RSS

Monthly Archives: Μαρτίου 2015

ΣαΤυΡόΠρΟκΕς Νο 133- Είναι άλλο το να λες και άλλο το να είσαι Αριστερός

Είναι άλλο το να λες ότι είσαι και άλλο το να είσαι Αριστερός

Από τον σΑτΥρΟπΡοΚο

  – Αν κάποιοι στην κυβέρνηση ποντάρουν στην ευφυΐα και στη μαγκιά του Βαρουφάκη για να βγουν από το αδιέξοδο και να μην απαντήσουν στο καυτό ερώτημα: «μέσα ή έξω», μάλλον θα απογοητευτούν.

– Η ατμόσφαιρα «μυρίζει» πρώτη τετραετία παπανδρεϊκής τετραετίας, τότε που το «έξω από την ΕΟΚ και το ΝΑΤΟ», άρχισε να γίνεται «ο τρίτος δρόμος του ΠΑΣΟΚ», ο οποίος ξέρουμε που οδήγησε.

– Και τότε τον Παπανδρέου «μάγκα» τον ανέβαζαν, «γάτα» τον κατέβαζαν, αλλά και μέσα στην ΕΟΚ παραμείναμε και έφυγαν οι αμερικάνικες βάσεις που τελικά έμειναν.

– Και μετά άρχισαν εκείνα τα ωραία, που αρχίζουν δειλά-δειλά να ακούγονται και τώρα, πως τάχα άλλο η θεωρία και άλλο πράξη και πως αγάλι-αγάλι θα φτάσουμε στο σοσιαλισμό.

– Ήδη τα κομματικά και συνδικαλιστικά στελέχη του ΣυΡιζΑ αρχίζουν τις δημιουργικές κυβιστήσεις. Εκεί που βροντοφώναζαν ότι τελειώνουν τα μνημόνια την επομένη των εκλογών τώρα λένε πως κάτι τέτοιο δεν γίνεται.

– Γιατί δεν γίνεται; Γιατί αυτό θα σήμαινε έξοδο από το ευρώ και κάτι τέτοιο δεν το θέλει ο κόσμος. Όταν όμως υπόσχεσαι προεκλογικά ότι μπορείς ΚΑΙ χωρίς μνημόνια ΚΑΙ μέσα στο ευρώ το πληρώνεις μετεκλογικά.

– Και όταν επικαλείσαι ότι κάτι τέτοιο δεν το θέλει ο κόσμος απλώς αλληθωρίζεις προς Περισσό μεριά και επικαλείσαι τις π@%τ&ν*ς τις συνθήκες που δε λένε να ωριμάσουν ποτέ.

– Σχεδόν όλοι στο ΣυΡιζΑ έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους στις οικονομικές γνώσεις του Βαρουφάκη. Γιατί; Οι προηγούμενοι υπουργοί ήταν αγράμματοι και άσχετοι; Είχαν και γνώσεις και πολιτικές επιλογές.

– Το θέμα δεν είναι να γνωρίζεις. Το θέμα είναι για ποιον διαθέτεις τις γνώσεις που κατέχεις και επίσης το κατά πόσο λες όλη την αλήθεια στον κόσμο αν θες να είσαι και όχι να αυτοαποκαλείσαι αριετερός.

– Διότι, αν ο Αριστερός δεν λέει όλη την αλήθεια στον κόσμο και δεν αγωνίζεται για το δίκιο και κυρίως για να κάνει πράξη αυτά που πιστεύει, τότε δεν είναι Αριστερός. Μπορεί να λέει ότι είναι…αλλά δεν είναι.

– Από πότε η Αριστερά, όχι μόνο βολεύεται αλλά επικαλείται κιόλας το εφικτό; Από πότε επικαλείται απλά τον υποκειμενικό παράγοντα και αντί να τον αλλάξει, περιμένει να αλλά ξει από μόνος του;

– Αν όντως ο στόχος του ΣυΡιζΑ είναι η ρήξη και η έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ, θα έπρεπε, από την πρώτη μέρα μετά τις εκλογές να προετοιμάζει τις συνθήκες της εξόδου και όχι του συμβιβασμού.

– Αυτό σημαίνει ότι απαγκιστρώνεις όλους τους παραγωγικούς τομείς από την ΕΕ και το ιδιωτικό κεφάλαιο. Ακυρώνεις, για παράδειγμα, κάθε ευρωπαϊκή οδηγία που βάζει φραγμούς στην παραγωγή εγχώριων προϊόντων.

– Ξαποστέλνεις τους μεσάζοντες και τα καρτελ στον τομέα των τροφίμων που εκτοξεύουν τις τιμές των προϊόντων στα ύψη και έχεις τον κεντρικό έλεγχο της παραγωγής και των ενεργειακών και φυσικών πόρων.

– Καλείς τον κόσμο να γίνει υποκείμενο της προσπάθειας και των εξελίξεων και δεν τον καρφώνεις, πάλι, στους καναπέδες για να παρακολουθεί το νέο τηλεοπτικό σώου που διαδραματίζεται με νέους πρωταγωνιστές.

– Δεν κλίνεις σε όλες τις πτώσεις, την εθνική υπερηφάνεια και αξιοπρέπεια γιατί από μόνες τους δεν χορταίνουν ούτε ζεσταίνουν ούτε στεγάζουν ούτε γιατρεύουν ούτε εκπαιδεύουν για πολύ.

– Βγαίνεις και λες την αλήθεια: η λαϊκή αξιοπρέπεια και υπερηφάνεια δεν χωράνε μέσα στο ευρώ και την ΕΕ. Δεν χωράνε καν στο υπάρχον πολιτικό σύστημα του κέρδους για τους λίγους και της φτώχειας για τους πολλούς.

– Και φυσικά, δεν ισχυρίζεσαι ότι αυτή την περίοδο διαμορφώνεις τις συνθήκες για τη ρήξη και την έξοδο. Αυτές οι συνθήκες δεν διαμορφώνονται στην κορυφή αλλά στη βάση. Κι εκεί ο ΣυΡιζΑ είχε πάντα πρόβλημα.

 

 

Ετικέτες: , , , ,

Μες στην υπόγεια την ταβέρνα…

Μες στην υπόγεια την ταβέρνα…

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Το κρύο εκείνο το βράδυ ήταν τσουχτερό. Διαπερνούσε τοίχους και ψυχές, ειδικά τις ψυχές όσων-τα΄ φερε η μοίρα λένε-δεν είχαν που να ακουμπήσουν τη θλίψη τους.

Βλέπεις, η θλίψη και η μοναξιά δεν αντέχονται, ακόμη κι αν υπάρχουν δίπλα σου άνθρωποι. Μη σου πω ότι τότε είναι ακόμη πιο βασανιστική και η θλίψη και η μοναξιά.

Όμως, το να μην έχεις ένα σπίτι να μένεις, ένα κρεβάτι να ξαποστάσεις κι έναν άνθρωπο δίπλα σου να νιώσεις έστω ότι κάποιος αναπνέει τον ίδιο αέρα με σένα, είναι ανυπόφορο.

Το κρύο εκείνο το βράδυ ήταν τσουχτερό και έξω από το κουτούκι της Αδαμαντίας, πίσω από τις πολυκατοικίες του κεντρικού δρόμου, σ’ ένα υπόγειο στο στενάκι που κατέληγε σε αδιέξοδο.

Η συνοικία, προσφυγική, γνώριζε καλά τι θα πει καημός, τι θα πει στεναχώρια, χαμένα όνειρα μα και τι θα πει δίψα για ζωή, για μια νέα αρχή. Ένα ανυποχώρητο «γαμώτο» είχε ακουστεί πολλές φορές στα στενά της συνοικίας και στο υπόγειο κουτούκι της Αδαμαντίας.

Οι τοίχοι, τα παλιά τραπέζια και οι καρέκλες είχαν να θυμούνται αμέτρητους αναστεναγμούς. Τα φθαρμένα ποτήρια, γέμισαν και ξαναγέμισαν χιλιάδες φορές με καημούς και κρασί, βάλσαμο θαρρείς για τις πονεμένες ψυχές.

Εκείνο το κρύο βράδυ, ένας γέροντας, ταλαιπωρημένος και ατημέλητος κοντοστάθηκε έξω από το κουτούκι. Του ήταν γνώριμος ο χώρος αφού από την περασμένη άνοιξη, τότε που ξέμεινε από δουλειά, περνούσε πολλά βράδια στο κοντινό παρκάκι. Φαινόταν διστακτικός. Τελικά πήρε την απόφαση και κατέβηκε σιγά-σιγά τα σκαλιά.

Στο κουτούκι, καμιά δεκαριά νοματαίοι κάθονταν σε τρία τραπέζια. Δεν είχε άλλωστε και πάρα πολλά. Χώραγε δε χώραγε έξι-εφτά τραπέζια.

Με το που τον είδε η Ευδοκία τον καλωσόρισε.

«Καλώς τον Ανέστη. Έλα, πέρνα μέσα. Κάθισε, σου΄χω μπακαλιάρο τηγανητό που σου αρέσει, με σκορδαλιά».

Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Ανέστης έβρισκε καταφύγιο στο κουτούκι της Ευδοκίας. Λίγο φαγητό κανένα μισαδάκι κρασί «έτσι για να ξεγελάμε τον πόνο μας», του έλεγε εκείνη πάντα με χαμόγελο. Είχε τον τρόπο της. Ποτέ δεν τον έκανε να νιώσει άβολα που δεν είχε να πληρώσει. «Δεν είπαμε; Όταν θα σαλπάρει το πρώτο σου βαπόρι, με ξεχρεώνεις μια και καλή. Νομίζεις θα στα χαρίσω;»

«Απόψε θα πληρώσω και θα κεράσεις κρασί και όλη την παρέα, από μένα», της είπε χαμηλόφωνα ο Ανέστης.

«Μπα! Τι έγινε; Σάλπαρε το πλοίο;»

«Όχι. Βρήκα κάτι λεφτά έξω από το παρκάκι, δίπλα στα σκουπίδια. Σε κάποιον θα περίσσευαν και τα πέταξε».

Εκείνη τον κοίταξε κάπως απορημένα.

«Μη με κοιτάς έτσι. Μήπως θαρρείς ότι τα ΄κλεψα;»

«Όχι βρε Ανέστη. Αν ήσουν κλέφτης δεν θα ήσουν δίχως σπίτι και δίχως οικογένεια. Και λεφτά θα είχες και αυτοκίνητα και σπίτια και οικογένεια. Μη σου πω θα είχες και καμιά γκόμενα σπιτωμένη…Γιατί όμως δεν τα κρατάς, να έχεις για λίγες μέρες ν΄αγοράζεις καμιά φρατζόλα ψωμί να χορταίνεις την πείνα σου;»

«Απόψε θέλω να κεράσω. Όσο φτάνουν. Δεν είναι πολλά, αλλά για μια γύρα θα φτάνουν, έτσι δεν είναι;» και έβγαλε από το παντελόνι του 20 ευρώ και τα ΄βαλε στο χέρι της Ευδοκίας.

Εκείνη, μη θέλοντας να τον προσβάλει, τα πήρε.

«Παιδιά, απόψε το κρασί είναι κερασμένο από τον Ανέστη. Τράβηξε κάτι μαύρες καταθέσεις που είχε στα νησιά Ωξαποδώ και μας κερνάει».

Την ήξερε την ιστορία του Ανέστη η Ευδοκία, κι από την καλή κι άπο την ανάποδη.

Είχε καλή δουλειά. Αρχιμηχανικός σε εργοστάσιο. Πολυεθνική. Σιγουράντζα, δηλαδή, μέχρι που ξέσπασε η κρίση. Ευκαιρία περίμεναν τ’ αφεντικά για να κλείσουν το εργοστάσιο και να το πάνε αλλού. Να βγάζουν περισσότερα.

«Δε χορταίνουν με τίποτα. Προσωρινά μέχρι να περάσει η κρίση. Αλλά δεν έδωσαν δεκάρα τσακιστή για αποζημιώσεις. Το πτώχευσαν το μαγαζί. Τρέχα-γύρευε. Κάποιοι, βέβαια πήραν τις αποζημιώσεις τους μέχρι και το τελευταίο ευρώ. Κάτι λαμόγια του κερατά», της είχε πει ένα βράδυ σαν άδειασε το μαγαζί κι έμειναν οι δυο τους.

«Το σπίτι, δανεικό στην τράπεζα, η μεγάλη κόρη να σπουδάζει μακριά και άλλα δύο από πίσω να ακολουθούν στο λύκειο. Φροντιστήρια, ξένες γλώσσες, φαΐ, ρούχα; Τι να περιμαζέψεις; Στέρεψαν και οι δουλειές της Φιλιώς! Ποια να σκεφτεί να ράψει  φόρεμα ή φούστα; Φόραγε δεύτερο και τρίτο χέρι από γνωστές και φίλες».

«Κι ήταν λόγος να σηκωθείς και να φύγεις από το σπίτι; Να παρατήσεις την οικογένειά σου;», τον μάλωσε η Ευδοκία.

«Ντρεπόμουνα κι ακόμα ντρέπομαι».

«Τι ντρεπόσουνα;»

«Όλους. Τα παιδιά μου, τη Φιλίτσα μου. Την έβλεπα να μαραζώνει κι εγώ δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Όταν διέκοψε η κόρη τις σπουδές και γύρισε πίσω, δε με χωρούσε το σπίτι. Έφευγα ξημερώματα από το σπίτι και γύριζα μετά τα μεσάνυχτα για να μην τη συναντήσω. Πώς να της έλεγα ότι ο πατέρας της στάθηκε ανίκανος να τη σπουδάσει; Τις έκοψα τις φτερούγες, το καταλαβαίνεις;»

«Για κάτσε ρε Ανέστη που πήρες φόρα και δε λογαριάζεις τίποτα. Εσύ φταις που εκείνη η κουφάλα έκλεισε το εργοστάσιο γιατί ήθελε να ντερλικώνει ακόμα περισσότερο;» του είχε πει η Ευδοκία. Όχι μόνο εκείνο το βράδυ. Σχεδόν κάθε που τον συναντούσε του τα΄λεγε. Αλλά ο Ανέστης δεν άλλαζε γνώμη. Είχε πέσει σε βαριά κατάθλιψη και τα μυαλά του στρόφαραν ανάποδα.

Πήγε, λοιπόν ο Ανέστης και κάθισε στο τραπεζάκι στη γωνία. Εκεί που καθόταν κάθε φορά που τύχαινε να κατέβει τα σκαλιά του υπόγειου.

Η Ευδοκία, του έφερε το μπακαλιάρο και μισό κιλό «νέκταρ», όπως αποκαλούσε η ίδια το κρασί της.

«Δε με νοιάζει αν θα του αρέσει του πελάτη το φαγητό που του σερβίρω. Αν όμως καταλάβω ότι δεν του άρεσε το κρασί και ότι δεν αγαλλίασε το είναι του, στεναχώρια μεγάλη με πιάνει», έλεγε συχνά καθώς σερβίριζε.

Σαν πήγε η ώρα 2 τα ξημερώματα, ο Ανέστης σηκώθηκε και κίνησε να φύγει. Θλιμμένος όπως έφευγε πάντα.

«Πάω στη βίλα μου», έλεγε για το πρόχειρο τσαντίρι που είχε φτιάξει στη μισογκρεμισμένη αυλή ενός εγκαταλειμμένου διώροφου.

Από εκείνο το βράδυ έκανε βδομάδες πολλές να ξαναφανεί στο κουτούκι μέχρι που κάποια μέρα εμφανίστηκε. Ξυρισμένος, πλυμένος με καθαρά ρούχα.

«Γιατί χάθηκες;», τον ρώτησε η Ευδοκία.

«Πήραμε το εργοστάσιο», της είπε γεμάτος χαρά και περηφάνια. «Το καταλάβαμε και το δουλεύουμε μόνοι μας. Δυσκολευόμαστε πολύ, αλλά τουλάχιστον το παλεύουμε. Αγωνιζόμαστε. Μαζευτήκαμε και συμφωνήσαμε να δώσουμε τη μάχη κι όπου βγει. Χωρίς πολλές κουβέντες και χωρίς διαπραγματεύσεις και άλλες τέτοιες ανοησίες με τα’ αφεντικά. Μας τρέχουν στα δικαστήρια, μας απειλούν αλλά μέχρι τώρα είμαστε αποφασισμένοι. Όταν ξεκινάς έναν αγώνα, ποτέ δεν ξέρεις το αποτέλεσμα. Αυτό που μετράει είναι να πιστεύεις στο δίκιο σου και να μην κάνεις πίσω στην πρώτη δυσκολία», συμπλήρωσε ο Ανέστης και κάθισε στη γνωστή του θέση.

«Που’ σαι Ευδοκία. Δε θέλω να φάω. Πιάσε λίγο από το νέκταρ, να το πιω και να φύγω γιατί αύριο έχω πρωινή βάρδια στο εργοστάσιο»

 

Ετικέτες: , , , ,

Έλα παλιάτσο διασκέδασέ μας αλλιώς άντε και…

Έλα παλιάτσο διασκέδασέ μας αλλιώς άντε και…

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Έλα παλιάτσο. Γιατί σταμάτησες; Συνέχισε να μας διασκεδάζεις.

Γιατί σταμάτησες;

Πες μας τώρα ότι έχεις κι εσύ αισθήματα., ότι αισθάνεσαι κι εσύ!

Δεν κατάλαβες ακόμα ότι εσύ πρέπει να είσαι πάντα κεφάτος, χαρούμενος, δυνατός και χωρίς αισθήματα;

Εσύ μικρέ παλιάτσο δεν πρέπει να νιώθεις. Πρέπει  μόνο να καταλαβαίνεις τα αισθήματα των άλλων. Δεν δικαιούσαι να μην καταλαβαίνεις τα αισθήματα των άλλων και μάλιστα πριν τα νιώσουν εκείνοι.

Τι τρέχει παλιάτσο; Τόλμησες να εκφράσεις αυτό που νιώθεις;

Άντε και γ@μ&σ*υ μ!λ^κ@.

Ποιος νομίζεις ότι είσαι; Ένα σκουπίδι είσαι, ένα αναλώσιμο εξάρτημα. Για σένα υπάρχουν μόνο πρέπει. Εσύ θα κάνεις πάντα αυτό που πρέπει κι εμείς αυτό που νιώθουμε γιατί εμείς είμαστε ειλικρινείς.

Αν μου έρθει να σε βρίσω, θα σε βρίσω, αν μου έρθει να σε χαϊδέψω, κάποια στιγμή, όταν έχω ανάγκη να χαϊδέψω κάποιον, θα σε χαϊδέψω.

Αν μου έρθει να θυμώσω μαζί σου, θα θυμώσω, αν μου έρθει να ξεσπάσω πάνω σου, θα ξεσπάσω, αν μου έρθει, να σε ξεφτιλίσω θα σε ξεφτιλίσω, αν ψάχνω για κάποιον υπαίτιο, μην ανησυχείς, εσένα θα επιλέξω.

Δεν έχεις καταλάβει ότι εσύ και μόνο εσύ φταις για όλα; Για όσα έκανα και κυρίως για όσα δεν τόλμησα ποτέ να κάνω; Για όσα έχασα και για όσα δεν κέρδισα; Για όσα ήθελα να κάνω αλλά ποτέ δεν κούνησα ούτε το δαχτυλάκι μου;

Δεν έχεις καταλάβει ότι φταις επειδή θέλεις να με βλέπεις χαρούμενο;

Δεν έχεις καταλάβει ότι φταις επειδή δε μου μοιάζεις;

Με ποιο δικαίωμα μ’ αγαπάς όταν εγώ δεν μπορώ να κάνω το διο για σένα;

Είσαι υπεράνω παλιάτσο;

Τι κάνεις παλιάτσο; Αντιδράς; Δυσανασχετείς; Με ποιο δικαίωμα;

Τι κάνεις παλιάτσο; Αγαπάς; Νοιάζεσαι; Αν το κάνεις αυτό τότε πώς θα σου χρεώνουμε το ότι γίνεται; Πώς θα δικαιολογούμε τον εαυτό μας για όσα δεν έχουμε το θάρρος και τη δύναμη να κάνουμε; Πώς θα ζούμε χωρίς τύψεις για όσα αναβάλουμε για το απώτερο μέλλον;

Τι κάνεις παλιάτσο; Θυμώνεις; Στεναχωριέσαι;

Πες μας τώρα ότι δακρύζεις κιόλας, ότι πονάς και υποφέρεις, ότι έχεις ψυχή;

Δεν το πιστεύω αυτό που βλέπω!

Τι κάνεις εκεί παλιάτσο;

Κλαις;

 

Ετικέτες: , , , ,

Ρουφιανόμετρα και γκικοχαρδουβελόμετρα

Ρουφιανόμετρα και γκικοχαρδουβελόμετρα

Ρουφιανόμετρα και γκικοχαρδουβελόμετρα

Από τον σΑτΥρΟπΡόΚο

 ρουφιανιά

 – Γνωρίζαμε ότι τη ρουφιανιά πολλοί τη μίσησαν, το ρουφιάνο κανένας. Τώρα προτείνεται να ισχύει ότι τη ρουφιανιά πολλοί αγάπησαν, το δε ρουφιάνο τον διόρισαν.

– Γνωστή εταιρία κινητής ρουφιανιάς εκδήλωσε πρώτη ενδιαφέρον να αναλάβει να υλοποιήσει τη σκέψη του κυρίου Βαρουφάκη για πάταξη της φοροδιαφυγής, ένεκα εμπειρίας στις τηλεφωνικές υποκλοπές.

– Μεγάλα διεθνή ταξιδιωτικά γραφεία οργανώνουν ταξίδια τουριστικής ρουφιανιάς προς την Ελλάδα. Δεν θα περιλαμβάνονται οι τράπεζες της Ελβετίας στο ταξίδι προς την Ελλάδα, όπως είχε ανακοινωθεί προεκλογικά.

– Σύντομα αναμένεται να ανακοινωθούν από το αρμόδιο υπουργείο και στο διαδίκτυο η λίστα με τα τυπικά προσόντα που πρέπει να έχει κάποιος για να ασκεί και επισήμως το επάγγελμα του ρουφιάνου.

– Ο Λαφαζάνης δηλώνει πως δεν θα δεχτεί οι εργαζόμενοι-ρουφιάνοι να προσλαμβάνονται με ΕΣΠΑ ή με τρίμηνες και πεντάμηνες συμβάσεις. Πρέπει να είναι μόνιμοι και να απολαμβάνουν όλα τα εργασιακά δικαιώματα.

– Στο ΚΚΕ σκέφτονται να συγκαλέσουν την Κ.Ε για να αποφασίσει αν έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για την εμφάνιση των «νέων» εργαζόμενων. Αν δεν έχουν ωριμάσει οι συνθήκες, τόσο το χειρότερο για τις συνθήκες. Υπομονή!

– Μεγάλη κόντρα έχει ξεσπάσει στην κυβέρνηση ανάμεσα σε εκείνους που υποστηρίζουν ότι τα ρουφιανόπουλα πρέπει να διορίζονται με ΑΣΕΠ και σε εκείνους που λένε ότι πρέπει να λαμβάνεται ως κριτήριο η προϋπηρεσία.

– Το υπουργείο του κυρίου Πανούση που θα καταργούσε τα ΜΑΤοβαμμένα ΜΑΤ, έχει έτοιμους τους καταλόγους μοριοδότησης για όσα «παλικάρια» «συνεργάστηκαν» στο παρελθόν με το εν λόγω υπουργείο.

– Για καλύτερα αποτελέσματα, αναμένεται να ζητηθεί η βοήθεια του υπουργού και υπό-υπουργού της παιδείας που έχουν ήδη μια εμπειρία στο θέμα της κόντρας γύρω από τον ΑΣΕΠ.

– Ήδη σε κάποια ΑΕΙ, από το Σεπτέμβρη, θα ξεκινήσουν μεταπτυχιακά τμήματα σπουδών στον τομέα της ρουφιανιάς και του κανιβαλισμού. Θα χρηματοδοτούνται από την Ένωση Μεγάλων Φοροφυγάδων Ελλάδας.

– Πριν ακόμη διατυπωθεί η ιδέα από τον Ζαν Βαρούφ, άρχισε, με αναρτήσεις στο ίντερνετ, η διαμάχη ανάμεσα στους υποψήφιους που θέλουν ΑΣΕΠ και στους άλλους της προϋπηρεσίας. Όπως παλιά με τους καθηγητές.

– Τα ηλεκτρονικά ρουφιανόμετρα θα βγαίνουν σε στρινγκ, σε μαγιώ, σε ποδιές κουζίνας, σε αθλητικά παπούτσια αλλά όχι σε γραβάτες, ούτε σε κοστούμια ούτε σε ταγιεράκια.

– Μαζί με τα ηλεκτρονικά ρουφιανόμετρα θα κυκλοφορήσουν και τα μηχανικά γκικοχαρδουβελόμετρα. Αυτά, θα εντοπίζουν με μηχανικό, κυρίως έντυπο, τρόπο τους «γκίκες».

– Οι «γκίκες» είναι πρώην υπουργοί που κάποτε λόγω υπέρμετρης αγάπης προς την πατρίδα (βλ. γεμάτη τσέπη), έβγαλαν χρήματα έξω με σκοπό να τα μοιράσουν στον κόσμο σε περίπτωση χρεοκοπίας.

– Την ίδια αγάπη για την πατρίδα έτρεφαν και τρέφουν χιλιάδες, επίσης, συμπατριώτες μας τα ονόματα των οποίων κοσμούν διάφορες λίστες (Λαγκάρντ, Χριστοφοράκου, κλπ).

– Όλοι μα όλοι τους, τα χρήματα που έβγαλαν στο εξωτερικό τα είχαν για μια δύσκολη ώρα. Όχι δική τους, ούτε των οικογενειών τους αλλά όλων των Ελλήνων σε περίπτωση κατάρρευσης της οικονομίας.

– Κι ένα ελπιδοφόρο νέο. Αθωώθηκε ο Κασιδιάρης για τα «χάδια» που μοίρασε στις δύο κυρίες. Η αγάπη επικράτησε έναντι του μίσους. Η «τυφλή» αποδείχτηκε ορκισμένη εχθρός του μίσους και του ψευτοσταμπουκά.

 

Ετικέτες: , , ,

Μα πού πήγε η Ελπίδα;

Μα πού πήγε η Ελπίδα;

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

 

Μα που πήγε η Ελπίδα; Μήπως ξέρει κανείς; Μήπως την είδε κάποιος να περνάει δίπλα του; Κι αν τη είδε γιατί δεν της μίλησε; Γιατί δεν της κράτησε σφιχτά το χέρι για να μη φύγει;

Κάπου σε μία ουρά ενός συσσιτίου ένας πεινασμένος ισχυρίστηκε ότι την είδε τελευταία φορά στο γεμάτο πιάτο του.

Έξω από τον ΟΑΕΔ ένας άνεργος βεβαίωνε με σιγουριά ότι χάθηκε για πάντα μαζί με τη δουλειά του.

Ένας άλλος, ότι χάθηκε σαν τέλειωσε η πεντάμηνη μεσαιωνική του σύμβαση δουλείας.

Άλλος, καρκινοπαθείς αυτός, όταν του είπαν πως τα φάρμακά του θα τα έχει, αν τα έχει, μετά από ένα μήνα.

Μια μάνα, όταν ένα πρωί διαπίστωσε πως το γάλα στο ψυγείο, δεν έφτανε να γεμίσει τα ποτήρια των παιδιών της.

Χάθηκε η Ελπίδα και την αναζητούνε.

Μέσα στη θάλασσα από θλίψη των παιδικών ματιών που λιποθυμάνε από ασιτία στις σχολικές αίθουσες.

Πάνω από τα ακρωτηριασμένα όνειρα των εικοσιπεντάχρονων.

Μέσα στα ψίχουλα σύνταξης των απόμαχων της ζωής, του μόχθου αλλά όχι της προσφοράς.

Στον κόμπο των ακριβών γραβατών των υπουργών και των «ειδικών» της πολιτικής και της οικονομίας.

Στα σάλια των επαγγελματιών του γλειψίματος και των χαλκευμάτων των ΜΜΕ.

Στις καταθέσεις με τα πολλά μηδενικά στο τέλος, που φιλοξενούνται

Μέσα στις άγνωστες και εύηχες λέξεις των προεκλογικών υποσχέσεων και των μετεκλογικών διαψεύσεων.

Στους πρώην συναγωνιστές που πριν 25 χρόνια «αγκαλιάζονταν» με τα ΜΑΤοειδή έξω από το Ελληνικό για να διώξουν τις βάσεις του θανάτου και τώρα κρύβονται, είτε μέσα στο ιδεολογικό μαντρί της πολιτική τους καθαρότητας, είτε πίσω από την εκλογή τους ως βουλευτές.

Χάθηκε η Ελπίδα.

Μαζί με την ανθρωπιά και την αλληλεγγύη που θα έπρεπε να συνοδεύει την καθημερινότητά μας.

Ο Καζαντζάκης τη βρήκε την άκρη.

Έδιωξε από μόνος του, και δεν τις αναζήτησε ποτέ, τόσο την Πίστη, όσο και την Ελπίδα. Έτσι, ένιωσε-είπε-ελεύθερος, έγινε-είπε-ελεύθερος και έζησε-αυτό δεν μπορώ να το ξέρω-ελεύθερος.

Από την Πίστη και την Ελπίδα, μάλλον διάλεξε τη Ζωή.

Βλέπετε η Ζωή, τρέφεται μόνο με πράξεις.

Είσαι ζωντανός, όταν πράττεις, όταν δεν σου φτάνουν οι 24 ώρες για να κάνεις αυτά που θέλεις και αυτά που επιβάλλεται να θέλεις.

Είσαι ζωντανός όταν ξυπνάς κάθε πρωί έτοιμος να κάνεις κι άλλα λάθη, καινούργια, πολλά για να μάθεις από αυτά.

Είναι τραγικό αλλά είναι αλήθεια. Όσοι έζησαν μόνο ελπίζοντας, πέθαναν χωρίς να ανταμωθούν ποτέ με την Ελπίδα και δίχως να γνωρίσουν ποτέ την ομορφιά της Ζωής.

Πάντοτε οι σωτήρες, υπόσχονταν στους ανθρώπους Ελπίδα με αντάλλαγμα την Πίστη για να εξαφανίσουν τη Ζωή τους.

Πολλοί ήταν εκείνοι που αρνήθηκαν και προτίμησαν να βιώσουν τις μέρες τους «κάνοντας» και όχι «ελπίζοντας».

Ήταν όλοι αυτοί που έχουν χαραχτεί στην Ιστορική Μνήμη της ανθρωπότητας και φωτίζουν κα στο σήμερα το δρόμο  σε όσους θέλουν να «ζήσουν» χωρίς να περιμένουν σωτήρες.

 

Ετικέτες: , , , ,

Σόιμπλε-Βαρουφάκης

Σόιμπλε-Βαρουφάκης

σοιμπλε-βαρουφα1

 

Ετικέτες: ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: