RSS

Category Archives: Γενικά θέματα

Ως εδώ;

Ως εδώ;

Ως εδώ;

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Κάποτε σε μια στιγμή της ιστορίας σε κοίταξαν στα μάτια και σου είπαν ότι αν δουλέψεις σκληρά θα δεις κάποτε άσπρη μέρα. Σου έκρυψαν ότι έπρεπε να δουλέψεις σκληρά γι’ αυτούς τους ίδιους.

Σου είπαν πως θα σου δώσουν δουλειά για να έχεις επιτέλους κι εσύ ένα κομμάτι ψωμί. Σου έκρυψαν ότι εκείνοι θα είχαν κοφίνια ολόκληρα γεμάτα καρβέλια με ψωμιά.

Σου είπαν πως αυτοί είχαν τα εργαλεία, τα χωράφια, τα σπίτια και τα εργοστάσια και πως θα έπρεπε να πας στη δούλεψή τους για να μπορέσεις κάποια στιγμή να χτίσεις τη δική σου καλύβα και να έχεις ολόδικά σου δυο μέτρα ολόκληρα γης. Σου έκρυψαν πως με τον κόπο σου εκείνοι θα έχτιζαν κάστρα και θα σε βάζαν να πολεμήσεις για να τα υπερασπιστείς.

Σου είπαν πως θα έπρεπε να κάνεις οικογένεια, παιδιά, να φτιάξεις το δικό σου σόι γιατί μόνος του ο άνθρωπος δεν κάνει ούτε στον παράδεισο. Σου έκρυψαν πως τα παιδιά σου και τους συγγενείς σου τους είχαν ανάγκη μεγάλη για να αβγατίζουν το βιος τους και να γίνονται ισχυρότεροι.

Σου είπαν πως πρέπει αυτοί να εξουσιάζουν γιατί είναι δυνατοί, γνωρίζουν τα πράγματα και δεν φοβούνται τίποτα και κανέναν. Εσύ πρέπει να υποκύψεις στις επιθυμίες τους, πρέπει να φοβάσαι γιατί μόνος σου δεν μπορείς να τα βάλεις μαζί τους. Σου έκρυψαν πως μαζί με άλλους μπορείς να τους σαρώσεις, να τους γκρεμίσεις και να πάρεις εσύ την εξουσία. Φτάνει να το πιστέψεις και να το θελήσεις.

Σου είπαν πως θα φτιάξουν κανόνες δίκαιους, νόμους τους ονόμασαν, για να τους ακολουθείς. Δεν πρέπει να τους παραβιάζεις γιατί θα σε τιμωρούν. Σου έκρυψαν πως οι δίκαιοι νόμοι υπερασπίζονταν το δικό τους δίκιο και όχι το δικό σου. Το δικό σου δίκιο συγκρούεται με το δικό τους.

Σου έδωσαν και πολιτεύματα πολλά για να διαλέγεις με ποιο θέλεις να σε διαφεντεύουν καλύτερα. Σου έκρυψαν πως μέσα σ’αυτά δεν υπάρχει κάποιο που να διαφεντεύεις πραγματικά εσύ και οι όμοιοί σου που είστε και περισσότεροι.

Σου είπαν πως πρέπει να πιστεύεις στον δικό σου θεό, να ζεις στη δική σου πατρίδα, να ακολουθείς τη δική σου ομάδα αλλά να ασπάζεσαι τη δική τους ιδεολογία. Σου έκρυψαν πως οι ίδιοι δεν έχουν πατρίδα, έχουν κοινή ιδεολογία και μοναδικό θεό το κέρδος.

Σου είπαν πως δεν πρέπει να ονειρεύεσαι, να ερωτεύεσαι, να γράφεις τραγούδια και ποιήματα γιατί δεν είναι αυτή η δουλειά σου. Σου έκρυψαν πως τα πιο όμορφα τραγούδια και ποιήματα γράφτηκαν από εσένα και τους όμοιούς σου.

Κάποτε σε μια στιγμή της ιστορίας βρήκες το θάρρος, εσύ και οι όμοιοί σου, και τους κοίταξες στα μάτια. Κατάλαβες πως δεν είναι ατρόμητοι. Σε φοβήθηκαν για λίγο και το έβαλαν στα πόδια. Νόμισες πως έφυγαν για πάντα. Λάθος μεγάλο που το πλήρωσες και το πληρώνεις εσύ και οι όμοιοί σου.

Και τώρα απογοητευμένος γυροφέρνεις στις ξεχασμένες πλατείες έχοντας φορέσει όλους τους φόβους σου.

Φαίνεται πως για κάτι προετοιμάζεσαι.

Για μια ακόμη ήττα ή για ένα νέο “Ως εδώ”;

 

Ετικέτες: , , , ,

Ο τσοπάνης, ο λύκος, το μαντρί και τα πρόβατα

Ο τσοπάνης, ο λύκος, το μαντρί και τα πρόβατα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Δυο φορές και τρεις καιρούς, πριν από πολλά-πολλά χρόνια σε μια καταπράσινη κοιλάδα στους πρόποδες του ψηλού βουνού, ζούσαν τα πρόβατα.

Ήταν ευτυχισμένα γιατί ήταν ελεύθερα.

Έβοσκαν το χορτάρι της κοιλάδας, έπιναν το καθαρό νερό από το διπλανό ρυάκι, γεννούσαν τα αρνιά τους, τα τάιζαν με το γάλα τους και τα μεγάλωναν για να συνεχίσουν τον κύκλο της ζωής.

Τα καλοκαίρια με τις μεγάλες ζέστες, άραζαν κάτω από τους ίσκιους των φτελιάδων, τραγουδούσαν, έλεγαν ιστορίες, διάβαζαν και γενικά έκαναν ότι κάνει κάθε ξένοιαστο πρόβατο στη ζωή του.

Το χειμώνα με τα μεγάλα κρύα, είχαν το μαλλί τους να τα ζεσταίνει και τις μικρές σπηλιές στους πρόποδες του βουνού για να προφυλάσσονται από τις βροχές και τα χιόνια.

Στην άκρη της κοιλάδας είχαν χτίσει οι άνθρωποι τα σπίτια τους και έφτιαξαν ένα χωριό.

Οι άνθρωποι τα πήγαιναν καλά με τα πρόβατα. Που και που έδιναν στα πρόβατα λίγη τροφή κι εκείνα το ανταπέδιδαν με λίγο γάλα, όταν δεν το ήθελαν για τα αρνιά τους.

Κάποιοι άνθρωποι, από το σόι των τσοπαναραίων, άρχισαν να πονηρεύονται.

Σκέφτηκαν πως θα ήταν πολύ καλό γι’ αυτούς να μπορούσαν να παίρνουν από τα πρόβατα όλο το γάλα και το μαλλί και, γιατί όχι, να σφάζουν και κανένα πρόβατο για να γεμίζουν τα τραπέζια τους.

Πήγαν λοιπόν και το ζήτησαν επίσημα από τα πρόβατα.

Τα πρόβατα αρνήθηκαν χωρίς δεύτερη κουβέντα και τα κριάρια μετέφεραν στους τσοπαναραίους την απόφασή τους.

Καθόλου δεν άρεσε στους τσοπαναραίους η άρνηση αυτή. Πώς ήταν δυνατόν τα πρόβατα να αρνηθούν την πρότασή τους; Στο κάτω-κάτω πρόβατα ήταν!

Γύρισαν πίσω στο χωριό, μαζεύτηκαν στο δικό τους καφενείο και άρχισαν να καταστρώνουν σχέδια για το πώς θα καταφέρουν να πείσουν τα πρόβατα να δεχτούν να τους δίνουν τα καλούδια τους, ακόμη και να θυσιάζονται, με τη θέλησή τους.

Κάποιος πρότεινε να φτιάξουν παιδικούς σταθμούς και σχολεία για τα μικρά αρνάκια. Άλλωστε αυτό το ζητούσαν τα πρόβατα εδώ και πολλούς αιώνες. Σε αντάλλαγμα θα απαιτούσαν από τα πρόβατα γάλα, μαλλί και μια θυσία το μήνα.

Στα σχολεία θα μπορούσαν να μάθουν στα αρνιά όλα εκείνα που χρειάζονταν ώστε μεγαλώνοντας να δίνουν στους τσοπαναραίους όλα όσα θα τους ζητούσαν χωρίς αντιρρήσεις.

Ένας άλλος είπε πως θα ήταν καλό να περιφράξουν σχεδόν όλη την κοιλάδα ώστε να μην μπορούν τα πρόβατα να βόσκουν σ’ αυτήν, εκτός αν τους έδιναν γάλα, μαλλί και δύο θυσίες το μήνα.

Ακούστηκαν κι άλλες πολλές έξυπνες προτάσεις όμως όλες σταματούσαν σε κάποιο κομβικό σημείο.

Η άρνηση των προβάτων ήταν δεδομένη και δεδηλωμένη από πολύ παλιά.

Περισυλλογή έπεσε στο σόι των τσοπαναραίων μέχρι που ένας νεαρός τσοπάνης  φώναξε γελώντας πονηρά και χαιρέκακα: «Φόβος».

Του ζήτησαν να εξηγηθεί.

Τους εξήγηση πως μόνο με το φόβο θα μπορούσαν να κάμψουν την άρνηση των προβάτων.

Ναι αλλά τι θα τον προκαλούσε;

Ο νεαρός είχε έτοιμη την απάντηση.

Ο λύκος θα προκαλούσε το φόβο. Ποιος άλλος;

Να που όσα ξόδεψαν για να τον σπουδάσουν στο μεγάλο χωριό δεν πήγαν χαμένα.

Το λύκο τον είχαν χρησιμοποιήσει και οι πρόγονοι των τσοπαναραίων για να μπορέσουν να βάλουν χέρι στον πλούτο των προβάτων όμως απέτυχαν οικτρά. Όλοι γνώριζαν τον ταπεινωτικό διωγμό του λύκου από τα κριάρια ο οποίος ήταν και η αιτία που ο λύκος αποσύρθηκε στο βουνό χωρίς να ξαναενοχλήσει τα πρόβατα εδώ και πάρα μα πάρα πολλά χρόνια.

Ο νεαρός συνέχισε να εξηγεί το σχέδιό του.

Η ιστορική μνήμη των προβάτων της μεγάλης τους νίκης ενάντια στο λύκο είχε ατονήσει.

Αν ο φόβος του λύκου επικρατούσε τότε θα μπορούσαν οι τσοπαναραίοι να προτείνουν στα πρόβατα το μάντρωμα για να προστατεύονται.

Σε αντάλλαγμα θα απαιτούσαν και θα έπαιρναν το περισσότερο γάλα και μαλλί και πολλές θυσίες το μήνα. Αλλά το πιο πιθανό ήταν τα ίδια τα πρόβατα να τα πρόσφεραν χωρίς καμία αντίρρηση προκειμένου να προστατεύονται στο μαντρί από το λύκο.

Η ιδέα άρεσε πάρα πολύ στους τσοπαναραίους που ξέσπασαν σε χειροκροτήματα και εξουσιοδότησαν τον νεαρό να προχωρήσει άμεσα στην υλοποίηση του σχεδίου του.

Εκείνος το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να πάει στο βουνό για να βρει το λύκο.

Ο λύκος, στην αρχή αρνήθηκε γιατί θυμήθηκε την ντροπιαστική του ήττα όμως η επιμονή του νεαρού τσοπάνη και το επιχείρημα πως αποτελούσε μια πολύ καλή ευκαιρία για να εκδικηθεί τα πρόβατα και να τους καταφέρει επιβλητική νίκη, τον έπεισαν.

Από όσα μπορούμε να γνωρίζουμε το σχέδιο του νεαρού τσοπάνη μάλλον πέτυχε.

Άλλοι λένε πως πέτυχε προσωρινά και άλλη πως δεν υπάρχει περίπτωση τα πρόβατα να νικήσουν το φόβο του λύκου.

Οι τελευταίοι μάλλον ξεχνάνε πως αφού ο λύκος νικήθηκε μια φορά μπορεί να νικηθεί και πάλι.

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Δώδεκα χρόνια προπόνησης για να μετατραπείς από παιδί σε άλογο κούρσας

 

Δώδεκα χρόνια προπόνησης για να μετατραπείς

από παιδί σε άλογο κούρσας

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Σε λίγες μέρες παιδί μου το νηπιαγωγείο τελειώνει και το Σεπτέμβρη θα περάσεις την πύλη του Δημοτικού Σχολείου.

Μπαίνεις κι εσύ στο «πρόγραμμα».

Πρέπει από πολύ νωρίς να καταλάβεις πως η προσπάθεια για γράψεις καλά στις πανελλαδικές εξετάσεις ξεκινάει από την πρώτη σου μέρα στο Δημοτικό.

Από τη μέρα ακόμα που ο γενειοφόρος εκπρόσωπος του μεγαλοδύναμου σε καταβρέξει στο μικρό σου μέτωπο για πρώτη φορά θα πρέπει να συνειδητοποιήσεις ότι ξεκινάει το μακρύ και επίπονο ταξίδι με προορισμό την τρίωρη φημισμένη πανελλαδική πασαρέλα αλόγων κούρσας.

Γιατί, θα πρέπει να ξέρεις μικρό μου, πως πλέον δεν θα είσαι παιδί. Θα είσαι ένα πουλάρι που θα προπονηθείς να τερματίσεις πρώτο στην πανελλαδική ιπποδρομία σε δώδεκα χρόνια.

Όλοι θα σε φροντίζουν και θα σε προσέχουν.

Εμείς οι γονείς σου θα φροντίζουμε να τρως και να πίνεις τα καλύτερα.

Οι φαρμακοβιομηχανίες θα σε βοηθούν να συμπληρώνεις τη διατροφή σου με βιταμίνες, μέταλλα και ιχνοστοιχεία για να αντέχεις στον εξοντωτικό ρυθμό των προπονήσεων.

Εμείς οι σύμβουλοι, οι παιδαγωγοί, οι ειδικοί της εκπαίδευσης και οι υπουργοί παιδείας θα ετοιμάσουμε τα κατάλληλα βιβλία πλούσια σε ύλη και απαιτήσεις για να ανταποκριθείς στις αυξημένες ανάγκες της εποχής.

Όλοι όσοι συμμετέχουμε στις αμέτρητες επιστημονικές ενώσεις θα σε γαλουχήσουμε με αναρίθμητους διαγωνισμούς για να τρέφουμε και τους δικούς σου με αυταπάτες και όνειρα απατηλά.

Εμείς οι δάσκαλοι σου θα πρέπει από πολύ νωρίς να φροντίσουμε ώστε να μπεις στο πνεύμα των εξετάσεων. Καθημερινά διαγωνίσματα και τεστ ετοιμότητας σε έναν πόλεμο διαρκείας που θα καλείσαι να σκοτώνεις κάθε μέρα την αθωότητά σου, την παιδικότητά σου και τον αυθορμητισμό σου.

Θα παίζεις με το σταγονόμετρο, θα αθλείσαι μόνο αν είναι να κάνεις πρωταθλητισμό, θα κυνηγάς το τέλειο, την πρωτιά και την αριστεία γιατί το μήνυμα που έρχεται από τον Ατλαντικό λέει πως ο πρώτος είναι πρώτος και ο δεύτερος τίποτα.

Όμως, επειδή η αριστεία και το κυνήγι της πρωτιάς είναι μια αυταπάτη, θα συμβιβαστείς με τη δεύτερη θέση αφού δεν μπορούν να είναι όλοι πρώτοι.

Σε προορίζουν λοιπόν να είσαι ένα «τίποτα» γιατί τα «τίποτα» δεν έχουν απαιτήσεις, δεν αντιδρούν, δεν ζητούν το δίκιο τους δεν γκρεμίζουν δεν ανατρέπουν. Είναι ακίνδυνα.

Τουλάχιστον, έτσι νομίζουν.

Θα αποκτήσεις με τον καιρό την καλύτερη συσκευή κινητού και θα σου παρασχεθούν οι υπηρεσίες της καλύτερης εταιρείας κινητής τηλεφωνίας. Αυτή θα σε στέλνει να βλέπεις τις ταινίες που θέλουν, να πίνεις τον καφέ σου εκεί που θέλουν, να διαβάζεις τα βιβλία που θέλουν και να πας διακοπές, αν θα μπορείς, εκεί που θέλουν.

Τα γωνιακά μαγαζιά θα υπόσχονται, από πολύ νωρίς, σε μας τους γονείς σου τον «σίγουρο δρόμο για την κορυφή και την επιτυχία». Θα σε ταΐσουν τόνους μασημένης τροφής μέχρι να καταφέρουν να αδρανοποιήσουν τον εγκέφαλό σου, να πάψεις να σκέφτεσαι, να διεκδικείς, να γκρεμίζεις, να ανατρέπεις.

Τουλάχιστον, έτσι νομίζουν.

Εμείς οι καθηγητές θα κυνηγάμε αργότερα την «ύλη», και μαζί μ’ αυτήν θα κυνηγάμε ότι δημιουργικό και αυθεντικό σου έμεινε πνίγοντάς το σε προκαθορισμένα, κατά παραγγελία προτεινόμενα «δημιουργικά διήμερα».

Κι όταν η μέρα της «μητέρας των μαχών» φτάσει με το καλό, ότι θα έχει απομείνει από σένα θα κληθεί να συμμετάσχει ως κομπάρσος σε μια κακοστημένη πανελλαδική παράσταση που την έγραψαν άλλοι και όχι εσύ και την σκηνοθέτησαν έμποροι και όχι καλλιτέχνες.

Ότι κι αν συμβεί, είτε «πετύχεις» είτε «αποτύχεις», θα είσαι έτοιμος να τους κάνεις όλα τα χατίρια.

Τουλάχιστον, έτσι νομίζουν.

Μπορείς να τους κάνεις να καταλάβουν ότι έκαναν μεγάλο λάθος που σε θεώρησαν δεδομένο, που νόμισαν ότι σε ξέκοψαν από το «μαζί με τους άλλους», που σε θεώρησαν εύκολο αντίπαλο.

Δείξε τους πως δεν έπρεπε να σε υποτιμήσουν και να σε θεωρήσουν εύκολο αντίπαλο.

Η επόμενη παράσταση στην οποία θα συμμετάσχεις να είναι γραμμένη από σένα, να έχει τη δική σου σκηνοθετική σφραγίδα και να είσαι εσύ ο πρωταγωνιστής.

Μη συμβιβαστείς με τίποτα λιγότερο.

 

 

Ετικέτες: , , ,

Κι έγιναν όλα όπως είπαν τα παιδιά

Κι έγιναν όλα όπως είπαν τα παιδιά

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Κι έγιναν όλα όπως είπαν τα παιδιά. ΄

Όμως, τι σημασία έχει;

Στο μικρό κρατίδιο του νοτιοανατολικού άκρου του Άγριου Βασιλείου, την εποχή της Μεγάλης Ελπίδας θα ακολουθήσει η εποχή της Μεγάλης Απογοήτευσης και Μελαγχολίας είπαν.

Διότι η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία λέει το βιβλίο με τις ξεχασμένες αλήθειες, όμως τελικά πεθαίνει…αν δεν προλάβει να ανθίσει και να καρπίσει πράξεις αληθινές.

Οι κάτοικοι του κρατιδίου έκαναν πως δεν ήξεραν, έκαναν πως δεν κατάλαβαν γιατί είναι βολικό.

Είναι βολικό καλέ φίλε μου να λες πως σε κορόιδεψαν με λόγια και υποσχέσεις που ήξερες από την αρχή πως είναι φύκια κι όχι μεταξωτές κορδέλες.

Λογικό.

Έτσι, πονηρέ εαυτέ μου, διώχνεις τις ευθύνες από πάνω σου και τις φορτώνεις σε εκείνον που, δήθεν, σε κορόιδεψε.

Έτσι, κουτοπόνηρε γείτονα, δέχεσαι να έχεις πιαστεί κορόιδο για μία ακόμη φορά, παρά να σπάσεις τον παραμορφωτικό καθρέφτη που κοιτάζεις κάθε πρωί και σε δείχνει κούκλο παρόλο που είσαι τέρας.

Κουρνιάζεις πονηρέ εαυτέ μου, στην αποχαύνωση του τηλεοπτικού σου καναπέ και σαν σε πιάσει ο νταλκάς της άδικης κοινωνίας βάζεις το Στέλιο στο youtube πίνοντας τσίπουρα στο μπαλκόνι.

Αποχαζεύεις κουτοπόνηρε γείτονα, στα σκαμπό, παίζοντας στοιχήματα σε στημένους αγώνες κομπάζοντας θριαμβευτικά ότι είσαι μεγάλο γατόνι και ξέρεις που «θα κάτσει η μπίλια».

Εκστασιάζεσαι καλέ μου φίλε με τις ψεύτικες τηλεοπτικές σειρές σχολιάζοντάς τις ειρωνικά την ίδια στιγμή που εύχεσαι να ήσουν εσύ ο πρωταγωνιστής.

Υποκρίνεσαι πονηρέ εαυτέ μου πως τα καταλαβαίνεις όλα όσα γίνονται αλλά όμως δεν γίνεται τίποτα.

Αναπολείς κουτοπόνηρε γείτονα, τους αγώνες του παρελθόντος ξεχνώντας να «θυμηθείς» πως εσύ απουσίαζες από αυτούς.

Υμνείς καλέ μου φίλε, τις απεργίες που ποτέ δεν έκανες για να δικαιολογήσεις τις τωρινές που πάλι δεν κάνεις.

Όμως, τι σημασία έχει;

Τα βάζεις πονηρέ εαυτέ μου, με τους νέους και τις νέες αλλά ξεχνάς πως είναι όλοι τους παιδιά δικά σου, παιδιά του γείτονά σου και παιδιά του καλού σου φίλου.

Καλέ μου φίλε, πονηρέ μου εαυτέ, κουτοπόνηρε γείτονα στο χέρι σου είναι να βάλεις τέλος στην εποχή της Μεγάλης Απογοήτευσης και Μελαγχολίας και να ζήσεις την εποχή της Μεγάλης Ανατροπής.

Όμως, το θέλεις ή προτιμάς τη σιγουριά της φυλακής;

Αν δεν το θέλεις, τι σημασία έχει;

 

 

 

 

Ετικέτες: , , ,

ΣαΤυΡόΠρΟκΕς Νο 154-Sarvivor όπως λέμε: ο επιζών

Sarvivor όπως λέμε: ο επιζών

Από τον σΑτΥρΟπΡόΚο

 

Οι δύο αντίπαλες ομάδες είναι καθορισμένες εδώ και καιρό. Από τη μια οι πλούσιοι και οι παρατρεχάμενοί τους και από την άλλη οι φτωχοί με τη μοίρα τους. Και στη μέση οι εκάστοτε κυβερνήσεις.

– Οι δύο αντίπαλες ομάδες δεν έχουν ίδιο αριθμό παιχτών. Οι «Πλούσιοι» που τους αποκαλούν και «Ωραίους»  είναι πέντε όλοι κι όλοι και οι «Φτωχοί» που είναι γνωστοί και ως «Κορόιδα» είναι ενενήντα πέντε.

– Το τοπίο  εκ πρώτης άποψης ελκυστικό, με τις απέραντες παραλίες, τα πράσινα νερά, τους φοίνικες και ούλα τα καλά του κόσμου. Όλα όσα ποθείς υπάρχουν εδώ. Ένα σωστό καπιταλιστικό τοπίο, βιτρίνα και κράχτης.

– Κανείς δεν αντιλαμβάνεται με την πρώτη ματιά τις σμέρνες και τους αχινούς που κρύβουν τούτα τα νερά. Δύσκολα θα διακρίνεις τα θαμμένα σκουπίδια και τα σκουλήκια που βρίσκονται στις παραλίες.

– Αν δεν δοκιμάσεις δεν θα καταλάβεις ότι τα τροπικά φρούτα που κρέμονται άφθονα στα δέντρα είναι δηλητηριώδη. Αν όμως τα δοκιμάσεις θα καταλάβεις πως επειδή σκοτώνουν γι΄αυτό βρίσκονται σε αφθονία.

– Οι όροι του παιχνιδιού καθορίστηκαν από τους «Πλούσιους», εφαρμόζονται από τον παρουσιαστή-κυβέρνηση και ισχύουν μόνο για τους «Φτωχούς». Ο παρουσιαστής ελέγχει και αν τηρούνται οι όροι από τους «Φτωχούς».

– Η δικαιοσύνη, η ισότητα, οι ίσες ευκαιρίες απουσιάζουν από τους όρους του παιχνιδιού. Η εκμετάλλευση, η αδικία, το γλείψιμο, η κλεψιά και η ρουφιανιά είναι οι βασικοί του κανόνες.

– Ο σκοπός του παιχνιδιού είναι ένας και μοναδικός. Απλός αλλά δύσκολα κατανοητός. Είναι, βλέπετε, το έπαθλο που γεννάει ελπίδες, προσδοκίες και πολλά άλλα ψεύτικα νοητικά δημιουργήματα.

– Το φαγητό πρέπει ενενήντα εννέα στις εκατό φορές να πάει στους «Πλούσιους». Με κάθε τρόπο και με κάθε μέσο. Οι «Φτωχοί» απλώς συμμετέχουν στο παιχνίδι. Αυτός είναι ο σκοπός.

– Έχουν την ψευδαίσθηση ότι η μία φορά που κερδίζουν το έπαθλο-χάμπουργκερ μπορεί να επαναληφθεί και να είναι τελικά εκείνοι οι μόνιμοι νικητές. Δεν αντιλαμβάνονται την πλεκτάνη.

– Ο νικητής είναι προκαθορισμένος πριν καν αρχίσει το παιχνίδι το οποίο χρησιμοποιείται για στάχτη στα μάτια. Οι «Πλούσιοι» θα είναι πάντα νικητές όσο οι «Φτωχοί» δέχονται να συμμετέχουν στο στημένο παιχνίδι.

– Όλα πήγαιναν κατά πως τα είχαν σχεδιάσει οι «Πλούσιοι», μέχρι που μια μέρα οι «Φτωχοί» κατάλαβαν την απάτη. Ήταν τότε που ενώ κέρδισαν τον αγώνα, το έπαθλο-φαγητό πήγε πάλι στους «Πλούσιους».

– Βλέπετε, ο κανονισμός αυτό ακριβώς προέβλεπε. Οι «Φτωχοί» να ιδρώνουν αλλά οι «Πλούσιοι» να γεύονται τα νόστιμα πιάτα. Κι αυτό επίσης προβλεπόταν από τον κανονισμό.

– Όσο οι «Φτωχοί» δέχονταν τις αδικίες οι κανονισμοί θα έπρεπε να γίνονται περισσότερο άδικοι για εκείνους. Όμως, είπαμε, όλα σταμάτησαν τη μέρα που οι «Φτωχοί» είπαν το μεγάλο «Όχι».

– Σταμάτησαν να παίζουν, αρνήθηκαν τους κανονισμούς και κατάργησαν το ίδιο το παιχνίδι. Έδιωξαν τον παρουσιαστή μιας και δεν είχε κανένα ρόλο στα καινούργια δεδομένα.

– Σταμάτησαν να παίζουν και αποφάσισαν να ζήσουν. Μαγείρευαν μόνοι τους και έτρωγαν όποτε ήθελαν. Κι όχι μόνο αυτό αλλά άρχισαν να χαμογελούν και να τραγουδούν. Είχαν ξεχάσει και το γέλιο και το τραγούδι.

– Έδιωξαν τους «Πλούσιους» και τους έστειλαν σε άλλη παραλία. Καθάρισαν τη δική τους από τα σκουπίδια και τα σκουλήκια και άρχισαν επιτέλους να ζουν. Η επιβίωση ήταν πλέον παρελθόν.

 

Ετικέτες: , , , , , ,

ΘΕΑΤΡΙΚΟ: ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ

ΘΕΑΤΡΙΚΟ

 

«ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ»

 Χρήστος Επαμ. Κυργιάκης

ΠΡΑΞΗ 1η

 

Η ιστορία διαδραματίζεται στο καφενείο: «Το ραντεβού της νεολαίας». Μόνιμοι θαμώνες στο καφενείο της γειτονιάς μια παρέα  συνταξιούχων για να περνάνε το χρόνο τους και να γεμίζουν τη μοναξιά τους. Τους τοίχους του καφενείου κοσμούν οι φωτογραφίες του Κωνσταντίνου Καραμανλή, του Ανδρέα Παπανδρέου, του Κώστα Σημίτη, του Κώστα Καραμανλή, του Γιώργου Παπανδρέου, του Αντώνη Σαμαρά και του Αλέξη Τσίπρα. Σε μια ιδιαίτερη θέση, δίπλα στο εικονοστάσι, βρίσκεται κρεμασμένη και η φωτογραφία του Κώστα Μητσοτάκη, «διανθισμένη» με μια αρμαθιά σκόρδα για καλό και για κακό.

 

Είναι 9 η ώρα το πρωί, ημέρα Δευτέρα 2 Απριλίου. Οι φίλοι και οι φίλες μας πληρώθηκαν τη σύνταξή τους και το κλίμα είναι θετικό.

Η μουσική που έβαλε η Ντίνα, η γυναίκα του καφετζή, του Γρηγόρη, ταιριάζει με το θετικό κλίμα. Ήδη στο καφενείο βρίσκονται ο Αντώνης, ο Κώστας, η Ευτέρπη και η Γεωργία.

 

ΝΤΙΝΑ: Αντωνάκη μου, στον πέτυχα τον καφέ σήμερα, έτσι δεν είναι;

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Μωρέ τον πέτυχες… στο «δόξα πατρί». Αν είχε και λίγο καφέ μέσα θα μπορούσες να τον πεις και «καφέ».

 

ΝΤΙΝΑ: Μια ζωή γκρινιάρης και γρουσούζης, γι’ αυτό έμεινες μόνος σου.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Είσαι οχιά και μέγαιρα.

 

ΕΥΤΕΡΠΗ: Έλα Ντίνα μου, μην του δίνεις σημασία.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Μίλησε και η «Τέρπη». Άκου Τέρπη! Αλλά, τι ανάγκη έχεις; Ας έπαιρνα κι εγώ τη συνταξάρα που παίρνεις εσύ και να δεις τι πλακίτσες θα έκανα.

 

ΕΥΤΕΡΠΗ: Δούλεψα τόσα χρόνια Αντώνη.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Ε βέβαια, ενώ εμείς κάναμε διακοπές στις Μπαχάμες. (ειρωνικά). Δούλεψες! Σ’έφαγε το λιοπύρι. Καθόσουνα αναπαυτικά στα δικαστικά έδρανα και απένειμες τάχα δικαιοσύνη, κι εσύ κι ο άντρας σου. Άιντε μην ανοίξω το στόμα μου, άιντε μην τ’ ανοίξω.

 

ΝΤΙΝΑ: Μπα! κλειστό το είχες τόση ώρα;

 

(Παύση…)

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: (Ψιθυριστά και εμπιστευτικά). Δεν ξέρω εσύ Τέρπη μου πως τα πας με τον Σόλωνα, πάντως εγώ έχω θέμα με τον Τάσο.

 

ΤΕΡΠΗ: Τι θέμα;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Να, ξέρεις…καταλαβαίνεις…σεξουαλικής φύσεως.

 

ΤΕΡΠΗ: Τι; Δεν ανταποκρίνεται;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ανταποκρίνεται, δε λέω. Κάνε πιο δω να σου πω. Κάθε φορά που παίρνουμε τη σύνταξη, θέλει να το γιορτάζουμε.

 

ΤΕΡΠΗ: Μπα, και δεν του φαινότανε. Κοίτα να δεις ο Τάσος!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ναι αλλά, μόλις αρχίσει κι ανεβάσει παλμούς αρχίζει και «ξεφυσάει».

 

ΤΕΡΠΗ: Ταύρος πραγματικός ο Τάσος σα να λέμε!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Ναι αλλά δεν ξεφυσάει από το στόμα.

 

ΤΕΡΠΗ: Κι από πού ξεφυσάει;

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: (γεμάτη ντροπή) Από…τον πισινό.

 

(Ακούγονται τρανταχτά γέλια. Ο Κώστας που ήταν λίγο πιο πέρα άκουσε όλη τη συζήτηση)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Συγνώμη Γιωργίτσα μου, δεν το έκανα επίτηδες. Αλλά μου φάνηκε τόσο αστείο. (γελώντας) Άκου να «ξεφυσάει»!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Καλά δε ντρέπεσαι να κρυφακούς; Αλλά τι περιμένεις από έναν άνθρωπο που ήταν σε όλη του τη ζωή χασάπης; Από πού να μάθει τρόπους; Από τα μοσχάρια ή από τα γουρούνια;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Χασάπης ήμουνα και λέω τα πράγματα με το όνομά τους. Βλέπεις, δεν ήμουνα δικηγόρος σαν τον Τάσο σου (αρχίζει πάλι να γελάει). Άκους εκεί να «ξεφυσάει»!

 

ΓΕΩΡΓΙΑ: Γέλα τώρα που μπορείς γιατί σε λίγο, θα πλακώσει το σόι σου για την «είσπραξη» και θα σου κοπεί το γέλιο. Ούτε μία δεκάρα δεν θα έχεις αύριο στην τσέπη σου βρε κακομοίρη!

 

(Πριν καλά-καλά προλάβει η Γεωργία να τελειώσει τη φράση της, η πόρτα του καφενείου ανοίγει και εισέρχεται ο Δημήτρης, ο γιος του Κώστα)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Καλημέρα σε όλους. Πατέρα, καλημέρα. Όλα καλά; Ντινάκι, μου φτιάχνεις ένα καφεδάκι σε παρακαλώ, έτσι μερακλίδικο να το φχαριστηθώ;

 

ΝΤΙΝΑ: Να σου φτιάξω, γιατί να μη σου φτιάξω. Δε μου λες Δημητράκη μου. Κερασμένος από τον μπαμπά σου;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Ντινάκι μου με πληγώνεις. Επειδή, δηλαδή με χτύπησε η ατυχία σα το χταπόδι στο βράχο, θα πρέπει η κοινωνία να πέσει να με φάει;

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Ποια ατυχία Δημητράκη; Για ποια ατυχία μιλάς; Είχες μια χαρά στρωμένη δουλειά από τον πατέρα σου και την εγκατέλειψες.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Κυρ-Αντώνη, άσε αυτά που εγκατέλειψα εγώ και πιάσε αυτούς που εγκατέλειψαν εσένα.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Μπορείτε σας παρακαλώ να σταματήσετε; Στο κάτω-κάτω δεν σας αφορά τι κάνω εγώ με τα λεφτά μου. Δική μου είναι η σύνταξη και την κάνω ότι θέλω.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Καλά σας λέει ο πατέρας μου. Μπράβο ρε πατέρα, τους έβαλες στη θέση τους.

ΚΩΣΤΑΣ: Μάλλον δεν κατάλαβες καλά γιε μου. Αυτά που είπα αφορούν και σένα. Τέρμα το άρμεγμα. Ότι έφαγες, έφαγες. Το μαγαζί είναι ακόμα στη θέση του και σε περιμένει. Αύριο κιόλας αν θέλεις ξεκινάς.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Τι μου λες τώρα ρε γέρο; Και τη μεγάλη μου αγάπη τι να την κάνω; Να την παρατήσω; Κρίμα είναι;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Για ποια μιλάς; Γνώρισες καμιά κοπέλα;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Κοπέλα;

 

ΚΩΣΤΑΣ: Ε, τι γνώρισες; Μπουλντόζα;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Η μεγάλη μου αγάπη είναι η ποίηση. Πόσες φορές να στο πω; Έχω εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές. Είναι θέμα χρόνου, μέχρι να με ανακαλύψουν οι αναγνώστες. Ειδικά η τελευταία μου συλλογή αναμένεται να κάνει θραύση. Ο εκδότης μου είναι σίγουρος.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Ο εκδότης σου είναι σίγουρος γιατί σε μαδάει κανονικά. Δηλαδή, όχι εσένα. Εμένα έχει τσουρομαδήσει όπως τη γριά κότα πριν την κάνουν σούπα.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: (μαζεμένος γιατί βλέπει ότι χάνει τη χρηματοδότηση)

Πατέρα, είσαι άδικος. Άμα σου διαβάσω μερικούς στίχους από ένα τελευταίο ποίημά μου, θα αλλάξεις γνώμη.

 

(Βγάζει την ποιητική του συλλογή από το σακίδιό του, το ανοίγει και αρχίζει να διαβάζει όρθιος. Εν τω μεταξύ η Ντίνα του φέρνει και τον καφέ που είχε παραγγείλει)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Λέγεται: «Ζαρζαβατικούλι μου».

Δεν άντεξα όταν σε είδα/πίσω από τη λαχανίδα

Γλυκούλα σαν μια ντοματούλα/και ζουμερή σαν πατατούλα

Άγρια ήσουν σαν τσουκνίδα/κι αφράτη σαν την κουνουπίδα

 

ΝΤΙΝΑ: Κουνουπίδι λέγεται, όχι κουνουπίδα.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Ποιητική αδεία, αγράμματη, αλλά τι να καταλάβεις εσύ από ποίηση;

ΝΤΙΝΑ: Αν σου φέρω το δίσκο στο κεφάλι να δεις εσύ τι θα καταλάβεις.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: Δεν πα να φτιάξεις καμιά σαλάτα λέω εγώ, να λιγδώσει λίγο και το άντερό σου.

 

(Εν τω μεταξύ ο Κώστας, είχε γύρει πάνω στο τραπέζι με τα χέρια του να έχουν αγκαλιάσει το κεφάλι σα να θέλει να προφυλαχτεί από σεισμό. Δεν άντεξε κι έβαλε τα κλάματα. Σκουπίζει τα μάτια του και αρχίζει να μιλάει)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκες, η σχωρεμένη η μάνα σου ονειρευόταν μεγαλεία για σένα. Πως θα γίνεις μεγάλος και τρανός. Σε ήθελε το λιγότερο πρωθυπουργό της Ελλάδας.

(Γυρνώντας προς τη φωτογραφία του Ανδρέα Παπανδρέου σταυροκοπιέται) Μεγάλε Ανδρέα, σχώρα με. Χατίρι δε σου χάλασε ποτέ. Θα το χαλάσεις το παιδί, της έλεγα. Το χαβά της αυτή.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Η μητέρα με αγαπούσε και με πίστευε όσο κανείς άλλος στον κόσμο. Είχε αντιληφθεί από πολύ νωρίς την κλίση μου στην ποίηση.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ: (Φασκελώνοντάς τον  και με τα δύο χέρια)

Να, πάρε δέκα Νόμπελ για να ησυχάσεις.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Βλέπεις, εκείνη ήταν από τζάκι. Δε συγχώρεσε ποτέ στον εαυτό της το ότι ερωτεύτηκε εμένα, έναν χασάπη. Προσπάθησα να τη συνεφέρω αλλά δεν έπαιρνε από λόγια. Κι εσύ, βρε παλιοτόμαρο κατάλαβες από νωρίς την αδυναμία που σου είχε και την εκμεταλλευόσουνα μέχρι εκεί που δεν παίρνει.

 

(Ο Δημήτρης κάθεται σε μια καρέκλα και ακούει με σκυφτό το κεφάλι)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Όμως Δημητράκη μου ως εδώ. Δεν αντέχω άλλο. Έστω κι αν είναι αργά, αποφάσισα να το σταματήσω αυτό το παραμύθι. Η χρηματοδότηση κομμένη. Η θα δουλέψεις το μαγαζί ή να αρχίσεις να τρως τις ποιητικές συλλογές σου.

 

(Ο Δημήτρης σηκώνεται. Με σκυφτό το κεφάλι και αργά βήματα, κατευθύνεται προς την πόρτα του καφενείου για να φύγει)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Εντάξει πατέρα, έχεις δίκιο. Φεύγω.

 

ΚΩΣΤΑΣ: Και που πας;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Πάω να φάω τις ποιητικές μου συλλογές, όπως είπες. Άλλωστε έχω τρεις μέρες να βάλω μπουκιά στο στόμα μου. (Φεύγει τρέχοντας)

 

ΚΩΣΤΑΣ: Στάσου, μη φεύγεις. Δεν μου απάντησες (Τον ακολουθεί με το γέρικο βηματισμό του. Στο καφενείο επικρατεί απόλυτη σιωπή)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Το αίμα μας σώζει τις πλούσιες ζωές τους

Το αίμα μας σώζει τις πλούσιες ζωές τους

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Δυο παλιά τραγούδια, λίγο κρασί στο ποτήρι, τα παιδιά στα γόνατα και η σκέψη παντού και πουθενά.

Δεν πρόλαβε να μπει ο μήνας και τα λεφτά σώθηκαν. Σώθηκε και η υπομονή και το κουράγιο. Πόσο να έχεις και από αυτά;

Πάλι μαύρισε η ψυχή σου. Κοιτάζεις τα παιδιά όταν εκείνα δεν σε βλέπουν και λες ότι κάτι πρέπει να κάνεις. Σε κοιτάζουν στα μάτια και τότε λες πως σίγουρα κάτι πρέπει να κάνεις.

Αλλά τι;

Σκέφτεσαι να βρεις μια δουλειά ακόμα, ότι να΄ ναι, για να πάψεις να ντρέπεσαι όταν σε κοιτάζουν στα μάτια. Δεν απαιτούν τίποτα, αλλά εσύ νιώθεις ενοχές ακριβώς γιατί τους έμαθες πως δεν πρέπει να απαιτούν.

Όμως πού να βρεθεί η δεύτερη δουλειά; Αστεία να λέμε; Εδώ χάνεται και η πρώτη και όποια δεν χάνεται μετατρέπεται σε εθελοντική εργασία , σε ευγενική χορηγία προς τους δύστυχους τους δανειστές μας.

Δεν προλαβαίνεις να πληρώνεις, δεν φτάνουν αυτά που παίρνεις για να τα βγάλεις πέρα και το χειρότερο, δεν προβλέπεται να φτιάξουν τα πράγματα αλλά είναι βέβαιο ότι θα γίνουν ακόμα χειρότερα. Αυτοί που κυβερνούν δεν έχουν πλέον κανένα πρόβλημα να το ανακοινώνουν με χαρμόσυνους τόνους:

« Ξέρετε, δεν πιάσαμε τους στόχους, που γνωρίζαμε πως έτσι κι αλλιώς δεν θα τους πιάναμε. Κάναμε λάθος. Πρέπει να περάσετε πάλι για «αιμοδοσία». Το αίμα σας, σώζει τις πλούσιες ζωές τις δικές μας και των αφεντικών μας».

Ξαναρίχνεις δυο σεκλέτια στο ποτήρι και το μυαλό σου πάει 35 χρόνια πίσω, σε ένα χειμωνιάτικο απόγευμα όταν ο θείος σου έφευγε, ετών 23, για την ξενιτιά. Θυμάσαι το κλάμα που έκανες κατά τον αποχωρισμό. Ήσουν δεν ήσουν έξι χρονών.

Όταν έφευγε λυγούσε σίδερα. Τώρα του έμεινε μια σύνταξη πρόωρη λόγω προβλήματος που απέκτησε στον αυχένα δουλεύοντας στα σιδεράδικα και στις χαλυβουργίες κάνοντας δυο και τρεις δουλειές για να μαζέψει λεφτά να γυρίσει  πίσω στην πατρίδα καθώς και το παράπονο που δεν γύρισε πίσω.

Τα παιδιά πήγαν για ύπνο και έμεινες μόνος με τις σκέψεις σου. Οι σκέψεις, σαν είναι βαριές είναι η χειρότερη παρέα και αν σε πετύχουν και μόνο, σου καίνε τα σωθικά.

Σπάζεις το κεφάλι σου να βρεις μια λύση αλλά μάταια.

Θυμάσαι το γείτονά σου που σου είπε τις προάλλες πως δεν πρέπει να παραπονιέσαι γιατί υπάρχουν και χειρότερα. «Υπάρχουν όμως και καλύτερα» του απάντησες και έφυγες.

Δεν θέλησες ποτέ να γίνεις πλούσιος. Τις υποχρεώσεις μόνο να βγάζεις πέρα. Αυτό ήθελες. Αυτό θέλεις και τώρα μα δεν σ΄αφήνουν. Βάζουν το χέρι στην τσέπη σου και αρπάζουν ότι έχεις.

«Φίλε, πρέπει να ψάχνεις για τα αντίθετα αν ζητάς εξηγήσεις», του είπε μια μέρα ένας συνάδελφος.

«Αν κάπου υπάρχει φτώχια, ψάξε την αιτία στον πλούτο. Για να υπάρξουν λίγοι πλούσιοι πρέπει να δημιουργηθούν πολλοί φτωχοί», συνέχισε ο συνάδελφος, αλλά εσύ δεν έδωσες σημασία. Τότε θεωρούσες πως δεν είσαι φτωχός. Τώρα όμως;

Είχε και απεργία προχτές, αλλά εσύ δεν έκανες γιατί δεν βγαίνεις οικονομικά.

Άσε που με τις απεργίες κάνεις δώρο τα λεφτά σου στο κράτος. Δεν είσαι δα και τόσο κορόιδο να μην τα καταλαβαίνεις αυτά.

Αφού ήπιες και την τελευταία γουλιά αναστενάζοντας, έπεσες να κοιμηθείς, αυτές τις λίγες ώρες που σ΄ έπαιρνε ο ύπνος τελευταία.

Μέχρι και τον ύπνο σου έκλεψαν χωρίς να το πάρεις είδηση.

Μέχρι και τον ύπνο σου τους χάρισες χωρίς να φέρεις αντίρρηση.

Αύριο έχει πάλι απεργία. Αλλά, τι να κάνεις; Τα είπαμε αυτά. Δεν βγαίνεις!

 

 

 

 
 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: