RSS

Monthly Archives: Νοέμβριος 2015

Μια φορά ξετσίπωτος για πάντα ξετσίπωτος

Μια φορά ξετσίπωτος για πάντα ξετσίπωτος

Μια φορά ξετσίπωτος για πάντα ξετσίπωτος

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

ξετσίπωτος1Οι στιγμές είναι ιστορικές για όλους. Για φτωχούς, για μικρομεσαίους, για πλούσιους, για πολύ πλούσιους αλλά κυρίως είναι ιστορικές για τον κυρίαρχο πολιτικό μας θίασο.

Οι ώρες που διανύουμε είναι ώρες μεγάλης ευθύνης και μεγάλων αποφάσεων.

Οι φτωχοί, καλούνται, από τους κυβερνώντες, να αποφασίσουν αν θα γίνουν πιο φτωχοί ή αν θα διαλέξουν να γίνουν φτωχότεροι. Δύσκολο και εξοντωτικό το δίλλημα για εκατομμύρια ανθρώπους γιατί πρέπει να φαίνεται ότι εκείνοι αποφάσισαν.

Ο μπάρμπα-Νίκος ο συνταξιούχος πρέπει να δεχτεί από μόνος του να θυσιάσει τα 40 χρόνια σκληρής δουλειάς για το καλό του καλού τραπεζίτη. Και να πεις ότι την ήθελε τη σύνταξη για κείνον; Έλα όμως που περίμεναν άλλα τέσσερα στόματα να ζήσουν με τη σύνταξη! Ο γιος του μακροχρόνια άνεργος, η νύφη του αναπληρώτρια σε σχολείο. Πώς να τα βγάλουν πέρα και με τα δυο παιδιά που είχαν;

Ο Αλέξης και η παρέα του το αποφάσισε κι ο μπαρμπα-Νίκος ελεύθερα πρέπει να αναγκαστεί να το δεχτεί. Αλλιώς θα καταστραφεί. Πρέπει να δεχτεί την καταστροφή του για να μην καταστραφεί, όπως του λένε.

Ο Δημήτρης με τα ψιλικά είχε ο δόλιος την ελπίδα ότι κάποια στιγμή το ψιλικατζίδικο θα γινόταν μίνι-μάρκετ και αργότερα, γιατί όχι, σούπερ-μάρκετ.

Πίστευε, ο θλιμμένος, ότι τα μονοπώλια καταργήθηκαν, δεν ήξερε για τα προνόμια που απολαμβάνουν τα πολυεθνικά σούπερ-μάρκετ στη χώρα μας. Νόμιζε ότι αποδίδουν τον ΦΠΑ όπως αυτός. Που να φανταζόταν ποτέ ότι οι εργαζόμενοι στα πολυεθνικά και ντόπια σούπερ-μάρκετ δουλεύουν σα σκλάβοι πολλαπλασιάζοντας τα κέρδη των αφεντικών; Νόμιζε πως αυτό γινόταν μόνο για κείνον και τη γυναίκα του την Ελένη. Ακολουθούσε τη συμβουλή του παππού του που του έλεγε πως μόνο με την σκληρή δουλειά προοδεύει ο άνθρωπος. Δε ρώτησε όμως ποτέ τον παππού του γιατί ο ίδιος, αν και δούλευε από τα πέντε του, δεν πρόκοψε ποτέ; Του ξέφυγε αυτή η λεπτομέρεια και τώρα, για έναν ανεξήγητο λόγο, τη θυμήθηκε. Πού να τον βρει όμως τον παππού του;

Όσο για τον κύριο Γιάννη, διευθύνων σύμβουλος στην τεχνική εταιρεία του κυρίου Γεράσιμου, ποτέ δεν σκέφτηκε πώς γίνεται να τα βγάζει πέρα ο μπαρμπα-Νίκος και η φαμίλια του, πώς γίνεται να τα βολεύει ο Δημήτρης και οι δικοί του; Η αλήθεια είναι ότι προβληματίστηκε λίγο όταν άκουσε ότι θα φορολογηθούν όσοι έχουν δύο σκάφη. Τα έβαλε κάτω και αποφάσισε πως θα στοίχιζε πολύ ψυχολογικά τόσο στον ίδιο όσο και στη σύζυγό του το να πουλήσει το δεύτερο σκάφος. Είχε άλλωστε και το όνομά της. Δεν θα το άντεχε. Το πρόσωπό της θα γέμιζε ρυτίδες και εκείνη την περίοδο ο αισθητικός της απουσίαζε στο εξωτερικό.

Ο κύριος Γεράσιμος είναι αλήθεια ότι ανησύχησε κάπως περισσότερο. Ήρθε όμως ένα πρωί και ανακοίνωσε στο ΔΣ της εταιρείας πως, δόξα τω Θεώ, όλα θα πάνε καλά. Ξεπαγώνουν οι χρηματοδοτήσεις για τα μεγάλα έργα, εγκρίθηκε και ο διακανονισμός με την τράπεζα και τα ασφαλιστικά ταμεία οπότε κανένα πλέον εμπόδιο δεν υπήρχε. Η εταιρεία θα συνέχιζε το ανθρωπιστικό της έργο-ναι ανθρωπιστικό αφού δίνει δουλειά σε ανθρώπους-για το καλό της πατρίδας και της εθνικής οικονομίας. Τα δύο του ξενοδοχεία, επίσης, κάθε χρόνο πήγαιναν και καλύτερα. Ο τουρισμός έσπαγε χρόνο με το χρόνο κάθε ρεκόρ. Του άρεσε του Γεράσιμου ο Αλέξης όπως του άρεσε παλιότερα και ο Ανδρέας.

Ο Αλέξης και η παρέα του έκοψε, αν είχε ποτέ, κάθε δεσμό με τα λαϊκά συμφέροντα όχι τη νύχτα του δημοψηφίσματος αλλά τη στιγμή που υπέβαλλε τα διαπιστευτήριά του στα μεγάλα συμφέροντα είτε από τη μία είτε από την άλλη μεριά του Ατλαντικού.

Και τώρα που σφίγγουν οι προσαγωγοί, ο Αλέξης και η παρέα του ζητάει τη συναίνεση του πολιτικού δημοκρατικού τόξου. Αυτοί που τα τελευταία χρόνια κυκλοφορούν από συνήθεια με τα χέρια ψηλά καθώς δεν προλαβαίνουν να ψηφίζουν μέτρα και μνημόνια, του αρνήθηκαν. Μόνο ένας Λεβέντης του στάθηκε, που να μην έσωνε. Ξεφτίλα να σε στηρίζει μόνο ο Λεβέντης!

Ο Αλέξης και η παρέα του δεν ζήτησε τη συναίνεση του λαού. Ίσως να μην τολμάει, ίσως πάλι να τη θεωρεί δεδομένη αφού δε βλέπει αντιδράσεις.

Πάντως σίγουρα κάτι οσμίζεται για το τι θα ακολουθήσει, αλλιώς δεν θα ζητούσε μνημονιακή συστράτευση.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά θυμήθηκα τη γειτόνισσα την κυρά-Σταυρούλα. Άγχος μεγάλο να πληρώσει τον ΕΝΦΙΑ και τις δόσεις στην εφορία. Μέχρι και το φαΐ στερείται. Κι αν τη ρωτήσεις γιατί το κάνει όταν αυτοί που θα έπρεπε να φορολογηθούν και να πληρώσουν τη βγάζουν πάντα λάδι, έχει την απάντηση έτοιμη: «Ντρέπομαι παιδάκι μου, ντρέπομαι. Μια φορά ξετσίπωτος για πάντα ξετσίπωτος».

Όσο και να διαφωνεί κανένας με τη λογική της κυρά-Σταυρούλας δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει με το τελευταίο:

«Μια φορά ξετσίπωτος για πάντα ξετσίπωτος»

 

 

 

Ιστορίες αυστηρώς ακατάλληλες…για τα δελτία ειδήσεων των οχτώ!

Ιστορίες αυστηρώς ακατάλληλες…για τα δελτία ειδήσεων των οχτώ!

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Η Δασκάλα μπαίνοντας σήμερα το πρωί στην τάξη, ανακοινώσε στους μαθητές της πως όποιος θα συγκεντρώσει στις επόμενες δύο εβδομάδες 10 «αστεράκια» καλής απόδοσης στο τετράδιό του, θα έπαιρνε στο τέλος ένα συμβολικό δώρο.

Ρώτησε τους μαθητές της, τι δώρο θα ήθελαν, έχοντας την κρυφή ελπίδα πως θα απαντούσαν: «Ένα βιβλίο».

Τα παιδιά σχεδόν με ένα στόμα της απάντησαν: «Δύο σάντουιτς από το κιλικίο κυρία».

Η Δασκάλα είχε ακούσει εδώ και καιρό ότι η κυρία Μαρία που είχε το κιλικίο, θα το άφηνε. Πίστευε πως αυτό οφειλόταν στην πλεονεξία της κυρίας Μαρίας η οποία απλώς ήθελε να ασχοληθεί με μία πιο κερδοφόρα επιχείρηση.

 

Ο καθηγητής της γυμναστικής είχε ξεκαθαρίσει στους μαθητές του πως κατά τη διάρκεια του μαθήματος θα ήθελε να έρχονται με αθλητική περιβολή. Όχι με τζιν και βερμούδες.

Στο σημερινό μάθημα, ο Γιώργος δεν φορούσε φόρμες και αθλητικά παπούτσια. Φορούσε και σήμερα το ίδιο τζιν όπως και όλες τις υπόλοιπες μέρες.

Ο καθηγητής, μόλις τον είδε του είπε:

«Βρε Γιώργο! Δεν είπαμε να φοράμε τις φόρμες όταν έχουμε γυμναστική;»

«Το είπαμε κύριε.»

«Τότε γιατί φοράς το τζιν;»

Κάποιοι συμμαθητές του άρχισαν να σιγομουρμουρίζουν.

«Από τότε που άρχισαν τα μαθήματα, τα ίδια φοράει κύριε», ακούστηκε μια φωνή.

Ο Γιώργος, έσκυψε το κεφάλι και έφυγε κλαίγοντας. Ο καθηγητής του τον ακολούθησε για να μάθει τι τρέχει.

«Δεν έχω άλλα ρούχα κύριε. Οι γονείς μου είναι άνεργοι εδώ και ένα χρόνο», είπε ο μαθητής με δάκρυα στα μάτια.

«Θέλεις να σου φέρω τις φόρμες του γιου μου; Μεγάλωσε και δεν του κάνουν πια. Είναι σαν καινούριες. Ζήτημα να τις φόρεσε πέντε φορές»

«Όχι κύριε, ευχαριστώ. Θα με μαλώσουν οι γονείς μου αν τις πάρω»

«Μήπως να σου δώσω χρήματα να πας να αγοράσεις μόνο σου; Δανεικά θα σου τα δώσω και όταν έχεις τα επιστρέφεις»

«Όχι κύριε, ευχαριστώ. Δεν μπορώ να τα πάρω. Θα με μαλώσουν οι γονείς μου αν το κάνω», είπε ο Γιώργος και απομακρύνθηκε.

Ο καθηγητής της γυμναστικής έβλεπε το Γιώργο, μα και άλλα παιδιά, να φοράνε για πολλές μέρες τα ίδια ρούχα. Μάλιστα το σχολίαζε με ένα συνάδελφό του λέγοντας:

«Αυτά τα παιδιά! Άμα κολλήσουν με ένα ρούχο δεν το βγάζουν από πάνω τους. Έτσι είναι σ΄αυτή την ηλικία. Δεν αλλάζουν εύκολα γνώμη. Νομίζουν ότι με τον τρόπο αυτό μεγαλώνουν.»

 

Ο Μήτσος δουλεύει χρόνια στο συνεργείο αυτοκινήτων. Μάστορας καλός, όπως λέει το αφεντικό του. Τον τελευταίο καιρό οι δουλειές είναι λίγο πεσμένες. Το μεροκάματο του Μήτσου κουτσουρεύτηκε, αλλά τι να κάνει; «Είναι γενικό το κακό», λέει και παρηγορείται.

Μωρέ δεν θα τον ένοιαζε τόσο αν δεν είχε εκείνο το στεγαστικό να ξεχρεώνει. Τώρα όμως, ζορίζεται πολύ να τα φέρει βόλτα.

Αυτός είναι και ο λόγος που εδώ και τρεις μήνες ξανάρχισε το τσιγάρο. Είπε να προλάβει τα χειρότερα. Είναι που πριν από δέκα χρόνια, τότε που χρεώθηκε στην τράπεζα για να αγοράσει το σπίτι, εμφάνισε λόγω άγχους, ένα αυτοάνοσο που τον ταλαιπώρησε για ένα χρόνο. Ογδόντα τετραγωνικά σπίτι αγόρασε για να χωρέσουν πέντε νοματαίοι, να μην τους τρώνε οι μετακομίσεις κάθε τόσο.

Σκέφτηκε λοιπόν, να ανάβει που και που κανένα τσιγάρο, μπας και τη γλυτώσει από το αυτοάνοσο.

Σήμερα είπε να το ρίξει έξω. Θα έπαιρνε στη δουλειά ένα καφέ για να πιει και θα αγόραζε και ένα πακέτο τσιγάρα που του είχαν τελειώσει από χτες.

Έβαλε το χέρι στην τσέπη και έπιασε κάτι ψιλά. Την αφή του χαρτονομίσματος την είχε σχεδόν ξεχάσει. Μέτρησε τα ψιλά και του βγήκαν 4 ευρώ και 20 λεπτά.

«Ένα ευρώ ο καφές και τρία και εβδομήντα τα τσιγάρα, σύνολο τέσσερα και εβδομήντα. Δε βαριέσαι. Θα πάρω τον καφέ και για τσιγάρο θα κάνω τράκα από το αφεντικό. Αυτός δεν ξεμένει ποτέ.»

Την ώρα του διαλείμματος, αγόρασε τον καφέ από τη διπλανή καντίνα και ζήτησε τσιγάρο, ξεροβήχοντας, από το αφεντικό του.

«Πάρε ρε Μήτσο ένα τσιγάρο, όμως, σ’ ακούω που βήχεις βρε παιδί μου. Αφού σε πειράζει γιατί δεν το κόβεις; Δε λέω! Καπνίζω κι εγώ, αλλά εμένα δε με πειράζει. Άσε που είναι κι ένα ακόμη έξοδο για σένα. Κόφτο να πάει στα κομμάτια»

Πίνοντας τον καφέ του ο Μήτσος, του ήρθε στο μυαλό μια κουβέντα που είχε πει ο καρδιοχειρουργός ο Σπύρου, Θεός σχωρέστον, σε μια συνέντευξή του.

Τον ρώτησε η δημοσιογράφος αν προέτρεπε τους ασθενείς του που κάπνιζαν, να σταματήσουν το κάπνισμα, με δεδομένο ότι και ο ίδιος ήταν μανιώδης καπνιστής. Εκείνος της απάντησε:

«Εξαρτάται από τον ασθενή. Αν διαθέτει ελικόπτερο, θα του πω να σταματήσει το κάπνισμα και να πηγαίνει βόλτες για καφέ στην Ελβετία. Αν είναι κανένας μεροκαματιάρης που η μόνη του παρηγοριά είναι ένα τσιγάρο και ένα ποτήρι κρασί, ε τότε δεν μπορώ να του τα στερήσω».

Το δούλεψε ο Μήτσος στο μυαλό του και μπαίνοντας στο συνεργείο να πιάσει πάλι δουλειά, φώναξε στο αφεντικό του:

«Αφεντικό, ξέρεις τι φταίει και δεν κόβω το τσιγάρο;»

«Τι;»

«Να! Φταίει που δεν έχω ένα ελικόπτερο, γ@μ& το κέρατό μου μέσα.»

 

Τρεις καθημερινές ιστορίες, ακατάλληλες…για τα δελτία των οχτώ!

Και δεν είναι οι μοναδικές…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το ραντεβού του κυρίου Ανώνυμου

Το ραντεβού του κυρίου Ανώνυμου

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Περπατούσε πάντα σκυφτός, μιλούσε λίγο και δεν κοίταζε ποτέ το συνομιλητή του στα μάτια. Ντρεπόταν, ήταν διστακτικός και σπάνια χαμογελούσε.

Είχε αργήσει στο ραντεβού και γι’ αυτό το βήμα του ήταν γοργό.

Το περίμενε καιρό αυτό το ραντεβού. Πολλές φορές είχε αναβληθεί με δική του υπαιτιότητα, άλλες φορές πάλι, ενώ εκείνος το ήθελε, οι συνθήκες δεν ήταν οι κατάλληλες για να πραγματοποιηθεί.

Καθώς περπατούσε, στο μυαλό του στριφογύριζαν χιλιάδες πράγματα που τον έκαναν να ιδρώνει.

Θυμήθηκε τα στερημένα παιδικά του χρόνια, τα φοιτητικά του χρόνια μακριά από το σπίτι του, τους μήνες που ήταν στρατιώτης κάπου ξεχασμένος στην πινέζα του χάρτη.

Πέρασαν γρήγορα από μπροστά του τα πρώτα χρόνια στη δουλειά, οι στιγμές του γάμου του και οι γεννήσεις των παιδιών του.

Η «καλημέρα» και το χαμόγελο του μικρότερου παιδιού του σήμερα το πρωί, ήταν αυτά που του υπενθύμισαν το σημερινό του ραντεβού.

Από τότε που θυμάται τον εαυτό του ήταν πάντα υπάκουος, δεν ήθελε να δυσαρεστήσει κανέναν, έκανε ότι ήθελαν οι άλλοι γιατί θεωρούσε ότι το να

εναντιωθείς σε κάποιον μάλλον δυσκολεύει παρά διευκολύνει τις καταστάσεις.

Δεν διαμαρτυρήθηκε όταν χτυπούσε για δύο μήνες «γερμανικό» νούμερο μες στο καταχείμωνο για να μπορούν κάποια «βύσματα», να παίρνουν εξόδους και άδειες.

Δεν εναντιώθηκε όταν πρωτόπιασε δουλειά και τοποθετήθηκε στη θέση τού κλητήρα παρόλο που ήταν πτυχιούχος.

Δεν είπε κουβέντα όταν κατάλαβε πως ο κουνιάδος του τον έκλεβε για πολλά χρόνια στο μοίρασμα της σοδειάς από τα λίγα χωράφια που είχε.

Δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ όταν του έπαιρναν τη σειρά στην ουρά περιμένοντας το λεωφορείο, με αποτέλεσμα κάποιες φορές να μένει εκείνος απ΄έξω.

Υπέμενε καρτερικά τις προσβολές που δεχόταν πολύ συχνά από τους ανωτέρους του για δικές τους παραλείψεις με το σκεπτικό ότι μια κόντρα μαζί τους μόνο κακό θα του έκανε.

Οι σκέψεις του σταμάτησαν όταν παρατήρησε πως όλοι γύρω του βάδιζαν με ασυνήθιστα γρήγορο βήμα. Κάποιοι τον προσπερνούσαν, κάποιοι άλλοι κινούνταν αντίθετα απ’ ότι ο ίδιος, κάποιοι πήγαιναν με τα ποδήλατά τους και ορισμένοι άλλοι έτρεχαν. Οι περισσότεροι είχαν την ίδια κατεύθυνση με κείνον.

Σταμάτησε και κοίταξε πίσω του υποθέτοντας πως κάτι είχε συμβεί που ανάγκασε όλους τους ανθρώπους να κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση.

Σκέφτηκε ότι κάπου θα έπιασε φωτιά ή ότι έγινε κάποια ληστεία ή κάποιο σοβαρό ατύχημα.

Σκούπισε το μέτωπό του με το μαντήλι του και συνέχισε με ακόμα πιο γρήγορο βήμα.

Δεν ήθελε με τίποτα να αργήσει στο σημερινό ραντεβού. Το σχεδίαζε εδώ και καιρό και το περίμενε με ανυπομονησία. Ήταν σίγουρος πως θα του άλλαζε τη ζωή. Δεν ήξερε αν θα άλλαζε προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο αλλά σίγουρα η ζωή του θα ήταν διαφορετική.

Όσο πλησίαζε στο σημείο που είχε τη συνάντηση όλο και περισσότερο πύκνωνε ο κόσμος γύρω του, κάτι που τον εμπόδιζε να προχωρά το ίδιο γρήγορα όπως και πριν.

Το δεξί του χέρι είχε μουδιάσει καθώς σε όλη τη διαδρομή κρατούσε με αυτό μέσα από το σακάκι του μια χάρτινη σακούλα η οποία προφύλαγε καλά το περιεχόμενό της.

Οι σφυγμοί του ένιωθε πως λίγο ακόμα και θα του σπάσουν τις φλέβες. Προς στιγμή σκέφτηκε να το βάλει στα πόδια γιατί δεν ένιωθε έτοιμος για τη συνάντηση. Γρήγορα ξαναβρήκε την αποφασιστικότητά του και με το μουδιασμένο του χέρι έβγαλε μέσα από το κουμπωμένο του σακάκι τη χάρτινη σακούλα.

Την έσκισε και έβγαλε βιαστικά το λάβαρο που ήταν μέσα. Το ξεδίπλωσε και προχώρησε για το σημείο που ήταν ακριβώς το ραντεβού.

Εκεί, καθισμένη σε μια καρέκλα πάνω σε ένα χαμηλό τραπέζι τον περίμενε «εκείνη» με την πένα βουτηγμένη στο κόκκινο μελάνι.

Του έκανε νόημα να πλησιάσει και τον ρώτησε ποιο είναι το όνομά του.

«Αν δεν μου πεις ποιος είσαι, δεν θα μπορέσω να υπογράψω στο λάβαρο που έφερες», του είπε στοργικά μα και επίμονα.

«Έλα, περιμένουνε κι άλλοι».

«Κώστας Ανώνυμος», της απάντησε με τρεμάμενη φωνή.

«Εκείνη», έβαλε την υπογραφή της στο λάβαρο και έκανε νόημα στον κύριο Ανώνυμο να κάνει στην άκρη για να πάρει κάποιος άλλος τη θέση του.

Ανοίγοντας το λάβαρο ο κύριος Ανώνυμος διαπίστωσε ότι το κόκκινο που είχε πάνω του δεν ήταν μελάνι αλλά αίμα. Τότε διαπίστωσε πως από το δεξί του χέρι, το μουδιασμένο, έπεφταν λίγες σταγόνες αίμα.

Πήγε πιο πέρα και διάβασε όσα ήταν γραμμένα πάνω στο λάβαρο.

«Τις περισσότερες φορές, το όνομά μου γράφεται με αίμα. Με ελπίδα, για τον κύριο Ανώνυμο».

«ΙΣΤΟΡΙΑ»

 

 

 

 

 

Ετικέτες:

Σιγά μην πέσουμε για τα κωλόσπιτα των φτωχών

Σιγά μην πέσουμε για τα κωλόσπιτα των φτωχών

Σιγά μην πέσουμε για τα κωλόσπιτα των φτωχών

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Και να που έφτασε κι άλλος ένας κόμπος στο χτένι, αυτή τη φορά πιο μεγάλος. Ή θα ξεδοντιάσει το χτένι και θα περάσει ή το χτένι θα αποδειχτεί ανθεκτικό για μία ακόμη φορά. Όμως, επειδή αυτή τη φορά το νήμα τραβιέται από την κοινωνία με μεγάλη δύναμη, αν, τελικά, αντέξει το χτένι, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα γκρεμιστεί ο αργαλιός.

Κάθε φορά που το τέρας παραγγέλνει την τροφή του εμφανίζονται στον ορίζοντα πιστοί υπηρέτες, διαφορετικοί κάθε φορά μα και τόσο ίδιοι μεταξύ τους, που είναι έτοιμοι να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους για να μπορεί το τέρας να συνεχίζει να αναπνέει, να συνεχίζει να πεινάει να συνεχίζει να αποζητάει τροφή.

Και οι υπηρέτες, λυσσασμένα σκυλιά με ψεύτικα δόντια, τρέχουν να θερίσουν ζωές και όνειρα.

Αγράμματοι να μείνουν οι φτωχοί που εκείνοι δημιούργησαν, χωρίς σπίτια να μείνουν οι φτωχοί που εκείνοι τους οδήγησαν στη φτώχια, ελεύθεροι και με τις τιμές που τους αρμόζουν να μείνουν οι κλέφτες του μόχθου των ανθρώπων και οι μπαταχτσήδες της πολιτικής και της οικονομίας, στο διάολο να πάνε οι άρρωστοι, οι άστεγοι, οι άνεργοι και όσοι ακόμη έχουν δουλειά.

Το τέρας πεινάει και πρέπει να φάει. Ζητάει σπίτια, περιουσίες, εγκαθιστά το κρύο στα σπίτια, στερεί το φως και το νερό, τη γνώση και τη μόρφωση των ανθρώπων και οι πιστοί υπηρέτες τα σκυλιά τα λυσσασμένα με τα ψεύτικα δόντια βγαίνουν παγανιά ουρλιάζοντας και γρυλίζοντας, για να του τα προσφέρουν.

Ως αντάλλαγμα, μπορούν και ζουν σε χρυσά σκυλόσπιτα μες στη χλιδή και τον πλούτο, αλυσοδεμένοι σε αναπαυτικές καρέκλες αξιωμάτων απ΄όπου εξαπολύουν λόγους κενούς, ψεύτικους και απειλητικούς.

Αλλάζουν το μαντρί που υπερασπίζονται με την ίδια ευκολία που σκορπίζουν τον πόνο, την απόγνωση και το θάνατο.

Γλύφουν εκεί που πριν από λίγο καιρό έφτυναν, κολακεύουν και στηρίζουν εκείνους που πριν από λίγο καιρό «έβριζαν» και απαξίωναν, καταδικάζουν πρακτικές και ενέργειες τις ίδιες που πριν από λίγο καιρό ακολούθησαν, υποκρίνονται μπρος στη θεά κάμερα και καμώνονται πως νοιάζονται για ανθρώπους, τόπους και πατρίδες, την ίδια στιγμή που φέρονται στους ανθρώπους σαν να είναι ζώα και ξεπουλούν, μπιρ παρά, τόπους και πατρίδες.

Λες και είναι δικός τους ο χρυσός και όχι δικός μας, λες και είναι δικά τους τα δάση και όχι δικά μας, λες και είναι δικά τους τα πετρέλαια, τα ορυκτά, ο αέρας, το νερό και όχι δικά μας.

Ιερό δεν έχουν, όσιο δεν έχουν η τσίπα τους τελείωσε και κρύβουν το τρομακτικό τους πρόσωπο σε ακριβά κοστούμια και θωρακισμένα αυτοκίνητα μεγάλου κυβισμού. Φοβούνται και κυκλοφορούν με πολυάριθμη συνοδεία. Άραγε γιατί να φοβούνται αφού κάνουν το σωστό; Από ποια συμφέροντα νιώθουν ότι κινδυνεύουν; Από τα λαϊκά; Μα δηλώνουν υπηρέτες του λαού μα στην πορεία αλλάζουν αφέντη και γίνονται δυνάστες του λαού.

Καμαρώνουν χωρίς δεύτερη σκέψη επειδή οδηγούν τους ανθρώπους σε απόγνωση πιστεύοντας και ελπίζοντας πως αυτό θα γίνεται εσαεί. Η Ιστορία δεν τους διδάσκει, τους ξεμωραίνει και τους κάνει να πιστεύουν πως θα είναι οι πρώτοι που θα μπορούν να φέρονται στους ανθρώπους σαν σκλάβοι, χωρίς οι σκλάβοι να επαναστατήσουν.

Αγνοούν το νόμο του Νεύτωνα, πιστεύοντας και ελπίζοντας πως θα υπάρχει δράση χωρίς αντίδραση. Ζαλισμένοι από τα πλούτη και την αλαζονεία δεν ακούνε τη σιωπηλή οργή που τους στέλνει το μήνυμα: «Αδειάστε μας τη γωνιά, δεν σας αντέχουμε άλλο».

Μόνο το τέρας μπορεί και αφουγκράζεται τέτοια μηνύματα, γι’ αυτό και ετοιμάζεται να αντικαταστήσει τους τωρινούς πιστούς του υπηρέτες με άλλους ακόμα πιο πιστούς που περιμένουν στην επετηρίδα τη σειρά τους.

Αυτό είναι το σχέδιο. Μόνο που αυτή τη φορά δεν θα τους βγει. Το ξέρει και το τέρας και οι πιστοί υπηρέτες τους ότι τα δόντια τους είναι ψεύτικα, έτοιμα πλέον να πέσουν στο πρώτο τράνταγμα.

 

 

 

ΣαΤυΡόΠρΟκΕς Νο 147-Τα κωλόσπιτα δεν θα ρίξουν ούτε αυτή την κυβέρνηση

ΣαΤυΡόΠρΟκΕς Νο 147-Τα κωλόσπιτα δεν θα ρίξουν ούτε αυτή την κυβέρνηση

Τα κωλόσπιτα δεν θα ρίξουν ούτε αυτή την κυβέρνηση

Από τον σΑτΥρΟπΡόΚο

κωλόσπιτα1 – Το ΠαΣοΚ είναι παντού. Για μία ακόμη φορά μια κυβέρνηση κλώνος του ΠαΣοΚ κινδυνεύει να πέσει από κωλόσπιτα. Παλιότερα κινδύνεψε να πέσει από ένα και μόνο αλλά τελικά άντεξε.

– Απορώ με όλους αυτούς που θα χάσουν τα σπίτια τους και εξεγείρονται. Πώς είναι δυνατόν να βάζουν πάνω από την πατρίδα το σπίτι τους; Άλλοι  έδωσαν τη ζωή τους για την πατρίδα κι αυτοί δεν μπορούν ούτε ένα σπίτι;

– Δυστυχώς, στερούνται οραμάτων! Για την πατρίδα μωρέ, για την πατρίδα! Γιατί τι είναι η πατρίδα; Δεν είναι οι τράπεζες; Δεν είναι οι εταιρείες; Δεν είναι το μεγάλο κεφάλαιο; Τι δηλαδή, οι άνθρωποί της είναι η πατρίδα;

– Διότι, όπως είχε πει και ο Άδωνις-Σπυρίδωνας παλιότερα και συμφώνησε προσφάτως ο βουλευτής Σιμορέλης του ΣυΡιζΑ: «Και να μην υπήρχε μνημόνιο θα έπρεπε να το είχαμε εφεύρει».

– Μπράβο κύριε Σιμορέλη μου. Ξεπέρασες ένα ακόμη ταμπού, μια ακόμη αριστερή ιδεοληψία του ΣυΡιζΑ. Συμφωνώ μαζί σου! Γιατί, δηλαδή, θα πρέπει η Αριστερά να είναι αντιμνημονιακή; Γιατί να μην μπορεί να είναι Δεξιά; Ε;

– Συμφωνώ επίσης με ορισμένους αγωνιστές υπουργούς της κυβέρνησης που κήρυξαν τον πόλεμο με τη διαπλοκή. Έχουν συλλάβει όλους τους διαπλεκόμενους και χτίζουν φυλακές στη Μύκονο για να τους στοιβάξουν.

– Όμως και στον χώρο της υγείας συντελείται μια πραγματική επανάσταση. Το άλμα της εξαγγελίας 2.670 προσλήψεων είναι γεγονός. Μένει απλά η  πραγματοποίηση των προσλήψεων που είναι θέμα μερικών ετών.

– Υπάρχουν βέβαια κι εκείνοι οι ψεύτες συνδικαλισταράδες που λένε πως χρειάζονται άμεσα 20.000 προσλήψεις για να μην κλείσουν τα νοσοκομεία αλλά ποιός τους πιστεύει;

– Εγώ ο ίδιος, έτυχα σε εφημερία στον Ευαγγελισμό. Πόλεμος σωστός αλλά οι λίγοι γιατροί και οι ακόμα λιγότεροι νοσηλευτές απέδειξαν ότι κάτω από πίεση όλοι λειτουργούμε αποδοτικότερα. Έχουν άδικο Άδωνις και Σιμορέλης;

– Διατυπώθηκε από τον Ευκλείδη Τσακαλώτο το θεώρημα που φέρει το όνομά του: Δύο σπίτια δανειοληπτών συνδέονται μόνο με έναν πλειστηριασμό ενώ από ένα και μοναδικό σπίτι διέρχονται άπειροι πλειστηριασμοί.

– Επίσης: Για κανέναν εργαζόμενο δεν ορίζεται σπίτι στην Αγία Παρασκευή. Μόνο στην Αγία Βαρβάρα μπορεί, με την προϋπόθεση να μην έχει θεμέλια, τοίχους και σκεπή.

– Πανικός στη Δύση με τους «τρομοκράτες». Που να φανταστούν οι καημένοι οι Ευρωπαίοι και Αμερικανοί ότι όταν γεννήσεις και θρέψεις τα θηρία αυτά θα σε κατασπαράξουν; Στις κυβερνήσεις που εξέλεξαν αναφέρομαι.

– Προσωπικά εκπλήσσομαι. Περίμενα αυτοί που φέρονται ως υπεύθυνοι για τις τρομοκρατικές ενέργειες στο Παρίσι να ήταν πρόσφυγες, όμως οι Γάλλοι λένε ότι ήταν Ευρωπαίοι πολίτες. Σκέτη απογοήτευση! Ούτε ένας πρόσφυγας;

– Οι αντίπαλοι της κυβέρνησης λένε ότι ο ειδικός φόρος που θα επιβληθεί στα κρασιά για εγχώρια κατανάλωση είναι «ισοδύναμο» για να μην επιβληθεί ο φόρος στα ιδιωτικά σχολεία και στην παραπαιδεία!

– Μα καλά, δεν μπορούν να καταλάβουν ότι το μέτρο αποσκοπεί να χτυπήσει τον αλκοολισμό στους νέους της χώρας μας; Ο αρμόδιος υπουργός δεν μας διαβεβαίωσε ότι στα κρασιά που εξάγουμε δεν θα υπάρχει επιβάρυνση;

– Νομίζω πως η σημερινή κυβέρνηση πρέπει να συνεχίσει στο δρόμο που χάραξαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις τα τελευταία 6 χρόνια. Δεν πρέπει να πάνε χαμένα τα προεκλογικά ψέματα που είπε. Θα είναι κρίμα κι άδικο!

– Τόσα χρόνια φιλολαϊκής ρητορείας δεν πρέπει να θυσιαστούν και η χώρα να χάσει τον ευρωπαϊκό της προσανατολισμό και το σφιχταγκάλιασμά της με το μεγάλο κεφάλαιο. Αυτή η κυβέρνηση πρέπει να ζήσει και θα ζήσει!

– Ακόμη κι αν χρειαστεί να κυβερνήσει μόνη της, χωρίς τη στήριξη και τη βοήθεια του κόσμου, πρέπει να το κάνει. Άλλωστε υπάρχουν πράγματα που όταν τα κάνει κάποιος μόνος του και πετύχουν, τύφλα να έχει…

 

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , ,

Ο παλιάτσος του δρόμου και η καρδερίνα-Το τέλος

Ο παλιάτσος του δρόμου και η καρδερίνα-Το τέλος

Ο Παλιάτσος του δρόμου και η καρδερίνα- Το τέλος

Από τον Χρήστο Επάμ. Κυργιάκη

Παλιάτσος1…συνέχεια

«Όμως, καθώς περνούσε ο καιρός, ο Πέτρος άρχισε τα πάρε-δώσε με τα πλουσιόπαιδα της πόλης. Βλέπεις, στη γειτονιά που μετακόμισε οι γείτονές του δεν ήταν της σειράς. Γειτονιά πλουσίων και δυνατών. Εκεί έμενε ο μεγαλοεργολάβος της πόλης, ο διευθυντής της κλινικής, ο διευθυντής της τράπεζας και όλη η υπόλοιπη αφρόκρεμα της πόλης. Δεν του περίσσευε ούτε λεπτό για μένα. Ξεχνούσε να με ταΐσει και να μου αλλάξει το νερό.

Περνούσαν μέρες χωρίς να μου πει ούτε μία κουβέντα. Κάποτε οι φίλοι του τού πρότειναν να τον βοηθήσουν να γίνει Δήμαρχος γιατί εκτίμησαν πολύ τα προσόντα του, όπως του έλεγαν.»

«Δύσκολες οι φιλίες με τέτοιους ανθρώπους. Πρέπει κι εσύ να στοχεύεις στο χρήμα και τη δύναμη, όπως κι εκείνοι. Σε κάνουν παρέα όσο τους είσαι χρήσιμος. Μετά, σου λένε ¨γεια χαρά¨ και σε πετάνε στην άκρη.»

«Η συμπεριφορά του Πέτρου με πλήγωσε. Δεν είχα διάθεση για τραγούδι. Ούτε μία νότα δεν μπορούσα να βγάλω. Ακόμη κι όταν παντρεύτηκε με την Ελενίτσα, δεν ημέρεψε η ψυχή του. Δεν τον ένοιαζε όμως, δεν καταλάβαινε πόσο με στεναχωρούσε, μέχρι που μια μέρα ήρθε στο σπίτι πολύ θυμωμένος.

Είχε τσακωθεί με τους ¨φίλους¨ του και ερχόμενος στο σπίτι τα’ βαλε και με τη γυναίκα του. Μετά με πλησίασε και με ρώτησε γιατί δεν κελαηδάω. Του είπα πως η συμπεριφορά του μου έκοψε κάθε διάθεση για τραγούδι. Του είπα επίσης ότι οι παρέες του δεν του κάνουν καλό, δεν του ταιριάζουν. Βγήκε έξω από τα ρούχα του. Με πήρε μαζί με το κλουβί έξω από το σπίτι και με πέταξε, στην κυριολεξία, στο δρόμο.»

«Τόσο πολύ άλλαξε; Έγινε τόσο απάνθρωπος; Αχ βρε Πέτρο!», είπε μέσα από τα χείλη του ο παλιάτσος.

«Τι μουρμουρίζεις καλέ μου;»

«Τίποτα Ρινούλα μου, συνέχισε».

«Από το χτύπημα του κλουβιού στο δρόμο, η πόρτα άνοιξε κι εγώ βρέθηκα έξω από το κλουβί, ελεύθερη αλλά ολομόναχη χωρίς να ξέρω τι να κάνω και πού να πάω. Πέρασα το βράδυ σ’ ένα πεύκο με το φόβο μη με βρει καμιά κουκουβάγια και με κάνει κομματάκια. Σαν ξημέρωσε, κατευθύνθηκα προς τη θάλασσα. Έκανα μια στάση στον πεζόδρομο, σε τούτο εδώ το δέντρο, και κοιτώντας κάτω είδα τον πιο γλυκό άνθρωπο του κόσμου να σκορπάει το γέλιο σ’ ένα τσούρμο από πιτσιρίκια που στέκονταν μπροστά του. Τα υπόλοιπα τα ξέρεις νομίζω.»

«Τα ξέρω, τα ξέρω. Θυμάσαι που ήθελες ντε και καλά να σε βάλω σε κλουβί;»

«Το θυμάμαι. Ήθελα γιατί έτσι είχα μάθει. Είχα ξεχάσει πώς είναι να μπορώ να πετάω ελεύθερη, είχα ξεχάσει να ισορροπώ στο φύσημα του αέρα. Είχα ξεχάσει πώς είναι να φυσάει αέρας.»

«Είχες ξεχάσει πώς είναι να είσαι ελεύθερη, όπως κι ο Δήμαρχος ξέχασε πώς είναι να ζεις και να φέρεσαι σαν άνθρωπος.»

«Όμως, για πες μου καλέ μου παλιάτσο. Μου φαίνεται πως γνωρίζεσαι με το Δήμαρχο ή κάνω λάθος;»

Ο παλιάτσος προσπάθησε να αποφύγει την απάντηση αλλά η Ρινούλα επέμενε. Στην επιμονή της καρδερίνας να μάθει την αλήθεια η όψη του παλιάτσου άλλαξε. Παρόλο που ήταν πολύχρωμα βαμμένο δεν μπορούσε να κρύψει το θυμό και, κυρίως, τη στενοχώρια που ένιωθε. Κάποια στιγμή, το μέρος του προσώπου του κάτω από τα μάτια άρχισε να ξεβάφει.

Η μικρή καρδιρίνα πήγε και στάθηκε στα πόδια του.

«Πες μου καλέ μου, τι σου τρώει τα σωθικά;» του είπε γλυκά.

«Είναι μεγάλη ιστορία, δε θέλω να τη θυμάμαι», απάντησε εκείνος.

«Σε παρακαλώ, βγάλτο από μέσα σου».

«Εντάξει, εντάξει θα σου πω», της είπε ο παλιάτσος και συνέχισε.

«Σαν ήμουν νέος, φοιτητής ακόμη, είχα έναν φίλο, αδερφό θα έλεγα. Όλες τις φουρτούνες τις περνάγαμε μαζί και τα όνειρά μας ήταν κοινά. Όνειρα όμορφα και μεγάλα. Να πολεμήσουμε τ’ άδικο, να κάνουμε την πόλη όμορφη κι ανθρώπινη, μαζί με τους κατοίκους της, κόντρα σε όποιον έβλεπε την πόλη σαν τσιφλίκι του».

«Κι ο Δήμαρχος τη σχέση έχει;»

«Ο Πέτρος, ο Δήμαρχος ήταν ο φίλος μου».

Η καρδερίνα, στα τελευταία λόγια του παλιάτσου φούσκωσε τα φτερά της όπως όταν προσπαθεί να προστατευτεί το χειμώνα από το χιονιά. Βρήκε όμως τη δύναμη να ανέβει στον ώμο του αγαπημένου της φίλου.

«Έλα, συνέχισε μη σε παίρνει από κάτω» παρότρυνε τον παλιάτσο.

«Όσο περνούσε ο καιρός, ο Πέτρος άρχισε να αλλάζει. Τελειώνοντας τις σπουδές έπιασε δουλειά στον μεγαλοεργολάβο της πόλης και σιγά-σιγά άρχισε να βάζει νερό στο κρασί του. Άρχισε να μιλάει για μάταιους αγώνες χωρίς νόημα και αποτέλεσμα, για εφηβικά όνειρα που δεν πρόκειται να πραγματοποιηθούν και διάφορα τέτοια. Βλέπεις, δεν άντεξε σε όσα του έταξε ο μεγαλοεργολάβος. Τον προόριζε για Δήμαρχο ώστε να μπορεί να κάνει όμορφα και ωραία τις δουλειές του. Όποτε προσπαθούσα να του μιλήσω και να του θυμίσω τις προηγούμενες αξίες του και τα οράματά του, θύμωνε και μετά με ειρωνευόταν. Με αποκαλούσε αφελή και ονειροπόλο κι έλεγε πως έπρεπε πια να μεγαλώσω και να σοβαρευτώ».

«Όμως εσύ καλέ μου δεν άλλαξες κι ούτε θ’ αλλάξεις ποτέ. Θα παραμείνεις ονειροπόλος, έτσι δεν είναι;»

«Η αλήθεια είναι ότι με προβλημάτισαν πολύ τα όσα μου είπε ο Πέτρος, σε σημείο που αναρωτιόμουν μήπως και είχε δίκιο. Ξέρεις κάτι Ρινούλα. Κάποια στιγμή θέλησα ν’ αλλάξω αλλά δεν μπόρεσα. Ένιωσα ότι θα πρόδινα όλους όσους με γνώριζαν μα πιο πολύ ντρεπόμουν στο συχωρεμένο τον παππού μου. Βλέπεις εκείνος δεν συμβιβάστηκε ποτέ. Προτίμησε να δώσει τη ζωή του όταν ήταν να υπερασπιστεί το δίκιο. Έτσι, οι δρόμοι μας χώρισαν. Όμως, είχα ακόμη την ελπίδα ότι τα πράγματα θα γίνονταν όπως παλιά, μέχρι…»

«…Μέχρι;»

«Μέχρι που ήρθε η οριστική ρήξη, το τελειωτικό χτύπημα».

«Δηλαδή;»

«Άστο Ρινούλα μου, θα στα πω μια άλλη φορά. Πέρασε κι η ώρα».

«Παλιάτσο μου, τώρα θα τα πεις όπως έκανα κι εγώ»

Ο παλιάτσος έστριψε τσιγάρο, πήρε δυο βαθιές ρουφηξιές και συνέχισε σχεδόν δακρυσμένος.

«Με την Ελενίτσα αγαπιόμασταν. Κάναμε όνειρα να ζήσουμε μαζί. Ένα σπίτι με αυλή και πολλά παιδιά».

Η καρδερίνα, ακούγοντας το όνομα «Ελενίτσα», ξαναφούσκωσε τα φτερά της και ευχήθηκε να μην είναι αυτό που σκέφτηκε. Ο παλιάτσος γύρισε το κεφάλι του και την είδε.

«Ακριβώς αυτό που σκέφτηκες έγινε μικρή μου», της είπε και συνέχισε.

«Οι γονείς της, φτωχοί άνθρωποι, ήθελαν το καλύτερο για κείνη. Δε λέω, κι ο Πέτρος την αγαπούσε μα την έπνιξε την αγάπη του σαν είδε ότι εκείνη αγάπησε εμένα. Όμως αργότερα, προτίμησε να αγοράσει αυτό που δεν μπόρεσε να αποκτήσει με αγάπη. Η Ελενίτσα, έπεσε να πεθάνει. Το ίδιο κι εγώ όταν το’ μαθα. Μετά σκέφτηκα πως θα ήταν καλύτερο για κείνη να παντρευόταν τον Πέτρο κι εξαφανίστηκα από τη ζωή της».

«Λάθος σου».

«Έχεις δίκιο. Λάθος μου μεγάλο».

«Έπρεπε να μείνεις και να παλέψεις, όχι να το βάλεις στα πόδια».

«Δεν είχα κουράγιο. Η απογοήτευση με θόλωσε. Όμως, σε παρακαλώ μικρή μου, δεν μπορώ να συνεχίσω άλλο», έκλεισε κάπως απότομα την κουβέντα ο παλιάτσος.

Η νύχτα ήταν εφιαλτική και για τους δύο. Ο παλιάτσος και η μικρή του φίλη δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν το μυαλό τους από το παρελθόν που ξαναζωντάνεψε την προηγούμενη μέρα τόσο απότομα.

Την επόμενη Κυριακή ο παλιάτσος βρισκόταν πάλι στη θέση του διασκεδάζοντας μια ομάδα παιδιών και η καρδερίνα τον συντρόφευε με το γλυκό της κελάηδισμα. Μέχρι που εμφανίστηκε ο ίδιος αντιπαθής αστυνομικός να συνοδεύει αυτή τη φορά τον ίδιο το Δήμαρχο αυτοπροσώπως.

«Μου είπαν ότι ζήτησες να σου ανακοινώσω ο ίδιος ότι είσαι παράνομος και πρέπει να φύγεις. Εκτός αν πληρώσεις για το πόστο που κρατάς στον πεζόδρομο. Αν αρνηθείς τότε θα συλληφθείς», είπε με φωνή γεμάτη θυμό και μίσος ο Δήμαρχος.

«Μεγάλη μου τιμή, να έρχεται ο ίδιος ο Δήμαρχος να με συλλάβει», απάντησε με πίκρα και μια δόση ειρωνείας ο παλιάτσος.

«Δεν μπορείς εσύ να είσαι εξαίρεση και να αποφεύγεις να πληρώνεις ότι σου αναλογεί όπως όλοι οι συμπολίτες σου».

«Μάλλον με μπερδεύεις με τους κολλητούς σου Δήμαρχε», απάντησε δυνατά ο παλιάτσος.

Το σκηνικό δεν πέρασε απαρατήρητο από τους περαστικούς και κυρίως από τα παιδιά.

«Ο Δήμαρχος ζητάει λεφτά από τον παλιάτσο μας αλλιώς θα τον διώξει», ακούστηκε μια παιδική φωνή και αμέσως μετά η φωνή της μητέρας του που έλεγε στον μικρό: «Μην ανακατεύεσαι Γιωργάκη».

«Ο Δήμαρχος είναι κακός», ακούστηκε από την άλλη πλευρά.

Ένα πιτσιρίκι, ήταν δεν ήταν έξι χρονών, προχώρησε και στάθηκε με σφιγμένη τη γροθίτσα του μπροστά στο Δήμαρχο. Άνοιξε τη γροθιά του και άφησε να πέσει μπροστά στα πόδια του Δημάρχου το κέρμα που κρατούσε.

«Κύριε Δήμαρχε, ορίστε. Σας δίνω εγώ χρήματα», είπε το παιδί κοιτώντας το Δήμαρχο ίσια στα μάτια.

Πολύ σύντομα δεκάδες μικρά παιδιά βρέθηκαν μπροστά στο Δήμαρχο. Το καθένα του πετούσε κι από ένα κέρμα.

«Τι κοιτάς;» του είπε ένας παππούς που συνόδευε τον εγγονό του. «Αν είχες λίγη τσίπα θα έπρεπε να είχες ήδη εξαφανιστεί. Μπρος, μάζεψε τον παρά σου. Η οφειλή του παλιάτσου πληρώθηκε από τα παιδιά. Σύρε στο σπίτι σου και κλάψε γιατί εσένα δεν θα σε αγαπήσουν και δεν θα σε υπερασπιστούν ποτέ τούτα τα παιδιά», του είπε ο γέροντας.

Ο Δήμαρχος με δυσκολία έπαιρνε ανάσα. Χωρίς να πει κουβέντα έγνεψε στον αστυνομικό και απομακρύνθηκαν κι οι δύο σχεδόν τρέχοντας.

Ο κόσμος που είχε μαζευτεί ξέσπασε σε χειροκροτήματα ενώ τα παιδιά ξεφώνιζαν και χαχάνιζαν από τη χαρά τους.

Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλο του παλιάτσου καθώς ψιθύρισε: «Αχ βρε Πέτρο, πώς κατρακύλησες τόσο;»

Η καρδερίνα πέταξε και στάθηκε στον ώμο του.

«Γι αυτό θα σ’ αγαπάω και θα σου κελαηδάω μέχρι να πεθάνω, καλέ μου», του είπε με όλη τη γλύκα του κόσμου.

Ο Δήμαρχος δεν τόλμησε να ξαναπεράσει από τον πεζόδρομο. Ανακοινώθηκε ότι θα απουσίαζε από την πόλη για μεγάλο χρονικό διάστημα για κάποιες σημαντικές υποθέσεις.

Κάποιοι είπαν ότι παραιτήθηκε αλλά οι κολλητοί του το κρατούσαν κρυφό και προσπαθούσαν να τον μεταπείσουν.

Λέγεται πως μια μέρα, μια γυναίκα πέρασε άφησε ένα τριαντάφυλλο στον παλιάτσο και έφυγε τρέχοντας. Εκείνος είδε μόνο τα μαλλιά της να ανεμίζουν.

Σταμάτησε την παράστασή του καθώς το ανέμισμα αυτό του ήταν γνώριμο. Ζήτησε συγνώμη από τους μικρούς του θεατές και κάθισε στο παγκάκι καθώς ο βήχας ήταν τόσο έντονος που του έκοψε την ανάσα…

Η μικρή του φίλη, η Ρινούλα του τον συντρόφεψε στο τελευταίο του ταξίδι με το πιο όμορφο κελάηδισμα που έκανε ποτέ καρδερίνα σε τούτο τον κόσμο.

Τέλος

 

Ετικέτες: , , ,

Θα ήθελα να σας μισήσω αλλά δεν μπορώ. Μόνο λύπηση σας ταιριάζει

Θα ήθελα να σας μισήσω αλλά δεν μπορώ.

Μόνο λύπηση σας ταιριάζει

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Τα χαράματα τον είχαν βρει ξάγρυπνο. Δεν είχε μπορέσει να κλείσει μάτι ούτε για ένα λεπτό. Είχε σηκωθεί από το κρεβάτι σαν χαμένος κι έφτιαξε καφέ, όπως κάθε μέρα. Καπνίζοντας στο μπαλκόνι ούτε που κατάλαβε ότι πέρασε η ώρα. Ετοιμάστηκε βιαστικά και βγήκε από το σπίτι.

Όμως, εκείνη τη μέρα τα πόδια του, αντί να πάνε μπροστά με κατεύθυνση το σχολείο, του φαινόταν πως γύριζαν προς τα πίσω.

Ήταν μέρα απεργίας.

Δεν θυμόταν ποτέ μέρα απεργίας να πάει προς το σχολείο. Όχι ότι πίστευε όλες τις φορές πως η απεργία που έκανε θα έφερνε κάποιο συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Κάθε άλλο. Δεν ήταν λίγες οι φορές που θεωρούσε πως ήταν προσχηματικές, όμως, σε κάθε περίπτωση πίστευε πως είναι προτιμότερο να κάνεις κάτι από το να μην κάνεις τίποτα.

Ύστερα, ήταν κι εκείνα τα λόγια του Καζαντζάκη, που του τρυπούσαν το μυαλό και του θέριευαν την ψυχή:

“Ν’ αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω.”

Σαν τα έφερνε στο νους του λες και αποτελούσαν πρόσταγμα για τα πόδια του, κι εκείνα τον οδηγούσαν μακριά από το σχολείο, προς το μέρος της συγκέντρωσης και της διαμαρτυρίας.

Τον τελευταίο μήνα, του έπεσαν, όμως, πολλά μαζεμένα. Λογαριασμοί, ενοίκια, δόσεις, γιατροί, φάρμακα. Μάταια έψαχνε στις τσέπες για να βρει κάποιο ξεχασμένο χαρτονόμισμα.

Αυτός ήταν και ο λόγος που εκείνο το πρωινό η θέλησή του λύγισε και με βαριά καρδιά πέρασε την πόρτα του σχολείου σε μέρα απεργίας.

Σκεφτόταν όλους αυτούς που τον έφεραν σε τόσο δεινή θέση. Δεν τους μισούσε, δεν μπορούσε να τους μισήσει. Όμως, μισούσε τα όσα έλεγαν και κυρίως τα όσα έκαναν. Μισούσε τα ψέματά τους, την υποκρισία τους, τη διγλωσσία τους, εκείνο το ύφος το λυπημένο που έδειχνε, τάχα, το πόσο υπέφεραν που τόσος κόσμος βρέθηκε ένα βήμα πριν την απόγνωση και την τρέλα.

Τα έβαλε με τον εαυτό του, που τους έδωσε το δικαίωμα, εκείνο το πρωινό, να προδώσει τις αρχές του.

Η μέρα στο σχολείο πέρασε δύσκολα. Του φάνηκε αιώνας. Απέφευγε να κοιτάει τους μαθητές στα μάτια κι αναρωτήθηκε τι σόι δάσκαλος ήταν αυτός που άφησε να κυλίσει μια ολόκληρη μέρα, χωρίς τα βλέμματα των μαθητών του;

Γύρισε στο σπίτι και οι κουβέντες του έβγαιναν με το ζόρι λες και είχε ξεχάσει να μιλάει και έπρεπε να μάθει από την αρχή να συλλαβίζει.

Έψαχνε να βρει κάποιο λόγο που θα μπορούσε να τον ξαλαφρώσει. Είπε να τα βάλει με τους «πουλημένους» του σωματείου του αλλά ένιωσε περισσότερο φταίχτης. Μετά αναρωτήθηκε μήπως έχουν δίκιο όσοι ισχυρίζονται πως οι κυβερνώντες χαίρονται όταν οι απεργίες έχουν μεγάλη συμμετοχή γιατί εξοικονομούν έτσι χρήματα. Κατέληξε πως το επιχείρημα αυτό είναι το λιγότερο αστείο. Αν ήταν έτσι, δεν θα ζητούσαν την ονομαστική καταγραφή των απεργών, ούτε θα έβγαζαν παράνομες τόσες και τόσες απεργίες. Του φαινόταν αδιανόητο να δεχτεί πως οι κυβερνώντες εύχονταν η συμμετοχή στην απεργία να είναι 100% ώστε να εξοικονομήσουν το μέγιστο ποσό χρημάτων.

Κλείστηκε στο δωμάτιό του, έσφιξε τα δόντια τόσο που λίγο ακόμη και θα έσπαγαν και ξέσπασε σε λυγμούς. Ούτε που κατάλαβε πόση ώρα βρισκόταν σ’ αυτή την κατάσταση και πότε τον πήρε ο ύπνος.

Χρειάστηκε να περάσουν κάποιες μέρες μέχρι να ανακτήσει την αυτοεκτίμησή του.

Μέχρι που πλησίαζε η μέρα για μια νέα απεργία, πανεργατική και πανεκπαιδευτική. Τα ίδια διλήμματα, οι ίδιες δυσκολίες έκαναν πάλι την εμφάνισή τους. Θυμήθηκε έναν συνάδελφό του, από αυτούς που βγήκαν σε διαθεσιμότητα που του είχε πει πως δεν είχε κάνει ποτέ του απεργία και πως εκ των υστέρων κατάλαβε το λάθος που έκανε αλλά, δυστυχώς, ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω.

Δεν θα ήθελε με τίποτα να πει το ίδιο μετά από καιρό. Είχε κι εκείνος τον Καζαντζάκη που διάβασε πρόσφατα να του «επιτίθεται» διαρκώς:

«Ε κακομοίρη άνθρωπε, μπορείς να μετακινήσεις βουνά, να κάμεις θάματα, κι εσύ να βουλιάζεις στην κοπριά, στην τεμπελιά και στην απιστία! Θεό έχεις μέσα σου, Θεό κουβαλάς και δεν το ξέρεις – το μαθαίνεις μονάχα την ώρα που πεθαίνεις, μα ‘ναι πολύ αργά. Ας ανασκουμπωθούμε εμείς που το ξέρουμε, ας σύρουμε μπορεί να μας ακούσουν!»

Το πήρε απόφαση. Ετούτη τη φορά δεν θα λυγούσε όπως την προηγούμενη.

«Θα κόψω το τσιγάρο για ένα μήνα» σκέφτηκε «αλλά δεν θα τους κάνω τη χάρη να υποκύψω στις υποχρεώσεις, ούτε θα κάνω σημαία την απεργοσπασία και ιδεολογία την παράδοση άνευ όρων».

Ένιωσε καλύτερα. Μόλις είχε κερδίσει μια μεγάλη μάχη. Ίσως τη μεγαλύτερη, αυτή με τον εαυτό του.

Σκέφτηκε πάλι τους κυβερνώντες μα ούτε αυτή τη φορά μπόρεσε να τους μισήσει. Μόνο μια λύπη, ανεξήγητη, ένιωσε γι’ αυτούς

Ίσως επειδή δεν κέρδισαν ποτέ μια τέτοια μάχη και δεν ένιωσαν ποτέ το συναίσθημα που ένιωθε αυτός εκείνη τη στιγμή. Ένιωσε δυνατός, ικανός να πετύχει ακόμη κι αυτά που μοιάζουν αδύνατα.

Δίχως να το καταλάβει βρέθηκε στον τόπο της συγκέντρωσης. Βάδιζε δίπλα με πολλούς, πάρα πολλούς που έδωσαν τη δική τους μάχη και την κέρδισαν. Το έβλεπε στην έκφραση του προσώπου τους.

Ήταν έτοιμοι για το «αδύνατο»!

 

 
 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: