RSS

Monthly Archives: Ιουλίου 2015

Γιούνκερ και Σόιμπλε λένε την αλήθεια

Γιούνκερ και Σόιμπλε λένε την αλήθεια

γιοσοι2

 

Ετικέτες: ,

Από το ΟΧΙ στο ΝΑΙ μια αξιοπρέπεια δρόμος

Από το ΟΧΙ στο ΝΑΙ μια αξιοπρέπεια δρόμος

Από το ΟΧΙ στο ΝΑΙ μια αξιοπρέπεια δρόμος

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 καστρα1Στο μικρό βασίλειο της Ευρώπης επικρατούσε τους τελευταίους μήνες μεγάλη αναστάτωση…

Μιλάμε για ένα βασίλειο που μετά την απελευθέρωσή του από τη μεγάλη αυτοκρατορία πέρασε πολλές δύσκολες περιόδους. Οι κάτοικοί του, δηλαδή, γιατί οι βασιλιάδες του μια χαρά περνούσαν με τη μέθοδο «Διαίρει και βασίλευε» που είχαν ανακαλύψει και εφάρμοζαν.

Όταν, μια φορά, οι κάτοικοι αγρίεψαν από τις δυσβάσταχτες αδικίες και ταπεινώσεις και άρχισαν να γκρεμίζουν το κάστρο για να συλλάβουν το βασιλιά μέσα στα διαμερίσματά του, εκείνος υποχώρησε και τους έκαμε Δημοκρατία. Τους έδωσε και Βουλή για να μπορούν, τάχαμου, οι ίδιοι οι κάτοικοι να αποφασίζουν για τη ζωή τους.

Έβαλε όσους ντελάληδες είχε να προπαγανδίζουν υπέρ των ανθρώπων του θρόνου και να φοβίζουν τον κόσμο πως οποιαδήποτε άλλη επιλογή θα ήταν ολέθρια για τους ίδιους.

Ήταν βλέπετε και το γειτονικό κρατίδιο, απομεινάρη της μεγάλης αυτοκρατορίας, που το χρησιμοποιούσε ο κάθε βασιλιάς για να τρομάζει τους κατοίκους.

Έτσι, οι κάτοικοι ηρέμησαν, γύρισαν στα μαγαζιά και στα χωράφια του βασιλιά που καλλιεργούσαν κι ο βασιλιάς συνέχισε να γεμίζει το θησαυροφυλάκιό του με χρυσάφι και ασήμι από τα κέρδη που έβγαζε πουλώντας τα προϊόντα.

Άρχισε να φτιάχνει δρόμους, σχολεία και λιμάνια γιατί οι δουλειές μεγάλωναν και απαιτούσαν γραμματιζούμενους. Τους έχτισε και αρένες μεγάλες σε κάθε χωριό για να ξεχνάνε οι υπήκοοι τα βάσανά τους. Διοργάνωσε αγώνες φανταχτερούς για να τους διασκεδάζει.

Για να τα φτιάξει όλα αυτά, δεν ήθελε βλέπετε να αγγίξει ούτε μισή ουγγιά χρυσάφι από το θησαυροφυλάκιό του, δανείστηκε από άλλους βασιλιάδες.

Έπαιρνε εκατό, έδινε τα δέκα για τα έργα που έφτιαχνε και τα ενενήντα τα κλείδωνε σε ένα δεύτερο θησαυροφυλάκιο που είχε αγοράσει σε ένα γειτονικό βασίλειο.

Άρχισε να δανείζει και στους υπηκόους του χρήματα για να αγοράσουν κι εκείνοι από ένα άλογο και μία άμαξα. Τους τα έπαιρνε, βέβαια, πίσω διπλά αλλά οι περισσότεροι δεν νοιάζονταν. Πίστευαν ότι σιγά-σιγά θα γινόντουσαν κι εκείνοι βασιλιάδες.

Τα χρόνια περνούσαν, οι κάτοικοι ζούσαν εικονικά καλά, και ο βασιλιάς, ακόμα καλύτερα. Οι ντελάληδες του βασιλιά έκαναν πολύ καλά τη δουλειά τους όπως και οι άνθρωποί του που εναλλάσσονταν στην πρωθυπουργία.

Ο βασιλιάς εξακολουθούσε να δανείζεται και να χρησιμοποιεί τα δανεικά με τον ίδιο τρόπο, μέχρι που μια μέρα τα δανεικά έγιναν πολλά.

Οι δανειστές του άρχισαν να ανησυχούν μη χάσουν τα λεφτά τους. Όχι πως δεν τα πήραν πίσω διπλά και τρίδιπλα έτσι αρχιτοκογλύφοι καθώς ήταν, αλλά θεώρησαν πως ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να βάλουν χέρι στο ίδιο το βασίλειο και να εκδικηθούν και τους κατοίκους του που είχαν σηκώσει, στο παρελθόν, κεφάλι.

Ο βασιλιάς, που δεν ήθελε να βάλει χέρι στο θησαυροφυλάκιό του, έβγαλε διάγγελμα προς τους υπηκόους του. Τους είπε πως εκείνοι έπρεπε να πληρώσουν τα δανεικά αφού μαζί τα φάγανε, αλλιώς το βασίλειο θα πτώχευε.

Οι ντελάληδες γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι για να πείσουν τους κατοίκους, πότε με ψέματα και πότε εκφοβίζοντάς τους. Έλεγαν στους αγρότες πως φταίνε οι σιδεράδες που πληρώνονταν καλύτερα και οι ξένοι που πήραν τις δουλειές. Στους αγρότες έλεγαν πως φταίνε οι ραφτάδες και ξένοι.

Το ίδιο έλεγαν και κάποιοι υπήκοοι με ξυρισμένα κεφάλια. Έτσι, οι περισσότεροι δεν έμπαιναν στον κόπο να δουν ότι μοναδικός υπεύθυνος ήταν ο βασιλιάς.

Έπρεπε, λοιπόν, οι κάτοικοι στο διηνεκές να πληρώνονται με τα μισά λεφτά, να δίνουν περισσότερους φόρους και να δουλεύουν περισσότερες ώρες. Έδιωξε και πολλούς από τα κτήματα και τα μαγαζιά του, για να μπορέσει «να αποπληρώσει το χρέος του βασιλείου», όπως έλεγε.

Είχε φροντίσει ο βασιλιάς, εδώ και κάμποσα χρόνια, να φέρει από τα διπλανά αλλά και από μακρινά βασίλεια, ανθρώπους που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα και τους έβαλε να δουλεύουν για ένα κομμάτι ψωμί, αφού στον τόπο τους δεν το είχαν ούτε κι αυτό.

Για κάμποσα χρόνια, οι κάτοικοι του βασιλείου, με σφιγμένα τα δόντια και την οργή να ξεχειλίζει υπέμεναν τα δυσβάσταχτα μέτρα. Όμως κάθε μέρα αυτά γινόταν όλο και πιο απάνθρωπα. Ο βασιλιάς εξακολουθούσε να γεμίζει το θησαυροφυλάκιό του με τον ίδιο ρυθμό και οι δανειστές, μη χάνοντας την ευκαιρία, ζητούσαν όλο και περισσότερα.

Βλέπετε, αν θελήσεις να ταΐσεις την ύαινα το μόνο που καταφέρνεις είναι να της ανοίξεις την όρεξη και να θελήσει να φάει κι εσένα.

Ο βασιλιάς, υπό την πίεση των αντιδράσεων που άρχισαν να ξεσπούν στο βασίλειό του άλλαζε και ματάλλαζε τους υπουργούς και τους πρωθυπουργούς του, οι ντελάληδες βοηθούσαν πάντα σ΄αυτό, με το αζημίωτο φυσικά και τους έστελνε να «διαπραγματευτούν», δήθεν, με τους δανειστές.

Οι κάτοικοι του βασιλείου έβλεπαν ότι δεν μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα.

Τα δάνεια που πήραν από το βασιλιά, αδυνατούσαν να τα πληρώσουν. Έχαναν, τις δουλειές τους, τις άμαξές τους τις καλύβες τους, δεν είχαν να ταΐσουν τα παιδιά τους και πολλοί από αυτούς αυτοκτονούσαν.

Άρχισαν να μαζεύονται ανήσυχοι και εξοργισμένοι στα ξέφωτα των χωριών και να καταριούνται το τον πρωθυπουργό και τους υπουργούς. Ζητούσαν να αλλάξει ο πρωθυπουργός με τους υπουργούς.

«Αυτοί φταίνε», είπαν μερικοί. «Να φύγουν, δεν ξέρουν να διαπραγματεύονται. Είναι άνθρωποι του βασιλιά και των δανειστών».

«Να διώξουμε τους δανειστές», είπαν κάποιοι άλλοι.

«Όχι, όχι», είπαν οι ντελάληδες και συμφώνησαν οι υπόλοιποι. «Αν διώξουμε τους δανειστές θα μας ζητήσουν όλο το βασίλειο. Το λένε οι συμφωνίες που υπογράψαμε».

«Οι ξένοι φταίνε», είπε ένας με ξυρισμένο κεφάλι που κατοικούσε σε μία τρύπα. «Αυτοί οι μαύροι που μας πήραν τις δουλείες», συνέχισε και κινήθηκε απειλητικά προς τους ξένους που είχαν λουφάξει σε μία άκρη.

«Ναι, αυτοί φταίνε», είπαν και κάποιοι ακόμα.

«Μην τους πειράξει κανείς», ακούστηκαν με δύναμη κάποιοι άλλοι. «Ξυρισμένε, μείνε στην τρύπα σου. Νομίζεις δεν ξέρουμε ότι μπαίνεις κρυφά τα βράδια στο κάστρο για να βρεις τον μεγάλο αυλάρχη του βασιλιά και βγαίνεις με τρόφιμα και λεφτά»;

«Να ζητήσουμε εκλογές για να αλλάξει ο πρωθυπουργός», ακούστηκαν πολλές φωνές μαζί. «Να μπει ο άλλος που δεν τη θέλει την αδικία και στις διαπραγματεύσεις δεν θα κάνει πίσω».

«Να πάμε να γκρεμίσουμε το κάστρο, να φτάσουμε στα διαμερίσματα του βασιλιά και να τον συλλάβουμε».

«Πώς θα το γκρεμίσουμε;», ρώτησαν οι άλλοι.

«Με όποιον τρόπο μπορούμε».

«Πρέπει πρώτα να συλλάβουμε το βασιλιά», είπαν κάποιοι.

«Μα πως αν δεν γκρεμίσουμε πρώτα το κάστρο;»

«Και να γκρεμίσουμε το κάστρο, αν δε συλλάβουμε το βασιλιά, δεν αλλά ζει τίποτα».

«Ναι, αλλά πώς θα γίνει αυτό αν δεν γκρεμίσουμε το κάστρο, ξαναρωτάω;»

«Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι πως αν δεν συμφωνήσουμε όλοι ότι πρέπει να συλλάβουμε το βασιλιά, δεν ωφελεί να γκρεμίσουμε το κάστρο.

«Δεν χρειάζεται να γκρεμίσουμε τίποτα», ακούστηκε μία φωνή από αυτές που ζητούσαν εκλογές. «Αν γίνουν εκλογές και αλλάξει ο πρωθυπουργός, ο βασιλιάς και οι δανειστές θα αναγκαστούν να αλλάξουν στάση.

Τα έμαθε ο βασιλιάς και κήρυξε εκλογές. Μετά τις εκλογές άλλαξε ο πρωθυπουργός. Πήγε και ζήτησε από το βασιλιά και τους δανειστές να σταματήσουν να ζητάνε από τους υπηκόους να κάνουν κι άλλες θυσίες. Εκείνοι, όπως ήταν φυσικό, αρνήθηκαν και σταμάτησαν να δανείζουν το βασιλιά με αποτέλεσμα ο βασιλιάς να μην έχει να πληρώσει όσους δούλευαν αφού δεν ήθελε να βάλει χέρι στα θησαυροφυλάκιά του. Έδιωξαν τον πρωθυπουργό από τους δανειστές και του ζήτησαν κι άλλα δυσβάσταχτα μέτρα.

Ο πρωθυπουργός είπε πως θα κάνει δημοψήφισμα κι ας αποφασίσουν οι υπήκοοι.

Οι υπήκοοι αποφάσισαν πως δεν θέλουν άλλα μέτρα. Πήρε ο πρωθυπουργός το «ΟΧΙ σε άλλα μέτρα» των ανθρώπων και το πήγε στο βασιλιά και τους δανειστές. Εκείνοι του ζήτησαν ακόμα περισσότερα μέτρα. Έφτασαν μάλιστα στο σημείο να ζητάνε το μισό βασίλειο και τις γυναίκες με τα παιδιά σκλάβους, για να ισοφαρίσουν τα δανεικά.

Γύρισε πίσω ο πρωθυπουργός και πρότεινε στους υπηκόους να δεχτούν τα νέα μέτρα που προτείνουν οι δανειστές γιατί αλλιώς θα καταστρέφονταν όλοι.

«Να στείλουμε στα τσακίδια τους δανειστές. Να γκρεμίσουμε το κάστρο και να συλλάβουμε το βασιλιά. Να ανοίξουμε τα θησαυροφυλάκιά του και να πάρουμε πίσω τον ιδρώτα και τον κόπο μας. Δεν έχουμε ανάγκη ούτε το βασιλιά ούτε τους δανειστές», είπαν μερικοί που είχαν μαζευτεί ξανά στα ξέφωτα των χωριών του βασιλείου.

Η παραπάνω ιστορία είναι από αυτές των οποίων η συνέχεια γράφεται από τους ίδιους τους υπηκόους. Το ποια θα είναι η συνέχεια θα το μάθουμε, μάλλον, σύντομα.

Ας πιάσουμε λοιπόν τις «πένες» για να τη συνεχίσουμε γιατί πάνω από κάθε νόμο είναι το δίκιο των ανθρώπων. Το είπε και ο τελευταίος πρωθυπουργός της ιστορίας μας.

 

Ετικέτες: , ,

ΟΑΕΔ-Ε.Ε-ΕΥΡΩ

ΟΑΕΔ-Ε.Ε-ΕΥΡΩ

οαεδ2

 

Ετικέτες: ,

Πώς είδαν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος Σουλτς και Γιούνκερ

Πώς είδαν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος Σουλτς και Γιούνκερ

Σουλτς2

 

Ετικέτες: , ,

«Ο Καπετάνιος» Το οδοιπορικό ενός αναπληρωτή

«Ο Καπετάνιος»

Το οδοιπορικό ενός αναπληρωτή

(Αφιερωμένο σε όλους τους υπουργούς παιδείας)

Του Χρήστου Επαμ. Κυργιάκη

Ο Κυριάκος σηκώθηκε από το κάθισμα στο σαλόνι του πλοίου και κοίταξε το ρολόι του. Κόντευε τέσσερις τα ξημερώματα. Ξεκίνησε Πέμπτη στις έξι το απόγευμα από τον Πειραιά και να που το επόμενο πρωινό τον εύρισκε στο νησί.

Ήταν το χειρότερο ταξίδι της ζωής του. Δεν είχε κάνει πάρα πολλά, κάποια όμως θα μείνουν για πάντα χαραγμένα στη μνήμη του και κυρίως στην ψυχή του.

Σ’ αυτές τις δέκα ώρες ταξιδιού πέρασε όλη η ζωή του από το φίλτρο του μυαλού του.

Οι χαρές, οι λύπες, οι λαχτάρες, οι απογοητεύσεις, τα όνειρα, οι ελπίδες, ναι οι ελπίδες, αυτές που ποτέ δεν τον εγκατέλειψαν, αυτές που ποτέ δεν εγκατέλειψε.

Ποτέ δεν έπαψε να ελπίζει, ακόμη κι όταν όλοι και όλα του φώναζαν πως «το παιχνίδι τελείωσε».

Και τούτο; Τι ήταν τώρα τούτο το καινούριο; Να βρεθεί από τη μια στιγμή στην άλλη στην άκρη της χώρας για να διδάξει στα παιδιά του νησιού.

Άραγε να διδάξει τι; Νόμους και εξισώσεις; Φαινόμενα και αντιδράσεις; Φιλότιμο και ανθρωπιά; Διδάσκονται όμως αυτά τα δύο τελευταία; Και αν υποθέσουμε ότι διδάσκονται, είναι σίγουρο ότι ο ίδιος τα έχει για να μπορέσει να τα διδάξει;

Ένα παράξενο συναίσθημα του τρυπούσε τα σωθικά, ήταν το ίδιο συναίσθημα που του ‘βρεχε τα μάτια σε όλο το ταξίδι.

Όχι, δεν ήταν φόβος. Είχαν περάσει πολλά χρόνια που είχε νικήσει το φόβο και μια και δυο και τρεις φορές.

Η πρώτη φορά ήταν γύρω στ οχτώ του χρόνια όταν νίκησε το φόβο του «κακού λύκου» και ένα βράδυ καλοκαιριού βγήκε κρυφά τη νύχτα να δει και αν μπορέσει, να μετρήσει όσο το δυνατόν περισσότερα αστέρια στον ουρανό.

Όχι, δεν ήταν φόβος. Άλλωστε, όσες φορές έσκυψε το κεφάλι ή έκανε πίσω, ήταν από ντροπή ή από αγάπη, ποτέ από φόβο.

Τον φόβο τον νίκησε ξανά όταν έφυγε μόνος του στο άγνωστο για να μπορέσει να σπουδάσει.

Είχε μάθει να πολεμάει τη μοναξιά, τις ώρες και τις μέρες που περίμενε μόνος στο χωράφι, όταν ήταν μικρός, στο δημοτικό πήγαινε, προσπαθώντας να ποτίσει το βαμβάκι με τη μάνα του και τον παππού του.

Οι σκέψεις του Κυριάκου διακόπηκαν από την ανακοίνωση που ακουγόταν: «Σε δέκα λεπτά μπαίνουμε στο λιμάνι. Παρακαλούνται οι επιβάτες και οι κάτοχοι αυτοκινήτων να ετοιμαστούν για αποβίβαση».

Το μυαλό του έφυγε λίγο από το παρελθόν και επικεντρώθηκε, χωρίς να το συνειδητοποιήσει, σε μία λέξη: «Καπετάνιος».

Την είχε αναφέρει ο Μπάμπης, ο φίλος του Θανάση. «Είναι μορφή στο νησί ο Καπετάνιος» είπε ο Μπάμπης σε μια τηλεφωνική τους συνομιλία. «Κι αυτός και η Καπετάνισσα είναι καλοί άνθρωποι. Θα τους γνωρίσεις και θα δεις. Παίζει και τάβλι ο Καπετάνιος. Λέει ότι παίζει καλά αλλά εγώ δεν ξέρω γιατί δεν είμαι καλός παίχτης».

Με τις σκέψεις αυτές βρέθηκε να ανοίγει την πόρτα του αυτοκινήτου και μπαίνοντας μέσα περίμενε την πόρτα του καραβιού να ανοίξει και να βγει έξω.

Έκανε ζέστη φοβερή, το αυτοκίνητο ήταν γεμάτο με ρούχα, το μυαλό του γεμάτο με δεύτερες και τρίτες σκέψεις, η ψυχή του μαύρη και τα μάτια του μονίμως μες στη βροχή.

Επιτέλους, η πόρτα του καραβιού κατέβηκε, φρέσκος αέρας έφτασε στο μέτωπό του και βάζοντας μπροστά το αυτοκίνητο , ξεκίνησε για να βγει στο λιμάνι.

Βγαίνοντας από το καράβι αισθάνθηκε ένα δέος, ένα φόβο και μια μεγάλη απορία. Τι χρειαζόταν αυτός ο μεγάλος φωτισμένος σταυρός πάνω στο βουνό, ακριβώς απέναντι από το λιμάνι; Για να δηλώσει τη θρησκευτικότητα των κατοίκων; Σε ποιους να τη δηλώσει; Σ’ αυτούς που έρχονται και δεν το ξέρουν; Ή μήπως θέλει να δηλώσει ποιος κάνει κουμάντο στο νησί;

Προχώρησε με το αυτοκίνητο κάμποσα μέτρα και στάθηκε δίπλα στο δρόμο ανάμεσα στο μεγάλο φωτισμένο σταυρό και τη θάλασσα, ανάμεσα στο άγνωστο και το απέραντο, ανάμεσα στο μελλοντικό και το χτεσινό.

Ένας κόμπος στάθηκε στο στήθος, αρνούμενος να κατέβει προς τα κάτω.

Το βλέμμα του έψαχνε το «Παραδοσιακό», το ξενοδοχείο που του σύστησε κάποιος άλλος γνωστός που εντοπίστηκε τελευταία από τη στιγμή που έγινε γνωστό ότι θα ερχόταν στο νησί.

«Να πας εκεί», του είπε αυτός ο γνωστός, ο Γιώργος. «Είναι κάτι γερόντια συγγενείς μου που το έχουν. Καλοί άνθρωποι, λιγάκι κουφοί αλλά είναι καλό και φτηνό ξενοδοχείο. Μην πας σε κανένα άλλο και σε γδάρουν».

Ο κόμπος στο στήθος όλο και μεγάλωνε. Πώς έμπλεξε έτσι;

Εκείνος δεν μπορούσε ούτε στιγμή μακριά τους, μακριά από τα παιδιά του, μακριά από εκείνη. Θα κοιμούνται τώρα. Ο μικρός, ίσως να ξύπνησε, ξυπνούσε τα βράδια και ζητούσε τη μαμά του. Καμιά φορά ζητούσε κι εκείνον. Λες να ξύπνησε και να τον ζητούσε. Ποιο ψέμα θα του είπαν; Μάλλον του είπαν ότι «ο μπαμπάς πήγε στο νησί και αύριο θα έρθει να μας πάρει».

Πολύ σύντομα βρέθηκε έξω από το ξενοδοχείο που έψαχνε, πάρκαρε στην άκρη του δρόμου και έσβησε τη μηχανή. Στα επόμενα δέκα λεπτά πάσχιζε να ξεφύγει από την επιθυμία να ανάψει τσιγάρο.

Ήξερε πως αν δεν άναβε τώρα τσιγάρο δεν θα άναβε ποτέ. Πέρασαν τρία χρόνια από τότε που το έκοψε. Θα το θεωρούσε τη μεγαλύτερη προσωπική του ήττα.

Άλλωστε το έκοψε επειδή δεν άντεχε άλλο να ακούει τα παιδιά του να του ζητάνε να παίξει μαζί τους κι εκείνος να τους λέει «σε πέντε λεπτά μέχρι να καπνίσω το τσιγάρο», και ακόμη σκεφτόταν τι θα γινόταν αν όλα αυτά που έλεγαν για τις βλαβερές συνέπειες του καπνίσματος, ήταν τελικά αληθινά.

Δεν άναψε λοιπόν τσιγάρο, δεν είχε άλλωστε μαζί του, και ένιωσε να κερδίζει μια μεγάλη μάχη.

Χωρίς να το καταλάβει είχε φτάσει στην πόρτα του ξενοδοχείου και χτυπούσε το κουδούνι νιώθοντας λίγο άβολα για το ακατάλληλο της ώρας.

Μια στεντόρεια φωνή ακούστηκε: «Κατεβαίνω αμέσως». Και μετά από λίγα δευτερόλεπτα, αλλά από διαφορετικό τώρα σημείο, ξανακούστηκε σαν αντίλαλος «Κατεβαίνω αμέσως». Για τρίτη φορά ακούστηκε: «Κατεβαίνω αμέσως». Μετά από λίγο άνοιξε η πόρτα και ένας πανύψηλος ηλικιωμένος και νυσταγμένος κύριος, εμφανίστηκε.

«Περάστε, περάστε και καλώς ορίσατε» του είπε ο ηλικιωμένος κύριος. Του έδωσε το κλειδί με το νούμερο 212. «Είναι πιο άνετο», του είπε και τον καληνύχτισε.

Άνετο; Γιατί άραγε; Αφού ήταν μόνος του. Αλλά μάλλον είχε δίκιο, τόσες σκέψεις, τόσο βάρος στο στήθος, τόση μοναξιά δεν θα χωρούσε σε ένα μικρό δωμάτιο.

Ο Κυριάκος έβγαλε τα παπούτσια του και ξάπλωσε με τα ρούχα στο μονό κρεβάτι ελπίζοντας να μπορέσει να κοιμηθεί για δυο-τρεις ώρες.

Το ρολόι του έδειχνε κιόλας πέντε και δέκα το πρωί. Μια ολόκληρη ζωή πέρασε από τότε που ξεκίνησε το πλοίο από τον Πειραιά, μια ολόκληρη ζωή στριμωγμένη σε ένα ταξίδι, σε δύο βαλίτσες και σε πολλά δάκρυα.

Ο ύπνος ήρθε πιο εύκολα από όσο περίμενε και ξεκούρασε κάπως τα τεντωμένα του νεύρα μέχρι στις εφτά και μισή που ξύπνησε από τον ήχο του κινητού του τηλεφώνου.

Ήταν κλήση ή ξυπνητήρι; Ήταν το ξυπνητήρι, μόνο που δεν θυμόταν πότε το είχε ρυθμίσει.

Ο Κυριάκος, σηκώθηκε γρήγορα από το κρεβάτι και αφού πλύθηκε, έσπευσε να ανοίξει το παράθυρο για να αντικρύσει τη θάλασσα. Όμως απέναντι από το παράθυρο βρισκόταν ένας τοίχος και παραδίπλα το μπαλκόνι ενός σπιτιού με κρεμασμένα ρούχα για στέγνωμα. Μόνο δεξιά στο βάθος φαίνονταν αραγμένα μερικά ψαροκάικα.

Ετοιμάστηκε γρήγορα και κατέβηκε κάτω, σχεδόν τρέχοντας, για να δει τον πρωινιάτικο ήλιο να του δείχνει το νησί.

Η εικόνα που αντίκρισε, για μια στιγμή τον απογείωσε, στη συνέχεια τον έκανε να ξεχάσει το λόγο για τον οποίο ήρθε στο νησί. Ήταν τόσο όμορφα όσα έβλεπε που αισθάνθηκε πως τόσα χρόνια στην Αθήνα πήγαν στράφι, πως ποτέ μέχρι τώρα, εκτός από περίοδο διακοπών, δεν είχε την ευκαιρία να χορτάσει τέτοια ομορφιά τοπίου.

Άρχισε να βαδίζει δίπλα στη θάλασσα και σκέφτηκε πως ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που βρισκόταν, μήνα Οκτώβριο, τόσο κοντά στη θάλασσα.

Τα αυτοκίνητα στο δρόμο ήταν λιγοστά, τα ψαροκάικα και οι βάρκες στο λιμάνι πολύ περισσότερα.

Θυμήθηκε πως έπρεπε να παρουσιαστεί στο γραφείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

«Πρέπει να έρθετε το συντομότερο δυνατόν», του είπε ο προϊστάμενος όταν μίλησαν στο τηλέφωνο από την Αθήνα. Τον είχε αγχώσει αυτή η φράση: « το συντομότερο δυνατόν».

Για στάσου κύριε προϊστάμενε, έτσι εύκολο το έχεις να αφήσεις πίσω τη ζωή σου και να έρθεις στο νησί, όσο όμορφο και αν είναι, και μάλιστα «το συντομότερο δυνατόν»;

Οι μορφές των παιδιών στο μπαλκόνι να σκουπίζουν τα ματάκια τους, την ώρα του αποχωρισμού, και να του λένε: «μπαμπά να μη στενοχωριέσαι», γυρνούσαν στο μυαλό του και του ξέσκιζαν τα σωθικά.

Η μορφή της αγαπημένης του να τον χαιρετάει βουβά, όπως τότε που έφευγε φαντάρος για την Ξάνθη, λυπημένη και κλαμένη, του θόλωνε το νου και τα μάτια.

Κάθισε σε ένα παγκάκι να πάρει ανάσες αλλά αισθάνθηκε ακόμη χειρότερα. Θυμήθηκε στιγμές, όχι καλές, που θυμωμένος μάλωνε τα παιδιά του.

Προσπάθησε να διώξει τη στενοχώρια του με λογικές σκέψεις. Ήξερε ότι τα παιδιά του τα υπεραγαπούσε αλλά ποτέ δεν τους το έδειξε όσο θα έπρεπε. Όμως είχε ως δικαιολογία το ότι δεν ήθελε να κακομάθουν. Ήθελε να γίνουν καλά παιδιά, χρήσιμα με φιλότιμο και καλή ψυχή. Γι’ αυτό θύμωνε μαζί τους όταν εκείνα έκαναν τα αυτονόητα, δηλαδή όταν εκείνα επέμεναν να είναι παιδιά. Τελικά, είχε μάλλον την απαίτηση να πάψουν να είναι παιδιά και να γίνουν μεγάλοι και ώριμοι.

Σηκώθηκε από το παγκάκι και περπατώντας έφτασε στο γραφείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Ανέβηκε τα σκαλιά του διώροφου σπιτιού και μπήκε στο γραφείο αναζητώντας τον προϊστάμενο ο οποίος τον περίμενε με ένα χαρτί στο χέρι που έγραφε ότι τοποθετήθηκε για να διδάξει στο γυμνάσιο του «Χωριού».

«Είναι λίγο ατίθασα τα παιδιά στο Χωριό» του είπαν κάποιοι παλιότεροι συνάδελφοι οι οποίοι έτυχε να βρίσκονται εκείνη τη στιγμή στο γραφείο.

«Κι εγώ από χωριό είμαι, θα τα βρούμε, μην ανησυχείτε», τους απάντησε.

Μετά από μερικές μέρες, ήρθε στο νησί, για μόνιμη εγκατάσταση, και η υπόλοιπη οικογένεια του Κυριάκου.

Η χρονιά κύλησε με αρκετές δυσκολίες, κυρίως οικονομικές αλλά και λόγω αλλαγής σχολικού περιβάλλοντος των παιδιών. Όμως ήταν μια όμορφη και διαφορετική χρονιά γιατί το νησί και κυρίως οι κάτοικοί του, αποζημίωσαν με το παραπάνω τις όποιες δυσκολίες συνάντησαν, οι οποίες δεν ήταν και λίγες.

Στο τέλος της χρονιάς, ο Κυριάκος δήλωσε το συγκεκριμένο νησί ως πρώτη προτίμηση για να είναι αναπληρωτής την επόμενη σχολική χρονιά.

Όλα κυλούσαν ομαλά, μέχρι που ανακοινώθηκαν τα ονόματα της πρώτης φάσης αναπληρωτών.

Ο Κυριάκος με την οικογένειά του έπρεπε μέσα σε τρεις (3) μέρες να βρίσκεται…

στην Κομοτηνή.

Χάθηκε η γη κάτω από τα πόδια του αλλά η περιπέτεια είχε και συνέχεια. Τη μεθεπόμενη χρονιά βρέθηκε με την οικογένειά του… στη Ρόδο μέχρι που ήρθε η «Αννούλα του χιονιά» και έφερε το «χειμώνα» σε χιλιάδες αναπληρωτές όπως ο Κυριάκος.

Τι είπε τότε η κυρία υπουργός; «Μόνιμοι διορισμοί, τέλος», και μετά άρχισε η φαγωμάρα και ο αλληλοσπαραγμός, για να μπορεί η «Αννούλα» και η κάθε Αννούλα, έως και σήμερα να φέρνει πιο εύκολα σε πέρας, το «θεάρεστο έργο» της.

 

«Ο Καπετάνιος» Το οδοιπορικό ενός αναπληρωτή

«Ο Καπετάνιος»

Το οδοιπορικό ενός αναπληρωτή

(Αφιερωμένο σε όλους τους υπουργούς παιδείας)

Του Χρήστου Επαμ. Κυργιάκη

Ο Κυριάκος σηκώθηκε από το κάθισμα στο σαλόνι του πλοίου και κοίταξε το ρολόι του. Κόντευε τέσσερις τα ξημερώματα. Ξεκίνησε Πέμπτη στις έξι το απόγευμα από τον Πειραιά και να που το επόμενο πρωινό τον εύρισκε στο νησί.

Ήταν το χειρότερο ταξίδι της ζωής του. Δεν είχε κάνει πάρα πολλά, κάποια όμως θα μείνουν για πάντα χαραγμένα στη μνήμη του και κυρίως στην ψυχή του.

Σ’ αυτές τις δέκα ώρες ταξιδιού πέρασε όλη η ζωή του από το φίλτρο του μυαλού του.

Οι χαρές, οι λύπες, οι λαχτάρες, οι απογοητεύσεις, τα όνειρα, οι ελπίδες, ναι οι ελπίδες, αυτές που ποτέ δεν τον εγκατέλειψαν, αυτές που ποτέ δεν εγκατέλειψε.

Ποτέ δεν έπαψε να ελπίζει, ακόμη κι όταν όλοι και όλα του φώναζαν πως «το παιχνίδι τελείωσε».

Και τούτο; Τι ήταν τώρα τούτο το καινούριο; Να βρεθεί από τη μια στιγμή στην άλλη στην άκρη της χώρας για να διδάξει στα παιδιά του νησιού.

Άραγε να διδάξει τι; Νόμους και εξισώσεις; Φαινόμενα και αντιδράσεις; Φιλότιμο και ανθρωπιά; Διδάσκονται όμως αυτά τα δύο τελευταία; Και αν υποθέσουμε ότι διδάσκονται, είναι σίγουρο ότι ο ίδιος τα έχει για να μπορέσει να τα διδάξει;

Ένα παράξενο συναίσθημα του τρυπούσε τα σωθικά, ήταν το ίδιο συναίσθημα που του ‘βρεχε τα μάτια σε όλο το ταξίδι.

Όχι, δεν ήταν φόβος. Είχαν περάσει πολλά χρόνια που είχε νικήσει το φόβο και μια και δυο και τρεις φορές.

Η πρώτη φορά ήταν γύρω στ οχτώ του χρόνια όταν νίκησε το φόβο του «κακού λύκου» και ένα βράδυ καλοκαιριού βγήκε κρυφά τη νύχτα να δει και αν μπορέσει, να μετρήσει όσο το δυνατόν περισσότερα αστέρια στον ουρανό.

Όχι, δεν ήταν φόβος. Άλλωστε, όσες φορές έσκυψε το κεφάλι ή έκανε πίσω, ήταν από ντροπή ή από αγάπη, ποτέ από φόβο.

Τον φόβο τον νίκησε ξανά όταν έφυγε μόνος του στο άγνωστο για να μπορέσει να σπουδάσει.

Είχε μάθει να πολεμάει τη μοναξιά, τις ώρες και τις μέρες που περίμενε μόνος στο χωράφι, όταν ήταν μικρός, στο δημοτικό πήγαινε, προσπαθώντας να ποτίσει το βαμβάκι με τη μάνα του και τον παππού του.

Οι σκέψεις του Κυριάκου διακόπηκαν από την ανακοίνωση που ακουγόταν: «Σε δέκα λεπτά μπαίνουμε στο λιμάνι. Παρακαλούνται οι επιβάτες και οι κάτοχοι αυτοκινήτων να ετοιμαστούν για αποβίβαση».

Το μυαλό του έφυγε λίγο από το παρελθόν και επικεντρώθηκε, χωρίς να το συνειδητοποιήσει, σε μία λέξη: «Καπετάνιος».

Την είχε αναφέρει ο Μπάμπης, ο φίλος του Θανάση. «Είναι μορφή στο νησί ο Καπετάνιος» είπε ο Μπάμπης σε μια τηλεφωνική τους συνομιλία. «Κι αυτός και η Καπετάνισσα είναι καλοί άνθρωποι. Θα τους γνωρίσεις και θα δεις. Παίζει και τάβλι ο Καπετάνιος. Λέει ότι παίζει καλά αλλά εγώ δεν ξέρω γιατί δεν είμαι καλός παίχτης».

Με τις σκέψεις αυτές βρέθηκε να ανοίγει την πόρτα του αυτοκινήτου και μπαίνοντας μέσα περίμενε την πόρτα του καραβιού να ανοίξει και να βγει έξω.

Έκανε ζέστη φοβερή, το αυτοκίνητο ήταν γεμάτο με ρούχα, το μυαλό του γεμάτο με δεύτερες και τρίτες σκέψεις, η ψυχή του μαύρη και τα μάτια του μονίμως μες στη βροχή.

Επιτέλους, η πόρτα του καραβιού κατέβηκε, φρέσκος αέρας έφτασε στο μέτωπό του και βάζοντας μπροστά το αυτοκίνητο , ξεκίνησε για να βγει στο λιμάνι.

Βγαίνοντας από το καράβι αισθάνθηκε ένα δέος, ένα φόβο και μια μεγάλη απορία. Τι χρειαζόταν αυτός ο μεγάλος φωτισμένος σταυρός πάνω στο βουνό, ακριβώς απέναντι από το λιμάνι; Για να δηλώσει τη θρησκευτικότητα των κατοίκων; Σε ποιους να τη δηλώσει; Σ’ αυτούς που έρχονται και δεν το ξέρουν; Ή μήπως θέλει να δηλώσει ποιος κάνει κουμάντο στο νησί;

Προχώρησε με το αυτοκίνητο κάμποσα μέτρα και στάθηκε δίπλα στο δρόμο ανάμεσα στο μεγάλο φωτισμένο σταυρό και τη θάλασσα, ανάμεσα στο άγνωστο και το απέραντο, ανάμεσα στο μελλοντικό και το χτεσινό.

Ένας κόμπος στάθηκε στο στήθος, αρνούμενος να κατέβει προς τα κάτω.

Το βλέμμα του έψαχνε το «Παραδοσιακό», το ξενοδοχείο που του σύστησε κάποιος άλλος γνωστός που εντοπίστηκε τελευταία από τη στιγμή που έγινε γνωστό ότι θα ερχόταν στο νησί.

«Να πας εκεί», του είπε αυτός ο γνωστός, ο Γιώργος. «Είναι κάτι γερόντια συγγενείς μου που το έχουν. Καλοί άνθρωποι, λιγάκι κουφοί αλλά είναι καλό και φτηνό ξενοδοχείο. Μην πας σε κανένα άλλο και σε γδάρουν».

Ο κόμπος στο στήθος όλο και μεγάλωνε. Πώς έμπλεξε έτσι;

Εκείνος δεν μπορούσε ούτε στιγμή μακριά τους, μακριά από τα παιδιά του, μακριά από εκείνη. Θα κοιμούνται τώρα. Ο μικρός, ίσως να ξύπνησε, ξυπνούσε τα βράδια και ζητούσε τη μαμά του. Καμιά φορά ζητούσε κι εκείνον. Λες να ξύπνησε και να τον ζητούσε. Ποιο ψέμα θα του είπαν; Μάλλον του είπαν ότι «ο μπαμπάς πήγε στο νησί και αύριο θα έρθει να μας πάρει».

Πολύ σύντομα βρέθηκε έξω από το ξενοδοχείο που έψαχνε, πάρκαρε στην άκρη του δρόμου και έσβησε τη μηχανή. Στα επόμενα δέκα λεπτά πάσχιζε να ξεφύγει από την επιθυμία να ανάψει τσιγάρο.

Ήξερε πως αν δεν άναβε τώρα τσιγάρο δεν θα άναβε ποτέ. Πέρασαν τρία χρόνια από τότε που το έκοψε. Θα το θεωρούσε τη μεγαλύτερη προσωπική του ήττα.

Άλλωστε το έκοψε επειδή δεν άντεχε άλλο να ακούει τα παιδιά του να του ζητάνε να παίξει μαζί τους κι εκείνος να τους λέει «σε πέντε λεπτά μέχρι να καπνίσω το τσιγάρο», και ακόμη σκεφτόταν τι θα γινόταν αν όλα αυτά που έλεγαν για τις βλαβερές συνέπειες του καπνίσματος, ήταν τελικά αληθινά.

Δεν άναψε λοιπόν τσιγάρο, δεν είχε άλλωστε μαζί του, και ένιωσε να κερδίζει μια μεγάλη μάχη.

Χωρίς να το καταλάβει είχε φτάσει στην πόρτα του ξενοδοχείου και χτυπούσε το κουδούνι νιώθοντας λίγο άβολα για το ακατάλληλο της ώρας.

Μια στεντόρεια φωνή ακούστηκε: «Κατεβαίνω αμέσως». Και μετά από λίγα δευτερόλεπτα, αλλά από διαφορετικό τώρα σημείο, ξανακούστηκε σαν αντίλαλος «Κατεβαίνω αμέσως». Για τρίτη φορά ακούστηκε: «Κατεβαίνω αμέσως». Μετά από λίγο άνοιξε η πόρτα και ένας πανύψηλος ηλικιωμένος και νυσταγμένος κύριος, εμφανίστηκε.

«Περάστε, περάστε και καλώς ορίσατε» του είπε ο ηλικιωμένος κύριος. Του έδωσε το κλειδί με το νούμερο 212. «Είναι πιο άνετο», του είπε και τον καληνύχτισε.

Άνετο; Γιατί άραγε; Αφού ήταν μόνος του. Αλλά μάλλον είχε δίκιο, τόσες σκέψεις, τόσο βάρος στο στήθος, τόση μοναξιά δεν θα χωρούσε σε ένα μικρό δωμάτιο.

Ο Κυριάκος έβγαλε τα παπούτσια του και ξάπλωσε με τα ρούχα στο μονό κρεβάτι ελπίζοντας να μπορέσει να κοιμηθεί για δυο-τρεις ώρες.

Το ρολόι του έδειχνε κιόλας πέντε και δέκα το πρωί. Μια ολόκληρη ζωή πέρασε από τότε που ξεκίνησε το πλοίο από τον Πειραιά, μια ολόκληρη ζωή στριμωγμένη σε ένα ταξίδι, σε δύο βαλίτσες και σε πολλά δάκρυα.

Ο ύπνος ήρθε πιο εύκολα από όσο περίμενε και ξεκούρασε κάπως τα τεντωμένα του νεύρα μέχρι στις εφτά και μισή που ξύπνησε από τον ήχο του κινητού του τηλεφώνου.

Ήταν κλήση ή ξυπνητήρι; Ήταν το ξυπνητήρι, μόνο που δεν θυμόταν πότε το είχε ρυθμίσει.

Ο Κυριάκος, σηκώθηκε γρήγορα από το κρεβάτι και αφού πλύθηκε, έσπευσε να ανοίξει το παράθυρο για να αντικρύσει τη θάλασσα. Όμως απέναντι από το παράθυρο βρισκόταν ένας τοίχος και παραδίπλα το μπαλκόνι ενός σπιτιού με κρεμασμένα ρούχα για στέγνωμα. Μόνο δεξιά στο βάθος φαίνονταν αραγμένα μερικά ψαροκάικα.

Ετοιμάστηκε γρήγορα και κατέβηκε κάτω, σχεδόν τρέχοντας, για να δει τον πρωινιάτικο ήλιο να του δείχνει το νησί.

Η εικόνα που αντίκρισε, για μια στιγμή τον απογείωσε, στη συνέχεια τον έκανε να ξεχάσει το λόγο για τον οποίο ήρθε στο νησί. Ήταν τόσο όμορφα όσα έβλεπε που αισθάνθηκε πως τόσα χρόνια στην Αθήνα πήγαν στράφι, πως ποτέ μέχρι τώρα, εκτός από περίοδο διακοπών, δεν είχε την ευκαιρία να χορτάσει τέτοια ομορφιά τοπίου.

Άρχισε να βαδίζει δίπλα στη θάλασσα και σκέφτηκε πως ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που βρισκόταν, μήνα Οκτώβριο, τόσο κοντά στη θάλασσα.

Τα αυτοκίνητα στο δρόμο ήταν λιγοστά, τα ψαροκάικα και οι βάρκες στο λιμάνι πολύ περισσότερα.

Θυμήθηκε πως έπρεπε να παρουσιαστεί στο γραφείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

«Πρέπει να έρθετε το συντομότερο δυνατόν», του είπε ο προϊστάμενος όταν μίλησαν στο τηλέφωνο από την Αθήνα. Τον είχε αγχώσει αυτή η φράση: « το συντομότερο δυνατόν».

Για στάσου κύριε προϊστάμενε, έτσι εύκολο το έχεις να αφήσεις πίσω τη ζωή σου και να έρθεις στο νησί, όσο όμορφο και αν είναι, και μάλιστα «το συντομότερο δυνατόν»;

Οι μορφές των παιδιών στο μπαλκόνι να σκουπίζουν τα ματάκια τους, την ώρα του αποχωρισμού, και να του λένε: «μπαμπά να μη στενοχωριέσαι», γυρνούσαν στο μυαλό του και του ξέσκιζαν τα σωθικά.

Η μορφή της αγαπημένης του να τον χαιρετάει βουβά, όπως τότε που έφευγε φαντάρος για την Ξάνθη, λυπημένη και κλαμένη, του θόλωνε το νου και τα μάτια.

Κάθισε σε ένα παγκάκι να πάρει ανάσες αλλά αισθάνθηκε ακόμη χειρότερα. Θυμήθηκε στιγμές, όχι καλές, που θυμωμένος μάλωνε τα παιδιά του.

Προσπάθησε να διώξει τη στενοχώρια του με λογικές σκέψεις. Ήξερε ότι τα παιδιά του τα υπεραγαπούσε αλλά ποτέ δεν τους το έδειξε όσο θα έπρεπε. Όμως είχε ως δικαιολογία το ότι δεν ήθελε να κακομάθουν. Ήθελε να γίνουν καλά παιδιά, χρήσιμα με φιλότιμο και καλή ψυχή. Γι’ αυτό θύμωνε μαζί τους όταν εκείνα έκαναν τα αυτονόητα, δηλαδή όταν εκείνα επέμεναν να είναι παιδιά. Τελικά, είχε μάλλον την απαίτηση να πάψουν να είναι παιδιά και να γίνουν μεγάλοι και ώριμοι.

Σηκώθηκε από το παγκάκι και περπατώντας έφτασε στο γραφείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Ανέβηκε τα σκαλιά του διώροφου σπιτιού και μπήκε στο γραφείο αναζητώντας τον προϊστάμενο ο οποίος τον περίμενε με ένα χαρτί στο χέρι που έγραφε ότι τοποθετήθηκε για να διδάξει στο γυμνάσιο του «Χωριού».

«Είναι λίγο ατίθασα τα παιδιά στο Χωριό» του είπαν κάποιοι παλιότεροι συνάδελφοι οι οποίοι έτυχε να βρίσκονται εκείνη τη στιγμή στο γραφείο.

«Κι εγώ από χωριό είμαι, θα τα βρούμε, μην ανησυχείτε», τους απάντησε.

Μετά από μερικές μέρες, ήρθε στο νησί, για μόνιμη εγκατάσταση, και η υπόλοιπη οικογένεια του Κυριάκου.

Η χρονιά κύλησε με αρκετές δυσκολίες, κυρίως οικονομικές αλλά και λόγω αλλαγής σχολικού περιβάλλοντος των παιδιών. Όμως ήταν μια όμορφη και διαφορετική χρονιά γιατί το νησί και κυρίως οι κάτοικοί του, αποζημίωσαν με το παραπάνω τις όποιες δυσκολίες συνάντησαν, οι οποίες δεν ήταν και λίγες.

Στο τέλος της χρονιάς, ο Κυριάκος δήλωσε το συγκεκριμένο νησί ως πρώτη προτίμηση για να είναι αναπληρωτής την επόμενη σχολική χρονιά.

Όλα κυλούσαν ομαλά, μέχρι που ανακοινώθηκαν τα ονόματα της πρώτης φάσης αναπληρωτών.

Ο Κυριάκος με την οικογένειά του έπρεπε μέσα σε τρεις (3) μέρες να βρίσκεται…

στην Κομοτηνή.

Χάθηκε η γη κάτω από τα πόδια του αλλά η περιπέτεια είχε και συνέχεια. Τη μεθεπόμενη χρονιά βρέθηκε με την οικογένειά του… στη Ρόδο μέχρι που ήρθε η «Αννούλα του χιονιά» και έφερε το «χειμώνα» σε χιλιάδες αναπληρωτές όπως ο Κυριάκος.

Τι είπε τότε η κυρία υπουργός; «Μόνιμοι διορισμοί, τέλος», και μετά άρχισε η φαγωμάρα και ο αλληλοσπαραγμός, για να μπορεί η «Αννούλα» και η κάθε Αννούλα, έως και σήμερα να φέρνει πιο εύκολα σε πέρας, το «θεάρεστο έργο» της.

 

ΣαΤυΡόΠρΟκΕς Νο 141-Σας ευχαριστώ από καρδιάς για τη σωστή επιλογή μου

ΣαΤυΡόΠρΟκΕς Νο 141-Σας ευχαριστώ από καρδιάς για τη σωστή επιλογή μου

Σας ευχαριστώ από καρδιάς για τη σωστή επιλογή μου

Από τον σΑτΥρΟπΡόΚο

σκλάβοι1– Να πάρει η ευχή. Ήταν ανάγκη τώρα να προκύψει κι αυτό το δημοψήφισμα Ιούλιο μήνα; Πάνω που σχεδίαζα το πού θα πάω διακοπές; Πάνω που έψαχνα για φτηνά εισιτήρια και σπίτια;

– Εκεί που περίμενα τις εταιρίες κινητής τηλεφωνίας να μου διαλέξουν ημερομηνία, πλοίο και προορισμό κι άρχισα να προετοιμάζομαι ψυχολογικά, έσκασε το δημοψήφισμα.

– Εντάξει, δεν θα πήγαινα 15 μέρες, όπως παλιά. Έστω και 5 μέρες. Κι αυτές καλές είναι. Από το τίποτα! Και μετά στο χωριό. Αρέσει και στη γυναίκα μου τα τελευταία χρόνια. Και τα πεθερικά της; Τώρα τα λατρεύει.

– Λίγο τα παιδιά δυσανασχετούν γιατί θέλουν θάλασσα, αλλά δεν πειράζει, θα στρώσουν. Μπορούν τη θάλασσα να τη βλέπουν και στην τηλεόραση. Οι περισσότερες σειρές σε παραθαλάσσια μέρη είναι γυρισμένες.

– Άντε τώρα να αποφασίσω εγώ τι είναι καλό για μένα!

– Ακούω όλους αυτούς που γνωρίζω εδώ και τόσα χρόνια να μου λένε να ψηφίσω ΝΑΙ. Πρώην πρωθυπουργός, 97 χρονών άνθρωπος που έχει βαφτίσει τα μισά ελληνόπουλα, δεν μπορεί, κάτι θα ξέρει.

– Αλλά πάλι, ακούω και το Σαμαρά, που είχε ρίξει τον προαναφερόμενο-που να χτυπιέστε κάτω δεν τον ονοματίζω-και είχε πει δεν γυρνάει ούτε ως αρχηγός στη ΝΔ, να λέει κι αυτός τα ίδια. Τι στο καλό; Ψέματα λέει;

– Καλά! Άντε, να τους αφήσω αυτούς τους δύο γιατί δεν βρίσκω άκρη μαζί τους.

– Βλέπω το Βορίδη, να θέλει κι αυτός το καλό μου και να μου λέει να ψηφίσω ΝΑΙ. Κι ο Στουρνάρας το ίδιο. Κοτζάμ πρώην τραπεζίτης-υπουργός και τώρα πάλι τραπεζίτης, δεν μπορεί κάτι θα ξέρει κι αυτός.

– Αμ ο άλλος. Ο δήμαρχος ντε, ο Καμίνης. Χαμηλών τόνων, δεν τον είχα ξανακούσει τόσα χρόνια. Αφού νόμιζα πως δεν ήξερε παρά μόνο αριθμούς και 4 λέξεις: «5,4,3,2,1. Ευτυχισμένο το νέο έτος».

– Αφού μίλησε κι αυτός, μίλησε κι ο Κώστας ο Καραμανλής είμαι σίγουρος πως είναι σοβαρά τα πράγματα.

– Μετά, κάπου διάβασα ότι ο Βορίδης υπερασπίστηκε ως δικηγόρος αυτές τις δύο εταιρίες ηλεκτρισμού που έφαγαν κάτι εκατομμύρια από τον κοσμάκη και την έκαναν για άλλες πολιτείες.

– Και ο Στουρνάρας με τον Καμίνη, λέει, δεν εμφανίστηκαν ως μάρτυρες κατηγορίας στο δικαστήριο. Πάλι μπερδεύτηκα. Ας τους αφήσουμε κι αυτούς γιατί δεν θα βγάλω άκρη και θα το ρίξω άκυρο ή λευκό ή θα απέχω.

– Έτυχε, βλέπεις, να δω τη Λιάνα με τον Βορίδη και τον Κατρούγκαλο που τους είχε η Όλγα η Ατρόμητη και τρόμαξα με το θέαμα. Εκεί κι αν μπερδεύτηκα!

– Ορίστε! Παραλίγο να τους ξεχάσω. Ο Αντώνης ο Καφετζόπουλος και ο Νίκος ο Αλιάγας είπαν σωστά πράγματα.

– Αξιοπρεπής, είπαν, είναι αυτός που δανείζεται και ξεχρεώνει μέχρι τελευταία δραχμή το χρέος του. Πολύ σωστά. Δεν είπαν όμως τι είναι αυτός που ξεχρεώνει ξένα χρέη; Μ@λ@κ$ς; Είναι βαρύ. Αφελής καλύτερα!

– Αλήθεια, αυτός που αρνείται να νε ξεχρεώσει τα χρέη των άλλων δεν είναι αξιοπρεπής; Μπα! Μάλλον αγενής είναι και αχάριστος.

– Αυτό με τα ξένα χρέη, δεν είναι δικό μου. Κάπου διάβασα ότι καταχρεωθήκαμε για να κάνουμε Ολυμπιακούς αγώνες το 2004 και ότι κάποιοι φάγανε με χρυσά κουτάλια.

– Και για εξοπλιστικά προγράμματα άκουσα, και για μίζες της Ζήμενς και για οπλικά συστήματα, που αγοράζαμε με τα δανεικά από τους Γερμανούς και τους Γάλλους. Κρίμα! Μίζες πίσω από την πλάτη του Σημίτη. Ντροπή!

– Δε νομίζω να εννοούσαν αυτά τα δανεικά ο Νίκος και ο Αντώνης. Μάλλον δεν έτυχε να τα διαβάσουν. Που να προλάβουν κι αυτοί. Μες στα στούντιο χωμένοι. Όπως ο Κανάκης χωμένος στην αρβύλα του!

– Πάντως εγώ τους ευχαριστώ όλους από καρδιάς. Με έβγαλαν από το αδιέξοδο αυτοί κι ο Χατζιδάκις. «Ουρανέ, όχι δεν θα πω το ναι».

 

 

Ετικέτες: , ,

Βαρέθηκα να φοβάμαι…

Βαρέθηκα να φοβάμαι…

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

 

«Πέντε χρόνια τώρα δεν κάνω τίποτε άλλο από το να φοβάμαι.

Στην αρχή φοβόμουν μη φτάσει η θύελλα και στη χώρα μας και δε μιλούσα, μέχρι που κάποια νύχτα άκουσα το βουητό της.

Μετά, φοβόμουν μη μας κόψουν τα δώρα και δεν έβγαζα άχνα, μέχρι που ήρθαν τα Χριστούγεννα και τα δώρα κόπηκαν.

Φοβόμουν μη μου μειώσουν το μισθό και δεν έλεγα κουβέντα σε κανέναν, μέχρι που κάποια πρωτομηνιά βρήκα το μισθό κουτσουρεμένο.

Άρχισα να φοβάμαι για τη δόση του στεγαστικού και σφράγιζα το στόμα μου, μέχρι που ήρθε η ειδοποίηση της τράπεζας ότι χρωστάω τρεις δόσεις.

Είχα το φόβο πώς θα τα καταφέρω αν η κόρη μου περνούσε στην επαρχία και κατάπινα την οργή μου αμάσητη μέχρι που της είπα πως δεν θα μπορέσει να πάει στην επαρχία στη σχολή που πέρασε.

Είχα το φόβο πού θα βρει δουλειά ο γιος μου τελειώνοντας τις σπουδές και έτρεχα στα βουλευτικά γραφεία, μέχρι που ένα μεσημέρι μου έδειξε την κάρτα ανεργίας.

Φοβόμουν μη χάσω τη δουλειά μου και ανεχόμουν πολλά, μέχρι που το αφεντικό μου έδωσε το χαρτί της απόλυσης.

Φοβόμουν για το μέλλον και είπα να βγω αμίλητος στη σύνταξη αλλά για δύο χρόνια ζούσα με δανεικά γιατί σύνταξη δεν έβλεπα και όταν τελικά την πήρα σκέφτηκα να τη χαρίσω στο Στουρνάρα για να νιώσει και αυτός τη χαρά του να έχει κάποιος ένα μισθό ή μια σύνταξη.

Φοβόμουν να μη χάσω το εξάπαξ και απέφευγα να μιλάω για την πολιτική, μέχρι που έμαθα πως τελικά θα πάρω το μισό μετά από, ποιος ξέρει, πόσα χρόνια.

Φοβόμουν μη φύγουμε από το ευρώ και πέσουμε στη χρεοκοπία και χειροκροτούσα τους ευρωπαϊστές, μέχρι που χρεοκόπησα μέσα στο ευρώ.

Φοβόμουν μη γυρίσουμε στη δραχμή και δεν έχουμε φάρμακα και έπνιγα το θυμό μου, μέχρι που κατάντησα να μην έχω φάρμακα γιατί δεν έχω τα ευρώ για να τα αγοράσω.

Φοβόμουν μη χάσω το γιατρό μου, την ασφάλισή μου και μούτζωνα οργισμένος τη Βουλή, μέχρι που κατέληξα να μην έχω ούτε γιατρό ούτε ασφάλιση και άρχισα να μουτζώνω τον εαυτό μου που πίστεψε πως με τις μούτζες θα έφερνα αποτέλεσμα.

Φοβόμουν για τη σύνταξη των 500 ευρώ της μάνας μου και το βούλωνα, δήθεν, με αξιοπρέπεια μέχρι που ένα μέρος της σύνταξης μου έγινε απαραίτητο μέσο επιβίωσης.

Φοβόμουν μην τυχόν και δεν έχω να δώσω χαρτζιλίκι στα παιδιά μου και δάκρυζα από θλίψη, μέχρι που τα είδα ένα πρωινό να φεύγουν για το σχολείο με σκυφτό το κεφάλι χωρίς χαρτζιλίκι.

Φοβόμουν να κοιτάξω τους μαθητές μου στα μάτια και έστρεφα από ντροπή, το βλέμμα μου αλλού, μέχρι που κατάλαβα πως ντρεπόμουν τους μαθητές μου επειδή ντρεπόμουν τον εαυτό μου για το μέλλον που τους παραδίδω.

Φοβόμουν να κάνω απεργία και δεν μιλούσα σε κανέναν απεργό, μέχρι που κατάλαβα πως δεν ήθελα να παραδεχτώ ότι εγώ είχα το άδικο και όχι ο απεργός.

Φοβόμουν τους μετανάστες που ήθελαν να καθαρίσουν το παρμπρίζ του αυτοκινήτου και τους έδιωχνα βάζοντας σε λειτουργία τους υαλοκαθαριστήρες, μέχρι που μια μέρα διαπίστωσα πως τελικά ήθελε όντως καθάρισμα. Όχι το παρμπρίζ αλλά το μυαλό μου.

Άρχισα να φοβάμαι τα ξυρισμένα τάγματα εφόδου με τους επικεφαλής βουλευτές που κρύβονται πίσω από την ασυλία τους, μέχρι που κατάλαβα ότι δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εμπροσθοφυλακή του ίδιου σάπιου συστήματος.

Φοβόμουν να ακούσω τους μακιγιαρισμένους τηλεπαρουσιαστές των δελτίων ειδήσεων και έψαχνα να βρω σε ποιο κανάλι έχει αθλητικά, μέχρι που συνειδητοποίησα ότι όλοι αυτοί, απλώς έκαναν πολύ καλά τη δουλειά τους.

Φοβόμουν μη χάσω το αυτοκίνητό μου και έκανα πως δεν καταλάβαινα τι γίνεται γύρω μου, μέχρι που αναγκάστηκα να παραδώσω τις πινακίδες γιατί δεν είχα να πληρώσω τα τέλη κυκλοφορίας και την ασφάλεια.

Φοβόμουν μη χάσω την οργανική μου θέση και έτρεχα σε Διευθύνσεις και αιρετούς, μέχρι που βρέθηκα κάποιον Οκτώβρη να συμπληρώνω ωράριο σε τρία σχολεία.

Τώρα πια δεν φοβάμαι γιατί δεν έχω τίποτα να χάσω.

Τώρα έπιασα πάτο. Δεν αντέχω άλλο να φοβάμαι.

Πλέον, το μόνο ενδεχόμενο είναι να αρχίσω να ανεβαίνω. Αρκεί να πατήσω γερά τα πόδια.

Όμως, μόνος μου είναι αδύνατον. Δε μπορεί, σίγουρα θα υπάρχει ένας ακόμα σαν και μένα να του δώσω το χέρι να με τραβήξει και να τον τραβήξω. Ένας μόνος του δεν μπορεί. Δύο όμως είναι πιο εύκολο. Τρεις μαζί μπορούν ακόμα καλύτερα. Τέσσερεις, πέντε έξι, εκατοντάδες, χιλιάδες, τραβώντας ο ένας τον άλλον θα βγούν σίγουρα στην επιφάνεια.

Μπορεί να έπιασα πάτο, μπορεί η απελπισία να βρίσκεται παντού όμως δεν θα τους κάνω τη χάρη να υποκύψω, ούτε να εγκαταλείψω ούτε να αυτοκτονήσω.

Το φως των ματιών μου δεν τους το κάνω θυσία. Το θέλω για να βλέπω τα παιδιά μου, τους φίλους μου, τους μαθητές μου, τους συντρόφους μου, τους δικούς μου ανθρώπους. Όλους αυτούς που αξίζει να τους βλέπω και όχι να τους φτύνω.

Δεν θα θυσιάσω ούτε μια τρίχα των μαλλιών μου γι’ αυτούς που με έσπρωχναν όλα αυτά τα χρόνια μέχρι τον πάτο για να πατάνε πάνω μου και να μπορούν να έχουν τα καλοθρεμμένα κεφάλια τους στην επιφάνεια.

Όπου και αν βρεθώ θα τους πολεμάω. Θα πολεμάω να φύγουν, με όσες δυνάμεις διαθέτω.

Ξέρω πως ένας μόνος του αποκλείεται να τα καταφέρει. Δύο όμως είναι πιο εύκολο. Τρεις μαζί μπορούν ακόμα καλύτερα. Τέσσερεις, πέντε έξι, εκατοντάδες, χιλιάδες, πολεμώντας ο ένας δίπλα στον άλλον και ο ένας για τον άλλον σίγουρα μπορούν να φέρουν τα πάνω, κάτω.

Το «μαζί» είναι η δύναμή μας και το «καθένας μόνος του», η αδυναμία μας.

Μόνο τότε μπορούμε να τους πνίξουμε στη ίδια τη θλίψη με την οποία μας έχουν πλημμυρίσει.

Αρκετά πιάστηκε η μέση μας από το σκύψιμο. Είναι καιρός να αποκτήσουμε την όρθια κατακόρυφη στάση που ταιριάζει στα σώματα των ανθρώπων και όχι των υποζυγίων».

 

 

 

Ετικέτες:

Σκύψε το κεφάλι, γονάτισε, άπλωσε το χέρι και ικέτεψε

Σκύψε το κεφάλι, γονάτισε, άπλωσε το χέρι και ικέτεψε

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Σκύψε το κεφάλι και περπάτα κι όταν κουραστείς γονάτισε κι όταν γονατίσεις άπλωσε το χέρι και ικέτεψε. Πού ξέρεις; Μπορεί να κερδίσεις τον οίκτο τους και να γλυτώσεις το κεφάλι σου. Μόνο αυτό. Την ψυχή σου την έχεις χάσει προ πολλού. Στην έχουν κλέψει. Τους άφησες να στην κλέψουν χωρίς μάχη. Τους την παρέδωσες, είναι το πιο σωστό.

Και τώρα πού θα πας χωρίς ψυχή; Πώς θα ζήσεις χωρίς ψυχή; Πώς θα χαρείς; Πώς θα κλάψεις; Πώς θα πετάξεις;

Αποδέχτηκες τα λόγια τους πως τάχα είναι παράνομο να θέλεις, πως είναι παράνομο να έχεις ανάγκες, πως δεν επιτρέπεται να ονειρεύεσαι γιατί τα δικά σου όνειρα τους λιγοστεύουν τα κέρδη, τους ελαττώνουν τη χλιδή, τους θαμπώνουν τη λάμψη. Την έχουν ανάγκη αυτή τη λάμψη την εκτυφλωτική για να μη φαίνεται η ασχήμια τους για να μη φαίνεται το κενό τους για να κρύβουν από πίσω της τον πλούτο, για να σε κάνουν να τους ζηλεύεις και να θέλεις να γίνεις σαν κι αυτούς. Έτσι, δεν θα σκεφτείς ποτέ να τους ανατρέψεις.

Κοίταξε με προσοχή πως ζουν μέσα από τις τηλεοπτικές σειρές. Δες πόσο ωραία περνάνε και νιώσε χαρά για τη ζωή τους αφού δεν μπορείς να χαρείς για τη δική σου τη ζωή.

Άνοιξε το «μαγικό κουτί» και μάθε τις υπέροχες συνταγές που σου δείχνουν από το πρωί μέχρι το άλλο πρωί. Σημείωσε τα συστατικά και τις ποσότητες. Μη σου ξεφεύγουν τα γραμμάρια γιατί θα χαλάσει η συνταγή. Η συνταγή της αποχαύνωσης και του παραμυθιάσματος. Τι πειράζει που δεν έχεις να αγοράσεις τα υλικά; Τι πειράζει που δεν θα εκτελέσεις ποτέ τις συνταγές που βλέπεις; Σημασία έχει που μπορείς και βλέπεις όλα αυτά τα φαγητά και ξέρεις ότι υπάρχουν. Άρα, κάποιοι μπορούν και τα έχουν. Δεν πειράζει που δεν είσαι εσύ. Μην είσαι εγωιστής, δεν μπορείς να έχεις όλα όσα βλέπεις. Δεν μπορείς να έχεις τίποτα από όσα βλέπεις.

Στείλε τα παιδιά σου στο σχολείο χωρίς να σε νοιάζει αν μπορούν να αναπνεύσουν σ΄αυτό ελεύθερα. Έτσι κι αλλιώς, δεν έχει σημασία η γνώση ούτε η καλλιέργεια του πνεύματος και της ψυχής τους. Σημασία έχει να εκπαιδευτούν για να κόψουν πρώτοι το νήμα σε ένα αγώνα δρόμου που προκηρύχτηκε από άλλους με την προϋπόθεση να συμμετέχουν σ΄αυτόν μόνο όσοι τηρούν τις προδιαγραφές: γερά πόδια, ντελικάτο κορμί, γερό μυαλό χωρίς ανησυχίες και στα μάτια μεγάλες παρωπίδες. Όπως τα άλογα κούρσας.

Μη διεκδικείς γιατί δεν βγαίνει τίποτα με τις διεκδικήσεις. Αν είναι θέλημα Θεού, μπορεί να βελτιωθούν τα πράγματα. Άσε που είναι παράνομο να διεκδικείς και να απεργείς. Αντιβαίνει στο δημόσιο συμφέρον κι εσύ δεν ανήκεις ούτε στο «δημόσιο» ούτε στο «συμφέρον».

Άλλωστε τους νόμους πρέπει να τους τηρείς γιατί αποτελεί προϋπόθεση για την τάξη και την ομαλότητα.

Στις εθνικές επετείους τρέχεις πρώτος. Υμνείς τα κατορθώματα των προγόνων σου, κουνάς τη γαλανόλευκη κι ανατριχιάζεις αλλά ξεχνάς πως τα κατορθώματά τους ήταν, στην εποχή τους, πράξεις παράνομες, ενάντια στο τότε «δημόσιο συμφέρον», ενάντια στην «τάξη» και στην «ομαλότητα».

Θα ήθελες να είσαι στη θέση των προγόνων σου που αγωνίστηκαν παρόλο που ξέρεις πως αν ήσουν σύγχρονός τους πάλι θα επέλεγες την «τάξη» και την «νομιμότητα» εκείνης της εποχής.

Μη συμμετέχεις σε τίποτα κοινό γιατί αυτοί που έχουν το πάνω χέρι θα σε πουλήσουν. Μείνε στην άκρη, στη γωνία, σιωπηλός για να συνεχίσουν να έχουν οι ίδιοι το πάνω χέρι και να μπορούν, όχι πια με την ανοχή σου αλλά με την άμεση συναίνεσή σου, να σε ξαναπουλήσουν.

Μην τους χαρίζεις χρήματα από το μισθό σου, κάνοντας απεργία. Δεν χρειάζεται. Τους άφησες να σου αρπάξουν τόσα και τόσα. Σιγά μην τους δώσεις κι άλλα από μόνος σου. Δεν είσαι δα και κανένα κορόιδο. Αν θέλουν, ας σου τα αρπάξουν. Το κρίμα στο λαιμό τους. Θα το βρουν κάποια στιγμή από το Θεό που βλέπει την αδικία.

Κάπου-κάπου, να εξαγριώνεσαι και να τα βάζεις με όλους αυτούς που κάνουν αυτό που δεν μπορείς εσύ να κάνεις.

Βρίσε όταν δεν έχει λεωφορεία και μετρό, χάσε την ψυχραιμία σου όταν οι αγρότες κλείσουν τους δρόμους. Αλλιώς πώς θα αντέξεις όταν πας στο σπίτι σου και το φαγητό είναι λειψό; Πώς θα αντέξεις όταν αρρωστήσει το παιδί σου και δεν έχεις να το πας στο γιατρό ή να του δώσεις φάρμακο για τον πυρετό. Πώς θα μπορέσεις να δώσεις κουράγιο στον άρρωστο γονιό σου τώρα που του έκοψαν τα φάρμακα.

Πρέπει να είσαι ήρεμος γι’ αυτό, φτύσε και τον πρώτο μετανάστη που θα βρεις μπροστά σου αφού έχεις πείσει τον εαυτό σου ότι εκείνος φταίει για τα δικά σου ζόρια.

Το βράδυ, πέσε να κοιμηθείς χωρίς τύψεις, χωρίς ερωτηματικά, χωρίς ανησυχίες και κυρίως χωρίς όνειρα.

Εσύ, ότι μπορούσες να κάνεις από μεριάς σου το έκανες. Έτσι δεν είναι;

Δεν φταις εσύ που δεν έκανες κάτι παραπάνω…

 

 

Ετικέτες:

Έτσι είναι το σύστημα

Έτσι είναι το σύστημα

Έτσι είναι το σύστημα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

ΣύστημαΈτσι είναι το σύστημα. Θηρίο αχόρταγο και μοχθηρό που τρέφεται με ζωές, με όνειρα και ψυχές, που πίνει για να ξεδιψάσει αίμα εχθρών και φίλων, πολέμιων και υποστηριχτών του, που δεν διστάζει να θυσιάσει όσους το πετροβολούν μα και όσους το στηρίζουν.

Έτσι είναι το σύστημα. Για να συνεχίζει να υπάρχει και να λεηλατεί, χρειάζεται θύματα και θύτες, χρειάζεται να δείχνει παντοδύναμο αλλά και σάπιο.

Δεν έχει πρόβλημα να διαφημίζει τη σαπίλα του και το αποκρουστικό του πρόσωπο τόσο στη μεγάλη όσο και στη μικρή οθόνη στέλνοντας το μήνυμα:

«Ναι, είμαι μέχρι τα μπούνια μες στη διαφθορά, τη σαπίλα και την εκμετάλλευση, αλλά πάρτε το απόφαση πως δεν μπορείτε να με κουνήσετε».

Μοιάζει με τεράστιο ουρανοξύστη που όταν τον βλέπεις λες πως είναι αδύνατον να γκρεμιστεί, γιατί φροντίζει η εξωτερική του όψη να δείχνει ατσάλινη και γυαλιστερή ώστε να μη φαίνεται η σκουριά που έχει διαβρώσει το σκελετό και τα θεμέλια ούτε τα ραγισμένα του τζάμια που είναι έτοιμα να γίνουν χίλια κομμάτια με ένα δυνατό φύσημα του ανέμου.

Ποντάρει στο ότι ο κόσμος δεν το ξέρει, Χρησιμοποιεί το φόβο με μεγάλη μαεστρία για να καλύπτει τη μεγάλη αλήθεια, πως αντικειμενικά είναι άχρηστο και μόνο την εκμετάλλευση και την καταστροφή ονειρεύεται για τους για τους ανθρώπους.

Έτσι είναι το σύστημα. Δεν διστάζει να παραδέχεται πως κλέβει, πως παρακολουθεί και υποκλέπτει κάθε μας κίνηση θέλοντας να μας κάνει να πιστέψουμε πως μπορεί να παρακολουθεί και να υποκλέπτει ακόμη και τη σκέψη μας, πως έχει τον τρόπο να κατευθύνει, αναπόφευκτα, τις διαθέσεις και τις προσδοκίες μας προς όφελός του.

Έτσι είναι το σύστημα. Τη μία μέρα βάζει τους υπουργούς του να στερούν από τους αδύναμους την πρόσβασή τους σε γιατρούς σε φάρμακα και σε νοσοκομεία, χωρίς ίχνος ανθρωπιάς, και την άλλη να βγαίνουν στα κανάλια και να χύνουν, τάχαμου, μαύρο δάκρυ για τον ανθρώπινο πόνο.

Ναι, έτσι είναι το σύστημα. Χρησιμοποιεί σήμερα Κενταύρους και άλλα μυθολογικά τέρατα που σκορπούν τον φόβο και τον τρόμο, για να τους χρίσει αύριο, υπουργούς και πρωθυπουργούς οι οποίοι θα εγγυηθούν για την απόδοση ευθυνών και δικαιοσύνης. Στρατολογεί σήμερα Ρέιντζερς για να τους σερβίρει αύριο ως αντικειμενικούς δημοσιογράφους και καναλάρχες.

Ναι, αυτό είναι το σύστημα. Καταδικάζει τη βία, την ίδια στιγμή που βιάζει κατά συρροή ζωές και συνειδήσεις. Υπόσχεται ανάκαμψη βυθίζοντάς μας στην ύφεση, εμφανίζεται ως υποστηρικτής της ατομικής ιδιοκτησίας κλέβοντας την ίδια στιγμή, σπίτια, καταθέσεις, χωράφια και περιουσίες. Εγγυάται την ευτυχία των ανθρώπων, σπέρνοντας τη δυστυχία και τη φτώχια. Καμώνεται πως, τάχα, είναι υπέρμαχο της δικαιοσύνης και της ισότητας σκορπώντας το άδικο και την ανισότητα.

Τούτο το σύστημα, δεν αλλάζει, δεν φτιασιδώνεται, δεν διορθώνεται κι όσο υπάρχει θα επιβιώνουμε αλλά δεν θα ζούμε, θα βρέχουμε τα χείλη μας αλλά δεν θα ξεδιψάμε, θα κολατσίζουμε αλλά δεν θα χορταίνουμε, θα θέλουμε αλλά δεν θα μπορούμε, θα ονειρευόμαστε αλλά δεν θα πραγματοποιούμε ποτέ τα όνειρά μας.

Τούτο το σύστημα, ρίχνει βαριά τη σκιά του πάνω μας. Μόνο αν το γκρεμίσουμε, θα δούμε κάποτε τον ήλιο και τη θέα που μας κρύβει.

Ένας μόνος του δεν μπορεί. Δύο και τρεις, δεν φτάνουν. Χρειάζονται πολύ περισσότεροι, τόσοι όσοι είναι και αυτοί που έχουν δει το αποκρουστικό του πρόσωπο και έχουν νιώσει στο πετσί τους τις «ευεργετικές» του ιδιότητες.

 

 

 

 

Ετικέτες: ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: