RSS

Monthly Archives: Νοέμβριος 2014

Fascismo

Fascismo

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

φασισμόςΘα ήθελα, ξεκινώντας, να υπενθυμίσω κάποιους γνωστούς στίχους που αναφέρονται στο φασισμό.

Οι ρίζες του το σύστημα αγκαλιάζουν/και χάνονται βαθιά στα περασμένα

Οι μάσκες του με τον καιρό αλλάζουν/μα όχι και το μίσος του για μένα

Πρόκειται, νομίζω για την πιο άρτια και σύντομη περιγραφή του φασισμού και των φασιστών.

Ο καπιταλισμός, ιδιαίτερα στις κρίσεις του, δεν μπορεί χωρίς το φασισμό αλλά και ο φασισμός συνδέεται μέσω ομφάλιου λώρου με τον καπιταλισμό και τους καπιταλιστές.

Ίσως να αρκούσε το να σταθούμε στην απευθείας χρηματοδότηση των φασιστικών και ναζιστικών κομμάτων από τους ίδιους τους καπιταλιστές και τα πιο σκοτεινά παρακλάδια του.

Ίσως, πάλι, το προηγούμενο να ήταν αρκετό για να θέσει τους εργαζόμενους και τη νεολαία απέναντι από το φασισμό.

Όμως, η κατά καιρούς άνοδος της επίδρασης των φασιστικών ιδεών, όπως και στις μέρες μας και η αποδοχή τους από ανθρώπους που αντικειμενικά θα έπρεπε να τον αντιπαλεύουν, μας αναγκάζει να σταθούμε στα αίτια που οδήγησαν και μπορεί να οδηγήσουν στο μέλλον, στην αύξηση της επίδρασης του φασισμού στα μυαλά και στις ψυχές των ανθρώπων και ειδικότερα των νέων.

Ποιος δεν θυμάται πριν από καιρό τα ρατσιστικά ανέκδοτα που «κοσμούσαν» ακόμη και σελίδες «έγκυρων και αδέσμευτων» εφημερίδων; Όποιος θεωρεί ότι υπήρξαν «αθώα» και ανώδυνα κάνει μεγάλο λάθος καθώς, λειτουργώντας με τον ίδιο τρόπο, αυτόν της επανάληψης, όπως και μια διαφήμιση, βοήθησαν στο να διαμορφωθεί σε πάρα πολλούς η άποψη ότι κάποιοι άνθρωποι είναι κατώτεροι λόγω εθνότητας, λόγω χρώματος ή λόγω κάποιας ιδιαιτερότητας. Πρόκειται για ένα από τα βασικά «πιστεύω» των φασιστών, αυτό της φυλετικής ανωτερότητας.

Θα θυμάστε, ίσως το πρωτοσέλιδο στην εφημερίδα του γνωστού «κομιστή των DVD» στο οποίο γινόταν συγκριτική αναφορά στο πόσο κοστίζει στο ελληνικό κράτος ένας μετανάστης, από τη μία και ένας έλληνας ασθενής, από την άλλη. Το κατάπτυστο μήνυμα, πέρασε και φώλιασε στο πίσω μέρος του εγκεφάλου πολλών αναγνωστών: Κόβονται χρήματα από την υγεία γιατί δίνονται στους μετανάστες. Άρα οι μετανάστες φταίνε για τα χάλια στα νοσοκομεία. Ό,τι καλύτερο για να ενισχυθεί το μίσος και η ξενοφοβία.

Δεν μας είπε όμως ο «κομιστής», τα 600 δις ευρώ που αναπαύονται στις ελβετικές τράπεζες από πού κόβονται; Ούτε για τα θαλασσοδάνεια, ούτε για την φορολογική ασυλία των εφοπλιστών και των καναλαρχών.

Μήπως όμως ξεχνιέται η δήλωση του πονόψυχου μέχρι δακρύων, Λοβέρδου, όταν χαρακτήριζε τους μετανάστες στο κέντρο της Αθήνας ως «υγειονομική βόμβα έτοιμη να εκραγεί» και τη χρυσή αυγή ως «γνήσιο κόμμα ακτιβιστών»;

Μέχρι και ο Σαμαράς συμμετείχε στην προπαγάνδα αυτού του είδους, όχι μόνο προσφέροντας τη φιλία του στον Μπαλτάκο, έμπιστο συνομιλητή των χρυσαυγιτών, αλλά δηλώνοντας κι εκείνο το περίφημο: «1.500.000 άνεργοι, 1.500.000 μετανάστες». Κι εδώ το μήνυμα είναι σαφές: Η ανεργία οφείλεται στους μετανάστες που παίρνουν τις δουλειές από τους Έλληνες εργαζόμενους.

Προφανώς, πάει ο μετανάστης στον εργοδότη και τον εξαναγκάζει, να απολύσει τον Έλληνα και να προσλάβει εκείνον με πολύ λιγότερα χρήματα, για περισσότερες ώρες δουλειάς και χωρίς ασφάλιση. Τι να κάνει και ο εργοδότης, κάποια στιγμή αναγκάζεται, κάτω από την πίεση του μετανάστη, να υποκύψει.

Μάλλον ξέχασε ο πρωθυπουργός μας ότι μετά την υπεραξία η μεγαλύτερη «εφεύρεση» των καπιταλιστών είναι η ανεργία όπως ξέχασε επίσης ότι εκεί γύρω στα 1990 αυτός ήταν που άνοιξε τα σύνορα προς τα «αδέρφια μας» για να συμπιεστούν τα μεροκάματα και να μπορέσουμε να πιάσουμε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, που ήταν απαραίτητοι για να μπορέσουμε να μπούμε στη φάκα του ευρώ.

Αν προσθέσουμε και τα ΜΜΕ, που έσπευδαν να χρεώσουν κάθε εγκληματική πράξη σε αλλοδαπούς τότε δεν πρέπει να μας παραξενεύει το γεγονός ότι ενέργειες όπως ο «Ξένιος Δίας» της αστυνομίας και οι επιθέσεις των φασιστών  σε ανυπεράσπιστους ξένους έβρισκαν αρκετούς υποστηρικτές.

Το μίσος είχε ήδη φωλιάσει σε πάρα πολλούς ανθρώπους. Αναμενόμενη η αποθράσυνση της χρυσής αυγής με ότι ακολούθησε μέχρι τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

Αργότερα είχαμε την εμφάνιση της θεωρίας των δύο άκρων η οποία δεν είναι καινούργια. Έχει τις ρίζες της στον προηγούμενο αιώνα και αποσκοπεί, από τη μια στο να απενοχοποιήσει το φασισμό και τις πρακτικές του και από την άλλη να εξισώσει τους φασίστες με τους κομμουνιστές και όλους όσοι αγωνίστηκαν και αγωνίζονται ενάντια στην καταπίεση και την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Αξίζει τον κόπο να δούμε πώς η φασιστική προπαγάνδα διαχεόταν με ύπουλο τρόπο στα χρόνια της ναζιστικής Γερμανίας, μέσω των σχολικών βιβλίων, χρησιμοποιώντας απλά εργαλεία όπως, για παράδειγμα, τα προβλήματα των μαθηματικών:

[Το να συντηρηθεί ένα νοητικά ανάπηρο άτομο, κοστίζει περίπου 4 μάρκα την ημέρα. Υπάρχουν 300.000 νοητικά καθυστερημένα άτομα για φροντίδα. Πόσο κοστίζουν συνολικά αυτά τα άτομα; Πόσα επιδόματα γάμου των 1.000 μάρκων θα μπορούσαν να δοθούν με τα ίδια χρήματα;] 1

[Ένα βομβαρδιστικό αεροπλάνο κατά την απογείωσή μεταφέρει 12 ντουζίνες βόμβες, η κάθε μία από τις οποίες ζυγίζει 10 κιλά. Το αεροσκάφος απογειώνεται για τη Βαρσοβία, το διεθνές κέντρο του Ιουδαϊσμού. Βομβαρδίζει την πόλη. Κατά την απογείωση, με όλες τις βόμβες και γεμάτη τη δεξαμενή με 100 κιλά καυσίμων, το αεροσκάφος ζύγιζε 8 τόνους περίπου. Όταν επιστρέφει από τη σταυροφορία υπάρχουν ακόμη 230 κιλά υλικού. Ποιο είναι το βάρος του αεροσκάφους όταν είναι άδειο;] 2

Όσο αληθινά είναι τα προηγούμενα άλλο τόσο αλήθεια είναι πως ο φασισμός και οι φασίστες πνίγονται στο φως που σκορπίζει ο πολιτισμός, η κοινωνική αλληλεγγύη, η αποκάλυψη του σάπιου συστήματος και οι αγώνες για την ανατροπή του. Δεν είναι τυχαίο πως τα μόνα μνημεία που έχουν αφήσει στο πέρασμά τους είναι ερείπια, στρατόπεδα συγκέντρωσης, κρεματόρια και ομαδικοί τάφοι.

Όσοι αγωνίζονται για την απελευθέρωση του ανθρώπου από κάθε είδους καταπίεση, όσοι παλεύουν για να μπορούν οι άνθρωποι να αναπτύσσουν ελεύθερα τα ταλέντα και τις ικανότητές τους, όσοι επιδιώκουν το να έχουν όλοι τη δυνατότητα να χαίρονται τη ζωή και όχι να αργοπεθαίνουν καθημερινά στη μάχη για επιβίωση, είναι εξ ορισμού ορκισμένοι εχθροί των φασιστών.

Όσοι επιδιώκουν τον εξανθρωπισμό κάθε ανθρώπινης οντότητας θα είναι πάντα αντίπαλοι των φασιστών καθώς ο φασισμός, στην εφαρμογή του, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του Χίτλερ όταν απευθυνόταν στη νεολαία, επιδιώκει τη μετατροπή του ανθρώπου σε αδίστακτο σαρκοφάγο αρπακτικό, χωρίς ευαισθησίες, χωρίς ανάγκη μόρφωσης.

[Μια βίαιη, δραστήρια, κυριαρχική, ατρόμητη, σκληρή νεολαία-αυτήν θέλω. Η νεολαία πρέπει να είναι όλα αυτά τα πράγματα. Πρέπει να αδιαφορεί για τον πόνο. Να μην έχει αδυναμία ή ευαισθησία μέσα της. Θέλω να δω για μια ακόμη φορά στα μάτια της τη λάμψη της υπερηφάνειας και της ανεξαρτησίας του σαρκοβόρου αρπακτικού…Μ’ αυτόν τον τρόπο θα εξαλείψω χιλιάδες χρόνια ανθρώπινης εξημέρωσης…Δεν θα προσφέρω πνευματική κατάρτιση. Η γνώση είναι καταστροφή για τους νέους άνδρες μου]  3

Στα χρόνια των μνημονίων και της βαθιάς κρίσης του καπιταλισμού, τα τσοπανόσκυλα του συστήματος εγκατέλειψαν τις φιλολαϊκές ρητορείες, και έδειξαν το πραγματικό τους πρόσωπο. Ψήφισαν κάθε νόμο των μνημονίων που στόχευαν στη μεγιστοποίηση του κέρδους, στην δουλοποίηση των εργαζομένων και στην αύξηση του αυταρχισμού και του φόβου.

Δρώντας, είτε μόνοι τους είτε δίπλα στις κρατικές δυνάμεις βίας και καταστολής βρέθηκαν απέναντι στους απεργούς της χαλυβουργίας, σύμμαχοι των εργοδοτών, κυνήγησαν και χτύπησαν διαδηλωτές παρέα με τα ΜΑΤ και τους ασφαλίτες, τραυμάτισαν και σκότωσαν ανυπεράσπιστους μετανάστες μέχρι που έφτασαν στη προμελετημένη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

Απευθυνόμενοι σε ανώριμες ταξικές συνειδήσεις, ανιστόρητα μυαλά και μαυρισμένες ψυχές θέλησαν να απλώσουν το μαύρο σύννεφο του φόβου σ’ ολόκληρη την κοινωνία και κυρίως τη νεολαία.

Δυστυχώς ο φασισμός δεν αντιμετωπίζεται μόνο με καλές προθέσεις και ευχολόγια. Θα μαραζώνει τόσο πιο πολύ όσο θα αποκαλύπτονται οι πραγματικές αιτίες της ανεργίας, της φτώχειας και της εξαθλίωσης. Θα συρρικνώνεται τόσο πιο πολύ όσο θα εντείνεται η πάλη για την ανατροπή του σάπιου καπιταλιστικού συστήματος. Θα αποδυναμώνεται τόσο πιο πολύ όσο δυναμώνει η αντίσταση ενάντια στο φόβο, τον αυταρχισμό και τα μέτρα καταστολής. Θα χάνει τόσο πιο πολλούς υποστηρικτές όσο οι άνθρωποι με τη μόρφωσή τους θα μπορούν να εξηγούν τα όσα παθαίνουν και να ανακαλύπτουν τους νόμους που διέπουν τη φύση και τις κοινωνίες.

Γι’ αυτό σήμερα, ο αγώνας ενάντια στη διάλυση της δημόσιας δωρεάν παιδείας και υπέρ της πραγματικής μόρφωσης όλων των νέων χωρίς περιορισμούς και αποκλεισμούς που να οφείλονται σε οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους ή σε λόγους υγείας, είναι περισσότερο παρά ποτέ και αγώνας ενάντια στο φασισμό.

Οι παραπομπές 1,2,3 περιλαμβάνονται στο βιβλίο:

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΑΖΙΣΤΙΚΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ

Του Άγγελου Παληκίδη, εκδόσεις: ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ

 
Σχολιάστε

Posted by στο Νοέμβριος 30, 2014 in Uncategorized

 

Ετικέτες: , , , ,

«Θα ξανανταμώσουμε να είσαι σίγουρος, αλλά όχι στο καφενείο»

«Θα ξανανταμώσουμε να είσαι σίγουρος, αλλά όχι στο καφενείο»

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

 

Σήμερα συμπληρώνεται ο τρίτος μήνας από τότε που ο φίλος μας κρατάει μόνο για τον εαυτό του αυτό το φοβερό μυστικό. Δεν μπόρεσε, ή μάλλον δεν θέλησε να το μοιραστεί με κανέναν. Ούτε με φίλο, ούτε με γνωστό, ούτε με συγγενή. Όμως είχε φτάσει πια στα όριά του. Ένιωθε πως δεν θα μπορούσε να το κρατήσει άλλο μέσα του. Τον έπνιγε, μέρα τη μέρα του έτρωγε τα σωθικά. Είχε δίκιο τελικά ο παππούς του που έλεγε συχνά πώς οι αρρώστιες των σπλάχνων είναι αρρώστιες ψυχής. Αυτούς τους τελευταίους μήνες, αισθανόταν πολύ συχνά πόνους στα σπλάχνα του ενώ ποτέ άλλοτε δεν είχε τέτοιου είδους ενοχλήσεις.

Όλα ξεκίνησαν πριν από ένα χρόνο περίπου, όταν το αφεντικό του, του ανακοίνωσε πως στο εξής θα τον χρειαζόταν μόνο τις τέσσερις από τις πέντε μέρες της εβδομάδας, γιατί οι παραγγελίες είχαν μειωθεί άρα και τα δρομολόγια θα ακολουθούσαν μια αντίστοιχη μείωση. Του είπε επίσης πως όλοι οι οδηγοί το ίδιο πρόβλημα αντιμετωπίζουν και πως αν ήθελε θα μπορούσε να ψάξει αλλού για δουλειά αρκεί να του υπέβαλλε την παραίτησή του γιατί εκείνος δεν του πήγαινε η καρδιά να τον διώξει. Βέβαια του υπενθύμισε επίσης πως θα υπήρχε και μια αντίστοιχη μείωση στο μισθό του αφού θα μειωνόταν οι μέρες εργασίας του. Έτσι ήταν το δίκαιο.

Μετά από δυο με τρεις μήνες το αφεντικό του τον κάλεσε στο γραφείο του πάλι για να του πει πως θα έπρεπε να έρχεται μόνο για τρεις μέρες τη βδομάδα υπενθυμίζοντάς του πως θα υπάρχει και αντίστοιχη μείωση στο μισθό του.

Ο φίλος μας, 32 χρονών παλικάρι, ούτε στην πρώτη μα ούτε και στη δεύτερη μείωση είπε τίποτα σε κανέναν. Τους γονείς του δεν ήθελε να τους στεναχωρήσει. Είχαν κι αυτοί τα δικά τους. Μόλις που τα έφερναν βόλτα μετά από τις μειώσεις στις συντάξεις. Βάλε ότι κάποια φάρμακα δεν τα κάλυπτε πια το ταμείο, βάλε ότι κάποιες φορές πλήρωναν τους γιατρούς, περνούσαν πλέον δύσκολα οι μέρες.

Μα και στη Μυρσίνη δεν είπε ποτέ τίποτα. Σαν τι να της έλεγε; Πώς να της το ξεστόμιζε όταν εκείνη μετρούσε ήδη δύο μήνες στο ταμείο ανεργίας και περίμεναν και οι δύο μόνο από τον δικό του μισθό για να μπορέσουν, επιτέλους να ανοίξουν το δικό τους σπιτικό;

Είχε μαζέψει κάποια χρήματα στην άκρη με σκοπό να κάνει έκπληξη «στη Μυρσίνη του» τη μέρα του γάμου τους. Καημό το’ χε εκείνη, να πάει ένα ταξίδι στην Ευρώπη. Έστω και για δυο μέρες. Δεν είχε πάει ποτέ της και το είχε όνειρο κάποτε να της συμβεί. Θα της το ανακοίνωνε αμέσως μετά τα στέφανα, μα όπως ήρθαν τα πράγματα, τα λεφτά του ταξιδιού φαγώθηκαν σιγά-σιγά όλο αυτό το διάστημα.

Τις μέρες που δεν δούλευε, ο φίλος μας έφευγε κανονικά από το σπίτι του, σαν να πήγαινε στη δουλειά του. Έπαιρνε τον ηλεκτρικό και κατέβαινε στο τέρμα στον Πειραιά. Το’ πιανε στη συνέχεια με τα πόδια δίπλα στην προκυμαία και χάζευε τα πλοία που ήταν αγκυροβολημένα στο λιμάνι.

Την πρώτη φορά που είχε μπει στο μικρό καφενείο του λιμανιού, «το λιμανάκι των καημών», το έκανε για να προφυλαχτεί από την απρόσμενη καταιγίδα που ξέσπασε και τον βρήκε να συνομιλεί με έναν ναύτη έξω από το πλοίο της γραμμής που περίμενε την ώρα για να φύγει για τα νησιά του Αιγαίου.

«Πάμε στο καφενείο μέχρι να περάσει η μπόρα» του είπε ο ναύτης και ο φίλος μας, από ευγένεια, δεν έφερε αντίρρηση. Σκέφτηκε να του πει πως η δική του μπόρα θα διαρκέσει πολύ, μα τι να του εξηγούσε τώρα και του ναύτη;

Το ένα ποτήρι κρασί έφερε το άλλο, η μία κουβέντα μπόλιαζε με την επόμενη και το ένα περιστατικό κοντά στο άλλο κεντούσε σαν πρόκα τις καρδιές τους.

Το κρασί σαν το πίνεις με φίλους είναι γιατρικό, μα σαν το πίνεις συντροφιά με τη μοναξιά, είναι σκέτο δηλητήριο. Κι εδώ σε τούτον τον μικρό καφενέ οι μοναξιές περίσσευαν. Κάθε θαμώνας κι από μία. Τι κι αν κάθονταν ο φίλος μας με το ναύτη στο ίδιο τραπέζι; Ο καθένας σήκωνε το δικό του σταυρό στον δικό του Γολγοθα

Όλο και πιο συχνά ο φίλος μας περνούσε από το «λιμανάκι των καημών», πίνοντας πότε δύο, πότε τρία και πότε περισσότερα ποτήρια κρασί.

Είχε ακούσει τους μεγαλύτερους να λένε πως έπιναν για να ξεχνάνε μα πολύ σύντομα κατάλαβε πως πίνει κάποιος όχι για να ξεχνάει μα για να θυμάται. Κι εκείνος γι’ αυτό άρχισε να πίνει, για να θυμάται. Να θυμάται τα σχέδιά του, τα όνειρά του, τους στόχους του, τα θέλω του. Όμως, κάθε που άδειαζε το ένα ποτήρι και γέμιζε το άλλο, όλο και περισσότερο ένιωθε πως ήταν σα να έκανε μνημόσυνο στα σχέδιά του, στα όνειρά του, στους στόχους του και στα θέλω του.

Κάποιες φορές γυρνούσε στο σπίτι του ζαλισμένος, μη μπορώντας να σηκώσει το κορμί του. Τόσο πολύ είχε βαρύνει η ψυχή του που τα πόδια του δεν μπορούσαν να αντέξουν και λύγιζαν.

Μόλις περνούσε η ζάλη του κρασιού ένιωθε ντροπή, θλίψη και απογοήτευση. Τα έβαζε με τον εαυτό του, όχι άδικα, για την έλλειψη αυτοσυγκράτησης, μα δεν μπορούσε να βρει ένα φταίξιμο να ρίξει στον εαυτό του για το ότι έμεινε χωρίς δουλειά.

Ναι, σήμερα συμπληρώνονταν τρεις ολόκληροι μήνες από τότε που το αφεντικό του τον απέλυσε αφού δεν δέχθηκε την προσφορά που του έκανε να δουλεύει μία μέρα τη βδομάδα.

Βρέθηκε πάλι στο λιμάνι, έξω από την πόρτα του καφενείου, έτοιμος να πάει στη γνώριμη θέση του, εκεί δίπλα στο παράθυρο, παρέα με τη μοναξιά του και πίνοντας γουλιά-γουλιά το δηλητήριο. Κάτι φωνές που άκουσε, τον έκαναν να γυρίσει το κεφάλι και να δει το ναύτη να ζητάει απεγνωσμένα βοήθεια καθώς τρεις λιμενικοί τον είχαν βάλει σε μια γωνία και τον χτυπούσαν ασταμάτητα με τα γκλομπς. Παραδίπλα γινόταν μάχη, σώμα με σώμα, ανάμεσα σε λιμενικούς και ναυτεργάτες.

Ο φίλος μας, δεν ανακατευόταν με πορείες, με διαδηλώσεις και τέτοια συναφή, μα το να βλέπει τρεις να χτυπάνε έναν μονάχο του δεν μπορούσε να το αντέξει. Όρμηξε με φόρα και έτσι γεροδεμένος καθώς ήταν τους πήρε αμπάριζα και τους τρεις λιμενικούς ελευθερώνοντας το ναύτη που προσπαθούσε αιμόφυρτος να συνέρθει.

Ουρλιάζοντας από την υπερένταση, δεν πρόσεξε πίσω του έναν τύπο που δεν είχε στολή λιμενικού και κρατούσε ένα μακρύ λοστάρι, ο οποίος αφού πλησίασε αρκετά, του έριξε μια δυνατή στον αυχένα και τον άφησε αναίσθητο δίπλα στον μισολιπόθυμο ναύτη.

Όταν ο φίλος μας ξαναβρήκε τις αισθήσεις του, διαπίστωσε ότι βρισκόταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του νοσοκομείου, μη μπορώντας να κουνήσει το κορμί του ούτε τόσο δα.

Ο πατέρας του είπε πως τη γλύτωσε παρά τρίχα και η μάνα του πως τον βοήθησε ο Αη Νικόλας, μεγάλη η χάρη του. Η Μυρσίνη που δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκριά της, τον παρακάλεσε, σαν γίνει πρώτα καλά, να σηκωθούν και να φύγουν. Να πάνε στο χωριό ή σε μια ξένη χώρα. Ο εκπρόσωπος του λιμενικού σώματος τον διαβεβαίωσε πως διατάχθηκε ΕΔΕ και μεταφέροντάς του τις ευχές του υπουργού για γρήγορη ανάρρωση του υποσχέθηκε πως το μαχαίρι θα φτάσει στο κόκκαλο.

Ο ναύτης του είπε να μην πιστεύει τις υποσχέσεις των υπουργών γιατί τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει.

Όμως ο φίλος μας είχε πάρει ήδη δύο σημαντικές αποφάσεις.

Κρασί θα ξανάπινε μόνο τη μέρα του γάμου του και σχετικά με το φευγιό είπε να μην τους κάνει τη χάρη. Δεν θα πήγαινε πουθενά. Θα έμενε εκεί και θα κέρδιζε τη ζωή με νύχια, με δόντια και αν χρειαστεί και με αίμα. Όπως γινόταν πάντα δηλαδή. Θα κέρδιζε τη ζωή όπως την κέρδισαν τόσοι και τόσοι άλλοι σαν κι αυτόν όλα τα προηγούμενα χρόνια.

Τη μέρα που ο φίλος μας βγήκε από το νοσοκομείο, πήρε τη Μυρσίνη από το χέρι και χαιρετώντας τον ναύτη που ήρθε να του ευχηθεί «σιδερένιος» του είπε:

«Θα ξανανταμώσουμε να είσαι σίγουρος, αλλά όχι στο καφενείο» 

 

Μετά τη βαρυχειμωνιά έρχεται πάντα η Άνοιξη

Μετά τη βαρυχειμωνιά έρχεται πάντα η Άνοιξη

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Βάδιζε δίπλα μου σε όλη τη διάρκεια της πορείας που έγινε στις 15 του περασμένου Δεκέμβρη.

Ήταν σκυφτός, κουμπωμένος μέχρι πάνω, και το κεφάλι του μόλις που έβγαινε έξω από το μπουφάν. Τα μάτια του μου φάνηκαν υγρά, υπέθεσα πως ήταν από τη βροχή που μόλις είχε σταματήσει.

Πιάσαμε κουβέντα – στις πορείες οι ψυχές των ανθρώπων ανοίγουν πιο εύκολα – και πολύ γρήγορα άρχισε να μου λέει τα δικά του.

Ήταν δάσκαλος, από την Κοζάνη. Ετών 39 και έμενε ακόμη με τους γονείς του.

«Πού να βρεις λεφτά για ενοίκιο;» μου είπε με οργισμένο παράπονο.

«Και να ήταν μόνο αυτό; Ούτε για καφέ δεν μπορώ να πάω. Όταν κοστίζει 4 ευρώ, γίνεται απαγορευτικό. Πίνω τον καφέ στο σπίτι και καταπίνω τα σκουπίδια της τηλεόρασης.»

Μου είπε κι άλλα, εκφράζοντας οργή και διαμαρτυρία, διατυπώνοντας συνεχώς το ερώτημα γιατί δεν ξεσηκώνεται ο κόσμος.

Το όνειρό του από μικρό παιδί ήταν να γίνει δάσκαλος, να υπηρετήσει το δημόσιο σχολείο, να μάθει γράμματα στα παιδιά του κόσμου. Όμως το όνειρο έγινε εφιάλτης, η αγάπη του για τη διδασκαλία κατάντησε ελάττωμα και η αξιοπρέπειά του δέχτηκε πλήγμα ανεπανόρθωτο.

Κρίθηκε άξιος, όχι σε λίγες εξετάσεις, διορίστηκε με ΑΣΕΠ αλλά αυτό μάλλον δεν ήταν αρκετό.

¨ Για ένα κομμάτι ψωμί, δε φτάνει μόνο η δουλειά […] μα πάνω απ’όλα είναι η ψυχή σου δικέ μου, έχει τους νόμους της αυτή η ιστορία…¨

Κάθε χρόνο και σε άλλη πόλη, κάθε χρόνο και σε άλλο σχολείο. Και τώρα ετοιμάζουν και την αξιολόγηση.

« Ε όχι ρε φίλε. Έχω αξιολογηθεί εκατό φορές. Να αξιολογήσει πρώτα  ο υπουργός τον εαυτό του. Έχει διαλύσει τις ζωές μας. Αν είχε λίγο φιλότιμο θα είχε φύγει ήδη. Μας το παίζει Ευρωπαία και το υπουργείο της έχει τη μικρότερη απορροφητικότητα από το ΕΣΠΑ. Αϊ σιχτήρι πια. Εθνική κατάθλιψη θα πάθουμε. Οι 2 στους 3 νέους στην Κοζάνη είναι άνεργοι. Το ίδιο συμβαίνει σε όλη την επαρχία. Να κατέβουμε όλοι στη Βουλή, να τους δείξουμε πως τα βγάζουμε πέρα. Έρχονται  γιορτές και δεν έχω να πάρω ένα δώρο στα ανίψια μου.»

Αυτά ήταν τα τελευταία του λόγια πριν χωρίσουμε. Χάθηκε μέσα στο πλήθος και δεν τον ξαναείδα.

Λίγο πιο κάτω τα ΜΑΤ, κατόπιν προφανούς εντολής, έκοψαν τη μεγάλη πορεία στα δύο με αποτέλεσμα να μην μπορέσουν να φτάσουν όλοι μέχρι τη Βουλή, το ναό της δημοκρατίας που τον κατάντησαν «ναό της δημοκρατίας τους».

Τέτοια δημοκρατία και τόση δημοκρατία, να τη χαίρονται, τους τη χαρίζουμε, είναι αποκρουστική όπως και όσοι, υποτίθεται, την «υπηρετούν» ή την «υπηρέτησαν» μετά τη μεταπολίτευση.

Το προσωπικό τους συμφέρον υπηρέτησαν και υπηρετούν, και τις επιταγές των αφεντικών τους εξαργύρωσαν και εξακολουθούν να εξαργυρώνουν.

Όμως ο κόμπος έφτασε στο χτένι για όλους μας είτε ζούμε στην Κοζάνη είτε στην Καρδίτσα είτε στην Αθήνα.

Γυρνώντας δίπλα το βλέμμα μου είδα ένα ζευγάρι νέων ανθρώπων με το μωρό τους στο καρότσι, να συμμετέχουν στην πορεία.

Και ήταν αυτή η εικόνα μια πραγματική, ζεστή ηλιαχτίδα στη βαρυχειμωνιά που βιώνουμε, σημάδι ότι πλησιάζει η άνοιξη.

 

 

Ως πότε θα κρυβόμαστε πίσω από τη σκιά μας;

Ως πότε θα κρυβόμαστε πίσω από τη σκιά μας;

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Δεν είναι μόνο που μας έχουν διαλύσει οικονομικά, δεν φτάνει που μας θεωρούν αριθμούς, το κυριότερο είναι πως πιστέψαμε ότι είναι ανίκητοι.

Δεν φτάνει που μας έφτασαν στο σημείο να ντρεπόμαστε να κοιτάξουμε τα παιδιά μας, πρέπει να αισθανόμαστε και συνυπεύθυνοι για την κατάσταση που βιώνουμε για να βγαίνουν λάδι οι πραγματικοί υπαίτιοι;

Από το «μαζί τα φάγαμε» του Πάγκαλου περάσαμε στο «όλοι φταίμε» του Πρετεντέρη. Εδώ που τα λέμε, το «όλοι φταίμε» κρύβει μια μεγάλη αλήθεια.

Φταίμε, γιατί εδώ και τρία χρόνια και άλλα 35 πιο πριν, πιστεύουμε τους ίδιους που ευθύνονται για όσα έχουν συμβεί, επειδή είναι πιο βολικό να μην αντιδράσει κάποιος από το να αντιδράσει όπως χρειάζεται.

Μπορεί τυπικά να έχουμε Δημοκρατία, όπου ο καθένας, πάλι τυπικά, έχει το δικαίωμα να εκφράζεται ελεύθερα. Όμως η ποιότητα της Δημοκρατίας δεν κρίνεται από αυτό αλλά από το κατά πόσο, η γνώμη κάποιου μπορεί να φτάσει στο ίδιο πλήθος ανθρώπων που φτάνει και η γνώμη κάποιου άλλου.

Διότι, ας μην κρυβόμαστε πίσω από τη σκιά μας. Δεν φτάνει στο ίδιο πλήθος ακροατών, το «χρειάζονται θυσίες» του τηλεπαραθυράτου αναλυτή με το «δεν αντέχω άλλο», του άνεργου που υποφέρει.

Η όποια Δημοκρατία, παρουσιάζει έλλειμμα λόγω της τεράστιας μεταδοτικής δύναμης που διαθέτει, κυρίως, η τηλεόραση. Ας δούμε λίγο τους ιδιοκτήτες των περισσότερων καναλιών; Το μόνο κοινό που έχουν είναι η ιδιότητα του κρατικοδίαιτου επιχειρηματία.

Μαθαίνουμε ότι θέλουν να μάθουμε, δηλαδή, ότι τους συμφέρει. Ανεβάζουν και κατεβάζουν κυβερνήσεις όταν κρίνουν πως πρέπει να το κάνουν. Οι όποιες εξαιρέσεις, ενδεχομένως, υπάρχουν, απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Το επιχείρημα «άλλαξε κανάλι» ή «κλείσε την τηλεόραση» είναι και αστείο και αυταρχικό. Όταν όλα τα κανάλια δείχνουν «το ίδιο έργο» οι επιλογές είναι μηδαμινές. Και τέλος πάντων, δεν θέλω να κλείσω την τηλεόραση. Οι συχνότητες στις οποίες εκπέμπουν είναι δημόσιο αγαθό και όχι ιδιοκτησία τους. Όπως δεν έχει, όμως, το δικαίωμα η ΕΥΔΑΠ να ρίχνει δηλητήριο στο νερό έτσι δεν έχει το δικαίωμα και κανένα κανάλι να δηλητηριάζει τη σκέψη μας και να μην λαμβάνει υπόψη του το δημόσιο καλό.

Μα, θα πει κάποιος, υπάρχουν τόσοι θεσμοί και τόσες επιτροπές ελέγχου και διαφάνειας των τηλεοπτικών προγραμμάτων.

Τρίχες! Είδατε καμία να επεμβαίνει όταν κάποιο κανάλι τρομοκρατεί τον κόσμο λέγοντας πως δεν θα υπάρχουν χρήματα για μισθούς και συντάξεις αν δεν πάρουμε την, δεν ξέρω κι εγώ ποια, δόση για την οποία όμως χρειάζεται να παρθούν εκατοντάδες μέτρα εκ μέρους της εκάστοτε κυβέρνησης, όταν ξέρουν πως τα λεφτά τις δόσης πάνε στους δανειστές και στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών;

Δεν υπάρχει αντίλογος; Δεν υπάρχουν διαφορετικές φωνές;

Το επιχείρημα είναι ότι πρόκειται για μειοψηφίες. Μα αν οι μειοψηφίες, εξ ορισμού, έχουν άδικο και δεν μπορούν τίποτε να προσφέρουν στην επίλυση ενός προβλήματος τότε να καταργήσουμε και τις εκλογές αφού οι απόψεις μιας μειοψηφίας δεν πρόκειται ποτέ να πλειοψηφήσουν. Μα όσα κόμματα πλειοψήφησαν και κυβέρνησαν, πιο παλιά μειοψηφίες ήταν. Και τέλος πάντων, από πού προκύπτει ότι οι πλειοψηφίες έχουν (πάντα) δίκιο.

Είναι πιο βολικό σε όλους μας να μην απεργούμε με το επιχείρημα ότι οι περισσότεροι συνδικαλιστές είναι συμβιβασμένοι, λες και απεργούμε για τους συνδικαλιστές και όχι για τους εαυτούς μας, από το να απεργούμε και να χάνουμε τα μεροκάματα και την ησυχία μας.

Αν ευθύνονται για ένα πράγμα οι συνδικαλιστές, που δεν είναι μόνο ένα, είναι ότι με τις τακτικές και τις πρακτικές τους διέλυσαν την απαραίτητη αλληλεγγύη μεταξύ μας και μας οδήγησαν στο ατομικό βόλεμα και στη λογική της ανάθεσης.

Από τη στιγμή που ο συνδικαλισμός μετατράπηκε με πολύ ύπουλο τρόπο σε συνδιοίκηση άρχισε η αυτοαναίρεσή του. Η πυξίδα που τον προσανατόλιζε τρελάθηκε και έδειχνε άλλες φορές σε βουλευτικές έδρες, άλλες σε διοικητικές θέσεις και άλλες σε δρόμους συνδιαλλαγής και συνδιαχείρισης με την εξουσία.

Το μόνο που απομένει είναι να ξεπεράσουμε τις ανεπαρκείς συνδικαλιστικές ηγεσίες χτίζοντας μεταξύ μας αλληλεγγύη και ενότητα στη βάση των κοινών μας προβλημάτων και του κοινού αντιπάλου.

Γνωρίζουμε πως ο πραγματικός αντίπαλος έχει δύναμη, αλλά όχι μεγαλύτερη από τη δική μας. Δεν είναι λύση να βρίσκουμε το εύκολο «αντίπαλο δέος» μας στους μετανάστες ή στους συναδέλφους άλλων επαγγελματικών τομέων ή σε κοινωνικές ομάδες που θεωρούνται, από τους αστεράτους δημοσιογράφους, ως ευνοημένες.

Όταν άρχισε να συζητιέται η θέσπιση εισοδηματικών κριτηρίων στη χορήγηση διαφόρων επιδομάτων, είχα υποστηρίξει πως ανοίγει ο δρόμος για την κατάργησή τους, όπως και έγινε. Η λογική τού να τα κόψουν σε κάποιους μήπως και τα γλιτώσω εγώ, αποδείχτηκε για μία ακόμη αφορά λανθασμένη. Τα έκοψαν από όλους και ησυχάσαμε.

Όταν έκοψαν για πρώτη φορά το εφάπαξ, κάποιοι απαίτησαν να αρχίσουν οι περικοπές από τους επόμενους, ποντάροντας ότι θα τη γλυτώσουν οι ίδιοι και θα την πληρώσουν οι επόμενοι. Τα εφάπαξ μειώθηκαν, θα μειωθούν κι άλλο και άρχισε η συζήτηση για την πλήρη κατάργησή τους ή τη μετατροπή τους σε χαρτζιλίκι.

Που είναι τα δώρα; Οέο;

Ποιο είναι το δικό μου συμπέρασμα;

Αφού τους αφήνουμε, καλά μας κάνουν! Κι άλλα τόσα θα ζητήσουν. Κορόιδα είναι; Αφού τους τα προσφέρουμε και μάλιστα με τον πιο ευγενικό τρόπο είναι δυνατόν να αρνηθούν την «προσφορά» μας;

Όσο το κριάρι δεν αντιδρά, τόσο πιο πολύ το βαράει ο τσοπάνης. Ρωτήστε όμως κανέναν τσοπάνη που του έτυχε να αντιδράσει το κριάρι! Ακόμα τρέχει γιατί, όπως ξέρουμε, το κριάρι έχει κέρατα και μάλιστα πολύ δυνατά.

 

Καλή μας νύχτα!

Καλή μας νύχτα!

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Δύσκολη μέρα η προχθεσινή, γεμάτη εκπλήξεις και συγκινήσεις. Ότι πρέπει για διαλογισμό.

«Αν δεν πάρουμε τη δόση του δανείου θα πεινάσουμε», είπε ο συμπαθέστατος υπουργός οικονομικών κύριος Στουρνάρας.

Προς στιγμήν σκέφτηκα να ψάξω στο παντελόνι να βρω εκείνα τα πέντε ευρώ που είχα σε ψιλά και να κατηφορίσω προς το Υπουργείο Οικονομικών να του τα πάω.

Το ξαναζύγισα όμως και κατέληξα πως δεν θα ήταν πρέπον. Έτσι αποφάσισα να αγοράσω μια φρατζόλα ψωμί και μισό κιλό ελιές να του τις δώσω για το σπίτι του ώστε αν δεν πάρουμε τη δόση του δανείου, να έχει κάτι να φάει ο υπουργός. Τουλάχιστον να είναι εκείνος χορτάτος.

Πολύ ωραία γραμματική εφεύρεση αυτό το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο που χρησιμοποιούν ορισμένοι. «Να πάρουμε τη δόση, θα πεινάσουμε» και πολλά τέτοια παρόμοια.

Αργότερα είδα το Μιχαλολιάκο να χαιρετάει σηκώνοντας το χέρι του σε φασιστικό χαιρετισμό και η αλήθεια είναι πως ξαφνιάστηκα. Όταν όμως μας εξήγησε ο άνθρωπος πως δεν πειράζει ο χαιρετισμός γιατί το ανασηκωμένο χέρι είναι καθαρό, τότε ησύχασα. Είναι πλυμένο πρόσφατα με το αίμα των μεταναστών. Το αίμα αυτών των υπανθρώπων, των μεταναστών εννοώ, δεν είναι σαν των άλλων ανθρώπων. Έχει μέσα ιώδιο και απολυμαίνει το χέρι που θα το αγγίξει.

Το επόμενο βήμα ενδεχομένως θα είναι να βγει και να πει ο «αρχηγός», ότι ναι είμαστε φασίστες, αλλά είμαστε καθαροί. Κάνουμε μπάνιο τρεις φορές τη μέρα.

Η επόμενη έκπληξη προήλθε από το Βαγγέλη το Βενιζέλο. Ντόμπρο παιδί και ξύπνιο. Δεν κρύβει αλήθειες, δεν είναι του χαρακτήρα του. Μόνο κανένα cd μπορεί καμιά φορά να ξεχάσει καταχωνιασμένο στο συρτάρι του, αλλά στους πολίτες εμπνέει σιγουριά και εμπιστοσύνη. Λίγο τα μέλη του κόμματός του δεν τον θέλουν αλλά δεν πειράζει. Γι΄αυτό τον προτιμούν οι υπόλοιποι πολίτες. Είπε ότι αυτά τα μέτρα θα είναι τα τελευταία, αλλιώς η χώρα θα γίνει προτεκταράτο. Επειδή όμως είναι η 38η φορά που βαφτίζει κάποια μέτρα ως τελευταία, μήπως εννοούσε ότι θα είναι τα τελευταία που θα ψηφίσει ως βουλευτής ή ως πρόεδρος του ΠαΣοΚ;

Πάντως εμένα θα μου λείψει. Όπως μου λείπει ο Παπακωνσταντίνου. Τι καλό παιδί που ήταν! Λίγο ξεχασιάρης μόνο και άσχετος από υπολογιστές. Εφτά μήνες δεν μπορούσε να ανοίξει το cd με τις λίστες. Το τοποθετούσε ανάποδα και δεν άνοιγε.

Και ο Λοβέρδος μου λείπει. Και η Άννα. Πολύ μου λείπει αυτή η ψυχή. Τι ψυχή! Πρώτα ο μαθητής! Ποτέ δεν νοιάστηκε για τον εαυτό της. «Καθίστε» της έλεγαν στα σχολεία που γύριζε. «Όχι», απαντούσε εκείνη. «Πρώτα θα καθίσει ο μαθητής».

Κι ο Πάγκαλος μου έλλειψε κι ας μου τα χαλάει τώρα τελευταία με το να λέει ότι αγαπάει το Σαμαρά. Εγώ θα τον έχω πάντα μέσα στην καρδιά μου. Μη ρωτάτε αν χωράει, έχω μεγάλη καρδιά.

Όμως, πιστεύω πως σε όλους μας, έλλειψε ο Κώστας Καραμανλής. Κατάλαβε ότι μας έλλειψε γι’ αυτό ετοιμάζεται να επιστρέψει. Πόσο play station να παίξει κι αυτός;

Κατάλαβε και ο Σαμαράς ότι ο Καραμανλής θα επιστρέψει και ετοιμάζεται να φύγει από τη ΝΔ για να φτιάξει άλλο κόμμα. Εκτός αν το κάνουν συνεταιρικό το μαγαζί.

Μετά, το μυαλό μου πήγε στο 1.500.000 ανέργους που υπάρχουν στη χώρα και αναρωτήθηκα γιατί απουσίαζαν οι περισσότεροι από τις τελευταίες συγκεντρώσεις και πορείες διαμαρτυρίας; Μάλλον εκείνες τις μέρες έψαχναν για δουλειά. Όσοι έχουμε δουλειά, απουσιάζαμε για να μην κινδυνέψουμε να χάσουμε τη δουλειά μας. Όλα έχουν την εξήγησή τους τελικά.

Το μυαλό μου ξαναπήγε στο υψωμένο χέρι του Μιχαλολιάκου και συνειδητοποίησα πως όλοι μας βοηθήσαμε για να βρει τη δύναμη ο «αρχηγός» να σηκώσει τελικά το χέρι. Λίγο τα ανέκδοτα με τους Αλβανούς, τους μαύρους, τις ξανθιές και τους ομοφυλόφιλους, λίγο που δεν ανοίγουμε ποτέ κανένα βιβλίο ιστορίας να μάθουμε ότι η ιστορία μπορεί εύκολα να επαναληφθεί, λίγο που κάνουμε χάζι με τις μπαρούφες του Νότη, βάλε και την οικονομική εξαθλίωση που προέκυψε, δεν θέλει και πολύ.

Γιατί να ψάξω να βρω την πραγματική αιτία της ανεργίας; Που να τον βρω τον εργοστασιάρχη, για να του τα ψάλλω, ο οποίος κλείνει το εργοστάσιο και το πάει στο Μπαγκλαντές; Αλλά τι να κάνει και αυτός; Δεν βγαίνει! Γι΄ατό τα βάζω με τον Πακιστανό που τον έχω δίπλα μου, με το Σενεγαλέζο που πουλάει λαθραία και τον βρίσκω συνεχώς μπροστά μου και έτσι εκτονώνομαι. Ρίχνω και καμιά μούτζα στη Βουλή όποτε περνάω απ’ έξω και όλα μέλι-γάλα.

Είπα «Νότης» και θυμήθηκα που δήλωσε ότι οι μετανάστες στα φανάρια τού προσβάλουν την αισθητική. Αν κρίνω από τις κατά καιρούς ενδυματολογικές του εμφανίσεις αλλά και από τα όσα λέει στις διάφορες συνεντεύξεις που έχει δώσει, μου φαίνεται αδύνατο να προσβλήθηκε η αισθητική του διότι ο ίδιος, έχω την εντύπωση, δεν διαθέτει ούτε τη στοιχειώδη.

Δεν άντεξα άλλο την πίεση και γύρισα τα κανάλια να βρω τίποτε αθλητικά. Ότι να είναι. Μπάλα, μπάσκετ, βόλεϋ, τένις. Έτσι να ξεχαστώ λίγο. Σκέφτηκα πως δεν αξίζει τον κόπο να στενοχωριέμαι. Μια ζωή την έχουμε. Εντάξει, όχι μία ολόκληρη αλλά μισή, αφού την άλλη μας την έκλεψαν. Εδώ από τα νέα παιδιά την έχουν κλέψει ολόκληρη κι εμείς που έχουμε και τη μισή;

Έτσι κατέληξα πως δεν χρειάζεται να στενοχωριέμαι.

Άλλωστε, ένας μόνος του δεν μπορεί να κάνει τίποτα, δεν μπορεί να αλλάξει τα πράγματα.

Ίσως ήταν η μόνη αλήθεια που πέρασε από το μυαλό μου εκείνη τη μέρα «ένας μόνος του δεν μπορεί να κάνει τίποτα».

Έτσι, ήσυχος με τη συνείδησή μου και νηφάλιος, το έριξα στον ύπνο όπως και οι περισσότεροι συμπατριώτες μου.

Καλή μας νύχτα!

 

 

 

 

Ο άσπονδος φίλος μου

Ο άσπονδος φίλος μου

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Μπαίνοντας γρήγορα στο σπίτι, βρεγμένος ως το κόκαλο, πήγα κατευθείαν στο μπαλκόνι.

Εκεί με περίμενε, όπως κάθε φορά μετά από κάποια διαδήλωση, ο άσπονδος φίλος μου.

Είχε πάρει εκείνο το ειρωνικό του ύφος, όπως συνήθως, και μου χαμογελούσε κουνώντας το κεφάλι.

–         Σου τα έλεγα εγώ αλλά δεν με άκουγες. Τι κατάλαβες που ξαναπήγες στο Σύνταγμα; Βγήκε τίποτα;

–         Σαν τι περίμενες να βγει;

–         Εγώ; Τίποτα! Εσύ περίμενες ότι θα έρθουν τα πάνω, κάτω.

–         Δε με παρατάς λέω εγώ μες στα νεύρα μου; Άντε μην τα μαζέψεις όλα εσύ.

–         Μπα! Έχουμε νευράκια; Εγώ σου φταίω που παίχτηκε το ίδιο έργο για μία ακόμη φορά; Πόσοι μαζευτήκατε; Καμιά δεκαριά χιλιάδες;

–         Όχι, ήταν πολλοί περισσότεροι. Μπορεί και εκατό χιλιάδες.

–         Σώπα! Αλήθεια; Μια διμοιρία των ΜΑΤ μπορεί να τα βάλει με 10.000 κόσμο. Βάλε πόσες διμοιρίες ήταν, πρόσθεσε και τους γνωστούς διακόσιους. Αρκούσαν για να σας διαλύσουν σε πέντε λεπτά.

–         Ναι! Τελικά αρκούσε…

–         Καλά, τόσες εκατοντάδες χιλιάδες άνεργοι, τόσοι συνταξιούχοι, τόσοι μισθωτοί, που ήταν όλοι αυτοί; Η νεολαία; Οι φοιτητές;

–         Δεν ξέρω. Άσε με σε παρακαλώ. Που θες να ξέρω; Μάλλον στα σπίτια τους όπως και συ.

–         Γιατί δεν κατέβηκαν όλοι αυτοί;

–         Τι να σου πω; Άλλοι φοβήθηκαν, άλλοι πιστεύουν πως δεν θα βγει τίποτα, άλλοι πως οι αντίπαλοι είναι πολλοί δυνατοί…

–         Άλλοι είναι βολεμένοι ακόμα ή νομίζουν ότι είναι. Πες το γιατί ντρέπεσαι;

–         Δεν ντρέπομαι. Απλώς πιστεύω πως οι βολεμένοι είναι πλέον λίγοι.

–         Ζεις στον κόσμο σου φίλε μου. Υπάρχουν ακόμη πολλοί βολεμένοι. Μπροστά σου βρίσκεται το καλύτερο παράδειγμα. Έχω τη δουλίτσα μου, το μισθό μου. Εφτακόσια θες; Εφτακόσια, αλλά τα έχω κάθε μήνα. Μπορεί να μου τα καθυστερούν λίγο, αλλά δεν πεινάω κιόλας.

–         Και πως τα φέρνεις βόλτα;

–         Κοίτα να δεις. Το πήρα απόφαση. Αυτοί δεν πρόκειται να σταματήσουν. Θα κόβουν, θα κόβουν μέχρι να σκάσουν από τη μάσα. Προκειμένου να σκάσω, άρχισα κι εγώ να κόβω.

–         Ναι αλλά τι να πρωτοκόψεις;

–         Έκοψα πρώτα τους πολλούς καφέδες. Πίνω έναν κάθε τρεις μέρες. Έκοψα τα ταβερνεία και τα ούζα και τελευταία έκοψα και το τσιγάρο. Έτσι γλυτώνω χρήματα και μειώνω χοληστερίνες, τριγλυκερίδια και νικοτίνες.

–         Όπως πας θα κόψεις και το φαγητό. Με τα παιδιά τι κάνεις; Δεν έχουν αυτά ανάγκες;

–         Όλα είναι σχετικά. Σταμάτησα να τους ψωνίζω ρούχα και παπούτσια. Ας βάλουν τα περσινά και τα προπέρσινα. Τι θα πάθουν; Εμείς πάθαμε τίποτα;

–         Καλά! Τα δικά σου τα παιδιά δεν ψηλώνουν; Η πατούσα τους δε μεγαλώνει;

–         Εντάξει! Όλο και κάποιος συγγενής βρίσκεται να μας τροφοδοτήσει. Έχουν κι αυτοί παιδιά που μεγαλώνουν. Όποια δεν τους κάνουν μου τα πασάρουν. Είπαμε, χρειάζεται αλληλεγγύη.

–         Ναι αλλά, όπως πάει, σε λίγο δεν θα έχεις ούτε για τα βασικά. Φάρμακα, γιατρούς, φαγητό. Ξέχασέ τα.

–         Έλα καημένε. Στο σόι μας είμαστε γερά σκαριά. Δεν αρρωσταίνουμε εύκολα. Όσο για το φαγητό, ένα πιάτο για να μην πεινάσουμε πάντα θα υπάρχει.

–         Απορώ πώς μπορείς και είσαι τόσο αναίσθητος; Δε σε νοιάζει που έχεις να πας κινηματογράφο από τότε που παιζόταν ο Κόναν ο Βάρβαρος; Θέατρο πότε πήγες για τελευταία φορά;

–         Τι να το κάνω το θέατρο και τον κινηματογράφο; Ανοίγω την τηλεόραση και έχει απ’ όλα. Άμα θέλω θέατρο βάζω ειδήσεις ή το κανάλι της Βουλής. Άσε που μαθαίνω και τούρκικα τσάμπα. Ήξερες ότι το «τσάμπα» είναι τούρκικη λέξη. Παλιότερα μάθαινα βραζιλιάνικα, μεξικάνικα και πάει λέγοντας.

–         Άι σιχτίρ, να στο πω στα τούρκικα. Δεν τρώγεσαι απόψε. Πώς έχεις καταντήσει έτσι; Δε σε αναγνωρίζω. Έχεις γίνει σωστός ραγιάς. «Δε γίνεται τίποτα», «δεν αλλάζει τίποτα» «όλα είναι προαποφασισμένα». Όλο κάτι τέτοιες αηδίες μου ξεφουρνίζεις. Πώς δεν αλλάζει τίποτα; Η ζωή σου δεν έχει αλλάξει; Είναι ίδια όπως πριν; Όλα αλλάζουν προς το χειρότερο. Δεν το βλέπεις; Δεν έχεις άγχος για το μέλλον το δικό σου και των παιδιών σου; Τι κόσμο τους παραδίνεις μου λες; Τον κόσμο των 300 ευρώ το μήνα; Τους ρώτησες αν τον θέλουν;

–         Και τι μπορώ να κάνω εγώ ρε φίλε; Μπορώ να αλλάξω εγώ τον κόσμο. Αυτοί έχουν το χρήμα και δεν λογαριάζουν κανέναν. Τι μπορώ να κάνω εγώ μόνος μου. Άντε και να κατέβαινα στο Σύνταγμα; Υπήρχε περίπτωση να κάνουμε ντου και να μπούμε μέσα; Όχι! Θα μας ψέκαζαν πάλι, θα τρώγαμε και καμιά μολότωφ στο κεφάλι και μετά θα φεύγαμε σαν τις κότες. Βλέπεις εσύ πουθενά φως;

–         Μπορεί να μην το βλέπω αλλά ξέρω ότι υπάρχει. Όπου να΄ναι θα το δουν όλοι. Θα το δεις και συ μήπως και ξεστραβωθείς. Ξέρω επίσης πως ο λαός μας βρέθηκε πολλές φορές στο σκοτάδι αλλά μία σπίθα ήταν ικανή να προκαλέσει πυρκαγιά. Μια σταγόνα ήταν αρκετή για να ξεχειλίσει το ποτήρι. Έχω την αίσθηση πως το ποτήρι έχει γεμίσει προ πολλού. Αυτό που λείπει, είναι η σταγόνα!

Τη συζήτηση μας τη διέκοψε ο ήχος του κινητού του άσπονδου φίλου μου. Τον είδα να γίνεται κατακίτρινος και μετά κατακόκκινος. Τον ρώτησα τι συμβαίνει; Με το ζόρι μπορούσε να ψελλίσει δυο λόγια. Κάποιος συνάδελφός του που δουλεύει μαζί του στην ίδια εταιρία, τον ειδοποίησε ότι η εταιρία πρόκειται σύντομα να κλείσει. Προσπάθησα να του δώσω κουράγιο αλλά μάταια. Αισθάνθηκα ότι ένιωσε πολύ άσχημα για όσα υποστήριξε πιο πριν αλλά δεν του το είπα. Έδειχνε τόσο λυπημένος και απογοητευμένος που δεν μπορούσε ούτε να σηκώσει το κεφάλι του για να με κοιτάξει.

–         Και τώρα τι κάνουμε; Πώς θα τα βγάλω πέρα με έναν μισθό;

–         Θα τα καταφέρεις, είμαι σίγουρος.

Κάπως έτσι τελείωσε η κουβέντα με τον άσπονδο φίλο μου. Άναψα τσιγάρο και του πρόσφερα. Πάντα έτσι έκανα όταν τον έβλεπα να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του. Άλλωστε, τον ξέρω χρόνια. Από τότε που γεννήθηκα.

Βλέπετε, ο άσπονδος φίλος μου, δεν είναι άλλος παρά ο ίδιος μου ο εαυτός.

 

 

 

 

 

ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ ΣΤΟ ΚΟΥΒΕΡΝΟ

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Το κουβέρνο έμοιαζε ανάστατο εκείνο το βράδυ του Οκτώβρη. Είχε πάρει στην κυριολεξία φωτιά. Οι υπουργοί και οι λοιποί παρατρεχάμενοι σβούριζαν δεξιά κι αριστερά ιδρωμένοι μέσα στα μεταξωτά τους βρακιά ρωτώντας ο ένας τον άλλον «Τι συμβαίνει;»

Ο πρωθυπουργός, κλεισμένος μέσα στο γραφείο με τους μυστικοσυμβούλους συζητούσαν το πώς θα μπορούσαν να αποφύγουν τα χειρότερα.

Δεν πάνε πολλές ώρες που έφτασαν τα μαντάτα από το Μεγάλο Βασίλειο της Ευρώπης και δεν ήταν μαντάτα καλά.

Η Μεγάλη Βασίλισσα έδωσε διορία στο υπουργικό συμβούλιο να βρει τρόπο να της στείλει μέσα σε δύο μήνες τα διπλά και τρίδιπλα χρυσά νομίσματα από όσα έστελνε μέχρι τώρα κάθε χρόνο. Αν δεν το έκαναν, όλοι οι υπουργοί θα έχαναν τις θέσεις τους και θα περνούσαν το υπόλοιπο της ζωής τους δουλεύοντας στα χωράφια και κόβοντας πλίνθους δίπλα στο βάλτο. Τέρμα, δηλαδή, τα πλούσια φαγητά, τέρμα τα ακριβά ρούχα, οι ασημένιες άμαξες, οι ανέσεις, οι πολυτέλειες και οι διακοπές στο βουνό.

«Να το πούμε στους υπουργούς», πρότεινε ο ένας μυστικοσύμβουλος.

«Όχι. Πρέπει να ενημερώσω πρώτα με το Μεγάλο Δούκα της Αμερικής», τον έκοψε ο πρωθυπουργός.

«Το ξέρει ήδη», πετάχτηκε ένας άλλος μυστικοσύμβουλος.

«Και συ πώς το ξέρεις αυτό;» ρώτησε ο πρωθυπουργός

«…»

Η ατμόσφαιρα έγινε βαριά.

«Να βάλουμε τους ντελάληδες να βγούνε στα χωριά να ντελαλήσουν πρωθυπουργέ μου» πρόσθεσε ένα τρίτος μυστικοσύμβουλος.

«Τι να ντελαλήσουν;»

«Να πουν πως η Μεγάλη Βασίλισσα θύμωσε με τη συμπεριφορά τους. Αν δεν δώσουν όσα χρυσά νομίσματα τους έχουν απομείνει η χώρα μας θα βουλιάξει και οι ίδιοι θα πεινάσουν. Δεν το έχει σε τίποτα να μας διώξει από το μεγάλο Βασίλειο. Έτσι να τους πούμε. Η μόνη λύση είναι να καλοπιάσουμε τη Μεγάλη Βασίλισσα για να μας δώσει μετά λίγα χρυσά νομίσματα πίσω, με τόκο φυσικά και να μας κρατήσει υπό την προστασία της στο μεγάλο Βασίλειο»

Ένας άλλος μυστικοσύμβουλος που μέχρι τότε άκουγε χωρίς να μιλάει, ζήτησε το λόγο.

«Τόσα χρυσά νομίσματα δεν θα βρούμε από τους χωρικούς. Τους τα πήραμε τις προηγούμενες φορές. Πρέπει να πάρουν σειρά τα χωράφια. Όποιος δεν έχει χρυσά νομίσματα θα δίνει τα χωράφια του.»

«Τι να τα κάνει αγαπητέ μου τα χωράφια η Μεγάλη Βασίλισσα;», αναρωτήθηκε ο πρώτος μυστικοσύμβουλος.

«Δεν κατάλαβες πως όλα αυτά γίνονται για τα χωράφια;», τον αποπήρε ο πρωθυπουργός.

«Τι εννοείται; Θα έρθει η Μεγάλη Βασίλισσα να καλλιεργήσει κριθάρι και βρώμη για να βγάλει μπύρα;»

«Είσαι ανόητος ή παριστάνεις τον ανόητο; Θα έρθει να σκάψει για να βγάλει τα αρχαία και ότι άλλο κρύβεται θαμμένο χιλιάδες χρόνια τώρα κάτω από το χώμα. Γιατί νομίζεις ανησυχεί ο Μεγάλος Δούκας; Τα είχα τάξει σε κείνον.»

Η ατμόσφαιρα ξαναέγινε βαριά. Απ’ έξω οι υπουργοί πηγαινοέρχονταν στους διαδρόμους προσπαθώντας να μαντέψουν τι έχει συμβεί. Κανένας δεν είχε το θάρρος να χτυπήσει την πόρτα για να ρωτήσει τον πρωθυπουργό. Ήταν κανόνας. Όποτε συζητούσε με τους μυστικοσυμβούλους του απαγορευόταν ρητά να τον διακόψουν για οποιοδήποτε λόγο.

Ένας υπουργός δεν άντεξε. «Θα χτυπήσω την πόρτα να ρωτήσω», είπε στους υπόλοιπους και φτάνοντας μπροστά από τη μεγάλη ξύλινη πόρτα της αίθουσας μυστικών συνεδριάσεων κοντοστάθηκε και σήκωσε το χέρι, έτοιμος να πιάσει το ρόπτρο. Το ξανασκέφτηκε και κατέβασε το χέρι. Πήρε βαθιές ανάσες, βρήκε το κουράγιο και έπιασε το ρόπτρο χτυπώντας το τρεις φορές πάνω στη βάση του.

Η πόρτα άνοιξε σε λίγο και ο υπουργός, μπήκε στην αίθουσα.

«Τι θέλεις;», ρώτησε ένας μυστικοσύμβουλος.

«Θέλω τον πρωθυπουργό. Να τον ρωτήσω τι συμβαίνει; Είμαστε όλοι αναστατωμένοι. Κυκλοφορούν φήμες ότι η κατάσταση είναι πολύ δύσκολη.»

«Όντως είναι δύσκολη», του είπε ο πρωθυπουργός. «Δεν είναι η πρώτη φορά. Στο τέλος θα τα καταφέρουμε.»

«Νομίζω πως δεν καταλάβατε τι σας είπα. Όλοι οι υπουργοί είμαστε ανήσυχοι. Ο λόγος της ανησυχίας μας δεν έχει να κάνει με αυτό που νομίζετε.»

«Δηλαδή;»

«Ήρθαν οι μαντατοφόροι από ολόκληρη τη χώρα. Τα μαντάτα που φέρνουν δεν είναι τα καλύτερα.»

«Αν έχεις κάτι να πεις, πες το καθαρά. Αλλιώς μη μας τρως το χρόνο τσάμπα», του είπε πάλι ο μυστικοσύμβουλος.

«Οι χωρικοί ετοιμάζουν εξέγερση. Ήδη στα περισσότερα χωριά μαζεύουν ότι μπορεί να χρησιμεύσει για όπλο. Τσεκούρια, θκούλια, τσαπιά, αξίνες και ότι άλλο βρουν.»

«Και γιατί ετοιμάζουν εξέγερση; Οι εκλογές δεν τους φτάνουν;», απόρησε ο πρωθυπουργός.

«Λένε πως δεν αντέχουν άλλο», συνέχισε ο υπουργός.

«Γιατί; Μήπως πεινάνε; Θα μπορούσαν να μην έχουν ούτε ψωμί να φάνε.»

«Δεν είναι μόνο η πείνα και η φτώχια, λένε. Δεν έχουν φάρμακα, δεν έχουν ρούχα για τα παιδιά τους, δεν έχουν ξύλα να ζεσταθούν, τα σχολεία κλείνουν το ένα μετά το άλλο και τα παιδιά τους μένουν αγράμματα. Προτιμούν να πεθάνουν ελπίζοντας, παρά να βλέπουν τα παιδιά τους να πεθαίνουν από τις αρρώστιες και το κρύο. Δεν μπορούν να ζουν άλλο σαν δούλοι. Καλύτερα να πεθάνουν μια φορά παρά να πεθαίνουν κάθε μέρα. Αυτά λένε και ετοιμάζονται να έρθουν κατά δω. Καταλαβαίνετε τι θα συμβεί σε μια τέτοια περίπτωση».

«Να στείλουμε το ιππικό να τους κόψει το δρόμο, πριν πλησιάσουν», είπε σχεδόν τρομαγμένος ο πιο ομιλητικός από τους μυστικοσυμβούλους του πρωθυπουργού.

«Ψυχραιμία. Μην πανικοβάλλεστε. Αφού το θέλουν τόσο πολύ, αντί να πεθάνουν για αξιοπρέπεια θα τους βάλλουμε να πεθάνουν για την ¨πατρίδα¨. Ετοιμάστε τις άμαξες για κάθε ενδεχόμενο και στείλε αγγελιοφόρο στο Μεγάλο Δούκα» διέταξε ψύχραιμα ο πρωθυπουργός.

«Τι εννοείτε κύριε πρωθυπουργέ; Πώς θα γίνει αυτό;», ρώτησε ο υπουργός.

Ο πρωθυπουργός δεν απάντησε. Σηκώθηκε από την αναπαυτική του θέση και κατευθύνθηκε προς το προσωπικό του γραφείο.

Ήδη μέσα στην αίθουσα συνεδριάσεων είχαν εισβάλει και άλλοι υπουργοί για να μεταφέρουν τις δικές τους ανησυχίες για τις πληροφορίες που έφτασαν και στα δικά τους αυτιά σχετικά με την εξέγερση των χωρικών.

Κάποιος φώναξε δυνατά και με θυμό. «Ήταν αναμενόμενο. Το έλεγα πως δεν έπρεπε να τους πιέσουμε τόσο πολύ τους χωρικούς. Έπρεπε να σταματήσουμε πριν φτάσει ο κόμπος στο χτένι».

«Να στείλουμε το ιππικό», φώναξε κάποιος άλλος για να συνεχίσει λέγοντας:

«Αν φτάσουν μέχρι εδώ, πάνε τα σπίτια μας, θα τα ρημάξουν. Οι οικογένειές μας θα κινδυνεύσουν και οι περιουσίες μας θα καταστραφούν»

Όλη η νύχτα κύλησε μέσα στην ανησυχία και την αβεβαιότητα για το τι θα τους ξημέρωνε η επόμενη μέρα. Οι μαντατοφόροι πηγαινοέρχονταν ασταμάτητα καβάλα στα άλογά τους που είχαν ιδρώσει από τους καλπασμούς.

Τα μαντάτα ήταν πάντα τα ίδια: «Οι χωρικοί πλησιάζουν και καθώς περνούν από τα χωριά πληθαίνουν όλο και περισσότερο.»

Επιτέλους ξημέρωσε. Πρώτη φορά οι υπουργοί περίμεναν με τόση αγωνία την ανατολή του ήλιου. Βγήκαν στην αυλή περιμένοντας τον πρωθυπουργό.

Την γαλήνη της ανατολής τη διέκοψε η φωνή του ντελάλη.

«Ακούστε όλοι με προσοχή! Οι γείτονες μας κήρυξαν τον πόλεμο. Όλοι οι κάτοικοι της χώρας να συγκεντρωθούν έξω από τα χωριά τους για να συγκροτηθεί ο στρατός. Όλοι ενωμένοι δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα.

Η Μεγάλη Βασίλισσα της Ευρώπης και ο Μεγάλος Δούκας της Αμερικής είναι με το μέρος μας. Όλοι μαζί θα υπερασπιστούμε μέχρι θανάτου την ¨πατρίδα¨μας.»

Παγωμάρα έπεσε παντού. Σε λίγο κατέβηκε ο πρωθυπουργός από το προσωπικό του γραφείο και διέταξε τη σύγκληση έκτακτου στρατιωτικού συμβουλίου.

«Είμαστε σε πόλεμο», είπε. «Όλοι μαζί θα απαντήσουμε στον εχθρό. Η νίκη θα είναι δική μας. Μεταφέρετε το μήνυμα σε όλα τα χωριά.»

Οι μαντατοφόροι ξανάπιασαν δουλειά πηγαίνοντας τώρα να μεταφέρουν το μήνυμα του πρωθυπουργού στους εξεγερμένους χωρικούς.

Το τι απέγινε ίσως να μπορούμε να το φανταστούμε.

Ίσως να μπορούμε να γράψουμε κι εμείς οι ίδιοι τη συνέχεια…

 

Ετικέτες:

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: