RSS

Category Archives: ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Είμαστε, μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε

Είμαστε, μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

– Άντε βρε Χρήστο μου τι θα γίνει; Ακόμα να ετοιμαστείς; Όπου να’ ναι θα έρθει το παιδί κι εσύ είσαι ακόμα με τις πυτζάμες; Όχι τίποτε άλλο αλλά το ξέρεις εκείνο το βλέμμα της νύφης μας. Σκέτο δηλητήριο! Ίδιο με της μάνας της.

– Σάμπως ο πατέρας της; Μας κοκορεύεται επειδή ταξίδεψε δέκα φορές στο εξωτερικό, ο μπουρτζόβλαχος, που μέχρι να πάει φαντάρος νόμιζε πως το Καρπενήσι είναι νησί καρπερό. Μωρέ, αν δεν ήταν ξάδερφος του Αρτέμη ακόμα στα κατσάβραχα θα ήταν να μιμείται τα βελάσματα των γιδιών. Το γίδι!

– Μη μου συγχύζεσαι χρυσέ μου. Σε παρακαλώ, τώρα που θα έρθουν, κοίτα να είσαι ψύχραιμος. Μην τσακωθείτε πάλι. Θα κάνεις ρυτίδες στα μάτια και δεν θα “γράφεις” στην τηλεόραση.

– Δεν πειράζει Ματίνα μου. Θα πούμε ότι οφείλεται στην κούραση της καθημερινής δουλειάς για το καλό του τόπου.

– Πώς το σκέφτηκες πάλι αυτό; Πολύ έξυπνο!

– Ο πρέσβης μου το είπε. Το ανέφερε ο πρόεδρος σε μία συνέντευξή του στους Times. Για πες μου, πώς σου φαίνομαι; Θα σκάσει ο αγροίκος μόλις το δει.

– Γιατί; Καταλαβαίνει από υψηλή ραπτική; Αν μπορούσε, ακόμα με τα γουρουνοτσάρουχα θα ήταν.

– Βλέπω Ματίνα μου. Τα γνωρίζεις τα γουρουνοτσάρουχα. Δεν ξεχνιέται η ρημάδα η παιδική ηλικία με τα τραύματά της!

– Να αφήσεις ήσυχη την παιδική μου ηλικία. Δεν σε πείραξε όταν κάνατε την κομπίνα με τις βαμβακοσυλλεκτικές μηχανές του μπαμπά.

– Καλά. Άστα αυτά τώρα και πες στην Γιασμίν να ανοίξει. Χτυπάει το κουδούνι.

– Γιασμίιιιν! Άνοιξε παιδί μου. Κουφάθηκες κι εσύ;

Ο γιος, η νύφη και τα συμπεθέρια, εισέρχονται στη βίλα του υπουργού.

– Γεια σου Κίτσο! Που είσαι βρε παιδί μου; Χρόνια πολλά και ευχές πολλές από τον Αρτέμη. Είναι στην Πολωνία. Πήγε να παραλάβει δύο πλοία. Θα τα στείλει κι αυτά στην Κολομβία. Ξέρεις, ο “καφές” έχει μεγάλη ζήτηση. Χα, χα! Καταλαβαίνεις έτσι;

– Καταλαβαίνω Δημήτρη μου, καταλαβαίνω. Δεν χρειάζονται παραπάνω λεπτομέρειες.

– Άιντε πάλι, “Δημήτρη μου” και “Δημήτρη μου”. Εμένα όλος ο κόσμος με φωνάζει Μήτσο. Μην το αλλάξουμε τώρα.

– Ελάτε! Χρήστο, Δημήτρη! Ελάτε να πάρουμε ένα ποτό πριν το φαγητό. Έλα κι εσύ Ευτέρπη μου.

– Έφη, Σταματίνα μου. Έφη.

– Κι εσύ Ευτέρπη μου βλέπω ότι ξεχνάς. Ματίνα είπαμε. Άκου Σταματίνα!

– Κορίτσια, αφήστε τα τώρα αυτά με τα ονόματα. Πάμε μέσα να δούμε και τον εγγονό. Που είσαι βρε Μητσάρα;

– Χρήστο το βαφτίσαμε το παιδί Δημήτρη.

– Χρήστο-Δημήτρη το βαφτίσαμε το παιδί αν θυμάμαι καλά. Εγώ την πλήρωσα τη βάφτιση. Μήπως το ξέχασες;

– Ας είναι. Δεν θα τα χαλάσουμε τώρα για το όνομα.

– Δε μου λες Κίτσο, τι θα κάνουμε με την περίπτωση του “Δάσκαλου”;

– Ποιου Δάσκαλου;

– Δε σε πήραν από το γραφείο του Αρτέμη; Κάτι πρέπει να κάνουμε με την “τυφλή”. Εντάξει. Είχε ανάγκες ο άνθρωπος όταν έβαλε χέρι στα λεφτά. Είχε σκοπό να τα επιστρέψει στη θέση τους. Μετά τον πήρε η κρίση από κάτω. Τι θα κάνουμε τώρα; Τα δικαστήρια δεν μπορούν να κάνουν, λέει, κάτι. Πρέπει να του δώσεις χάρη.

– Τι είναι αυτά που λες Δημήτρη; Θα μας βγάλουν στα κανάλια και στις εφημερίδες. Σκάνδαλο θα γίνει.

– Ποια κανάλια; Δικά μας είναι; Μη σε νοιάζει. Θα παίζουν την καπνοαπαγόρευση. Κανείς δεν θα πάρει χαμπάρι. Είναι ευκαιρία. Να απαλλάξουμε και τους νεαρούς με το ηλεκτρικό και να βγάλουμε και τα “καλόπαιδα” από το γύψο. Εντάξει, έμειναν εκτός “θεάτρου”, αλλά μη χάσουν και τα λεφτά. Πρέπει να μπορούν να κινούνται κι αυτοί. Ο “μαριονέτας” δεν έχει πρόβλημα.

– Καλά, αυτός τι πρόβλημα να έχει. Δεν χρεώνεται με πολιτικό κόστος.

– Εγώ Κίτσο δεν τα καταλαβαίνω αυτά τα πολιτικά κόστη. Άμα μια δουλειά πρέπει να γίνει, θα γίνει. Αν δεν μπορεί να γίνει νόμιμα με την “τυφλή”, θα πρέπει να την κάνετε εσείς. Υπουργικές αποφάσεις. Γι’ αυτό υπάρχουν. Αν πάλι δεν μπορείς εσύ, να αναλάβει άλλος.

– Δεν είπα τέτοιο πράγμα. Απλά, έπεσαν πολλά μαζεμένα. Έχουμε ανοίξει πολλά μέτωπα και ο πρόεδρος φοβάται μην ξεσπάσει ο κόσμος. Καταλήψεις, άσυλο, ξυλοδαρμοί, υδρογονάνθρακες. Έχουμε να μοιράσουμε και το πλεόνασμα. Έχουν μπει στη σειρά και ζητάνε.

– Α, δε θέλω τέτοια. Γι’ αυτό βγήκατε. Το έργο πρέπει να συνεχιστεί, να υπάρχει μια συνέχεια. Έτσι δεν είναι; Άλλες φορές με το μαλακό, άλλες με το άγριο. Τι να κάνουμε; Στη βράση κολλάει το σίδερο. Ασφάλεια, τάξη κι ανάπτυξη. Όλα πάνε καλά. Αν δεν μπορείτε να αναλάβουν οι άλλοι πάλι.

– Εντάξει, θα μιλήσω με τον πρόεδρο μόλις επιστρέψει από τις διακοπές.

– Που πήγε; Πήρε πάλι τα βουνά;

– Μπα στη θάλασσα πήγε. Θα γυρίσει αύριο και θα του πω.

– Καλά, πάμε να φάμε τώρα γιατί μας περιμένει και ο Μητσάρας ο μικρότερος.

Τέτοιες μέρες πρέπει να τις περνάμε με τις οικογένειές μας. Ξέρεις πόσο στεναχωριέμαι όταν σκέφτομαι όλους αυτούς που αναγκάζονται χρονιάρες μέρες να δουλεύουν μέχρι αργά, μακριά από τους δικούς τους;

– Κι εγώ Δημήτρη το ίδιο. Το έγραψα και στην εορταστική επιστολή που μοίρασα στις εφημερίδες. Ας όψεται αυτή η κρίση. Που θα πάει όμως, θα την ξεπεράσουμε. Αρκεί να είμαστε όλοι ενωμένοι. Δεν έχει πλούσιος και φτωχός. Προέχει το καλό του τόπου και του έθνους. Αυτά έγραφα πάνω-κάτω και στην επιστολή.

– Γεια σου ρε Κιτσάρα. Γι’ αυτό σε αγαπάω, κι εγώ κι ο Αρτέμης, γιατί είσαι μεγάλη καρδιά και πάνω απ’ όλα βάζεις το κοινό καλό.

Άντε, ας αρχίσουμε το φαγοπότι.

Καλή μας όρεξη!

 

Ετικέτες: , , , , ,

Κατάντια για τον άνθρωπο

Κατάντια για τον άνθρωπο
Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη
Κατάντια για τον άνθρωπο να βάζει την περιουσία του στη θέση της ψυχής του.
Κατάντια για τον άνθρωπο να μετράει τον άνθρωπο με τα γρόσια και με τη γλώσσα και με το χρώμα του δέρματος πνιγμένος στην αρρωστημένη κανονικότητά του.
Κατάντια για τον άνθρωπο να φτιάχνει κοινωνίες που μισούν τον άνθρωπο και σφαγιάζουν ότι όρισαν οι ίδιες ως διαφορετικό.
Κατάντια για τον άνθρωπο να βουτάει στην υποκρισία και να χρήζει «μάγκα» το λαμόγιο, τον κλέφτη του ανθρώπινου ιδρώτα, τον εκμεταλλευτή του πόνου, την ίδια ώρα που βρίζει τον εγκληματία που έκλεψε μολύβια για το παιδί του και στέρησε τα υπερκέρδη από τον νόμιμο και καλό και καημένο επιχειρηματία.
Κατάντια για τον άνθρωπο να δίνει συγχωροχάρτι στις κερκίδες στον λαθρέμπορο έναντι μιας καλής μεταγραφής και να χαίρεται που ένα ακόμα πρεζόνι, πελάτης του λαθρέμπορου, καθαγιάζει με το χαμό του τις δικές του αμαρτίες βγαίνοντας νικητής επειδή νομίζει πως το δικό του το παιδί δεν θα γίνει ποτέ πρεζόνι.
Κατάντια για τον άνθρωπο να επικαλείται τη διαφύλαξη της περιουσίας του όταν σπάει κεφάλια και τσακίζει κόκκαλα με κλωτσιές και γίνεται ο ίδιος δικαστής και εκτελεστής μαζί. Κι αναρωτιέσαι και λες: πώς είναι δυνατόν να μην νιώθει τον πόνο από την κλωτσιά στο ίδιο του το κεφάλι;
«Το δικό μου το παιδί δεν θα γίνει ποτέ ούτε πούστης ούτε πρεζάκι. Το δικό μου το παιδί είναι μαύρη μερσεντές, κόκκινη φεράρι, κίτρινη λαμποργκίνι και δεν πρόκειται ποτέ να γίνει ροζ ντε σε βω. Το δικό μου το παιδί είναι κανονικό, προορισμένο μόνο να αριστεύσει. Τι άλλο θα μπορούσε να είναι το παιδί μου αφού είναι δικό μου;»
«Πατέρα το δικό σου το παιδί θέλει να είναι ο εαυτός του μα πάνω απ’ όλα θέλει να συνεχίσει να είναι άνθρωπος. Να μάθει να στέκεται στα πόδια του και μετά να πετάξει. Το ακούς πατέρα; Κι αν θες σε παρακαλώ να είσαι στα μάτια μου παλικάρι να τα βάλεις μ’αυτούς που σε καταπιέζουν στη δουλειά και στη ζωή σου. Να θυμάσαι πως το παιδί σου δεν είναι κανονικό αλλά ιδιαίτερο. Σκέψου λίγο πως αν όλα τα παιδιά ήταν ίδια δεν θα αναγνώριζες το δικό σου. Καληνύχτα πατέρα και να θυμάσαι πως αυτός που σκότωσες σήμερα με τις κλωτσιές τον περιμένει το βράδυ ο δικός του πατέρας,
Το παιδί σου αλλά όχι κτήμα σου».
Σήμερα γιορτάζουν όλοι οι κυρ-Παντελήδες.

 

Ετικέτες: ,

Θα φανεί στο χειροκρότημα

Θα φανεί στο χειροκρότημα
                                                               Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Στα δέκα του έχασε τον πατέρα του. Δεν έχει σημασία το πώς. Αυτό που ήξερε εκείνος ήταν πως δεν θα τον ξανάβλεπε.
Στα δεκατρία άρχισε τους μπάφους. Δήθεν για να ξεχνάει. Έτσι του είπαν και τον βόλευε πολύ αυτή η δικαιολογία.
Την αλήθεια την ήξερε πολύ καλά.
Δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί να τύχει σε κείνον.
Μη βρίσκοντας τον υπαίτιο τα έβαλε με τον εαυτό του. Επειδή δεν μπορούσε να αλλάξει την πραγματικότητα προτιμούσε να δραπετεύει από αυτήν. Ήταν όμως για λίγο κι όταν τέλειωνε το «παραμύθι» η πραγματικότητα έδειχνε τα δόντια της.

Ο αδερφός του, τρία χρόνια πιο μεγάλος, θέλησε να παίξει το ρόλο του πατέρα.

«Είσαι αδερφός μου, δεν είσαι ο πατέρας μου. Αυτός πάει, δεν ξανάρχεται» είπε μια μέρα στον μεγάλο όταν τον ζόρισε που σταμάτησε να διαβάζει.

Το σκαμπίλι που έφαγε τον βρήκε κατευθείαν στην καρδιά κι ας έμεινε στο μάγουλο το σημάδι. Από το μάγουλο το σημάδι έφυγε σε δυο μέρες. Από την καρδιά ποτέ.

Μα κι ο μεγάλος από ανασφάλεια και ανησυχία το έκανε. Την παράκληση της μάνας του προσπάθησε να ακολουθήσει.

«Να τον προσέχεις τον μικρό. Είναι ευαίσθητος και είχε αδυναμία στον πατέρα του».

Σάματις ήξερε κι αυτός πώς έπρεπε να φερθεί; Μήπως κι αυτός δεν ένιωθε αδικημένος;

Τον έπιασε μια μέρα και τον αγκάλιασε.

«Συγνώμη ρε μικρέ. Δεν έπρεπε να το κάνω. Δεν ξέρω τι μ’έπιασε. Ή μάλλον ξέρω. Είναι που δεν μπορώ να βρω τον τρόπο να σε βοηθήσω, να σε κάνω να ξεχάσεις. Πρέπει να προχωρήσουμε που να πάρει η ευχή».

Κάτι τέτοιο του είπε και ο τύπος με τη μαύρη BMW που τριγυρνούσε για πολλούς μήνες έξω από το σχολείο, ένα βράδυ που τον συνάντησε σε μια καφετέρια. Άνθρωπος της διπλανής πόρτας που λένε. Με δουλειά «καθώς πρέπει» και εξέχον μέλος της τοπικής κοινωνίας.

«Τι να σου κάνει το τσιγάρο. Αυτά είναι για μικρούς. Εσύ είσαι μεγάλος και χρειάζεσαι κάτι πιο δυνατό. Δοκίμασε και θα με θυμηθείς. Θα ξεχαστείς με την πρώτη. Άτιμη η ζωή, σε χτύπησε αλύπητα. Έλα άναψέ το. Κέρασμα από μένα. Δεν θέλω χρήματα».

Και το άναψε. Μία και δύο και τρεις. Στην αρχή το είχε κέρασμα, μετά έπρεπε να το πληρώνει. Το χαρτζιλίκι της μάνας του έφτανε μόνο για κουλούρι.

Ο καλός και συμπονετικός άνθρωπος με τη μαύρη BMW δεν αρνήθηκε να τον βοηθήσει.

«Έλα το βράδυ να πάμε μια γύρα σε δυο-τρία στέκια. Θα με βοηθήσεις και θα έχεις και χαρτζιλίκι. Είσαι μεγάλος τώρα και δεν είναι σωστό να κλέβεις από το πορτοφόλι της μάνας σου για τα προσωπικά σου έξοδα. Έτσι δεν είναι;»

Μάταια προσπαθούσε ο φίλος του να τον συνεφέρει. Και τι δεν έκανε. Πάντα ήταν δίπλα του. Ακόμη κι όταν εκείνος δεν ήταν σε θέση να μπει την πρώτη ώρα για μάθημα καθόταν και του έκανε παρέα μην τύχει και χρειαστεί τίποτα. Κι όταν τη δεύτερη ώρα έμπαιναν αργοπορημένοι στην τάξη, πάλι προσπαθούσε να τον σώσει από τις «γλυκές» κουβέντες της καθηγήτριας.

«Μπα! Τον βρήκες το δρόμο για το σχολείο; Ήθελα να’ξερα εκείνοι οι γονείς σου τι κάνουν; Χαμπάρι δεν παίρνουν;»

Το έπαιρνε πάνω του όποτε μπορούσε.

«Δεν φταίει αυτός κυρία. Εγώ αργοπόρησα γιατί ένιωσα μια ζαλάδα και έμεινε κοντά μου για να με βοηθήσει».

Ποιος νοιάζεται όμως για την ουσία και την αλήθεια. Οι νόμοι να τηρούνται και η τάξη. Είναι πιο εύκολο από το να ψάξει κάποιος για τα αίτια. Και να θέλει, πολλές φορές ούτε μπορεί ούτε προλαβαίνει.

«Μη λέτε ¨γονείς¨. Ο πατέρας μου σκοτώθηκε στη δουλειά του».

Ήταν μία από τις φορές που η «καλή» καθηγήτρια έκανε αναφορά στους γονείς του και στην ανατροφή που του έδωσαν. Από τότε και καλά να ήταν δεν ξαναμπήκε στο μάθημά της.

Τρελάθηκε η μάνα του σαν το κατάλαβε. Πήγε να πεθάνει όταν ο φίλος του την έκανε να ψυλλιαστεί. Ήταν και τα λεφτά που έβλεπε να λείπουν από το πορτοφόλι.

Τον έπιασε και του μίλησε. Τον μάλωσε, τον αγκάλιασε, τον έλουσε με δάκρυα, τον ικέτεψε, του φίλησε τα πόδια κι εκείνος υποσχέθηκε να το κόψει.

Χαμένες οι υποσχέσεις χαμένα και τα παρακάλια. Ήταν κι ο τύπος με τη μαύρη BMW που δεν τον άφηνε να κάνει ρούπι.

Ανέλπιστα βρήκε συμπαράσταση από μια άλλη καθηγήτρια του σχολείου. Έψαξαν και ρώτησαν σε κοινότητες, σε συλλόγους μπας και βρουν συμπαράσταση και θεραπεία. Συμφώνησε κι εκείνος αλλά δεν ήταν εύκολο.

Πήγε η μάνα και στην αστυνομία και σε δικηγόρο και στον εισαγγελέα για να δει πώς θα σώσει το παιδί της. Είχε και τα’ αφεντικό της που την απειλούσε με απόλυση κάθε φορά που αργοπορούσε ή που ζητούσε άδεια.

Χωρίς κανείς να ξέρει το πώς, ο τύπος με τη μαύρη BMW έμαθε τα καθέκαστα και δεν κάθισε με σταυρωμένα χέρια.

Την ίδια κινητοποίηση έμαθα πως είχαν και οι γείτονες του «καλού» ανθρώπου με τη μαύρη BMW. Τον είδαν να πρωτοστατεί σε κάτι επεισόδια με πρόσφυγες. Τους ρήμαξαν τους πρόσφυγες στο ξύλο κάτι νταήδες και ήταν ανάμεσά τους μαζί με κάτι υποψήφιους βουλευτές της περιοχής.

Η μαύρη BMW βρέθηκε πεταμένη σε κοντινό ρέμα.

Στο καφενείο την άλλη μέρα άκουγαν με προσοχή τα νέα στην τηλεόραση.

«Κύκλωμα εμπορίας και διακίνησης ινδικής κάνναβης και άλλων ναρκωτικών ουσιών φέρεται να εξαρθρώθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες μετά από συντονισμένες προσπάθειες της αστυνομίας. Στο κύκλωμα, σύμφωνα με ασφαλείς πηγές, εμπλέκονται πολίτες υπέρ άνω πάσης υποψίας, καθώς επίσης και ένας εισαγγελέας, δύο δικηγόροι, ένας εφοπλιστής και δύο αξιωματικοί του αστυνομικού τμήματος της περιοχής».

Ο γηραιότερος της παρέας χαμογέλασε.

«Τα χάλασαν στη μοιρασιά. Το έχουμε ξαναδεί το έργο».

Το παιδί προσπαθεί να βρει τον εαυτό του και να αφήσει την «παραμύθα» πίσω του. Αποφάσισε να ζήσει στην πραγματικότητα και να την αλλάξει. Προσπαθεί να γνωρίσει την εαυτό του και την κοινωνία που ζει.

Αν το καταφέρει ή όχι «θα φανεί στο χειροκρότημα».

 

Ετικέτες: , , , , ,

Να μη ντρέπεται, πείτε της, για μένα. Περήφανη να είναι.

Να μη ντρέπεται, πείτε της, για μένα. Περήφανη να είναι.

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Καμία εξέγερση δεν έγινε μόνο από τη νεολαία αλλά και καμία εξέγερση δεν έγινε χωρίς τη νεολαία.

Έτσι έγινε και στην εξέγερση του Πολυτεχνείου στην οποία βρέθηκαν φοιτητές, νέοι, μαθητές όπως εμείς, που η καρδιά τους χτύπησε δυνατά, τόσο πολύ, που ακούστηκε σε ολόκληρη την οικουμένη.

Πολλές απ’ αυτές τις νεανικές καρδιές, σταμάτησαν βίαια να χτυπούν, για να μπορούν, σήμερα, οι δικές μας να χτυπάνε ελεύθερα το ίδιο ανήσυχα και το ίδιο δυνατά.

Ας προσπαθήσουμε να μεταφερθούμε, νοερά, στο μικρό διαμέρισμα που έμεναν η κυρά-Δέσποινα με την κόρη της, τη Μαρία.

 

Δύσκολη μέρα και η σημερινή για την κυρά-Δέσποινα. Η Μαρία, η κόρη της, η μονάκριβή της, το αίμα της καρδιάς της, δεν γύρισε ακόμα στο σπίτι.

Πάνε 10 μέρες τώρα που επιστρέφει στο σπίτι αργά.

Πάει κι αυτή εκεί, στο Πολυτεχνείο, μαζί με άλλους συμφοιτητές της.

Η κυρά-Δέσποινα έχει κολλήσει το αυτί της στο ραδιόφωνο.

«Μερικοί ταραξίες και αναρχικά στοιχεία βρίσκονται μέσα στο Πολυτεχνείο με σκοπό να καταλύσουν την τάξιν» λέει και ξαναλέει ο εκφωνητής.

«Η Μαρία μου ταραξίας;», αναρωτιέται φωναχτά η κυρά-Δέσποινα.

 

«Μα από τότε που έχασε τον πατέρα της, 14 χρονών ήταν τότε, δεν άφησε μεροκάματο για μεροκάματο. Όπου έβρισκε, έτρεχε να δουλέψει.

Και στο Πολυτεχνείο μπήκε μόνο με την αξία της. Εγώ η καψερή, δεν μπορούσα να της προσφέρω κάποια βοήθεια»

 

Έκλεισε το ραδιόφωνο και κάθισε στον καναπέ. Η καρδιά της κυρά-Δέσποινας ήταν έτοιμη να σπάσει. Της φαινόταν πως άκουγε τους χτύπους της. Καθισμένη, όπως ήταν στον καναπέ, θυμήθηκε τη μέρα που έφεραν στο σπίτι τον πατέρα της νεκρό από ενέδρα των γερμανών. Ήταν δεν ήταν τότε δέκα χρονών.

Κρύος ιδρώτας την έλουσε και τα λεπτά δεν έλεγαν να κυλήσουν.

Επιτέλους, άκουσε τα βήματα της Μαρίας καθώς ανέβαινε την ξύλινη σκάλα του σπιτιού. Έτρεξε και της άνοιξε την πόρτα.

 

«Έλα παιδί μου! Που είσαι; Θα πεθάνω από την αγωνία!»

«Μην ανησυχείς μάνα. Καλά είμαι.»

«Όσο πας και αδυνατίζεις Μαρία μου. Φαίνεσαι ξενυχτισμένη. Πρόσεχε παιδί μου. Δε μαθαίνεις τι γίνεται; Τα κρατητήρια της ΕΣΑ αντηχούν από τις κραυγές και τα κλάματα. Τα ξερονήσια, γεμίζουν πάλι με εξόριστους. Τους φοιτητές τους επιστρατεύουν, τους ντύνουν στο χακί και τους στέλνουν δεν ξέρω κι εγώ που. Αν πάθεις κάτι δεν θα το αντέξω.»

«Δεν θα πάθω μάνα. Έχουμε το δίκιο με το μέρος μας και όλον τον κόσμο να μας συμπαραστέκεται. Από παντού καταφτάνει βοήθεια. Τρόφιμα, φάρμακα, ρούχα, επιστολές αλληλεγγύης. Όλη η Ευρώπη έχει στραμμένα τα βλέμματα πάνω μας και οι Αμερικάνοι, κατάλαβαν πως οι υπάλληλοί τους, ξόφλησαν»

«Και ο συγχωρεμένος ο πατέρας σου δίκιο είχε όταν πήγε στη μεγάλη διαδήλωση. Από τους πρώτους έτρεξε. Το αποτέλεσμα; Μου τον έφεραν κι αυτόν νεκρό μπρος στα πόδια μου όπως και τον παππού σου.»

«Αχ βρε μάνα. Ξέρω τι τράβηξες και γι’ αυτό σ’ έχω πάντα στο μυαλό μου και στην καρδιά μου. Μα κι εγώ, γι’ αυτό τρέχω και αγωνίζομαι. Και για σένα και για μένα και για τον παππού και για τον πατέρα. Αν λουφάξω θα πάει χαμένη η θυσία τους. Δεν πρέπει, μάνα, να πάνε χαμένες τόσες θυσίες και τόσο αίμα.

Μάνα κλαις; Γιατί κλαις;»

«Τίποτα παιδί μου! Να…Σ’ άκουγα που μιλούσες και ήταν σα ν’ άκουγα τον πατέρα σου. Ώρες, ώρες θαρρώ πως ήταν να γεννηθείς αγόρι αλλά κάτι άλλαξε την τελευταία στιγμή. Ατρόμητη σαν εκείνον. Δεν το σηκώνεις ούτε κι εσύ το άδικο.»

«Μάνα, να σου πω κάτι; Έχω λίγο καιρό που βλέπω τον πατέρα στον ύπνο μου. Με κοιτάζει σιωπηλός. Δεν μου μιλάει. Μόνο με κοιτάζει δακρυσμένος.»

«Φοβάται παιδί μου. Φοβάται για σένα από κει ψηλά που βρίσκεται.»

«Δεν είναι αυτό μάνα. Δακρύζει γιατί δεν αντέχει να μας βλέπει να ζούμε με το φόβο, το ξύλο, τις προσβολές, το κυνηγητό και να μην αντιδρούμε. Κι εγώ, δεν αντέχω να τον βλέπω να με κοιτάζει δακρυσμένος.»

«Καλά παιδί μου. Άστα αυτά τώρα. Έχω έτοιμο το φαγητό στο τραπέζι. Πάνω στον καναπέ έχω μία τσάντα. Να την πάρεις φεύγοντας.»

«Τι έχει μέσα η τσάντα;»

«Τίποτα Μαρία μου. Λίγα τρόφιμα, μια-δυο αλλαξιές ρούχα, ένα μπουκαλάκι ιώδιο και μερικές γάζες. Σου’ χω αφήσει και το φυλαχτό μου δίπλα. Να το φορέσεις παιδί μου. Μην το ξεχάσεις.»

«Μάνα δεν προλαβαίνω να φάω. Πρέπει να φύγω. Απόψε πρέπει να είμαστε πολλοί εκεί στο Πολυτεχνείο. Πρέπει να κατέβει ολόκληρη η Αθήνα, ολόκληρη η Ελλάδα. Μάθαμε πως κάτι ετοιμάζουν και μόνο σαν είμαστε πολλοί δεν θα το τολμήσουν.»

«Αφού ξέρεις πως κάτι ετοιμάζουν, ας μην πας παιδί μου σήμερα. Άστο να πας αύριο που θα ξημερώσει η μέρα. Άσε να περάσει η νύχτα και πας αύριο.»

«Δεν τους αφήνω τους άλλους. Δεν μπορώ να τους αφήσω.»

«Εμένα Μαρία μου πώς μπορείς και μ’ αφήνεις; »

«Αν δεν πάω, εσύ η ίδια θα ντρέπεσαι αργότερα για μένα. Δεν θέλω να ντρέπεσαι. Περήφανη θέλω να νιώθεις.»

 

Η Μαρία, αγκάλιασε τη μητέρα της και της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. Τα χείλη της βράχηκαν από το καυτό δάκρυ που κύλησε μες στο βουβό κλάμα της μητέρα της.

Βγήκε από το σπίτι, κατέβηκε τα σκαλιά και βρέθηκε στο δρόμο. Από το μικρό μπαλκόνι του σπιτιού της το βλέμμα της κυρά-Δέσποινας την ακολουθούσε.

Την έβλεπε και καμάρωνε την αγέρωχη περπατησιά της, ίδια με του πατέρα της. Τα μαλλιά της λυτά, ανυπότακτα ανέμιζαν στον κρύο φθινοπωρινό άνεμο.

Την κοιτούσε μέχρι που έστριψε στη γωνία λες και δεν θα την ξανάβλεπε…

 

Εκείνο το βράδυ της 17ης Νοέμβρη του 1973, όλη η Αθήνα έμεινε ξάγρυπνη.

Οι δρόμοι της στέναξαν από τις ερπύστριες και τα τανκς. Στα στενά γύρω από το Πολυτεχνείο αλλά και σε κάθε συνοικία της Αθήνας, οι ριπές ελεύθερων σκοπευτών, αστυνομικών, στρατιωτικών και παρακρατικών, σκορπούσαν το φόβο και το θάνατο.

Η κεντρική πύλη του Πολυτεχνείου, που έγινε σύμβολο αγώνα και αντίστασης στη χούντα των συνταγματαρχών έπεφτε κάτω από τη δύναμη του τανκ, σημαίνοντας ταυτόχρονα την αρχή του τέλους της εφτάχρονης δικτατορίας.

Μετά την είσοδο του τανκ, στο χώρο του Πολυτεχνείου, επικράτησε πανικός.

Μία από τις σφαίρες πέτυχε τη Μαρία, τη μονάκριβη κόρη της κυρά-Δέσποινας. Δύο σύντροφοί της την τράβηξαν σε μια γωνιά και προσπαθούσαν να την κρατήσουν στη ζωή μιλώντας της και δίνοντάς της κουράγιο. Μάταια όμως. Εκείνη, ψυχορραγούσε. Μάζεψε όση δύναμη της είχε απομείνει και ψιθύρισε στο αυτί του ενός συντρόφου της.

 

«Πείτε στη μάνα μου πως πάω ν΄ανταμώσω τον πατέρα και τον παππού και τους υπόλοιπους. Να μη ντρέπεται, πείτε της, για μένα. Περήφανη να είναι. Μη με κλάψει. Ένα τραγούδι θέλω μόνο κι ένα γαρύφαλλο… Καλόν αγώνα σύντροφοι…».

 

Η καρδιά της Μαρίας σταμάτησε να χτυπά. Πολλές δεκάδες ακόμη άνθρωποι είχαν την ίδια κατάληξη με τη Μαρία. Πολλές εκατοντάδες ακόμη άνθρωποι τραυματίστηκαν και χιλιάδες βασανίστηκαν και εξορίστηκαν για να μπορεί η δική τους γενιά και οι επόμενες που ακολούθησαν να αναπνέουν και να ονειρεύονται ελεύθερα αποδεικνύοντας για μία ακόμη φορά πως τίποτα δεν χαρίζεται, τίποτα δεν είναι δεδομένο, τίποτα δεν είναι αυτονόητο…

 

 

Χρήστος Επαμ. Κυργιάκης

 

 

Κόκκινο φουστάνι

Κόκκινο φουστάνι

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

– Άντε. Πάμε μια βόλτα να περπατήσουμε. Να δούμε και τις βιτρίνες που τόσο σου αρέσει.

– Εσένα πάλι καθόλου. Άστο καλύτερα. Έτσι κι αλλιώς δεν μπορούμε να αγοράσουμε τίποτα.

Βγήκαν από το σπίτι αγκαλιασμένοι σαν να είχαν γνωριστεί την προηγούμενη μέρα παρόλο που συμπλήρωσαν κοντά τριάντα ένα χρόνια μαζί.

Ο κόσμος στο πεζοδρόμιο αρκετός. Οι περισσότεροι απολάμβαναν την απογευματινή ανοιξιάτικη βόλτα με έναν καφέ στο χέρι όπως επιβάλλουν τα νέα καταναλωτικά ήθη.

Κοντοστάθηκαν σε μια βιτρίνα. Εκείνος μετρούσε άθελά του τις μέρες που μεσολαβούν μέχρι να πληρώσει τη δόση του στεγαστικού, το ηλεκτρικό ρεύμα, και το μήνα στα φροντιστήριο Αγγλικών.

Ούτε που άκουσε τη σύντροφό του να εκφράζει την επιθυμία της για δεύτερη και τρίτη φορά.

– Δεν ακούς που σου μιλάω;

– Ακούω. Φυσικά ακούω.

– Σιγά μην ακούς.

– Έλα πες το μου πάλι.

– Αυτό το φουστάνι. Δεν είναι ωραίο;

– Ποιο;

– Αυτό. Το κόκκινο.

– Καλό είναι.

Οι σκέψεις επέστρεψαν στο μπερδεμένο του μυαλό. Η προσοχή του απομακρύνθηκε πάλι από τη σύντροφό του η οποία εξακολουθούσε να κοιτάζει, μάλλον με παράπονο, τη βιτρίνα με το κόκκινο φουστάνι.

Σκέφτηκε πως τα τελευταία τρία χρόνια δεν είχε αγοράσει για εκείνη ούτε μία κάλτσα, που λέει ο λόγος.

Πώς να τολμήσει άλλωστε να κάνει σκέψη για αγορά. Ήταν τόσες πολλές οι οικονομικές υποχρεώσεις που το κουτσουρεμένο οικογενειακό εισόδημα δεν μπορούσε να τις καλύψει.

Προστέθηκαν και κάτι έκτακτα έξοδα-τα έκτακτα έσοδα ήταν ανύπαρκτο είδος-που απομάκρυναν ακόμη περισσότερο ένα πιθανό ενδεχόμενο αγοράς.

– Να μπούμε να το δοκιμάσω; Νομίζω πως θα μου πάει.

– Έλα τώρα. Τι να δοκιμάσεις; Λες και υπάρχει περίπτωση να το πάρουμε; Άλλωστε ξέρεις πως δεν τα μπορώ αυτά.

Η όψη της σκοτείνιασε. Γύρισε το πρόσωπό της από την άλλη για να μην διαβάσει τα συναισθήματά της. Όμως εκείνος είχε ήδη προλάβει να καθρεφτιστεί στα μάτια της.

Κι είδε τον εαυτό του ευτυχισμένο να ακούει τα γέλια της μικρής του κόρης καθώς έπαιζε ανέμελα με τη φίλη της.

Και διέκρινε τον εαυτό του να γλεντάει και να χορεύει με τους φίλους του στη γιορτή του γιου του.

Είδε ακόμη τον εαυτό του να «αγαπιέται» σφόδρα με το ματατζή σε μια διαδήλωση για τα μνημόνια.

Και ντράπηκε πολύ. Ναι ντράπηκε. Και θύμωσε. Κυρίως με τον εαυτό του.

– Να πάνε να γ…….νε. Πάμε μέσα να το δοκιμάσεις.

– Τι έπαθες; Τρελλάθηκες;

– Και δε χαίρεσαι. Πάμε σε παρακαλώ.

Την έπιασε από το χέρι και την τράβηξε μέσα στο κατάστημα. Η αλήθεια είναι πως της πήγαινε πολύ. Δεν χόρταιναν τα μάτια του να την κοιτάζει και δεν ήξερε αν ήταν επειδή εκείνη ήταν τόσο όμορη ή αν ομόρφυνε ο τρόπος που ο ίδιος πλέον την κοίταζε. Μάλλον ήταν και τα δύο.

Εκείνη κοιτούσε τον εαυτό της στον καθρέφτη και σκεφτόταν πότε θα τελείωνε αυτό το μαρτύριο. Πήγε στο παραβάν και επέστρεψε με το φουστάνι στο χέρι.

– Σας ευχαριστώ. Είναι πολύ ωραίο αλλά δεν θα μπορέσουμε να το πάρουμε. Είναι ακριβό.

– Θα το πάρουμε.

– Μα τι λες τώρα; Και η δόση του δανείου;

– Να πάει να γ….ει. Θα το πάρουμε. Τελείωσε.

Ακολούθησαν στιγμές σιωπής, αμηχανίας και ευτυχίας.

Βγήκαν από το κατάστημα αγκαλιασμένοι.

Την άλλη μέρα, πηγαίνοντας οι άνθρωποι στις δουλειές τους είδαν κόσμο μαζεμένο έξω από την τράπεζα.

Κάποιος το προηγούμενο βράδυ είχε γράψει με κόκκινη μπογιά:

«Το γέλιο της αξίζει πιο πολύ από το στεγαστικό σας».

 

 

Ετικέτες: , , , ,

Μάσκα δεν έχω να γυρνώ

Μάσκα δεν έχω να γυρνώ…

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Mάσκα δεν έχω να γυρνώ

στο καρναβάλι ετούτο
μόνο μια απόχη να τρυγώ

της θάλασσας την πονηριά
και της σιωπής τον πλούτο.

Παντού απλώνεται μια σιωπή, μια βουβαμάρα. Λίγο ένοχη, λίγο ανεξήγητη, λίγο δικαιολογημένη. Όλοι, ή μάλλον οι περισσότεροι, βουτηγμένοι σε βαθιά περισυλλογή αναρωτιούνται.

Τι δεν πήγε καλά; Ποιος έφταιξε; Ποιος φταίει; Εμείς τι κάνουμε; Εμείς γιατί δεν κάνουμε κάτι; Και ποιον να εμπιστευτείς; Υπάρχει άλλη λύση; Μήπως να αφεθούμε στη μοίρα μας και ας γίνει ότι είναι να γίνει;

Οι κυβερνώντες μάς φέρονται σαν να είμαστε υποζύγια γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε πως πράγματι γεννηθήκαμε να ζούμε ως υποζύγια, άρα οφείλουμε τυφλή υπακοή στον ζευγολάτη μας. Ίσως να μην γνωρίζουν πως αν το βόδι «μυγιαστεί» σπάει και αλυσίδες, παρασέρνει και ηνία και ο ζευγολάτης κινδυνεύει άμεσα.

Οι τηλεβόες του συστήματος, μας απευθύνουν το λόγο λες και απευθύνονται σε πρόβατα, γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε ότι είμαστε πρόβατα και για να βγούμε από το μαντρί θα πρέπει να συμμαχήσουμε με το λύκο. Ξεχνάνε όμως πως αυτός που κινδυνεύει με εξαφάνιση δεν είναι τα πρόβατα αλλά ο λύκος.

Οι διαχειριστές του συστήματος μας συμπεριφέρονται ως πελάτες και όχι ως πολίτες, γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε ότι το ζητούμενο δεν είναι τα δικαιώματα των πολιτών αλλά το δίκιο του πελάτη το οποίο πρέπει να αναζητήσει στο καλύτερο μαγαζί πληρώνοντας, εννοείται, το ανάλογο τίμημα.

Bάρα καλή, βάρα γερή,
μια ντουφεκιά ζαχαρωτή
κι άσε να νοιώσει η γαλαρία
του χαρτοπόλεμου τη βία

Μας τριβελίζουν το μυαλό ότι τάχα μαζί τα φάγαμε για να μας κάνουν να πιστέψουμε πως πράγματι η μισή μερίδα που μας πέταξαν αξίζει το ίδιο ή και περισσότερο από τις χιλιάδες μερίδες που κράτησαν για τους εαυτούς τους και την ίδια ώρα μας στέλνουν το λογαριασμό για να πληρώσουμε, όχι μόνο τη δική μας μισή μερίδα μα και τις χιλιάδες δικές τους.

Μας χωρίζουν σε εκατοντάδες εργασιακές ομάδες δίνοντας περισσότερα στη μία ομάδα και λιγότερα στην άλλη ποντάροντας σε συμμαχίες με τους πιο ευνοημένους, υποσχόμενοι πως θα τους εξασφαλίσουν τη συνέχεια της εύνοιας αλλά και με τους πιο αδικημένους, υποσχόμενοι πως θα δώσουν τέλος στην αδικία.

Ξεφτιλίζουν οράματα, ιδανικά και αξίες βαφτίζοντας κάθε τους «μπίζνα» και κάθε αρπαχτή, στο όνομα τάχα της αξιοκρατίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης. Αξιοκρατία υπέρ των ανάξιων, ισότητα υπέρ των εχόντων και δικαιοσύνη υπέρ των δυνατών.

Σκουπίδι η σκέψη την πετώ,

τη λογική απαρνιέμαι
μ’ ένα σαράκι αρμένικο

για δρόμους που δε θέλησα
στις χαραυγές ξεχνιέμαι.

Μας διασπούν σε μικρά ανήμπορα κομμάτια που το καθένα έχει το δίκιο του το οποίο όμως δεν μπορεί να βρει, γι’ αυτό και βαφτίζει άδικο ή λιγότερο δίκιο το δίκιο του διπλανού του. Έτσι ο διπλανός μετατρέπεται από δυνάμει σύμμαχος σε φύσει εχθρός. Φυσικά, ο πραγματικός εχθρός τρίβει τα χέρια του παρακολουθώντας τον πόλεμο μεταξύ συναδέλφων.

Θεωρούν πως τώρα πια περπατάνε σε στέρεο έδαφος, αφού μόλις πριν λίγο έχουν τσαλαπατήσει πάνω στις ψυχές και στις ζωές μας και δεν αντιλαμβάνονται πως βαδίζουν πάνω σε ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί και να τους κάψει με τη λάβα του.

Αγνοούν ή δεν θέλουν να θυμούνται πως οι μεγαλύτερες αυτοκρατορίες κατέρρευσαν όταν στους αυτοκράτορες είχε γίνει συνείδηση πως τίποτα και κανένας δεν μπορεί να τους ταρακουνήσει μέχρι τη στιγμή που ένιωσαν τα θανατηφόρο τράνταγμα της πτώσης.

Επενδύουν σε όποια λογική μπορεί να περικλείει ο πανικός και ο φόβος και στη δημοκρατία της ελεύθερης επιλογής λέγοντάς μας πως είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε αυτό που έχουν αποφασίσει εκείνοι. Μας λένε ορθά κοφτά: εσείς απαγορεύετε να κλέψετε, εμείς όμως επιβάλλεται να το κάνουμε για το καλό σας. Γνωρίζουν όμως πως οι αξίες και τα ιδανικά δεν διαγράφονται, παρά μόνο σκεπάζονται με χώμα, με άμμο ακόμη και με σκουπίδια και πως αρκεί ένας δυνατός αέρας να τα κάνει πάλι ορατά και καθαρά. Και αυτό που αφουγκράζονται να έρχεται δεν είναι απλά δυνατός αέρας αλλά καταιγίδα.

Bάστα το νου, βάστα το νου

να μην γκρινιάξει του καιρού
πού ‘φτιαξε με τον πόνο κλίκα

και τσιγκουνεύεται στη γλύκα.

Ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στο Θανάση Παπακωνσταντίνου για τους στίχους που μας χάρισε και μας κρατάνε συντροφιά ετούτες τις δύσκολες ώρες του πόνου πριν τη γέννα.

 

Ετικέτες: , , ,

Μάσκα δεν έχω να γυρνώ

Μάσκα δεν έχω να γυρνώ…

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Mάσκα δεν έχω να γυρνώ

στο καρναβάλι ετούτο
μόνο μια απόχη να τρυγώ

της θάλασσας την πονηριά
και της σιωπής τον πλούτο.

Παντού απλώνεται μια σιωπή, μια βουβαμάρα. Λίγο ένοχη, λίγο ανεξήγητη, λίγο δικαιολογημένη. Όλοι, ή μάλλον οι περισσότεροι, βουτηγμένοι σε βαθιά περισυλλογή αναρωτιούνται.

Τι δεν πήγε καλά; Ποιος έφταιξε; Ποιος φταίει; Εμείς τι κάνουμε; Εμείς γιατί δεν κάνουμε κάτι; Και ποιον να εμπιστευτείς; Υπάρχει άλλη λύση; Μήπως να αφεθούμε στη μοίρα μας και ας γίνει ότι είναι να γίνει;

Οι κυβερνώντες μάς φέρονται σαν να είμαστε υποζύγια γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε πως πράγματι γεννηθήκαμε να ζούμε ως υποζύγια, άρα οφείλουμε τυφλή υπακοή στον ζευγολάτη μας. Ίσως να μην γνωρίζουν πως αν το βόδι «μυγιαστεί» σπάει και αλυσίδες, παρασέρνει και ηνία και ο ζευγολάτης κινδυνεύει άμεσα.

Οι τηλεβόες του συστήματος, μας απευθύνουν το λόγο λες και απευθύνονται σε πρόβατα, γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε ότι είμαστε πρόβατα και για να βγούμε από το μαντρί θα πρέπει να συμμαχήσουμε με το λύκο. Ξεχνάνε όμως πως αυτός που κινδυνεύει με εξαφάνιση δεν είναι τα πρόβατα αλλά ο λύκος.

Οι διαχειριστές του συστήματος μας συμπεριφέρονται ως πελάτες και όχι ως πολίτες, γιατί θαρρώ θέλουν να πιστέψουμε ότι το ζητούμενο δεν είναι τα δικαιώματα των πολιτών αλλά το δίκιο του πελάτη το οποίο πρέπει να αναζητήσει στο καλύτερο μαγαζί πληρώνοντας, εννοείται, το ανάλογο τίμημα.

Bάρα καλή, βάρα γερή,
μια ντουφεκιά ζαχαρωτή
κι άσε να νοιώσει η γαλαρία
του χαρτοπόλεμου τη βία

Μας τριβελίζουν το μυαλό ότι τάχα μαζί τα φάγαμε για να μας κάνουν να πιστέψουμε πως πράγματι η μισή μερίδα που μας πέταξαν αξίζει το ίδιο ή και περισσότερο από τις χιλιάδες μερίδες που κράτησαν για τους εαυτούς τους και την ίδια ώρα μας στέλνουν το λογαριασμό για να πληρώσουμε, όχι μόνο τη δική μας μισή μερίδα μα και τις χιλιάδες δικές τους.

Μας χωρίζουν σε εκατοντάδες εργασιακές ομάδες δίνοντας περισσότερα στη μία ομάδα και λιγότερα στην άλλη ποντάροντας σε συμμαχίες με τους πιο ευνοημένους, υποσχόμενοι πως θα τους εξασφαλίσουν τη συνέχεια της εύνοιας αλλά και με τους πιο αδικημένους, υποσχόμενοι πως θα δώσουν τέλος στην αδικία.

Ξεφτιλίζουν οράματα, ιδανικά και αξίες βαφτίζοντας κάθε τους «μπίζνα» και κάθε αρπαχτή, στο όνομα τάχα της αξιοκρατίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης. Αξιοκρατία υπέρ των ανάξιων, ισότητα υπέρ των εχόντων και δικαιοσύνη υπέρ των δυνατών.

Σκουπίδι η σκέψη την πετώ,

τη λογική απαρνιέμαι
μ’ ένα σαράκι αρμένικο

για δρόμους που δε θέλησα
στις χαραυγές ξεχνιέμαι.

Μας διασπούν σε μικρά ανήμπορα κομμάτια που το καθένα έχει το δίκιο του το οποίο όμως δεν μπορεί να βρει, γι’ αυτό και βαφτίζει άδικο ή λιγότερο δίκιο το δίκιο του διπλανού του. Έτσι ο διπλανός μετατρέπεται από δυνάμει σύμμαχος σε φύσει εχθρός. Φυσικά, ο πραγματικός εχθρός τρίβει τα χέρια του παρακολουθώντας τον πόλεμο μεταξύ συναδέλφων.

Θεωρούν πως τώρα πια περπατάνε σε στέρεο έδαφος, αφού μόλις πριν λίγο έχουν τσαλαπατήσει πάνω στις ψυχές και στις ζωές μας και δεν αντιλαμβάνονται πως βαδίζουν πάνω σε ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί και να τους κάψει με τη λάβα του.

Αγνοούν ή δεν θέλουν να θυμούνται πως οι μεγαλύτερες αυτοκρατορίες κατέρρευσαν όταν στους αυτοκράτορες είχε γίνει συνείδηση πως τίποτα και κανένας δεν μπορεί να τους ταρακουνήσει μέχρι τη στιγμή που ένιωσαν τα θανατηφόρο τράνταγμα της πτώσης.

Επενδύουν σε όποια λογική μπορεί να περικλείει ο πανικός και ο φόβος και στη δημοκρατία της ελεύθερης επιλογής λέγοντάς μας πως είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε αυτό που έχουν αποφασίσει εκείνοι. Μας λένε ορθά κοφτά: εσείς απαγορεύετε να κλέψετε, εμείς όμως επιβάλλεται να το κάνουμε για το καλό σας. Γνωρίζουν όμως πως οι αξίες και τα ιδανικά δεν διαγράφονται, παρά μόνο σκεπάζονται με χώμα, με άμμο ακόμη και με σκουπίδια και πως αρκεί ένας δυνατός αέρας να τα κάνει πάλι ορατά και καθαρά. Και αυτό που αφουγκράζονται να έρχεται δεν είναι απλά δυνατός αέρας αλλά καταιγίδα.

Bάστα το νου, βάστα το νου

να μην γκρινιάξει του καιρού
πού ‘φτιαξε με τον πόνο κλίκα

και τσιγκουνεύεται στη γλύκα.

Ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στο Θανάση Παπακωνσταντίνου για τους στίχους που μας χάρισε και μας κρατάνε συντροφιά ετούτες τις δύσκολες ώρες του πόνου πριν τη γέννα.

 

Ετικέτες: , , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: