RSS

Category Archives: Γενικά θέματα

Γλίτσα, βρώμα και δυσωδία. Το σύστημά τους σάπισε.

Γλίτσα, βρώμα και δυσωδία. Το σύστημά  τους σάπισε.

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Αυτοί

 

Που τόσα χρόνια διαχειρίζονταν τις τύχες μας και έφτιαχναν τις δικές τους τύχες.

Που τόσα χρόνια εμφανίζονταν στις τηλεοράσεις και γέμιζαν οι οθόνες γλίτσα.

Που ορκίζονταν στο όνομα του λαού και στο σκοτάδι σχεδίαζαν το ξέσκισμά του.

Που ζητούσαν την τήρηση του νόμου και της τάξης από τους πολίτες την ίδια στιγμή που εκείνοι παρανομούσαν ασύστολα.

Που έβριζαν τους πολίτες αυτού του τόπου ως διεφθαρμένους την ώρα που οι ίδιοι ήταν χωμένοι μέχρι τα μπούνια στη διαφθορά.

Που με τον ιδρώτα και το αίμα των εργαζομένων έχτιζαν βίλες, έκαναν πριγκηπικούς γάμους σαν ξεμωραμένοι γέροι και ζούσαν σαν βασιλιάδες ανοίγοντας το λάκκο της εξαθλίωσης για τους ίδιους τους εργαζόμενους.

Που έφεραν την τρόικα, που συνομίλησαν με την τρόικα, που σφιχταγκαλιάζονται με την τρόικα αναζητώντας νέα στρατόπεδα συμφερόντων και νέους δρόμους πλουτισμού.

Που δεν είναι πάνω από 10.000 σε τούτο τον τόπο οι οποίοι έχουν μπλέξει τα μπούτια τους και τα συμφέροντά τους, με μοναδικό σκοπό το να συνεχίσουν να ρουφάνε το αίμα του κοσμάκη σαν σύγχρονοι βρικόλακες και το φυσικό πλούτο της χώρας, σαν γιγάντια τρωκτικά.

Που μας κρατούσαν «συντροφιά» τα σαββατόβραδα στις οθόνες των τηλεοράσεων, άλλοτε χορεύοντας με τσαχπινιά και χάρη, άλλοτε συζητώντας για το βρακί της μιας λαμπερής τραγουδίστριας και για το πώς κατουράει ο άλλος λαμπερός τραγουδιστής και άλλοτε με αμέτρητη υποκρισία, κρίνοντας και κατακρίνοντας τους αγρότες που του έκλεισαν το δρόμο και δεν μπόρεσε να πάει στη μανούλα του.

Που ενώ χρωστούσαν εκατομμύρια στο δημόσιο συνέχιζαν και συνεχίζουν, να ζουν ανενόχλητοι, μέσα στον πλούτο και τη χλιδή αφού κανένας δεν πάει να τους πάρει τα χρωστούμενα.

Που χρησιμοποίησαν και χρησιμοποιούν για προσωπικό τους πλουτισμό, όχι τα παραθυράκια, αλλά τις δίμετρες μπαλκονόπορτες που τους προσφέρει ο νόμος και που μόνο εκείνοι γνωρίζουν, αφού εκείνοι νομοθετούν.

Που ακρωτηρίασαν τον συνδικαλισμό και μετέτρεψαν τους περισσότερους συνδικαλιστές, όχι χωρίς να το θέλουν και οι ίδιοι, σε έμμεσους μισθοφόρους για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο όταν σχεδίαζαν τις αρπαχτές και τις «νόμιμες» μπίζνες.

Που συναναστρέφονταν τόσα χρόνια με τα αρπαχτικά λιβανίζοντάς τα και γλείφοντάς τα συνάμα για να εξασφαλίσουν και κείνοι μερικά κόκαλα κοροϊδεύοντας συνειδητά, αναγνώστες, τηλεθεατές και ακροατές.

Που δήλωναν και δηλώνουν ορκισμένοι εχθροί του δημόσιου τομέα ενώ συγχρόνως ακολουθούσαν και ακολουθούν την ίδια κρατικοδίαιτα, για να διατηρούν την χλιδάτη γραμμή τους.

Που όσο υπέγραφαν το ένα μνημόνιο μετά το άλλο έκαναν τη γριά πάπια και τώρα θυμήθηκαν να πουν πως «ο Γιώργος τους παράσυρε», ποντάροντας στην λήθη της κοινωνίας.

Που στο όνομα του λαού κρύβουν το πραγματικό τους πρόσωπο το οποίο φανερώνουν όταν ξεμοναχιάσουν κανέναν απροστάτευτο μετανάστη.

Που, από τη μια, εξυμνούν σε εκδηλώσεις-μνημόσυνα την «παρανομία» του Κολοκοτρώνη, του Βελουχιώτη και της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και από την άλλη προτρέπουν στην τήρηση της δικής τους «νομιμότητας και τάξης».

 

Όλοι αυτοί

 

Αποτελούν τις κολώνες, τα δοκάρια και τα τούβλα για τις μεσοτοιχίες του σάπιου πολιτικού οικοδομήματος.

Ένα οικοδόμημα που είναι έτοιμο να καταρρεύσει στην πρώτη ισχυρή σεισμική-κοινωνική δόνηση.

Και η χώρα μας είναι από τις πρώτες, παγκοσμίως, σε δονήσεις.

Τόσο σεισμικές όσο και κοινωνικές.

 

Advertisements
 

Μια παλιά ιστορία του μέλλοντος

Μια παλιά ιστορία του μέλλοντος

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Φαινόταν πολύ κουρασμένος τούτος εδώ ο παράξενος καβαλάρης. Και το άλογό του περήφανο και ντελικάτο μα το είχε χωρίς σέλα ο αθεόφοβος.

Σαν έφτασε στην πλατεία του χωριού και κατέβηκε από το άτι του, ο χωροφύλακας τον ρώτησε τι έπαθε και είναι έτσι ταλαιπωρημένος. Σκέφτηκε μήπως τον κυνηγάνε, μην είναι κανένας από αυτούς τους παράνομους που γυρνάνε στα χωριά και ξεσηκώνουν τον κόσμο με κουβέντες για δίκιο, ισότητα και άλλες τέτοιες παραινέσεις  του διαβόλου.

Του απάντησε πως φταίνε αυτά που είδε μα και αυτά, όχι που έκανε, αλλά που δεν έκανε.

Προβληματίστηκε ο χωροφύλακας. Δεν πείστηκε με όσα του είπε ο ξένος γιατί δεν τα καλοκατάλαβε.

Ζύγωσε ύστερα ο ρασοφόρος του χωριού και τον καλόπιασε πως τάχα πρέπει σε κείνον να ανοίξει την ψυχή του και να ξομολογηθεί γιατί εκείνος τα’ χει καλά με το θεό και αν χρειαστεί θα μεσολαβήσει για συχώρεση.

Τραβήχτηκε απότομα ο ξένος και έφτυσε με δύναμη στο χώμα. Επέστρεψε περιφρόνηση στον παπά που έβραζε από θυμό για τούτη την απρόσμενη συμπεριφορά του ξένου.

Ύστερα πανηγύρισε ο παππάς σα να ανακάλυψε τίποτα σπουδαίο και απευθυνόμενος στους υπόλοιπους τόνισε πως δεν θα μπορούσε να περιμένει διαφορετική συμπεριφορά από έναν ξένο αντίχριστο.

Πλησίασε κι ο δάσκαλος βρωμώντας ναφθαλίνη από πάνω μέχρι κάτω και από μέσα του μέχρι έξω και αφού του συστήθηκε τον συμβούλεψε πως δεν είναι σοφό ένας ταξιδιώτης σαν και κείνον να καβαλάει το άλογο χωρίς σέλα. Πού ακούστηκε καβαλάρης σε άλογο δίχως σέλα; Του είπε πως δεν είναι σωστό να μην απαντάει με σαφήνεια στον χωροφύλακα και να φέρεται έτσι ξεδιάντροπα στον παπά τον εκπρόσωπο του θεού.

Ο παράξενος επισκέπτης κρατώντας τη μύτη του πρότεινε στο δάσκαλο να φύγει από το σχολείο μπας και μπορέσουν τα μυαλά των μαθητών του και βγουν από το σκοτάδι που τα έχει κλείσει. Του είπε επίσης πως με το δικό του το θεό μιλάει απευθείας χωρίς εκπροσώπους.

Σειρά πήρε ο κοινοτικός σύμβουλος να ζυγώσει στον άγνωστο επισκέπτη. Του πρότεινε αν πεινάει να πάει στην ταβέρνα του λίγο πιο κάτω για να φάει φτηνό φαΐ και καλό. Αν δεν είχε χρήματα δεχόταν και τιμαλφή. Ακόμη και το άλογό του θα μπορούσε να ανταλλάξει για να χορτάσει την πείνα του. Σκέφτηκε ο κουτοπόνηρος πως κάπως έτσι θα έχασε ο ξένος και τη σέλα του αλόγου του.

Ο καβαλάρης  ζήτησε από τον σύμβουλο να τον αφήσει ήσυχο και να κρατήσει το φαΐ για να γεμίσει τη σαπιοκοιλιά του.

Τελευταίος ήρθε ο πρόεδρος του χωριού ντυμένος κατά πως αρμόζει στον άρχοντα του τόπου και προσπάθησε να τον χτυπήσει φιλικά στην πλάτη.

Άρπαξε ο ξένος το χέρι του προέδρου τόσο δυνατά που λίγο ακόμα θα το έσπαγε.

Τράβηξε το όπλο ο χωροφύλακας και το έστρεψε κατά τον ξένο ζητώντας του να αφήσει το χέρι του προέδρου αλλιώς θα πυροβολούσε.

Η σκηνή διακόπηκε από τις φωνές των παιδιών που έρχονταν προς την πλατεία ανακοινώνοντας την έλευση καραβανιού με αγνώστους.

Ταράχτηκε ο χωροφύλακας, σάστισε ο πρόεδρος ενώ ο παπάς χάιδεψε τα γένια του σιχτιρίζοντας .

«Είναι συγχωριανοί μου», είπε ο καβαλάρης και πριν προλάβει να συνεχίσει τον πρόλαβαν τα παιδιά.

«Είναι κι ένα μωρό που το κοιμίζουν σε μια σέλα αλόγου», πετάχτηκε και είπε ένα πιτσιρίκι.

«Να μην πλησιάσουν θα είναι άρρωστοι», φώναξε ο πρόεδρος.

«Και άθεοι», είπε ο παππάς κι άρχισε τα ξόρκια.

«Θα χρειαστούμε ενισχύσεις, πάτε και φέρτε τα όπλα από το σπίτι», είπε ο χωροφύλακας.

«Δεν φτάνει το φαΐ για όλους», πρόσθεσε ο κοινοτικός σύμβουλος.

«Φτάνει πατέρα, Η αποθήκη είναι γεμάτη τρόφιμα», είπε ο γιος του συμβούλου.

«Θα μαγαρίσουν τα ήθη και τα έθιμά μας αν μείνουν εδώ», γρύλισε σαν αγριόσκυλο ο δάσκαλος.

«Η γη δεν είναι μόνο δική σας, είναι όλων μας. Αλλά μη νοιάζεστε. Λίγο θα κάτσουμε και μετά θα συνεχίσουμε προς το ποτάμι. Εδώ σε τούτον τον τόπο δεν μένουμε με τίποτα. Ο αέρας μυρίζει σαπίλα. Αλίμονο στα παιδιά που μεγαλώνετε», είπε ο παράξενος καβαλάρης και με ένα σάλτο βρέθηκε στη ράχη του αλόγου του.

«Στάσου», ακούστηκε μια παιδική φωνή. «Πάρτο. Για το μωρό».

Ο καβαλάρης πήρε το σκουφί από τα χέρια του παιδιού, το χάιδεψε στο κεφάλι και κίνησε να συναντήσει έξω από το χωριό τους συγχωριανούς του.

Ο θρύλος λέει πως πολλά χρόνια αργότερα ξέσπασε πόλεμος ανάμεσα στους ντόπιους και τους ξένους γιατί οι ντόποιοι ήθελαν το νερό του ποταμιού μόνο για τον εαυτό τους.

Μάλλον η πράξη του παιδιού να δωρίσει το σκουφί στον καβαλάρη δεν βρήκε μιμητές στους συνομήλικούς του.

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , ,

Πλάι στον εφιάλτη θεριεύει το όνειρό μας

 

Πλάι στον εφιάλτη θεριεύει το όνειρό μας

Από το Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Κώστας Βάρναλης

Mες την υπόγεια την ταβέρνα, 
μες σε καπνούς και σε βρισές
(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα)
όλ΄ η παρέα πίναμ΄ εψές·
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

Δυο στάλες κρασί στο ποτήρι, δυο στάλες πίκρα, δυο στάλες καημοί, δυο στάλες όνειρα.

Γουλιά-γουλιά τα πίναμε όλα μαζί, γιατί τα ζήσαμε όλα μαζί, γιατί τα νιώσαμε όλα μαζί.

Πλάι στον καημό, τραγουδάει η ελπίδα, πλάι στην πίκρα κάθεται η γλύκα της ζωής, πλάι στον εφιάλτη θεριεύει το όνειρο και τον κατατρώει.

Μια παρέα είμαστε ρε φίλε. Σήμερα υποφέρω εγώ κι εσύ με στηρίζεις, αύριο στη δική σου θλίψη θα σου τραγουδήσουμε εμείς γιατί το χαμόγελο μοιράζεται σαν το υδράργυρο.

Τα φαρμάκια που μας δίνουν δεν θα μας σκοτώσουν, δεν μπορούν να μας σκοτώσουν γιατί δεν θέλουμε να μας σκοτώσουν.

 

Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής.
Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.

 

Θυμώνουμε, σιχτιρίζουμε, δρούμε, αντιστεκόμαστε, ζούμε.

Βάσανο μεγάλο περνάμε, σφιγγόμαστε και σφίγγουμε το μπράτσο του διπλανού και το μπράτσο μας γίνεται πέτρα, γίνεται ατσάλι και τσακίζει τα φαντάσματα που μας τρομάζουν.

Εκείνοι έχουν το χρήμα, έχουν τα όπλα, έχουν τα ραδιοκύματα κι εμείς έχουμε το δίκιο και το «μαζί». Το «μαζί» της αλληλεγγύης, όχι το μίζερο της ελεημοσύνης, αυτό είναι δικό τους.

Άσπρη μέρα δεν θυμιέμαι γιατί χρωματίζουμε την άσπρη μέρα που έρχεται.

Με το κόκκινο της αντίστασης, με το πορτοκαλί, με το κίτρινο του κρόκου, με το πράσινο της ελπίδας, με το μπλε του ουρανού και της θάλασσας, με το μενεξεδί της χαραυγής του νέου.

Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ΄ άσωτ΄ ουρανού!
Ω! της αβγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

Περάσαμε πολλά, θα περάσουμε κι άλλα μα θα αναστηθούμε. Με τον ήλιο που έχουμε μέσα μας θα τους κάψουμε. Θα απολυμάνουμε το σάπιο χώμα για να φυτρώσουν γαρούφαλα εκεί που τώρα υπάρχουν αγκάθια.

Tου ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό·
τ΄ άλλου κοντόημερ΄ η γυναίκα
στο σπίτι λυώνει από χτικιό·
στο Παλαμήδι ο γιος του Mάζη
κι η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

 

Η φτώχια ξαναχτύπησε τις πόρτες μας. Φέρνει μαζί της τις αρρώστιες. Μια γάζα κι ένα φάρμακο έγιναν πολύ ακριβά για το μπόι μας. Μας γύρισαν δεκαετίες πίσω τότε που ακόμα και το δικαίωμα στην αναπνοή μετριούνταν με τα βαλάντια του καθενός. Τώρα όποιος διαθέτει χρυσό κι ασήμι, μόνος αυτός μπορεί να αναπνέει και να ζει.

Οι φυλακές άνοιξαν πάλι τις σιδερένιες πόρτες για να σφαλίσουν σήμερα κάθε φωνή που αντιστέκεται. Αύριο, κάθε φωνή που θα ακούγεται. Αυτό θέλουν. Νομίζουν θα το πετύχουν. Κάνουν πάλι λάθος, ποτέ δεν το πέτυχαν. Άμα η φωνή βγει από το στόμα, δεν φυλακίζεται, δε σβήνει δεν πνίγεται. Αργά ή γρήγορα θα διασχίσει τον αέρα και θα φτάσει στα αυτιά των ανθρώπων.

― Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
― Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
― Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
― Φταίει πρώτ΄ απ΄ όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Kανένα στόμα
δεν το βρε και δεν το πε ακόμα.

 

Φταίει που ξεχνάμε γρήγορα. Γι’ αυτό ήπιαμε απόψε μια γουλιά κρασί. Για να θυμηθούμε. Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα που πάντα αποδεικνύονται μικρά. Να θυμηθούμε αυτά που έγινα για μας, χωρίς εμάς, πίσω από μας.

Το τι φταίει, γυρνάει από στόμα σε στόμα, από καρδιά σε καρδιά. Όπου να’ ναι θα περάσει και στα χέρια μας θα αγκιστρωθεί στο μυαλό μας και θα γίνει γνώση, θα γίνει δύναμη.

Έτσι στη σκοτεινή ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας έβρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!

 

Το θαύμα θα γίνει και θα το κάνουμε εμείς, μόνοι μας. Κανέναν «Σωτήρα» δεν περιμένουμε, κανέναν «φίλο».

Μπορεί να φανήκαμε δειλοί, μπορεί μοιραίοι και άβουλοι αντάμα. Έτσι είναι πάντα οι άνθρωποι μέχρι να καταλάβουν ότι διαθέτουν μπόι μεγαλύτερο από αυτό που πίστευαν, μέχρι να ανακαλύψουν πως αυτό που τους τρόμαζε ήταν ο ίσκιος του δράκου και όχι ο ίδιος ο δράκος.

 

 

 

 

 

Ετικέτες:

Πλησιάζει η μέρα…στο πιο ρεαλιστικό

Πλησιάζει η μέρα…στο πιο ρεαλιστικό

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

 

Πλησιάζει η μέρα…

 

που οι άνθρωποι άλλα θα λένε και άλλα θα εννοούν

που οι υποκριτές θα είναι οι μοναδικοί ανθρώπινοι χαρακτήρες, κυρίαρχοι μιας κοινωνίας που τους αφήσαμε να φτιάξουν

που τα όνειρα των ανθρώπων θα πνίγονται πριν καν γεννηθούν στο μυαλό τους

που η γνώση θα είναι εμπόρευμα που θα πουλιέται από αυτούς που την κατέχουν, σε όσους μπορούν να την αγοράσουν

που οι ανθρώπινες ζωές  θα κοστολογούνται με το χρήμα γιατί το χρήμα θα είναι πιο πάνω από τις ανθρώπινες ζωές

που όσοι δεν κλέβουν θα αισθάνονται μαλάκες και όσοι κλέβουν θα αποτελούν ιδανικά πρότυπα

που η αξιοπρέπεια θα συνθλίβεται από την καθημερινότητα

που η πρωτοχρονιά θα ευαγγελίζεται το καλύτερο γιατί η χρονιά που θα φεύγει θα είναι πάντα χειρότερη από την προηγούμενη

που τα δώρα  θα είναι μια καταναγκαστική διαφημιστική παρότρυνση, μια τυπική διαδικασία προσαρμοσμένη στα καταναλωτικά πρότυπα

που οι καθρέφτες των πρωταγωνιστών της χαριτωμενιάς θα καμαρώνουν για τα είδωλά τους

που θα πεθαίνουν άνθρωποι από την πείνα, το κρύο και τη μοναξιά, ανήμποροι να αντιδράσουν

που η σοφία των ανθρώπων θα είναι οδηγός για την σκλαβιά και όχι για την απελευθέρωσή τους

που θα υπάρχουν ποιητές να γράφουν μόνο για τη θλίψη των ανθρώπων, και τραγουδιστές που να τραγουδούν μόνο την αδικία

που η ηθική θα είναι άγνωστη λέξη και απαγορευμένη από τα ετυμολογικά λεξικά

που οι άνεργοι και οι υποαπασχολούμενοι θα είναι η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού

που οι άνθρωποι θα διεκδικούν το αυτονόητο γιατί θα το έχουν ήδη απολέσει

που οι τράπεζες, οι οίκοι αξιολόγησης και όλα τα συναφή τερατουργήματα θα αποτελούν τους σύγχρονους ναούς λατρείας και εξουσίας

που θα υπάρχει μόνο ελεημοσύνη γιατί θα υπάρχουν πλούσιοι που θα γίνονται πλουσιότεροι και φτωχοί που θα γίνονται φτωχότεροι

που τα μωρά θα γεννιούνται, όχι για να αφήσουν το στίγμα τους στην εξέλιξη της ανθρωπότητας αλλά για να ξεχρεώσουν το καταγεγραμμένο χρέος τους στα κιτάπια κάποιας τράπεζας, ισόβιοι σκλάβοι στην αυτοκρατορία του πλούτου

που τα παλιά και νέα τζάκια θα είναι μονίμως αναμμένα με τους ιδιοκτήτες τους να απολαμβάνουν τη θαλπωρή και την ηρεμία που θα τους προσφέρουν

που η κοινωνία μας θα γεμίσει με Τσίπρηδες, Λιάπηδες, Βουλγαράκηδες, Μητσοτάκηδες, Γεωργιάδηδες, Παπανδρέου, Βενιζέλους, Καραμανλήδες, Παπακωνσταντίνου και Σαμαράδες καθώς το κεφαλαίο αρχικό γράμμα των επωνύμων μας θα είναι τίτλος τιμής που θα αποδίδεται στον καθένα με τη γέννησή του, με την προϋπόθεση ότι δεν θα είναι ταπεινής καταγωγής

που οι άνθρωποι θα ζουν μόνιμα με το φόβο και με την ελπίδα ότι τα πράγματα, κάποια στιγμή θα βελτιωθούν, με ευχές και με την εμφάνιση χαρισματικών ηγετών και ηγετίσκων

Ο καθένας μπορεί να διαλέξει την εκδοχή που προτιμά για τη Μέρα που πλησιάζει. Από  τη μια ο ρεαλισμός από την άλλη η «ουτοπία».

Για την πρώτη εκδοχή, δεν χρειάζεται καμία προσπάθεια γιατί ήδη τη βιώνουμε, ενώ για τη δεύτερη τα πράγματα γίνονται «ζόρικα».

Όμως, κοιτώντας προς τα πίσω θα διαπιστώσουμε ότι ο άνθρωπος απέκτησε το πραγματικό του μπόι όχι με ρεαλιστικές ενέργειες αλλά όταν ακολούθησε το άπιαστο και την «ουτοπία», μια «ουτοπία» που μοιάζει με μονόδρομο για τη ζωή και όχι την επιβίωση, μια «ουτοπία» που γίνεται ο πιο ρεαλιστικός δρόμος για την απελευθέρωση του ανθρώπου.

 

Πλησιάζει η μέρα…

Πλησιάζει η μέρα…

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

 

Πλησιάζει η μέρα…

 

που οι άνθρωποι θα θέλουν να λένε αυτό που εννοούν

που οι άνθρωποι θα θέλουν να εννοούν αυτό που λένε

που οι υποκριτές θα είναι ελάχιστοι, θλιβερά απομεινάρια μιας εποχής που έφυγε

που τα όνειρα θα οδηγούν τους ανθρώπους προς την πραγματοποίησή τους

που η γνώση θα είναι κοινωνικό αγαθό, δώρο σε όλα τα παιδιά του κόσμου από όσους την κατέχουν πραγματικά

που οι ανθρώπινες ζωές δεν θα κοστολογούνται με το χρήμα γιατί θα είναι υπεράνω χρημάτων

που όσοι δεν κλέβουν δεν θα αισθάνονται μαλάκες αλλά περήφανοι

που η αξιοπρέπεια δεν θα συνθλίβεται από την καθημερινότητα

που η πρωτοχρονιά δεν θα ευαγγελίζεται το καλύτερο γιατί αυτό θα υπάρχει ήδη

που τα δώρα δεν θα είναι μια καταναγκαστική διαφημιστική παρότρυνση αλλά ένα κομμένο λουλούδι από την αυλή της ψυχής μας, πολύ μεγαλύτερης αξίας από τα καταναλωτικά πρότυπα

που οι καθρέφτες των πρωταγωνιστών της χαριτωμενιάς θα σπάνε μη μπορώντας να αντέξουν την ασχήμια

που δεν θα πεθαίνουν άνθρωποι από την πείνα, το κρύο και τη μοναξιά

που η σοφία των ανθρώπων θα είναι οδηγός για την απελευθέρωση και όχι για τη σκλαβιά

που δεν θα υπάρχουν ποιητές να γράφουν για τη θλίψη των ανθρώπων, ούτε τραγουδιστές που να τραγουδούν την αδικία

που η ηθική θα είναι νόμος άγραφος άρα δυνατός και ανίκητος

που οι μόνοι άνεργοι θα είναι οι κατ’ επάγγελμα ηγέτες και ηγετίσκοι

που οι άνθρωποι δεν θα διεκδικούν το αυτονόητο γιατί θα το έχουν ήδη κατακτήσει

που οι τράπεζες, οι οίκοι αξιολόγησης και όλα τα συναφή τερατουργήματα θα αποτελούν μουσειακά κτήρια που θα θυμίζουν την πιο σκοτεινή περίοδο στην ιστορία της ανθρώπινης εξέλιξης

που δεν θα υπάρχει ελεημοσύνη γιατί δεν θα υπάρχουν πλούσιοι να δημιουργούν τους φτωχούς που θα ελεημονούν

που τα μωρά θα γεννιούνται για να αφήσουν το στίγμα τους στην εξέλιξη της ανθρωπότητας και όχι για να ξεχρεώσουν το καταγεγραμμένο χρέος τους στα κιτάπια κάποιας τράπεζας

που τα παλιά και νέα τζάκια θα είναι μονίμως σβηστά με τους ιδιοκτήτες τους καταδικασμένους να καθαρίζουν τις καμινάδες τους από τη μαύρη και δηλητηριώδη κάπνα τους

που η κοινωνία μας θα γεμίσει με τσίπρηδες, λιάπηδες, βουλγαράκηδες, μητσοτάκηδες, γεωργιάδηδες, παπανδρέου, βενιζέλους, καραμανλήδες και παπακωνσταντίνου, καθώς το κεφαλαίο αρχικό γράμμα των επωνύμων μας θα είναι τίτλος τιμής και δεν θα αποδίδεται στον καθένα με τη γέννησή του

που οι άνθρωποι δεν θα ζουν ούτε με το φόβο ούτε με την ελπίδα γιατί θα είναι και θα αισθάνονται πραγματικά λεύτεροι

 

Τότε που ήταν όλα δύσκολα

Τότε που ήταν όλα δύσκολα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Δεκαετία του ’60.
Σε καφενείο της παλιάς αγοράς στη μικρή επαρχιακή πόλη, δυο-τρεις παρέες οικοδόμων ακούνε ρεμπέτικα και λαϊκά στο τζουκ μποξ.

Σάββατο απόγευμα βλέπεις, ημέρα πληρωμής, πλησιάζουν και Χριστούγεννα και τα λεφτά λιγοστά και μετρημένα.

Τα καραφάκια κι αυτά μετρημένα, ίσα-ίσα για το κέφι. Οι κουβέντες, λιγοστές κι αυτές όπως σε όλες τις συναθροίσεις αυτού του είδους. Πάνω απ’όλα τα λόγια και οι μελωδίες των τραγουδιών, πάνω απ’όλα το συναίσθημα.

Κάπου-κάπου, όταν το μεράκι ξεχείλιζε, κατέβαινε στα πόδια και γινόταν ζεϊμπέκικο. Εκείνο το απλό και απέριττο λίκνισμα των ψυχών που ενώνει τη γη με τους ανθρώπους και τον ουρανό.

Ήταν και οι ψυχές έτοιμες. Σαν δε θέλει η ψυχή κανένας λόγος και καμιά μελωδία δεν μπορεί να την αγγίξει.

Μα και οι καταστάσεις πολύ δύσκολες. Φορτίο βαρύ κουβαλούσαν όλοι τους καθημερινά για να τα φέρουν βόλτα κι η ξενιτιά πλανιόταν πάνω από τα κεφάλια τους σαν ακονισμένο σπαθί που σφύριζε απειλητικά.

Κι είχες και τους παρακρατικούς και τους ασφαλίτες να τρομοκρατούν ξεδιάντροπα όποιον είχε «ύποπτη» συμπεριφορά.

Οι χαφιέδες ήταν στα πάνω τους νομίζοντας, οι ανόητοι, πως θα είχαν παντοτινή ασυλία.

Όλα τα λεμόνια έτσι σκέφτονται πριν καταλήξουν λεμονόκουπες στημένες.  Ένας ψευτόμαγκας ασφαλίτης, γνωστός στην πιάτσα, μπαίνει με ύφος στρατηγού, στέκεται κάποιες στιγμές και πάει και κλείνει το τζουκμπόξ.
«Δε μου αρέσουν αυτά τα άσματα, δεν είναι ποιοτικά» λέει και πάει και κάθεται μόνος σε μια γωνία περιμένοντας να παραγγείλει.

Ο καφετζής αργοπορεί επιδεικτικά.

Μεγάλη προσβολή να διακόπτεις το τραγούδι που ακούει η παρέα χωρίς την άδειά της. Νόμος άγραφος σα να λέμε ανώτερος.
Ένας νεαρός σηκώνεται και πάει και βάζει στο τζουκ μποξ το γνωστό: Τούτοι οι μπάτσοι που’ ρθαν τώρα.
Οι υπόλοιποι είναι σε ετοιμότητα καθώς τέτοια περιστατικά, έτσι για σπάσιμο που λένε, ήταν πολύ συχνά.
Ο ασφαλίτης βλέπει ότι δεν τον παίρνει για πολλά-πολλά. Σηκώνεται και φεύγει τσαντισμένος κλωτσώντας μια καρέκλα στο πέρασμά του και κλείνοντας με δύναμη την πόρτα του καφενείου φεύγοντας.
Πίσω στο καφενείο όλοι τραγουδούν το μη «ποιοτικό άσμα» και πανηγυρίζουν.

Ο καφετζής κερνάει από μία γύρα τους θαμώνες απλώνοντας τα πυκνά του μουστάκια γεμάτος ευχαρίστηση και στέλνοντας στο διάολο τον ασφαλίτη.

Ήταν μέρες Χριστουγέννων όπως μου είπε κάποιος που ήταν τότε παρών και τώρα … λείπει.

Το ίδιο βράδυ τα σπίτια μερικών από τους θαμώνες δέχτηκαν τις γνωστές «φιλικές» επισκέψεις. Χτυπήματα στις πόρτες και απειλές από άγνωστες σκιές του σκοταδιού που κρύβονταν στο φως της μέρας για να μην καούν.

Όπως ακριβώς και οι βρυκόλακες.

 

Ετικέτες: , , , ,

Είπαμε το μεγάλο «ναι» αντί να πούμε το μεγάλο «όχι»;

Είπαμε το μεγάλο «ναι» αντί να πούμε το μεγάλο «όχι»;

                  Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Δηλαδή πάει τελείωσε; Αυτό ήταν; Δεν θα ξαναμιλήσουμε; Δεν θα γελάσουμε ξανά; Ούτε θα αγαπήσουμε κι ούτε θα κάνουμε πάλι όνειρα σαν εκείνα που κάναμε κάθε βράδυ στα καλοκαίρια των παιδικών μας χρόνων τότε που πετούσαμε ανάμεσα στη γη και στα άστρα;

Δεν θα βαδίσουμε ξανά στο δρόμο με τις γροθιές υψωμένες και το πείσμα να ξεχειλίζει μαζί με το δίκιο και τη σιγουριά της νίκης;

Δεν θα πιάσουμε τα βιβλία με μεράκι για να γνωρίσουμε τους εαυτούς μας, τον κόσμο και τους ανθρώπους;

Δεν θα ομορφύνουμε τους εαυτούς μας, τον κόσμο και τους ανθρώπους; Αλλιώς  πως θα μπορέσουμε να τους κάνουμε πιο φωτεινούς;

Θα ζούμε από δω και πέρα στη θλίψη, τη δυστυχία και την ανημποριά; Ώστε δεν μπορούμε λοιπόν να κάνουμε τίποτα; Ηττηθήκαμε από τους εαυτούς μας και όσους μας περιβάλλουν και φροντίζουν πριν από μας, για μας, χωρίς εμάς;

Τους παραδώσαμε τα κλειδιά έτσι; Χωρίς ούτε μια βλαστήμια;

Είπαμε το μεγάλο «ναι» αντί να πούμε το μεγάλο «όχι»;

Και τι θα πούμε αύριο στα παιδιά μας; Τι θα πούμε στους παππούδες και στις γιαγιάδες μας; Σε όλους αυτούς που μάτωσαν σε κελιά, σε ξερονήσια, που περπάτησαν με τα γόνατα σε τριβόλια; Σε όλους αυτούς που θυσιάστηκαν με τη βεβαιότητα ότι η θυσία τους δεν θα πάει χαμένη;

Θα τους πούμε πως δεν μπορέσαμε; Κι εκείνοι γιατί μπόρεσαν;

Τι θα πούμε στους μαθητές μας; Ότι τους διδάσκουμε το ψέμα και την υποκρισία; Ότι είμαστε μόνο λόγια παχιά και κούφια που δεν τα νιώθουμε και δεν τα εννοούμε;

Θα αναφωνήσουμε: ναι μεν αλλά; Για να ξεγελάσουμε ποιον;

Θα καλυφθούμε πίσω από τις όποιες ηγεσίες τις οποίες εμείς οι ίδιοι έχουμε επιλέξει;

Ή μήπως θα αρχίσουμε τις ευχές και τα «μακάρι»; Τα «πρέπει» και τα «ίσως θα ήταν καλύτερα»;

Ας κρατήσουμε λοιπόν το λίγο, το τίποτα, το εφικτό αφού αυτό μας αξίζει κι ας αφήσουμε το «όλον» για τους «ωραίους» και τους «μεγάλους», γι’αυτούς που κυνήγησαν το όνειρο μέχρι το τέλος και έκαναν τον αγώνα στάση ζωής.

Ας αφήσουμε το όραμα για τους μάγκες κι εμείς ας ζήσουμε στη μιζέρια και στην ομίχλη.

 

Ετικέτες: , , , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: