RSS

Daily Archives: Δεκέμβριος 4, 2014

Τι είναι αυτά που κάνεις «μικρέ»;

Τι είναι αυτά που κάνεις «μικρέ»; Γιατί χαλάς την ηρεμία μας; Γιατί ξυπνάς τις κοιμισμένες μας συνειδήσεις; «Μικρέ», γιατί μας βάζεις διλήμματα; Πού τη βρήκες τόση «μαγκιά» και μας την πετάς έτσι κατάμουτρα και μας κάνεις να νιώθουμε αυτό που είμαστε-¨τσάμπα μάγκες»; Που τη βρήκες τη μαεστρία και βγάζεις τόσο κ΄σμο στους δρόμους; Πόσο είναι πια το μπόι σου που δεν μπορούμε να το δούμε; Είδες τι έκανες; Εκεί που συνηθίσαμε την ασχήμια μας στον καθρέφτη ήρθες και μας φανέρωσες πάλι την ομορφιά! Ήρθες και μας θύμισες πως άνθρωπος μόνο με αποκοτιές έκανε ένα άλμα προς τα μπρος! Κοίτα να αντέξεις μικρέ. Σ’ έχουμε ανάγκη, κι ας μη σε ξέρουμε κι ας μη σε συναντήσαμε ποτέ μέχρι τώρα!
Χ.Κ

 
Σχολιάστε

Posted by στο Δεκέμβριος 4, 2014 in ΡΩΜΑΝΟΣ, ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΥΡΓΙΑΚΗΣ

 

Ετικέτες: ,

Το ραντεβού του κυρίου Ανώνυμου

Το ραντεβού του κυρίου Ανώνυμου

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Περπατούσε πάντα σκυφτός, μιλούσε λίγο και δεν κοίταζε ποτέ το συνομιλητή του στα μάτια. Ντρεπόταν, ήταν διστακτικός και σπάνια χαμογελούσε.

Είχε αργήσει στο ραντεβού και γι’ αυτό το βήμα του ήταν γοργό.

Το περίμενε καιρό αυτό το ραντεβού. Πολλές φορές είχε αναβληθεί με δική του υπαιτιότητα, άλλες φορές πάλι, ενώ εκείνος το ήθελε, οι συνθήκες δεν ήταν οι κατάλληλες για να πραγματοποιηθεί.

Καθώς περπατούσε, στο μυαλό του στριφογύριζαν χιλιάδες πράγματα που τον έκαναν να ιδρώνει.

Θυμήθηκε τα στερημένα παιδικά του χρόνια, τα φοιτητικά του χρόνια μακριά από το σπίτι του, τους μήνες που ήταν στρατιώτης κάπου ξεχασμένος στην πινέζα του χάρτη.

Πέρασαν γρήγορα από μπροστά του τα πρώτα χρόνια στη δουλειά, οι στιγμές του γάμου του και οι γεννήσεις των παιδιών του.

Η «καλημέρα» και το χαμόγελο του μικρότερου παιδιού του σήμερα το πρωί, ήταν αυτά που του υπενθύμισαν το σημερινό του ραντεβού.

Από τότε που θυμάται τον εαυτό του ήταν πάντα υπάκουος, δεν ήθελε να δυσαρεστήσει κανέναν, έκανε ότι ήθελαν οι άλλοι γιατί θεωρούσε ότι το να

εναντιωθείς σε κάποιον μάλλον δυσκολεύει παρά διευκολύνει τις καταστάσεις.

Δεν διαμαρτυρήθηκε όταν χτυπούσε για δύο μήνες «γερμανικό» νούμερο μες στο καταχείμωνο για να μπορούν κάποια «βύσματα», να παίρνουν εξόδους και άδειες.

Δεν εναντιώθηκε όταν πρωτόπιασε δουλειά και τοποθετήθηκε στη θέση τού κλητήρα παρόλο που ήταν πτυχιούχος.

Δεν είπε κουβέντα όταν κατάλαβε πως ο κουνιάδος του τον έκλεβε για πολλά χρόνια στο μοίρασμα της σοδειάς από τα λίγα χωράφια που είχε.

Δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ όταν του έπαιρναν τη σειρά στην ουρά περιμένοντας το λεωφορείο, με αποτέλεσμα κάποιες φορές να μένει εκείνος απ΄έξω.

Υπέμενε καρτερικά τις προσβολές που δεχόταν πολύ συχνά από τους ανωτέρους του για δικές τους παραλείψεις με το σκεπτικό ότι μια κόντρα μαζί τους μόνο κακό θα του έκανε.

Οι σκέψεις του σταμάτησαν όταν παρατήρησε πως όλοι γύρω του βάδιζαν με ασυνήθιστα γρήγορο βήμα. Κάποιοι τον προσπερνούσαν, κάποιοι άλλοι κινούνταν αντίθετα απ’ ότι ο ίδιος, κάποιοι πήγαιναν με τα ποδήλατά τους και ορισμένοι άλλοι έτρεχαν. Οι περισσότεροι είχαν την ίδια κατεύθυνση με κείνον.

Σταμάτησε και κοίταξε πίσω του υποθέτοντας πως κάτι είχε συμβεί που ανάγκασε όλους τους ανθρώπους να κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση.

Σκέφτηκε ότι κάπου θα έπιασε φωτιά ή ότι έγινε κάποια ληστεία ή κάποιο σοβαρό ατύχημα.

Σκούπισε το μέτωπό του με το μαντήλι του και συνέχισε με ακόμα πιο γρήγορο βήμα.

Δεν ήθελε με τίποτα να αργήσει στο σημερινό ραντεβού. Το σχεδίαζε εδώ και καιρό και το περίμενε με ανυπομονησία. Ήταν σίγουρος πως θα του άλλαζε τη ζωή. Δεν ήξερε αν θα άλλαζε προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο αλλά σίγουρα η ζωή του θα ήταν διαφορετική.

Όσο πλησίαζε στο σημείο που είχε τη συνάντηση όλο και περισσότερο πύκνωνε ο κόσμος γύρω του, κάτι που τον εμπόδιζε να προχωρά το ίδιο γρήγορα όπως και πριν.

Το δεξί του χέρι είχε μουδιάσει καθώς σε όλη τη διαδρομή κρατούσε με αυτό μέσα από το σακάκι του μια χάρτινη σακούλα η οποία προφύλαγε καλά το περιεχόμενό της.

Οι σφυγμοί του ένιωθε πως λίγο ακόμα και θα του σπάσουν τις φλέβες. Προς στιγμή σκέφτηκε να το βάλει στα πόδια γιατί δεν ένιωθε έτοιμος για τη συνάντηση. Γρήγορα ξαναβρήκε την αποφασιστικότητά του και με το μουδιασμένο του χέρι έβγαλε μέσα από το κουμπωμένο του σακάκι τη χάρτινη σακούλα.

Την έσκισε και έβγαλε βιαστικά το λάβαρο που ήταν μέσα. Το ξεδίπλωσε και προχώρησε για το σημείο που ήταν ακριβώς το ραντεβού.

Εκεί, καθισμένη σε μια καρέκλα πάνω σε ένα χαμηλό τραπέζι τον περίμενε «εκείνη» με την πένα βουτηγμένη στο κόκκινο μελάνι.

Του έκανε νόημα να πλησιάσει και τον ρώτησε ποιο είναι το όνομά του.

«Αν δεν μου πεις ποιος είσαι, δεν θα μπορέσω να υπογράψω στο λάβαρο που έφερες», του είπε στοργικά μα και επίμονα.

«Έλα, περιμένουνε κι άλλοι».

«Κώστας Ανώνυμος», της απάντησε με τρεμάμενη φωνή.

«Εκείνη», έβαλε την υπογραφή της στο λάβαρο και έκανε νόημα στον κύριο Ανώνυμο να κάνει στην άκρη για να πάρει κάποιος άλλος τη θέση του.

Ανοίγοντας το λάβαρο ο κύριος Ανώνυμος διαπίστωσε ότι το κόκκινο που είχε πάνω του δεν ήταν μελάνι αλλά αίμα. Τότε διαπίστωσε πως από το δεξί του χέρι, το μουδιασμένο, έπεφταν λίγες σταγόνες αίμα.

Πήγε πιο πέρα και διάβασε όσα ήταν γραμμένα πάνω στο λάβαρο.

«Τις περισσότερες φορές, το όνομά μου γράφεται με αίμα. Με ελπίδα, για τον κύριο Ανώνυμο».

«ΙΣΤΟΡΙΑ»

 

 

 

 

 

Ετικέτες:

Ο Μήτσος η Κατίνα και η … Λάβρα

Ο Μήτσος η Κατίνα και η … Λάβρα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Ο κυρ Μήτσος (Μ) και η κυρά Κατίνα (Κ) ήταν πολύ αγαπητοί στο χωριό. Φτωχοί άνθρωποι με πατημένα τα 60 καλλιεργούσαν τα λίγα χωραφάκια που είχαν και φρόντιζαν με πολύ αγάπη τη Μαριγούλα την κατσίκα τους και τη Φλώρα την αγελάδα τους.

Σήμερα ήταν μες στην καλή χαρά γιατί θα ερχόταν στο χωριό ο κανακάρης τους, ο μονάκριβος Βαλάντης (Β) τους που σπούδαζε στο τμήμα γλωσσολογίας στο πανεπιστήμιο τα τελευταία 7 χρόνια. Η χαρά τους ήταν διπλή γιατί τους μήνυσε πως θα έφερνε μαζί του και μια κοπέλα τη Λάουρα (Λ).

Μ : Πώς σίπι το πιδί ότι τη λεν την κουπέλα;

Κ : Δεν κατάλαβα Μήτσίου. Δεν άκγα κι καλά. Σα να μίπι ότι τη λένι Λάβρα.

Μ : Λιες να κρατάει η σκούφκιατς απ’ την Αγία Λάβρα;

Κ : Δεν ξιέρω. Θαρθεί το πιδί κι θα μας πει.

Κόκορα κοκκινιστό με μακαρόνια μαγείρεψε η κυρά Κατίνα για να τους φιλέψει. Δεν πέρασε πολύ ώρα και εμφανίστηκε και ο μονάκριβός τους συνοδευόμενος από τη Λάουρα. Μια ξανθιά όμορφη κοπέλα που φόραγε μια μίνι φούστα τζιν και ήταν λιγότερα αυτά που έκρυβε από αυτά που άφηνε να δεις και μπλουζάκι με ντεκολτέ που έφτανε μέχρι τα γόνατα.

Λαχτάρησε ο κυρ Μήτσος σαν την είδε.

Μ : Καταραμένη κρίση. Αχ κορτσάκι μου! Σι θέρσι η φτώχια. Δεν σιέφταναν τα λιπτά να παρς λίγου ύφασμα ακόμα. Μη σι νοιάζει. Έχει η Κατίνα ένα κομμάτι να του μπουλιάσουμι.

Λ : Βαλ, τι λέγει ο παππούς;

Β : Έλα βρε πατέρα! Τι είναι αυτά που λες; Έτσι είναι η μόδα στην Αθήνα για τους νέους.

Κ : Άσι τα πιδιά ήσυχα Μήτσιου μ τώρα, θα τα κουπεί η όριξι. Σας έκανα έναν κόκορα κοκκινιστό, άλλου να σας λέου κι άλλου να τρώτι.

Β : Ποιον εκείνο το φασαριόζο που μας ξυπνάει από τα χαράματα;

Κ : Όχι εκείνουν. Τουν άλλουν τουν νταμαρλή που πάεινι στις κότις τς Απουστόλους δίπλα.

Αφού έφαγαν «τα παιδιά» μέχρι σκασμού και δεν άφησαν ούτε κοκαλάκι για δείγμα, κάθησαν για λίγο αναπαυτικά στις καρέκλες και άρχισαν τις περιπτύξεις. Και να τα χαϊδέματα και να τα γλωσσόφιλα και να τα μάτσα μούτσα. Στραβοκατάπιε ο κυρ Μήτσος σαν τα είδε και πήγε να πνιγεί.

Κ : Α ρε Μήτσιου! Μια ζουή βιάζισι στου φαΐ. Σιγά-σιγά να μασάς κι να του ξαναμασάς, όπους η Φλώρα. Τα ζα έχουν πιρισσότιρο μυαλό μη φαίνιτι.

Β : Καλά σου λέει η μάνα βρε πατέρα. Μάσα αργά για να κερδίζεις σε γεύση.

Μ : Σαν κι σιένα πιδίμ, που παραλίγου να σι φύγουν τα τσιαούλια απ’ την πουλλή βιασύνη;

Β : Πατέρα μας παρεξήγησες. Η Λάουρα ένα έτος μεγαλύτερη από μένα και με βοηθάει να περάσω ένα δύσκολο μάθημα στο πανεπιστήμιο. Πρέπει να εκπαιδεύσω τη γλώσσα κατάλληλα για να μπορέσω να αρθρώσω κάτι δύσκολους φθόγγους.

Μ : Ιγώ είδα ότι σιέκανι τη γλώσσα φιόγγου. Τώρα τι φθόγγους μι λιες ισί δεν ξέρου.

Με την κουβέντα πέρασε η ώρα χωρίς να το καταλάβουν, είχαν φτάσει και αργά στο χωριό και με τα στομάχια γεμάτα «τα παιδιά», ζήτησαν να πάνε για ύπνο. Η κυρά Κατίνα είχε το κρεβάτι έτοιμο στρωμένο, με τα «καλά» σεντόνια για να τους ευχαριστήσει.

Κ : Άντι Μήτσιου, να γύρουμι κι μεις γιατί αύριου έχει ξύπνημα απ΄τα χαράματα πάλι.

Κι ενώ η νύχτα ήσυχη και δροσερή έριξε το μαύρο της πέπλο και ο ύπνος είχε αγκαλιάσει το Μήτσο και την Κατίνα, ξαφνικά…

Κ : Μήτσιουμ, σήκου γλήγουρα.

Μ : Τι έπαθις μαρή κι μι λαχτάρσις;

Κ : Σήκου. Δεν ακούς του πιδί που γκοσουμανάει κι βουγκάει σα να του σφάζουν;

Μ : Ε, μι τόσου που έφαγι τι θα πάθινι; Μπα, αυτό βουγκάει πουλύ. Κι η Λάβρα του ίδιου. Πάει, τα δηλητήριασις τα πιδιά. Πάμι να δούμι.

Κ : Στέκα λίγου να βάλου τη μαντίλα, μη μι δει κι η Λάβρα ξιμαντήλωτη και τι θα πει του κουρίτσι.

Μ : Άσι τη μαντίλα τώρα κι πάμι.

Τρέχοντας έφτασαν έξω από το δωμάτιο των αλλά τα αγκομαχητά όλο και δυνάμωναν. Μπαίνουν και οι δυο τους μέσα και βλέπουν τη Λάουρα να κάθεται… πάνω στον ξαπλωμένο Βαλάντη.

Μ : Ούι! Σήκου μαρή σκύλα πάνου απ’ το παιδί κι είσι κι ξιβράκωτη. Έτσι όπους έκατσις πάνου στου στουμάχι του πιδιού, θα του βγει ου κόκορας που έφαγι. Δεν τουν ακούς τόση ώρα που βουγγάει;

Κ : Πάει, του ξέκανι του πιδί!

Β : Τι είναι αυτά που λέτε και οι δυο σας; Τρελαθήκατε; Η Λάουρα μου κάνει μασάζ στο στομάχι για να μου διευκολύνει τη χώνεψη. Έφαγα πολύ και μ’ έπιασε βαρυστομαχιά. Αυτό είναι όλο.

Μ : Πουλύ μαναχά. Έναν τέλου έφαγις, όχι πουλί.

Κ : Αχ, παιδάκι μου. Να σι φλαν οι αγίοι κι ούλα τα μαναστήρια.

Λ : Χα, χα, χα. «Μαναστήρια», χα, χα, χα. Ξενέρωσα τώρα!

Β : Ναι βρε μάνα. Μοναστήρια τα λένε όχι μαναστήρια.

Κ : Αλήθεια; Μαναστήρια τα λεν κι ξέρς γιατί; Ιπιδή γιμίζουν απού τάματα που παένουν οι μανάδις για τα πιδιά τς. Ρώτα κι μένα πόσα πήγα;

Με τα πολλά κίνησε το ηλικιωμένο ζευγάρι να πάει να συνεχίσει τον ύπνο του. Ρίχνοντας, βιαστικά κάτι πάνω του, τους ακολούθησε και ο Βαλάντης.

Β : Πατέρα, έλα λίγο έξω γιατί θέλω να σου μιλήσω.

Μ : Τι είνι πιδίμ; Δεν σιέπιασι του μασάζ τς Λάβρας;

Β : Έλα ρε πατέρα τώρα, άσε τα αστεία. Θέλω να σου μιλήσω σοβαρά. Χρειάζομαι επειγόντως 10 χιλιάδες ευρώ.

Μ : Πόσα; 10 χιλιάδες είπις ή κφάθκα ντιπ; Για τι τα πέρασις τα ευρά για πλτανόφλλα;

Β : Πατέρα είναι για καλό σκοπό.

Μ : Δε μπα νάνι και για σκουπό απού κλαρίνου. Που να τα βρου πιδάκι μ κι τι σκουπός καλός είνι αυτός κι ίνι τόσου ακριβός;

Β : Να, πρόκειται για τη Λάουρα. Παίρνει το πτυχίο της το Σεπτέμβριο και θέλει να κάνει μεταπτυχιακό στη γλωσσολογία και στην ανωτάτη μασαζική. Αν δεν ήταν αυτή πριν να μου κάνει μασάζ στο στομάχι μου, θα είχα σκάσει. Θα τον έχανες το γιο σου.

Προβληματίστηκε ο κυρ Μήτσος αλλά κουβέντα δεν θα έλεγε στην κυρά Κατίνα.

Μ : Σύρι να κοιμθείς τώρα κι τα λέμι αύριο.

Την άλλη μέρα το πρωί, ο Βαλάντης και η Λάουρα απολάμβαναν στη βεράντα του σπιτιού τον καφέ που τους ετοίμασε με μοναδική μαστοριά η κυρά Κατίνα. Να΄σου και ο κυρ Μήτσος κάθεται στη συντροφιά και παραγγέλνει στη γυναίκα του να του φτιάξει και κείνου έναν καφέ.

Κ : Κι άλλουν θα πιεις Μήτσιου; Θα σι πειράξει στα νεύρα.

Έφυγε η κυρά Κατίνα και ο κυρ Μήτσος βρήκε την ευκαιρία να τα πει λίγο με «τα παιδιά».

Μ : Λοιπόν Βαλάντιμ. Θα στα δώσου τα λιφτά.

Β : Μπράβο πατέρα. Το΄ξερα ότι είσαι μεγάλη καρδιά.

Λ : Αχ, ναι κύριε Μήτσε. Αυτό μου έλεγε ο Βαλ μου. Το παραδάκι το έχουμε στο τσεπάκι μου έλεγε!

Μ : Στέκα να μι ακούσεις πρώτα. Θα στα δώκου τα λεφτά αλλά θέλου πρώτα να βιβιουθού ότι θα πιάσουν τόπου κι ότι αξίζει τουν κόπου να πλήσου τη Μαριγούλαμ, τη Φλώραμ κι τα λίγα χωραφάκια που έχουμι.

Β : Και πώς θα γίνει αυτό;

Μ : Εύκολου είναι. Θα ΄ρθει η Λάβρα να λύσι κι τη δικιάμ τη γλώσσα όπως έλυνι χθες τη δικιάς κι να μη κάνει κι μένα μασάζ στου στομάχι όπως έκανι κι σι σένα για να δυο την τέχνητς. Έχου κάτι καούρις τώρα τιλιτεύα. Ένα μασαζάκι τς Λάβρας θα μι κάνει πιρδίκι αν είνι τόσου καλή όσου λιες.

Λ : Κύριε Μήτσε με προσβέλνετε;

Β : Πατέρα τι είναι αυτά που λες; Δεν ντρέπεσαι;

Μ : Ιγώ ρε λουπουδύτη ή ισί πρέπει να ντρέπισι; Έλα δω συ κουρίτσιμ. Πάρι αυτά τα 100 ευρώ για τα εισιτήρια στο λιουφουρείου κι άντι να βρεις κανιέναν άλλουν χαλβά να μαδήσεις. Ου Βαλάντς τιλίουσι. Όσου για σιένα κανακάρημ, απαρατάς απού σήμιρα τη γλωσσουλουγία κι αρχνάς τη βαμπακουλουγία;

Β : Τι είναι αυτό;

Μ : Θα στου μάθου ιγώ από αύριου στου χουράφι, μη σκας.

Φτάνοντας η κυρά Κατίνα με τον καφέ στο χέρι, βλέπει τη Λάουρα να φεύγει κλαίγοντας και τα βάζει με τον άντρα της.

Κ : Τι έκανες πάλι Μήτσιου. Γιατί το΄διουξις του κορίτσι. Γιατί φεύγει κλαμένη η Λάβρα;

Μ : Άντι κι συ χαζομψόχαζη. Δεν έδιωξα τ΄Λάβρα. Τ΄Μαριγούλα κι τ΄Φλώρα γλύτουσα. Άντι, όπουτι καταλάβς πέστου κι σι μας.

Έτσι, η καημένη η Μαριγούλα με τη φίλη της τη Φλώρα συνέχισαν να απολαμβάνουν τη φροντίδα του Μήτσου και της Κατίνας προσφέροντας το γάλα τους για αντάλλαγμα. Όσο για το Βαλάντη… Κάπου βρίσκεται χωμένος μέσα στις βαμβακιές. Αύγουστος βλέπετε. Τώρα πέφτουν τα τελευταία ποτίσματα

 

 

Χρήστος Κυργιάκης

 

 

 

 

Παιδιά ενός κατώτερου θεού «Δάσκαλε θα το αφήσω το σχολείο…»

Παιδιά ενός κατώτερου θεού

«Δάσκαλε θα το αφήσω το σχολείο…»

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Χειμώνας του 2007, σε ένα μικρό νησί των Δωδεκανήσων, κάποιος μαθητής της τρίτης γυμνασίου, ας τον πούμε Σάββα, αν και δεν έχει σημασία το πραγματικό του όνομα, περιμένει στην αυλή του δημοτικού σχολείου τού απομακρυσμένου χωριού του, τον καθηγητή του για να του κάνει μάθημα στα πλαίσια της τότε ενισχυτικής διδασκαλίας.

Ήταν έξυπνο παιδί ο Σάββας. Τα μάτια του σπινθηροβολούσαν κάθε που άκουγε κάτι καινούριο και κάθε που μιλούσε για τη θάλασσα. Τα ίδια μάτια βούρκωναν, όταν τύχαινε, πολύ σπάνια, να μιλάει για τον πατέρα του.

Τον είχε χάσει το προηγούμενο καλοκαίρι σε ατύχημα την ώρα που ψάρευε. Μια απροσεξία, ένας λανθασμένος υπολογισμός, η ανάγκη για μεγάλη ψαριά, καθώς ήταν μεγάλη και η οικογένεια που έσερνε πίσω του, ήταν αρκετά για να συμβεί το ατύχημα.

Ο Σάββας ήταν ο μεγαλύτερος από τα τρία παιδιά της οικογένειας. Η μητέρα του αναγκάστηκε να δουλεύει από δω κι από κει, όπου έβρισκε για να τα φέρει βόλτα.

Την έβλεπε ο Σάββας και δεν το άντεχε.

«Δάσκαλε, θα το αφήσω το σχολείο», έλεγε συχνά. «Πρέπει να δουλέψω. Δεν ημπορώ να βλέπω τη μάνα μου να παιδεύεται. Αν ζούσε ο πατέρας μου θα πήγαινα και στο λύκειο για να σπουδάσω γιατρός που δεν έχουμε στο νησί»

«Και τι δουλειά θα βρεις να κάνεις χωρίς γράμματα, χωρίς ένα χαρτί στα χέρια σου;» του απαντούσε ο δάσκαλος.

«Ψαράς, σαν τον πατέρα μου, ή οτιδήποτες άλλο».

«Κοίτα που θέλει ο κώλος του να γίνει και γιατρός!» τον περιγέλασε κάποτε ένας γείτονας σαν άκουσε το Σάββα να λέει στο φίλο του το κρυφό όνειρό του. Μαχαιριά! Μα ο μικρός είχε μεγάλη καρδιά και του χαμογέλασε…

Ο Σάββας τελείωσε το γυμνάσιο, μα δεν συνέχισε στο λύκειο. Δεν του δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να κυνηγήσει το όνειρό του. Καμία Συντεταγμένη Πολιτεία και καμία Συντεταγμένη Κοινωνία δεν αγάπησε το Σάββα!

 

Χειμώνας του 2008, σε μια πόλη της Θράκης, κάποιος μαθητής της δευτέρας γυμνασίου, ας τον πούμε Μουράτ, αν και δεν έχει σημασία το πραγματικό του όνομα, κάθεται μόνος σε μια γωνιά στο προαύλιο του σχολείου του. Άργησε να έρθει την πρώτη ώρα και έτσι περίμενε απ’ έξω.

«Γιατί είσαι έξω Μουράτ;» τον ρώτησε ο δάσκαλος, «Πάλι άργησες να ξυπνήσεις;».

«Όχι εγώ δάσκαλε, ο αδερφός μου δεν ξυπνούσε και έπρεπε να τον πάω στο νηπιαγωγείο»

«Οι γονείς σου;»

«Φεύγουν πρωί για τη δουλειά και τον ετοιμάζω εγώ. Όμως και πάλι, δεν ήθελα να μπω την πρώτη ώρα. Έχουμε Νέα Ελληνικά και δεν τα καταφέρνω. Δυσκολεύομαι να γράψω. Και πού θα μου χρειαστεί δάσκαλε να ξέρω να γράφω; Εγώ μηχανικός στα αυτοκίνητα θα γίνω»

«Αυτό θέλεις;»

«Όχι δάσκαλε. Αρχιτέκτονας για σπίτια θέλω, μα μηχανικός στα αυτοκίνητα θα γίνω».

«Να πάει στο νυχτερινό, για να πάρει το απολυτήριο γυμνασίου. Φρενάρει όλο το τμήμα. Να μην πάνε πίσω και οι καλοί μαθητές!» ήταν η παρότρυνση των εκπροσώπων της Συντεταγμένης Πολιτείας της Συντεταγμένης Κοινωνίας και της Συντεταγμένης Εκπαιδευτικής Κοινότητας μη χ@σ# μέσα.

Ήθελε να γίνει αρχιτέκτονας ο Μουράτ, για να φτιάξει για την οικογένειά του ένα σπίτι καθώς δεν είχαν δικό τους και έμεναν στο νοίκι σε ένα χαμόσπιτο.

 

Χειμώνας του 2009, σε ένα μεγαλύτερο νησί των Δωδεκανήσων, όπου συναντάς τον πλούτο μαζί με τη φτώχια, τη χλιδή δίπλα στην εξαθλίωση, την πονηριά απέναντι από την περηφάνια.

Κάποια μαθήτρια της πρώτης τάξης του επαγγελματικού λυκείου, ας την πούμε Χριστίνα, αν και δεν έχει σημασία το πραγματικό της όνομα, καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια, κάπου εκεί στα τελευταία θρανία, να κρατήσει τα μάτια της ανοιχτά.

«Να με συγχωρείς δάσκαλε. Είναι που δεν κοιμήθηκα απόψε ούτε μία ώρα»

«Κι ήρθες εδώ να κοιμηθείς;» της απάντησε ο «δάσκαλος» με ύφος.

«Όχι δάσκαλε, ήρθα για να μη χάσω το μάθημα»

«Και γιατί δεν κοιμήθηκες; Μη μου πεις ότι διάβαζες;»

Δεν απάντησε η Χριστίνα. Δεν καταδέχτηκε.

«Γιατί τον άφησες να σου την πει;» τη ρώτησε στο διάλειμμα μια φίλη της.

«Γιατί δεν της είπες ότι πρόσεχες την αδερφή σου που ψηνόταν στον πυρετό όλο το βράδυ;»

«Άσε ρε συ. Τι τον νοιάζει το δάσκαλο;» ήταν η απάντησή της.

Δεν είπε τίποτα για την άρρωστη αδερφή της, δεν είπε τίποτα για τη μάνα της που δούλευε νυχτερινή ούτε για τον πατέρα της που ήταν απών εδώ και χρόνια.

«Θα ήθελα να γίνω νοσηλεύτρια, αλλά πολύ δύσκολο. Πρέπει να φύγω από το νησί και δεν υπάρχουν τα λεφτά. Οπότε θα ψάξω για κάτι άλλο. Μπορεί σε κανένα κομμωτήριο ή σε καμιά καφετέρια. Τι να γίνει δάσκαλε, δεν μπορούν να σπουδάζουν όλοι» είχε πει η Χριστίνα σε μια συζήτηση μέσα στην τάξη σχετική με την επαγγελματική αποκατάσταση…

 

Άραγε τι νόημα έχουν οι εκπαιδευτικοί σχεδιασμοί, τα μεγάλα οράματα των υπεύθυνων της εκπαίδευσης, οι «ριζικές και ουσιαστικές αλλαγές» που εξαγγέλλονται κάθε τόσο, οι κλαδικές διεκδικήσεις, τα «πρώτα ο μαθητής» και όλες οι άλλες κενολογίες που ακούμε συχνά όταν ξεχνάνε επιδεικτικά τον κάθε Σάββα, τον κάθε Μουράτ και την κάθε Χριστίνα;

Τι νόημα έχει η παιδεία μιας χώρας όταν αφήνει παιδιά έξω από αυτήν; Παιδιά ενός κατώτερου θεού με μεγαλείο ψυχής ενός ανώτερου θεού, αυτού που δεν έχουν και δεν θα αποκτήσουν ποτέ οι «υπεύθυνοι».

 

 

 
 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: