RSS

«Ο Καπετάνιος» Το οδοιπορικό ενός αναπληρωτή

07 Ιολ.

«Ο Καπετάνιος»

Το οδοιπορικό ενός αναπληρωτή

(Αφιερωμένο σε όλους τους υπουργούς παιδείας)

Του Χρήστου Επαμ. Κυργιάκη

Ο Κυριάκος σηκώθηκε από το κάθισμα στο σαλόνι του πλοίου και κοίταξε το ρολόι του. Κόντευε τέσσερις τα ξημερώματα. Ξεκίνησε Πέμπτη στις έξι το απόγευμα από τον Πειραιά και να που το επόμενο πρωινό τον εύρισκε στο νησί.

Ήταν το χειρότερο ταξίδι της ζωής του. Δεν είχε κάνει πάρα πολλά, κάποια όμως θα μείνουν για πάντα χαραγμένα στη μνήμη του και κυρίως στην ψυχή του.

Σ’ αυτές τις δέκα ώρες ταξιδιού πέρασε όλη η ζωή του από το φίλτρο του μυαλού του.

Οι χαρές, οι λύπες, οι λαχτάρες, οι απογοητεύσεις, τα όνειρα, οι ελπίδες, ναι οι ελπίδες, αυτές που ποτέ δεν τον εγκατέλειψαν, αυτές που ποτέ δεν εγκατέλειψε.

Ποτέ δεν έπαψε να ελπίζει, ακόμη κι όταν όλοι και όλα του φώναζαν πως «το παιχνίδι τελείωσε».

Και τούτο; Τι ήταν τώρα τούτο το καινούριο; Να βρεθεί από τη μια στιγμή στην άλλη στην άκρη της χώρας για να διδάξει στα παιδιά του νησιού.

Άραγε να διδάξει τι; Νόμους και εξισώσεις; Φαινόμενα και αντιδράσεις; Φιλότιμο και ανθρωπιά; Διδάσκονται όμως αυτά τα δύο τελευταία; Και αν υποθέσουμε ότι διδάσκονται, είναι σίγουρο ότι ο ίδιος τα έχει για να μπορέσει να τα διδάξει;

Ένα παράξενο συναίσθημα του τρυπούσε τα σωθικά, ήταν το ίδιο συναίσθημα που του ‘βρεχε τα μάτια σε όλο το ταξίδι.

Όχι, δεν ήταν φόβος. Είχαν περάσει πολλά χρόνια που είχε νικήσει το φόβο και μια και δυο και τρεις φορές.

Η πρώτη φορά ήταν γύρω στ οχτώ του χρόνια όταν νίκησε το φόβο του «κακού λύκου» και ένα βράδυ καλοκαιριού βγήκε κρυφά τη νύχτα να δει και αν μπορέσει, να μετρήσει όσο το δυνατόν περισσότερα αστέρια στον ουρανό.

Όχι, δεν ήταν φόβος. Άλλωστε, όσες φορές έσκυψε το κεφάλι ή έκανε πίσω, ήταν από ντροπή ή από αγάπη, ποτέ από φόβο.

Τον φόβο τον νίκησε ξανά όταν έφυγε μόνος του στο άγνωστο για να μπορέσει να σπουδάσει.

Είχε μάθει να πολεμάει τη μοναξιά, τις ώρες και τις μέρες που περίμενε μόνος στο χωράφι, όταν ήταν μικρός, στο δημοτικό πήγαινε, προσπαθώντας να ποτίσει το βαμβάκι με τη μάνα του και τον παππού του.

Οι σκέψεις του Κυριάκου διακόπηκαν από την ανακοίνωση που ακουγόταν: «Σε δέκα λεπτά μπαίνουμε στο λιμάνι. Παρακαλούνται οι επιβάτες και οι κάτοχοι αυτοκινήτων να ετοιμαστούν για αποβίβαση».

Το μυαλό του έφυγε λίγο από το παρελθόν και επικεντρώθηκε, χωρίς να το συνειδητοποιήσει, σε μία λέξη: «Καπετάνιος».

Την είχε αναφέρει ο Μπάμπης, ο φίλος του Θανάση. «Είναι μορφή στο νησί ο Καπετάνιος» είπε ο Μπάμπης σε μια τηλεφωνική τους συνομιλία. «Κι αυτός και η Καπετάνισσα είναι καλοί άνθρωποι. Θα τους γνωρίσεις και θα δεις. Παίζει και τάβλι ο Καπετάνιος. Λέει ότι παίζει καλά αλλά εγώ δεν ξέρω γιατί δεν είμαι καλός παίχτης».

Με τις σκέψεις αυτές βρέθηκε να ανοίγει την πόρτα του αυτοκινήτου και μπαίνοντας μέσα περίμενε την πόρτα του καραβιού να ανοίξει και να βγει έξω.

Έκανε ζέστη φοβερή, το αυτοκίνητο ήταν γεμάτο με ρούχα, το μυαλό του γεμάτο με δεύτερες και τρίτες σκέψεις, η ψυχή του μαύρη και τα μάτια του μονίμως μες στη βροχή.

Επιτέλους, η πόρτα του καραβιού κατέβηκε, φρέσκος αέρας έφτασε στο μέτωπό του και βάζοντας μπροστά το αυτοκίνητο , ξεκίνησε για να βγει στο λιμάνι.

Βγαίνοντας από το καράβι αισθάνθηκε ένα δέος, ένα φόβο και μια μεγάλη απορία. Τι χρειαζόταν αυτός ο μεγάλος φωτισμένος σταυρός πάνω στο βουνό, ακριβώς απέναντι από το λιμάνι; Για να δηλώσει τη θρησκευτικότητα των κατοίκων; Σε ποιους να τη δηλώσει; Σ’ αυτούς που έρχονται και δεν το ξέρουν; Ή μήπως θέλει να δηλώσει ποιος κάνει κουμάντο στο νησί;

Προχώρησε με το αυτοκίνητο κάμποσα μέτρα και στάθηκε δίπλα στο δρόμο ανάμεσα στο μεγάλο φωτισμένο σταυρό και τη θάλασσα, ανάμεσα στο άγνωστο και το απέραντο, ανάμεσα στο μελλοντικό και το χτεσινό.

Ένας κόμπος στάθηκε στο στήθος, αρνούμενος να κατέβει προς τα κάτω.

Το βλέμμα του έψαχνε το «Παραδοσιακό», το ξενοδοχείο που του σύστησε κάποιος άλλος γνωστός που εντοπίστηκε τελευταία από τη στιγμή που έγινε γνωστό ότι θα ερχόταν στο νησί.

«Να πας εκεί», του είπε αυτός ο γνωστός, ο Γιώργος. «Είναι κάτι γερόντια συγγενείς μου που το έχουν. Καλοί άνθρωποι, λιγάκι κουφοί αλλά είναι καλό και φτηνό ξενοδοχείο. Μην πας σε κανένα άλλο και σε γδάρουν».

Ο κόμπος στο στήθος όλο και μεγάλωνε. Πώς έμπλεξε έτσι;

Εκείνος δεν μπορούσε ούτε στιγμή μακριά τους, μακριά από τα παιδιά του, μακριά από εκείνη. Θα κοιμούνται τώρα. Ο μικρός, ίσως να ξύπνησε, ξυπνούσε τα βράδια και ζητούσε τη μαμά του. Καμιά φορά ζητούσε κι εκείνον. Λες να ξύπνησε και να τον ζητούσε. Ποιο ψέμα θα του είπαν; Μάλλον του είπαν ότι «ο μπαμπάς πήγε στο νησί και αύριο θα έρθει να μας πάρει».

Πολύ σύντομα βρέθηκε έξω από το ξενοδοχείο που έψαχνε, πάρκαρε στην άκρη του δρόμου και έσβησε τη μηχανή. Στα επόμενα δέκα λεπτά πάσχιζε να ξεφύγει από την επιθυμία να ανάψει τσιγάρο.

Ήξερε πως αν δεν άναβε τώρα τσιγάρο δεν θα άναβε ποτέ. Πέρασαν τρία χρόνια από τότε που το έκοψε. Θα το θεωρούσε τη μεγαλύτερη προσωπική του ήττα.

Άλλωστε το έκοψε επειδή δεν άντεχε άλλο να ακούει τα παιδιά του να του ζητάνε να παίξει μαζί τους κι εκείνος να τους λέει «σε πέντε λεπτά μέχρι να καπνίσω το τσιγάρο», και ακόμη σκεφτόταν τι θα γινόταν αν όλα αυτά που έλεγαν για τις βλαβερές συνέπειες του καπνίσματος, ήταν τελικά αληθινά.

Δεν άναψε λοιπόν τσιγάρο, δεν είχε άλλωστε μαζί του, και ένιωσε να κερδίζει μια μεγάλη μάχη.

Χωρίς να το καταλάβει είχε φτάσει στην πόρτα του ξενοδοχείου και χτυπούσε το κουδούνι νιώθοντας λίγο άβολα για το ακατάλληλο της ώρας.

Μια στεντόρεια φωνή ακούστηκε: «Κατεβαίνω αμέσως». Και μετά από λίγα δευτερόλεπτα, αλλά από διαφορετικό τώρα σημείο, ξανακούστηκε σαν αντίλαλος «Κατεβαίνω αμέσως». Για τρίτη φορά ακούστηκε: «Κατεβαίνω αμέσως». Μετά από λίγο άνοιξε η πόρτα και ένας πανύψηλος ηλικιωμένος και νυσταγμένος κύριος, εμφανίστηκε.

«Περάστε, περάστε και καλώς ορίσατε» του είπε ο ηλικιωμένος κύριος. Του έδωσε το κλειδί με το νούμερο 212. «Είναι πιο άνετο», του είπε και τον καληνύχτισε.

Άνετο; Γιατί άραγε; Αφού ήταν μόνος του. Αλλά μάλλον είχε δίκιο, τόσες σκέψεις, τόσο βάρος στο στήθος, τόση μοναξιά δεν θα χωρούσε σε ένα μικρό δωμάτιο.

Ο Κυριάκος έβγαλε τα παπούτσια του και ξάπλωσε με τα ρούχα στο μονό κρεβάτι ελπίζοντας να μπορέσει να κοιμηθεί για δυο-τρεις ώρες.

Το ρολόι του έδειχνε κιόλας πέντε και δέκα το πρωί. Μια ολόκληρη ζωή πέρασε από τότε που ξεκίνησε το πλοίο από τον Πειραιά, μια ολόκληρη ζωή στριμωγμένη σε ένα ταξίδι, σε δύο βαλίτσες και σε πολλά δάκρυα.

Ο ύπνος ήρθε πιο εύκολα από όσο περίμενε και ξεκούρασε κάπως τα τεντωμένα του νεύρα μέχρι στις εφτά και μισή που ξύπνησε από τον ήχο του κινητού του τηλεφώνου.

Ήταν κλήση ή ξυπνητήρι; Ήταν το ξυπνητήρι, μόνο που δεν θυμόταν πότε το είχε ρυθμίσει.

Ο Κυριάκος, σηκώθηκε γρήγορα από το κρεβάτι και αφού πλύθηκε, έσπευσε να ανοίξει το παράθυρο για να αντικρύσει τη θάλασσα. Όμως απέναντι από το παράθυρο βρισκόταν ένας τοίχος και παραδίπλα το μπαλκόνι ενός σπιτιού με κρεμασμένα ρούχα για στέγνωμα. Μόνο δεξιά στο βάθος φαίνονταν αραγμένα μερικά ψαροκάικα.

Ετοιμάστηκε γρήγορα και κατέβηκε κάτω, σχεδόν τρέχοντας, για να δει τον πρωινιάτικο ήλιο να του δείχνει το νησί.

Η εικόνα που αντίκρισε, για μια στιγμή τον απογείωσε, στη συνέχεια τον έκανε να ξεχάσει το λόγο για τον οποίο ήρθε στο νησί. Ήταν τόσο όμορφα όσα έβλεπε που αισθάνθηκε πως τόσα χρόνια στην Αθήνα πήγαν στράφι, πως ποτέ μέχρι τώρα, εκτός από περίοδο διακοπών, δεν είχε την ευκαιρία να χορτάσει τέτοια ομορφιά τοπίου.

Άρχισε να βαδίζει δίπλα στη θάλασσα και σκέφτηκε πως ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που βρισκόταν, μήνα Οκτώβριο, τόσο κοντά στη θάλασσα.

Τα αυτοκίνητα στο δρόμο ήταν λιγοστά, τα ψαροκάικα και οι βάρκες στο λιμάνι πολύ περισσότερα.

Θυμήθηκε πως έπρεπε να παρουσιαστεί στο γραφείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

«Πρέπει να έρθετε το συντομότερο δυνατόν», του είπε ο προϊστάμενος όταν μίλησαν στο τηλέφωνο από την Αθήνα. Τον είχε αγχώσει αυτή η φράση: « το συντομότερο δυνατόν».

Για στάσου κύριε προϊστάμενε, έτσι εύκολο το έχεις να αφήσεις πίσω τη ζωή σου και να έρθεις στο νησί, όσο όμορφο και αν είναι, και μάλιστα «το συντομότερο δυνατόν»;

Οι μορφές των παιδιών στο μπαλκόνι να σκουπίζουν τα ματάκια τους, την ώρα του αποχωρισμού, και να του λένε: «μπαμπά να μη στενοχωριέσαι», γυρνούσαν στο μυαλό του και του ξέσκιζαν τα σωθικά.

Η μορφή της αγαπημένης του να τον χαιρετάει βουβά, όπως τότε που έφευγε φαντάρος για την Ξάνθη, λυπημένη και κλαμένη, του θόλωνε το νου και τα μάτια.

Κάθισε σε ένα παγκάκι να πάρει ανάσες αλλά αισθάνθηκε ακόμη χειρότερα. Θυμήθηκε στιγμές, όχι καλές, που θυμωμένος μάλωνε τα παιδιά του.

Προσπάθησε να διώξει τη στενοχώρια του με λογικές σκέψεις. Ήξερε ότι τα παιδιά του τα υπεραγαπούσε αλλά ποτέ δεν τους το έδειξε όσο θα έπρεπε. Όμως είχε ως δικαιολογία το ότι δεν ήθελε να κακομάθουν. Ήθελε να γίνουν καλά παιδιά, χρήσιμα με φιλότιμο και καλή ψυχή. Γι’ αυτό θύμωνε μαζί τους όταν εκείνα έκαναν τα αυτονόητα, δηλαδή όταν εκείνα επέμεναν να είναι παιδιά. Τελικά, είχε μάλλον την απαίτηση να πάψουν να είναι παιδιά και να γίνουν μεγάλοι και ώριμοι.

Σηκώθηκε από το παγκάκι και περπατώντας έφτασε στο γραφείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Ανέβηκε τα σκαλιά του διώροφου σπιτιού και μπήκε στο γραφείο αναζητώντας τον προϊστάμενο ο οποίος τον περίμενε με ένα χαρτί στο χέρι που έγραφε ότι τοποθετήθηκε για να διδάξει στο γυμνάσιο του «Χωριού».

«Είναι λίγο ατίθασα τα παιδιά στο Χωριό» του είπαν κάποιοι παλιότεροι συνάδελφοι οι οποίοι έτυχε να βρίσκονται εκείνη τη στιγμή στο γραφείο.

«Κι εγώ από χωριό είμαι, θα τα βρούμε, μην ανησυχείτε», τους απάντησε.

Μετά από μερικές μέρες, ήρθε στο νησί, για μόνιμη εγκατάσταση, και η υπόλοιπη οικογένεια του Κυριάκου.

Η χρονιά κύλησε με αρκετές δυσκολίες, κυρίως οικονομικές αλλά και λόγω αλλαγής σχολικού περιβάλλοντος των παιδιών. Όμως ήταν μια όμορφη και διαφορετική χρονιά γιατί το νησί και κυρίως οι κάτοικοί του, αποζημίωσαν με το παραπάνω τις όποιες δυσκολίες συνάντησαν, οι οποίες δεν ήταν και λίγες.

Στο τέλος της χρονιάς, ο Κυριάκος δήλωσε το συγκεκριμένο νησί ως πρώτη προτίμηση για να είναι αναπληρωτής την επόμενη σχολική χρονιά.

Όλα κυλούσαν ομαλά, μέχρι που ανακοινώθηκαν τα ονόματα της πρώτης φάσης αναπληρωτών.

Ο Κυριάκος με την οικογένειά του έπρεπε μέσα σε τρεις (3) μέρες να βρίσκεται…

στην Κομοτηνή.

Χάθηκε η γη κάτω από τα πόδια του αλλά η περιπέτεια είχε και συνέχεια. Τη μεθεπόμενη χρονιά βρέθηκε με την οικογένειά του… στη Ρόδο μέχρι που ήρθε η «Αννούλα του χιονιά» και έφερε το «χειμώνα» σε χιλιάδες αναπληρωτές όπως ο Κυριάκος.

Τι είπε τότε η κυρία υπουργός; «Μόνιμοι διορισμοί, τέλος», και μετά άρχισε η φαγωμάρα και ο αλληλοσπαραγμός, για να μπορεί η «Αννούλα» και η κάθε Αννούλα, έως και σήμερα να φέρνει πιο εύκολα σε πέρας, το «θεάρεστο έργο» της.

Advertisements
 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: