RSS

Category Archives: κοινωνία

Γλίτσα, βρώμα και δυσωδία. Το σύστημά τους σάπισε.

Γλίτσα, βρώμα και δυσωδία. Το σύστημά  τους σάπισε.

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Αυτοί

 

Που τόσα χρόνια διαχειρίζονταν τις τύχες μας και έφτιαχναν τις δικές τους τύχες.

Που τόσα χρόνια εμφανίζονταν στις τηλεοράσεις και γέμιζαν οι οθόνες γλίτσα.

Που ορκίζονταν στο όνομα του λαού και στο σκοτάδι σχεδίαζαν το ξέσκισμά του.

Που ζητούσαν την τήρηση του νόμου και της τάξης από τους πολίτες την ίδια στιγμή που εκείνοι παρανομούσαν ασύστολα.

Που έβριζαν τους πολίτες αυτού του τόπου ως διεφθαρμένους την ώρα που οι ίδιοι ήταν χωμένοι μέχρι τα μπούνια στη διαφθορά.

Που με τον ιδρώτα και το αίμα των εργαζομένων έχτιζαν βίλες, έκαναν πριγκηπικούς γάμους σαν ξεμωραμένοι γέροι και ζούσαν σαν βασιλιάδες ανοίγοντας το λάκκο της εξαθλίωσης για τους ίδιους τους εργαζόμενους.

Που έφεραν την τρόικα, που συνομίλησαν με την τρόικα, που σφιχταγκαλιάζονται με την τρόικα αναζητώντας νέα στρατόπεδα συμφερόντων και νέους δρόμους πλουτισμού.

Που δεν είναι πάνω από 10.000 σε τούτο τον τόπο οι οποίοι έχουν μπλέξει τα μπούτια τους και τα συμφέροντά τους, με μοναδικό σκοπό το να συνεχίσουν να ρουφάνε το αίμα του κοσμάκη σαν σύγχρονοι βρικόλακες και το φυσικό πλούτο της χώρας, σαν γιγάντια τρωκτικά.

Που μας κρατούσαν «συντροφιά» τα σαββατόβραδα στις οθόνες των τηλεοράσεων, άλλοτε χορεύοντας με τσαχπινιά και χάρη, άλλοτε συζητώντας για το βρακί της μιας λαμπερής τραγουδίστριας και για το πώς κατουράει ο άλλος λαμπερός τραγουδιστής και άλλοτε με αμέτρητη υποκρισία, κρίνοντας και κατακρίνοντας τους αγρότες που του έκλεισαν το δρόμο και δεν μπόρεσε να πάει στη μανούλα του.

Που ενώ χρωστούσαν εκατομμύρια στο δημόσιο συνέχιζαν και συνεχίζουν, να ζουν ανενόχλητοι, μέσα στον πλούτο και τη χλιδή αφού κανένας δεν πάει να τους πάρει τα χρωστούμενα.

Που χρησιμοποίησαν και χρησιμοποιούν για προσωπικό τους πλουτισμό, όχι τα παραθυράκια, αλλά τις δίμετρες μπαλκονόπορτες που τους προσφέρει ο νόμος και που μόνο εκείνοι γνωρίζουν, αφού εκείνοι νομοθετούν.

Που ακρωτηρίασαν τον συνδικαλισμό και μετέτρεψαν τους περισσότερους συνδικαλιστές, όχι χωρίς να το θέλουν και οι ίδιοι, σε έμμεσους μισθοφόρους για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο όταν σχεδίαζαν τις αρπαχτές και τις «νόμιμες» μπίζνες.

Που συναναστρέφονταν τόσα χρόνια με τα αρπαχτικά λιβανίζοντάς τα και γλείφοντάς τα συνάμα για να εξασφαλίσουν και κείνοι μερικά κόκαλα κοροϊδεύοντας συνειδητά, αναγνώστες, τηλεθεατές και ακροατές.

Που δήλωναν και δηλώνουν ορκισμένοι εχθροί του δημόσιου τομέα ενώ συγχρόνως ακολουθούσαν και ακολουθούν την ίδια κρατικοδίαιτα, για να διατηρούν την χλιδάτη γραμμή τους.

Που όσο υπέγραφαν το ένα μνημόνιο μετά το άλλο έκαναν τη γριά πάπια και τώρα θυμήθηκαν να πουν πως «ο Γιώργος τους παράσυρε», ποντάροντας στην λήθη της κοινωνίας.

Που στο όνομα του λαού κρύβουν το πραγματικό τους πρόσωπο το οποίο φανερώνουν όταν ξεμοναχιάσουν κανέναν απροστάτευτο μετανάστη.

Που, από τη μια, εξυμνούν σε εκδηλώσεις-μνημόσυνα την «παρανομία» του Κολοκοτρώνη, του Βελουχιώτη και της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και από την άλλη προτρέπουν στην τήρηση της δικής τους «νομιμότητας και τάξης».

 

Όλοι αυτοί

 

Αποτελούν τις κολώνες, τα δοκάρια και τα τούβλα για τις μεσοτοιχίες του σάπιου πολιτικού οικοδομήματος.

Ένα οικοδόμημα που είναι έτοιμο να καταρρεύσει στην πρώτη ισχυρή σεισμική-κοινωνική δόνηση.

Και η χώρα μας είναι από τις πρώτες, παγκοσμίως, σε δονήσεις.

Τόσο σεισμικές όσο και κοινωνικές.

 

Advertisements
 

Πλησιάζει η μέρα…στο πιο ρεαλιστικό

Πλησιάζει η μέρα…στο πιο ρεαλιστικό

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

 

Πλησιάζει η μέρα…

 

που οι άνθρωποι άλλα θα λένε και άλλα θα εννοούν

που οι υποκριτές θα είναι οι μοναδικοί ανθρώπινοι χαρακτήρες, κυρίαρχοι μιας κοινωνίας που τους αφήσαμε να φτιάξουν

που τα όνειρα των ανθρώπων θα πνίγονται πριν καν γεννηθούν στο μυαλό τους

που η γνώση θα είναι εμπόρευμα που θα πουλιέται από αυτούς που την κατέχουν, σε όσους μπορούν να την αγοράσουν

που οι ανθρώπινες ζωές  θα κοστολογούνται με το χρήμα γιατί το χρήμα θα είναι πιο πάνω από τις ανθρώπινες ζωές

που όσοι δεν κλέβουν θα αισθάνονται μαλάκες και όσοι κλέβουν θα αποτελούν ιδανικά πρότυπα

που η αξιοπρέπεια θα συνθλίβεται από την καθημερινότητα

που η πρωτοχρονιά θα ευαγγελίζεται το καλύτερο γιατί η χρονιά που θα φεύγει θα είναι πάντα χειρότερη από την προηγούμενη

που τα δώρα  θα είναι μια καταναγκαστική διαφημιστική παρότρυνση, μια τυπική διαδικασία προσαρμοσμένη στα καταναλωτικά πρότυπα

που οι καθρέφτες των πρωταγωνιστών της χαριτωμενιάς θα καμαρώνουν για τα είδωλά τους

που θα πεθαίνουν άνθρωποι από την πείνα, το κρύο και τη μοναξιά, ανήμποροι να αντιδράσουν

που η σοφία των ανθρώπων θα είναι οδηγός για την σκλαβιά και όχι για την απελευθέρωσή τους

που θα υπάρχουν ποιητές να γράφουν μόνο για τη θλίψη των ανθρώπων, και τραγουδιστές που να τραγουδούν μόνο την αδικία

που η ηθική θα είναι άγνωστη λέξη και απαγορευμένη από τα ετυμολογικά λεξικά

που οι άνεργοι και οι υποαπασχολούμενοι θα είναι η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού

που οι άνθρωποι θα διεκδικούν το αυτονόητο γιατί θα το έχουν ήδη απολέσει

που οι τράπεζες, οι οίκοι αξιολόγησης και όλα τα συναφή τερατουργήματα θα αποτελούν τους σύγχρονους ναούς λατρείας και εξουσίας

που θα υπάρχει μόνο ελεημοσύνη γιατί θα υπάρχουν πλούσιοι που θα γίνονται πλουσιότεροι και φτωχοί που θα γίνονται φτωχότεροι

που τα μωρά θα γεννιούνται, όχι για να αφήσουν το στίγμα τους στην εξέλιξη της ανθρωπότητας αλλά για να ξεχρεώσουν το καταγεγραμμένο χρέος τους στα κιτάπια κάποιας τράπεζας, ισόβιοι σκλάβοι στην αυτοκρατορία του πλούτου

που τα παλιά και νέα τζάκια θα είναι μονίμως αναμμένα με τους ιδιοκτήτες τους να απολαμβάνουν τη θαλπωρή και την ηρεμία που θα τους προσφέρουν

που η κοινωνία μας θα γεμίσει με Τσίπρηδες, Λιάπηδες, Βουλγαράκηδες, Μητσοτάκηδες, Γεωργιάδηδες, Παπανδρέου, Βενιζέλους, Καραμανλήδες, Παπακωνσταντίνου και Σαμαράδες καθώς το κεφαλαίο αρχικό γράμμα των επωνύμων μας θα είναι τίτλος τιμής που θα αποδίδεται στον καθένα με τη γέννησή του, με την προϋπόθεση ότι δεν θα είναι ταπεινής καταγωγής

που οι άνθρωποι θα ζουν μόνιμα με το φόβο και με την ελπίδα ότι τα πράγματα, κάποια στιγμή θα βελτιωθούν, με ευχές και με την εμφάνιση χαρισματικών ηγετών και ηγετίσκων

Ο καθένας μπορεί να διαλέξει την εκδοχή που προτιμά για τη Μέρα που πλησιάζει. Από  τη μια ο ρεαλισμός από την άλλη η «ουτοπία».

Για την πρώτη εκδοχή, δεν χρειάζεται καμία προσπάθεια γιατί ήδη τη βιώνουμε, ενώ για τη δεύτερη τα πράγματα γίνονται «ζόρικα».

Όμως, κοιτώντας προς τα πίσω θα διαπιστώσουμε ότι ο άνθρωπος απέκτησε το πραγματικό του μπόι όχι με ρεαλιστικές ενέργειες αλλά όταν ακολούθησε το άπιαστο και την «ουτοπία», μια «ουτοπία» που μοιάζει με μονόδρομο για τη ζωή και όχι την επιβίωση, μια «ουτοπία» που γίνεται ο πιο ρεαλιστικός δρόμος για την απελευθέρωση του ανθρώπου.

 

Πλησιάζει η μέρα…

Πλησιάζει η μέρα…

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

 

Πλησιάζει η μέρα…

 

που οι άνθρωποι θα θέλουν να λένε αυτό που εννοούν

που οι άνθρωποι θα θέλουν να εννοούν αυτό που λένε

που οι υποκριτές θα είναι ελάχιστοι, θλιβερά απομεινάρια μιας εποχής που έφυγε

που τα όνειρα θα οδηγούν τους ανθρώπους προς την πραγματοποίησή τους

που η γνώση θα είναι κοινωνικό αγαθό, δώρο σε όλα τα παιδιά του κόσμου από όσους την κατέχουν πραγματικά

που οι ανθρώπινες ζωές δεν θα κοστολογούνται με το χρήμα γιατί θα είναι υπεράνω χρημάτων

που όσοι δεν κλέβουν δεν θα αισθάνονται μαλάκες αλλά περήφανοι

που η αξιοπρέπεια δεν θα συνθλίβεται από την καθημερινότητα

που η πρωτοχρονιά δεν θα ευαγγελίζεται το καλύτερο γιατί αυτό θα υπάρχει ήδη

που τα δώρα δεν θα είναι μια καταναγκαστική διαφημιστική παρότρυνση αλλά ένα κομμένο λουλούδι από την αυλή της ψυχής μας, πολύ μεγαλύτερης αξίας από τα καταναλωτικά πρότυπα

που οι καθρέφτες των πρωταγωνιστών της χαριτωμενιάς θα σπάνε μη μπορώντας να αντέξουν την ασχήμια

που δεν θα πεθαίνουν άνθρωποι από την πείνα, το κρύο και τη μοναξιά

που η σοφία των ανθρώπων θα είναι οδηγός για την απελευθέρωση και όχι για τη σκλαβιά

που δεν θα υπάρχουν ποιητές να γράφουν για τη θλίψη των ανθρώπων, ούτε τραγουδιστές που να τραγουδούν την αδικία

που η ηθική θα είναι νόμος άγραφος άρα δυνατός και ανίκητος

που οι μόνοι άνεργοι θα είναι οι κατ’ επάγγελμα ηγέτες και ηγετίσκοι

που οι άνθρωποι δεν θα διεκδικούν το αυτονόητο γιατί θα το έχουν ήδη κατακτήσει

που οι τράπεζες, οι οίκοι αξιολόγησης και όλα τα συναφή τερατουργήματα θα αποτελούν μουσειακά κτήρια που θα θυμίζουν την πιο σκοτεινή περίοδο στην ιστορία της ανθρώπινης εξέλιξης

που δεν θα υπάρχει ελεημοσύνη γιατί δεν θα υπάρχουν πλούσιοι να δημιουργούν τους φτωχούς που θα ελεημονούν

που τα μωρά θα γεννιούνται για να αφήσουν το στίγμα τους στην εξέλιξη της ανθρωπότητας και όχι για να ξεχρεώσουν το καταγεγραμμένο χρέος τους στα κιτάπια κάποιας τράπεζας

που τα παλιά και νέα τζάκια θα είναι μονίμως σβηστά με τους ιδιοκτήτες τους καταδικασμένους να καθαρίζουν τις καμινάδες τους από τη μαύρη και δηλητηριώδη κάπνα τους

που η κοινωνία μας θα γεμίσει με τσίπρηδες, λιάπηδες, βουλγαράκηδες, μητσοτάκηδες, γεωργιάδηδες, παπανδρέου, βενιζέλους, καραμανλήδες και παπακωνσταντίνου, καθώς το κεφαλαίο αρχικό γράμμα των επωνύμων μας θα είναι τίτλος τιμής και δεν θα αποδίδεται στον καθένα με τη γέννησή του

που οι άνθρωποι δεν θα ζουν ούτε με το φόβο ούτε με την ελπίδα γιατί θα είναι και θα αισθάνονται πραγματικά λεύτεροι

 

Ο Καραγκιόζης και το Νέο Σχολείο

Ο Καραγκιόζης και το Νέο Σχολείο

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Κ: Καραγκιόζης

Π: Πιτσικόκος

Κοπ: Κοπρίτης

Κολ: Κολλητήρης

Χ: Χατζηαβάτης

 

 

Ο Καραγκιόζης εισέρχεται στο μπερντέ και από πίσω του ακολουθούν τα τρία παιδιά του (κολλητήρια). Προσπαθεί να τα βάλει σε μία σειρά και να περπατάνε με στρατιωτικό βήμα.

Κ: Βρε αφιλότιμα, βαδίστε σωστά. Καημό το’ χω να μπούμε μια φορά στη σκηνή με σωστό βήμα. Ένα, δύο, εν, δυο, εν, δυο.

Κοπ: Πατέρα, έχεις φάει κόλλημα. Να το προσέξεις!

Κ: Δεν έχω φάει τίποτα εδώ και τρεις μέρες βρε αθεόφοβε. Τι κόλλημα μου λες;

Π: Α! Καλά! Αυτό που είπες τώλα πατέλα, δεν υπάλχει. Απλά δεν υπάλχει!

Κολ: Μην τους δίνεις σημασία πατέρα. Έχουν πέσει θύματα της διαφημιστικής προπαγάνδας.

Κ: Πώς το είπες; Καλό είναι αυτό ή κακό;

Κολ: Άστο πατέρα, θα σου εξηγήσω μια άλλη φορά.

Κ: Λοιπόν. Φτάνουν οι περιττές κουβέντες. Ήρθε η ώρα να δω τι ψάρια πιάνετε τώρα με το «Νέο Σχολείο». Δε μου λες εσύ μικρέ.

Π: Μικλός είσαι και φαίνεσαι.

Κ: Αφού ούτε το ρο δεν μπορείς να πεις.

Π: Εγώ δεν μπολώ να πω το λο; Μπολώ και παλαμπολώ. Εσύ δεν μπολείς να το ακούσεις.

Κ: Καλά, καλά. Για πες μου λοιπόν, σε ποια τάξη πας;

Π: Πάω στο Νέο Νηπιαγωγείο.

Κ: Ωραία! Είστε πολλά παιδάκια στην τάξη σου;

Π: Ναι πάλα πολλά. Είμαστε 28.

Κ: Υπάρχουν πολλά αλβανάκια, ρωσσάκια, μαυράκια;

Π: Όχι! Μόνο παιδάκια υπάλχουν!

Κ: Και τι κάνετε; Μαθαίνετε τραγουδάκια; Τραγουδάτε όλα μαζί;

Π: Ναι μαθαίνουμε. Τη μία μέλα, τλαγουδάνε τα μισά παιδάκια και την άλλη μέλα τα άλλα μισά.

Κ: Μπράβο, Πιτσικόκο. Ζωγραφίζετε κιόλας;

Π: Όχι λε πατέλα. Μη λες τλελλά. Δεν έχουμε ούτε χλώματα, ούτε χαλτιά για να ζωγλαφίσουμε. Όμως, τον Ιούνιο θα έχουμε εξετάσεις.

Κ: Τι εξετάσεις παιδάκι μου;

Π: Εξετάσεις λε πατέλα. Για να δει ο υπουλγός αν είμαστε γελοί. Μας είπε η δασκάλα πως οι μισές εξετάσεις θα είναι δικές της και οι άλλες μισές για την τλάπεζα αίματος.

Κ: Τι τράπεζα αίματος βρε αφιλότιμο;

Π: Είσαι μπιτ μπουμπούνας. Επειδή μας πήλε η τλάπεζα την παλάγκα, τώλα θα μας πάλει και το αίμα μας. Τι δεν καταλαβαίνεις. Σου το είπα εγώ να ψηφίσεις Σαμαλά, εσύ πήγες και ψήφισες Βεζινέλο.

Κ: Για να πάμε τώρα στον Κοπρίτη! Τι κάνεις πουλάκι μου;

Κοπ: Καλά ψαράκι μου.

Κ: Εσύ πας σχολείο; Σε ποια τάξη;

Κοπ: Στην Τρίτη του Νέου Δημοτικού!

Κ: Μπα; Κι εσύ σε Νέο πας;

Κοπ: Γιατί απόπαιδο είμαι εγώ; Θυμάσαι την Άννα τη Ρουμπινοπούλου;

Κ: Όχι!

Κοπ: Αυτή που έλεγε συνέχεια «πρώτα ο μαθητής»;

Κ: Βρε στουρνάρι;

Κοπ: Έχω πατέρα μπουμπούνα. Ο Στουρνάρης ήταν άλλος υπουργός. Εγώ σου λέω για την Άννα. Την Άννα μας.

Κ: Τη Διαμαντοπούλου λες βρε φωστήρα;

Κοπ: Ναι, αυτό σε πείραξε που αντί για διαμάντια έβαλα ρουμπίνια!

Κ: Ναι, για πες!

Κοπ: Ε! Ξέρεις ποιον μαθητή εννοούσε «πρώτα»;

Κ: Ποιον;

Κοπ: Χε, χε! Εμένα. Ποιον άλλον;

Κ: Είσαι καλός μαθητής;

Κοπ: Ο καλύτερος. Στις εξετάσεις τον Ιούνιο θα δείξω την αξία μου. Θα τα απαντήσω όλα τα θέματα. Ειδικά αυτά από την τράπεζα θεμάτων.

Κ: Και πως θα γίνει αυτό;

Κοπ: Θα με γράψεις σ’ ένα ιδιωτικό σχολείο που ξέρω. Όσα παιδιά πήγαν σ’ αυτό έγραψαν όλα άριστα. Τι; Για κορόιδο με πέρασες;

Κ: Και που θα τα βρω τα λεφτά βρε σαΐνι;

Κοπ: Να τα ζητήσεις από το Ίδρυμα Μιάρχος βρε χαμένε. Ζήτα και κανένα υγιεινό γεύμα που μοιράζουν στα πεινασμένα και φτωχά παιδάκια.

Κ: Που τα έμαθες εσύ όλα αυτά;

Κοπ: Βλέπω κάθε βράδυ ειδήσεις με την Τρεμουλιαστή και τον Ντέρη. Α! Που’ σαι; Την είδες τη διαφήμιση του Αρβανίτη;

Κ: Του Αρβανιτόπουλου θέλεις να πεις βρε μπουμπούνα!

Κοπ: Εσύ είσαι μπουμπούνας. Το Αρβανιτόπουλο μεγάλωσε και έγινε Αρβανίτης. Εγώ στο δηλώνω ότι θα γίνω υπουργός, κι ας θέλεις εσύ να με στείλεις να μαθαίνω να βιδώνω βίδες. Εγώ θα ακολουθήσω το όνειρό μου.

Κ: Και τι υπουργός θα γίνεις;

Κοπ: Θα πουλάω καζαμίες στην τηλεόραση!

Κ: Θα με στείλεις για ψυχανάλυση βρε ζωντόβολο;

Κοπ: Δεν ξέρεις τι σου γίνεται. Άμα πουλάω καζαμίες στην τηλεόραση, μετά θα με κάνουν υπουργό υγείας!

Κ: Ωραία! Ο Κοπρίτης το εξασφάλισε το μέλλον του! Για πες μου εσύ τώρα Κολλητήρη, σε ποια τάξη πας;

Κολ: Εγώ αγαπητέ μου πατέρα, τελειώνω την Τρίτη του Νέου Γυμνασίου και μετά θα πάω στην πρώτη του Νέου Λυκείου.

Κ: Δε μου λες αστέρι μου, είσαι καλός μαθητής;

Κολ: Εγώ πατέρα είμαι άριστος γι΄αυτό και καταλαβαίνω απόλυτα και την κυρία Διαμαντοπούλου και τον κύριο Αρβανιτόπουλο. Για τον κύριο Λοβέρδο, δεν έχω σχηματίσει ακόμη ολοκληρωμένη άποψη, αλλά νομίζω ότι του λείπει η αποφασιστικότητα.

Κ: Γιατί το λες αυτό παιδί μου. Εγώ τον έχω ακούσει να κλαίει τόσες φορές με μεγάλη αποφασιστικότητα. Έχετε κι εσείς – πώς τη λένε- τράπεζα θεμάτων;

Κολ: Ευτυχώς πατέρα που δημιουργήθηκε η τράπεζα θεμάτων.

Κ: Αλήθεια;

Κολ: Ναι πατέρα! Αλήθεια! Αλλιώς, πώς θα ξεχωρίσω εγώ ο άριστος από τους συμμαθητές μου τους άχρηστους; Τώρα θα προχωρήσουν μόνο όσοι καταβάλλουν τη μέγιστη προσπάθεια. Οι άλλοι ας σταματήσουν το σχολείο νωρίς-νωρίς και να μάθουν καμιά τέχνη.

Π: Κι εγώ καβαλάω τη μέγιστη πλοσπάθεια πατέλα.

Κολ: Εγώ στο δήλωσα. Θα πουλάω καζαμίες για να γίνω υπουργός.

Κ: Και δε μου λες Κολλητήρη. Σαν πολλές εξετάσεις δεν έχει αυτό το Νέο Σχολείο; Θα ψοφήσετε βρε παιδί μου. Είδες πόσα παιδάκια έμειναν φέτος;

Κολ: Όποιος αξίζει θα προχωρήσει πατέρα. Μην ακούς την προπαγάνδα των αριστερών συντεχνιών.

Κ: Να κι ο άλλος; Που το άκουσες αυτό βρε;

Κολ: Όλοι οι υπουργοί το λένε πατέρα. Σπουδαγμένοι άνθρωποι είναι! Δεν ξέρουν αυτοί; Καλύτερα ξέρουμε εμείς;

Κ: Κι αφού ξέρουν, γιατί δεν φτιάχνουν παιδί μου ένα σχολείο που να χωράει όλα τα παιδάκια;

Κολ: Πατέρα, κάποια παιδιά πρέπει να πάνε να δουλεύουν με 9 ευρώ την ημέρα και χωρίς ασφάλιση. Αλλιώς πώς θα έρθει η ανάπτυξη;

Κ: Θα είναι και παιδιά υπουργών και βουλευτών;

Κολ: Δε νομίζω πατέρα!

Χ: Που’ σαι βρε Καραγκιόζη αδερφέ μου και σ’ έψαχνα;

Κ: (Για να με ψάχνει αυτός, κάποια λαμογιά έχει στο μυαλό του). Βρε καλώς την ποντικομαμή!

Χ: Γιατί με βρίζεις βρε αθεόφοβε. Εγώ φταίω που σε σκέφτηκα για μία δουλειά για να τα κονομήσεις να λιγδώσει λίγο τ’ αντερό σου.

Κ: Πού ήσουνα εσύ χαμένος τόσον καιρό!

Χ: Είμαι σε μια ΜΚΟ.

Κ: ΜΚΟ; Τι είναι αυτό; Τρώγετε;

Χ: Όχι, αλλά έχει σχέση με Μάσα.

Κ: Και τι κάνεις εκεί;

Χ: Συνεργαζόμουν με διάφορα υπουργεία. Βγάζουμε νάρκες από διάφορα μέρη, βοηθάμε στο να μην εξαφανιστεί το μωβ σκουλήκι από τα δέντρα του Αμαζονίου και πολλά άλλα. Τώρα πάντως δουλεύω ως σύμβουλος στο υπουργείο παιδείας.

Κ: Εσύ;

Χ: Ναι!

Κ: Ε! Πάρε μία να συνέλθεις!

Χ: Τι βαράς βρε ασχημομούρη;

Κ: Ως σύμβουλος;

Χ: Ναι!

Κ: Στο υπουργείο παιδείας:

Χ: Ναι!

Κ: Ε! Πάρε κι άλλη γιατί το τραβάει ο οργανισμός σου! Και τι ακριβώς κάνεις;

Χ: Γράφω θέματα για την τράπεζα θεμάτων.

Κ: Μόνος σου;

Χ: Όχι. Μαζί με τον Ανατολάκη!

Κ: Ποιον;

Χ: Τον Ανατολάκη. Θα ερχόταν και ο Νικοπολίδης αλλά τον πρόλαβε ο Μαρινάκης και τον πήρε μαζί του, δημοτικό σύμβουλο στον Πειραιά.

Κ: Τι; Υπάρχει ομάδα Πειραιάς;

Χ: Όχι βρε αστοιχείωτε. Στο Δήμο του Πειραιά εννοώ.

Κ: Καλά τι δουλειά έχουν οι ιδιοκτήτες των ομάδων στους Δήμους;

Χ: Αν δεν έχουν αυτοί, τότε ποιοι έχουν;

Κ: Και δε μου λες; Ξέρεις εσύ να γράφεις θέματα;

Χ: Φυσικά και ξέρω. Με επιστράτευσε άρον-άρον ο υπουργός γιατί έληγε το ΕΣΠΑ.

Κ: Τι είναι πάλι αυτό το ΕΣΠΑ.

Χ: Πρόσεξέ με. Από τα λεφτά που δίνουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ένα μέρος μας τα δίνουν πίσω.

Κ: Εμένα γιατί δεν μου έδωσαν;

Χ: Δεν είναι για όλους. Είναι για μερικούς που ξέρουν τα κόλπα;

Κ: Κι εσύ, θες να μου πεις, ξέρεις τα κόλπα;

Χ: Αμέ! Γι’ αυτό σε ψάχνω.

Κ: Τι με θέλεις;

Χ: Για να ελέγξεις τα θέματα που έγραψα για την τράπεζα θεμάτων. Κάτι θα πάρεις κι εσύ για τον κόπο σου!

Κ: Μα εγώ δεν θέλω να υπάρχει τράπεζα θεμάτων.

Χ: Τι είπες τώρα βρε; Είσαι με το κατεστημένο των καθηγητών;

Κ: Φύγε από δω γιατί θα σε ξαναμπατσίσω. Είμαι με την ψυχούλα των παιδιών. Τι είναι βρε γρουσούζη τα παιδιά; Σκυλιά που τρέχουν σε αγώνες ή άλογα; Βρε, ουστ από δω παλιολωποδύτη. Και να πα να πεις στο νέο σου υπουργό, να τα σκεφτεί καλύτερα τα πράγματα αλλιώς δεν θα προλάβει να κάνει παρέλαση στις 28 Οκτωβρίου. Θα πάει να βρει την Άννα και τον Κωνσταντίνο.

Χ: Θα μου το πληρώσεις αυτό τσιράκι της ΟΛΜΕ.

Κ: Φύγε μη σε καπλατίσω στο ξύλο. Όσο για την ΟΛΜΕ! Μην ανησυχείς, έχω ράμματα και για τη δική της γούνα.

Λοιπόν! Κυρίες και κύριοι, αγαπητά μου παιδιά, η παράσταση «Ο Καραγκιόζης και το Νέο Σχολείο» έλαβε τέλος. Κοιτάξτε να χαρείτε όσο μπορείτε το καλοκαίρι γιατί τα παιδικά καλοκαίρια τελειώνουν γρήγορα. Ξεχάστε για λίγο τις τράπεζες, τα θέματα και τις εξετάσεις και διασκεδάστε όσο μπορείτε περισσότερο. Άντε, καλό καλοκαίρι και θα τα πούμε το Σεπτέμβρη.

 

 

 

 

 

 

 

Υποκριτές και Φαρισαίοι τον πνίξατε το Χριστό κάπου στη Μεσόγειο

 Υποκριτές και Φαρισαίοι τον πνίξατε το Χριστό κάπου στη Μεσόγειο

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 prosfiges1 Όλα θα ήταν όμορφα, ωραία, γιορτινά, με τους ανθρώπους χαρούμενους κι ευτυχισμένους, έτοιμους να ψωνίσουν, να αγοράσουν, να καταναλώσουν όπως ορίζει η θεά διαφήμιση, όπως θα ήθελα η μαμά εταιρία που έκανε θεά τη διαφήμιση.

Όλα θα ήταν όπως πρέπει, αν δεν υπήρχαν κάτι μυτερά αγκάθια να χαλάνε τη γιορτινή σούπα.

Αλλά βλέπεις, όπου κυριαρχούν οι εταιρίες και όχι οι άνθρωποι όλα μπαίνουν στην άκρη για το κέρδος της εταιρίας.

Τι να σου κάνει η εταιρία που παράγει όπλα και η εταιρία που τα εμπορεύεται; Πώς αλλιώς θα κερδίσουν χωρίς πολέμους; Τα όπλα δεν «καταναλώνονται» αλλιώς. Δεν πας ως χριστουγεννιάτικό δώρο στο φίλο σου μια ρουκέτα, ας πούμε, τυλιγμένη σε χρυσό χαρτί. Ούτε αγοράζεις στον αδερφό σου ένα κουτί σφαίρες αντί για σοκολατάκια.

Μπορείς όμως να τα «δωρίζεις» σε τίποτα κακόμοιρους Ασιάτες ή Αφρικανούς αφού τους βάλεις πρώτα να τσακώνονται μεταξύ τους. Μετά θα σε παρακαλάνε για τα «δώρα» που παράγεις και εμπορεύεσαι.

Είναι, που λέτε, κάτι παράσιτα, ανθρώπους δεν τους λες, που άφησαν τα σπίτια τους που βομβαρδίζονταν μες στο καταχείμωνο και κίνησαν για τους δικούς μας τόπους. Τι θράσος αλήθεια εκ μέρους τους, τι αγένεια!

Ήρθαν και χάλασαν την αποβλάκωσή μας. Κάτι βρεγμένα και πεινασμένα παιδικά κορμάκια γέμισαν τις οθόνες της απραξίας μας την ώρα που όλοι περιμέναμε να δούμε στις οθόνες πόσες μέρες έμειναν ακόμη για τα Χριστούγεννα.

Όμως, ακόμη κι αυτόν τον μέγιστο ανθρώπινο πόνο του ξεριζωμού και της προσφυγιάς, οι εταιρίες, ως γνήσια αρπακτικά και μανούλες στο εμπόριο, έσπευσαν να τον εξαργυρώσουν.

Αν δεν υπήρχαν οι εταιρίες-κανάλια για να δείξουν την «ευαισθησία» των εταιριών, δεν θα υπήρχε κανένας λόγος οι εταιρίες να είναι «ευαίσθητες».

Όμως τέτοιες γιορτινές μέρες οι εταιρίες φροντίζουν για όλους όσους βρίσκονται σε ανέχεια.

Δίνουν «δωρεάν» χρόνο ομιλίας στα κινητά για να μιλάμε, να λέμε άσχετα μέχρι να καταναλώσουμε το χρόνο, να ανταλλάσσουμε ψεύτικες, τις περισσότερες φορές, ευχές, γιατί έτσι είθισται και να μας γίνεται συνείδηση πως το δικαίωμα στο να μιλάμε όσο θέλουμε μας το παραχώρησε η εταιρία η οποία όποτε θέλει, μπορεί να μας το στερήσει, όπως για παράδειγμα, αν δεν πληρώσουμε το λογαριασμό.

Πρέπει να μάθουμε πως οι εταιρίες θα είναι καλές μαζί μας αν κι εμείς είμαστε καλοί καταναλωτές, αλλιώς θα υποστούμε τις συνέπειες.

Χαρίζουν στους καλούς πελάτες εισιτήρια θεαμάτων και δείπνα στη μισή τιμή αρκεί να τους το ζητήσουμε. Οι εταιρίες έχουν φροντίσει πριν από μας για το τι θα μας άρεσε να δούμε και να φάμε. Είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε αυτό που εκείνες θέλουν.

Οι ιατρικές και ασφαλιστικές εταιρίες φροντίζουν για την υγεία και την ασφάλειά μας. Τα δημόσια νοσοκομεία και οι δομές κοινωνικής ασφάλισης και μέριμνας ισοπεδώθηκαν αφού πρώτα καταληστεύτηκαν, για να επικρατήσει και να αναδειχτεί η ανωτερότητα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.

Με σημαία τους την υγεία με αξιοπρέπεια για όλους ξεχνάνε να συμπληρώσουν: «για όλους όσους έχουν να πληρώσουν».

Τα δημόσια νοσοκομεία, προς το παρόν, χορταίνουν με εξαγγελίες και υποσχέσεις.

Για παράδειγμα, το Σπηλιοπούλειο Ογκολογικό Νοσοκομείο τελικού σταδίου λειτουργεί χωρίς το απαραίτητο προσωπικό. Κοινωνικοί λειτουργοί, φυσικοθεραπευτές, ψυχολόγοι και νοσηλευτές δεν υπάρχουν. Όσο για υλικά, ότι περισσεύει από τα κοινωνικά ιατρεία.

Αυτά παθαίνει όποιος επιθυμεί δημόσια δωρεάν υγεία, καταλήγει να μην έχει ούτε δημόσια ούτε δωρεάν ούτε υγεία. Ενώ, λίγο πιο βόρεια, η εταιρία-νοσοκομείο είναι παράδειγμα προς μίμηση. Ξενοδοχείο σκέτο και με τους καλύτερους γιατρούς, αρκεί να ξεχωρίζεις στη «λεπτομέρεια», να έχεις χρήμα να πληρώσεις.

Τούτες τις μέρες, άγιες τις βαφτίζουν αλλά ποτέ δεν κατάλαβα «γιατί;» και «για ποιους;», οι εταιρείες δείχνουν το «ανθρώπινο» πρόσωπό τους περιμένοντας την «έλευση του Χριστού». Τις υπόλοιπες 364 μέρες του χρόνου δεν νοιάζονται για την ασχήμια του προσώπου τους.

Καμώνονται, τάχα, πως δεν πήραν χαμπάρι ότι ο Χριστός που περιμένουν πνίγηκε κάπου στη Μεσόγειο.

 

 

 

 

Ετικέτες: , ,

Να φύγει, να πάει στα ΕΠΑΛ

Να φύγει, να πάει στα ΕΠΑΛ

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Άλλο ένα βράδυ θα περάσει μάλλον δύσκολα όπως και τα προηγούμενα βράδια εδώ και ένα μήνα.

Βλέπεις, η μάχη που γίνεται μέσα μου ανάμεσα σε μένα και τον εαυτό μου δεν έχει λήξει ακόμη κι απ’ότι φαίνεται δεν θα λήξει ούτε απόψε.

Είναι κι εκείνες οι απόψεις που ακούω κατά καιρούς, που λένε πως δεν μπορούν και δεν πρέπει να γίνουν όλοι επιστήμονες, οι οποίες με δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο στο να καταλήξω ποιο είναι το σωστό για το μαθητή μου.

Και κάποιες άλλες που λένε πως με «καμένα χαρτιά» δεν πρέπει να ασχολούμαστε γιατί αποβαίνει εις βάρος των «καλών» μαθητών.

Ξέρετε, είναι από εκείνους τους μαθητές που κάθονται κάπου σε μια άκρη στα τελευταία θρανία και προσπαθούν να κρυφτούν από τη ματιά μου.

Κι όμως πολλές φορές έπιασα τον εαυτό μου να με βολεύει αυτό το κρύψιμο. Μπορούσα έτσι, κάνοντας πως δεν τον είδα, να συνεχίσω το μάθημά μου χωρίς εκείνον, να αγορεύω και να υπαγορεύω για τους άλλους και όχι για κείνον.

Κι έρχομαι μετά εγώ ο άλλος για να μου θυμίσω τη συνάντηση με τον πατέρα του.

«Ρίξτου και καμιά σφαλιάρα δάσκαλε. Από μένα έχεις το ελεύθερο». Η δόλια η μάνα του στεκόταν παραδίπλα βουρκωμένη.

Μου’ρθε να του ορμήσω όμως τότε σε τι θα διέφερα από εκείνον;

«Σας παρακαλώ πολύ» του είπα, «Τι είναι αυτά που λέτε; Ούτε τα ζώα δεν έχουν τέτοιες συμπεριφορές. Ο άνθρωπος αφήνει πίσω του τα ζωώδη ένστικτα, δεν επιστρέφει σ’αυτά».

Ώστε έτσι λοιπόν. «Σφαλιάρα» από τη μία «καμένα χαρτιά» από την άλλη. Οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Όποιος μαθητής ξεφεύγει από το τυπικό πλαίσιο συμπεριφοράς και απόδοσης που μάθαμε και που μας βολεύει, πρέπει να εξοστρακίζεται.

«Να φύγει, να πάει στα ΕΠΑΛ. Εκεί τουλάχιστον θα πάρει ένα απολυτήριο». Ποιος τα λέει αυτά; Ο ίδιος που ισχυρίστηκε λίγο πριν πως είναι καλύτερο «αυτά» τα παιδιά να μαθαίνουν μία τέχνη. Ο ίδιος που κάποια άλλη φορά χλεύασε τον υδραυλικό γιατί δεν ήξερε να μιλάει σωστά. Αγράμματο τον αποκάλεσε συμπληρώνοντας: «Τι περιμένεις; Το ΕΠΑΛ τελείωσε κι αυτό με το ζόρι».

Το χειρότερο απ’όλα είναι πως τελικά αυτά τα παιδιά συνηθίζουν, γιατί είναι βολικό και για τα ίδια, στην ιδέα πως δεν τα καταφέρνουν, δεν αξίζουν για κάτι καλύτερο, δεν είναι δα και τα πιο έξυπνα οπότε καλύτερα να πάνε με την «πλέμπα». Τι τις θέλουν τις σπουδές και άλλα τέτοια μεγαλεία; Κι έτσι αποδέχονται την ανημποριά και τη δουλικότητα. Χωρίς αυτοεκτίμηση κι αξιοπρέπεια γίνονται οι καλύτεροι συνεχιστές της αδικίας του συστήματος που και οι ίδιοι βιώνουν. Δεν θα διεκδικήσουν, δεν θα αμφισβητήσουν, δεν θα αντιδράσουν.

Κι επανέρχεται ο εαυτός μου δριμύτερος και μου θυμίζει ότι ο μαθητής αυτός είναι αγενής, καθυστερεί στο μάθημά μου, μιλάει και πετάει χαρτάκια την ώρα του μαθήματός μου και δεν επιτρέπει και στους άλλους μαθητές να παρακολουθήσουν. Του μίλησα ιδιαιτέρως, τον απέβαλλα από την τάξη, τον έστειλα στο διευθυντή, κάλεσα τους γονείς του-εντάξει δεν είχε και το καλύτερο αποτέλεσμα-του ξαναμίλησα, αλλά αυτός τίποτα. Αρνείται να γράψει, να διαβάσει και γενικά να μου δείξει ότι το προσπαθεί. Κι εγώ πόση υπομονή να δείξω; Σάμπως δεν έχω κι εγώ τα δικά μου; Δεν έχω κι εγώ παιδιά με ανάγκες και προβλήματα; Τι να πρωτοθυμηθώ; Δάνεια, εφορία, υποχρεώσεις για τα παιδιά που σπουδάζουν. Και που σπουδάζουν τι θα καταφέρουν; Άνεργα θα μείνουν. Έτσι βιώνω άλλη μία προσωπική ήττα.

Μετά θυμάμαι πως αν ο μαθητής αυτός και δυο τρεις ακόμη πάνε στα ΕΠΑΛ, θα λιγοστέψουν τα τμήματα θα έχω πρόβλημα με τις ώρες. Δεν θα συμπληρώνω ωράριο και θα πρέπει να πάω και σε άλλο σχολείο. Να πάρει η ευχή. Δεν είναι καλό αυτό. Μεταξύ μας, ούτε και τόσο έντιμο είναι που το σκέφτηκα…

Ναι αλλά τότε για ποιους μαθητές πάω στο σχολείο; Μόνο για τους «καλούς»; Και θα εύχομαι να είναι όλοι τους «καλά» παιδιά, να διαβάζουν, να μην δημιουργούν προβλήματα, να σέβονται-λες κι ο σεβασμός πουλιέται στη λαϊκή με το κιλό-να προσπαθούν και να κάνουν, τέλος πάντων, ότι χρειάζεται για να έχω το κεφάλι μου ήσυχο;

Όμως, αν οι παραπάνω ευχές πραγματοποιηθούν τότε μάλλον δεν με χρειάζονται. Τις γνώσεις μπορούν να τις βρουν και στο ίντερνετ.

Καληνύχτα εαυτέ μου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , ,

ΣαΤυΡόΠρΟκΕς Νο 154-Sarvivor όπως λέμε: ο επιζών

Sarvivor όπως λέμε: ο επιζών

Από τον σΑτΥρΟπΡόΚο

 

Οι δύο αντίπαλες ομάδες είναι καθορισμένες εδώ και καιρό. Από τη μια οι πλούσιοι και οι παρατρεχάμενοί τους και από την άλλη οι φτωχοί με τη μοίρα τους. Και στη μέση οι εκάστοτε κυβερνήσεις.

– Οι δύο αντίπαλες ομάδες δεν έχουν ίδιο αριθμό παιχτών. Οι «Πλούσιοι» που τους αποκαλούν και «Ωραίους»  είναι πέντε όλοι κι όλοι και οι «Φτωχοί» που είναι γνωστοί και ως «Κορόιδα» είναι ενενήντα πέντε.

– Το τοπίο  εκ πρώτης άποψης ελκυστικό, με τις απέραντες παραλίες, τα πράσινα νερά, τους φοίνικες και ούλα τα καλά του κόσμου. Όλα όσα ποθείς υπάρχουν εδώ. Ένα σωστό καπιταλιστικό τοπίο, βιτρίνα και κράχτης.

– Κανείς δεν αντιλαμβάνεται με την πρώτη ματιά τις σμέρνες και τους αχινούς που κρύβουν τούτα τα νερά. Δύσκολα θα διακρίνεις τα θαμμένα σκουπίδια και τα σκουλήκια που βρίσκονται στις παραλίες.

– Αν δεν δοκιμάσεις δεν θα καταλάβεις ότι τα τροπικά φρούτα που κρέμονται άφθονα στα δέντρα είναι δηλητηριώδη. Αν όμως τα δοκιμάσεις θα καταλάβεις πως επειδή σκοτώνουν γι΄αυτό βρίσκονται σε αφθονία.

– Οι όροι του παιχνιδιού καθορίστηκαν από τους «Πλούσιους», εφαρμόζονται από τον παρουσιαστή-κυβέρνηση και ισχύουν μόνο για τους «Φτωχούς». Ο παρουσιαστής ελέγχει και αν τηρούνται οι όροι από τους «Φτωχούς».

– Η δικαιοσύνη, η ισότητα, οι ίσες ευκαιρίες απουσιάζουν από τους όρους του παιχνιδιού. Η εκμετάλλευση, η αδικία, το γλείψιμο, η κλεψιά και η ρουφιανιά είναι οι βασικοί του κανόνες.

– Ο σκοπός του παιχνιδιού είναι ένας και μοναδικός. Απλός αλλά δύσκολα κατανοητός. Είναι, βλέπετε, το έπαθλο που γεννάει ελπίδες, προσδοκίες και πολλά άλλα ψεύτικα νοητικά δημιουργήματα.

– Το φαγητό πρέπει ενενήντα εννέα στις εκατό φορές να πάει στους «Πλούσιους». Με κάθε τρόπο και με κάθε μέσο. Οι «Φτωχοί» απλώς συμμετέχουν στο παιχνίδι. Αυτός είναι ο σκοπός.

– Έχουν την ψευδαίσθηση ότι η μία φορά που κερδίζουν το έπαθλο-χάμπουργκερ μπορεί να επαναληφθεί και να είναι τελικά εκείνοι οι μόνιμοι νικητές. Δεν αντιλαμβάνονται την πλεκτάνη.

– Ο νικητής είναι προκαθορισμένος πριν καν αρχίσει το παιχνίδι το οποίο χρησιμοποιείται για στάχτη στα μάτια. Οι «Πλούσιοι» θα είναι πάντα νικητές όσο οι «Φτωχοί» δέχονται να συμμετέχουν στο στημένο παιχνίδι.

– Όλα πήγαιναν κατά πως τα είχαν σχεδιάσει οι «Πλούσιοι», μέχρι που μια μέρα οι «Φτωχοί» κατάλαβαν την απάτη. Ήταν τότε που ενώ κέρδισαν τον αγώνα, το έπαθλο-φαγητό πήγε πάλι στους «Πλούσιους».

– Βλέπετε, ο κανονισμός αυτό ακριβώς προέβλεπε. Οι «Φτωχοί» να ιδρώνουν αλλά οι «Πλούσιοι» να γεύονται τα νόστιμα πιάτα. Κι αυτό επίσης προβλεπόταν από τον κανονισμό.

– Όσο οι «Φτωχοί» δέχονταν τις αδικίες οι κανονισμοί θα έπρεπε να γίνονται περισσότερο άδικοι για εκείνους. Όμως, είπαμε, όλα σταμάτησαν τη μέρα που οι «Φτωχοί» είπαν το μεγάλο «Όχι».

– Σταμάτησαν να παίζουν, αρνήθηκαν τους κανονισμούς και κατάργησαν το ίδιο το παιχνίδι. Έδιωξαν τον παρουσιαστή μιας και δεν είχε κανένα ρόλο στα καινούργια δεδομένα.

– Σταμάτησαν να παίζουν και αποφάσισαν να ζήσουν. Μαγείρευαν μόνοι τους και έτρωγαν όποτε ήθελαν. Κι όχι μόνο αυτό αλλά άρχισαν να χαμογελούν και να τραγουδούν. Είχαν ξεχάσει και το γέλιο και το τραγούδι.

– Έδιωξαν τους «Πλούσιους» και τους έστειλαν σε άλλη παραλία. Καθάρισαν τη δική τους από τα σκουπίδια και τα σκουλήκια και άρχισαν επιτέλους να ζουν. Η επιβίωση ήταν πλέον παρελθόν.

 

Ετικέτες: , , , , , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: