RSS

Daily Archives: Ιουνίου 5, 2015

Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος

Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Σ.Σ

Η παρακάτω ιστορία είναι φανταστική. Κάθε ομοιότητα με πραγματικά γεγονότα και περιστατικά είναι τελείως συμπτωματική.

Το ξυπνητήρι χτύπησε ακριβώς στις 5:30 το πρωί. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Κάθε που ο Μπάμπης είχε πρωινή βάρδια εκείνο έδειχνε απίστευτη συνέπεια στη δουλειά του. Όπως κι ο Μπάμπης. Στις 6:30 ακριβώς έπιανε δουλειά. Δεν είχε αργήσει ούτε μία φορά. Δεν έλλειψε ούτε μία μέρα τα τελευταία τέσσερα χρόνια, από τότε που έπιασε δουλειά, δηλαδή, στο διυλιστήριο.

Κανά δυο φορές που έτυχε να αρρωστήσει-όχι τίποτα το σοβαρό, κάποια κρυολογήματα που του ανέβασαν τον πυρετό-δεν ζήτησε άδεια. Άλλωστε, του είχε πει ο υπεύθυνος του τομέα του πως στα αφεντικά δεν άρεσαν και πολύ οι εργάτες που αρρωσταίνουν συχνά.

Ακολουθώντας το συνηθισμένο πρωινό «τελετουργικό», ο Μπάμπης βρέθηκε μετά από λίγη ώρα στη στάση περιμένοντας το λεωφορείο της γραμμής που θα τον πήγαινε έξω από την πύλη του διυλιστηρίου. Περίπου μισή δρόμος, ότι πρέπει για σκέψη, προγραμματισμό και όνειρα.

Ναι, όνειρα. Γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι κάτω από τέτοιες συνθήκες ονειρεύονται. Στο λεωφορείο, στο διάλλειμα της δουλειάς, την ώρα που πίνουν τον καφέ τους ή την ώρα που ανακατεύουν με κρασί τα «αχ», τα «πότε», τα «γιατί» και τα δάκρυά τους.

Καθισμένος σε μια θέση του λεωφορείου, χωρίς να το θέλει-λες και το μυαλό ρωτάει-σκέφτηκε τη Μάνια, την καλή του. Έξι χρόνια μαζί. Έξι χρόνια ο ένας για τον άλλον. Με τα καλά και με τα δύσκολα. Με τις έντονες καταιγίδες και τις ατέλειωτες λιακάδες. Με υπομονή και θέληση και με αγάπη που έμοιαζε ανίκητη.

«Μην πας σε παρακαλώ στο διυλιστήριο», του είχε πει πριν από 4 χρόνια όταν της ανακοίνωσε πως βρήκε δουλειά στα «πετρέλαια».

«Είναι βαριά δουλειά. Άσε που είναι και επικίνδυνη. Τόσα ατυχήματα γίνονται. Δεν έχεις ακούσει τίποτα εσύ;».

«Μην ανησυχείς», της είχε πει εκείνος. «Παίρνουν μέτρα προστασίας τώρα. Δεν είναι όπως παλιά και ο μισθός είναι καλός. Άλλωστε, πώς αλλιώς θα μπορέσουμε να πάρουμε κι εκείνη τη βάρκα που λέγαμε; ¨Μάνια¨ θα τη βαφτίσουμε. Έτσι; Θα είναι γαλαζοπράσινη σαν τα μάτια σου».

«Τα ξέρω τα μέτρα προστασίας τους. Μόνο στα χαρτιά. Τα γεύτηκε κι ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου. Μήπως το ξέχασες;».

Το λεωφορείο άνοιξε τις πόρτες του. «ΣΤΑΣΗ ΔΙΥΛΙΣΤΗΡΙΟ». Καμιά εικοσαριά νοματέοι κατέβηκαν. Όλοι τους εργάτες στα «πετρέλαια». Ανάμεσά τους κι ο Μπάμπης.

«Καλημέρα ρε Κωστή! Τι κάνει ο γιος σου; Παίζετε καμιά μπαλίτσα; Παντρεύτηκε μωρέ ή ακόμα;».

«Άστα. Μας ξενύχτησε πάλι. Να βγάλει επιτέλους τα δόντια του να ηρεμήσουμε κι εμείς κι αυτός».

Οι μηχανές δούλευαν στο φουλ. Ασταμάτητα. Φόρεσαν τα κράνη τους, υπέγραψαν την ώρα προσέλευσης και ο καθένας στο πόστο του. Μηχανές και οι ίδιοι, τέλεια προγραμματισμένες με σάρκα και οστά.

Κι όμως κάτι έτρεχε. Κάτι αδιευκρίνιστο. Πλανιόταν στον, βαρύ από τη μυρωδιά των υδρογονανθράκων, αέρα και τρυπούσε τα σωθικά. Φαινόταν στα ανήσυχα μάτια των εργατών και στις νευρικές τους κινήσεις. Το΄νιωσε κι ο Μπάμπης.

«Τι έγινε μάστορα; Συμβαίνει κάτι;», ρώτησε με μια μικρή ανησυχία ο Μπάμπης το Νικήτα, τον αρχιμηχανικό της βάρδιας του.

«Τίποτα μικρέ. Όσο έχεις εσύ το μάστορα δίπλα σου μη στενοχωριέσαι για τίποτα», του απάντησε χαμογελώντας ο Νικήτας.

Όμως, ακόμα και το χαμόγελό του Νικήτα, σφιγμένο και αγχωμένο έδειχνε πως κάτι δεν πήγαινε καλά.

«Νικήτα, δε με πείθεις», επέμεινε ο Μπάμπης.

Ο Νικήτας τον πλησίασε, έβγαλε το κράνος του και σκούπισε τα ιδρωμένα του μαλλιά.

«Να μωρέ. Εκείνη η γαμημένη η βαλβίδα ασφαλείας στον αγωγό του μεθανίου. Κόλλησε πάλι στη βραδινή βάρδια. Αν δεν το είχε πάρει χαμπάρι ο Γιάννης, για δύο λεπτά μιλάμε, θα είχε γίνει εδώ ολοκαύτωμα. Ευτυχώς με ειδοποίησε και τελευταία στιγμή πρόλαβα και σταμάτησα την παροχή. Γι΄αυτό είμαι ακόμα εδώ κι ούτε που ξέρω πότε θα φύγω σήμερα. Άστα. Θυμήθηκα το μεγάλο ατύχημα πριν από 10 χρόνια. Έξι άνθρωποι νεκροί και τρεις σε μόνιμη αναπηρία.  Τους είπα να σταματήσουμε την παραγωγή σ΄εκείνη τη μονάδα αλλά ούτε που να το ακούσουν. Τρέχουν οι παραγγελίες μου είπαν τα μεγάλα αφεντικά. Έκανα τώρα μια πατέντα και λειτουργεί. Δεν ξέρω όμως για πόσο. Έτσι μου΄ρχεται να σηκωθώ και να φύγω. Θα γίνει καμιά στραβή και θα το΄χω βάρος στη συνείδησή μου».

«Καλά ρε μάστορα. Δυο χρόνια τώρα ακούω γι’ αυτή τη κωλοβαλβίδα. Εφιάλτης κατάντησε. Γιατί δεν την αλλά ζουν που να πάρει η ευχή;».

«Γιατί κοστίζει μικρέ. Δεν είναι μόνο η βαλβίδα. Θέλει ξήλωμα όλος ο αγωγός και αντικατάσταση και ότι κοστίζει προκαλεί αλλεργία στα αφεντικά. Άσε που θα μειωθεί η παραγωγή στο 1/3 μέχρι να ολοκληρωθούν οι εργασίες. Και οι παραγγελίες τρέχουν».

«Κοστίζει; Μόνο οι άγκυρες στην καινούργια τους θαλαμηγό κοστίζουν περισσότερο».

«Άντε, τράβα τώρα και μη σκοτίζεσαι. Θα’ χω το νου μου κι εγώ. Να προσέχετε κι εσείς όμως. Έτσι; Άντε παλικάρι μου. Καλή δύναμη. Κι ο Θεός βοηθός».

Την τελευταία παράκληση, ο Μπάμπης δεν την άκουσε. Ο Νικήτας την είπε ψιθυριστά. Σχεδόν αθόρυβα…

Εν τω μεταξύ, στα κεντρικά γραφεία των ιδιοκτητών του διυλιστηρίου, στον τελευταίο όροφο έφτανε στο τέλος της η έκτακτη συνεδρίαση του ΔΣ. Η βλάβη στη βαλβίδα με ότι μπορούσε να ακολουθήσει θορύβησε πάρα πολύ τους ιδιοκτήτες. Ακούστηκαν κάποιες προτάσεις για σταμάτημα της λειτουργίας της προβληματικής μονάδας και άμεση έναρξη εργασιών αποκατάστασης, μπροστά στον διαφαινόμενο κίνδυνο ενός ατυχήματος με απρόβλεπτες συνέπειες.

Τα μεγάλα αφεντικά τις απέρριψαν. Τα διαφυγόντα κέρδη θα ήταν μεγάλα. Τις παραγγελίες θα τις έπαιρναν άλλοι και οι εποχές δεν σήκωναν τέτοια ρίσκα.

Ο κύβος ερρίφθη. Η λειτουργία θα συνεχιζόταν με δύο αρχιμηχανικούς σε κάθε βάρδια για καλύτερη εποπτεία και άμεση, αν χρειαζόταν, αντίδραση.

Όλα αυτά μέχρι που χτύπησε το κινητό του προέδρου. Αυτό που άκουσε τον έκανε να χάσει προς στιγμήν τη λαλιά του.

«Ανοίξτε την τηλεόραση να δούμε. Έγινε έκρηξη στο διυλιστήριο», είπε με παγωμένη φωνή.

«Μόλις πριν από λίγο σημειώθηκε έκρηξη στο διυλιστήριο. Οι πρώτες πληροφορίες, κάνουν λόγο για 4 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες. Για κάθε νεώτερο θα διακόπτουμε τη ροή του προγράμματος με έκτακτες συνδέσεις», είπε ο εκφωνητής του καναλιού.

«Πάρτε τους τηλέφωνο και πείτε τους να το τρενάρουν όσο μπορούν. Ειδοποιείστε να ετοιμάσουν το αεροπλάνο. Φεύγουμε για Ζυρίχη»,διέταξε ο πρόεδρος και σηκώθηκε από την καρέκλα του βρίζοντας.

Η έκρηξη ήταν τόσο μεγάλη που συγκλόνισε την περιοχή γύρω από το διυλιστήριο. Μαύροι καπνοί άρχισαν να καλύπτουν τον ουρανό. Κόσμος πολύς άρχισε σιγά-σιγά να μαζεύεται έξω από το εργοστάσιο. Η πυροσβεστική και τα πρώτα ασθενοφόρα άρχισαν να καταφτάνουν μαζί με τους συγγενείς των εργατών που κατοικούσαν στις γύρω περιοχές.

Το διυλιστήριο, σταμάτησε τη λειτουργία του. Το νέο μαθεύτηκε και στα άλλα διυλιστήρια της ευρύτερης περιοχής. Η αντίδραση των εργαζομένων σ΄αυτά ήταν άμεση. Κατέβασαν τις διακόπτες, παράτησαν τα κράνη τους και με κάθε μέσο προσπαθούσαν να φτάσουν στον τόπο του ατυχήματος.

«Δεν ήταν ατύχημα. Ήταν φόνος εκ προμελέτης» ακούστηκε δυνατά μια φωνή έξω από την πύλη του διυλιστηρίου.

Στους γύρω δρόμους επικρατούσε πραγματικό κομφούζιο. Δημοσιογράφοι και τηλεοπτικά συνεργεία προσπαθούσαν να πλησιάσουν αλλά ήταν σχεδόν αδύνατο να το καταφέρουν.

Το τηλέφωνο της κυρά-Μυρσίνης, της μάνας του Μπάμπη, χτυπούσε επίμονα.

«Ποιος να΄ναι τέτοια ώρα; Θα μου καεί το φαΐ», μονολόγησε καθώς σήκωνε το τηλέφωνο.

Ήταν η Μάνια. Με τρεμάμενη φωνή της ανακοίνωσε το δυσάρεστο. Το ακουστικό της έπεσε από τα χέρια. Μάταια προσπαθούσε η Μάνια, φωνάζοντας, να επικοινωνήσει μαζί της.

Η κυρά-Μυρσίνη, πέρασε από την κουζίνα, έσβησε το φαγητό, έβαλε στην τσάντα της μια φωτογραφία του γιου της και βγήκε σα χαμένη από το σπίτι.

Πλέον, όλα τα κανάλια είχαν ζωντανή σύνδεση με τον τόπο του ατυχήματος. Μαρτυρίες διάφορες από παρευρισκόμενους έδιναν κι έπαιρναν.

Άρχισαν και οι πρώτες δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων.

Εργαζόμενοι από άλλα διυλιστήρια έφταναν σιγά-σιγά και η φράση «κάτι πρέπει να κάνουμε», έτρεχε από στόμα σε στόμα.

«Γενική απεργία», «Κατάληψη παντού», «Να λογοδοτήσουν οι ένοχοι», ήταν μερικές από τις κραυγές οργής που άρχισαν να ακούγονται.

«Κάντε στην άκρη να περάσουν οι πυροσβέστες», ακούστηκε μια φωνή μέσα από το διυλιστήριο.

Σιωπή απλώθηκε παντού καθώς, πυροσβέστες κουβαλούσαν σε φορεία εργάτες μέσα από τον τόπο του ατυχήματος. Κανείς δεν μπορούσε ακόμα να ξέρει αν ζούσαν ή είχαν πεθάνει.

Μια αλαφιασμένη ηλικιωμένη γυναίκα, κρατώντας μια φωτογραφία στον κόρφο της προσπαθούσε σπρώχνοντας και φωνάζοντας να πλησιάσει στην πύλη.

«Αφήστε να περάσω. Είναι ο γιος μου εκεί μέσα. Κάντε στην άκρη σας λέω».

Οι πυροσβέστες άφησαν τα φορεία έξω από την πύλη, δίπλα στα ασθενοφόρα και ξαναμπήκαν μέσα.

Η κυρά-Μυρσίνη επιτέλους έφτασε κοντά. Το βλέμμα της καρφώθηκε στο ακριανό φορείο. Τρικλίζοντας, με τα χέρια κατεβασμένα, κρατώντας σφιχτά στο ένα της χέρι τη φωτογραφία, έφτασε κοντά στο φορείο.

Κανείς μέχρι τότε δεν είχε ξανακούσει τέτοια κραυγή, σαν αυτή που έβγαλε η δόλια η μάνα, αντικρίζοντας πάνω στο φορείο τον μισοκαμένο γιο της.

Όλοι σώπασαν για να ακούσουν το μοιρολόι της.

«Κόκκινο γαρούφαλλό μου/γιατί μ΄άφηκες;

Γω σε πότιζα με δάκρυ/και μαράθηκες.

Γω σε πότιζα με δάκρυ/και μαράθηκες».

Ένα χέρι ένιωσε να την ακουμπά και να προσπαθεί να τη σηκώσει. Η Μάνια, μάταια προσπαθούσε, κλαίγοντας κι εκείνη, να την απομακρύνει.

Η κυρά_Μυρσίνη, σκούπισε τα δάκρυά της, άφησε τη φωτογραφία πάνω στο νεκρό παιδί της και σηκώθηκε όρθια.

«Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος», είπε και απομακρύνθηκε στηριζόμενη στον ώμο της Μάνιας.

Πλέον, ούτε έβλεπε ούτε άκουγε τους ανθρώπους γύρω της. Άλλοι έβριζαν, άλλοι σκορπούσαν απειλές και κατάρες. Εκείνη πλέον δε ζούσε. Μόνο ανέπνεε.

Η κυρά-Μυρσίνη, πέθανε μαζί με το γιο της…

 

Ετικέτες: , , , ,

Ο κύριος Χ απολύθηκε. Ε και;

Ο κύριος Χ απολύθηκε. Ε και;

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Εκείνο το πρωινό δεν έμοιαζε σε τίποτα με τα προηγούμενα εκτός από την ένδειξη του ρολογιού τη στιγμή που άνοιγε την πόρτα για να βγει από το σπίτι.

Είπε σε όλους «καλημέρα», έκλεισε την πόρτα πίσω του καθώς έφευγε και πήγε προς τη στάση του λεωφορείου.

Ο αέρας λυσσομανούσε, επίτηδες θαρρείς, για να του επισημάνει πως η σημερινή μέρα δεν θα είναι όπως οι προηγούμενες.

Περίμενε το λεωφορείο της γραμμής το οποίο έφτασε στην ώρα του, χαιρέτισε τον οδηγό μπαίνοντας και κάθισε στο τελευταίο κάθισμα δίπλα στο παράθυρο για να μπορεί να πετάει έξω το απλανές βλέμμα του.

Κόσμος μπαινόβγαινε στο λεωφορείο καθώς για να κυλήσουν οι δουλειές και οι τροχοί χρειάζονται άνθρωποι, χέρια, νους και κυρίως ουσία, μεδούλι δηλαδή κανονικό.

Κανένας τους δεν μιλούσε, κανένας δεν κοίταζε γύρω του. Ούτε ένα χαμόγελο δεν έβλεπες σε κείνο το λεωφορείο. Τι στα κομμάτια; Λες και θα πλήρωνε φόρο όποιος χαμογελούσε. Αλλά πάλι, χαμογελάς έτσι χωρίς λόγο; Για να σπάσει έστω και λίγο το χείλι του ανθρώπου χρειάζεται μια ευχάριστη ανάμνηση, μια χαρούμενη σκέψη, μια όμορφη προσμονή. Όταν τίποτε από αυτά δεν υπάρχει τότε το χαμόγελο παραπέμπει σε ψυχική διαταραχή λένε οι ειδικοί.

Κατέβηκε στην επόμενη στάση και προχώρησε προς το κτήριο που βρισκόταν ακριβώς από πίσω. Πέρασε τη μεγάλη γυάλινη είσοδο του κτηρίου και κατευθύνθηκε προς το ασανσέρ, όπως κάθε μέρα εδώ και 20 περίπου χρόνια, μόνο που για πρώτη φορά, τα πόδια του δεν υπάκουαν. Στάθηκε καρφωμένος στο ίδιο σημείο για μερικά δευτερόλεπτα μέχρι που η φωνή του άντρα της ασφάλειας του κτηρίου τον επανάφερε στα συγκαλά του.

Συνέχισε τη γνώριμη διαδρομή προς τον τρίτο όροφο του κτηρίου και έφτασε έξω από το γραφείο της διεύθυνσης της εταιρείας. Σκέφτηκε προς στιγμήν πως έκανε λάθος που δεν είπε τίποτα στη γυναίκα του και τα παιδιά του, αλλά γρήγορα κατέληξε πως αυτή ήταν η σωστή επιλογή. Κάτι άλλο περισσότερα προβλήματα θα δημιουργούσε παρά θα έλυνε.

Ο διευθυντής τον περίμενε με τα απαιτούμενα χαρτιά πάνω στο γραφείο του έτοιμα για υπογραφή. Ο δικηγόρος της εταιρείας, παρών κι αυτός, αποτελούσε την απαραίτητη ανθρώπινη προσθήκη στο ντεκόρ της απόλυσης που είχε αποφασιστεί.

«Λυπούμαστε κύριε Χ. Πραγματικά λυπούμαστε μα δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς», του είπε με φονικό χαμόγελο ο δικηγόρος.

«Η εταιρεία θα προχωρήσει σε αναδιάρθρωση του προσωπικού και των μισθολογικών εξόδων με σκοπό να καταστεί βιώσιμη και ανταγωνιστική. Θα γίνουν περικοπές της τάξης του 50% για να μπορέσει να συνεχίσει την πορεία της και να μην κλείσει τελείως. Σε μια τέτοια περίπτωση θα έχαναν όλοι τη δουλειά τους. Φαντάζομαι πως δεν θα θέλατε κάτι τέτοιο για τους συναδέλφους σας; Έχουν οικογένειες, παιδιά υποχρεώσεις. Έτσι δεν είναι κύριε Χ;», συνέχισε ο διευθυντής παίρνοντας τη σκυτάλη από τον δικηγόρο.

Ο κύριος Χ δεν απάντησε παρά κούνησε το κεφάλι πάνω κάτω, δίνοντας στους άλλους να καταλάβουν πως πρέπει να κάνουν γρήγορα για να τελειώνουν.

«Σχετικά με την αποζημείωσή σας, νομίζω δεν θα είχατε αντίρρηση να σας χορηγηθεί, με βάση τις κείμενες νομοθεσίες φυσικά, σε 20 ισόποσες δόσεις; Ξέρετε, η εταιρεία δεν διαθέτει τη ρευστότητα που απαιτείται για να σας καταβληθεί η αποζημίωση εφάπαξ. Το καταλαβαίνετε, έτσι δεν είναι κύριε Χ;», ξαναπήρε το λόγο ο δικηγόρος.

Ο κύριος Χ, ξανακούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι, πήρε το χαρτί της αποζημίωσης στα χέρια και διαβάζοντάς το του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι και τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν από τα νεύρα. Το ποσό της αποζημίωσης που αναγραφόταν ήταν πολύ μικρότερο από αυτό που εκείνος είχε κατά νου.

«Μα…», προσπάθησε να ψελλίσει μια φράση αλλά ο δικηγόρος τον έκοψε.

«Είπαμε κύριε Χ. Όλα έγιναν σύμφωνα με τις κείμενες νομοθεσίες. Έχουν αλλάξει λίγο τα πράγματα, μην το ψάχνετε τώρα κι εσείς. Τι στο καλό, θα σας κοροϊδεύαμε ποτέ; Τόσα χρόνια συνεργάτης της εταιρείας;»

Μάζεψε ο κύριος Χ όλα τα χαρτιά που τον αφορούσαν, και με δυσκολία βάδισε προς την έξοδο. Μόλις που άκουσε πίσω του μια φωνή να του εύχεται «καλό κουράγιο». Χαμογέλασε με πίκρα χωρίς να μπορεί να προφέρει ούτε μία λέξη και σε λίγο βρέθηκε πάλι στη στάση να περιμένει το λεωφορείο της επιστροφής.

Άνοιξε την τσάντα του, έβγαλε ένα λευκό χαρτί και ένα στυλό και άρχισε να γράφει κάτι που το είχε διαβάσει πρόσφατα, αλλά δεν θυμόταν πού ακριβώς.

«Σήμερα, αποφασίζω να ξεκινήσω αγώνα ανυποχώρητο, μαζί με όλους όσους βρίσκονται στην ίδια μοίρα με μένα. Δεν ξέρω πόσοι θα ακολουθήσουν, πάντως εγώ το πήρα απόφαση. Έτσι δεν μπορώ να συνεχίσω να ζω. Ντρέπομαι τον εαυτό μου, ντρέπομαι τα παιδιά μου. Για 20 χρόνια έκανα υπομονή και ανέχτηκα πολλά. Δεν μπορώ να ανεχτώ να μου κλέψουν όσα έφτιαξα όλα αυτά τα 20 χρόνια. Όποιος θέλει ας με ακολουθήσει».

Αφού διάβασε και ξαναδιάβασε τα όσα έγραψε, άφησε το χαρτί στο παγκάκι της στάσης, έκλεισε την τσάντα του και μπήκε στο λεωφορείο της επιστροφής.

Μετά από λίγα λεπτά της ώρας, το χαρτί βρισκόταν στα χέρια του δικηγόρου της εταιρείας, ο οποίος ακολούθησε τον κύριο Χ αφού συζήτησε για λίγη ώρα με το διευθυντή της εταιρείας.

Ο δικηγόρος δίπλωσε το χαρτί, το έβαλε στην τσέπη του και στη συνέχεια άνοιξε το χαρτοφύλακά του. Έβγαλε από μέσα τα έγγραφα που του είχε δώσει πριν από λίγο ο διευθυντής.

Ήταν τα έγγραφα της δικής του απόλυσης καθώς θα έπρεπε και ο ίδιος, για να μην απολυθούν όλοι, να θυσιαστεί όπως ακριβώς ο κύριος Χ.

Για πρώτη φορά ένιωσε πραγματικά τα συναισθήματα που προκαλούσε ο ίδιος στους απολυμένους, όταν τους εξηγούσε τους λόγους της απόλυσης.

Ξεδίπλωσε πάλι το χαρτί που είχε αφήσει ο κύριος Χ και έκανε μια προσπάθεια να προσθέσει σ’ αυτό κάποιες προτάσεις.

Κανένας δεν έμαθε τι απέγιναν ο κύριος Χ και ο δικηγόρος της εταιρείας, αν και δεν είναι δύσκολο να το φανταστούμε. Μια προσεκτική ματιά μόνο να ρίξουμε γύρω μας και ίσως κάπου να τους διακρίνουμε. Ίσως τον κύριο Χ, ίσως τον δικηγόρο, ίσως τον εαυτό μας.

 

Ετικέτες: , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: