RSS

Daily Archives: 28 Νοεμβρίου 2015

Ιστορίες αυστηρώς ακατάλληλες…για τα δελτία ειδήσεων των οχτώ!

Ιστορίες αυστηρώς ακατάλληλες…για τα δελτία ειδήσεων των οχτώ!

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Η Δασκάλα μπαίνοντας σήμερα το πρωί στην τάξη, ανακοινώσε στους μαθητές της πως όποιος θα συγκεντρώσει στις επόμενες δύο εβδομάδες 10 «αστεράκια» καλής απόδοσης στο τετράδιό του, θα έπαιρνε στο τέλος ένα συμβολικό δώρο.

Ρώτησε τους μαθητές της, τι δώρο θα ήθελαν, έχοντας την κρυφή ελπίδα πως θα απαντούσαν: «Ένα βιβλίο».

Τα παιδιά σχεδόν με ένα στόμα της απάντησαν: «Δύο σάντουιτς από το κιλικίο κυρία».

Η Δασκάλα είχε ακούσει εδώ και καιρό ότι η κυρία Μαρία που είχε το κιλικίο, θα το άφηνε. Πίστευε πως αυτό οφειλόταν στην πλεονεξία της κυρίας Μαρίας η οποία απλώς ήθελε να ασχοληθεί με μία πιο κερδοφόρα επιχείρηση.

 

Ο καθηγητής της γυμναστικής είχε ξεκαθαρίσει στους μαθητές του πως κατά τη διάρκεια του μαθήματος θα ήθελε να έρχονται με αθλητική περιβολή. Όχι με τζιν και βερμούδες.

Στο σημερινό μάθημα, ο Γιώργος δεν φορούσε φόρμες και αθλητικά παπούτσια. Φορούσε και σήμερα το ίδιο τζιν όπως και όλες τις υπόλοιπες μέρες.

Ο καθηγητής, μόλις τον είδε του είπε:

«Βρε Γιώργο! Δεν είπαμε να φοράμε τις φόρμες όταν έχουμε γυμναστική;»

«Το είπαμε κύριε.»

«Τότε γιατί φοράς το τζιν;»

Κάποιοι συμμαθητές του άρχισαν να σιγομουρμουρίζουν.

«Από τότε που άρχισαν τα μαθήματα, τα ίδια φοράει κύριε», ακούστηκε μια φωνή.

Ο Γιώργος, έσκυψε το κεφάλι και έφυγε κλαίγοντας. Ο καθηγητής του τον ακολούθησε για να μάθει τι τρέχει.

«Δεν έχω άλλα ρούχα κύριε. Οι γονείς μου είναι άνεργοι εδώ και ένα χρόνο», είπε ο μαθητής με δάκρυα στα μάτια.

«Θέλεις να σου φέρω τις φόρμες του γιου μου; Μεγάλωσε και δεν του κάνουν πια. Είναι σαν καινούριες. Ζήτημα να τις φόρεσε πέντε φορές»

«Όχι κύριε, ευχαριστώ. Θα με μαλώσουν οι γονείς μου αν τις πάρω»

«Μήπως να σου δώσω χρήματα να πας να αγοράσεις μόνο σου; Δανεικά θα σου τα δώσω και όταν έχεις τα επιστρέφεις»

«Όχι κύριε, ευχαριστώ. Δεν μπορώ να τα πάρω. Θα με μαλώσουν οι γονείς μου αν το κάνω», είπε ο Γιώργος και απομακρύνθηκε.

Ο καθηγητής της γυμναστικής έβλεπε το Γιώργο, μα και άλλα παιδιά, να φοράνε για πολλές μέρες τα ίδια ρούχα. Μάλιστα το σχολίαζε με ένα συνάδελφό του λέγοντας:

«Αυτά τα παιδιά! Άμα κολλήσουν με ένα ρούχο δεν το βγάζουν από πάνω τους. Έτσι είναι σ΄αυτή την ηλικία. Δεν αλλάζουν εύκολα γνώμη. Νομίζουν ότι με τον τρόπο αυτό μεγαλώνουν.»

 

Ο Μήτσος δουλεύει χρόνια στο συνεργείο αυτοκινήτων. Μάστορας καλός, όπως λέει το αφεντικό του. Τον τελευταίο καιρό οι δουλειές είναι λίγο πεσμένες. Το μεροκάματο του Μήτσου κουτσουρεύτηκε, αλλά τι να κάνει; «Είναι γενικό το κακό», λέει και παρηγορείται.

Μωρέ δεν θα τον ένοιαζε τόσο αν δεν είχε εκείνο το στεγαστικό να ξεχρεώνει. Τώρα όμως, ζορίζεται πολύ να τα φέρει βόλτα.

Αυτός είναι και ο λόγος που εδώ και τρεις μήνες ξανάρχισε το τσιγάρο. Είπε να προλάβει τα χειρότερα. Είναι που πριν από δέκα χρόνια, τότε που χρεώθηκε στην τράπεζα για να αγοράσει το σπίτι, εμφάνισε λόγω άγχους, ένα αυτοάνοσο που τον ταλαιπώρησε για ένα χρόνο. Ογδόντα τετραγωνικά σπίτι αγόρασε για να χωρέσουν πέντε νοματαίοι, να μην τους τρώνε οι μετακομίσεις κάθε τόσο.

Σκέφτηκε λοιπόν, να ανάβει που και που κανένα τσιγάρο, μπας και τη γλυτώσει από το αυτοάνοσο.

Σήμερα είπε να το ρίξει έξω. Θα έπαιρνε στη δουλειά ένα καφέ για να πιει και θα αγόραζε και ένα πακέτο τσιγάρα που του είχαν τελειώσει από χτες.

Έβαλε το χέρι στην τσέπη και έπιασε κάτι ψιλά. Την αφή του χαρτονομίσματος την είχε σχεδόν ξεχάσει. Μέτρησε τα ψιλά και του βγήκαν 4 ευρώ και 20 λεπτά.

«Ένα ευρώ ο καφές και τρία και εβδομήντα τα τσιγάρα, σύνολο τέσσερα και εβδομήντα. Δε βαριέσαι. Θα πάρω τον καφέ και για τσιγάρο θα κάνω τράκα από το αφεντικό. Αυτός δεν ξεμένει ποτέ.»

Την ώρα του διαλείμματος, αγόρασε τον καφέ από τη διπλανή καντίνα και ζήτησε τσιγάρο, ξεροβήχοντας, από το αφεντικό του.

«Πάρε ρε Μήτσο ένα τσιγάρο, όμως, σ’ ακούω που βήχεις βρε παιδί μου. Αφού σε πειράζει γιατί δεν το κόβεις; Δε λέω! Καπνίζω κι εγώ, αλλά εμένα δε με πειράζει. Άσε που είναι κι ένα ακόμη έξοδο για σένα. Κόφτο να πάει στα κομμάτια»

Πίνοντας τον καφέ του ο Μήτσος, του ήρθε στο μυαλό μια κουβέντα που είχε πει ο καρδιοχειρουργός ο Σπύρου, Θεός σχωρέστον, σε μια συνέντευξή του.

Τον ρώτησε η δημοσιογράφος αν προέτρεπε τους ασθενείς του που κάπνιζαν, να σταματήσουν το κάπνισμα, με δεδομένο ότι και ο ίδιος ήταν μανιώδης καπνιστής. Εκείνος της απάντησε:

«Εξαρτάται από τον ασθενή. Αν διαθέτει ελικόπτερο, θα του πω να σταματήσει το κάπνισμα και να πηγαίνει βόλτες για καφέ στην Ελβετία. Αν είναι κανένας μεροκαματιάρης που η μόνη του παρηγοριά είναι ένα τσιγάρο και ένα ποτήρι κρασί, ε τότε δεν μπορώ να του τα στερήσω».

Το δούλεψε ο Μήτσος στο μυαλό του και μπαίνοντας στο συνεργείο να πιάσει πάλι δουλειά, φώναξε στο αφεντικό του:

«Αφεντικό, ξέρεις τι φταίει και δεν κόβω το τσιγάρο;»

«Τι;»

«Να! Φταίει που δεν έχω ένα ελικόπτερο, γ@μ& το κέρατό μου μέσα.»

 

Τρεις καθημερινές ιστορίες, ακατάλληλες…για τα δελτία των οχτώ!

Και δεν είναι οι μοναδικές…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το ραντεβού του κυρίου Ανώνυμου

Το ραντεβού του κυρίου Ανώνυμου

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Περπατούσε πάντα σκυφτός, μιλούσε λίγο και δεν κοίταζε ποτέ το συνομιλητή του στα μάτια. Ντρεπόταν, ήταν διστακτικός και σπάνια χαμογελούσε.

Είχε αργήσει στο ραντεβού και γι’ αυτό το βήμα του ήταν γοργό.

Το περίμενε καιρό αυτό το ραντεβού. Πολλές φορές είχε αναβληθεί με δική του υπαιτιότητα, άλλες φορές πάλι, ενώ εκείνος το ήθελε, οι συνθήκες δεν ήταν οι κατάλληλες για να πραγματοποιηθεί.

Καθώς περπατούσε, στο μυαλό του στριφογύριζαν χιλιάδες πράγματα που τον έκαναν να ιδρώνει.

Θυμήθηκε τα στερημένα παιδικά του χρόνια, τα φοιτητικά του χρόνια μακριά από το σπίτι του, τους μήνες που ήταν στρατιώτης κάπου ξεχασμένος στην πινέζα του χάρτη.

Πέρασαν γρήγορα από μπροστά του τα πρώτα χρόνια στη δουλειά, οι στιγμές του γάμου του και οι γεννήσεις των παιδιών του.

Η «καλημέρα» και το χαμόγελο του μικρότερου παιδιού του σήμερα το πρωί, ήταν αυτά που του υπενθύμισαν το σημερινό του ραντεβού.

Από τότε που θυμάται τον εαυτό του ήταν πάντα υπάκουος, δεν ήθελε να δυσαρεστήσει κανέναν, έκανε ότι ήθελαν οι άλλοι γιατί θεωρούσε ότι το να

εναντιωθείς σε κάποιον μάλλον δυσκολεύει παρά διευκολύνει τις καταστάσεις.

Δεν διαμαρτυρήθηκε όταν χτυπούσε για δύο μήνες «γερμανικό» νούμερο μες στο καταχείμωνο για να μπορούν κάποια «βύσματα», να παίρνουν εξόδους και άδειες.

Δεν εναντιώθηκε όταν πρωτόπιασε δουλειά και τοποθετήθηκε στη θέση τού κλητήρα παρόλο που ήταν πτυχιούχος.

Δεν είπε κουβέντα όταν κατάλαβε πως ο κουνιάδος του τον έκλεβε για πολλά χρόνια στο μοίρασμα της σοδειάς από τα λίγα χωράφια που είχε.

Δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ όταν του έπαιρναν τη σειρά στην ουρά περιμένοντας το λεωφορείο, με αποτέλεσμα κάποιες φορές να μένει εκείνος απ΄έξω.

Υπέμενε καρτερικά τις προσβολές που δεχόταν πολύ συχνά από τους ανωτέρους του για δικές τους παραλείψεις με το σκεπτικό ότι μια κόντρα μαζί τους μόνο κακό θα του έκανε.

Οι σκέψεις του σταμάτησαν όταν παρατήρησε πως όλοι γύρω του βάδιζαν με ασυνήθιστα γρήγορο βήμα. Κάποιοι τον προσπερνούσαν, κάποιοι άλλοι κινούνταν αντίθετα απ’ ότι ο ίδιος, κάποιοι πήγαιναν με τα ποδήλατά τους και ορισμένοι άλλοι έτρεχαν. Οι περισσότεροι είχαν την ίδια κατεύθυνση με κείνον.

Σταμάτησε και κοίταξε πίσω του υποθέτοντας πως κάτι είχε συμβεί που ανάγκασε όλους τους ανθρώπους να κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση.

Σκέφτηκε ότι κάπου θα έπιασε φωτιά ή ότι έγινε κάποια ληστεία ή κάποιο σοβαρό ατύχημα.

Σκούπισε το μέτωπό του με το μαντήλι του και συνέχισε με ακόμα πιο γρήγορο βήμα.

Δεν ήθελε με τίποτα να αργήσει στο σημερινό ραντεβού. Το σχεδίαζε εδώ και καιρό και το περίμενε με ανυπομονησία. Ήταν σίγουρος πως θα του άλλαζε τη ζωή. Δεν ήξερε αν θα άλλαζε προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο αλλά σίγουρα η ζωή του θα ήταν διαφορετική.

Όσο πλησίαζε στο σημείο που είχε τη συνάντηση όλο και περισσότερο πύκνωνε ο κόσμος γύρω του, κάτι που τον εμπόδιζε να προχωρά το ίδιο γρήγορα όπως και πριν.

Το δεξί του χέρι είχε μουδιάσει καθώς σε όλη τη διαδρομή κρατούσε με αυτό μέσα από το σακάκι του μια χάρτινη σακούλα η οποία προφύλαγε καλά το περιεχόμενό της.

Οι σφυγμοί του ένιωθε πως λίγο ακόμα και θα του σπάσουν τις φλέβες. Προς στιγμή σκέφτηκε να το βάλει στα πόδια γιατί δεν ένιωθε έτοιμος για τη συνάντηση. Γρήγορα ξαναβρήκε την αποφασιστικότητά του και με το μουδιασμένο του χέρι έβγαλε μέσα από το κουμπωμένο του σακάκι τη χάρτινη σακούλα.

Την έσκισε και έβγαλε βιαστικά το λάβαρο που ήταν μέσα. Το ξεδίπλωσε και προχώρησε για το σημείο που ήταν ακριβώς το ραντεβού.

Εκεί, καθισμένη σε μια καρέκλα πάνω σε ένα χαμηλό τραπέζι τον περίμενε «εκείνη» με την πένα βουτηγμένη στο κόκκινο μελάνι.

Του έκανε νόημα να πλησιάσει και τον ρώτησε ποιο είναι το όνομά του.

«Αν δεν μου πεις ποιος είσαι, δεν θα μπορέσω να υπογράψω στο λάβαρο που έφερες», του είπε στοργικά μα και επίμονα.

«Έλα, περιμένουνε κι άλλοι».

«Κώστας Ανώνυμος», της απάντησε με τρεμάμενη φωνή.

«Εκείνη», έβαλε την υπογραφή της στο λάβαρο και έκανε νόημα στον κύριο Ανώνυμο να κάνει στην άκρη για να πάρει κάποιος άλλος τη θέση του.

Ανοίγοντας το λάβαρο ο κύριος Ανώνυμος διαπίστωσε ότι το κόκκινο που είχε πάνω του δεν ήταν μελάνι αλλά αίμα. Τότε διαπίστωσε πως από το δεξί του χέρι, το μουδιασμένο, έπεφταν λίγες σταγόνες αίμα.

Πήγε πιο πέρα και διάβασε όσα ήταν γραμμένα πάνω στο λάβαρο.

«Τις περισσότερες φορές, το όνομά μου γράφεται με αίμα. Με ελπίδα, για τον κύριο Ανώνυμο».

«ΙΣΤΟΡΙΑ»

 

 

 

 

 

Ετικέτες:

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: