πίεση, να ξεχάσουν ότι είναι παιδιά που πρέπει να παίζουν. Πρέπει να μάθουν από μικρά να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των εξετάσεων της τρίτης λυκείου. Όλο το εκπαιδευτικό μας σύστημα έχει τα μάτια του στραμμένα στις πανελλαδικές. Και ποιο είναι το αποτέλεσμα; Ένας μεγάλος αριθμός υποψηφίων, αν όχι η πλειοψηφία, να περνάει σε κάποια σχολή όχι αυτή που θα προτιμούσε, έτσι για να περάσει κάπου. Τα εκπαιδευτικά συστήματα πρέπει να βοηθούν με όποιον τρόπο χρειαστεί και με οποιοδήποτε οικονομικό τίμημα ώστε οι μαθητές να αναπτύσσουν τις κλίσεις και τα ταλέντα τους μέσα στο σχολείο με ψυχική ηρεμία και ισορροπία, χωρίς ανισότητες, χωρίς αδικίες και χωρίς αποκλεισμούς.

– Υπάρχει τέτοιο σχολείο παππού κάπου;

– Δεν ξέρω αν υπάρχει. Ξέρω πως, αν δεν υπάρχει πρέπει να δημιουργηθεί. Αυτό πίστευα όσο ήμουν δάσκαλος κι αυτό πιστεύω και τώρα. Γι’ αυτό σου είπα τα προηγούμενα. Αν γίνεις δάσκαλος να σπέρνεις κάθε μέρα στους μαθητές σου την αμφισβήτηση. Κι όταν οι μαθητές σου αμφισβητήσουν κι όσα τους λες εσύ ο ίδιος, τότε να νιώσεις περήφανος γιατί πέτυχες το σκοπό σου. Αμφισβητώντας προχωράει ο άνθρωπος όρθιος. Υπακούοντας άκριτα βαδίζει πάντα σκυφτός και υποταγμένος. Τον λες άνθρωπο όμως αυτόν;

 

Ετικέτες: , , , ,

ΘΕΑΤΡΙΚΟ: ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ

ΘΕΑΤΡΙΚΟ

 

«ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ»

 Χρήστος Επαμ. Κυργιάκης

ΠΡΑΞΗ 1η

 

Η ιστορία διαδραματίζεται στο καφενείο: «Το ραντεβού της νεολαίας». Μόνιμοι θαμώνες στο καφενείο της γειτονιάς μια παρέα  συνταξιούχων για να περνάνε το χρόνο τους και να γεμίζουν τη μοναξιά τους. Τους τοίχους του καφενείου κοσμούν οι φωτογραφίες του Κωνσταντίνου Καραμανλή, του Ανδρέα Παπανδρέου, του Κώστα Σημίτη, του Κώστα Καραμανλή, του Γιώργου Παπανδρέου, του Αντώνη Σαμαρά και του Αλέξη Τσίπρα. Σε μια ιδιαίτερη θέση, δίπλα στο εικονοστάσι, βρίσκεται κρεμασμένη και η φωτογραφία του Κώστα Μητσοτάκη, «διανθισμένη» με μια αρμαθιά σκόρδα για καλό και για κακό.

 

Είναι 9 η ώρα το πρωί, ημέρα Δευτέρα 2 Απριλίου. Οι φίλοι και οι φίλες μας πληρώθηκαν τη σύνταξή τους και το κλίμα είναι θετικό.

Η μουσική που έβαλε η Ντίνα, η γυναίκα του καφετζή, του Γρηγόρη, ταιριάζει με το θετικό κλίμα. Ήδη στο καφενείο βρίσκονται ο Αντώνης, ο Κώστας, η Ευτέρπη και η Γεωργία.

 

ΝΤΙΝΑ: Αντωνάκη μου, στον πέτυχα τον καφέ σήμερα, έτσι δεν είναι;

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Μωρέ τον πέτυχες… στο «δόξα πατρί». Αν είχε και λίγο καφέ μέσα θα μπορούσες να τον πεις και «καφέ».

 

ΝΤΙΝΑ: Μια ζωή γκρινιάρης και γρουσούζης, γι’ αυτό έμεινες μόνος σου.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Είσαι οχιά και μέγαιρα.

 

ΕΥΤΕΡΠΗ: Έλα Ντίνα μου, μην του δίνεις σημασία.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Μίλησε και η «Τέρπη». Άκου Τέρπη! Αλλά, τι ανάγκη έχεις; Ας έπαιρνα κι εγώ τη συνταξάρα που παίρνεις εσύ και να δεις τι πλακίτσες θα έκανα.

 

ΕΥΤΕΡΠΗ: Δούλεψα τόσα χρόνια Αντώνη.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Ε βέβαια, ενώ εμείς κάναμε διακοπές στις Μπαχάμες. (ειρωνικά). Δούλεψες! Σ’έφαγε το λιοπύρι. Καθόσουνα αναπαυτικά στα δικαστικά έδρανα και απένειμες τάχα δικαιοσύνη, κι εσύ κι ο άντρας σου. Άιντε μην ανοίξω το στόμα μου, άιντε μην τ’ ανοίξω.

 

ΝΤΙΝΑ: Μπα! κλειστό το είχες τόση ώρα;

 

(Παύση…)

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: (Ψιθυριστά και εμπιστευτικά). Δεν ξέρω εσύ Τέρπη μου πως τα πας με τον Σόλωνα, πάντως εγώ έχω θέμα με τον Τάσο.

 

ΤΕΡΠΗ: Τι θέμα;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Να, ξέρεις…καταλαβαίνεις…σεξουαλικής φύσεως.

 

ΤΕΡΠΗ: Τι; Δεν ανταποκρίνεται;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ανταποκρίνεται, δε λέω. Κάνε πιο δω να σου πω. Κάθε φορά που παίρνουμε τη σύνταξη, θέλει να το γιορτάζουμε.

 

ΤΕΡΠΗ: Μπα, και δεν του φαινότανε. Κοίτα να δεις ο Τάσος!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ναι αλλά, μόλις αρχίσει κι ανεβάσει παλμούς αρχίζει και «ξεφυσάει».

 

ΤΕΡΠΗ: Ταύρος πραγματικός ο Τάσος σα να λέμε!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ναι αλλά δεν ξεφυσάει από το στόμα.

 

ΤΕΡΠΗ: Κι από πού ξεφυσάει;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: (γεμάτη ντροπή) Από…τον πισινό.

 

(Ακούγονται τρανταχτά γέλια. Ο Κώστας που ήταν λίγο πιο πέρα άκουσε όλη τη συζήτηση)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Συγνώμη Γιωργίτσα μου, δεν το έκανα επίτηδες. Αλλά μου φάνηκε τόσο αστείο. (γελώντας) Άκου να «ξεφυσάει»!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Καλά δε ντρέπεσαι να κρυφακούς; Αλλά τι περιμένεις από έναν άνθρωπο που ήταν σε όλη του τη ζωή χασάπης; Από πού να μάθει τρόπους; Από τα μοσχάρια ή από τα γουρούνια;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Χασάπης ήμουνα και λέω τα πράγματα με το όνομά τους. Βλέπεις, δεν ήμουνα δικηγόρος σαν τον Τάσο σου (αρχίζει πάλι να γελάει). Άκους εκεί να «ξεφυσάει»!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Γέλα τώρα που μπορείς γιατί σε λίγο, θα πλακώσει το σόι σου για την «είσπραξη» και θα σου κοπεί το γέλιο. Ούτε μία δεκάρα δεν θα έχεις αύριο στην τσέπη σου βρε κακομοίρη!

 

(Πριν καλά-καλά προλάβει η Γεωργία να τελειώσει τη φράση της, η πόρτα του καφενείου ανοίγει και εισέρχεται ο Δημήτρης, ο γιος του Κώστα)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Καλημέρα σε όλους. Πατέρα, καλημέρα. Όλα καλά; Ντινάκι, μου φτιάχνεις ένα καφεδάκι σε παρακαλώ, έτσι μερακλίδικο να το φχαριστηθώ;

 

ΝΤΙΝΑ: Να σου φτιάξω, γιατί να μη σου φτιάξω. Δε μου λες Δημητράκη μου. Κερασμένος από τον μπαμπά σου;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Ντινάκι μου με πληγώνεις. Επειδή, δηλαδή με χτύπησε η ατυχία σα το χταπόδι στο βράχο, θα πρέπει η κοινωνία να πέσει να με φάει;

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Ποια ατυχία Δημητράκη; Για ποια ατυχία μιλάς; Είχες μια χαρά στρωμένη δουλειά από τον πατέρα σου και την εγκατέλειψες.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Κυρ-Αντώνη, άσε αυτά που εγκατέλειψα εγώ και πιάσε αυτούς που εγκατέλειψαν εσένα.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Μπορείτε σας παρακαλώ να σταματήσετε; Στο κάτω-κάτω δεν σας αφορά τι κάνω εγώ με τα λεφτά μου. Δική μου είναι η σύνταξη και την κάνω ότι θέλω.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Καλά σας λέει ο πατέρας μου. Μπράβο ρε πατέρα, τους έβαλες στη θέση τους.

ΚΩΣΤΑΣ: Μάλλον δεν κατάλαβες καλά γιε μου. Αυτά που είπα αφορούν και σένα. Τέρμα το άρμεγμα. Ότι έφαγες, έφαγες. Το μαγαζί είναι ακόμα στη θέση του και σε περιμένει. Αύριο κιόλας αν θέλεις ξεκινάς.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Τι μου λες τώρα ρε γέρο; Και τη μεγάλη μου αγάπη τι να την κάνω; Να την παρατήσω; Κρίμα είναι;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Για ποια μιλάς; Γνώρισες καμιά κοπέλα;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Κοπέλα;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Ε, τι γνώρισες; Μπουλντόζα;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Η μεγάλη μου αγάπη είναι η ποίηση. Πόσες φορές να στο πω; Έχω εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές. Είναι θέμα χρόνου, μέχρι να με ανακαλύψουν οι αναγνώστες. Ειδικά η τελευταία μου συλλογή αναμένεται να κάνει θραύση. Ο εκδότης μου είναι σίγουρος.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Ο εκδότης σου είναι σίγουρος γιατί σε μαδάει κανονικά. Δηλαδή, όχι εσένα. Εμένα έχει τσουρομαδήσει όπως τη γριά κότα πριν την κάνουν σούπα.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: (μαζεμένος γιατί βλέπει ότι χάνει τη χρηματοδότηση)

Πατέρα, είσαι άδικος. Άμα σου διαβάσω μερικούς στίχους από ένα τελευταίο ποίημά μου, θα αλλάξεις γνώμη.

 

(Βγάζει την ποιητική του συλλογή από το σακίδιό του, το ανοίγει και αρχίζει να διαβάζει όρθιος. Εν τω μεταξύ η Ντίνα του φέρνει και τον καφέ που είχε παραγγείλει)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Λέγεται: «Ζαρζαβατικούλι μου».

Δεν άντεξα όταν σε είδα/πίσω από τη λαχανίδα

Γλυκούλα σαν μια ντοματούλα/και ζουμερή σαν πατατούλα

Άγρια ήσουν σαν τσουκνίδα/κι αφράτη σαν την κουνουπίδα

 

ΝΤΙΝΑ: Κουνουπίδι λέγεται, όχι κουνουπίδα.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Ποιητική αδεία, αγράμματη, αλλά τι να καταλάβεις εσύ από ποίηση;

ΝΤΙΝΑ: Αν σου φέρω το δίσκο στο κεφάλι να δεις εσύ τι θα καταλάβεις.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Δεν πα να φτιάξεις καμιά σαλάτα λέω εγώ, να λιγδώσει λίγο και το άντερό σου.

 

(Εν τω μεταξύ ο Κώστας, είχε γύρει πάνω στο τραπέζι με τα χέρια του να έχουν αγκαλιάσει το κεφάλι σα να θέλει να προφυλαχτεί από σεισμό. Δεν άντεξε κι έβαλε τα κλάματα. Σκουπίζει τα μάτια του και αρχίζει να μιλάει)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκες, η σχωρεμένη η μάνα σου ονειρευόταν μεγαλεία για σένα. Πως θα γίνεις μεγάλος και τρανός. Σε ήθελε το λιγότερο πρωθυπουργό της Ελλάδας.

(Γυρνώντας προς τη φωτογραφία του Ανδρέα Παπανδρέου σταυροκοπιέται) Μεγάλε Ανδρέα, σχώρα με. Χατίρι δε σου χάλασε ποτέ. Θα το χαλάσεις το παιδί, της έλεγα. Το χαβά της αυτή.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Η μητέρα με αγαπούσε και με πίστευε όσο κανείς άλλος στον κόσμο. Είχε αντιληφθεί από πολύ νωρίς την κλίση μου στην ποίηση.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: (Φασκελώνοντάς τον  και με τα δύο χέρια)

Να, πάρε δέκα Νόμπελ για να ησυχάσεις.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Βλέπεις, εκείνη ήταν από τζάκι. Δε συγχώρεσε ποτέ στον εαυτό της το ότι ερωτεύτηκε εμένα, έναν χασάπη. Προσπάθησα να τη συνεφέρω αλλά δεν έπαιρνε από λόγια. Κι εσύ, βρε παλιοτόμαρο κατάλαβες από νωρίς την αδυναμία που σου είχε και την εκμεταλλευόσουνα μέχρι εκεί που δεν παίρνει.

 

(Ο Δημήτρης κάθεται σε μια καρέκλα και ακούει με σκυφτό το κεφάλι)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Όμως Δημητράκη μου ως εδώ. Δεν αντέχω άλλο. Έστω κι αν είναι αργά, αποφάσισα να το σταματήσω αυτό το παραμύθι. Η χρηματοδότηση κομμένη. Η θα δουλέψεις το μαγαζί ή να αρχίσεις να τρως τις ποιητικές συλλογές σου.

 

(Ο Δημήτρης σηκώνεται. Με σκυφτό το κεφάλι και αργά βήματα, κατευθύνεται προς την πόρτα του καφενείου για να φύγει)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Εντάξει πατέρα, έχεις δίκιο. Φεύγω.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Και που πας;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Πάω να φάω τις ποιητικές μου συλλογές, όπως είπες. Άλλωστε έχω τρεις μέρες να βάλω μπουκιά στο στόμα μου. (Φεύγει τρέχοντας)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Στάσου, μη φεύγεις. Δεν μου απάντησες (Τον ακολουθεί με το γέρικο βηματισμό του. Στο καφενείο επικρατεί απόλυτη σιωπή)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Η αξιολόγηση επί τουρκοκρατίας

Η αξιολόγηση επί τουρκοκρατίας

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

 

Η παρακάτω ιστορία έφτασε σε μένα από τον συχωρεμένο τον παππού μου που κι εκείνος την είχε ακούσει από τον δικό του παππού και πάει λέγοντας. Δεν ξέρω αν είναι αληθινή. Αυτό που ξέρω είναι πως τελικά «όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν».

 

Επί τουρκοκρατίας, όταν Μεγάλος Σουλτάνος ήταν ο Σαμάρ Αντόν ο 1ος, (μπορεί να ήταν και ο Αλέξιος Τσιπράνογλου ο λεγόμενος και Αριστερός επειδή έγραφε με το αριστερό) στο μεγάλο δρόμο που ένωνε τα μικρά χωριά με τη μεγάλη πόλη, βρισκόταν ένα χάνι, το περίφημο Χάνι του Σχολειού επειδή βρισκόταν πάνω σ’ ένα μεγάλο ύψωμα που άμα ανέβαινε κανείς, λες και είχε όλον τον κόσμο στα πόδια του.

Το Χάνι του Σχολειού, εξυπηρετούσε όλους τους ταξιδιώτες που πηγαινοέρχονταν ανάμεσα στα μικρά χωριά και τη μεγάλη πόλη εντελώς δωρεάν γιατί είχε φτιαχτεί και συντηρούταν από τις εισφορές και τα χαράτσια των κατοίκων της γύρω περιοχής.

Στον ίδιο δρόμο, λίγο πιο μακριά, λειτουργούσε ένα ακόμη χάνι, το

Ιδιώτ-Χάνι, μόνο που αυτό, πρόσφερε τις υπηρεσίες του επί πληρωμή. Σ’ αυτό κατέφευγαν όσοι από τους ταξιδιώτες είχαν γεμάτο πουγκί και κάποιοι, ελάχιστοι, που ήθελαν να ζήσουν, έστω και για ένα βράδυ, σαν αγάδες.

Όμως, καθώς πλησίαζε ο γάμος της κόρης του, την Ελλαδαΐδας με τον Τρόικαν, το γιο του Βεζίρη της Ευρώπης, σκέφτηκε πως θα ήταν καλύτερο για την προίκα της, να κουτσουρέψει τις δαπάνες για το Χάνι του Σχολειού.

Ο Μεγάλος Σουλτάνος, είχε αναθέσει τη διοίκηση του Χανιού του Σχολειού στον Αρβανίτ Πασά, με την εντολή να κάνει όσες περισσότερες περικοπές μπορεί.

Το Χάνι το κρατούσαν δύο ντόπιοι από τα γύρω χωριά. Δούλευαν εκεί για πάρα πολλά χρόνια. Ο Δασκαλόπουλος και ο Καθηγητώνης.

Ο Αρβανίτ Πασάς δεν αργοπόρησε ούτε λεπτό να υλοποιήσει τις εντολές του Μεγάλου Σουλτάνου.

Το πρώτο που έκανε ήταν να κόψει την προμήθεια μοσχαρίσιου κρέατος προς το Χάνι με το σκεπτικό πως δεν ήταν δα και τόσο απαραίτητο οι ταξιδιώτες να τρώνε κρέας. Αν ήθελαν κάτι τέτοιο, ας πήγαιναν παραδίπλα, στο Ιδιώτ-Χάνι.

Διαμαρτυρήθηκαν λίγο οι δύο ντόπιοι, στραβομουτσούνιασαν λίγο οι ταξιδιώτες αλλά τι να έκαναν; Το δέχτηκαν. «Και το αρνί καλό είναι» σκέφτηκαν.

Πολύ σύντομα, ο Αρβανίτ Πασάς κατέστρωσε ένα σχέδιο, με σκοπό, να περικόψει κι άλλο τα έξοδα του Χανιού και, αν ήταν δυνατόν, στο τέλος να το έκλεινε. Αυτοί που κατείχαν το διπλανό Ιδιώτ-Χάνι, περίμεναν πως και πώς να το αγοράσουν.

Θα έστελνε, δυο φορέα την εβδομάδα, τον Συμβουλόμπεη να ελέγχει τον Δασκαλόπουλο και τον Καθηγητώνη και να τους ρωτάει διάφορα.

Έφτασε ο Συμβουλόμπεης στο Χάνι και άρχισε τις ερωτήσεις.

«Τα λεφτά που σας δίνει ο Αρβανίτ Πασάς, καλύπτουν τις ανάγκες του Χανιού;», ήταν η πρώτη του ερώτηση.

«Τις καλύπτουν και περισσεύουν, ζωή να έχει ο πολυχρονεμένος», απάντησαν οι δύο ντόπιοι με μια φωνή θέλοντας να κάνουν καλή εντύπωση.

«Τότε, φέρτε μου το περίσσευμα πίσω. Κάπου αλλού θα σκεφτεί να το διαθέσει ο Πασάς», είπε αμέσως μετά ο Συμβουλόμπεης.

Τι να έκαναν οι καψεροί. Έτσι όπως απάντησαν, δεν μπορούσαν παρά να του δώσουν λίγα γρόσια από τα δικά τους γιατί περίσσευμα, δυστυχώς, δεν υπήρχε. Μόλις και που έφταναν τα χρήματα του Πασά για καλυφθούν οι ανάγκες του Χανιού.

Την ίδια ερώτηση τους ξανάκανε ο Συμβουλόμπεης όταν πήγε πάλι να τους συναντήσει.

Τώρα όμως είχαν πάρει το μάθημά τους και πρόσεξαν πολύ καλά την απάντηση.

«Πώς να τις καλύψουν; Δεν φτάνουν τα λεφτά που στέλνει ο Πασάς» είπαν και περίμεναν την αντίδραση του Συμβουλόμπεη.

«Τότε να συμπληρώνετε από το μισθό σας και αν πάλι δε φτάνουν, να κάνετε πιο μικρές τις μερίδες. Όποιος θέλει κανονική μερίδα να πάει στο Ιδιώτ-Χάνι», ήταν η απάντηση του Συμβουλόμπεη ο οποίος συνέχισε:

«Και γιατί δεν πάτε στον Αμέτ που έχει το μποστάνι και τα πρόβατα, να του ζητήσετε βοήθεια;»

«Τι είδους βοήθεια δηλαδή;», αναρωτήθηκε ο Καθηγητώνης.

«Να σας στέλνει λίγα ζαρζαβατικά, κανένα αρνάκι που και που! Είναι καλός άνθρωπος, δεν θα αρνηθεί. Αν του πείτε, μάλιστα ότι μπορεί να στήσει και ένα πάγκο, έξω από το Χάνι, με τα προϊόντα του, νομίζω πως δεν θα αρνηθεί. Είναι καλός άνθρωπος, σας λέω».

Αυτά τους είπε ο Συμβουλόμπεης και έφυγε καβάλα στη φοράδα του.

Ξαναήρθε σε λίγες μέρες ο Συμβουλόμπεης και είδε έξω από το Χάνι τον πάγκο του Αμέτ. Λάχανα, κουνουπίδια, ζαρζαβατικά διάφορα και καμιά δεκαριά αρνάκια να βελάζουν, μακροσχοινισμένα καθώς ήταν, χαλώντας τον κόσμο.

Μπήκε μέσα και βρήκε τους δύο ντόπιους σκεπτικούς. Αμέσως έκανε την ερώτηση:

«Το Χάνι είναι σε καλή κατάσταση; Η κουζίνα, η σκεπή, τα κρεβάτια, όλα καλά;»

«Όλα μια χαρά» απάντησε ο Δασκαλόπουλος.

«Ωραία! Από τον άλλο μήνα, δεν χρειάζεται να σας στείλω τα γρόσια που παίρνετε για τη συντήρηση. Κι εγώ μια χαρά το βλέπω. Του χρόνου, αν χρειαστεί, το ξανασυζητάμε. Εντάξει;», ανακοίνωσε ο Συμβουλόμπεης κι έφυγε και πάλι βιαστικός, καβάλα στη φοράδα του.

Εν τω μεταξύ, ο Μεγάλος Σουλτάνος είχε σεκλέτια. Ο Βεζίρης της Ευρώπης του ζήτησε περισσότερη προίκα αν ήταν να παντρευτεί ο γιος του την Ελλαδαΐδα. Τότε ο Σουλτάνος, αποφάσισε να αυξήσει τους φόρους και τα χαράτσια και μήνυσε στον Αρβανίτ Πασά να μειώσει κι άλλο τις δαπάνες για το Χάνι του Σχολειού. Εκείνος, με τη σειρά του, κάλεσε τον Συμβουλόμπεη και του είπε να πάει στους δύο ντόπιους και να τους ανακοινώσει πως από δω και στο εξής το Χάνι θα φιλοξενούσε δωρεάν μόνο τους ταξιδιώτες που ήταν καλά ντυμένοι και ταξίδευαν με άλογα ή μουλάρια. Οι κουρελιάρηδες οι πεζοί και όσοι ταξίδευαν με γαϊδούρια, αποκλείονταν από το Χάνι.

Το φυσούσαν και δεν κρύωνε οι δύο ντόπιοι κι άρχισαν να σκέφτονται πως κάτι έπρεπε να κάνουν γιατί όπως πήγαινε το πράμα, πολύ σύντομα το Χάνι θα έκλεινε. Δεν μπορούσαν, όμως να βρουν τι ήταν αυτό που έπρεπε να γίνει.

Οι κάτοικοι των μικρών χωριών που αποκλείστηκαν από το Χάνι, άρχισαν κι εκείνοι να ανησυχούν και να εξοργίζονται. Έλεγαν πως θα σταματήσουν να πληρώνουν τους φόρους και τα χαράτσια και πως θα μπουν με το «έτσι θέλω» μέσα στο Χάνι. Το΄παν και το΄καναν.

Μόλις έμαθε ο Σουλτάνος για τις ταραχές στα μικρά χωριά, έστειλε γενίτσαρους καβαλάρηδες για να πάρουν κεφάλια και να σταματήσει η εξέγερση.

Έλα όμως που οι χωρικοί ήταν μαθημένοι από τέτοια. Έκλεισαν τους δρόμους που οδηγούσαν στα μικρά χωριά και σαν είδαν τους γενίτσαρους να πλησιάζουν, άναψαν παντού φωτιές με σβουνιές των ζώων και ξερόκλαδα. Γέμισε ο κάμπος πυκνό καπνό τόσο που οι γενίτσαροι δεν έβλεπαν κατά που να πάνε. Σαστισμένοι, δεν μπορούσαν να καταλάβουν από πού τους έρχονταν οι πέτρες με αποτέλεσμα να φύγουν πανικόβλητοι.

Αγρίεψε ο Σουλτάνος και αποφάσισε να κλείσει το Χάνι. Ούτε γρόσι δεν θα έδινε στο εξής. Όσο για τον Δασκαλόπουλο και τον Καθηγητώνη, απολύθηκαν και οι δύο και ο Σουλτάνος, έπαψε να ασχολείται με τους κατοίκους των μικρών χωριών. Είχε μεγαλύτερες σκοτούρες για να ασχοληθεί.

Η αλήθεια είναι πως το Χάνι έκλεισε για λίγο καιρό αλλά ξανάνοιξε. Αυτή τη φορά το συντηρούσαν οι χωρικοί μόνοι τους. Ότι είχε ο καθένας πρόσφερε. Άλλος τα λαχανικά, άλλος το λάδι, άλλος κανένα αρνί και όλα πήγαιναν ρολόι. Ο Δασκαλόπουλος με τον Καθηγητώνη ξανάπιασαν δουλειά για να εξυπηρετούν τους ταξιδιώτες και φυσικά γλύτωσαν από τις επισκέψεις του Συμβουλόμπεη και τις «ιδέες» του Αρβανίτ Πασά.

 

 

 

 

 

 

 

Το αίμα μας σώζει τις πλούσιες ζωές τους

Το αίμα μας σώζει τις πλούσιες ζωές τους

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Δυο παλιά τραγούδια, λίγο κρασί στο ποτήρι, τα παιδιά στα γόνατα και η σκέψη παντού και πουθενά.

Δεν πρόλαβε να μπει ο μήνας και τα λεφτά σώθηκαν. Σώθηκε και η υπομονή και το κουράγιο. Πόσο να έχεις και από αυτά;

Πάλι μαύρισε η ψυχή σου. Κοιτάζεις τα παιδιά όταν εκείνα δεν σε βλέπουν και λες ότι κάτι πρέπει να κάνεις. Σε κοιτάζουν στα μάτια και τότε λες πως σίγουρα κάτι πρέπει να κάνεις.

Αλλά τι;

Σκέφτεσαι να βρεις μια δουλειά ακόμα, ότι να΄ ναι, για να πάψεις να ντρέπεσαι όταν σε κοιτάζουν στα μάτια. Δεν απαιτούν τίποτα, αλλά εσύ νιώθεις ενοχές ακριβώς γιατί τους έμαθες πως δεν πρέπει να απαιτούν.

Όμως πού να βρεθεί η δεύτερη δουλειά; Αστεία να λέμε; Εδώ χάνεται και η πρώτη και όποια δεν χάνεται μετατρέπεται σε εθελοντική εργασία , σε ευγενική χορηγία προς τους δύστυχους τους δανειστές μας.

Δεν προλαβαίνεις να πληρώνεις, δεν φτάνουν αυτά που παίρνεις για να τα βγάλεις πέρα και το χειρότερο, δεν προβλέπεται να φτιάξουν τα πράγματα αλλά είναι βέβαιο ότι θα γίνουν ακόμα χειρότερα. Αυτοί που κυβερνούν δεν έχουν πλέον κανένα πρόβλημα να το ανακοινώνουν με χαρμόσυνους τόνους:

« Ξέρετε, δεν πιάσαμε τους στόχους, που γνωρίζαμε πως έτσι κι αλλιώς δεν θα τους πιάναμε. Κάναμε λάθος. Πρέπει να περάσετε πάλι για «αιμοδοσία». Το αίμα σας, σώζει τις πλούσιες ζωές τις δικές μας και των αφεντικών μας».

Ξαναρίχνεις δυο σεκλέτια στο ποτήρι και το μυαλό σου πάει 35 χρόνια πίσω, σε ένα χειμωνιάτικο απόγευμα όταν ο θείος σου έφευγε, ετών 23, για την ξενιτιά. Θυμάσαι το κλάμα που έκανες κατά τον αποχωρισμό. Ήσουν δεν ήσουν έξι χρονών.

Όταν έφευγε λυγούσε σίδερα. Τώρα του έμεινε μια σύνταξη πρόωρη λόγω προβλήματος που απέκτησε στον αυχένα δουλεύοντας στα σιδεράδικα και στις χαλυβουργίες κάνοντας δυο και τρεις δουλειές για να μαζέψει λεφτά να γυρίσει  πίσω στην πατρίδα καθώς και το παράπονο που δεν γύρισε πίσω.

Τα παιδιά πήγαν για ύπνο και έμεινες μόνος με τις σκέψεις σου. Οι σκέψεις, σαν είναι βαριές είναι η χειρότερη παρέα και αν σε πετύχουν και μόνο, σου καίνε τα σωθικά.

Σπάζεις το κεφάλι σου να βρεις μια λύση αλλά μάταια.

Θυμάσαι το γείτονά σου που σου είπε τις προάλλες πως δεν πρέπει να παραπονιέσαι γιατί υπάρχουν και χειρότερα. «Υπάρχουν όμως και καλύτερα» του απάντησες και έφυγες.

Δεν θέλησες ποτέ να γίνεις πλούσιος. Τις υποχρεώσεις μόνο να βγάζεις πέρα. Αυτό ήθελες. Αυτό θέλεις και τώρα μα δεν σ΄αφήνουν. Βάζουν το χέρι στην τσέπη σου και αρπάζουν ότι έχεις.

«Φίλε, πρέπει να ψάχνεις για τα αντίθετα αν ζητάς εξηγήσεις», του είπε μια μέρα ένας συνάδελφος.

«Αν κάπου υπάρχει φτώχια, ψάξε την αιτία στον πλούτο. Για να υπάρξουν λίγοι πλούσιοι πρέπει να δημιουργηθούν πολλοί φτωχοί», συνέχισε ο συνάδελφος, αλλά εσύ δεν έδωσες σημασία. Τότε θεωρούσες πως δεν είσαι φτωχός. Τώρα όμως;

Είχε και απεργία προχτές, αλλά εσύ δεν έκανες γιατί δεν βγαίνεις οικονομικά.

Άσε που με τις απεργίες κάνεις δώρο τα λεφτά σου στο κράτος. Δεν είσαι δα και τόσο κορόιδο να μην τα καταλαβαίνεις αυτά.

Αφού ήπιες και την τελευταία γουλιά αναστενάζοντας, έπεσες να κοιμηθείς, αυτές τις λίγες ώρες που σ΄ έπαιρνε ο ύπνος τελευταία.

Μέχρι και τον ύπνο σου έκλεψαν χωρίς να το πάρεις είδηση.

Μέχρι και τον ύπνο σου τους χάρισες χωρίς να φέρεις αντίρρηση.

Αύριο έχει πάλι απεργία. Αλλά, τι να κάνεις; Τα είπαμε αυτά. Δεν βγαίνεις!

 

 

 

 
 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: