RSS

Category Archives: ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Πιότερο από το μάθημά σου ν’ αγαπάς τους μαθητές σου

Πιότερο από το μάθημά σου ν’ αγαπάς τους μαθητές σου

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

τι φταίμε εμείςΜε αφορμή έναν πραγματικό διάλογο με αρκετές προσθήκες. Σε κάποιους ίσως να φανούν υπερβολικές μα όσοι κινούνται στο χώρο των σχολείων ίσως να έχουν να κάνουν και άλλες.

– Δάσκαλος θέλω να γίνω παππού σαν μεγαλώσω. Μόνο αυτό αγαπάω.

– Πιότερο από το μάθημά σου ν’ αγαπάς τους μαθητές σου. Μόνο τότε θα κάνεις και το μάθημα σου πιο όμορφο και δεν θα πάψεις ποτέ να διεκδικείς γι’ αυτούς αλλά και για σένα το καλύτερο.

– …

– Μιας κι αποφάσισες να γίνεις δάσκαλος πρέπει να ξέρεις πως ο δρόμος που θα διαβείς είναι δύσκολος. Μη θαρρείς πως θα τον διανύσεις με αυτοκίνητο. Με τα πόδια θα πας και πολλές φορές στα πόδια σου δεν θα φοράς παπούτσια, θα είσαι ξυπόλυτος.

– Γιατί το λες αυτό παππού;

– Γιατί θα έρχονται μέρες που η ψυχή σου θα πονάει τόσο που θα θέλεις να το βάλλεις στα πόδια. Θα έρχονται μέρες που δεν θα μπορείς να πεις ψέμματα στους μαθητές σου γιατί θα σε κοιτάνε στα μάτια και θα παρακαλάνε για μια σταγόνα αλήθειας.

Θα έρχονται στιγμές που δεν θα μπορείς να γιατρέψεις μια παιδική ψυχή πληγωμένη. Θα συναντήσεις παιδιά παρατημένα από γονείς και κοινωνία, παιδιά δαρμένα και βιασμένα ψυχικά. Τούτο το σύστημα το εκπαιδευτικό δε νοιάζεται γι’ αυτά τα παιδιά και το χειρότερο θα ζητήσει κι από σένα να κάνεις το ίδιο. Μην ασχολείσαι με καμμένα χαρτιά θα σου πουν κι εσένα δεν θα το χωράει ο νου σου και θα σχίζεται η καρδιά σου. Βλέπεις τούτο το σύστημα το εκπαιδευτικό, μόνο εκπαιδευτικό δεν είναι.

– Και τι είναι;

– Βαθμοθηρικό είναι, εξεταστικό είναι χωρίς ισότητα και χωρίς δικαιοσύνη. Κρύβει την ανεπάρκειά του να εμπνεύσει τους νέους πίσω από διαγωνισμούς, πρωτιές, αριστείες και καινοτομίες. Πνίγει την κριτική σκέψη που γεννά αμφισβήτηση και υμνεί την αδιάκοπη προσπάθεια χωρίς ανάσα και κυρίως χωρίς σκέψη. Επιβραβεύεται αυτός που θα μάθει να λέει το τρίωρο ποίημα σε μια πανελλαδική εξεταστική διαδικασία που θα στοιβάξει τους περισσότερους υποψήφιους σε σχολές που επιλέγουν όχι από αγάπη αλλά από ανάγκη.

– Μα οι καλύτεροι δεν πρέπει να επιβραβεύονται; Αυτό δεν είναι το δίκαιο; Όλοι δεν έχουν δικαίωμα συμμετοχής στις εξετάσεις; Αυτό δεν είναι ισότητα;

– Καλύτεροι σε τι; Τι σόι εκπαιδευτικό σύστημα είναι αυτό που εκπαιδεύει τα παιδιά, από το δημοτικό ακόμα, στην πειθαρχία, στη ρουφιανιά, στην υπακοή και στις συνεχείς εξετάσεις; Αν συμβεί κάτι μέσα στην τάξη η πιο συνηθισμένη αντιμετώπιση είναι η απαίτηση κάποιος μαθητής να μαρτυρήσει ποιος το έκανε. Πάρε 50 ερωτήσεις για επανάληψη και εξέταση στην Ιστορία, λέει ο ένας δάσκαλος. Τεστ στη Γλώσσα, τεστ στα μαθηματικά, τεστ στη γεωγραφία, τεστ στα θρησκευτικά. Η αξιολόγηση επικαλύπτει την ομορφιά της απόκτησης της γνώσης. Και να τα παρατράγουδα με τους βαθμούς. Γιατί στο παιδί μου έβαλες 9 αντί για 10;,παραπονιέται ο ένας ο γονιός, γιατί μπήκε το άλλο το παιδί στη σημαία για την παρέλαση και όχι το δικό μου; παραπονιέται ο άλλος ο γονιός, γιατί το δικό μου το παιδί που δεν κάνει φασαρία πήρε τον ίδιο βαθμό με το άλλο που κάνει; παραπονιέται ο τρίτος γονιός και πάει λέγοντας. Πρέπει να μάθουν από μικρά στην πίεση, να ξεχάσουν ότι είναι παιδιά που πρέπει να παίζουν. Πρέπει να μάθουν από μικρά να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των εξετάσεων της τρίτης λυκείου. Όλο το εκπαιδευτικό μας σύστημα έχει τα μάτια του στραμμένα στις πανελλαδικές. Και ποιο είναι το αποτέλεσμα; Ένας μεγάλος αριθμός υποψηφίων, αν όχι η πλειοψηφία, να περνάει σε κάποια σχολή όχι αυτή που θα προτιμούσε, έτσι για να περάσει κάπου. Τα εκπαιδευτικά συστήματα πρέπει να βοηθούν με όποιον τρόπο χρειαστεί και με οποιοδήποτε οικονομικό τίμημα ώστε οι μαθητές να αναπτύσσουν τις κλίσεις και τα ταλέντα τους μέσα στο σχολείο με ψυχική ηρεμία και ισορροπία, χωρίς ανισότητες, χωρίς αδικίες και χωρίς αποκλεισμούς.

– Υπάρχει τέτοιο σχολείο παππού κάπου;

– Δεν ξέρω αν υπάρχει. Ξέρω πως, αν δεν υπάρχει πρέπει να δημιουργηθεί. Αυτό πίστευα όσο ήμουν δάσκαλος κι αυτό πιστεύω και τώρα. Γι’ αυτό σου είπα τα προηγούμενα. Αν γίνεις δάσκαλος να σπέρνεις κάθε μέρα στους μαθητές σου την αμφισβήτηση. Κι όταν οι μαθητές σου αμφισβητήσουν κι όσα τους λες εσύ ο ίδιος, τότε να νιώσεις περήφανος γιατί πέτυχες το σκοπό σου. Αμφισβητώντας προχωράει ο άνθρωπος όρθιος. Υπακούοντας άκριτα βαδίζει πάντα σκυφτός και υποταγμένος. Τον λες άνθρωπο όμως αυτόν;

 

Ετικέτες: , , , ,

ΘΕΑΤΡΙΚΟ: ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ

ΘΕΑΤΡΙΚΟ

 

«ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ»

 Χρήστος Επαμ. Κυργιάκης

ΠΡΑΞΗ 1η

 

Η ιστορία διαδραματίζεται στο καφενείο: «Το ραντεβού της νεολαίας». Μόνιμοι θαμώνες στο καφενείο της γειτονιάς μια παρέα  συνταξιούχων για να περνάνε το χρόνο τους και να γεμίζουν τη μοναξιά τους. Τους τοίχους του καφενείου κοσμούν οι φωτογραφίες του Κωνσταντίνου Καραμανλή, του Ανδρέα Παπανδρέου, του Κώστα Σημίτη, του Κώστα Καραμανλή, του Γιώργου Παπανδρέου, του Αντώνη Σαμαρά και του Αλέξη Τσίπρα. Σε μια ιδιαίτερη θέση, δίπλα στο εικονοστάσι, βρίσκεται κρεμασμένη και η φωτογραφία του Κώστα Μητσοτάκη, «διανθισμένη» με μια αρμαθιά σκόρδα για καλό και για κακό.

 

Είναι 9 η ώρα το πρωί, ημέρα Δευτέρα 2 Απριλίου. Οι φίλοι και οι φίλες μας πληρώθηκαν τη σύνταξή τους και το κλίμα είναι θετικό.

Η μουσική που έβαλε η Ντίνα, η γυναίκα του καφετζή, του Γρηγόρη, ταιριάζει με το θετικό κλίμα. Ήδη στο καφενείο βρίσκονται ο Αντώνης, ο Κώστας, η Ευτέρπη και η Γεωργία.

 

ΝΤΙΝΑ: Αντωνάκη μου, στον πέτυχα τον καφέ σήμερα, έτσι δεν είναι;

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Μωρέ τον πέτυχες… στο «δόξα πατρί». Αν είχε και λίγο καφέ μέσα θα μπορούσες να τον πεις και «καφέ».

 

ΝΤΙΝΑ: Μια ζωή γκρινιάρης και γρουσούζης, γι’ αυτό έμεινες μόνος σου.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Είσαι οχιά και μέγαιρα.

 

ΕΥΤΕΡΠΗ: Έλα Ντίνα μου, μην του δίνεις σημασία.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Μίλησε και η «Τέρπη». Άκου Τέρπη! Αλλά, τι ανάγκη έχεις; Ας έπαιρνα κι εγώ τη συνταξάρα που παίρνεις εσύ και να δεις τι πλακίτσες θα έκανα.

 

ΕΥΤΕΡΠΗ: Δούλεψα τόσα χρόνια Αντώνη.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Ε βέβαια, ενώ εμείς κάναμε διακοπές στις Μπαχάμες. (ειρωνικά). Δούλεψες! Σ’έφαγε το λιοπύρι. Καθόσουνα αναπαυτικά στα δικαστικά έδρανα και απένειμες τάχα δικαιοσύνη, κι εσύ κι ο άντρας σου. Άιντε μην ανοίξω το στόμα μου, άιντε μην τ’ ανοίξω.

 

ΝΤΙΝΑ: Μπα! κλειστό το είχες τόση ώρα;

 

(Παύση…)

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: (Ψιθυριστά και εμπιστευτικά). Δεν ξέρω εσύ Τέρπη μου πως τα πας με τον Σόλωνα, πάντως εγώ έχω θέμα με τον Τάσο.

 

ΤΕΡΠΗ: Τι θέμα;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Να, ξέρεις…καταλαβαίνεις…σεξουαλικής φύσεως.

 

ΤΕΡΠΗ: Τι; Δεν ανταποκρίνεται;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ανταποκρίνεται, δε λέω. Κάνε πιο δω να σου πω. Κάθε φορά που παίρνουμε τη σύνταξη, θέλει να το γιορτάζουμε.

 

ΤΕΡΠΗ: Μπα, και δεν του φαινότανε. Κοίτα να δεις ο Τάσος!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ναι αλλά, μόλις αρχίσει κι ανεβάσει παλμούς αρχίζει και «ξεφυσάει».

 

ΤΕΡΠΗ: Ταύρος πραγματικός ο Τάσος σα να λέμε!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ναι αλλά δεν ξεφυσάει από το στόμα.

 

ΤΕΡΠΗ: Κι από πού ξεφυσάει;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: (γεμάτη ντροπή) Από…τον πισινό.

 

(Ακούγονται τρανταχτά γέλια. Ο Κώστας που ήταν λίγο πιο πέρα άκουσε όλη τη συζήτηση)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Συγνώμη Γιωργίτσα μου, δεν το έκανα επίτηδες. Αλλά μου φάνηκε τόσο αστείο. (γελώντας) Άκου να «ξεφυσάει»!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Καλά δε ντρέπεσαι να κρυφακούς; Αλλά τι περιμένεις από έναν άνθρωπο που ήταν σε όλη του τη ζωή χασάπης; Από πού να μάθει τρόπους; Από τα μοσχάρια ή από τα γουρούνια;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Χασάπης ήμουνα και λέω τα πράγματα με το όνομά τους. Βλέπεις, δεν ήμουνα δικηγόρος σαν τον Τάσο σου (αρχίζει πάλι να γελάει). Άκους εκεί να «ξεφυσάει»!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Γέλα τώρα που μπορείς γιατί σε λίγο, θα πλακώσει το σόι σου για την «είσπραξη» και θα σου κοπεί το γέλιο. Ούτε μία δεκάρα δεν θα έχεις αύριο στην τσέπη σου βρε κακομοίρη!

 

(Πριν καλά-καλά προλάβει η Γεωργία να τελειώσει τη φράση της, η πόρτα του καφενείου ανοίγει και εισέρχεται ο Δημήτρης, ο γιος του Κώστα)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Καλημέρα σε όλους. Πατέρα, καλημέρα. Όλα καλά; Ντινάκι, μου φτιάχνεις ένα καφεδάκι σε παρακαλώ, έτσι μερακλίδικο να το φχαριστηθώ;

 

ΝΤΙΝΑ: Να σου φτιάξω, γιατί να μη σου φτιάξω. Δε μου λες Δημητράκη μου. Κερασμένος από τον μπαμπά σου;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Ντινάκι μου με πληγώνεις. Επειδή, δηλαδή με χτύπησε η ατυχία σα το χταπόδι στο βράχο, θα πρέπει η κοινωνία να πέσει να με φάει;

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Ποια ατυχία Δημητράκη; Για ποια ατυχία μιλάς; Είχες μια χαρά στρωμένη δουλειά από τον πατέρα σου και την εγκατέλειψες.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Κυρ-Αντώνη, άσε αυτά που εγκατέλειψα εγώ και πιάσε αυτούς που εγκατέλειψαν εσένα.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Μπορείτε σας παρακαλώ να σταματήσετε; Στο κάτω-κάτω δεν σας αφορά τι κάνω εγώ με τα λεφτά μου. Δική μου είναι η σύνταξη και την κάνω ότι θέλω.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Καλά σας λέει ο πατέρας μου. Μπράβο ρε πατέρα, τους έβαλες στη θέση τους.

ΚΩΣΤΑΣ: Μάλλον δεν κατάλαβες καλά γιε μου. Αυτά που είπα αφορούν και σένα. Τέρμα το άρμεγμα. Ότι έφαγες, έφαγες. Το μαγαζί είναι ακόμα στη θέση του και σε περιμένει. Αύριο κιόλας αν θέλεις ξεκινάς.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Τι μου λες τώρα ρε γέρο; Και τη μεγάλη μου αγάπη τι να την κάνω; Να την παρατήσω; Κρίμα είναι;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Για ποια μιλάς; Γνώρισες καμιά κοπέλα;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Κοπέλα;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Ε, τι γνώρισες; Μπουλντόζα;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Η μεγάλη μου αγάπη είναι η ποίηση. Πόσες φορές να στο πω; Έχω εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές. Είναι θέμα χρόνου, μέχρι να με ανακαλύψουν οι αναγνώστες. Ειδικά η τελευταία μου συλλογή αναμένεται να κάνει θραύση. Ο εκδότης μου είναι σίγουρος.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Ο εκδότης σου είναι σίγουρος γιατί σε μαδάει κανονικά. Δηλαδή, όχι εσένα. Εμένα έχει τσουρομαδήσει όπως τη γριά κότα πριν την κάνουν σούπα.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: (μαζεμένος γιατί βλέπει ότι χάνει τη χρηματοδότηση)

Πατέρα, είσαι άδικος. Άμα σου διαβάσω μερικούς στίχους από ένα τελευταίο ποίημά μου, θα αλλάξεις γνώμη.

 

(Βγάζει την ποιητική του συλλογή από το σακίδιό του, το ανοίγει και αρχίζει να διαβάζει όρθιος. Εν τω μεταξύ η Ντίνα του φέρνει και τον καφέ που είχε παραγγείλει)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Λέγεται: «Ζαρζαβατικούλι μου».

Δεν άντεξα όταν σε είδα/πίσω από τη λαχανίδα

Γλυκούλα σαν μια ντοματούλα/και ζουμερή σαν πατατούλα

Άγρια ήσουν σαν τσουκνίδα/κι αφράτη σαν την κουνουπίδα

 

ΝΤΙΝΑ: Κουνουπίδι λέγεται, όχι κουνουπίδα.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Ποιητική αδεία, αγράμματη, αλλά τι να καταλάβεις εσύ από ποίηση;

ΝΤΙΝΑ: Αν σου φέρω το δίσκο στο κεφάλι να δεις εσύ τι θα καταλάβεις.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Δεν πα να φτιάξεις καμιά σαλάτα λέω εγώ, να λιγδώσει λίγο και το άντερό σου.

 

(Εν τω μεταξύ ο Κώστας, είχε γύρει πάνω στο τραπέζι με τα χέρια του να έχουν αγκαλιάσει το κεφάλι σα να θέλει να προφυλαχτεί από σεισμό. Δεν άντεξε κι έβαλε τα κλάματα. Σκουπίζει τα μάτια του και αρχίζει να μιλάει)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκες, η σχωρεμένη η μάνα σου ονειρευόταν μεγαλεία για σένα. Πως θα γίνεις μεγάλος και τρανός. Σε ήθελε το λιγότερο πρωθυπουργό της Ελλάδας.

(Γυρνώντας προς τη φωτογραφία του Ανδρέα Παπανδρέου σταυροκοπιέται) Μεγάλε Ανδρέα, σχώρα με. Χατίρι δε σου χάλασε ποτέ. Θα το χαλάσεις το παιδί, της έλεγα. Το χαβά της αυτή.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Η μητέρα με αγαπούσε και με πίστευε όσο κανείς άλλος στον κόσμο. Είχε αντιληφθεί από πολύ νωρίς την κλίση μου στην ποίηση.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: (Φασκελώνοντάς τον  και με τα δύο χέρια)

Να, πάρε δέκα Νόμπελ για να ησυχάσεις.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Βλέπεις, εκείνη ήταν από τζάκι. Δε συγχώρεσε ποτέ στον εαυτό της το ότι ερωτεύτηκε εμένα, έναν χασάπη. Προσπάθησα να τη συνεφέρω αλλά δεν έπαιρνε από λόγια. Κι εσύ, βρε παλιοτόμαρο κατάλαβες από νωρίς την αδυναμία που σου είχε και την εκμεταλλευόσουνα μέχρι εκεί που δεν παίρνει.

 

(Ο Δημήτρης κάθεται σε μια καρέκλα και ακούει με σκυφτό το κεφάλι)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Όμως Δημητράκη μου ως εδώ. Δεν αντέχω άλλο. Έστω κι αν είναι αργά, αποφάσισα να το σταματήσω αυτό το παραμύθι. Η χρηματοδότηση κομμένη. Η θα δουλέψεις το μαγαζί ή να αρχίσεις να τρως τις ποιητικές συλλογές σου.

 

(Ο Δημήτρης σηκώνεται. Με σκυφτό το κεφάλι και αργά βήματα, κατευθύνεται προς την πόρτα του καφενείου για να φύγει)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Εντάξει πατέρα, έχεις δίκιο. Φεύγω.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Και που πας;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Πάω να φάω τις ποιητικές μου συλλογές, όπως είπες. Άλλωστε έχω τρεις μέρες να βάλω μπουκιά στο στόμα μου. (Φεύγει τρέχοντας)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Στάσου, μη φεύγεις. Δεν μου απάντησες (Τον ακολουθεί με το γέρικο βηματισμό του. Στο καφενείο επικρατεί απόλυτη σιωπή)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Η αξιολόγηση επί τουρκοκρατίας

Η αξιολόγηση επί τουρκοκρατίας

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

 

Η παρακάτω ιστορία έφτασε σε μένα από τον συχωρεμένο τον παππού μου που κι εκείνος την είχε ακούσει από τον δικό του παππού και πάει λέγοντας. Δεν ξέρω αν είναι αληθινή. Αυτό που ξέρω είναι πως τελικά «όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν».

 

Επί τουρκοκρατίας, όταν Μεγάλος Σουλτάνος ήταν ο Σαμάρ Αντόν ο 1ος, (μπορεί να ήταν και ο Αλέξιος Τσιπράνογλου ο λεγόμενος και Αριστερός επειδή έγραφε με το αριστερό) στο μεγάλο δρόμο που ένωνε τα μικρά χωριά με τη μεγάλη πόλη, βρισκόταν ένα χάνι, το περίφημο Χάνι του Σχολειού επειδή βρισκόταν πάνω σ’ ένα μεγάλο ύψωμα που άμα ανέβαινε κανείς, λες και είχε όλον τον κόσμο στα πόδια του.

Το Χάνι του Σχολειού, εξυπηρετούσε όλους τους ταξιδιώτες που πηγαινοέρχονταν ανάμεσα στα μικρά χωριά και τη μεγάλη πόλη εντελώς δωρεάν γιατί είχε φτιαχτεί και συντηρούταν από τις εισφορές και τα χαράτσια των κατοίκων της γύρω περιοχής.

Στον ίδιο δρόμο, λίγο πιο μακριά, λειτουργούσε ένα ακόμη χάνι, το

Ιδιώτ-Χάνι, μόνο που αυτό, πρόσφερε τις υπηρεσίες του επί πληρωμή. Σ’ αυτό κατέφευγαν όσοι από τους ταξιδιώτες είχαν γεμάτο πουγκί και κάποιοι, ελάχιστοι, που ήθελαν να ζήσουν, έστω και για ένα βράδυ, σαν αγάδες.

Όμως, καθώς πλησίαζε ο γάμος της κόρης του, την Ελλαδαΐδας με τον Τρόικαν, το γιο του Βεζίρη της Ευρώπης, σκέφτηκε πως θα ήταν καλύτερο για την προίκα της, να κουτσουρέψει τις δαπάνες για το Χάνι του Σχολειού.

Ο Μεγάλος Σουλτάνος, είχε αναθέσει τη διοίκηση του Χανιού του Σχολειού στον Αρβανίτ Πασά, με την εντολή να κάνει όσες περισσότερες περικοπές μπορεί.

Το Χάνι το κρατούσαν δύο ντόπιοι από τα γύρω χωριά. Δούλευαν εκεί για πάρα πολλά χρόνια. Ο Δασκαλόπουλος και ο Καθηγητώνης.

Ο Αρβανίτ Πασάς δεν αργοπόρησε ούτε λεπτό να υλοποιήσει τις εντολές του Μεγάλου Σουλτάνου.

Το πρώτο που έκανε ήταν να κόψει την προμήθεια μοσχαρίσιου κρέατος προς το Χάνι με το σκεπτικό πως δεν ήταν δα και τόσο απαραίτητο οι ταξιδιώτες να τρώνε κρέας. Αν ήθελαν κάτι τέτοιο, ας πήγαιναν παραδίπλα, στο Ιδιώτ-Χάνι.

Διαμαρτυρήθηκαν λίγο οι δύο ντόπιοι, στραβομουτσούνιασαν λίγο οι ταξιδιώτες αλλά τι να έκαναν; Το δέχτηκαν. «Και το αρνί καλό είναι» σκέφτηκαν.

Πολύ σύντομα, ο Αρβανίτ Πασάς κατέστρωσε ένα σχέδιο, με σκοπό, να περικόψει κι άλλο τα έξοδα του Χανιού και, αν ήταν δυνατόν, στο τέλος να το έκλεινε. Αυτοί που κατείχαν το διπλανό Ιδιώτ-Χάνι, περίμεναν πως και πώς να το αγοράσουν.

Θα έστελνε, δυο φορέα την εβδομάδα, τον Συμβουλόμπεη να ελέγχει τον Δασκαλόπουλο και τον Καθηγητώνη και να τους ρωτάει διάφορα.

Έφτασε ο Συμβουλόμπεης στο Χάνι και άρχισε τις ερωτήσεις.

«Τα λεφτά που σας δίνει ο Αρβανίτ Πασάς, καλύπτουν τις ανάγκες του Χανιού;», ήταν η πρώτη του ερώτηση.

«Τις καλύπτουν και περισσεύουν, ζωή να έχει ο πολυχρονεμένος», απάντησαν οι δύο ντόπιοι με μια φωνή θέλοντας να κάνουν καλή εντύπωση.

«Τότε, φέρτε μου το περίσσευμα πίσω. Κάπου αλλού θα σκεφτεί να το διαθέσει ο Πασάς», είπε αμέσως μετά ο Συμβουλόμπεης.

Τι να έκαναν οι καψεροί. Έτσι όπως απάντησαν, δεν μπορούσαν παρά να του δώσουν λίγα γρόσια από τα δικά τους γιατί περίσσευμα, δυστυχώς, δεν υπήρχε. Μόλις και που έφταναν τα χρήματα του Πασά για καλυφθούν οι ανάγκες του Χανιού.

Την ίδια ερώτηση τους ξανάκανε ο Συμβουλόμπεης όταν πήγε πάλι να τους συναντήσει.

Τώρα όμως είχαν πάρει το μάθημά τους και πρόσεξαν πολύ καλά την απάντηση.

«Πώς να τις καλύψουν; Δεν φτάνουν τα λεφτά που στέλνει ο Πασάς» είπαν και περίμεναν την αντίδραση του Συμβουλόμπεη.

«Τότε να συμπληρώνετε από το μισθό σας και αν πάλι δε φτάνουν, να κάνετε πιο μικρές τις μερίδες. Όποιος θέλει κανονική μερίδα να πάει στο Ιδιώτ-Χάνι», ήταν η απάντηση του Συμβουλόμπεη ο οποίος συνέχισε:

«Και γιατί δεν πάτε στον Αμέτ που έχει το μποστάνι και τα πρόβατα, να του ζητήσετε βοήθεια;»

«Τι είδους βοήθεια δηλαδή;», αναρωτήθηκε ο Καθηγητώνης.

«Να σας στέλνει λίγα ζαρζαβατικά, κανένα αρνάκι που και που! Είναι καλός άνθρωπος, δεν θα αρνηθεί. Αν του πείτε, μάλιστα ότι μπορεί να στήσει και ένα πάγκο, έξω από το Χάνι, με τα προϊόντα του, νομίζω πως δεν θα αρνηθεί. Είναι καλός άνθρωπος, σας λέω».

Αυτά τους είπε ο Συμβουλόμπεης και έφυγε καβάλα στη φοράδα του.

Ξαναήρθε σε λίγες μέρες ο Συμβουλόμπεης και είδε έξω από το Χάνι τον πάγκο του Αμέτ. Λάχανα, κουνουπίδια, ζαρζαβατικά διάφορα και καμιά δεκαριά αρνάκια να βελάζουν, μακροσχοινισμένα καθώς ήταν, χαλώντας τον κόσμο.

Μπήκε μέσα και βρήκε τους δύο ντόπιους σκεπτικούς. Αμέσως έκανε την ερώτηση:

«Το Χάνι είναι σε καλή κατάσταση; Η κουζίνα, η σκεπή, τα κρεβάτια, όλα καλά;»

«Όλα μια χαρά» απάντησε ο Δασκαλόπουλος.

«Ωραία! Από τον άλλο μήνα, δεν χρειάζεται να σας στείλω τα γρόσια που παίρνετε για τη συντήρηση. Κι εγώ μια χαρά το βλέπω. Του χρόνου, αν χρειαστεί, το ξανασυζητάμε. Εντάξει;», ανακοίνωσε ο Συμβουλόμπεης κι έφυγε και πάλι βιαστικός, καβάλα στη φοράδα του.

Εν τω μεταξύ, ο Μεγάλος Σουλτάνος είχε σεκλέτια. Ο Βεζίρης της Ευρώπης του ζήτησε περισσότερη προίκα αν ήταν να παντρευτεί ο γιος του την Ελλαδαΐδα. Τότε ο Σουλτάνος, αποφάσισε να αυξήσει τους φόρους και τα χαράτσια και μήνυσε στον Αρβανίτ Πασά να μειώσει κι άλλο τις δαπάνες για το Χάνι του Σχολειού. Εκείνος, με τη σειρά του, κάλεσε τον Συμβουλόμπεη και του είπε να πάει στους δύο ντόπιους και να τους ανακοινώσει πως από δω και στο εξής το Χάνι θα φιλοξενούσε δωρεάν μόνο τους ταξιδιώτες που ήταν καλά ντυμένοι και ταξίδευαν με άλογα ή μουλάρια. Οι κουρελιάρηδες οι πεζοί και όσοι ταξίδευαν με γαϊδούρια, αποκλείονταν από το Χάνι.

Το φυσούσαν και δεν κρύωνε οι δύο ντόπιοι κι άρχισαν να σκέφτονται πως κάτι έπρεπε να κάνουν γιατί όπως πήγαινε το πράμα, πολύ σύντομα το Χάνι θα έκλεινε. Δεν μπορούσαν, όμως να βρουν τι ήταν αυτό που έπρεπε να γίνει.

Οι κάτοικοι των μικρών χωριών που αποκλείστηκαν από το Χάνι, άρχισαν κι εκείνοι να ανησυχούν και να εξοργίζονται. Έλεγαν πως θα σταματήσουν να πληρώνουν τους φόρους και τα χαράτσια και πως θα μπουν με το «έτσι θέλω» μέσα στο Χάνι. Το΄παν και το΄καναν.

Μόλις έμαθε ο Σουλτάνος για τις ταραχές στα μικρά χωριά, έστειλε γενίτσαρους καβαλάρηδες για να πάρουν κεφάλια και να σταματήσει η εξέγερση.

Έλα όμως που οι χωρικοί ήταν μαθημένοι από τέτοια. Έκλεισαν τους δρόμους που οδηγούσαν στα μικρά χωριά και σαν είδαν τους γενίτσαρους να πλησιάζουν, άναψαν παντού φωτιές με σβουνιές των ζώων και ξερόκλαδα. Γέμισε ο κάμπος πυκνό καπνό τόσο που οι γενίτσαροι δεν έβλεπαν κατά που να πάνε. Σαστισμένοι, δεν μπορούσαν να καταλάβουν από πού τους έρχονταν οι πέτρες με αποτέλεσμα να φύγουν πανικόβλητοι.

Αγρίεψε ο Σουλτάνος και αποφάσισε να κλείσει το Χάνι. Ούτε γρόσι δεν θα έδινε στο εξής. Όσο για τον Δασκαλόπουλο και τον Καθηγητώνη, απολύθηκαν και οι δύο και ο Σουλτάνος, έπαψε να ασχολείται με τους κατοίκους των μικρών χωριών. Είχε μεγαλύτερες σκοτούρες για να ασχοληθεί.

Η αλήθεια είναι πως το Χάνι έκλεισε για λίγο καιρό αλλά ξανάνοιξε. Αυτή τη φορά το συντηρούσαν οι χωρικοί μόνοι τους. Ότι είχε ο καθένας πρόσφερε. Άλλος τα λαχανικά, άλλος το λάδι, άλλος κανένα αρνί και όλα πήγαιναν ρολόι. Ο Δασκαλόπουλος με τον Καθηγητώνη ξανάπιασαν δουλειά για να εξυπηρετούν τους ταξιδιώτες και φυσικά γλύτωσαν από τις επισκέψεις του Συμβουλόμπεη και τις «ιδέες» του Αρβανίτ Πασά.

 

 

 

 

 

 

 

Το αίμα μας σώζει τις πλούσιες ζωές τους

Το αίμα μας σώζει τις πλούσιες ζωές τους

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Δυο παλιά τραγούδια, λίγο κρασί στο ποτήρι, τα παιδιά στα γόνατα και η σκέψη παντού και πουθενά.

Δεν πρόλαβε να μπει ο μήνας και τα λεφτά σώθηκαν. Σώθηκε και η υπομονή και το κουράγιο. Πόσο να έχεις και από αυτά;

Πάλι μαύρισε η ψυχή σου. Κοιτάζεις τα παιδιά όταν εκείνα δεν σε βλέπουν και λες ότι κάτι πρέπει να κάνεις. Σε κοιτάζουν στα μάτια και τότε λες πως σίγουρα κάτι πρέπει να κάνεις.

Αλλά τι;

Σκέφτεσαι να βρεις μια δουλειά ακόμα, ότι να΄ ναι, για να πάψεις να ντρέπεσαι όταν σε κοιτάζουν στα μάτια. Δεν απαιτούν τίποτα, αλλά εσύ νιώθεις ενοχές ακριβώς γιατί τους έμαθες πως δεν πρέπει να απαιτούν.

Όμως πού να βρεθεί η δεύτερη δουλειά; Αστεία να λέμε; Εδώ χάνεται και η πρώτη και όποια δεν χάνεται μετατρέπεται σε εθελοντική εργασία , σε ευγενική χορηγία προς τους δύστυχους τους δανειστές μας.

Δεν προλαβαίνεις να πληρώνεις, δεν φτάνουν αυτά που παίρνεις για να τα βγάλεις πέρα και το χειρότερο, δεν προβλέπεται να φτιάξουν τα πράγματα αλλά είναι βέβαιο ότι θα γίνουν ακόμα χειρότερα. Αυτοί που κυβερνούν δεν έχουν πλέον κανένα πρόβλημα να το ανακοινώνουν με χαρμόσυνους τόνους:

« Ξέρετε, δεν πιάσαμε τους στόχους, που γνωρίζαμε πως έτσι κι αλλιώς δεν θα τους πιάναμε. Κάναμε λάθος. Πρέπει να περάσετε πάλι για «αιμοδοσία». Το αίμα σας, σώζει τις πλούσιες ζωές τις δικές μας και των αφεντικών μας».

Ξαναρίχνεις δυο σεκλέτια στο ποτήρι και το μυαλό σου πάει 35 χρόνια πίσω, σε ένα χειμωνιάτικο απόγευμα όταν ο θείος σου έφευγε, ετών 23, για την ξενιτιά. Θυμάσαι το κλάμα που έκανες κατά τον αποχωρισμό. Ήσουν δεν ήσουν έξι χρονών.

Όταν έφευγε λυγούσε σίδερα. Τώρα του έμεινε μια σύνταξη πρόωρη λόγω προβλήματος που απέκτησε στον αυχένα δουλεύοντας στα σιδεράδικα και στις χαλυβουργίες κάνοντας δυο και τρεις δουλειές για να μαζέψει λεφτά να γυρίσει  πίσω στην πατρίδα καθώς και το παράπονο που δεν γύρισε πίσω.

Τα παιδιά πήγαν για ύπνο και έμεινες μόνος με τις σκέψεις σου. Οι σκέψεις, σαν είναι βαριές είναι η χειρότερη παρέα και αν σε πετύχουν και μόνο, σου καίνε τα σωθικά.

Σπάζεις το κεφάλι σου να βρεις μια λύση αλλά μάταια.

Θυμάσαι το γείτονά σου που σου είπε τις προάλλες πως δεν πρέπει να παραπονιέσαι γιατί υπάρχουν και χειρότερα. «Υπάρχουν όμως και καλύτερα» του απάντησες και έφυγες.

Δεν θέλησες ποτέ να γίνεις πλούσιος. Τις υποχρεώσεις μόνο να βγάζεις πέρα. Αυτό ήθελες. Αυτό θέλεις και τώρα μα δεν σ΄αφήνουν. Βάζουν το χέρι στην τσέπη σου και αρπάζουν ότι έχεις.

«Φίλε, πρέπει να ψάχνεις για τα αντίθετα αν ζητάς εξηγήσεις», του είπε μια μέρα ένας συνάδελφος.

«Αν κάπου υπάρχει φτώχια, ψάξε την αιτία στον πλούτο. Για να υπάρξουν λίγοι πλούσιοι πρέπει να δημιουργηθούν πολλοί φτωχοί», συνέχισε ο συνάδελφος, αλλά εσύ δεν έδωσες σημασία. Τότε θεωρούσες πως δεν είσαι φτωχός. Τώρα όμως;

Είχε και απεργία προχτές, αλλά εσύ δεν έκανες γιατί δεν βγαίνεις οικονομικά.

Άσε που με τις απεργίες κάνεις δώρο τα λεφτά σου στο κράτος. Δεν είσαι δα και τόσο κορόιδο να μην τα καταλαβαίνεις αυτά.

Αφού ήπιες και την τελευταία γουλιά αναστενάζοντας, έπεσες να κοιμηθείς, αυτές τις λίγες ώρες που σ΄ έπαιρνε ο ύπνος τελευταία.

Μέχρι και τον ύπνο σου έκλεψαν χωρίς να το πάρεις είδηση.

Μέχρι και τον ύπνο σου τους χάρισες χωρίς να φέρεις αντίρρηση.

Αύριο έχει πάλι απεργία. Αλλά, τι να κάνεις; Τα είπαμε αυτά. Δεν βγαίνεις!

 

 

 

 

Πολυτεχνείο

Πολυτεχνείο 

 

Σκεφτήκαμε φέτος η εκδήλωση για την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου να μην είναι απλώς ένα μνημόσυνο σε όσους αντιστάθηκαν και έδωσαν ακόμη και τη ζωή τους στον αγώνα για «Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία» αλλά μια αφορμή για να γνωρίσουμε, να θυμηθούμε, να προβληματιστούμε και να συμπεράνουμε.

Καμία εξέγερση δεν έγινε μόνο από τη νεολαία αλλά και καμία εξέγερση δεν έγινε χωρίς τη νεολαία.

Έτσι έγινε και στην εξέγερση του Πολυτεχνείου στην οποία βρέθηκαν φοιτητές, νέοι, μαθητές όπως εμείς, που η καρδιά τους χτύπησε δυνατά, τόσο πολύ, που ακούστηκε σε ολόκληρη την οικουμένη.

Πολλές απ’ αυτές τις νεανικές καρδιές, σταμάτησαν βίαια να χτυπούν, για να μπορούν, σήμερα, οι δικές μας να χτυπάνε ελεύθερα το ίδιο ανήσυχα και το ίδιο δυνατά.

Ας προσπαθήσουμε να μεταφερθούμε, νοερά, στο μικρό διαμέρισμα που έμεναν η κυρά-Δέσποινα με την κόρη της, τη Μαρία.

 

Δύσκολη μέρα και η σημερινή για την κυρά-Δέσποινα. Η Μαρία, η κόρη της, η μονάκριβή της, το αίμα της καρδιάς της, δεν γύρισε ακόμα στο σπίτι.

Πάνε 10 μέρες τώρα που επιστρέφει στο σπίτι αργά.

Πάει κι αυτή εκεί, στο Πολυτεχνείο, μαζί με άλλους συμφοιτητές της.

Η κυρά-Δέσποινα έχει κολλήσει το αυτί της στο ραδιόφωνο.

«Μερικοί ταραξίες και αναρχικά στοιχεία βρίσκονται μέσα στο Πολυτεχνείο με σκοπό να καταλύσουν την τάξιν» λέει και ξαναλέει ο εκφωνητής.

«Η Μαρία μου ταραξίας;», αναρωτιέται φωναχτά η κυρά-Δέσποινα.

 

«Μα από τότε που έχασε τον πατέρα της, 14 χρονών ήταν τότε, δεν άφησε μεροκάματο για μεροκάματο. Όπου έβρισκε, έτρεχε να δουλέψει.

Και στο Πολυτεχνείο μπήκε μόνο με την αξία της. Εγώ η καψερή, δεν μπορούσα να της προσφέρω κάποια βοήθεια»

 

Έκλεισε το ραδιόφωνο και κάθισε στον καναπέ. Η καρδιά της κυρά-Δέσποινας ήταν έτοιμη να σπάσει. Της φαινόταν πως άκουγε τους χτύπους της. Καθισμένη, όπως ήταν στον καναπέ, θυμήθηκε τη μέρα που έφεραν στο σπίτι τον πατέρα της νεκρό από ενέδρα των γερμανών. Ήταν δεν ήταν τότε δέκα χρονών.

Κρύος ιδρώτας την έλουσε και τα λεπτά δεν έλεγαν να κυλήσουν.

Επιτέλους, άκουσε τα βήματα της Μαρίας καθώς ανέβαινε την ξύλινη σκάλα του σπιτιού. Έτρεξε και της άνοιξε την πόρτα.

 

«Έλα παιδί μου! Που είσαι; Θα πεθάνω από την αγωνία!»

«Μην ανησυχείς μάνα. Καλά είμαι.»

«Όσο πας και αδυνατίζεις Μαρία μου. Φαίνεσαι ξενυχτισμένη. Πρόσεχε παιδί μου. Δε μαθαίνεις τι γίνεται; Τα κρατητήρια της ΕΣΑ αντηχούν από τις κραυγές και τα κλάματα. Τα ξερονήσια, γεμίζουν πάλι με εξόριστους. Τους φοιτητές τους επιστρατεύουν, τους ντύνουν στο χακί και τους στέλνουν δεν ξέρω κι εγώ που. Αν πάθεις κάτι δεν θα το αντέξω.»

«Δεν θα πάθω μάνα. Έχουμε το δίκιο με το μέρος μας και όλον τον κόσμο να μας συμπαραστέκεται. Από παντού καταφτάνει βοήθεια. Τρόφιμα, φάρμακα, ρούχα, επιστολές αλληλεγγύης. Όλη η Ευρώπη έχει στραμμένα τα βλέμματα πάνω μας και οι Αμερικάνοι, κατάλαβαν πως οι υπάλληλοί τους, ξόφλησαν»

«Και ο συγχωρεμένος ο πατέρας σου δίκιο είχε όταν πήγε στη μεγάλη διαδήλωση. Από τους πρώτους έτρεξε. Το αποτέλεσμα; Μου τον έφεραν κι αυτόν νεκρό μπρος στα πόδια μου όπως και τον παππού σου.»

«Αχ βρε μάνα. Ξέρω τι τράβηξες και γι’ αυτό σ’ έχω πάντα στο μυαλό μου και στην καρδιά μου. Μα κι εγώ, γι’ αυτό τρέχω και αγωνίζομαι. Και για σένα και για μένα και για τον παππού και για τον πατέρα. Αν λουφάξω θα πάει χαμένη η θυσία τους. Δεν πρέπει, μάνα, να πάνε χαμένες τόσες θυσίες και τόσο αίμα.

Μάνα κλαις; Γιατί κλαις;»

«Τίποτα παιδί μου! Να…Σ’ άκουγα που μιλούσες και ήταν σα ν’ άκουγα τον πατέρα σου. Ώρες, ώρες θαρρώ πως ήταν να γεννηθείς αγόρι αλλά κάτι άλλαξε την τελευταία στιγμή. Ατρόμητη σαν εκείνον. Δεν το σηκώνεις ούτε κι εσύ το άδικο.»

«Μάνα, να σου πω κάτι; Έχω λίγο καιρό που βλέπω τον πατέρα στον ύπνο μου. Με κοιτάζει σιωπηλός. Δεν μου μιλάει. Μόνο με κοιτάζει δακρυσμένος.»

«Φοβάται παιδί μου. Φοβάται για σένα από κει ψηλά που βρίσκεται.»

«Δεν είναι αυτό μάνα. Δακρύζει γιατί δεν αντέχει να μας βλέπει να ζούμε με το φόβο, το ξύλο, τις προσβολές, το κυνηγητό και να μην αντιδρούμε. Κι εγώ, δεν αντέχω να τον βλέπω να με κοιτάζει δακρυσμένος.»

«Καλά παιδί μου. Άστα αυτά τώρα. Έχω έτοιμο το φαγητό στο τραπέζι. Πάνω στον καναπέ έχω μία τσάντα. Να την πάρεις φεύγοντας.»

«Τι έχει μέσα η τσάντα;»

«Τίποτα Μαρία μου. Λίγα τρόφιμα, μια-δυο αλλαξιές ρούχα, ένα μπουκαλάκι ιώδιο και μερικές γάζες. Σου’ χω αφήσει και το φυλαχτό μου δίπλα. Να το φορέσεις παιδί μου. Μην το ξεχάσεις.»

«Μάνα δεν προλαβαίνω να φάω. Πρέπει να φύγω. Απόψε πρέπει να είμαστε πολλοί εκεί στο Πολυτεχνείο. Πρέπει να κατέβει ολόκληρη η Αθήνα, ολόκληρη η Ελλάδα. Μάθαμε πως κάτι ετοιμάζουν και μόνο σαν είμαστε πολλοί δεν θα το τολμήσουν.»

«Αφού ξέρεις πως κάτι ετοιμάζουν, ας μην πας παιδί μου σήμερα. Άστο να πας αύριο που θα ξημερώσει η μέρα. Άσε να περάσει η νύχτα και πας αύριο.»

«Δεν τους αφήνω τους άλλους. Δεν μπορώ να τους αφήσω.»

«Εμένα Μαρία μου πώς μπορείς και μ’ αφήνεις; »

«Αν δεν πάω, εσύ η ίδια θα ντρέπεσαι αργότερα για μένα. Δεν θέλω να ντρέπεσαι. Περήφανη θέλω να νιώθεις.»

 

Η Μαρία, αγκάλιασε τη μητέρα της και της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. Τα χείλη της βράχηκαν από το καυτό δάκρυ που κύλησε μες στο βουβό κλάμα της μητέρα της.

Βγήκε από το σπίτι, κατέβηκε τα σκαλιά και βρέθηκε στο δρόμο. Από το μικρό μπαλκόνι του σπιτιού της το βλέμμα της κυρά-Δέσποινας την ακολουθούσε.

Την έβλεπε και καμάρωνε την αγέρωχη περπατησιά της, ίδια με του πατέρα της. Τα μαλλιά της λυτά, ανυπότακτα ανέμιζαν στον κρύο φθινοπωρινό άνεμο.

Την κοιτούσε μέχρι που έστριψε στη γωνία λες και δεν θα την ξανάβλεπε…

 

Εκείνο το βράδυ της 17ης Νοέμβρη του 1973, όλη η Αθήνα έμεινε ξάγρυπνη.

Οι δρόμοι της στέναξαν από τις ερπύστριες και τα τανκς. Στα στενά γύρω από το Πολυτεχνείο αλλά και σε κάθε συνοικία της Αθήνας, οι ριπές ελεύθερων σκοπευτών, αστυνομικών, στρατιωτικών και παρακρατικών, σκορπούσαν το φόβο και το θάνατο.

Η κεντρική πύλη του Πολυτεχνείου, που έγινε σύμβολο αγώνα και αντίστασης στη χούντα των συνταγματαρχών έπεφτε κάτω από τη δύναμη του τανκ, σημαίνοντας ταυτόχρονα την αρχή του τέλους της εφτάχρονης δικτατορίας.

Μετά την είσοδο του τανκ, στο χώρο του Πολυτεχνείου, επικράτησε πανικός.

Μία από τις σφαίρες πέτυχε τη Μαρία, τη μονάκριβη κόρη της κυρά-Δέσποινας. Δύο σύντροφοί της την τράβηξαν σε μια γωνιά και προσπαθούσαν να την κρατήσουν στη ζωή μιλώντας της και δίνοντάς της κουράγιο. Μάταια όμως. Εκείνη, ψυχορραγούσε. Μάζεψε όση δύναμη της είχε απομείνει και ψιθύρισε στο αυτί του ενός συντρόφου της.

 

«Πείτε στη μάνα μου πως πάω ν΄ανταμώσω τον πατέρα και τον παππού και τους υπόλοιπους. Να μη ντρέπεται, πείτε της, για μένα. Περήφανη να είναι. Μη με κλάψει. Ένα τραγούδι θέλω μόνο κι ένα γαρύφαλλο… Καλόν αγώνα σύντροφοι…».

 

Η καρδιά της Μαρίας σταμάτησε να χτυπά. Πολλές δεκάδες ακόμη άνθρωποι είχαν την ίδια κατάληξη με τη Μαρία. Πολλές εκατοντάδες ακόμη άνθρωποι τραυματίστηκαν και χιλιάδες βασανίστηκαν και εξορίστηκαν για να μπορεί η δική τους γενιά και οι επόμενες που ακολούθησαν να αναπνέουν και να ονειρεύονται ελεύθερα αποδεικνύοντας για μία ακόμη φορά πως τίποτα δεν χαρίζεται, τίποτα δεν είναι δεδομένο, τίποτα δεν είναι αυτονόητο…

 

 

Χρήστος Επαμ. Κυργιάκης

 

 

Το Γ7-Το τέλος

Το Γ7-Το τέλος

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

 

…συνέχεια

 

Ο καθηγητής, μετά τη δυσάρεστη εμπειρία του πρώτου μαθήματος, είχε αποφασίσει ότι έπρεπε «να λάβει μέτρα». Κάθε φορά που κατά τη διάρκεια του μαθήματος ακουγόταν ο παραμικρός ψίθυρος, ο μαθητής που τον δημιούργησε έφευγε από την τάξη με ωριαία αποβολή. Θεωρούσε ότι με τον τρόπο αυτό θα μπορούσε να επιβληθεί στους μαθητές και να περισώσει το κύρος του. Από παιδαγωγική άποψη διάλεξε τον χειρότερο τρόπο. Όταν κάποιος εκπαιδευτικός, αποβάλει έναν μαθητή από το μάθημά του, χρεώνεται και μια προσωπική ήττα. Όλοι οι μαθητές πρέπει να είναι μέσα στην τάξη. Αν κάποιος δημιουργεί «πρόβλημα», η «μαγκιά» του εκπαιδευτικού είναι να λύσει το «πρόβλημα» και όχι να το πετάξει από πάνω του γιατί απλά, με τον τρόπο αυτό, το «πρόβλημα» δεν λύνεται. Απλώς χρεώνεται στον μαθητή και διογκώνεται. Πίσω από κάθε «προβληματική» ή παραβατική συμπεριφορά, κρύβεται πάντα μια πονεμένη ιστορία.

Αυτό που κατάφερνε ο Μουσικός, αφού πετούσε στα πρώτα πέντε λεπτά του μαθήματος, δυο-τρεις έξω από την τάξη, ήταν να κάνει το μάθημά του χωρίς να ακούγεται το παραμικρό. Μόνο που αυτό το ωραίο και τόσο χρήσιμο μάθημα, ένα μάθημα που καλλιεργεί τα πιο όμορφα συναισθήματα, δεν το παρακολουθούσε κανείς ή καλύτερα, όσοι το παρακολουθούσαν, το έκαναν με κρύα καρδιά.

Εκείνη τη μέρα, ο Μουσικός, σχεδίαζε στο πεντάγραμμο που είχε φτιάξει στον πίνακα, τις πρώτες νότες από κάποιο τραγούδι. Οι περισσότεροι μαθητές άρχισαν να ετοιμάζουν τα «πολεμοφόδια» και τα «όπλα» τους. Τα κομμένα χαρτάκια είχαν μετατραπεί σε μικρές χάρτινες σφαίρες, και τα στυλό τους σε εκτοξευτήρες στόματος. Όλα ήταν έτοιμα να αρχίσει ο γνωστός χαρτοπόλεμος. Κάποιοι, μάλιστα, είχαν κόψει τα στυλό τους στη μέση έτσι ώστε να μπορούν να τα κρύβουν στην παλάμη τους, όταν ο καθηγητής θα έριχνε πάνω τους το βλέμμα του.

Οι μαθητές των πρώτων θρανίων ήταν οι πιο εύκολοι στόχοι αφού δεν μπορούσαν εύκολα να βλέπουν ποιος τους σημαδεύει ούτε μπορούσαν εύκολα να ανταποδώσουν τα πυρά, γιατί έπρεπε να γυρίζουν προς τα πίσω, αφήνοντας εκτεθειμένα τα νώτα τους στο οπτικό πεδίο του καθηγητή.

Κι ενώ ο «πόλεμος» είχε ανάψει για τα καλά, μια χάρτινη σφαίρα, ερχόμενη από τα τελευταία θρανία, πετυχαίνει τον Μουσικό στο αυτί, την ώρα που έγραφε στο πίνακα.

Η αλήθεια είναι ότι εκτός από την ντροπή που ένιωσε ο καθηγητής, ο πόνος από το χτύπημα, μάλλον δεν ήταν ασήμαντος.

Γύρισε απότομα προς τα παιδιά και άρχισε να αναζητάει, φωνάζοντας, τον ελεύθερο σκοπευτή.

«Αν δεν φανερωθεί αυτός που το έκανε στο επόμενο λεπτό, θα τιμωρηθεί όλο το τμήμα», είπε ο Μουσικός γεμάτος θυμό.

Με το που γύρισε ο καθηγητής προς τους μαθητές, οι περισσότεροι από αυτούς που διέθεταν «οπλοστάσιο» στο θρανίο τους προσπάθησαν είτε να το κρύψουν είτε να το ξεφορτωθούν.

Ο Ορέστης, μη θέλοντας να τραβήξει την προσοχή του καθηγητή, έβαλε απλώς τα χέρια του πάνω στις χάρτινες σφαίρες και περίμενε με αγωνία την εξέλιξη. Ο Αντώνης δίπλα του έκλεισε γρήγορα το τετράδιό του κρύβοντας, με τον τρόπο αυτό τα δικά του χάρτινα βλήματα.

Πριν προλάβει να τελειώσει η διορία του ενός λεπτού που έδωσε ο καθηγητής στους μαθητές για να εμφανιστεί ο «δράστης», η πόρτα της αίθουσας άνοιξε απότομα και μπήκε μέσα ο Διευθυντής. Το συνήθιζε, πολλές φορές, να βολτάρει στους διαδρόμους έξω από τις αίθουσες και όπου άκουγε φασαρία ή φωνές, άνοιγε, χωρίς να χτυπάει, την πόρτα και έμπαινε για να αποκαταστήσει την τάξη. Αυτή του η συνήθεια, είχε προκαλέσει την αντίδραση αρκετών καθηγητών που θεωρούσαν αυτή του την ενέργεια, απαράδεκτη παρέμβαση στο διδακτικό και εκπαιδευτικό τους έργο.

Μπαίνοντας, λοιπόν, μέσα στην αίθουσα, άρχισε να κινείται ανάμεσα στα θρανία κοιτώντας δεξιά και αριστερά, προσπαθώντας να εντοπίσει τον «ένοχο».

Φτάνοντας δίπλα στο θρανίο του Ορέστη και του Αντώνη, εντοπίζει με την άκρη του ματιού του, κάτω από τα χέρια του Ορέστη, τις κρυμμένες χάρτινες σφαίρες.

«Σήκωσε σε παρακαλώ τα χέρια σου», είπε απευθυνόμενος στον Ορέστη.

Εκείνος, σήκωσε τα χέρια του και αποκαλύφθηκαν οι χάρτινες μπαλίτσες.

«Μάλιστα! Εσύ είσαι λοιπόν αυτός που σημάδεψε τον συνάδελφο;»

«Όχι. Εγώ δεν έχω εκτοξευτήρα».

«Τότε, ποιος ήταν;».

«Δεν ξέρω».

«Εγώ δεν βλέπω να έχει κάποιος άλλος χαρτάκια στο θρανίο του», συνέχισε ο Διευθυντής ρίχνοντας γρήγορες ματιές στο πάτωμα που ήταν γεμάτο με ζουλιγμένα χαρτάκια.

«Σας είπα πως δεν το έκανα εγώ. Εγώ, το μόνο που έκανα ήταν να φτιάχνω τις μπαλίτσες», είπε αποφασιστικά ο Ορέστης.

«Και σε ποιον τις έδινες;».

«…»

«Σου έκανα μια ερώτηση νεαρέ», επέμεινε με έντονο ύφος ο Διευθυντής.

«Δεν ξέρω. Ή μάλλον, δεν θυμάμαι», απάντησε ο Ορέστης.

«Λες ψέματα», ούρλιαξε ο Διευθυντής.

«Ε, ναι λοιπόν. Λέω ψέματα γιατί δεν θέλω να σας πω».

«Τότε θα τιμωρηθείς μόνο εσύ για όλους».

«Αν αυτό θεωρείτε δίκαιο».

«Αυτή τη στιγμή, ακολούθησέ με στο γραφείο μου».

«Είναι άδικο κύριε Διευθυντά», πετάχτηκε ο Αντώνης.

«Κλείσε το στόμα σου γιατί θα τιμωρηθείς κι εσύ», είπε ο Διευθυντής, και κινήθηκε προς την πόρτα.

Σχεδόν ταυτόχρονα, σηκώθηκε και ο Ορέστης, ακολουθώντας τον.

«Οι υπόλοιποι συγκεντρωθείτε στο μάθημά σας», είπε φεύγοντας ο Διευθυντής.

Ο Μάριος, στο προτελευταίο θρανίο, έκανε μια κίνηση να σηκωθεί και να πει κάτι, όμως, τελευταία στιγμή το μετάνιωσε και κάθισε στο κάθισμά του, παίζοντας αμήχανα στα δάχτυλά του το στυλό-εκτοξευτήρα.

Η τιμωρία για τον Ορέστη ήταν μονοήμερη αποβολή με απόφαση του ίδιου του Διευθυντή η οποία θα ίσχυε για την επόμενη μέρα.

Στο διάλλειμα, έτρεξε να τον βρει ο Μάριος.

«Με μαρτύρησες;», τον ρώτησε.

«Όχι!», απάντησε κοφτά ο Ορέστης και απομακρύνθηκε.

Τα νέα μαθεύτηκαν γρήγορα σε όλο το σχολείο. Φεύγοντας, μετά το τέλος των μαθημάτων, στην έξοδο του σχολείου, τον περίμενε εκείνη.

«Ορέστη, τι έγινε πάλι; Τι σου συμβαίνει;», τον ρώτησε με ραγισμένη φωνή.

«Σε παρακαλώ! Μου φτάνει η μάνα μου στο σπίτι. Μην αρχίζεις κι εσύ τα ίδια», απάντησε ο Ορέστης και έφυγε βιαστικά με μια δόση αγένειας.

Στο σπίτι η αντιμετώπιση που είχε όταν ανακοίνωσε στους γονείς του την αποβολή και τους εξιστόρησε τα όσα συνέβησαν, του προκάλεσε μια σύγχυση και τον έκανε να θυμώσει ακόμα περισσότερο.

Η μητέρα του, βουρκωμένη, τον παρακαλούσε να σταματήσει τα πείσματα και τις κόντρες με τους καθηγητές και τα συγκεκριμένα παιδιά που τον ενοχλούσαν και να κοιτάζει μόνο τα μαθήματά του και τίποτα άλλο.

«Κι αυτά τα συνδικαλιστικά, τι τα θέλεις; Έχεις χρόνια μπροστά σου, σαν μεγαλώσεις, για να ασχοληθείς και μ΄αυτά», του είπε τελειώνοντας η μητέρα του και βγήκε στην αυλή για να μην τη δει να κλαίει.

Ο πατέρας του, του έδωσε άδικο, όχι, φυσικά επειδή δεν μαρτύρησε το συμμαθητή του-γι’ αυτό του είπε ένα μεγάλο μπράβο- αλλά γιατί δεν σεβάστηκε έναν εργαζόμενο-τον καθηγητή του- ο οποίος εκείνη την ώρα προσπαθούσε να κάνει τη δουλειά του και να τους μεταδώσει αυτά που ήξερε.

«Είναι άδικο αυτό που έκανε ο Διευθυντής», επέμενε ο Ορέστης για να συνεχίσει.

«Γιατί να τιμωρήσει μόνο εμένα και όχι και τους υπόλοιπους; Είναι δικαιοσύνη αυτό;».

«Αν τιμωρούνταν και οι υπόλοιποι, η ευθύνη που έχεις ως Ορέστης, θα έπαυε να υπάρχει; Θα εξαφανιζόταν;», τον ρώτησε ο πατέρας του.

«Δεν λέω αυτό! Δεν καταλαβαίνεις!», είπε ο Ορέστης και κατευθύνθηκε, εκτός εαυτού, προς το δωμάτιό του.

Κατά το επόμενο χρονικό διάστημα, ο Ορέστης συνέχισε να νιώθει αδικημένος ενώ για τον Διευθυντή του ήταν πια σίγουρος πως πρόκειται για έναν άνθρωπο γεμάτο υποκρισία, άδικο ο οποίος τον είχε βάλει στο στόχαστρο γιατί του χαλούσε την εικόνα που ήθελε να εκπέμπει προς τα έξω το σχολείο που διεύθυνε.

Εξακολουθούσε να παραμελεί το διάβασμα και τις μαθητικές του υποχρεώσεις ενώ συνέχιζε να αργοπορεί στα μαθήματα. Σε κάποια δεν έμπαινε καθόλου μέσα. Έτσι, η επίδοσή του στα τεστ και τα διαγωνίσματα ήταν μέτρια, αφού και ο χρόνος μελέτης στο σπίτι του ήταν μηδαμινός.

Ένα από τα μαθήματα στα οποία είχε καιρό να πάει ήταν και αυτό της οικιακής οικονομίας. Κατά τη διάρκεια αυτού του μαθήματος έλαβε χώρα και το δεύτερο περιστατικό, στις αρχές του Φλεβάρη, με την έναρξη του τρίτου τριμήνου της σχολικής περιόδου.

Η καθηγήτρια του μαθήματος, μια μαυροφορεμένη κυρία άνω των 55, εμφανίστηκε στο σχολείο με καθυστέρηση δύο εβδομάδων, μετά την έναρξη του δεύτερου τριμήνου, καθώς στο ωρολόγιο πρόγραμμα, το μάθημα της Οικιακής Οικονομίας διδασκόταν στο δεύτερο και τρίτο τρίμηνο.

Από το πρώτο κιόλας μάθημα, φάνηκε ότι η καθηγήτρια δεν μπορούσε, σε καμιά περίπτωση, να διαχειριστεί τους μαθητές. Καθισμένη μόνιμα στην έδρα, βρισκόμενη σε μία κατάσταση θλίψης και στενοχώριας, έκανε το μάθημά της σα να απάγγειλε κάποιο ποίημα ενώ ταυτόχρονα μέσα στην τάξη γινόταν ο κακός χαμός.

Σχεδόν, όλοι οι μαθητές ήταν όρθιοι. Άλλοι, βρίσκονταν πάνω στις καρέκλες, άλλοι στα θρανία, άλλοι έπαιζαν βιβλιοπόλεμο και οι υπόλοιποι συζητούσαν μεταξύ τους. Ένας μαθητής, κρατώντας τσίλιες έξω από την πόρτα, ειδοποιούσε τους υπόλοιπους, όταν ακούγονταν τα βήματα του Διευθυντή στα σκαλιά.

Ο Ορέστης τα έβλεπε όλα αυτά και του ερχόταν να βάλει τα κλάματα.

Μια μέρα, κατά τη διάρκεια του μαθήματος, κι ενώ επικρατούσε ο ίδιος πανικός, μη αντέχοντας άλλο αυτή την κατάσταση, ανέβηκε στο θρανίο και φώναξε με όση δύναμη είχε:

«Σταματήστε επιτέλους! Έλεος! Μα είστε τόσο ηλίθιοι;».

«Άντε ρε φύτουκλα. Μας παριστάνεις συνέχεια τον καλό και τον δίκαιο», του απάντησε ο Λευτέρης κι έτρεξε να καθίσει στη θέση του.

Ο Ορέστης, δεν πήρε χαμπάρι τον τσιλιαδόρο που μπήκε στην αίθουσα και μετά από λίγο ακολούθησε και ο Διευθυντής.

Μπαίνοντας στην αίθουσα, αντίκρισε τον Ορέστη πάνω στο θρανίο να φωνάζει, βρισκόμενος εκτός ελέγχου.

«Ορέστη. Αμέσως στο γραφείο μου», ήταν τα πρώτα λόγια του Διευθυντή.

«Με τους υπόλοιπους, θα τα πούμε σε λίγο», συνέχισε και κίνησε για το γραφείο του.

Η καθηγήτρια, μη αντέχοντας την πίεση, ξέσπασε σε κλάματα και βγήκε τρέχοντας από την αίθουσα. Απόλυτη ησυχία επικράτησε στην τάξη μέχρι που χτύπησε το κουδούνι. Κανένας δεν είχε την παραμικρή διάθεση να πει ή να σχολιάσει κάτι.

Η καμπάνα για τον Ορέστη έπεσε βαριά. Διήμερη αποβολή και το ενδεχόμενο η διαγωγή του να μετατραπεί από «Κοσμιότατη» σε «Κοσμία», ήταν πλέον ορατό. Άλλωστε, τον είχε προειδοποιήσει πολλές φορές ο Διευθυντής για μια τέτοια εξέλιξη.

Οι γονείς του σήκωσαν τα χέρια ψηλά. Όσες φορές κι αν προσπάθησαν να συζητήσουν μαζί του έβρισκαν απέναντί τους έναν τοίχο. Είχε κλειστεί στον εαυτό του προσπαθώντας να κατευνάσει τον θυμό και την οργή που ένιωθε. Παντού έβλεπε εχθρούς. Αδυνατούσε να δει τα πράγματα στην πραγματική τους διάσταση και να αναγνωρίσει τις δικές του ευθύνες μέσα στη ροή των γεγονότων.

Τις δύο μέρες της αποβολής του πήγαινε στο αγαπημένο του μέρος, στην άκρη στο ποτάμι, έξω από το χωριό του και καθόταν εκεί με τις ώρες.

Τα έβαζε με τον εαυτό του που δεν κατάφερε να σταματήσει αυτό που γινόταν στο μάθημα της Οικιακής Οικονομίας. Σκεφτόταν όλα όσα έγιναν τα τελευταία δύο χρόνια και προσπαθούσε να βρει μια άκρη. Πάσχιζε με τον εαυτό του να ξαναβρεί το νήμα από κει που το άφησε, να συνδεθεί και πάλι με τους στόχους και τα όνειρά του, μακριά από πείσματα και εγωισμούς. Είχε όμως κατασταλάξει σχετικά με το χαρακτήρα ορισμένων καθηγητών του αλλά και το ρόλο που θα έπρεπε να παίζει το σχολείο στην αντιμετώπιση της συμπεριφοράς διαφόρων μαθητών. Ήταν πλέον σίγουρος ότι όλοι οι μαθητές δεν είχαν τις ίδιες ευκαιρίες ούτε και την ίδια αντιμετώπιση από τη μεριά του σχολείου και του Διευθυντή.

Στο επόμενο μάθημα της Οικιακής Οικονομίας μέσα στην αίθουσα μπήκε ο καθηγητής της γεωγραφίας.

«Η καθηγήτριά σας, βρίσκεται σε άδεια μετά από όσα συνέβησαν. Οφείλω να σας πω από μεριάς μου ότι η συμπεριφορά σας απέναντί της ήταν απαράδεκτη. Ενώ βλέπατε ότι δεν μπορούσε να σταθεί μέσα στην τάξη, εσείς, αντί να τη βοηθήσετε, τη χτυπήσατε χάμω σαν χταπόδι. Είναι σα να είδατε έναν τυφλό να προσπαθεί να περάσει το δρόμο και αντί να τον βοηθήσετε, του δώσατε μια κλωτσιά και τον ρίξατε στις ρόδες των αυτοκινήτων. Να σας ενημερώσω μόνο για κάτι. Τον περασμένο Αύγουστο η καθηγήτριά σας είχε ένα τροχαίο στο οποίο σκοτώθηκε ο άντρας της και ο ένας της γιος, 20 χρονών παλικάρι. Πήρε αναρρωτική άδεια για να συνέλθει. Αυτός ήταν και ο λόγος που ήρθε με καθυστέρηση στο σχολείο μας. Δυστυχώς, η Διεύθυνση Εκπαίδευσης την έστειλε πάλι για μάθημα πριν μπορέσει να το ξεπεράσει. Δεν έχω κάτι άλλο να σας πω. Κατεβείτε κάτω, έχετε κενό», είπε ο καθηγητής και αποχώρησε με σκυμμένο το κεφάλι, φανερά συγκινημένος.

Δύο μαθήτριες ξέσπασαν σε κλάματα, μη αντέχοντας την συναισθηματική φόρτιση και την ψυχική πίεση.

Στην τελετή αποφοίτησης για τους μαθητές της Γ τάξης, την οποία καθιέρωσε ο Διευθυντής τα τελευταία δύο χρόνια, παραδόθηκαν στους μαθητές τα απολυτήριά τους μαζί με ένα αναμνηστικό δίπλωμα.

Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, η υποκρισία, τα δακρύβρεχτα λόγια και οι βαρύγδουπες εκφράσεις δεν είχαν τελειωμό.

«Τούτο το σχολείο έχει έναν και μοναδικό σκοπό. Να μεταδώσει στους μαθητές το ήθος και την αριστεία», είπε ο Διευθυντής τελειώνοντας το λόγο του και προσπαθώντας, μάταια, να δακρύσει.

Φεύγοντας από την εκδήλωση, ο Ορέστης με τους γονείς του, συνάντησαν τον καθηγητή της γεωγραφίας.

«Ο Λυκειάρχης είναι φίλος μου. Του μίλησα για σένα και σε περιμένει. Να ξέρεις ότι η απόφαση για τη μείωση της διαγωγής σου δεν ήταν εύκολη. Ήμασταν πολλοί που δεν συμφωνούσαμε, αλλά υπήρχε ήδη εισήγηση για τη μείωση. Μην το βάζεις κάτω. Εμείς πιστεύουμε σε σένα. Πίστεψε και συ στον εαυτό σου και συνέχισε το όνειρό σου. Καλό καλοκαίρι», είπε ο καθηγητής. Χαιρέτησε τον Ορέστη και τους γονείς του και έφυγε.

Το ποια ήταν η εξέλιξή του, ίσως το δούμε κάποια άλλη στιγμή.

 

Τέλος

 

Σ.Σ

Το Γ7, βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά. Όποιος το διάβασε μπορεί να βρήκε από καμία μέχρι πάρα πολλές ομοιότητες στην προσωπική του διαδρομή, είτε ως μαθητής είτε ως εκπαιδευτικός. Τα ονόματα των προσώπων, για ευνόητους λόγους ήταν αλλαγμένα

 

Το Γ7-Μέρος τέταρτο

Το Γ7 – Μέρος τέταρτο

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

…συνέχεια

 

Την 1η του Σεπτέμβρη στο Γυμνάσιο τοποθετήθηκε νέος καθηγητής Μουσικής, αφού ο προηγούμενος βγήκε στη σύνταξη. Είχε σπουδάσει σε Αμερική και Ευρώπη και μέχρι να διοριστεί, είχε δουλέψει στα καλύτερα, όπως έλεγε, ιδιωτικά σχολεία των Αθηνών.

Συζητώντας με τον Διευθυντή κατά την παρουσίασή του στο σχολείο, τον ρώτησε αν εφαρμοζόταν στο Γυμνάσιο η τακτική της ανάμειξης των μαθητών.

«Θύμησέ μου, τι είναι αυτό;», τον ρώτησε ο Διευθυντής.

«Να! Κάθε ένα ή δύο χρόνια, ξαναγίνεται η κατάρτιση των τμημάτων της τάξης. Οι μαθητές αλλάζουν τμήμα και δεν μένουν πάντα στο ίδιο. Έτσι, τμήματα που μπορεί να εμφανίζουν χαμηλότερο ή υψηλότερο επίπεδο σε σχέση με το μέσο όρο, με τον τρόπο αυτό, πλησιάζουν το μέσο όρο απόδοσης αλλά και συμπεριφοράς. Παρέες μαθητών που εμφανίζουν παραβατική συμπεριφορά, σπάνε και μειώνονται οι συνέπειες των πράξεών τους για ολόκληρο το σχολείο. Η δουλειά των καθηγητών γίνεται πιο εύκολη και ελαχιστοποιούνται και τα παράπονα των συμμαθητών τους».

Ο Διευθυντής, δεν έχασε ούτε ένα λεπτό.

Όταν ο Μουσικός αποχώρησε από το γραφείο του, επικοινώνησε με την αρμόδια Διεύθυνση Εκπαίδευσης της Νομαρχίας και τους έθεσε το ερώτημα κατά πόσο είναι νόμιμη η ανακατανομή των μαθητών που θα έχει σαν σκοπό την καλύτερη και αποδοτικότερη λειτουργία του σχολείου.

Σε λίγη ώρα, πήρε την απάντηση πως είναι πέρα για πέρα νομότυπη μια τέτοια ενέργεια.

Τον βόλεψε πολύ αυτή η εξέλιξη. Θα μπορούσε έτσι να ικανοποιήσει και την επιθυμία του κυρίου εισαγγελέα και του μεγαλέμπορα της πόλης οι οποίοι του ζήτησαν, με ευγενικό τρόπο, αν γινόταν, κάποιοι μαθητές που φρέναραν το τμήμα με την απόδοση και τη συμπεριφορά τους, να έφευγαν από το τμήμα που ήταν οι δύο τους γιοι και να πήγαιναν σε κάποιο άλλο τμήμα.

Η επόμενη κίνησή του ήταν να θέσει το θέμα στη συνεδρίαση του Συλλόγου. Η απόφαση, με πλειοψηφία, ήταν υπέρ της ανακατανομής των τμημάτων, καθώς οι περισσότεροι θεώρησαν ότι μια τέτοια κίνηση θα βοηθούσε πολύ τους ίδιους και θα αποφόρτιζε την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα που δημιουργούνταν στα τμήματα, λόγω της παρουσίας ορισμένων μαθητών με προβληματική συμπεριφορά.

Αυτοί που διαφώνησαν, υποστήριξαν πως κάτι τέτοιο θα στοχοποιούσε τους μαθητές και υπήρχε το ενδεχόμενο η κατάσταση να χειροτερέψει παρά να βελτιωθεί. Τουλάχιστον, ας μετακινούνταν μόνο οι μαθητές που συμφωνούσαν με μια τέτοια εξέλιξη.

«Σιγά μη ρωτήσουμε τους μαθητές για ένα μέτρο που πρόκειται να πάρουμε για το καλό του σχολείου», ήταν η απάντηση του Διευθυντή.

«Θα μπορούσαμε όμως να μπούμε για λίγο στη θέση τους», σημείωσε ο καθηγητής της Γεωγραφίας.

Η πρώτη μέρα στο σχολείο, μετά τον καθιερωμένο αγιασμό, συνοδεύεται, συνήθως και με την κατανομή των μαθητών σε τμήματα.

Στα οχτώ «χωριατόπαιδα» και σε άλλα τόσα περίπου παιδιά της Γ τάξης, η κατανομή των μαθητών στα τμήματα τους προκάλεσε έκπληξη, οργή και θυμό όταν διαπίστωσαν ότι θα έπρεπε την τελευταία τάξη του Γυμνασίου να την περάσουν όχι στα τμήματα που βρίσκονταν στις δύο προηγούμενες τάξεις, αλλά σε ένα άλλο τμήμα: Το Γ7.

Σε μερικά, ο θυμός πέρασε γρήγορα. Στα περισσότερα δημιουργήθηκε η αίσθηση της αδικίας συνοδευόμενη από ένα παράπονο. Ανάμεσα σ’ αυτά ήταν και ο Ορέστης.

Το νέο δεν άρεσε και πολύ στον πατέρα του σαν το έμαθε το απόγευμα της ίδιας μέρας.

«Δεν πειράζει», του είπε. Εσύ θα κάνεις τη δουλειά σου. Δεν χρειάζεται να δημιουργήσεις θέμα για το ότι σου άλλαξαν τμήμα. Ίσως και να σου βγει σε καλό.

«Μα για ποιο λόγο το έκαναν; Είναι τυχαίο ότι στο τμήμα αυτό είμαστε και τα οχτώ παιδιά από τα γύρω χωριά και άλλα οχτώ που θεωρούνται οι φασαριόζοι της τάξης;»

«Είναι όντως φασαριόζοι;»

«Νομίζω πως απλά δεν τους αρέσει το σχολείο. Τα μαθήματα, το πώς λειτουργεί, η συμπεριφορά ορισμένων καθηγητών… Εγώ πάντως, κάνω παρέα μαζί τους».

Εκείνο το βράδυ ο Ορέστης δυσκολεύτηκε να κοιμηθεί. Σκεφτόταν το νέο του τμήμα και ένιωθε κάτι να λείπει. Δεν ήταν μόνο οι συμμαθητές του με τους οποίους βρέθηκε στο ίδιο τμήμα στις δύο πρώτες τάξεις του Γυμνασίου. Ήταν και το ότι στο Γ7, γυρνώντας το κεφάλι του προς τα δεξιά, δεν θα συναντούσε το βλέμμα του τα γαλάζια μάτια που είχε συνηθίσει να βλέπει. Τα δύο προηγούμενα χρόνια τα είχε σαν αποκούμπι. Όταν ήθελε για λίγο να ταξιδέψει, να ξεφύγει από το άγχος, την πίεση και τη βαρεμάρα, αρκούσε να στρέψει το βλέμμα του σ’ εκείνη και να βρεθεί στον κόσμο των ονείρων του. Αν, δε, τύχαινε να συναντηθούν οι ματιές τους κι εκείνη να του χαμογελάσει, τότε ήταν που ταξίδευε ως τον Άρη, χωρίς ακόμη να έχει γίνει ο αστροναύτης που ονειρευόταν.

Το γεγονός ότι δεν θα ήταν πλέον μαζί της στο ίδιο τμήμα, τον πλημμύριζε θλίψη και στενοχώρια. Μόνο στα διαλλείματα θα μπορούσε πλέον να τη βλέπει.

Την επόμενη μέρα, οι μαθητές μπήκαν στα τμήματά τους, με προσωρινό πρόγραμμα και σιγά-σιγά άρχισαν να μαθαίνουν τους καθηγητές που θα είχαν στα διάφορα μαθήματα.

Την πρώτη ώρα, στο Γ7, μπήκε ο νέος καθηγητής της Μουσικής. Αφού διάβασε, αλφαβητικά, τα ονοματεπώνυμα των μαθητών ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά στον καθένα, προχώρησε με το να λέει κάποια πράγματα για εκείνον. Είπε το όνομά του, αναφέρθηκε στις σπουδές που έκανε και πού εργάστηκε πριν διοριστεί στο σχολείο τους. Τέλος, έχοντας «άγνοια κινδύνου», τους ενημέρωσε πως ο ίδιος είχε την ιδέα της ανακατανομής των τμημάτων και τους εξήγησε τους λόγους που υποστήριξε κάτι τέτοιο.

Σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα το τμήμα έδινε την αίσθηση ότι το χτύπησε κεραυνός. Τα σχόλια και τα μουρμουρητά, δεν είχαν τελειωμό.

«Ώστε αυτός είναι η αιτία που αλλάξαμε τμήμα κι εγώ που νόμιζα πως ήταν δουλειά του Διευθυντή!». «Έλα τώρα. Αν δεν ήθελε ο Διευθυντής, τίποτα δεν θα γινόταν». «Εγώ νομίζω ότι το ήθελαν και οι καθηγητές. Μας μάντρωσαν σ’ ένα τμήμα για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο». «Εγώ πάλι έμαθα, ότι έβαλε το χεράκι του και ο κυρ εισαγγελέας», ήταν μόνο μερικά από τα σχόλια που ακούστηκαν.

Ο μουσικός, κατάλαβε ότι μόλις έκανε το λάθος να ξύσει μια πληγή που δεν είχε κλείσει ακόμη. Προσπάθησε να αλλάξει θέμα, κάνοντας ερωτήσεις σχετικές με τη Μουσική. Είχε αρχίσει να χάνει τον έλεγχο. Ευτυχώς ο ήχος του κουδουνιού που χτύπησε για διάλλειμα, τον έβγαλε από μια πολύ δύσκολη θέση. Κατάλαβε πως έπρεπε να λάβει τα μέτρα του αλλιώς, η χρονιά δεν θα κυλούσε για κείνον ομαλά.

Την επόμενη ώρα μπήκε στο Γ7, ο δεύτερος θεολόγος του σχολείου. Είχε ζητήσει ο ίδιος από τον Διευθυντή να κάνει μάθημα στο τμήμα αυτό και φυσικά εκείνος δέχτηκε με μεγάλη χαρά.

Οι συστάσεις μεταξύ του θεολόγου και των παιδιών ήταν περιττές. Γνωρίζονταν πολύ καλά μεταξύ τους. Την ώρα, λοιπόν, που ο θεολόγος προσπαθούσε να κάνει μια εισαγωγή για το τι θα μάθαιναν στα πλαίσια του μαθήματος των Θρησκευτικών κατά την τρέχουσα σχολική χρονιά, ο Ορέστης ένιωσε ένα δυνατό χτύπημα στο σβέρκο. Ο πόνος που του προκάλεσε ήταν τέτοιος ώστε με δυσκολία κατάφερε να μην φωνάξει. Ο καθηγητής, καθισμένος στην έδρα, έκανε πως δεν το είδε.

Ο Ορέστης γύρισε πίσω του για να δει ποιος τον χτύπησε και γιατί.

Αντίκρισε το ίδιο πονηρό γέλιο που είχε αντικρίσει και πέρυσι κατά τη διάρκεια ενός αγώνα μπάσκετ στο μάθημα της γυμναστικής. Ενώ ετοιμαζόταν να βάλει ένα εύκολο καλάθι χωρίς τα πόδια του να είναι σε επαφή με το έδαφος, νιώθει μια δυνατή σπρωξιά από πίσω που τον έκανε να χάσει την ισορροπία του και να σωριαστεί άτσαλα στο τσιμέντο χτυπώντας το χέρι και το κεφάλι του. Γυρνώντας να δει ποιος τον έσπρωξε, αντίκρισε το ίδιο ακριβώς πονηρό γέλιο. Όπως και τότε έτσι και τώρα το γέλιο ήταν ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του Λευτέρη. Τότε, στο μπάσκετ, σηκώθηκε τον έπιασε από το λαιμό και τον ακινητοποίησε στη βάση της μπασκέτας.

«Ηλίθιε, θα με σκότωνες! Γιατί το έκανες αυτό;», του είπε γεμάτος θυμό και απορία, ενώ από το δεξί μέρος του μετώπου του έτρεχε λίγο αίμα.

Ο Λευτέρη δεν αντέδρασε. Απλώς τον κοιτούσε θυμωμένος με φουσκωμένα τα μάγουλα.

Η επέμβαση του γυμναστή, αποσόβησε τα χειρότερα.

«Αυτό δεν ήταν μαρκάρισμα αλλά δολοφονική ενέργεια. Αν το ξανακάνεις θα φύγεις από το μάθημα», είπε ο γυμναστής στο Λευτέρη και γυρνώντας προς τον Ορέστη, του είπε εκνευρισμένος:

«Ορέστη τι έγινε; Αυτοδικία; Είπες να επιβάλλεις την τάξη;»

«Μα δεν τον είδατε; Παραλίγο να με σακάτευε. Τι παραλίγο; Το έκανε κιόλας», είπε ο Ορέστης πιάνοντας το αριστερό του χέρι και σκουπίζοντας ταυτόχρονα το αίμα από το μέτωπό του.

Τώρα, στην ώρα των Θρησκευτικών, δεν αντέδρασε. Μόνο αγριοκοίταξε το Λευτέρη και γύρισε μπροστά του.

Δεν πέρασαν ούτε δύο λεπτά όταν επαναλήφθηκε το ίδιο χτύπημα. Ο καθηγητής ξερόβηξε δυνατά ενώ ο Ορέστης, με το ζόρι συγκρατούσε τα νεύρα του για να μη σηκωθεί πάνω και τον πιάσει από το λαιμό.

«Σταμάτα βρε κόπανε», είπε ο Αντώνης, σιγανά στο Λευτέρη.

«Συμβαίνει κάτι εκεί πέρα;», ακούστηκε η φωνή του θεολόγου.

«Όχι κύριε τίποτα απολύτως», απάντησε ο Ορέστης φανερά εκνευρισμένος.

«Δεν βλέπεις τι συμβαίνει;», ρώτησε χαμηλόφωνα ο Αντώνης.

Ο καθηγητής έπιασε την κιμωλία και γύρισε προς τον πίνακα για να γράψει τον τίτλο ενός κεφαλαίου.

Ο Λευτέρης βρήκε την ευκαιρία να χτυπήσει, με πάλι με δύναμη το σβέρκο του Ορέστη προκαλώντας του οξύ και απότομο πόνο.

Τα μάτια του Ορέστη θόλωσαν. Το αίμα στα μηνίγγια του ένιωθε πως λίγο ακόμα και θα του έσπαγε τις φλέβες.

«Θα σταματήσεις επιτέλους; Έχει καταντήσει γελοίο και εκνευριστικό», ξεφώνησε ο Ορέστης προς το Λευτέρη γυρνώντας πίσω και πιάνοντάς τον από το πουκάμισο.

Εκείνος έκανε να ξεφύγει, αλλά η δύναμή του δεν ήταν αρκετή.

Ο καθηγητής γύρισε αμέσως και είδε τον Ορέστη γυρισμένο πίσω να κρατάει το Λευτέρη από το γιακά και να είναι εκτός εαυτού.

«Στο γραφείο του Διευθυντή και οι δύο. Από μένα έχετε ωριαία αποβολή», είπε δυνατά ο Θεολόγος.

«Μα κύριε, έχει τόση ώρα που τον χτυπάει από πίσω και δεν του κάνατε ούτε μία παρατήρηση», είπε πνιγμένος στην αδικία ο Αντώνης.

«Πήγαινε και συ μαζί τους, δικηγόρε της κακιάς ώρας», ήταν η άμεση αντίδραση του καθηγητή.

«Ο Αντώνης δεν φταίει σε τίποτα», φώναξε ο Ορέστης.

«Εξαφανιστείτε από μπροστά μου. Θα τα πούμε αργότερα», απάντησε ο καθηγητής και κάθισε στην έδρα.

Το διάλλειμα βρήκε τον θεολόγο και τους τρεις μαθητές στο γραφείο του Διευθυντή.

«Τι έχουμε εδώ κύριε συνάδελφε; Τι έκαναν οι νεαροί;», ρώτησε ο Διευθυντής.

«Ο Ορέστης με τον Λευτέρη, τσακώθηκαν την ώρα του μαθήματος λες και τους είχα στην αλάνα. Και ο Αντώνης, για μία ακόμα φορά, πετάχτηκε να κάνει το συνήγορο του Ορέστη. Έδωσα και στους τρεις ωριαία αποβολή».

Ο Διευθυντής, τους κοίταξε με το γνωστό αυστηρό του ύφος, χωρίς να μιλάει. Μετά από λίγο, με συμβουλευτικό ύφος, τους είπε:

«Αυτή τη φορά δεν θα σας τιμωρήσω. Αν όμως συμβεί το οτιδήποτε να ξέρετε ότι θα σας αποβάλλω. Εσύ Ορέστη, μείνε για λίγο που σε θέλω. Οι άλλοι δύο βγείτε διάλλειμα».

Σηκώθηκε από την πολυθρόνα του και πλησίασε προς τον Ορέστη που προσπαθούσε να καταλάβει για ποιο λόγο ο Διευθυντής δεν τον άφησε να φύγει.

«Κοίτα να δεις Ορέστη. Είσαι έξυπνο παιδί. Ο Λευτέρης, ότι και να συμβεί, το μέλλον του το έχει εξασφαλισμένο. Η οικογένειά του, όπως θα ξέρεις, είναι από τις πιο πλούσιες στην πόλη. Εσύ όμως, πρέπει να φροντίσεις μόνο με τις δικές σου δυνάμεις για το μέλλον σου και τους στόχους που έχεις βάλλει».

«Δεν το ξεκίνησα εγώ», απάντησε ο Ορέστης.

«Δεν έχει σημασία. Εσύ έπρεπε να διαχειριστείς καλύτερα το θυμό σου. Τώρα μ’ αυτό που έκανες και δίκιο να είχες, το έχασες. Πρέπει να είσαι υπομονετικός και να δίνεις τόπο στην οργή».

«Δηλαδή, τι έπρεπε να κάνω. Να κάθομαι να τις τρώω χωρίς να αμύνομαι;»

«Δεν λέω αυτό. Έλα όμως που έτυχε ο καθηγητής να μην δει εκείνον όταν το έκανε αλλά εσένα».

«Κάνετε λάθος. Τον είδε όμως δεν του είπε τίποτα. Τον άφησε να συνεχίζει να με χτυπάει».

«Εννοείς ότι ο καθηγητής σου μερολήπτησε εις βάρος σου; Αυτό δεν το δέχομαι».

«Εμένα αυτή είναι η γνώμη μου»

«Ξέρεις κάτι; Είσαι πολύ εριστικός, όπως τώρα, και δεν θα σου βγει σε καλό. Εγώ σου είπα αυτά που είχα να σου πω. Αν όμως συνεχίσεις έτσι, είμαι αναγκασμένος να λάβω τα μέτρα μου. Πρόσεχε! Μέχρι και μείωση της διαγωγής σου μπορεί να πάθεις. Πήγαινε τώρα στο μάθημά σου», είπε ο Διευθυντής διακόπτοντας απότομα την κουβέντα καθώς είχε χτυπήσει και το κουδούνι για μέσα.

Ο Ορέστης κατευθύνθηκε προς την αίθουσα καθυστερημένος. Ήδη οι υπόλοιποι συμμαθητές του είχαν μπει και η πόρτα ήταν κλειστή. Χτύπησε την πόρτα και ανοίγοντάς την έκανε να μπει μέσα ζητώντας συγνώμη για την αργοπορία του. Είχαν Έκθεση.

«Γιατί άργησες νεαρέ; Δεν το άκουσες το κουδούνι;», του είπε ο φιλόλογος.

«Ήμουνα στο γραφείο του Διευθυντή και γι’ αυτό καθυστέρησα», απάντησε ο Ορέστης χωρίς να κοιτάζει τον καθηγητή του.

«Ελπίζω να μου λες αλήθεια γιατί στο διάλλειμα θα ρωτήσω», του είπε με αυστηρό ύφος ο καθηγητής.

«Γιατί να σας έλεγα ψέματα; Είναι τόσο εύκολο να το διαπιστώσετε!», απάντησε ο Ορέστης και κάθισε στην καρέκλα του.

Οι μέρες στο σχολείο για τον Ορέστη κυλούσαν, οι περισσότερες, βασανιστικά και χωρίς νόημα. Ένιωθε να τον έχουν ζέψει σ’ ένα κάρο το οποίο έπρεπε να το κυλήσει σε λασπωμένο δρόμο. Γυρνούσε στο σπίτι και δεν είχε τη ζωντάνια και την ικανοποίηση που είχε τις δύο προηγούμενες χρονιές. Άρχισε να χάνει ακόμη κι αυτή του τη διάθεση για διάβασμα και τη δίψα του για να μάθει. Ένιωθε να είναι κινούμενος στόχος και η κάθε του κίνηση να περνάει από έλεγχο και κριτική.

Αδυνατούσε να ξεκαθαρίσει τα συναισθήματά του, να τα βάλει σε μία τάξη, να ξεδιαλύνει τους στόχους του και το πώς θα έφτανε σ’ αυτούς γιατί άρχισε το περιβάλλον του σχολείου να του προκαλεί μια αθέατη ασφυξία.

Στις μαθητικές εκλογές για το δεκαπενταμελές, βγήκε πρώτος, με διαφορά. Τον ψήφισαν περισσότεροι από τους μισούς μαθητές του. Η ενασχόλησή του με το δεκαπενταμελές, αποτελούσε για εκείνον μια διέξοδο και μια ευκαιρία να γλυτώνει κάποιες φορές τις ανούσιες κόντρες με ορισμένους καθηγητές αλλά και με τον Λευτέρη και το φίλο του τον Αλέξανδρο.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που έπαιρνε ωριαίες αποβολές είτε επειδή καθυστερούσε να μπει στην τάξη, είτε επειδή θα γινόταν κάποιο περιστατικό με τον Λευτέρη και τον Αλέξανδρο.

Ένα τέτοιο περιστατικό είχε διαδραματιστεί λίγο πριν τις διακοπές των Χριστουγέννων.

 

Συνεχίζεται…

 

 

 
 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: