RSS

Category Archives: κοινωνία

Στα όριά μας

Στα όριά μας

Στα όριά μας

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Μπήκε ο Οκτώβρης και είναι λες και μπήκε χειμώνας βαρύς.

Άνοιξαν τα σχολεία και η ανείπωτη χαρά μας που θα βρισκόμασταν στο φυσικό μας χώρο μαζί με τους συναδέλφους και τους μαθητές μετατράπηκε σε ένα καθημερινό άγχος και σε ένα συνεχές ξόρκισμα του στρεσαρίσματος και της πίεσης.

ΚΥΑ για το ασφαλές άνοιγμα των σχολείων λόγω Covid. Να γίνουμε νοσηλευτές, να γίνουμε γιατροί, να γίνουμε υπεράνθρωποι, να κάνουμε συνεχή δίωρα και μετά εφημερία και μετά πάλι δίωρα, να συμπληρώνουμε φόρμες ηλεκτρονικές, κι άλλες φόρμες, κι άλλες φόρμες…Άι σιχτίρ μέσα.

Να φωνάζουμε όλοι πως ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΟΥΜΕ άλλο και να μας λένε αυτοί που μπαίνουν ελάχιστα έως καθόλου στις τάξεις, κάντε υπομονή, αντί να χαίρεστε που μπαίνετε τόση ώρα στην τάξη κάνετε συνεχώς παράπονα. Πάρτε κενά για να παίρνετε ανάσες, μας λένε, και να εφαρμοστεί και το 8 με 2 στα μουλωχτά, προσθέτω εγώ.

ΚΥΑ για εξ αποστάσεως σε περίπτωση καταλήψεων, με χιόνια με πλημμύρες, με σεισμούς με Covid, με, με, με…Σάμπως και νοιάζεστε που το 30% των μαθητών δεν έχει εξοπλισμό;

Καημένη κυρία Νίκη μου, ξέρεις πολύ καλά πως κάνεις το μνημόσυνο της δημόσιας εκπαίδευσης, με ξένα κόλλυβα, δυστυχώς τα κερνάμε εμείς. Διότι, χωρίς τον εξοπλισμό, το ίντερνετ και το χώρο που διέθεσαν οι εκπαιδευτικοί, η περίφημη «εξ αποστάσεως» που τόσο μας τη διαφημίσατε θα κατέρρεε την επόμενη μέρα. Όλοι το ξέρουν. Κι εμείς οι εκπαιδευτικοί το ξέρουμε. Αν αύριο εμφανιστούμε στα σχολεία για εξ αποστάσεως θα γελάνε μέχρι και οι τοίχοι. Δεν θα ξέρετε τι να μας κάνετε, ούτε εσείς ούτε τα στελέχη σας. Αφήστε λοιπόν τους λεονταρισμούς κατά μέρος.

Επενδύετε στο φιλότιμό μας και καλά κάνετε γιατί εμείς διαθέτουμε και φιλότιμο και ψυχή. Εσείς και οι συνάδελφοί σας είστε σαν σε «διατεταγμένη υπηρεσία». Χθες αλλού, σήμερα εδώ, αύριο ποιος ξέρει. Εμείς όμως; Εδώ από χθες και για όσο αντέξουμε. Και να είστε σίγουρη πως θα αντέξουμε όσο χρειαστεί κι ακόμα περισσότερο.

ΚΥΑ για την αξιολόγηση τη μία, άλλη ΚΥΑ για την αξιολόγηση την άλλη, και δως του η κατατρομοκράτηση. Θα σας κόψουν το μισθό, θα σας κόψουν τον κώλο, θα σας κρεμάσουν ανάποδα, δεν θα μπορείτε να γίνεται διευθυντές ή συντονιστές-δεν καιγόμαστε κιόλας-θα σας στείλουμε να σπάτε πέτρες, δεν θα σας κάνουμε μόνιμους εσάς τους καινούργιους, τι καινούργιοι δηλαδή που είστε όλοι πάνω από σαράντα, δεν θα σας πάρουμε πάλι αναπληρωτές εσάς τους αναπληρωτές που σιγά το πράγμα, η τελευταία τρύπα της φλογέρας είστε για μας. Κι άλλα τέτοια όμορφα και κυρίως δημοκρατικά.

Να γίνονται συνεδριάσεις των συλλόγων διδασκόντων που μετατρέπονται σε μάχες. Απειλές, εκφοβισμός και πίεση από τη μία. Αντίσταση επιχειρήματα, ηρωισμοί και απεργία αποχή από την άλλη.

Το υπουργείο μετά την αποτίμηση της ήττας άρχισε τα νομικίστικα και τα δικαστήρια. Θα βγει παράνομη η απεργία; Δεν θα βγει παράνομη η απεργία. Θα βγει καταχρηστική η απεργία; Δεν θα βγει καταχρηστική η απεργία.

Και να οι αποφάσεις. Παράνομη αλλά όχι καταχρηστική.

Όχι ρε γαμώτο. Τι θα πει αυτό συνάδελφε; Σάματις ξέρω και γω.

Και να οι εφέσεις από την ΟΛΜΕ και πάρε κι άλλη απεργία-αποχή από την ΑΔΕΔΥ και φτου κι απ΄την αρχή.

Αυτό που ξέρω είναι πως το καλό της παιδείας, των παιδιών, των καθηγητών, της κοινωνίας ολόκληρης δεν μπορεί να περνάει μέσα από τις αίθουσες δικαστηρίων.

Δεν γίνεται κυρία Νίκη να λες πως νοιάζεσαι για τα σχολεία και να μην αφήνεις τους καθηγητές να αντιδράσουν όταν κρίνουν ότι πρέπει να αντιδράσουν.

Γιατί κυρία Νίκη μου, αποδεδειγμένα όλα αυτά τα χρόνια, μόνο εκείνοι νοιάστηκαν για το ρημάδι το σχολείο.

Τους χλευάσατε τους κάνατε φτωχούς, τους εξουθενώσατε εργασιακά, τους κλέψατε δώρα, επιδόματα, εφάπαξ, συντάξεις, τους αφήσατε αδιόριστους αλλά αυτοί εκεί. Δεν πρόδωσαν τους μαθητές τους δεν πρόδωσαν τη μεγάλη τους αγάπη.

Λύσσαξες με την αξιολόγηση κυρία Νίκη μου, όμως τώρα δεν είναι όπως παλιά που έλεγε ο υπουργός «αξιολόγηση» και η κοινωνία συμφωνούσε με ανοιχτό το στόμα.

Όποιος αξιολογεί θα αξιολογείται και άλλα τέτοιες εξυπνάδες.

Δυστυχώς για σας και ευτυχώς για μας, κοινωνία δεν είναι τα καλοταϊσμένα ΜΜΕ. Ο κόσμος αρχίζει να το καταλαβαίνει και βάλαμε κι εμείς το χεράκι μας.

Ώστε η αξιολόγηση θα αναβαθμίσει το δημόσιο σχολείο!  Αλήθεια; ‘Όπως στις ΗΠΑ, όπως στην Αγγλία, τη Σουηδία, το Μεξικό, τον Καναδά ή όπου αλλού εφαρμόστηκε;

Λίστες με καλά και κακά σχολεία σε μια ιδιότυπη πασαρέλα με τους εκπαιδευτικούς χωρίς καμία εργασιακή ασφάλεια δούλους κανονικούς, τους γονείς να ψάχνουν με το κουπόνι στο χέρι, τους χορηγούς να δίνουν το πρόσταγμα και το μάθημα να περιορίζεται μόνο σε ότι χρειάζεται για τους διαγωνισμούς, τα τεστ, τις εξετάσεις, τα πρωταθλήματα και τους τελικούς μαθητικών αγώνων δεξιοτήτων.

Το γεγονός ότι σας αρκεί μια έκθεση αξιολόγησης ακόμη και από τον διευθυντή της σχολικής μονάδας δείχνει τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα στα οποία έχετε εκπαιδευτεί για να πείθετε τους ψηφοφόρους σας.

Αφήστε μας λοιπόν ήσυχους να κάνουμε αυτό που αγαπάμε. Ούτε που σας περνάει από το μυαλό πόσο επώδυνο είναι για μας όταν καταλαβαίνουμε, όσοι μπήκαν σε τάξη ξέρουν, ότι κάτι στο μάθημά μας δεν πήγε καλά.

Η δική σας δουλειά είναι να έχετε καθηγητές στην ώρα τους, που δεν τους έχετε, βιβλία στην ώρα τους, που δεν τα έχετε πάντα, ολιγομελή τμήματα, που δεν υπάρχουν, γυμναστήρια, θέατρα, εικαστικά εργαστήρια, μαθήματα κοινωνικών επιστημών, μαθήματα μουσικής, σύγχρονα βιβλία και κτήρια που να μην πέφτουν. Αυτά τα τελευταία, πάλι δεν τα έχετε. Και μας μιλάτε για αξιολόγηση και για αναβάθμιση του δημόσιου σχολείου.

Εκτός αν την τράπεζα θεμάτων, τις εξετάσεις από το δημοτικό και την ελάχιστη βάση εισαγωγής που σπρώχνουν τους μαθητές στην ιδιωτική πρωτοβουλία και τους γονείς να βάλουν βαθιά το χέρι μέσα στην τρύπια και άδεια τσέπη τους μπας και βρουν τίποτα, τη βαφτίζεται αναβάθμιση του δημόσιου σχολείου.

Πείτε τη καλύτερα με το όνομά της: Χάρισμα στις ορέξεις των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων όλων των βαθμίδων.

Επενδύσατε στο φόβο και χάσατε, για άλλη μια φορά.

Ο φόβος σκιάχτηκε και πλέον σας συνοδεύει στις σκέψεις και τις ενέργειές σας….

 

Ετικέτες: , , , , ,

Η άτιμη η κενωνία

Η άτιμη η κενωνία

Η άτιμη η κενωνία

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Τα πράγματα είναι απλά. Απλά και εύκολα. Όσο εύκολες ήταν οι εργασίες που έχουν κάνει στη ζωή τους κάποιοι πολιτικοί μας ηγέτες, άριστοι κατά τα άλλα, και λάτρεις της σκληρής εργασίας.

Άμα είσαι γιατρός και σώζεις ζωές και μάχεσαι για να νιώθει ο άνθρωπος αξιοπρεπής μέσα στην ασθένειά σου, όπως ευτυχώς συμβαίνει με τους περισσότερους γιατρούς, και δεν παίρνεις φακελάκια ως προϋπόθεση για να τους αναλάβεις, η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σου χαρίζει απλόχερα το χειροκρότημά της. Σε στύβει στις υπερωρίες και ακόμα στις χρωστάει. Γιατρουδάκι σε ανεβάζει γιατρουδάκο σε κατεβάζει. Ενώ αν είσαι από τους άλλους, τους εκβιαστές, η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σε ανταμείβει. Σε κάνει καθηγητή, μεγαλογιατρό με πουράκλες στο γραφείο σου κάτω από το «απαγορεύεται το κάπνισμα». Μέχρι και πρύτανη μπορεί να σε κάνει για να έχεις τον έλεγχο και να τα κονομάς από παντού ή και ειδικό σε κάποια από τις επιστημονικές επιτροπές για να έχουν οι ιθύνοντες το κεφάλι τους ήσυχο.

Άμα είσαι άνθρωπος του μόχθου, του μεροκάματου και της καθημερινής βιοπάλης, η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σε έχει κυριολεκτικά χεσμένο. Μόνο η μάνα σου σε θυμάται και μόνο αυτή νιώθει το τι περνάς. Ποιος νοιάζεται αν έχεις να περάσεις το μήνα, αν έχεις για το ενοίκιο, αν σου φτάνουν για τη δόση του δανείου, αν έχεις φαΐ στο πιάτο κάθε που γυρνάς στο σπίτι ή αν δουλεύεις ένα σκασμό ώρες κάθε μέρα;

Αν είσαι όμως μέγας πληρωμένος ξεχασμένος και ξεγραμμένος μαχητής και μπορείς και επιβιώνεις σε στημένες κακουχίες κάπου εκεί στην καραϊβική τότε η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σε έχει περί πολλού. Σε περιμένει στα αεροδρόμια για να σε επευφημήσει λες και ανακάλυψες το φάρμακο για τον καρκίνο, λες και έβαλες έστω ένα λιθαράκι, έναν κόκκο άμμου βρε αδερφέ για να φτιάξεις ένα σκαλί για να πατήσει ο «άνθρωπος» και να δικαιολογήσει το όνομά του. Σου ετοιμάζει συνεντεύξεις σε κανάλια πανελλαδικής εμβέλειας για να αναλύσεις τις κραυγές που έβγαζες όταν βουτούσες στα λασπόνερα ξυπνώντας ακόμη και στα τσακάλια ακόμη πιο ζωώδη ένστικτα.

Αν πάλι είσαι μισθωμένος αγρότης σε φάρμα, τέτοιος αγρότης που σηκώνεται ο φράχτης, παίρνει των ομματιών του και πάει μετανάστης στην Παταγονία, και ουρλιάζεις χωρίς λόγο όλη την ώρα κάνοντας τον άγριο και τον τσαμπουκαλεμένο, η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, σε προβάλλει σαν πρότυπο. Να γαμπρός για τις κόρες τις έμορφες. Και δως του τα κανάλια να σε κυνηγάνε για μια σου λέξη, τι λέξη δηλαδή, για ένα σου μουγκρητό έστω για ένα σου γέλιο για να λάμψει η λευκασμένη οδοντοστοιχία σου.

Αν όμως είσαι αγρότης κανονικός, από αυτούς που μυρίζουν το χώμα και καταλαβαίνουν αν και πόσο διψάει, από αυτούς που παλεύουν με τη γη για να ζήσουν οι ίδιοι και οι οικογένειές τους τότε η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, θα σε πει τεμπέλη και καφενόβιο που ζεις με τις επιδοτήσεις και κλείνεις τις εθνικές οδούς του Μπόμπολα και δεν αφήνεις τον Πέτρο να πάει να δει τη μανούλα του και στενοχωριέται ο Πέτρος και οι όμοιοί του. Και σε λίγα χρόνια εκεί που χρωστούσε και της Μιχαλούς κατορθώνει και μας κάνει τη χάρη να προσφέρει και πάλι με τα έντυπά του στον εκπολιτισμό του μνημονιακού νεοέλληνα. Αυτά είναι τα ωραία.

Όμως ευτυχώς για όλους εμάς τους υπόλοιπους που δεν είμαστε μέλη της κοινωνίας ούτε της επίσημης ούτε της ανεπίσημης, υπάρχουν εκείνοι, και είναι πάρα πολλοί, που κρατάνε άσβεστη τη φλόγα της ελπίδας και είναι φορές που την κάνουν πυρκαγιά που καίει ότι τοξικό υπάρχει και μπορούμε και ρουφάμε καθαρό αέρα.

Είναι όλοι αυτοί οι παραπάνω που η κοινωνία, επίσημη και ανεπίσημη, τους έχει απορρίψει. Και κοντά σ’ αυτούς είναι κι άλλοι, όπως οι φοιτητές που πέταξαν έξω τους μπάτσους του Μιχάλη και του Κούλη από τα πανεπιστήμια ή όπως οι εκπαιδευτικοί που όρθωσαν και πάλι ανάστημα στις εμμονικές αντιδραστικές επιδιώξεις της κυρά-Νίκης και πέταξαν για μία ακόμη φορά στον καλάθι των α(χ)ρήστων την αξιολόγησή τους.

Γιατί τα πράγματα είναι απλά. Άλλες οι ανάγκες της πραγματικής κοινωνίας και άλλες οι εικονικές ανάγκες της κενωνίας που θέλει να εμφανίζεται ως κοινωνία, επίσημη ή ανεπίσημη.

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Η μάνα

Η μάνα

Η μάνα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Λένε πως η δουλειά σε ανταμείβει, πως όποιος δουλεύει αργά ή γρήγορα θα βρει προκοπή. Εννοούν πως θα αποκτήσει περιουσία, θα βγάλει λεφτά θα ανέβει τάξη στην κοινωνία. Θα γίνει κάποιος βρε αδερφέ.

Δώδεκα χρονών ήταν ο Παναγής, εκεί γύρω στα 1920.

Τον ξύπνησε η μάνα του ένα πρωί και του ανακοίνωσε πως ο πατέρας του πέθανε.

– Και δεν θα τον ξαναδούμε μάνα;

– Είδες πολλούς πεθαμένους μέχρι τώρα;

– Δεν ξέρω μάνα, είμαι μικρός.

– Πέθανε σου λέω. Μας άφησε χρόνους που να καεί στην κόλαση ο αφορεσμένος.

– Όχι στην κόλαση μάνα. Κάνει πολλή ζέστα εκεί.

– Να καεί! Καψάλα να γίνει. Πώς θα τα βγάλω πέρα μόνη μου λες; Χωράφια δεν έχουμε, λίρες δεν έχουμε, παράδες δεν έχουμε. Και το σπίτι ακόμα που μένουμε είναι έτοιμο να σαρίσει.

– Μάνα γιατί πέθανε;

– Γιατί ήταν αχαΐρευτος. Εκεί που θέριζε έπεσε τέζα.

– Θέλω να τον δω. Πού είναι;

– Δεν χρειάζεται. Τον πήραν και τον έθαψαν. Δεν χρειάζεται να τον δεις.

– Είχα από προχτές να τον δω.

– Κι εγώ. Νόμιζα κοιμήθηκε στο χωράφι. Το είχε ξανακάνει. Αλλά αυτός πήγε και ψόφησε.

– Μη μιλάς έτσι για τον πατέρα. Σάματις ήθελε να πεθάνει λες;

– Κι άμα δεν ήθελε; Τώρα τι κάνουμε;

– Θα δουλέψω εγώ μάνα. Μη σκιάζεσαι.

– Θα πάω στον κυρ-Στέργιο και θα του ζητήσω δουλειά.

– Μην πας σ’ αυτόν.

– Γιατί;

– Δεν είναι καλός άνθρωπος. Και δεν μ’ αρέσει που σε κοιτάει. Ούτε που σε αγγίζει με τα χέρια του.

Δεν πρόλαβε ο Παναγής να τελειώσει τη φράση του και βρέθηκε με το κεφάλι στον τοίχο από την ξανάστροφη της μάνας του.

– Μάζεψε τη γλώσσα σου γιατί θα στην κόψω. Όταν ψηνόσουν στον πυρετό τις προάλλες, εκείνος πλήρωσε για να πας σε γιατρό στην πόλη. Ο ανεπρόκοπος ο πατέρας σου βλέπεις δεν μπορούσε.

Τα μάτια του παιδιού γέμισαν δάκρυα.

– Αν ξαναπείς ανεπρόκοπο τον πατέρα μου θα σε κλωτσήσω και θα φύγω.

– Να πας στα τρανά που θα με φοβερίξεις κιόλας.

Σηκώθηκε κι έφυγε ο Παναγής. Όχι, δεν την κλώτσησε τη μάνα του μα τα μάτια του έτρεχαν ασταμάτητα σα μικρές βρυσούλες. Μόνο που δεν έβγαζαν νερό γάργαρο. Φαρμάκι και πόνο έσταζαν, πόνο αβάσταχτο για την ψυχούλα του μικρού.

Πήγε στην άλλη άκρη του χωριού, στη θεια του τη Λένω, την αδερφή του πατέρα του.

– Κάτσε λίγες μέρες εδώ μέχρι να περάσει η μπόρα και θα πας να βρεις ξανά τη μάνα σου, του είπε η θεια του.

– Δεν πάω θεια. Δεν τη θέλω. Βρίζει τον πατέρα μου και θα πάει να βρει τον Στέργιο.

– Ποιον, εκείνο το παλιοζάγαρο;

– Ναι εκείνο.

– Ότι πει η μάνα σου, αυτό θα κάνεις κι εσύ.

– Εγώ δεν πάω σ’ αυτόν.

– Καλά! Σώπα τώρα. Αγρίμι σκέτο. Ίδιος ο πατέρας, Σε καλό να σου βγει.

Πέρασαν πάνω από δύο μήνες που έκατσε με τη θεια του. Η μάνα του πήγαινε και τον έβλεπε. Τον ξεκαθάρισε πως τον κυρ-Στέργιο θα τον παντρευτεί.

– Αν δεν τον παντρευτώ θα πεθάνουμε από την πείνα, κι εγώ κι εσύ μαζί που να μην έσωνα να τον παντρευόμουν τον αχαΐρευτο τον πατέρα σου.

Σηκώθηκε ο Παναγής και όρμησε με φόρα στη μάνα του. Τελευταία στιγμή, αντί να κλωτσήσει εκείνη, έριξε μια δυνατή κλωτσιά στο τραπέζι.

Ούρλιαξε η θεια του. Έβαλε τα κλάματα η μάνα του. Το παιδί βγήκε έξω κουτσαίνοντας και φωνάζοντας.

– Άι στο διάολο μάνα. Άι στο διάολο και συ και ο παλιό Στέργιος σου.

Τι κι αν δεν ήθελε ο Παναγής; Στο μήνα πάνω έγινε ο γάμος.

Αυτός κι η μάνα του μετακόμισαν στο σπίτι του πλούσιου πατριού του.

Από την πρώτη μέρα ο πατριός του έβαλε τους όρους του.

– Μικρέ, εδώ είναι το σπίτι μου. Το θες δεν το θες εδώ κουμάντο κάνω μόνο εγώ. Αν δεν συμφωνείς με όσα ορίζω θα μένεις έξω. Η μάνα σου είναι τώρα δική μου. Την ήθελα κι από παλιά αλλά οι δικοί της την έδωκαν στον πάτερα σου γιατί ήμουνα λέει μεγάλος.

– Σαν παππούς μου είσαι. Με το ένα πόδι στο τάφο.

– Όπως βλέπεις εγώ είμαι ολοζώντανος. Άλλος είναι στο τάφο.

Θόλωσε το παιδί με όσα άκουσε. Αρπάζει το κουζινομάχαιρο που ήταν πάνω στο τραπέζι και ορμάει στον κυρ-Στέργιο.

Τον προλαβαίνει εκείνος και του πιάνει το χέρι. Του τραβάει το μαχαίρι και είναι έτοιμος να το καρφώσει στο κορμί του παιδιού.

– Άτιμε θα σε σκοτώσω, ακούστηκε η φωνή της μάνας την ώρα που κάρφωνε στην πλάτη του κυρ-Στέργιου την κάμα που είχε πάντα στο ζωνάρι μέσα από τα σιγκούνια της.

Πέντε μαχαιριές του κατάφερε του κυρ-Στέργιου μέχρι να σιγουρευτεί πως ο γιος της δεν κινδυνεύει από τα χέρια του.

Φαρδύς πλατύς σωριάστηκε ο Στέργιος με το κουζινομάχαιρο να πέφτει δίπλα του στο πάτωμα.

– Φεύγα Παναγή. Τράβα στη θεια σου και πες της τι έγινε. Εμένα να με ξεχάσεις. Εκείνη θα έχεις τώρα για μάνα.

Τα χρόνια πέρασαν, ο Παναγής μεγάλωσε έκανε δική του οικογένεια μα τα σημάδια στην ψυχή του έμειναν ανεξίτηλα.

Ποτέ δεν αγκάλιασε τα τρία του παιδιά, ούτε όταν ήταν μικρά ούτε σαν μεγάλωσαν.

Και τη γυναίκα του, παρόλο που την «έκλεψε» από αγάπη γιατί οι δικοί της δεν τον ήθελαν για γαμπρό τους, δεν της είπε ποτέ ένα καλό, έναν γλυκό λόγο.

Και στο χωριό που κατέφυγε με την γυναίκα του για να συνεχίσει τη ζωή του, είχε τη φήμη του δύστροπου, του παράξενου και του αψύ ανθρώπου που όλα του έφταιγαν.

Σε κανέναν δεν μίλησε ποτέ για τα όσα πέρασε.

Αυτά μαθεύτηκαν αργότερα όταν ο ίδιος είχε φύγει πια από τη ζωή.

Κάποιοι έσκυψαν το κεφάλι, κάποιοι ένιωσαν τύψεις αλλά οι περισσότεροι συνέχισαν να ζουν τις ζωές τους με τα δικά τους τραύματα και τα δικά τους απωθημένα.

Μέχρι να κλείσει τα μάτια του δούλευε στα χωράφια.

Ούτε περιουσία απόκτησε, ούτε παράδες, ούτε λίρες, ούτε παλάτια.

Τι κι αν τον σκιάζονταν τα χώματα σαν τον έβλεπαν;

Ίσως δεν του «άξιζε να προκόψει»…

 

Ετικέτες: , , , , ,

Περί δικαιώματος στην εργασία

Περί δικαιώματος στην εργασία

Περί δικαιώματος στην εργασία

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

«Το δικαίωμα στην εργασία είναι ιερό», διατυμπανίζουν τα αφεντικά, οι γραφιάδες-παπαγάλοι και οι πολιτικοί υπάλληλοί τους που τους λένε και κυβερνόντες.

Όλοι αυτοί που το μόνο τους μέλημα είναι να αποκτήσουν κλιματιζόμενες πολυθρόνες για να μην ιδρώνει ο κώλος τους.

Μπα! Τι μας λέτε; Αλήθεια;

Και τότε γιατί υπάρχουν αυτοί οι εκατοντάδες χιλιάδες άνεργοι; Ποιοι τους δημιούργησαν; Όχι η ανάγκη για αύξηση του κέρδους που τη νομιμοποίησαν οι υπάλληλοι υπουργοί και βουλευτές σας;

Γιατί βρε υποκριτές του κερατά δεν μειώνετε το χρόνο εργασίας για να μπορούν όλοι να ασκούν το ιερό δικαίωμα της εργασίας;

Γιατί λυσσάτε να ψηφίζετε νόμους που διευκολύνουν τις απολύσεις και στερούν από τους εργαζόμενους το ιερό δικαίωμα της εργασίας;

Γιατί δεν βελτιώνετε τις συνθήκες εργασίας σε όλους τους χώρους αφού τη θεωρείτε ιερή;

Γιατί τόσα εργατικά ατυχήματα λόγω έλλειψης μέτρων ασφαλείας αφού καίγεστε τόσο για το ιερό δικαίωμα της εργασίας;

Γιατί στέλνετε τους απεργούς στα δικαστήρια και δεν ικανοποιείτε τα αιτήματά τους όταν διεκδικούν καλύτερες συνθήκες εργασίας, αφού θεωρείτε την εργασία ιερή;

Γιατί βρε δημοκράτες της τρύπιας δεκάρας, επικαλείστε την αρχή της πλειοψηφίας όταν πρόκειται για τα σωματεία αλλά δεν σας ενοχλεί καθόλου το να μην ισχύει για την εκλογή των κυβερνήσεων και των δημοτικών αρχόντων;

Γιατί η μειοψηφία θα πρέπει να ακολουθεί την πλειοψηφία όταν σας συμφέρει αλλά σε μια απόφαση για απεργία εγείρετε το ατομικό συνταγματικό δικαίωμα της μη συμμόρφωσης στην απόφαση, στο όνομα της ιερότητας της εργασίας;

Κυβερνάτε με το 40% του 60%, δηλαδή με το 24% του εκλογικού σώματος και αντί να κρύβεστε από ντροπή πουλάτε και μόστρα δημοκρατική.

Απλή είναι η απάντηση.

Καρφάκι δεν σας καίγεται για το δικαίωμα και τις συνθήκες εργασίας των «δούλων» σας. Η δουλε(ί)ιά σας να γίνεται με όσο το δυνατόν μικρότερο κόστος. Αν μπορούσατε θα τους βάζατε να δουλεύουν νύχτα με νύχτα, όπως παλιά και θα το βαφτίζατε ευελιξία και ανάπτυξη.

«Το δικαίωμα στην εργασία είναι ιερό», επικαλούνται όμως και πάρα πολλοί από τους εργαζόμενους που δεν συμμετέχουν σε απεργιακές ή άλλες ενέργειες διεκδίκησης απέναντι στα αφεντικά.

Να το δεχτώ αγαπητοί μου συνάδελφοι με όλη μου την ψυχή και με κάθε ειλικρίνεια.

Άρα περιμένω και από εσάς:

Να τρέχετε πάντα και πρώτοι σε κάθε εκδήλωση συμπαράστασης υπέρ των ανέργων υπερασπιζόμενοι το ιερό δικαίωμα και των άλλων εργαζόμενων.

Να είστε πάντα έτοιμοι να συνδράμετε με τον αγώνα σας κάθε εργαζόμενο που απειλείται με απόλυση από την ανεργία.

Να πιέζετε μαζί με τα σωματεία σας να καταργηθούν όλοι εκείνοι οι νόμοι που στρέφονται ενάντια στο ιερό δικαίωμα της εργασίας.

Να πιέζετε μαζί με τα σωματεία σας να καταργηθούν όλοι εκείνοι οι νόμοι που βάζουν φρένο σε απεργιακές κινητοποιήσεις που υπερασπίζονται το δικαίωμα στην εργασία και απαιτούν βελτίωση των συνθηκών εργασίας.

Να μην υποστηρίζετε κυβερνήσεις και κόμματα που νομοθετούν ενάντια στο ιερό δικαίωμα της εργασίας, αυξάνοντας το χρόνο δουλειάς και μειώνοντας τις απολαβές.

Να δηλώσετε άρνηση σε οποιαδήποτε νίκη προκύψει από μια απεργιακή διεκδίκηση αφού εσείς δεν συμμετείχατε σε αυτή!

Αν δεν κάνετε τίποτα από τα παραπάνω τότε αφήστε να επικαλούνται και να προστατεύουν το δικαίωμα στην εργασία αυτοί που απεργούν, χάνουν τα μεροκάματά τους και κατεβαίνουν στους δρόμους για να πετύχουν. Τουλάχιστον, μην στέκεστε απέναντί τους.

Εννοείται πως σε καμιά περίπτωση δεν αναφέρομαι σε εργαζόμενους που πραγματικά δεν μπορούν να στερηθούν το χαμένο μεροκάματο της απεργίας. Δεν ξέρω πόσοι είναι. Ξέρω όμως πως κανένας από αυτούς δεν πάει στη δουλειά επικαλούμενος το «ιερό δικαίωμα της εργασίας». Αν πάει στη δουλειά το κάνει με πόνο και στενοχώρια….

 

Ετικέτες: , ,

Πρέπει να φας παιδί μου

Πρέπει να φας παιδί μου

Πρέπει να φας παιδί μου

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

«Γιατί κλαις παιδί μου; Μήπως πεινάς; Θα πεινάς σίγουρα. Είσαι αδύνατος. Πρέπει να τρως. Έλα σε παρακαλώ. Φάε λίγο ψωμί τουλάχιστον.»

Δώδεκα γυναίκες, εργάτριες γης, στοιβαγμένες σε μια αποθήκη «του αφέντη», όλες από το διπλανό χωριό, αποκαμωμένες από το σκάλισμα των βαμβακιών νύχτα με νύχτα, στρωματσάδα πάνω σε κάτι σελτέδες γεμάτους κοριούς και τσιμπούρια. Τουαλέτα, που λέει ο λόγος, και τουλούμπα για πλύσιμο έξω από την αποθήκη. Καμιά τριανταριά μέτρα μακριά.

Είκοσι έξι χρονών η μικρότερη, με δύο παιδιά, τρίχρονο το τελευταίο, εξήντα δύο η μεγαλύτερη. Όλες άφησαν τα σπίτια τους και τις οικογένειές τους για δύο βδομάδες επειδή η ανάγκη τους έσφιγγε το λαιμό.

Για το μεροκάματο, για να βουλώσουν καμιά τρύπα, για να αγοράσουν ξύλα για το χειμώνα, για να πάρουν κανένα κιλό κρέας για το παιδί, για, για…

– Πάλι εφιάλτη έβλεπε η μικρή. Θα σκάσει από το κακό της.

– Μας βγήκε ευαίσθητη. Λες και τα δικά μας είναι σκυλιά κι όχι παιδιά.

Η μεγαλύτερη από όλες πήγε και σκούντηξε σιγά-σιγά τη μικρή για να την ξυπνήσει χωρίς να τρομάξει.

– Έλα σήκω. Σου είπα να μην ξεσυνερίζεσαι με όσα βάζεις στο μυαλό σου. Μια χαρά είναι το παιδί. Έχουμε δέκα μέρες ακόμα. Άμα δεν κοιμάσαι πώς θα αντέξεις όλες τις μέρες με το τσαπί στο χέρι;

– Είδα πάλι ότι έκλαιγε και δεν έτρωγε. Έμαθε με μένα και δεν τρώει με την πεθερά μου. Πώς θα βάλει κάνα γραμμάριο άμα δεν τρώει.

– Μην κάνεις έτσι. Εμείς δεν έχουμε παιδιά; Δεν βλέπουμε και εφιάλτες κάθε βράδυ, πετάχτηκε η εργάτρια που την κατέκρινε και πριν.

Η «μικρή» δεν μίλησε. Μόνο την κοίταξε με απορία και θλίψη.

– Εσύ να κοιτάς τη δουλειά σου, της είπε η πιο ηλικιωμένη.

– Κι εσύ τη δική σου, της απάντησε η ίδια εργάτρια.

Από την πρώτη μέρα η μικρομάνα δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει πίσω στα παιδιά της και στο σπίτι της. Είχε έρθει και πέρυσι για μεροκάματο, στον ίδιο «αφέντη», αλλά φέτος δεν επέστρεφε κάθε βράδυ στους δικούς της. Για δυο βδομάδες, μέχρι να τελειώσει το σκάλισμα θα έμεναν στην αποθήκη του αφέντη για να μην χάνουν χρόνο.

Το φαΐ λιγοστό και μετρημένο. Βλέπετε «δεν του περίσσευαν» και του αφέντη. Με αυτά τα «ψωροχωραφάκια πάσχιζε κι αυτός να τα φέρει βόλτα».

Όλη τη μέρα την έβγαζε στο χωράφι να επιτηρεί τις εργάτριες.

Άμα του «γυάλιζε» και καμία, την πλησίαζε όταν έβρισκε ευκαιρία και άρχιζε τις «προτάσεις».

– Ας τολμήσει να πλησιάσει και θα του ανοίξω το κεφάλι με την τσάπα στα δυο σαν κολοκύθι, είπε μία από τις εργάτριες που ο αφέντης έδειξε από την πρώτη στιγμή ότι του αρέσει.

Το έλεγε και το εννοούσε η συγκεκριμένη. Ήταν όμορφη κι ανύπαντρη κι όσο να’ ναι όσοι έβαζαν κακό με το νου τους τη θεωρούσαν «εύκολο στόχο».

Πριν από τρία χρόνια όταν ο γιος του αφεντικού σε ένα άλλο χωριό τόλμησε να απλώσει το χέρι του και να την ακουμπήσει την ώρα που γύριζε με το θκούλι το τριφύλλι, του κάρφωσε το θκούλι στο χέρι και το έμπηξε στο χώμα.

– Εμένα χωρίς να το θέλω δεν με ακουμπάει κανείς, του είπε. Έβγαλε το θκούλι από το χέρι του νεαρού, το ακούμπησε στον ώμο της και τράβηξε κατά το αφεντικό που ερχόταν προς το μέρος της καθώς άκουσε τα ουρλιαχτά του γιού του.

– Τα μεροκάματά μου και φεύγω, του είπε κρατώντας το θκούλι κατά πάνω του.

– Παλάβωσες; Της είπε εκείνος.

– Τώρα θα παλαβώσω. Σύμασε το γυφτόπιασμα το παλιοζάγαρο το γιο σου να μην τον στείλω σουβλισμένο στη γυναίκα σου.

Σκιάχτηκε το αφεντικό. Είδε και το θκούλι να τον σημαδεύει στο «δόξα πατρί» και σου λέει: ζουρλή είναι ετούτη χωρίς αμφιβολία.

– Δεν έχω μαζί μου παράδες. Στέκα εδώ να πάω στο σπίτι να σου φέρω.

Πήρε τα μεροκάματα και έφυγε με τα ποδάρια. Από κοντά την ακολούθησαν κι άλλες. Μόνο πέντε έμειναν. Τον τάραξε στο ξύλο το γιο του το αφεντικό.

– Σύρε να γυρίσεις μόνο σου το τριφύλλι τώρα. Παλιο κοθώνι του κερατά.

Πίσω στην αποθήκη οι περισσότερες εργάτριες ξαγρύπνησαν. Άρχισαν να λένε ιστορίες και να σιγοτραγουδούν. Αυτές που νύσταζαν γκρίνιαζαν πως ήθελαν να κοιμηθούν για να αντέξουν την επόμενη μέρα.

– Στεκάτε λίγο, είπε σε κάποια στιγμή η ηλικιωμένη. Πήγε στον τροβά της και έβγαλε από μέσα ένα μπουκάλι. Τράβηξε το φελλό και ήπιε μια γουλιά. Σφούγγιξε με το μανίκι το στόμα της και είπε: Μωρέ και πεθαμένο ανασταίνει το άτιμο.

– Έφερες τσίπουρο μαρή;

– Όχι θα κάθομαν. Χρειάζεται κι αυτό καμιά φορά. Έλα πιες λίγο και να πλαγιάσουμε. Πέρασε η ώρα. Άρχισαν να λαλάνε τα κοκόρια. Ξημερώνει σε λίγο.

Πριν ακόμα χαράξει, το αφεντικό έφτασε έξω από την αποθήκη και άρχισε να φωνάζει για να ξυπνήσουν οι εργάτριες.

Οι γυναίκες άρχισαν να αναδεύονται και να σκουντάνε η μία την άλλη.

– Ήρθε ο ξεσποριασμένος ακόμα δεν βγήκε ο ήλιος! Μη χάσει κάνα λεπτό!

Πολύ γρήγορα όλες ήταν στο πόδι. Κίνησαν προς την άλλη πλευρά της αποθήκης για να πάρουν τα τσαπιά.

Όλες εκτός από μία.

Η μικρομάνα έλλειπε.

– Το’ πε και το’ κανε, η αφορισμένη, είπε η πιο ηλικιωμένη για να συνεχίσει: Αφεντικό, η μικρή έφυγε. Εγώ δεν κάθομαι να δουλέψω. Θα πάω να τη βρω μην πάθει και τίποτα στο δρόμο. Μικρό κορίτσι είναι.

– Όποια φύγει να ξέρει πως δεν θα πληρωθεί και δεν θα ξαναδουλέψει για μένα.

– Θα μας πληρώσεις και θα πεις κι ένα τραγούδι μην πάρω το θκούλι και σε περιλάβω μ’ αυτό, όπως τον άλλον. Τώρα όσο για τη δουλειά, θα μας παρακαλάς και δεν θα ερχόμαστε, του είπε η άλλη εργάτρια.

– Μα δεν τα έχω τώρα τα λεφτά. Αλλιώς τα υπολόγιζα. Και θα με αφήσετε έτσι; Ρωτούσε απεγνωσμένος τώρα ο «αφέντης» που έβλεπε πως το αρχικό του νταηλίκι πήγε στράφι.

– Εγώ θα μείνω, είπε μία από τις εργάτριες.

– Θα μείνει καμία άλλη; Ρώτησε η ηλικιωμένη.

Καμία δεν μίλησε.

– Πάμε λοιπόν. Θα στείλω αύριο τον άντρα μου για τα μεροκάματα, είπε πάλι η ηλικιωμένη στο αφεντικό.

Τελικά, όλες πήραν το δρόμο της επιστροφής.

Δυο χιλιόμετρα πιο πέρα, μετά το ποτάμι κάτω από έναν φτελιά, αντάμωσαν την εργάτρια που είχε φύγει.

Στάθηκε κάτω από τον ίσκιο να ξαποστάσει και την πήρε ο ύπνος. Ούτε που τις κατάλαβε που πλησίασαν.

«Μην κλαις παιδί μου. Μην κλαις γραμμένο μου. Έρχομαι να σε ταΐσω εγώ. Κάνε λίγο υπομονή κι έρχομαι. Πρέπει να φας παιδί μου. Είσαι αδύνατο.»

 

Ετικέτες: , , ,

Πρέπει να φας παιδί μου

Πρέπει να φας παιδί μου

Πρέπει να φας παιδί μου

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

«Γιατί κλαις παιδί μου; Μήπως πεινάς; Θα πεινάς σίγουρα. Είσαι αδύνατος. Πρέπει να τρως. Έλα σε παρακαλώ. Φάε λίγο ψωμί τουλάχιστον.»

Δώδεκα γυναίκες, εργάτριες γης, στοιβαγμένες σε μια αποθήκη «του αφέντη», όλες από το διπλανό χωριό, αποκαμωμένες από το σκάλισμα των βαμβακιών νύχτα με νύχτα, στρωματσάδα πάνω σε κάτι σελτέδες γεμάτους κοριούς και τσιμπούρια. Τουαλέτα, που λέει ο λόγος, και τουλούμπα για πλύσιμο έξω από την αποθήκη. Καμιά τριανταριά μέτρα μακριά.

Είκοσι έξι χρονών η μικρότερη, με δύο παιδιά, τρίχρονο το τελευταίο, εξήντα δύο η μεγαλύτερη. Όλες άφησαν τα σπίτια τους και τις οικογένειές τους για δύο βδομάδες επειδή η ανάγκη τους έσφιγγε το λαιμό.

Για το μεροκάματο, για να βουλώσουν καμιά τρύπα, για να αγοράσουν ξύλα για το χειμώνα, για να πάρουν κανένα κιλό κρέας για το παιδί, για, για…

– Πάλι εφιάλτη έβλεπε η μικρή. Θα σκάσει από το κακό της.

– Μας βγήκε ευαίσθητη. Λες και τα δικά μας είναι σκυλιά κι όχι παιδιά.

Η μεγαλύτερη από όλες πήγε και σκούντηξε σιγά-σιγά τη μικρή για να την ξυπνήσει χωρίς να τρομάξει.

– Έλα σήκω. Σου είπα να μην ξεσυνερίζεσαι με όσα βάζεις στο μυαλό σου. Μια χαρά είναι το παιδί. Έχουμε δέκα μέρες ακόμα. Άμα δεν κοιμάσαι πώς θα αντέξεις όλες τις μέρες με το τσαπί στο χέρι;

– Είδα πάλι ότι έκλαιγε και δεν έτρωγε. Έμαθε με μένα και δεν τρώει με την πεθερά μου. Πώς θα βάλει κάνα γραμμάριο άμα δεν τρώει.

– Μην κάνεις έτσι. Εμείς δεν έχουμε παιδιά; Δεν βλέπουμε και εφιάλτες κάθε βράδυ, πετάχτηκε η εργάτρια που την κατέκρινε και πριν.

Η «μικρή» δεν μίλησε. Μόνο την κοίταξε με απορία και θλίψη.

– Εσύ να κοιτάς τη δουλειά σου, της είπε η πιο ηλικιωμένη.

– Κι εσύ τη δική σου, της απάντησε η ίδια εργάτρια.

Από την πρώτη μέρα η μικρομάνα δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει πίσω στα παιδιά της και στο σπίτι της. Είχε έρθει και πέρυσι για μεροκάματο, στον ίδιο «αφέντη», αλλά φέτος δεν επέστρεφε κάθε βράδυ στους δικούς της. Για δυο βδομάδες, μέχρι να τελειώσει το σκάλισμα θα έμεναν στην αποθήκη του αφέντη για να μην χάνουν χρόνο.

Το φαΐ λιγοστό και μετρημένο. Βλέπετε «δεν του περίσσευαν» και του αφέντη. Με αυτά τα «ψωροχωραφάκια πάσχιζε κι αυτός να τα φέρει βόλτα».

Όλη τη μέρα την έβγαζε στο χωράφι να επιτηρεί τις εργάτριες.

Άμα του «γυάλιζε» και καμία, την πλησίαζε όταν έβρισκε ευκαιρία και άρχιζε τις «προτάσεις».

– Ας τολμήσει να πλησιάσει και θα του ανοίξω το κεφάλι με την τσάπα στα δυο σαν κολοκύθι, είπε μία από τις εργάτριες που ο αφέντης έδειξε από την πρώτη στιγμή ότι του αρέσει.

Το έλεγε και το εννοούσε η συγκεκριμένη. Ήταν όμορφη κι ανύπαντρη κι όσο να’ ναι όσοι έβαζαν κακό με το νου τους τη θεωρούσαν «εύκολο στόχο».

Πριν από τρία χρόνια όταν ο γιος του αφεντικού σε ένα άλλο χωριό τόλμησε να απλώσει το χέρι του και να την ακουμπήσει την ώρα που γύριζε με το θκούλι το τριφύλλι, του κάρφωσε το θκούλι στο χέρι και το έμπηξε στο χώμα.

– Εμένα χωρίς να το θέλω δεν με ακουμπάει κανείς, του είπε. Έβγαλε το θκούλι από το χέρι του νεαρού, το ακούμπησε στον ώμο της και τράβηξε κατά το αφεντικό που ερχόταν προς το μέρος της καθώς άκουσε τα ουρλιαχτά του γιού του.

– Τα μεροκάματά μου και φεύγω, του είπε κρατώντας το θκούλι κατά πάνω του.

– Παλάβωσες; Της είπε εκείνος.

– Τώρα θα παλαβώσω. Σύμασε το γυφτόπιασμα το παλιοζάγαρο το γιο σου να μην τον στείλω σουβλισμένο στη γυναίκα σου.

Σκιάχτηκε το αφεντικό. Είδε και το θκούλι να τον σημαδεύει στο «δόξα πατρί» και σου λέει: ζουρλή είναι ετούτη χωρίς αμφιβολία.

– Δεν έχω μαζί μου παράδες. Στέκα εδώ να πάω στο σπίτι να σου φέρω.

Πήρε τα μεροκάματα και έφυγε με τα ποδάρια. Από κοντά την ακολούθησαν κι άλλες. Μόνο πέντε έμειναν. Τον τάραξε στο ξύλο το γιο του το αφεντικό.

– Σύρε να γυρίσεις μόνο σου το τριφύλλι τώρα. Παλιο κοθώνι του κερατά.

Πίσω στην αποθήκη οι περισσότερες εργάτριες ξαγρύπνησαν. Άρχισαν να λένε ιστορίες και να σιγοτραγουδούν. Αυτές που νύσταζαν γκρίνιαζαν πως ήθελαν να κοιμηθούν για να αντέξουν την επόμενη μέρα.

– Στεκάτε λίγο, είπε σε κάποια στιγμή η ηλικιωμένη. Πήγε στον τροβά της και έβγαλε από μέσα ένα μπουκάλι. Τράβηξε το φελλό και ήπιε μια γουλιά. Σφούγγιξε με το μανίκι το στόμα της και είπε: Μωρέ και πεθαμένο ανασταίνει το άτιμο.

– Έφερες τσίπουρο μαρή;

– Όχι θα κάθομαν. Χρειάζεται κι αυτό καμιά φορά. Έλα πιες λίγο και να πλαγιάσουμε. Πέρασε η ώρα. Άρχισαν να λαλάνε τα κοκόρια. Ξημερώνει σε λίγο.

Πριν ακόμα χαράξει, το αφεντικό έφτασε έξω από την αποθήκη και άρχισε να φωνάζει για να ξυπνήσουν οι εργάτριες.

Οι γυναίκες άρχισαν να αναδεύονται και να σκουντάνε η μία την άλλη.

– Ήρθε ο ξεσποριασμένος ακόμα δεν βγήκε ο ήλιος! Μη χάσει κάνα λεπτό!

Πολύ γρήγορα όλες ήταν στο πόδι. Κίνησαν προς την άλλη πλευρά της αποθήκης για να πάρουν τα τσαπιά.

Όλες εκτός από μία.

Η μικρομάνα έλλειπε.

– Το’ πε και το’ κανε, η αφορισμένη, είπε η πιο ηλικιωμένη για να συνεχίσει: Αφεντικό, η μικρή έφυγε. Εγώ δεν κάθομαι να δουλέψω. Θα πάω να τη βρω μην πάθει και τίποτα στο δρόμο. Μικρό κορίτσι είναι.

– Όποια φύγει να ξέρει πως δεν θα πληρωθεί και δεν θα ξαναδουλέψει για μένα.

– Θα μας πληρώσεις και θα πεις κι ένα τραγούδι μην πάρω το θκούλι και σε περιλάβω μ’ αυτό, όπως τον άλλον. Τώρα όσο για τη δουλειά, θα μας παρακαλάς και δεν θα ερχόμαστε, του είπε η άλλη εργάτρια.

– Μα δεν τα έχω τώρα τα λεφτά. Αλλιώς τα υπολόγιζα. Και θα με αφήσετε έτσι; Ρωτούσε απεγνωσμένος τώρα ο «αφέντης» που έβλεπε πως το αρχικό του νταηλίκι πήγε στράφι.

– Εγώ θα μείνω, είπε μία από τις εργάτριες.

– Θα μείνει καμία άλλη; Ρώτησε η ηλικιωμένη.

Καμία δεν μίλησε.

– Πάμε λοιπόν. Θα στείλω αύριο τον άντρα μου για τα μεροκάματα, είπε πάλι η ηλικιωμένη στο αφεντικό.

Τελικά, όλες πήραν το δρόμο της επιστροφής.

Δυο χιλιόμετρα πιο πέρα, μετά το ποτάμι κάτω από έναν φτελιά, αντάμωσαν την εργάτρια που είχε φύγει.

Στάθηκε κάτω από τον ίσκιο να ξαποστάσει και την πήρε ο ύπνος. Ούτε που τις κατάλαβε που πλησίασαν.

«Μην κλαις παιδί μου. Μην κλαις γραμμένο μου. Έρχομαι να σε ταΐσω εγώ. Κάνε λίγο υπομονή κι έρχομαι. Πρέπει να φας παιδί μου. Είσαι αδύνατο.»

 

Ετικέτες: , , ,

Αχαρνών και στρατηγού Καλλάρη

Αχαρνών και στρατηγού Καλλάρη

Αχαρνών και στρατηγού Καλλάρη

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Κάπου εκεί επί της Αχαρνών, πριν τα φανάρια με τη στρατηγού Καλλάρη, στο ρεύμα προς την Ομόνοια την έστηνε ο μικρός ακορντεονίστας.

Δεν ήταν και πολύ μεγάλο ταλέντο στο ακορντεόν είναι η αλήθεια, όμως αυτό που μπορούσε το έκανε με τον ψυχή του. Δεν κορόιδευε γιατί ήθελε το φιλοδώρημα που εισέπραττε να είχε κάποια ανταποδοτικότητα.

«Ρίξε κάτι στο νεαρό σε παρακαλώ».

«Άσε ρε Αντιγόνη, σε κάθε γωνιά κι ένας γύφτος να παίζει μουσική. Άλλος κιθάρα, άλλος ακορντεόν, άλλος κλαρίνο».

Θίχτηκε ο μικρός κι απάντησε.

«Γκύφτος μπορεί να είμαι κύριε όμως απατεώνας ντεν είμαι, ούτε ψώνιο».

«Γιατί ρε, είμαι εγώ απατεώνας;»

«Γκια απατεώνας ντεν ξέρω, αλλά γκια ψώνιο…»

«Τι είπες βρε σίχαμα; Ψώνιο εγώ;»

«Ντεν γλέπεις που εσύ είσαι παππούς ογκντόντα κρονών και κουβαλάς μαζί σου το εικοσάχρονο;»

Κι εκεί που άναβε ο καβγάς ένας πολύ δυνατός θόρυβος τον σταμάτησε απότομα. Όλοι γύρισαν να δουν τι είχε συμβεί.

Ένα από τα διερχόμενα αυτοκίνητα είχε πέσει σε κάποιο από τα σταθμευμένα με πολύ μεγάλη ταχύτητα με αποτέλεσμα η κόρνα του κινούμενου οχήματος να έχει κολλήσει μετά το τρακάρισμα δημιουργώντας ένα πραγματικό πανδαιμόνιο.

Κόσμος πολύς μαζεύτηκε γύρω από τα τρακαρισμένα οχήματα και πολύ σύντομα κατέφτασαν και τέσσερις μοτοσυκλέτες της αστυνομίας με οχτώ αστυνομικούς.

Κάποιοι πλησίασαν προς τη μεριά του οδηγού και άνοιξαν την πόρτα για να δουν σε τι κατάσταση βρισκόταν ο οδηγός του αυτοκινήτου.

Με το άνοιγμα της πόρτας ο οδηγός σωριάστηκε στο οδόστρωμα.

Ο μικρός ακορντεονίστας χώθηκε στην πίσω μεριά του σταθμευμένου αυτοκινήτου για να βλέπει τα όσα διαδραματίζονταν.

Δύο από τους αστυνομικούς πλησίασαν τον οδηγό ο οποίος έδειχνε να μην έχει τις αισθήσεις του.

«Καλά! Πώς έγινε αυτό ρε μαλάκα; Το στούκαρε στα καλά καθούμενα πάνω στο παρκαρισμένο».

«Δεν τον βλέπεις που βγάζει αφρούς από το στόμα; Πρεζόνι του κερατά είναι».

Τα σχόλια των ανθρώπων που μαζεύτηκαν γύρω από το χώρο του τρακαρίσματος, έδιναν και έπαιρναν.

«Ποιος ξέρει τι να έπαθε το παλικάρι;»

«Δεν άκουσες τον αστυνομικό; Πρεζόνι είναι».

«Πω ρε φίλε! Λαχείο τράβηξε αυτός με το παρκαρισμένο και είναι και καινούργιο!»

Ο μικρός μελαμψός ακορντεονίστας μας, πλησίασε τον νεαρό που ήταν πεσμένος κάτω. Έβγαλε από την τσέπη του ένα μπουκάλι με νερό και του έριξε λίγο στο ματωμένο του κεφάλι για να δροσιστεί.

«Πάρε το ακορντεόν σου και κάνε στην άκρη μη την πληρώσεις εσύ», του είπε ο ένας από τους υπόλοιπους αστυνομικούς που πλησίασαν στο χώρο.

«Γκιατί κύριε αστυνόμε; Ντεν έκανα κάτι. Νερό του έντωσα, ντεν τον σκότωσα».

«Φεύγα βρε διάολε από δω, με το προζόνι που μπλέξαμε σήμερα».

«Ντεν είναι πρεζόνι. Τα ξέρω τα πρεζόνια, ντεν κάνουν όπως αυτός».

Ο νεαρός άνδρας προσπαθούσε να μιλήσει, πάσχιζε με νοήματα να δώσει στους γύρω να καταλάβουν κάτι και κρατούσε με το αριστερό του χέρι την αλυσίδα που είχε περασμένη στο λαιμό του.

Ο μικρός τον πλησίασε ξανά και πρόλαβε να του ψιθυρίσει: «Μη φοβάσαι, έρχεται το αστενοφόρο να σε πάρει», πριν τον απομακρύνουν οι ένστολοι πάλι από κοντά του.

Δύο από τους αστυνομικούς σήκωσαν βίαια τον αιμόφυρτο νεαρό ο οποίος εξακολουθούσε να βγάζει αφρούς από το στόμα. Εκείνος έκανε να αντισταθεί αλλά οι αστυνομικοί με μια λαβή του έφεραν τα χέρια πίσω από τη μέση και του πέρασαν χειροπέδες ακινητοποιώντας τον με βίαιο τρόπο πάνω στο τρακαρισμένο και παρκαρισμένο αυτοκίνητο. Ο νεαρός, καθώς δεν τον κρατούσαν τα πόδια του, γλίστρησε στο αυτοκίνητο και έπεσε ανάσκελα κάτω στο δρόμο.

«Σιγά ρε παιδιά, τραυματίας άνθρωπος είναι».

«Καλέστε ένα ασθενοφόρο, αιμορραγεί στο κεφάλι ο άνθρωπος».

«Καλά του κάνουν. Τέτοια κατακάθια δεν έπρεπε να κυκλοφορούν ελεύθερα. Μαστουρώνουν και μετά όποιον πάρει ο χάρος».

«Ντεν είναι μαστουρωμένος», επέμενε ο μικρός ακορντεονίστας.

Η σειρήνα του ασθενοφόρου ακουγόταν όλο και πιο κοντά. Σε λίγα λεπτά βρέθηκε δίπλα στα δύο τρακαρισμένα αυτοκίνητα.

Οι αστυνομικοί είχαν απομακρυνθεί καθώς μια επείγουσα κλήση από τον ασύρματο τους ενημέρωνε για ένοπλη συμπλοκή στην πλατεία Βάθης.

Ο μικρός τσιγγάνος βρήκε την ευκαιρία και πλησίασε τον τραυματία. Κάθισε δίπλα του και με το ένα του χέρι του χάιδευε το κεφάλι ενώ με το άλλο του έριχνε νερό με το μπουκάλι.

«Ήρτε το αστενοφόρο να σε πάρει. Μη φοβάσαι. Σου το’ πα ντεν σου το’ πα;»

Ο νεαρός μισάνοιξε τα μάτια του και προσπάθησε να του χαμογελάσει. Δεν τα κατάφερε γιατί ο πόνος στην πλάτη και στα χέρια από το τράβηγμα των αστυνομικών, ήταν ανυπόφορος.

Οι τραυματιοφορείς άφησαν στην άκρη το φορείο και με γρήγορες κινήσεις ανέβασαν πάνω τον τραυματία.

«Ντεν είναι πρεζόνι. Που θα τον πάτε;»

«Στον Ερυθρό», απάντησε ο ένας διασώστης.

Φτάνοντας στον Ερυθρό οι γιατροί που παρέλαβαν τον νεαρό γρήγορα διέγνωσαν «κρίση υπογλυκαιμίας». Η ταυτότητα που κρεμόταν στην αλυσίδα που είχε στο λαιμό του, το επιβεβαίωνε: «Θάνος Κ…… διαβητικός, τηλέφωνο επικοινωνίας 69………..»

Μέσα σε δύο ώρες ο νεαρός, μετά τη χορήγηση της απαραίτητης γλυκόζης ήταν έτοιμος να αποχωρήσει.

Βγαίνοντας ο Θάνος με τα πόδια από την κεντρική πύλη του νοσοκομείου αντίκρισε τον νεαρό τσιγγάνο. Χωρίς εκείνος να τον πάρει είδηση τον πλησίασε και του έπιασε μαλακά τον ώμο, ενώ οι πόνοι στο κορμί του γίνονταν όλο και πιο έντονοι.

«Σ’ ευχαριστώ. Σου είμαι ευγνώμων. Δεν ξέρω πώς να στο ξεπληρώσω»

Ξαφνιάστηκε ο μικρός και τραβήχτηκε πίσω, μέχρι που κατάλαβε ποιος του μίλησε.

«Μη σε νοιάζει. Ντεν έκανα τίποτα. Είσαι καλά τώρα;»

«Ναι μια χαρά. Μια κρίση υπογλυκαιμίας ήταν».

«Ντηλαντή;»

«Μου έπεσε το ζάχαρο».

«Α γκεια σου. Ο ζάχαρος πέφτει και του παππού μου και αφρίζει από το στόμα. Τους το έλεγα πως ντεν είσαι πρεζάκιας αλλά ντεν με άκουγαν».

Ο Θάνος ευχαρίστησε τον μικρό για μία ακόμη φορά και οι δυο τους απομακρύνθηκαν κινούμενοι σε αντίθετες κατευθύνσεις.

Μετά από μερικές μέρες, λόγω της δουλειάς του, ο Θάνος βρέθηκε στην εθνική Αθηνών-Λαμίας με προορισμό τη Λαμία.

Μερικά χιλιόμετρα μετά το Σχηματάρι, μπροστά του στη βοηθητική λωρίδα είδε ένα αυτοκίνητο σταματημένο και ένα μηχανάκι πεταμένο πιο πέρα.

Έκανε στην άκρη, σταμάτησε και κατέβηκε για να δει τι συμβαίνει.

Κάποιο αυτοκίνητο χτύπησε το μηχανάκι και εγκατέλειψε τον οδηγό του αβοήθητο, του είπαν οι επιβάτες του αυτοκινήτου που ήταν σταματημένο.

Ο οδηγός φορούσε κράνος αλλά με την πρόσκρουσή του στο πλαϊνό τσιμεντένιο προστατευτικό, το παρμπρίζ του κράνους είχε σπάσει και το πρόσωπο του οδηγού ήταν γεμάτο αίματα από τα σπασμένα κομμάτια.

Κανένας δεν πλησίαζε τον οδηγό.

Ο Θάνος, έβγαλε τη ζακέτα που φορούσε και πλησίασε τον πεσμένο οδηγό που φαινόταν να έχει χάσει τις αισθήσεις του.

Του καθάρισε σιγά-σιγά και με μεγάλη προσοχή τα κομμάτια του παρμπρίζ μαζί με τα αίματα που κάλυπταν το πρόσωπό του.

«Με ακούς», τον ρώτησε.

«Δεν ανταποκρίνεται. Καλέσαμε ασθενοφόρο», είπε κάποιος από τους επιβάτες του άλλου αυτοκινήτου.

Ο Θάνος έσκυψε ξανά πάνω από τον τραυματία. Του κράτησε με στοργή το χέρι και τον εμψύχωνε συνεχώς, ξέροντας πως εκείνος δεν τον άκουγε.

Έκανε σε λίγο να σηκωθεί και ανατρίχιασε καθώς ένιωσε το χέρι του τραυματία να σφίγγει το δικό του και με τρεμουλιαστή φωνή να του λέει: «Σε παρακαλώ, μη φύγκεις. Μη με αφήνεις μόνο μου γκιατί φοβάμαι».

Ταράχτηκε ο Θάνος γιατί η φωνή του φάνηκε τόσο γνώριμη.

Το ασθενοφόρο πλησίαζε για να παραλάβει τον τραυματία.

Ο Θάνος έστρεψε το βλέμμα του προς το μηχανάκι το οποίο είχε πάθει ολοκληρωτική παραμόρφωση.

Λίγα μέτρα πιο πέρα, στην άκρη του δρόμου ένα κατεστραμμένο ακορντεόν, βγαλμένο από τη θήκη του θύμιζε το τι είχε προηγηθεί.

«Το ακορντεόν μου να πάρεις σε παρακαλώ», πρόλαβε να πει στο Θάνο ο νεαρός τσιγγάνος πριν μπει στο ασθενοφόρο…

 

Ετικέτες: , ,

Ο Νικόλας ο «τρελός»

Ο Νικόλας ο «τρελός»

Ο Νικόλας ο «τρελός»

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Κανένας δεν του έκανε παρέα τα τελευταία χρόνια. Μήτε η γυναίκα του, μήτε τα παιδιά του.

Ακόμα κι εκείνος ο κολλητός του, ο αδερφικός του φίλος, ακόμα κι αυτός τον απέφευγε όταν τον έβλεπε.

Ποιος θέλει παρτίδες με έναν τρελό;

Δεν είναι πως δεν είχε όνομα, Νικόλα τον έλεγαν, μα κανένας πια δεν τον φώναζε με τ’ όνομά του.

«Ο τρελός», έλεγαν όλοι όταν τον έβλεπαν.

Τα έβγαζε πέρα, τρόπος του λέγειν, με τη σύνταξη που του αναλογούσε μετά από πενήντα χρόνια δουλειάς. Βλέπεις στα πρώτα χρόνια, ήταν δεν ήταν δεκαοχτώ χρονών, τα αφεντικά του ήταν καλά, άνθρωποι της εκκλησίας και του θεού, αλλά δεν είχαν να του κολλάνε και ένσημα. «Δεν έβγαιναν», όπως έλεγαν συχνά αν και το σωστό το ήξεραν. «Μάρτυς τους ο θεός» και ποιος ζει ποιος πεθαίνει. Μπορείς να διαψεύσεις το θεό;

Του άρεσε του Νικόλα να πηγαίνει τα απογεύματα στην πλατεία. Καθόταν στο παγκάκι και χάζευε τα παιδιά που έπαιζαν μπάλα. Ή μάλλον που προσπαθούσαν να παίξουν γιατί οι καρέκλες και τα τραπέζια των καταστημάτων έφτασαν να είναι περισσότερα από τις πλάκες σχιστόλιθου της πλατείας.

Καθόταν στο διπλανό παγκάκι και παρακολουθούσε με μεγάλο ενδιαφέρον τα ποδοσφαιρικά ντέρμπυ των πιτσιρικάδων.

Με το που έφευγε η μπάλα από τα παιδιά κι έκανε να φτάσει στο δρόμο πεταγόταν σαν σφεντόνα και την προλάβαινε.

«Παίξτε αλλά να προσέχετε. Κι αν βγει στο δρόμο μην την κυνηγήσετε. Θα πηγαίνω εγώ να σας τη φέρνω».

Κάθε φορά που έχαναν τη μπάλα τους ή που κάποιος μαγαζάτορας τους την άρπαζε για να μην ενοχλούν τους πελάτες, ο Νικόλας πήγαινε και τους έπαιρνε άλλη.

Τα αγαπούσε τα παιδιά, τα είχε υπό την προστασία του. Ειδικά στο Γιαννάκη είχε μεγάλη αδυναμία. Του θύμιζε βλέπετε το δικό Γιαννάκη, το γιο του. Κι όταν καμιά φορά τύχαινε κάποιος πελάτης να τα μαλώσει επειδή η μπάλα τους πήγε στο τραπέζι του, εκείνος σηκωνόταν, έσφιγγε τα δόντια και τις γροθιές και χτυπούσε τα πόδια με δύναμη στις πλάκες. Δεν τολμούσε όμως ποτέ να πει ή να κάνει κάτι.

Ούτε και στη ζωή του τόλμησε ποτέ να σηκώσει ανάστημα ή να υψώσει τη φωνή του. Ακόμη κι αν ένιωθε το δίκιο να τον πνίγει, διάλεγε πάντα να μην μιλήσει και εισέπραττε κάθε φορά και μια καινούργια ήττα.

Μόνο μία, μία και μοναδική φορά αντέδρασε και από τότε παντρεύτηκε και τον τιμητικό τίτλο του «τρελού».

Δούλευε μεροκάματο στα καπνοχώραφα εκείνη την περίοδο. Από τις τέσσερις τα ξημερώματα μέχρι στις δέκα το πρωί και μετά αχθοφόρος σε αποθήκη μέχρι αργά το απόγευμα, αναλόγως τη δουλειά. Ήταν νέος και δυνατός. Ο γιος του ο Γιαννάκης, ήταν τότε γύρω στα δυο. Ήθελε να μαζέψει χρήματα μπας και του ζητούσε ο γιος του να σπουδάσει. Σκεφτόταν τα δικά του. Δεν τα συνέχισε τα γράμματα κι ας ήταν «σπίρτο» όπως έλεγαν οι δάσκαλοί του.

Χρήματα για να φύγει από τη μικρή πόλη που ζούσε με τους δικούς του δεν υπήρχαν. Δεν ήθελε να συμβεί το ίδιο και στο γιο του.

«Αννούλα, ο Γιαννάκης μας θα σπουδάσει άμα του αρέσει. Να ξεφύγει από τούτη τη μιζέρια. Με τα χωράφια και με τις δουλειές του ποδαριού είσαι μια ζωή σε σπίτι ξέσκεπο», έλεγε στη γυναίκα του.

«Νικόλα, δεν είναι αυτά για μας. Οι σπουδές είναι πολυτέλειες για τους ψωροπερήφανους», του απαντούσε εκείνη κι ευχόταν να του έσχιζε την καρδιά καλύτερα παρά να του έλεγε τέτοιες κουβέντες.

Είχε συμφωνήσει στην τιμή, έδωσαν τα χέρια, με τον τσιφλικά του διπλανού χωριού που είχε τα καπνοχώραφα, ούτε ήξερε κι αυτός πόσα στρέμματα είχε, και υπολόγιζε πως μέχρι να μεγαλώσει ο Γιαννάκης θα τα είχε μαζέψει τα λεφτά για τις σπουδές. Φτάνει να το ήθελε ο μικρός, φτάνει να το είχε μεράκι.

Την πρώτη χρονιά ο τσιφλικάς του έδωσε τα μισά από αυτά που είχαν συμφωνήσει. Και να πεις ότι ήταν μόνο τσιφλικάς; Ο μεγαλύτερος τοκογλύφος της περιοχής.

«Δεν πήγε καλά η σοδειά Νικόλα. Το ξέρεις, δεν θα στα φάω, άνθρωποι είμαστε. Του χρόνου θα τα πάρεις μαζί με τα υπόλοιπα».

Δεν του άρεσε του Νικόλα. Θύμωσε και του ήρθε να τον σβερκιάσει τον τσιφλικά. Συγκρατήθηκε τελευταία στιγμή. Κόντεψε να σπάσει τα δόντια του από στο σφίξιμο. Σκέφτηκε τις σπουδές του γιου του.

«Ας είναι. Θα περιμένω ένα χρόνο».

Την επόμενη χρονιά ο τσιφλικάς, που το’ χε σύστημα να μην πληρώνει τους εργάτες γης ποτέ όσα συμφωνούσαν, είπε στο Νικόλα πως δεν μπορούσε να του δώσει τα χρήματα που είχαν συμφωνήσει.

«Προέκυψαν έξοδα που δεν τα υπολόγισα Νικόλα. Ο γιος μου ο μεγάλος, ξέρεις ότι τον έστειλα για σπουδές έξω. Για καλύτερα. Άλλα πανεπιστήμια εκεί, ανώτερα από τα δικά μας. Θα χρειαστεί μου είπε να μείνει άλλα δυο χρόνια και τα δίδακτρα είναι περισσότερα. Δεν γίνεται να σου δώσω όσα συμφωνήσαμε. Μην το παίρνεις προσωπικά. Και με τους άλλους το ίδιο θα κάνω. Δέχτηκαν όλοι. Νικόλα ξέρω πως είσαι καλός άνθρωπος. Το βαστάει η καρδιά σου να σταματήσω τις σπουδές του παιδιού; Άλλωστε, έχεις φάει ψωμί από τα χέρια μου, μπορείς να κάνεις λίγη υπομονή. Μου το χρωστάς Νικόλα.»

Έχασε τη μιλιά του ο Νικόλας. Μάζεψε και τους υπόλοιπους εργάτες γης, καμιά τριανταριά νοματαίους και τους είπε πως πρέπει να κάνουν απεργία. Να σταματήσουν να δουλεύουν αν δεν πάρουν τα μεροκάματά τους.

Δεν δέχτηκε κανένας. Οι περισσότεροι είχαν χρέη στο τσιφλικά. Τους είχε δεμένους πισθάγκωνα. Οι υπόλοιποι δεν ήθελαν μπλεξίματα. Κάποιοι δεν είχαν και υποχρεώσεις, αυτοί και το τομάρι τους ήταν, οπότε δεν τους ένοιζε και πολύ.

«Να κάτσεις στα αυγά σου και να αφήσεις τις απεργίες και τα μπλεξίματα. Φυλακή θα σε κλείσουν και θα με αφήσεις να βολοδέρνω με ένα μικρό μόνη μου για να τα φέρω βόλτα.»

«Πώς να το καταπιώ το άδικο Αννούλα; Ξέρεις πόσο ιδρώτα έριξα. Δε με ακούς που βήχω; Φθυσικός θα γίνω. Δεν έχουν χαΐρι τα καπνά, το ξέρεις. Και να δουλεύω τζάμπα;»

Πήγε την άλλη μέρα και βρήκε τον τσιφλικά. Του ζήτησε τα δουλευμένα και τα χρωστούμενα μαζί. Εκείνος του είπε πως προέχουν οι σπουδές του γιου του τού πρωτότοκου και όχι τα δικά του μεροκάματα.

Θόλωσε ο Νικόλας. Έσφιξε τα δόντια και τις γροθιές του και άρχισε να χτυπάει τα πόδια του κάτω. Έτρεξε στο ξηραντήριο που ήταν τίγκα στον καπνό, έβγαλε τα σπίρτα και έβαλε φωτιά. Σε λίγα δευτερόλεπτα η φωτιά επεκτάθηκε παντού. Πήγε και στο δεύτερο και στο τρίτο το ξηραντήριο. Ο καπνός από τα τρία ξηραντήρια που καίγονταν φαινόταν από χιλιόμετρα μακριά.

Ούρλιαζε ο τσιφλικάς τραβώντας τα μαλλιά. «Είναι τρελός. Θα μας κάψει όλους ζωντανούς».

Το βλέμμα του Νικόλα καρφώθηκε στο πουθενά. «Θέλω κι εγώ να σπουδάσει ο γιος μου», επαναλάμβανε συνεχώς όταν ήρθαν και τον συνέλαβαν.

Δυο χρόνια φυλακή λόγω ελαφρυντικών και άλλα δύο στο ψυχιατρείο. Κόσμος πολύς είχε μαζευτεί έξω από το δικαστήριο τη μέρα της δίκης. Μέχρι και δημοσιογράφοι από την πρωτεύουσα ήρθαν για να καλύψουν τη δίκη. Ο τσιφλικάς την έβγαλε σχεδόν καθαρή λόγω έλλειψης επαρκών στοιχείων.

Η Αννούλα πήρε το Γιαννάκη και πήγε στους δικούς της. Δεν αντάμωσε ποτέ με το Νικόλα. Στο παιδί είπε πως ο πατέρας του πέθανε.

Και καθώς το παιδιά έπαιζαν στην πλατεία, μια μπαλιά του μικρού Γιαννάκη σκάει πάνω στο τραπέζι του διπλανού μαγαζιού. Φεύγει το ποτήρι με τον καφέ και σκάει πάνω στο άσπρο φόρεμα της κυρίας του ζευγαριού. Ο συνοδός της σηκώνεται αγριεμένος και προσπαθεί να βρει τον «ένοχο». Ένα ξανθό αδύναμο αγοράκι, ο Γιαννάκης, τους πλησιάζει και ζητάει συγνώμη.

Πριν προλάβει να τελειώσει ο συνοδός της κυρίας στέκεται πάνω από το μικρό και του ρίχνει μια ξανάστροφη με τόση δύναμη που ο μικρός πετάχτηκε πέρα.

Το βλέπει ο Νικόλας και γυαλίζει το μάτι του.

Ορμάει με όση δύναμη είχε και τρέχει πάνω από το Γιαννάκη. Τον είδε να κλαίει και να πιάνει το μάγουλό του. Γυρνάει, χωρίς καθυστέρηση και πέφτει πάνω στον άνθρωπου που χαστούκισε το μικρό. Καρέκλες, τραπέζια και δυο άνθρωποι που τσακώνονταν είχαν γίνει ένα.

Με το ζόρι μπόρεσαν να ελευθερώσουν τον συνοδό της κυρίας από τα χέρια του Νικόλα.

Κατέφτασε και η αστυνομία για να πιάσει τον «τρελό». Όλοι οι παρευρισκόμενοι συμφωνούσαν πως ο «τρελός» το παράκανε και πως δεν ήταν δική του δουλειά να ανακατευτεί. Ο Γιαννάκης δεν ήταν το παιδί του στο κάτω-κάτω!

Έτρεμε ο Νικόλας από την ταραχή καθώς του περνούσαν τις χειροπέδες. Κοιτούσε τον Γιαννάκη και τον ρωτούσε αν πονάει. Ο μικρός του απαντούσε αρνητικά κουνώντας το κεφάλι με τα δάκρυα να τρέχουν ποτάμι.

Ο Νικόλας ένιωθε σιγά-σιγά να μην τον κρατάνε τα πόδια του. Κρατιόταν όρθιος με τη βοήθεια των αστυνομικών που τον τραβούσαν βίαια προς το περιπολικό.

Ο Νικόλας κατέρρευσε! Οι αστυνομικοί τον ξάπλωσαν ανάσκελα. Ο κόσμος σάστισε και σιωπή απλώθηκε ξαφνικά σε όλη την πλατεία.

«Ένα ασθενοφόρο γαμώ το κέρατό μου. Το παιδί υπερασπίστηκε αφού δεν βρέθηκε κανένας από μας να το κάνει», ακούστηκε να λέει κάποιος.

Κάπως έτσι έσβησε ο Νικόλας.

Ένας «τρελός» λιγότερο στην «λογική» μας κοινωνία.

Ένας εχθρός λιγότερο για τους «φιλήσυχους νοικοκυραίους».

Έσβησε με την τελευταία εικόνα στα μάτια του να είναι εκείνη με τα παιδιά να έχουν κάνει κύκλο γύρω του μη αφήνοντας κανέναν να τον αγγίξει και τον μικρό Γιαννάκη να του χαϊδεύει το κεφάλι ζητώντας του να μην φύγει.

Μάταια όμως….

 

Ετικέτες: , ,

Ευχαριστούμε κυρία Κεραμέως

Ευχαριστούμε κυρία Κεραμέως

Ευχαριστούμε κυρία Κεραμέως

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Ευχαριστούμε κυρία Κεραμέως γιατί:

– από την πρώτη μέρα που αναλάβατε μας δώσατε να καταλάβουμε πως εσείς και το σινάφι σας δεν έχει να προσφέρει τίποτα στο δημόσιο σχολείο

– μας βοηθήσατε να ξαναθυμηθούμε πως οι εκλογές ανάδειξης των αντιπροσώπων μας είναι μια συνεχής, επίπονη και άρα ζωντανή διαδικασία που καμία σχέση δεν έχει με τις αποστεωμένες τηλεεκλογές που προτείνατε. Όχι απλώς γυρίσαμε την πλάτη σε σας, τους συμβούλους σας και σε όσα πρεσβεύετε αλλά σας καταστήσαμε υπόλογους απέναντι στον κλάδο και την κοινωνία. Η ιστορία δεν θα σας αφιερώσει πάνω από δυο σειρές τυπικού χαρακτήρα.

– μας διαλύσατε κάθε αυταπάτη για το πόσο ενδιαφέρεστε για τη βελτίωση της δημόσιας εκπαίδευσης. Δεν χάσατε χρόνο και αναγνωρίσατε ίσα επαγγελματικά δικαιώματα στα τρίχρονα πληρωμένα κολλέγια στέλνοντας το μήνυμα πως όποιος έχει να πληρώσει βρίσκει δουλειά ενώ όποιος δεν έχει θα πρέπει από το νηπιαγωγείο να δίνει εξετάσεις και να «περνάει» βάσεις εισαγωγής λόγω φτώχιας. Μειώνετε τον αριθμό των εισακτέων στα πανεπιστήμια για να αυξηθεί η πελατεία στα αγαπημένα σας ιδιωτικά παραμάγαζα.

– διακόπτοντας τη διά ζώσης εκπαιδευτική διαδικασία λόγω covid, αποκαλύφθηκε ότι εσείς δεν έχετε σκοπό να διορίσετε μόνιμους εκπαιδευτικούς, ούτε να μειώσετε τον αριθμό των μαθητών σε κάθε τμήμα. Έχετε καταδικάσει τη δημόσια εκπαίδευση στη φτώχεια και την υποβάθμιση και νομίζετε πως θα σας αφήσουμε. Ανοίγατε και κλείνατε τα σχολεία χωρίς καμία έγνοια για την υγεία τους μετά από αντιφατικές αποφάσεις και έκαναν, πολλές φορές, ακόμα και το παρδαλό κατσίκι να γελάει ασταμάτητα.

– με την εγκύκλιό σας για τα τηλεδιαγωνίσματα εν μέσω πανδημίας,  αποδείξατε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ότι εσείς βλέπετε το σχολείο σαν μια επιχείρηση, σαν ένα μαγαζί με πελάτες-μαθητές, με εκπαιδευτικούς-πιόνια και διευθυντές-μάνατζερς  σε μια κοινωνία-ζούγκλα. Εμείς πάλι βλέπουμε το σχολείο ως χώρο που οι μαθητές μας θα μορφώνονται ουσιαστικά αναπτύσσοντας ολόπλευρα τα ταλέντα και τις κλίσεις τους, χωρίς το ψυχοφθόρο κυνήγι βαθμών, εξετάσεων και την ανάγκη για υπέρβαση των ταξικών και κοινωνικών φραγμών.

– με την άλλη εγκύκλιο για την κατάθεση βαθμολογίας, πάλι εν μέσω πανδημίας, μας επιβεβαιώσατε ότι για το μόνο που νοιάζεστε είναι αν οι μαθητές θα βαθμολογούνται και αν θα εξετάζονται. Δεν σας ένοιαξε αν έχουν καθηγητές, αν χωράνε, λόγω πλήθους, μέσα στις αίθουσες, αν έχουν εργαστήρια, σύγχρονα βιβλία και κυρίως αν έχουν ίσες ευκαιρίες να διεκδικήσουν το όνειρό τους.

– με τις τελευταίες εκφοβιστικές εγκυκλίους και ανακοινώσεις σχετικά με όσους δεν κατέθεσαν βαθμολογίες αλλά και με όσους δεν θα συμμετάσχουν στην αξιολόγηση δείχνετε ότι δεν ξέρετε να χάνετε ούτε εσείς ούτε ο περίγυρός σας. Διότι, αν δεν το καταλάβατε, έχει ήδη χάσει. Αλήθεια γιατί τώρα θυμηθήκατε να καλέσετε την ΟΛΜΕ στα ιδιαίτερα γραφεία σας ενώ όλο το προηγούμενο διάστημα την απαξιώνατε;

– αποδείξατε την ισχύ του νόμου δράσης-αντίδρασης καλύτερα κι από τον ίδιο το Νεύτωνα. Αφυπνίσατε ανθρώπους, ιστορικές μνήμες, συνειδήσεις και βγάλατε τη νεολαία, τους φοιτητές και τους μαθητές στο δρόμο. Και ξέρετε πως κάθε που η νέα γενιά βγήκε στο δρόμο και διεκδίκησε, ήταν πάντα νικήτρια.

– αποκαλύψατε πως ονειρεύεστε τα πανεπιστήμια όχι σαν χώρο ελεύθερης διακίνησης ιδεών και ανθρώπων αλλά ως χώρο αστυνομοκρατίας, τρομοκράτησης και στραγγαλισμού κάθε διαφορετικής άποψης. Ψάχνετε, δήθεν, για ανομία μέσα στα πανεπιστήμια όταν η ανομία, κάθε μορφής, ξεχειλίζει γύρω σας. Και κάτι ακόμα. Να σας θυμίσω ότι οι φοιτητές δεν διορίζουν διευθυντές στα εθνικά θέατρα…

– οραματίζεστε να επαναφέρετε τον επιθεωρητή στην τάξη. Ποιος δεν τον θυμάται από εμάς τους παλιότερους που τον έχουμε ζήσει ως μαθητές, να μπαίνει με ύφος χιλίων καρδιναλίων μέσα στην αίθουσα, και μερικά «ανθρωπάκια» να κάνουν τεμενάδες μπροστά του και να μετατρέπονται σε γυμνοσάλιαγκες για να έχουν την εύνοιά του; Ποιος αλήθεια παρακολουθούσε μετά το «μάθημα» που έκανε το «ανθρωπάκι»;

– μας επιβεβαιώσατε ότι διοικούν το κράτος, όσοι θέλουν την κατάργησή του, διαχειρίζονται το δημόσιο τομέα όσοι θέλουν να τον ξεπουλήσουν μπιρ παρά  στους ιδιώτες, μας αποκαλούν τεμπέληδες όσοι δεν δούλεψαν ποτέ στη ζωή τους και θέλουν να μας αξιολογήσουν όσοι τους ξέβρασε η σχολική αίθουσα και βρήκαν καταφύγιο σε αναπαυτικές πολυθρόνες.

– μας καταστήσατε σαφές πως βρίσκεστε όλοι σε κατάσταση πανικού. Το επιβεβαιώνετε με την αλόγιστη χρήση βίας πάνω σε κάθε φωνή που αντιδρά, την ίδια στιγμή που οι εγκληματίες χρυσαυγίτες κυκλοφορούν ελεύθεροι με την ανοχή των «λαγωνικών» του συναδέλφου σας που δεν προλαβαίνε να διαβάζει τα μνημόνια που ψήφιζε.

Τέλος, ένα μεγάλο ευχαριστώ, γιατί μας δίνετε την ευκαιρία να στρώσουμε και σε σας τον δρόμο που ακολούθησαν οι προκάτοχοί σας οι οποίοι, τι σύμπτωση, είχαν τις ίδιες-ή περίπου τις ίδιες- απόψεις με σας και την ίδια-ή περίπου την ίδια- πολιτική κατάληξη που θα έχετε κι εσείς.

Καλή σας νύχτα.

 

Ετικέτες: , , , ,

ΣΚΥΨΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ, ΓΟΝΑΤΙΣΕ, ΑΠΛΩΣΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΚΑΙ ΙΚΕΤΕΨΕ

ΣΚΥΨΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ, ΓΟΝΑΤΙΣΕ, ΑΠΛΩΣΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΚΑΙ ΙΚΕΤΕΨΕ

ΣΚΥΨΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ, ΓΟΝΑΤΙΣΕ, ΑΠΛΩΣΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΚΑΙ ΙΚΕΤΕΨΕ

Σκύψε το κεφάλι και περπάτα κι όταν κουραστείς γονάτισε κι όταν γονατίσεις άπλωσε το χέρι και ικέτεψε. Πού ξέρεις; Μπορεί να κερδίσεις τον οίκτο τους και να γλυτώσεις το κεφάλι σου. Μόνο αυτό. Την ψυχή σου την έχεις χάσει προ πολλού. Στην έχουν κλέψει. Τους άφησες να στην κλέψουν χωρίς μάχη. Τους την παρέδωσες, είναι το πιο σωστό.

Και τώρα πού θα πας χωρίς ψυχή; Πώς θα ζήσεις χωρίς ψυχή; Πώς θα χαρείς; Πώς θα κλάψεις; Πώς θα πετάξεις;

Αποδέχτηκες τα λόγια τους πως τάχα είναι παράνομο να θέλεις, πως είναι παράνομο να έχεις ανάγκες, πως δεν επιτρέπεται να ονειρεύεσαι γιατί τα δικά σου όνειρα τους λιγοστεύουν τα  κέρδη, τους ελαττώνουν τη χλιδή, τους θαμπώνουν τη λάμψη. Την έχουν ανάγκη αυτή τη λάμψη την εκτυφλωτική για να μη φαίνεται η ασχήμια τους για να μη φαίνεται το κενό τους για να κρύβουν από πίσω της τον πλούτο, για να σε κάνουν να τους ζηλεύεις και να θέλεις να γίνεις σαν κι αυτούς. Έτσι, δεν θα σκεφτείς ποτέ να τους ανατρέψεις.

Κοίταξε με προσοχή πως ζουν μέσα από τις τηλεοπτικές σειρές. Δες πόσο ωραία περνάνε και νιώσε χαρά για τη ζωή τους αφού δεν μπορείς να χαρείς για τη δική σου τη ζωή.

Άνοιξε το «μαγικό κουτί» και μάθε τις υπέροχες συνταγές που σου δείχνουν από το πρωί μέχρι το άλλο πρωί. Σημείωσε τα συστατικά και τις ποσότητες. Μη σου ξεφεύγουν τα γραμμάρια γιατί θα χαλάσει η συνταγή. Η συνταγή της αποχαύνωσης και του παραμυθιάσματος. Τι πειράζει που δεν έχεις να αγοράσεις τα υλικά; Τι πειράζει που δεν θα εκτελέσεις ποτέ τις συνταγές που βλέπεις; Σημασία έχει που μπορείς και βλέπεις όλα αυτά τα φαγητά και ξέρεις ότι υπάρχουν. Άρα, κάποιοι μπορούν και τα έχουν. Δεν πειράζει που δεν είσαι εσύ. Μην είσαι εγωιστής, δεν μπορείς να έχεις όλα όσα βλέπεις. Δεν μπορείς να έχεις τίποτα από όσα βλέπεις.

Στείλε τα παιδιά σου στο σχολείο χωρίς να σε νοιάζει αν μπορούν να αναπνεύσουν σε αυτό ελεύθερα. Έτσι κι αλλιώς, δεν έχει σημασία η γνώση ούτε η καλλιέργεια του πνεύματος και της ψυχής τους. Σημασία έχει να εκπαιδευτούν για να κόψουν πρώτοι το νήμα σε ένα αγώνα δρόμου που προκηρύχτηκε από άλλους με την προϋπόθεση να συμμετέχουν σε αυτόν μόνο όσοι τηρούν τις προδιαγραφές: γερά πόδια, ντελικάτο κορμί, γερό μυαλό χωρίς ανησυχίες και στα μάτια μεγάλες παρωπίδες. Όπως τα άλογα κούρσας.

Μη διεκδικείς γιατί δεν βγαίνει τίποτα με τις διεκδικήσεις. Αν είναι θέλημα Θεού, μπορεί να βελτιωθούν τα πράγματα. Άσε που είναι παράνομο να διεκδικείς και να απεργείς. Αντιβαίνει στο δημόσιο συμφέρον κι εσύ δεν ανήκεις ούτε στο «δημόσιο» ούτε στο «συμφέρον».

Άλλωστε τους νόμους πρέπει να τους τηρείς γιατί αποτελεί προϋπόθεση για την τάξη και την ομαλότητα.

Στις εθνικές επετείους τρέχεις πρώτος. Υμνείς τα κατορθώματα των προγόνων σου, κουνάς τη γαλανόλευκη κι ανατριχιάζεις αλλά ξεχνάς πως τα κατορθώματά τους ήταν, στην εποχή τους, πράξεις παράνομες, ενάντια στο τότε «δημόσιο συμφέρον», ενάντια στην «τάξη» και στην «ομαλότητα».

Θα ήθελες να είσαι στη θέση των προγόνων σου που αγωνίστηκαν παρόλο που ξέρεις πως αν ήσουν σύγχρονός τους πάλι θα επέλεγες την «τάξη» και την «νομιμότητα» εκείνης της εποχής.

Μη συμμετέχεις σε τίποτα κοινό γιατί αυτοί που έχουν το πάνω χέρι θα σε πουλήσουν. Μείνε στην άκρη, στη γωνία, σιωπηλός για να συνεχίσουν να έχουν οι ίδιοι το πάνω χέρι και να μπορούν, όχι πια με την ανοχή σου αλλά με την άμεση συναίνεσή σου, να σε ξαναπουλήσουν.

Μην τους χαρίζεις χρήματα από το μισθό σου,

κάνοντας απεργία. Δεν χρειάζεται. Τους άφησες να σου

αρπάξουν τόσα και τόσα. Σιγά μην τους δώσεις κι άλλα από μόνος σου. Δεν είσαι δα και κανένα κορόιδο. Αν θέλουν, ας σου τα αρπάξουν. Το κρίμα στο λαιμό τους. Θα το βρουν κάποια στιγμή από το Θεό που βλέπει την αδικία.

Κάπου-κάπου, να εξαγριώνεσαι και να τα βάζεις με όλους αυτούς που κάνουν αυτό που δεν μπορείς εσύ να κάνεις.

Βρίσε όταν δεν έχει λεωφορεία και μετρό, χάσε την ψυχραιμία σου όταν οι αγρότες κλείσουν τους δρόμους. Αλλιώς πώς θα αντέξεις όταν πας στο σπίτι σου και το φαγητό είναι λειψό; Πώς θα αντέξεις όταν αρρωστήσει το παιδί σου και δεν έχεις να το πας στο γιατρό ή να του δώσεις φάρμακο για τον πυρετό. Πώς θα μπορέσεις να δώσεις κουράγιο στον άρρωστο γονιό σου τώρα που του έκοψαν τα φάρμακα.

Πρέπει να είσαι ήρεμος γι’ αυτό, φτύσε και τον πρώτο μετανάστη που θα βρεις μπροστά σου αφού έχεις πείσει τον εαυτό σου ότι εκείνος φταίει για τα δικά σου ζόρια.

Το βράδυ, πέσε να κοιμηθείς χωρίς τύψεις, χωρίς

ερωτηματικά, χωρίς ανησυχίες και κυρίως χωρίς όνειρα.

Εσύ, ότι μπορούσες να κάνεις από μεριάς σου το έκανες. Έτσι δεν είναι;

Δεν φταις εσύ που δεν έκανες κάτι παραπάνω…

 
 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: