RSS

Category Archives: Γενική και πολιτική επικαιρότητα

ΘΕΑΤΡΙΚΟ: ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ

ΘΕΑΤΡΙΚΟ

 

«ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ»

 Χρήστος Επαμ. Κυργιάκης

ΠΡΑΞΗ 1η

 

Η ιστορία διαδραματίζεται στο καφενείο: «Το ραντεβού της νεολαίας». Μόνιμοι θαμώνες στο καφενείο της γειτονιάς μια παρέα  συνταξιούχων για να περνάνε το χρόνο τους και να γεμίζουν τη μοναξιά τους. Τους τοίχους του καφενείου κοσμούν οι φωτογραφίες του Κωνσταντίνου Καραμανλή, του Ανδρέα Παπανδρέου, του Κώστα Σημίτη, του Κώστα Καραμανλή, του Γιώργου Παπανδρέου, του Αντώνη Σαμαρά και του Αλέξη Τσίπρα. Σε μια ιδιαίτερη θέση, δίπλα στο εικονοστάσι, βρίσκεται κρεμασμένη και η φωτογραφία του Κώστα Μητσοτάκη, «διανθισμένη» με μια αρμαθιά σκόρδα για καλό και για κακό.

 

Είναι 9 η ώρα το πρωί, ημέρα Δευτέρα 2 Απριλίου. Οι φίλοι και οι φίλες μας πληρώθηκαν τη σύνταξή τους και το κλίμα είναι θετικό.

Η μουσική που έβαλε η Ντίνα, η γυναίκα του καφετζή, του Γρηγόρη, ταιριάζει με το θετικό κλίμα. Ήδη στο καφενείο βρίσκονται ο Αντώνης, ο Κώστας, η Ευτέρπη και η Γεωργία.

 

ΝΤΙΝΑ: Αντωνάκη μου, στον πέτυχα τον καφέ σήμερα, έτσι δεν είναι;

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Μωρέ τον πέτυχες… στο «δόξα πατρί». Αν είχε και λίγο καφέ μέσα θα μπορούσες να τον πεις και «καφέ».

 

ΝΤΙΝΑ: Μια ζωή γκρινιάρης και γρουσούζης, γι’ αυτό έμεινες μόνος σου.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Είσαι οχιά και μέγαιρα.

 

ΕΥΤΕΡΠΗ: Έλα Ντίνα μου, μην του δίνεις σημασία.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Μίλησε και η «Τέρπη». Άκου Τέρπη! Αλλά, τι ανάγκη έχεις; Ας έπαιρνα κι εγώ τη συνταξάρα που παίρνεις εσύ και να δεις τι πλακίτσες θα έκανα.

 

ΕΥΤΕΡΠΗ: Δούλεψα τόσα χρόνια Αντώνη.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Ε βέβαια, ενώ εμείς κάναμε διακοπές στις Μπαχάμες. (ειρωνικά). Δούλεψες! Σ’έφαγε το λιοπύρι. Καθόσουνα αναπαυτικά στα δικαστικά έδρανα και απένειμες τάχα δικαιοσύνη, κι εσύ κι ο άντρας σου. Άιντε μην ανοίξω το στόμα μου, άιντε μην τ’ ανοίξω.

 

ΝΤΙΝΑ: Μπα! κλειστό το είχες τόση ώρα;

 

(Παύση…)

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: (Ψιθυριστά και εμπιστευτικά). Δεν ξέρω εσύ Τέρπη μου πως τα πας με τον Σόλωνα, πάντως εγώ έχω θέμα με τον Τάσο.

 

ΤΕΡΠΗ: Τι θέμα;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Να, ξέρεις…καταλαβαίνεις…σεξουαλικής φύσεως.

 

ΤΕΡΠΗ: Τι; Δεν ανταποκρίνεται;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ανταποκρίνεται, δε λέω. Κάνε πιο δω να σου πω. Κάθε φορά που παίρνουμε τη σύνταξη, θέλει να το γιορτάζουμε.

 

ΤΕΡΠΗ: Μπα, και δεν του φαινότανε. Κοίτα να δεις ο Τάσος!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ναι αλλά, μόλις αρχίσει κι ανεβάσει παλμούς αρχίζει και «ξεφυσάει».

 

ΤΕΡΠΗ: Ταύρος πραγματικός ο Τάσος σα να λέμε!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ναι αλλά δεν ξεφυσάει από το στόμα.

 

ΤΕΡΠΗ: Κι από πού ξεφυσάει;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: (γεμάτη ντροπή) Από…τον πισινό.

 

(Ακούγονται τρανταχτά γέλια. Ο Κώστας που ήταν λίγο πιο πέρα άκουσε όλη τη συζήτηση)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Συγνώμη Γιωργίτσα μου, δεν το έκανα επίτηδες. Αλλά μου φάνηκε τόσο αστείο. (γελώντας) Άκου να «ξεφυσάει»!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Καλά δε ντρέπεσαι να κρυφακούς; Αλλά τι περιμένεις από έναν άνθρωπο που ήταν σε όλη του τη ζωή χασάπης; Από πού να μάθει τρόπους; Από τα μοσχάρια ή από τα γουρούνια;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Χασάπης ήμουνα και λέω τα πράγματα με το όνομά τους. Βλέπεις, δεν ήμουνα δικηγόρος σαν τον Τάσο σου (αρχίζει πάλι να γελάει). Άκους εκεί να «ξεφυσάει»!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Γέλα τώρα που μπορείς γιατί σε λίγο, θα πλακώσει το σόι σου για την «είσπραξη» και θα σου κοπεί το γέλιο. Ούτε μία δεκάρα δεν θα έχεις αύριο στην τσέπη σου βρε κακομοίρη!

 

(Πριν καλά-καλά προλάβει η Γεωργία να τελειώσει τη φράση της, η πόρτα του καφενείου ανοίγει και εισέρχεται ο Δημήτρης, ο γιος του Κώστα)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Καλημέρα σε όλους. Πατέρα, καλημέρα. Όλα καλά; Ντινάκι, μου φτιάχνεις ένα καφεδάκι σε παρακαλώ, έτσι μερακλίδικο να το φχαριστηθώ;

 

ΝΤΙΝΑ: Να σου φτιάξω, γιατί να μη σου φτιάξω. Δε μου λες Δημητράκη μου. Κερασμένος από τον μπαμπά σου;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Ντινάκι μου με πληγώνεις. Επειδή, δηλαδή με χτύπησε η ατυχία σα το χταπόδι στο βράχο, θα πρέπει η κοινωνία να πέσει να με φάει;

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Ποια ατυχία Δημητράκη; Για ποια ατυχία μιλάς; Είχες μια χαρά στρωμένη δουλειά από τον πατέρα σου και την εγκατέλειψες.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Κυρ-Αντώνη, άσε αυτά που εγκατέλειψα εγώ και πιάσε αυτούς που εγκατέλειψαν εσένα.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Μπορείτε σας παρακαλώ να σταματήσετε; Στο κάτω-κάτω δεν σας αφορά τι κάνω εγώ με τα λεφτά μου. Δική μου είναι η σύνταξη και την κάνω ότι θέλω.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Καλά σας λέει ο πατέρας μου. Μπράβο ρε πατέρα, τους έβαλες στη θέση τους.

ΚΩΣΤΑΣ: Μάλλον δεν κατάλαβες καλά γιε μου. Αυτά που είπα αφορούν και σένα. Τέρμα το άρμεγμα. Ότι έφαγες, έφαγες. Το μαγαζί είναι ακόμα στη θέση του και σε περιμένει. Αύριο κιόλας αν θέλεις ξεκινάς.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Τι μου λες τώρα ρε γέρο; Και τη μεγάλη μου αγάπη τι να την κάνω; Να την παρατήσω; Κρίμα είναι;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Για ποια μιλάς; Γνώρισες καμιά κοπέλα;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Κοπέλα;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Ε, τι γνώρισες; Μπουλντόζα;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Η μεγάλη μου αγάπη είναι η ποίηση. Πόσες φορές να στο πω; Έχω εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές. Είναι θέμα χρόνου, μέχρι να με ανακαλύψουν οι αναγνώστες. Ειδικά η τελευταία μου συλλογή αναμένεται να κάνει θραύση. Ο εκδότης μου είναι σίγουρος.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Ο εκδότης σου είναι σίγουρος γιατί σε μαδάει κανονικά. Δηλαδή, όχι εσένα. Εμένα έχει τσουρομαδήσει όπως τη γριά κότα πριν την κάνουν σούπα.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: (μαζεμένος γιατί βλέπει ότι χάνει τη χρηματοδότηση)

Πατέρα, είσαι άδικος. Άμα σου διαβάσω μερικούς στίχους από ένα τελευταίο ποίημά μου, θα αλλάξεις γνώμη.

 

(Βγάζει την ποιητική του συλλογή από το σακίδιό του, το ανοίγει και αρχίζει να διαβάζει όρθιος. Εν τω μεταξύ η Ντίνα του φέρνει και τον καφέ που είχε παραγγείλει)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Λέγεται: «Ζαρζαβατικούλι μου».

Δεν άντεξα όταν σε είδα/πίσω από τη λαχανίδα

Γλυκούλα σαν μια ντοματούλα/και ζουμερή σαν πατατούλα

Άγρια ήσουν σαν τσουκνίδα/κι αφράτη σαν την κουνουπίδα

 

ΝΤΙΝΑ: Κουνουπίδι λέγεται, όχι κουνουπίδα.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Ποιητική αδεία, αγράμματη, αλλά τι να καταλάβεις εσύ από ποίηση;

ΝΤΙΝΑ: Αν σου φέρω το δίσκο στο κεφάλι να δεις εσύ τι θα καταλάβεις.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Δεν πα να φτιάξεις καμιά σαλάτα λέω εγώ, να λιγδώσει λίγο και το άντερό σου.

 

(Εν τω μεταξύ ο Κώστας, είχε γύρει πάνω στο τραπέζι με τα χέρια του να έχουν αγκαλιάσει το κεφάλι σα να θέλει να προφυλαχτεί από σεισμό. Δεν άντεξε κι έβαλε τα κλάματα. Σκουπίζει τα μάτια του και αρχίζει να μιλάει)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκες, η σχωρεμένη η μάνα σου ονειρευόταν μεγαλεία για σένα. Πως θα γίνεις μεγάλος και τρανός. Σε ήθελε το λιγότερο πρωθυπουργό της Ελλάδας.

(Γυρνώντας προς τη φωτογραφία του Ανδρέα Παπανδρέου σταυροκοπιέται) Μεγάλε Ανδρέα, σχώρα με. Χατίρι δε σου χάλασε ποτέ. Θα το χαλάσεις το παιδί, της έλεγα. Το χαβά της αυτή.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Η μητέρα με αγαπούσε και με πίστευε όσο κανείς άλλος στον κόσμο. Είχε αντιληφθεί από πολύ νωρίς την κλίση μου στην ποίηση.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: (Φασκελώνοντάς τον  και με τα δύο χέρια)

Να, πάρε δέκα Νόμπελ για να ησυχάσεις.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Βλέπεις, εκείνη ήταν από τζάκι. Δε συγχώρεσε ποτέ στον εαυτό της το ότι ερωτεύτηκε εμένα, έναν χασάπη. Προσπάθησα να τη συνεφέρω αλλά δεν έπαιρνε από λόγια. Κι εσύ, βρε παλιοτόμαρο κατάλαβες από νωρίς την αδυναμία που σου είχε και την εκμεταλλευόσουνα μέχρι εκεί που δεν παίρνει.

 

(Ο Δημήτρης κάθεται σε μια καρέκλα και ακούει με σκυφτό το κεφάλι)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Όμως Δημητράκη μου ως εδώ. Δεν αντέχω άλλο. Έστω κι αν είναι αργά, αποφάσισα να το σταματήσω αυτό το παραμύθι. Η χρηματοδότηση κομμένη. Η θα δουλέψεις το μαγαζί ή να αρχίσεις να τρως τις ποιητικές συλλογές σου.

 

(Ο Δημήτρης σηκώνεται. Με σκυφτό το κεφάλι και αργά βήματα, κατευθύνεται προς την πόρτα του καφενείου για να φύγει)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Εντάξει πατέρα, έχεις δίκιο. Φεύγω.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Και που πας;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Πάω να φάω τις ποιητικές μου συλλογές, όπως είπες. Άλλωστε έχω τρεις μέρες να βάλω μπουκιά στο στόμα μου. (Φεύγει τρέχοντας)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Στάσου, μη φεύγεις. Δεν μου απάντησες (Τον ακολουθεί με το γέρικο βηματισμό του. Στο καφενείο επικρατεί απόλυτη σιωπή)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Το αίμα μας σώζει τις πλούσιες ζωές τους

Το αίμα μας σώζει τις πλούσιες ζωές τους

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Δυο παλιά τραγούδια, λίγο κρασί στο ποτήρι, τα παιδιά στα γόνατα και η σκέψη παντού και πουθενά.

Δεν πρόλαβε να μπει ο μήνας και τα λεφτά σώθηκαν. Σώθηκε και η υπομονή και το κουράγιο. Πόσο να έχεις και από αυτά;

Πάλι μαύρισε η ψυχή σου. Κοιτάζεις τα παιδιά όταν εκείνα δεν σε βλέπουν και λες ότι κάτι πρέπει να κάνεις. Σε κοιτάζουν στα μάτια και τότε λες πως σίγουρα κάτι πρέπει να κάνεις.

Αλλά τι;

Σκέφτεσαι να βρεις μια δουλειά ακόμα, ότι να΄ ναι, για να πάψεις να ντρέπεσαι όταν σε κοιτάζουν στα μάτια. Δεν απαιτούν τίποτα, αλλά εσύ νιώθεις ενοχές ακριβώς γιατί τους έμαθες πως δεν πρέπει να απαιτούν.

Όμως πού να βρεθεί η δεύτερη δουλειά; Αστεία να λέμε; Εδώ χάνεται και η πρώτη και όποια δεν χάνεται μετατρέπεται σε εθελοντική εργασία , σε ευγενική χορηγία προς τους δύστυχους τους δανειστές μας.

Δεν προλαβαίνεις να πληρώνεις, δεν φτάνουν αυτά που παίρνεις για να τα βγάλεις πέρα και το χειρότερο, δεν προβλέπεται να φτιάξουν τα πράγματα αλλά είναι βέβαιο ότι θα γίνουν ακόμα χειρότερα. Αυτοί που κυβερνούν δεν έχουν πλέον κανένα πρόβλημα να το ανακοινώνουν με χαρμόσυνους τόνους:

« Ξέρετε, δεν πιάσαμε τους στόχους, που γνωρίζαμε πως έτσι κι αλλιώς δεν θα τους πιάναμε. Κάναμε λάθος. Πρέπει να περάσετε πάλι για «αιμοδοσία». Το αίμα σας, σώζει τις πλούσιες ζωές τις δικές μας και των αφεντικών μας».

Ξαναρίχνεις δυο σεκλέτια στο ποτήρι και το μυαλό σου πάει 35 χρόνια πίσω, σε ένα χειμωνιάτικο απόγευμα όταν ο θείος σου έφευγε, ετών 23, για την ξενιτιά. Θυμάσαι το κλάμα που έκανες κατά τον αποχωρισμό. Ήσουν δεν ήσουν έξι χρονών.

Όταν έφευγε λυγούσε σίδερα. Τώρα του έμεινε μια σύνταξη πρόωρη λόγω προβλήματος που απέκτησε στον αυχένα δουλεύοντας στα σιδεράδικα και στις χαλυβουργίες κάνοντας δυο και τρεις δουλειές για να μαζέψει λεφτά να γυρίσει  πίσω στην πατρίδα καθώς και το παράπονο που δεν γύρισε πίσω.

Τα παιδιά πήγαν για ύπνο και έμεινες μόνος με τις σκέψεις σου. Οι σκέψεις, σαν είναι βαριές είναι η χειρότερη παρέα και αν σε πετύχουν και μόνο, σου καίνε τα σωθικά.

Σπάζεις το κεφάλι σου να βρεις μια λύση αλλά μάταια.

Θυμάσαι το γείτονά σου που σου είπε τις προάλλες πως δεν πρέπει να παραπονιέσαι γιατί υπάρχουν και χειρότερα. «Υπάρχουν όμως και καλύτερα» του απάντησες και έφυγες.

Δεν θέλησες ποτέ να γίνεις πλούσιος. Τις υποχρεώσεις μόνο να βγάζεις πέρα. Αυτό ήθελες. Αυτό θέλεις και τώρα μα δεν σ΄αφήνουν. Βάζουν το χέρι στην τσέπη σου και αρπάζουν ότι έχεις.

«Φίλε, πρέπει να ψάχνεις για τα αντίθετα αν ζητάς εξηγήσεις», του είπε μια μέρα ένας συνάδελφος.

«Αν κάπου υπάρχει φτώχια, ψάξε την αιτία στον πλούτο. Για να υπάρξουν λίγοι πλούσιοι πρέπει να δημιουργηθούν πολλοί φτωχοί», συνέχισε ο συνάδελφος, αλλά εσύ δεν έδωσες σημασία. Τότε θεωρούσες πως δεν είσαι φτωχός. Τώρα όμως;

Είχε και απεργία προχτές, αλλά εσύ δεν έκανες γιατί δεν βγαίνεις οικονομικά.

Άσε που με τις απεργίες κάνεις δώρο τα λεφτά σου στο κράτος. Δεν είσαι δα και τόσο κορόιδο να μην τα καταλαβαίνεις αυτά.

Αφού ήπιες και την τελευταία γουλιά αναστενάζοντας, έπεσες να κοιμηθείς, αυτές τις λίγες ώρες που σ΄ έπαιρνε ο ύπνος τελευταία.

Μέχρι και τον ύπνο σου έκλεψαν χωρίς να το πάρεις είδηση.

Μέχρι και τον ύπνο σου τους χάρισες χωρίς να φέρεις αντίρρηση.

Αύριο έχει πάλι απεργία. Αλλά, τι να κάνεις; Τα είπαμε αυτά. Δεν βγαίνεις!

 

 

 

 

Όταν η ιστορία επαναλαμβάνεται

Όταν η ιστορία επαναλαμβάνεται

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

«Μην πας Λάμπρο. Τι θα απογίνω εγώ και τα παιδιά; Πώς να θρέψω πέντε στόματα; Αν σε σκοτώσουν τι θα κάνουμε;»

« Για τα παιδιά. Πρέπει να πάω για τα παιδιά. Να μην ζήσουν σκλαβωμένα και ντροπιασμένα. Τι θα λένε για τον πατέρα τους; Αν μείνω θα με σκοτώσουν σίγουρα οι Γερμανοί. Φεύγω. Καλό κουράγιο Σταυρούλα. Πάρε τούτα τα χαρτιά με τα ονόματα και κρύψε τα κάπου να μην τα βρουν ούτε οι Γερμανοί ούτε οι σπιούνοι. Να προτιμήσεις να πεθάνεις παρά να τους πεις που είναι. Αν βρουν τα ονόματα θα τους αφανίσουν όλους. Και να θυμάσαι. Αν έρθεις κανείς να σου ζητήσει αλεύρι, δώστου χωρίς αντάλλαγμα. Δεν θα πεθάνουμε για λίγο αλεύρι.»

Έτσι απλά, εκείνο το βράδυ σηκώθηκε ο Λάμπρος κι έφυγε. Με μία βίτσα στο χέρι, όπως το συνήθιζε, χάθηκε αθόρυβα μες στο σκοτάδι. Βγήκε στο βουνό. Καπετάν Καραφωτιά τον ήξεραν οι συναγωνιστές του.

Την άλλη μέρα κιόλας, στο σπίτι του στο χωριό, κατέφτασε ο σπιούνος.

Ρωτούσε τη Λάμπραινα να μάθει πληροφορίες. Πού ήταν ο άντρας της; Αν της έδωσε τίποτα χαρτιά με ονόματα; Αν της είπε τίποτε άλλο; Και διάφορα τέτοια.

Φεύγοντας της είπε πως θα ξαναέρθει για να πάρει και τα δέκα πρόβατα που είχαν στο σπίτι ίσα για να έχουν τα παιδιά λίγο γάλα και τυρί.

«Τα χρειάζονταν οι Γερμανοί στρατιώτες» της είπε.

«Αυτοί κάνουν κουμάντο τώρα σε όλο τον κόσμο», της είπε και «Είναι βλάκας όποιος τους πάει κόντρα.»

Την επόμενη φορά που ήρθε ο σπιούνος είχε και παρέα. Πήραν τα πρόβατα και μαζί και τη Λάμπραινα για να την ανακρίνουν οι Γερμανοί.

Την φόβισαν, τη χτύπησαν, την απείλησαν για τα παιδιά της με σκοπό να πει ότι ήξερε για τον άντρα της. Δεν της πήραν λέξη. Μόνο ένα φτύσιμο κράτησε στο τέλος για τον σπιούνο. Συγχωριανός να σου πετύχει.

Η ανάκριση επαναλήφθηκε αρκετές φορές μέχρι που βρέθηκε, λέει, κάποιος «δικός τους» και εγγυήθηκε πως πράγματι δεν ήξερε τίποτα. Αργότερα έμαθε πως ήταν κάποιος μακρινός συγγενής της από άλλο χωριό που είχε ανοίξει παρτίδες με τους κατακτητές.

Κάθε που γυρνούσε στο σπίτι έπαιρνε αγκαλιά τα πέντε παιδιά της και τους μίλαγε για τον πατέρα τους. Τους έλεγε πως πήγε μακρινό ταξίδι και πως σύντομα θα επέστρεφε γεμάτος δώρα και καλούδια για όλους.

Ο καπετάν Καραφωτιάς δεν γύρισε ποτέ στο σπίτι του να ξαναδεί τα παιδιά του. Περνούσε με τους συντρόφους του απέξω αλλά μέσα δεν έμπαινε μην τυχών και τον δει κανένα μάτι και βάλει την οικογένειά του σε κίνδυνο.

Μέχρι που σκοτώθηκε σε μια μάχη με τους Γερμανούς λίγο έξω από το χωριό.

Τα μικρότερα από τα παιδιά του δεν τον θυμούνταν. Δεν είδαν τη μορφή του ούτε σε φωτογραφία.

Τη μορφή του σπιούνου την έβλεπαν συχνά. Σχεδόν κάθε μέρα. Θέλοντας και μη αφού ζούσαν στο ίδιο χωριό τον συναντούσαν μέχρι το τέλος της ζωής του.

Μια φορά μετά από πολλά χρόνια, τόλμησε ο σπιούνος να ανταμώσει τη Λάμπραινα και να τη χαιρετήσει. Εκείνη ,κουβέντα δεν καταδέχτηκε να του πει. Μόνο γύρισε και τον έφτυσε, όπως τότε στην ανάκριση και συνέχισε το δρόμο της. Ούτε δυο δάκρυα δεν είχε για να κλάψει. Είχαν στερέψει εδώ και χρόνια. Είχε κλάψει τόσο πολύ στα χρόνια της κατοχής αλλά και αργότερα στα χρόνια της εξορίας που τα δάκρυα κατάντησαν για εκείνη είδος πολυτελείας.

Θυμήθηκα την ιστορία αυτή όπως την άκουσα πριν από πολλά χρόνια, δεν έχει σημασία από ποιον, επειδή στις μέρες μας οι Γερμανοί ξαναήρθαν αλλά και επειδή πλησιάζει η μέρα που πρέπει να πούμε ένα νέο μεγάλο «ΟΧΙ».

Λίγοι θυμούνται και τιμούν την προσφορά ανθρώπων σαν τον Λάμπρο και ακόμα λιγότεροι θυμούνται πως την περίοδο της κατοχής υπήρξαν και σπιούνοι συνεργάτες των κατακτητών.

Τελικά η ιστορία επαναλαμβάνεται, απλώς τη δεύτερη φορά η επανάληψη, λένε, μοιάζει με φάρσα.

 

Το ραντεβού του κυρίου Ανώνυμου

Το ραντεβού του κυρίου Ανώνυμου

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Περπατούσε πάντα σκυφτός, μιλούσε λίγο και δεν κοίταζε ποτέ το συνομιλητή του στα μάτια. Ντρεπόταν, ήταν διστακτικός και σπάνια χαμογελούσε.

Είχε αργήσει στο ραντεβού και γι’ αυτό το βήμα του ήταν γοργό.

Το περίμενε καιρό αυτό το ραντεβού. Πολλές φορές είχε αναβληθεί με δική του υπαιτιότητα, άλλες φορές πάλι, ενώ εκείνος το ήθελε, οι συνθήκες δεν ήταν οι κατάλληλες για να πραγματοποιηθεί.

Καθώς περπατούσε, στο μυαλό του στριφογύριζαν χιλιάδες πράγματα που τον έκαναν να ιδρώνει.

Θυμήθηκε τα στερημένα παιδικά του χρόνια, τα φοιτητικά του χρόνια μακριά από το σπίτι του, τους μήνες που ήταν στρατιώτης κάπου ξεχασμένος στην πινέζα του χάρτη.

Πέρασαν γρήγορα από μπροστά του τα πρώτα χρόνια στη δουλειά, οι στιγμές του γάμου του και οι γεννήσεις των παιδιών του.

Η «καλημέρα» και το χαμόγελο του μικρότερου παιδιού του σήμερα το πρωί, ήταν αυτά που του υπενθύμισαν το σημερινό του ραντεβού.

Από τότε που θυμάται τον εαυτό του ήταν πάντα υπάκουος, δεν ήθελε να δυσαρεστήσει κανέναν, έκανε ότι ήθελαν οι άλλοι γιατί θεωρούσε ότι το να

εναντιωθείς σε κάποιον μάλλον δυσκολεύει παρά διευκολύνει τις καταστάσεις.

Δεν διαμαρτυρήθηκε όταν χτυπούσε για δύο μήνες «γερμανικό» νούμερο μες στο καταχείμωνο για να μπορούν κάποια «βύσματα», να παίρνουν εξόδους και άδειες.

Δεν εναντιώθηκε όταν πρωτόπιασε δουλειά και τοποθετήθηκε στη θέση τού κλητήρα παρόλο που ήταν πτυχιούχος.

Δεν είπε κουβέντα όταν κατάλαβε πως ο κουνιάδος του τον έκλεβε για πολλά χρόνια στο μοίρασμα της σοδειάς από τα λίγα χωράφια που είχε.

Δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ όταν του έπαιρναν τη σειρά στην ουρά περιμένοντας το λεωφορείο, με αποτέλεσμα κάποιες φορές να μένει εκείνος απ΄έξω.

Υπέμενε καρτερικά τις προσβολές που δεχόταν πολύ συχνά από τους ανωτέρους του για δικές τους παραλείψεις με το σκεπτικό ότι μια κόντρα μαζί τους μόνο κακό θα του έκανε.

Οι σκέψεις του σταμάτησαν όταν παρατήρησε πως όλοι γύρω του βάδιζαν με ασυνήθιστα γρήγορο βήμα. Κάποιοι τον προσπερνούσαν, κάποιοι άλλοι κινούνταν αντίθετα απ’ ότι ο ίδιος, κάποιοι πήγαιναν με τα ποδήλατά τους και ορισμένοι άλλοι έτρεχαν. Οι περισσότεροι είχαν την ίδια κατεύθυνση με κείνον.

Σταμάτησε και κοίταξε πίσω του υποθέτοντας πως κάτι είχε συμβεί που ανάγκασε όλους τους ανθρώπους να κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση.

Σκέφτηκε ότι κάπου θα έπιασε φωτιά ή ότι έγινε κάποια ληστεία ή κάποιο σοβαρό ατύχημα.

Σκούπισε το μέτωπό του με το μαντήλι του και συνέχισε με ακόμα πιο γρήγορο βήμα.

Δεν ήθελε με τίποτα να αργήσει στο σημερινό ραντεβού. Το σχεδίαζε εδώ και καιρό και το περίμενε με ανυπομονησία. Ήταν σίγουρος πως θα του άλλαζε τη ζωή. Δεν ήξερε αν θα άλλαζε προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο αλλά σίγουρα η ζωή του θα ήταν διαφορετική.

Όσο πλησίαζε στο σημείο που είχε τη συνάντηση όλο και περισσότερο πύκνωνε ο κόσμος γύρω του, κάτι που τον εμπόδιζε να προχωρά το ίδιο γρήγορα όπως και πριν.

Το δεξί του χέρι είχε μουδιάσει καθώς σε όλη τη διαδρομή κρατούσε με αυτό μέσα από το σακάκι του μια χάρτινη σακούλα η οποία προφύλαγε καλά το περιεχόμενό της.

Οι σφυγμοί του ένιωθε πως λίγο ακόμα και θα του σπάσουν τις φλέβες. Προς στιγμή σκέφτηκε να το βάλει στα πόδια γιατί δεν ένιωθε έτοιμος για τη συνάντηση. Γρήγορα ξαναβρήκε την αποφασιστικότητά του και με το μουδιασμένο του χέρι έβγαλε μέσα από το κουμπωμένο του σακάκι τη χάρτινη σακούλα.

Την έσκισε και έβγαλε βιαστικά το λάβαρο που ήταν μέσα. Το ξεδίπλωσε και προχώρησε για το σημείο που ήταν ακριβώς το ραντεβού.

Εκεί, καθισμένη σε μια καρέκλα πάνω σε ένα χαμηλό τραπέζι τον περίμενε «εκείνη» με την πένα βουτηγμένη στο κόκκινο μελάνι.

Του έκανε νόημα να πλησιάσει και τον ρώτησε ποιο είναι το όνομά του.

«Αν δεν μου πεις ποιος είσαι, δεν θα μπορέσω να υπογράψω στο λάβαρο που έφερες», του είπε στοργικά μα και επίμονα.

«Έλα, περιμένουνε κι άλλοι».

«Κώστας Ανώνυμος», της απάντησε με τρεμάμενη φωνή.

«Εκείνη», έβαλε την υπογραφή της στο λάβαρο και έκανε νόημα στον κύριο Ανώνυμο να κάνει στην άκρη για να πάρει κάποιος άλλος τη θέση του.

Ανοίγοντας το λάβαρο ο κύριος Ανώνυμος διαπίστωσε ότι το κόκκινο που είχε πάνω του δεν ήταν μελάνι αλλά αίμα. Τότε διαπίστωσε πως από το δεξί του χέρι, το μουδιασμένο, έπεφταν λίγες σταγόνες αίμα.

Πήγε πιο πέρα και διάβασε όσα ήταν γραμμένα πάνω στο λάβαρο.

«Τις περισσότερες φορές, το όνομά μου γράφεται με αίμα. Με ελπίδα, για τον κύριο Ανώνυμο».

«ΙΣΤΟΡΙΑ»

 

 

 

 

 

Ετικέτες:

ΣαΤυΡόΠρΟκΕς Νο 151-Περάστε κόσμε, εδώ οι καλοί ευρωπαϊκοί θεσμούληδες

Περάστε κόσμε, εδώ οι καλοί ευρωπαϊκοί θεσμούληδες

Από τον σΑτΥρΟπΡόΚο

– Τελικά ψάχνοντας στο διαδίκτυο μπορεί να συναντήσει κάποιος πολλά κι ενδιαφέροντα που σε κάνουν να αναρωτιέσαι και για τα τελείως αυτονόητα.

– Διάβασα, λοιπόν, σε σχετική ανακοίνωση πως στο 3ο ΓΕΛ Νέας Ιωνίας στις 10 του Μάη οι μαθητές της Β λυκείου με κάποιους καθηγητές και τον Διευθυντή τους, θα παρουσιάσουν ένα πολιτιστικό πρόγραμμα.

– Ρωτώντας έμαθα πως τέτοια προγράμματα γίνονται στα σχολεία και είναι χρήσιμα κι ενδιαφέροντα. Όμως, το συγκεκριμένο πρόγραμμα έχει ως θέμα τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, το ΔΝΤ και το νέο πρόγραμμα στήριξης και σταθερότητας της ελληνικής οικονομίας.

– Σκέφτομαι να πάω να το παρακολουθήσω. Φαντάζομαι πως θα μάθω πολλά. Θα μάθω πόσο καλό είναι το ΔΝΤ. Άλλωστε είναι κάτι γνωστό. Σε όποια χώρα πήγε άφησε συντρίμμια και φτωχούς πολίτες.

– Κι έτσι θα αρχίσει η ανοικοδόμηση και η πολυπόθητη ανάπτυξη. Και πολύ σύντομα τα χρόνια της κρίσης θα αποτελούν μια κακιά ανάμνηση. Άλλωστε η κρίση γεννάει ευκαιρίες. Αναπτύσσονται όλα τα παράσιτα.

– Θα μάθω για τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Προσωπικά είναι οι αγαπημένοι μου θεσμοί. Τις προάλλες που χρειάστηκε να κάνω κάποιες ιατρικές εξετάσεις και μου είπαν πως πρέπει να τις πληρώσω τους θυμήθηκα τους ευρωπαϊκούς μου θεσμούληδες.

– Όταν χρειάστηκα άμεσα ασθενοφόρο για συγγενικό μου πρόσωπο έμαθα πως δεν υπάρχει διαθέσιμο και πήρα ιδιωτικό. Τότε εκτός από τους αγαπημένους μου ευρωπαϊκούς θεσμούς θυμήθηκα και το καλό μου ΔΝΤ.

– Υποθέτω ότι την αίθουσα της παρουσίασης θα κοσμούν τα πορτρέτα του Στρος Καν, της Χριστινούλας της Λαγκάρντ, πόσο το αγαπώ και το σέβομαι αυτό το κορίτσι, του φιλέννηνα Γιούνκερ και πολλών άλλων.

– Επιτέλους μια τολμηρή και καινοτόμα δραστηριότητα στα σχολεία για να αποκατασταθεί η αλήθεια και να απενοχοποιηθούν οι καλοί μου ευρωπαϊκοί θεσμοί, το γλυκό μου ΔΝΤ και το όμορφο πρόγραμμα σταθερότητας.

– Να μάθουν οι μαθητές πως “οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και το ΔΝΤ είναι φίλοι μας” που θα έλεγε και ο αείμνηστος Δήμος Σταρένιος, και πως οι μόνοι υπεύθυνοι είναι οι γονείς τους, οι παππούδες τους, οι γιαγιάδες τους και οι ίδιοι.

– Ίσως να στείλει και η ΟΛΜΕ εκπρόσωπο να μιλήσει που ξέρει ακόμα καλύτερα τις ευεργετικές επιπτώσεις των ευρωπαϊκών θεσμούληδων, (μα δεν είναι γλυκούληδες;) και του ΔΝΤ πάνω στη ζωή των μαθητών.

– Ο υπουργός Φίλης, αν το ξέρει, πρέπει να νιώθει πολύ περήφανος. Η “αριστερή” αλήθεια αποκαθίσταται Αλλά μπορεί και να μην το ξέρει όπως τότε με τους Μητροπολίτες που πήραν σβάρνα τα σχολεία και έκαναν μάθημα στις αίθουσες.

– Μάθημα πρώτο: Όλες οι αμαρτίες δεν είναι αμαρτίες. Μπορεί, ας πούμε, μια εταιρία να απολύει εργαζόμενους και να σκληραίνει τους όρους εργασίας για τους υπόλοιπους. Αυτό, μπορεί και να είναι αμαρτία.

– Αν όμως η εταιρία δώσει δωρεάν ρούχα για να τα μοιράσει ο Μητροπολίτης στο ποίμνιό του, τότε η προηγούμενη αμφισβητούμενη αμαρτία γίνεται σίγουρα μη αμαρτία. Τι να κάνουν οι Μητροπολίτες; Να μην δεχτούν τη δωρεά;

– Πώς να την προσβάλλουν την εταιρία; Δεν είναι ούτε πρέπον ούτε και ηθικό αφού και οι απολύσεις και οι σκληρότερες συνθήκες εργασίας είναι νόμιμες και οι Μητροπολίτες δεν κάνει πολιτική. Γι’αυτό η εκκλησία δεν πληρώνει ΕΝΦΙΑ. Είπαμε, δεν ανακατεύονται με την πολιτική.

– Με την πολιτική φτάνει που ανακατεύεται ο κομμουνιστής Κατρούγκαλος, ο μόνος εν ζωή που αυτοανακυρήχθηκε κομμουνιστής. Πριν από αυτόν, είχαμε και τον επαναστάτη Κώστα Καραμανλή και πολλούς άλλους σοσιαλιστές, όπως ο Σημίτης, ο Άκης, ο Ανδρέας κλπ.

– Τώρα της μοδός είναι οι “αριστεροί”. Αριστεροί ρεφορμιστές, αριστεροί δεξιοί, αριστεροί φιλοευρωπαϊστές, αριστεροί πιο αριστεροί και πάει λέγοντας.

– Όσο η συσσωρευμένη οργή του κόσμου δεν βρίσκει βαλβίδα διαφυγής και απουσιάζει έστω και μια πράξη έτσι “για το γαμώτο” τόσο καταλαβαίνει πόσο “ψευαριστεροί” και πόσο λίγοι είναι όλοι αυτοί.

 

Ετικέτες: , , , , ,

Η εθνική μας περηφάνια δίπλα στην εθνική μας υποκρισία

Η εθνική μας περηφάνια δίπλα στην εθνική μας υποκρισία

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Αποτέλεσμα εικόνας για Εθνική υποκρισία περηφάνιαΕυτυχώς που υπήρξε κι αυτή η επέτειος του 1821 για να νιώσουμε άλλη μια φορά το χρόνο εθνικά υπερήφανοι. Περισσότερο από εμάς, εθνικά υπερήφανοι ένιωσε όλος ο διοικητικός ιστός του τόπου. Βέβαια, οι πιο πολλοί από αυτούς είναι παλιές γνώριμες καραβάνες, αλλά, όπως και να το κάνεις άλλο να είσαι “Διοίκησις” σε μια Σοσιαλιστική κυβέρνηση και άλλο σε μια Αριστερή κυβέρνηση.

Η εθνική περηφάνια ήταν τόσο μεγάλη που θα ήθελα να βρισκόμουν σε ένα από τα πολεμικά φιλάνθρωπα πλοία του ΝΑΤΟ κουνώντας την ελληνική σημαία και φωνάζοντας “επιτέλους εθνική ανεξαρτησία”.

Θα ήθελα επίσης να πάω να συναντήσω το τρίο ή το κουαρτέτο και να τους φωνάξω κατάμουτρα πως ακόμα κι αν ξεπουλήσουν οι κυβερνήσεις και την τελευταία σπιθαμή ελληνικής γης, εγώ θα φύγω μετανάστης στη Γερμανία. Πάλι θα τους τη φέρω. Θα δουλέψω εκεί για να στέλνω γερμανικά χρήματα στη χώρα μου.

Και σαν άκουσα το Δήμαρχο στον πανηγυρικό του λόγο να παρομοιάζει τις προσπάθειες τις δικές του και της κυβέρνησής του μ’ εκείνες του Κολοκοτρώνη και των υπολοίπων, ένιωσα τόση περηφάνια που δεν περιγράφεται.

Προσωπικά ένιωσα εθνικά υπερήφανος και όταν είδα “στελέχη” της εκπαίδευσης, τα ίδια που βλέπω εδώ και 10 χρόνια στις ίδιες ή άλλες διοικητικές θέσεις να χαιρετιούνται ευτυχισμένοι, να αγκαλιάζονται γεμάτοι αγαλλίαση και να φωτογραφίζονται μ’ εκείνα τα ψεύτικα χαμόγελα.

Και μαζί μ’ αυτούς δίπλα-δίπλα και οι “πρόθυμοι” συνδικαλιστές να συμπληρώνουν το κάδρο της “εθνικής μας ευτυχίας”.

Πώς να μη νιώσω απέραντη περηφάνια όταν τα “στελέχη” αυτά τόνιζαν στους μαθητές την προηγούμενη μέρα πως πρέπει να ακολουθούν το παράδειγμα της αντίστασης των ηρώων του ’21 στην καθημερινή τους ζωή τη στιγμή που οι ίδιοι έχουν δηλώσει δουλικά “πρόθυμοι” και “έτοιμοι για όλα” προς τους ανωτέρους τους;

Όταν οι ίδιοι δεν έχουν κανένα πρόβλημα να εμφανίζονται στις συνελεύσεις ως υπερασπιστές των δικαιωμάτων των συναδέλφων τους, της δημόσιας εκπαίδευσης και της προόδου των μαθητών και το μόνο που κάνουν είναι να υπερασπίζονται τελικά, τους “συγγενείς” και “φίλους” μέσα και έξω από το κομματικό τους μαντρί.

Κι από κοντά, γυμνοσάλιαγκες γονείς να σπεύδουν να σφίξουν το χέρι του κάθε αξιωματούχου ευελπιστώντας σε μελλοντική εύνοια.

Κι έτσι, όλοι, διαποτισμένοι από τα διδάγματα της εθνικής επετείου πήγαν στο σπίτι τους γεμάτοι περηφάνια να φάνε τον μπακαλιάρο με σκορδαλιά.

Κι εγώ που νόμισα πως εκείνη τη μέρα αργότερα στο σπίτι, ξέρασα από τη μεγάλη ποσότητα μπακαλιάρου που έφαγα.

 

Ετικέτες: ,

Ας κοιμηθούμε ήσυχοι γιατί αλλιώς μπορεί να ξυπνήσουμε

Ας κοιμηθούμε ήσυχοι γιατί αλλιώς μπορεί να ξυπνήσουμε

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

τηλεόραση1Τελικά, είναι ωραία η ζωή, χαρούμενη, γεμάτη ευτυχία. Κι αν δεν είναι, βρίσκουμε πάντα τον τρόπο να την κάνουμε να είναι. Αν όχι χαρούμενη, γεμάτη ευτυχία να την κάνουμε να είναι τουλάχιστον συμβατική, ίδια με των υπολοίπων. Ασφαλής και χωρίς εκπλήξεις. Τι να κάνουμε; Παντού χρειάζεται ένας έντιμος συμβιβασμός.

Για τα παιδιά μας μόνο ανησυχώ. Τα μεγαλώνουμε σωστά άραγε; Τους δίνουμε όλα όσα έχουν ανάγκη; Από την άλλη σκέφτομαι πως δεν πρέπει να έχω τέτοιες ανασφάλειες. Εντάξει, δεν τα πήγαμε στο The Voice, για να δουν από κοντά τα ιερά τέρατα της μπουζουκόβιας μουσικής σκηνής, αλλά δεν πειράζει. Θα τα πάω του χρόνου.

Κάθε πρωί τους βάζουμε για το σχολείο ένα κρουασάν, ένα πατατάκι κι ένα χυμό ανάμεικτο. Αν δεν έχουμε, τους δίνουμε χρήματα να ψωνίσουν ό,τι θέλουν από το κυλικείο. Πάνω απ΄όλα πρέπει να τρέφονται υγιεινά.

Το μεσημέρι, σαν γυρίσουν από το σχολείο, αν δεν έχουμε προλάβει να μαγειρέψουμε, τους παίρνουμε από το φαστφουντάδικο δύο χάμπουργκερ με σως, πατάτες τηγανιτές και αναψυκτικό. Είναι στην ανάπτυξη και πρέπει να τρώνε καλά και να έχουν και θετική ενέργεια. Το λέει κι αυτός με τα πεσμένα βλέφαρα και το θολό βλέμμα σε διαφήμιση στην τηλεόραση. Τι δηλαδή; Να έχουν αρνητική ενέργεια τα δικά μας παιδιά;

Πρέπει να φάνε γρήγορα γιατί θα έρθει η κοπέλα που τα διαβάζει. Ευτυχώς, τώρα με την κρίση, με 3 ευρώ την ώρα βρίσκεις καμιά φοιτήτρια, καμιά αδιόριστη δασκάλα και κάνεις τη δουλειά σου.

Βέβαια, τα δικά μου διαμαρτύρονται. Λένε πως δεν χρειάζεται να κάνουν μάθημα και της κάνουν το βίο αβίωτο. Αλλά καλύτερα έτσι. Από το να ξεσπάνε σε μας. Δε γίνεται όμως να μην κάνουν μάθημα. Τα περισσότερα παιδιά στην τάξη τους έχουν δασκάλα που τα διαβάζει στο σπίτι. Τι δηλαδή; Τα δικά μας στο πηγάδι κατούρησαν;

Μετά αρχίζει το τρέξιμο. Ο μικρός να πάει στο ποδόσφαιρο και η μικρή για χορό. Μετά, ο μικρός να συνεχίσει στο μπάσκετ και η μικρή στη ζωγραφική.

Μόλις που προλαβαίνουμε λίγο στο ενδιάμεσο να δούμε τα «Δανεικά Όνειρα», την αγαπημένη μας σειρά στην Αγία TV. Βγαλμένη από την καθημερινότητα της ζωής. Εντάξει, όχι της δικής μας, αλλά δεν έχει σημασία. Έτσι, να βλέπουμε και τα ζόρια που περνάνε οι πλούσιοι για να μην τους ζηλεύουμε. Αν και δεν θα μας πείραζε να είχαμε τα πλούτη τους μαζί με τα ζόρια τους.

Δε βαριέσαι! Έτσι είναι η ζωή.

Μετά, να γυρίσουν τα καημένα στο σπίτι, να χαλαρώσουν λίγο κι αυτά στην Αγία TV, να δουν το κανάλι με τα παιδικά και τις διαφημίσεις. Τι ωραίες διαφημίσεις! Χαίρεσαι να τις βλέπεις και να τις ακούς. Δυνατές φωνές για να μένουν στο μυαλό των παιδιών μας.

Μετά θα έρθει η κοπέλα που τους κάνει Αγγλικά και Γαλλικά. Ευτυχώς που είναι δίδυμα και δεν διπλοπληρώνουμε.

Κάποια στιγμή έρχεται και η ώρα που τα παιδιά κοιμούνται.

Τότε, θα κάτσουμε κι εμείς, επιτέλους στον καναπέ να δούμε τις βραδινές ειδήσεις, εκτός κι αν έχει κανέναν αγώνα οπότε ο καθένας στην τηλεόρασή του. Εγώ στον καναπέ με την πίτσα που παράγγειλα και η γυναίκα μου στην κρεβατοκάμαρα με το γιαουρτάκι «Μοσχαρίτσα». Το τρώει και η παρουσιάστρια του διαγωνισμού ταλέντων γι’ αυτό είναι ξανθιά, όμορφη, λεπτή και γαλανομάτα.

Βέβαια η γυναίκα μου είναι πιο όμορφη αλλά δε με πιστεύει που της το λέω.

Αν πάλι δεν έχει αγώνα, βλέπουμε κάποια εκπομπή μαγειρικής. Τον Άκη, τον Άρη, το Λευτέρη, τη Λίτσα, τη Μαρία, τη Τζένη. Χορταίνει το μάτι μας κι έχουμε να συζητάμε και κάτι με τους άλλους γονείς το πρωί που πάμε τα παιδιά στο σχολείο και περιμένουμε απ΄έξω, προσευχόμενοι, μέχρι τα φυντάνια μας να μπουν στις τάξεις.

Άντε μετά να πάμε στις δουλειές μας. Εγώ να ανοίξω το μαγαζί, η γυναίκα μου να πάει στην εταιρεία της. Εγώ να παρακαλάω να μπει κανένας πελάτης, εκείνη να της δώσει το αφεντικό κανένα μηνιάτικο από τα 10 που της χρωστάει.

Αλλά, δε βαριέσαι! Τι να κάνουμε; Έτσι είναι η ζωή. Υπάρχουν και χειρότερα. Και δόξα τω Θεώ να λέμε. Εντάξει, υπάρχουν και καλύτερα, αλλά τα καλύτερα είναι για τους λίγους. Αυτοί, κρίση ξεκρίση θα είναι πάντα καλύτερα. Δεν μπορούμε να είμαστε όλοι ίσοι.

Να μην ξεχάσω να πάρω και το περιοδικό «Αποχαζεύω», να το δούμε το βράδυ. Η Φαίη, λέει, φόρεσε καινούργιο μαγιό κι ο Βαρουφάκης, δεν ξέρω τι κάνει στις διαπραγματεύσεις πάντως στο ντύσιμο είναι πρότυπο.

Γιατί ο Τσίπρας που ξεπέρασε ακόμα και τον Ομπάμα σε γοητεία; Άσε που θέλω να πάω και το αμάξι για πλύσιμο και να του πω του κυρ Λευτέρη ότι ο Πακιστανός που μας το έπλυνε τις προάλλες, μισές δουλειές έκανε. Τσάμπα το ευρώ που του άφησα για μπουρμπουάρ. Αλλά τι περιμένεις; Είχαν και στη χώρα τους αυτοκίνητα;

[Γιατί ρε; Εσύ στο κατσικοχώρι που γεννήθηκες είχες;]

Ωχ! Ποιος μίλησε;

[Η συνείδησή σου ρε κόπανε. Ότι απέμεινε, δηλαδή, από δαύτη.]

Αυτό μας έλλειπε τώρα, να αρχίσω να ακούω και φωνές. Δεν πάω καλά, πρέπει να πάρω τηλέφωνο τον Χαλίλ. Μέγα μέντιουμ και εξαίρετος παραψυχολόγος. Τώρα κιόλας θα τον πάρω, αλλιώς θα τρελαθώ τελείως!

 

 

 

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: