RSS

Daily Archives: 26 Νοεμβρίου 2013

Ο Μήτσος η Κατίνα και η … Λάβρα

Ο Μήτσος η Κατίνα και η … Λάβρα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Ο κυρ Μήτσος (Μ) και η κυρά Κατίνα (Κ) ήταν πολύ αγαπητοί στο χωριό. Φτωχοί άνθρωποι με πατημένα τα 60 καλλιεργούσαν τα λίγα χωραφάκια που είχαν και φρόντιζαν με πολύ αγάπη τη Μαριγούλα την κατσίκα τους και τη Φλώρα την αγελάδα τους.

Σήμερα ήταν μες στην καλή χαρά γιατί θα ερχόταν στο χωριό ο κανακάρης τους, ο μονάκριβος Βαλάντης (Β) τους που σπούδαζε στο τμήμα γλωσσολογίας στο πανεπιστήμιο τα τελευταία 7 χρόνια. Η χαρά τους ήταν διπλή γιατί τους μήνυσε πως θα έφερνε μαζί του και μια κοπέλα τη Λάουρα (Λ).

Μ : Πώς σίπι το πιδί ότι τη λεν την κουπέλα;

Κ : Δεν κατάλαβα Μήτσίου. Δεν άκγα κι καλά. Σα να μίπι ότι τη λένι Λάβρα.

Μ : Λιες να κρατάει η σκούφκιατς απ’ την Αγία Λάβρα;

Κ : Δεν ξιέρω. Θαρθεί το πιδί κι θα μας πει.

Κόκορα κοκκινιστό με μακαρόνια μαγείρεψε η κυρά Κατίνα για να τους φιλέψει. Δεν πέρασε πολύ ώρα και εμφανίστηκε και ο μονάκριβός τους συνοδευόμενος από τη Λάουρα. Μια ξανθιά όμορφη κοπέλα που φόραγε μια μίνι φούστα τζιν και ήταν λιγότερα αυτά που έκρυβε από αυτά που άφηνε να δεις και μπλουζάκι με ντεκολτέ που έφτανε μέχρι τα γόνατα.

Λαχτάρησε ο κυρ Μήτσος σαν την είδε.

Μ : Καταραμένη κρίση. Αχ κορτσάκι μου! Σι θέρσι η φτώχια. Δεν σιέφταναν τα λιπτά να παρς λίγου ύφασμα ακόμα. Μη σι νοιάζει. Έχει η Κατίνα ένα κομμάτι να του μπουλιάσουμι.

Λ : Βαλ, τι λέγει ο παππούς;

Β : Έλα βρε πατέρα! Τι είναι αυτά που λες; Έτσι είναι η μόδα στην Αθήνα για τους νέους.

Κ : Άσι τα πιδιά ήσυχα Μήτσιου μ τώρα, θα τα κουπεί η όριξι. Σας έκανα έναν κόκορα κοκκινιστό, άλλου να σας λέου κι άλλου να τρώτι.

Β : Ποιον εκείνο το φασαριόζο που μας ξυπνάει από τα χαράματα;

Κ : Όχι εκείνουν. Τουν άλλουν τουν νταμαρλή που πάεινι στις κότις τς Απουστόλους δίπλα.

Αφού έφαγαν «τα παιδιά» μέχρι σκασμού και δεν άφησαν ούτε κοκαλάκι για δείγμα, κάθησαν για λίγο αναπαυτικά στις καρέκλες και άρχισαν τις περιπτύξεις. Και να τα χαϊδέματα και να τα γλωσσόφιλα και να τα μάτσα μούτσα. Στραβοκατάπιε ο κυρ Μήτσος σαν τα είδε και πήγε να πνιγεί.

Κ : Α ρε Μήτσιου! Μια ζουή βιάζισι στου φαΐ. Σιγά-σιγά να μασάς κι να του ξαναμασάς, όπους η Φλώρα. Τα ζα έχουν πιρισσότιρο μυαλό μη φαίνιτι.

Β : Καλά σου λέει η μάνα βρε πατέρα. Μάσα αργά για να κερδίζεις σε γεύση.

Μ : Σαν κι σιένα πιδίμ, που παραλίγου να σι φύγουν τα τσιαούλια απ’ την πουλλή βιασύνη;

Β : Πατέρα μας παρεξήγησες. Η Λάουρα ένα έτος μεγαλύτερη από μένα και με βοηθάει να περάσω ένα δύσκολο μάθημα στο πανεπιστήμιο. Πρέπει να εκπαιδεύσω τη γλώσσα κατάλληλα για να μπορέσω να αρθρώσω κάτι δύσκολους φθόγγους.

Μ : Ιγώ είδα ότι σιέκανι τη γλώσσα φιόγγου. Τώρα τι φθόγγους μι λιες ισί δεν ξέρου.

Με την κουβέντα πέρασε η ώρα χωρίς να το καταλάβουν, είχαν φτάσει και αργά στο χωριό και με τα στομάχια γεμάτα «τα παιδιά», ζήτησαν να πάνε για ύπνο. Η κυρά Κατίνα είχε το κρεβάτι έτοιμο στρωμένο, με τα «καλά» σεντόνια για να τους ευχαριστήσει.

Κ : Άντι Μήτσιου, να γύρουμι κι μεις γιατί αύριου έχει ξύπνημα απ΄τα χαράματα πάλι.

Κι ενώ η νύχτα ήσυχη και δροσερή έριξε το μαύρο της πέπλο και ο ύπνος είχε αγκαλιάσει το Μήτσο και την Κατίνα, ξαφνικά…

Κ : Μήτσιουμ, σήκου γλήγουρα.

Μ : Τι έπαθις μαρή κι μι λαχτάρσις;

Κ : Σήκου. Δεν ακούς του πιδί που γκοσουμανάει κι βουγκάει σα να του σφάζουν;

Μ : Ε, μι τόσου που έφαγι τι θα πάθινι; Μπα, αυτό βουγκάει πουλύ. Κι η Λάβρα του ίδιου. Πάει, τα δηλητήριασις τα πιδιά. Πάμι να δούμι.

Κ : Στέκα λίγου να βάλου τη μαντίλα, μη μι δει κι η Λάβρα ξιμαντήλωτη και τι θα πει του κουρίτσι.

Μ : Άσι τη μαντίλα τώρα κι πάμι.

Τρέχοντας έφτασαν έξω από το δωμάτιο των αλλά τα αγκομαχητά όλο και δυνάμωναν. Μπαίνουν και οι δυο τους μέσα και βλέπουν τη Λάουρα να κάθεται… πάνω στον ξαπλωμένο Βαλάντη.

Μ : Ούι! Σήκου μαρή σκύλα πάνου απ’ το παιδί κι είσι κι ξιβράκωτη. Έτσι όπους έκατσις πάνου στου στουμάχι του πιδιού, θα του βγει ου κόκορας που έφαγι. Δεν τουν ακούς τόση ώρα που βουγγάει;

Κ : Πάει, του ξέκανι του πιδί!

Β : Τι είναι αυτά που λέτε και οι δυο σας; Τρελαθήκατε; Η Λάουρα μου κάνει μασάζ στο στομάχι για να μου διευκολύνει τη χώνεψη. Έφαγα πολύ και μ’ έπιασε βαρυστομαχιά. Αυτό είναι όλο.

Μ : Πουλύ μαναχά. Έναν τέλου έφαγις, όχι πουλί.

Κ : Αχ, παιδάκι μου. Να σι φλαν οι αγίοι κι ούλα τα μαναστήρια.

Λ : Χα, χα, χα. «Μαναστήρια», χα, χα, χα. Ξενέρωσα τώρα!

Β : Ναι βρε μάνα. Μοναστήρια τα λένε όχι μαναστήρια.

Κ : Αλήθεια; Μαναστήρια τα λεν κι ξέρς γιατί; Ιπιδή γιμίζουν απού τάματα που παένουν οι μανάδις για τα πιδιά τς. Ρώτα κι μένα πόσα πήγα;

Με τα πολλά κίνησε το ηλικιωμένο ζευγάρι να πάει να συνεχίσει τον ύπνο του. Ρίχνοντας, βιαστικά κάτι πάνω του, τους ακολούθησε και ο Βαλάντης.

Β : Πατέρα, έλα λίγο έξω γιατί θέλω να σου μιλήσω.

Μ : Τι είνι πιδίμ; Δεν σιέπιασι του μασάζ τς Λάβρας;

Β : Έλα ρε πατέρα τώρα, άσε τα αστεία. Θέλω να σου μιλήσω σοβαρά. Χρειάζομαι επειγόντως 10 χιλιάδες ευρώ.

Μ : Πόσα; 10 χιλιάδες είπις ή κφάθκα ντιπ; Για τι τα πέρασις τα ευρά για πλτανόφλλα;

Β : Πατέρα είναι για καλό σκοπό.

Μ : Δε μπα νάνι και για σκουπό απού κλαρίνου. Που να τα βρου πιδάκι μ κι τι σκουπός καλός είνι αυτός κι ίνι τόσου ακριβός;

Β : Να, πρόκειται για τη Λάουρα. Παίρνει το πτυχίο της το Σεπτέμβριο και θέλει να κάνει μεταπτυχιακό στη γλωσσολογία και στην ανωτάτη μασαζική. Αν δεν ήταν αυτή πριν να μου κάνει μασάζ στο στομάχι μου, θα είχα σκάσει. Θα τον έχανες το γιο σου.

Προβληματίστηκε ο κυρ Μήτσος αλλά κουβέντα δεν θα έλεγε στην κυρά Κατίνα.

Μ : Σύρι να κοιμθείς τώρα κι τα λέμι αύριο.

Την άλλη μέρα το πρωί, ο Βαλάντης και η Λάουρα απολάμβαναν στη βεράντα του σπιτιού τον καφέ που τους ετοίμασε με μοναδική μαστοριά η κυρά Κατίνα. Να΄σου και ο κυρ Μήτσος κάθεται στη συντροφιά και παραγγέλνει στη γυναίκα του να του φτιάξει και κείνου έναν καφέ.

Κ : Κι άλλουν θα πιεις Μήτσιου; Θα σι πειράξει στα νεύρα.

Έφυγε η κυρά Κατίνα και ο κυρ Μήτσος βρήκε την ευκαιρία να τα πει λίγο με «τα παιδιά».

Μ : Λοιπόν Βαλάντιμ. Θα στα δώσου τα λιφτά.

Β : Μπράβο πατέρα. Το΄ξερα ότι είσαι μεγάλη καρδιά.

Λ : Αχ, ναι κύριε Μήτσε. Αυτό μου έλεγε ο Βαλ μου. Το παραδάκι το έχουμε στο τσεπάκι μου έλεγε!

Μ : Στέκα να μι ακούσεις πρώτα. Θα στα δώκου τα λεφτά αλλά θέλου πρώτα να βιβιουθού ότι θα πιάσουν τόπου κι ότι αξίζει τουν κόπου να πλήσου τη Μαριγούλαμ, τη Φλώραμ κι τα λίγα χωραφάκια που έχουμι.

Β : Και πώς θα γίνει αυτό;

Μ : Εύκολου είναι. Θα ΄ρθει η Λάβρα να λύσι κι τη δικιάμ τη γλώσσα όπως έλυνι χθες τη δικιάς κι να μη κάνει κι μένα μασάζ στου στομάχι όπως έκανι κι σι σένα για να δυο την τέχνητς. Έχου κάτι καούρις τώρα τιλιτεύα. Ένα μασαζάκι τς Λάβρας θα μι κάνει πιρδίκι αν είνι τόσου καλή όσου λιες.

Λ : Κύριε Μήτσε με προσβέλνετε;

Β : Πατέρα τι είναι αυτά που λες; Δεν ντρέπεσαι;

Μ : Ιγώ ρε λουπουδύτη ή ισί πρέπει να ντρέπισι; Έλα δω συ κουρίτσιμ. Πάρι αυτά τα 100 ευρώ για τα εισιτήρια στο λιουφουρείου κι άντι να βρεις κανιέναν άλλουν χαλβά να μαδήσεις. Ου Βαλάντς τιλίουσι. Όσου για σιένα κανακάρημ, απαρατάς απού σήμιρα τη γλωσσουλουγία κι αρχνάς τη βαμπακουλουγία;

Β : Τι είναι αυτό;

Μ : Θα στου μάθου ιγώ από αύριου στου χουράφι, μη σκας.

Φτάνοντας η κυρά Κατίνα με τον καφέ στο χέρι, βλέπει τη Λάουρα να φεύγει κλαίγοντας και τα βάζει με τον άντρα της.

Κ : Τι έκανες πάλι Μήτσιου. Γιατί το΄διουξις του κορίτσι. Γιατί φεύγει κλαμένη η Λάβρα;

Μ : Άντι κι συ χαζομψόχαζη. Δεν έδιωξα τ΄Λάβρα. Τ΄Μαριγούλα κι τ΄Φλώρα γλύτουσα. Άντι, όπουτι καταλάβς πέστου κι σι μας.

Έτσι, η καημένη η Μαριγούλα με τη φίλη της τη Φλώρα συνέχισαν να απολαμβάνουν τη φροντίδα του Μήτσου και της Κατίνας προσφέροντας το γάλα τους για αντάλλαγμα. Όσο για το Βαλάντη… Κάπου βρίσκεται χωμένος μέσα στις βαμβακιές. Αύγουστος βλέπετε. Τώρα πέφτουν τα τελευταία ποτίσματα

 

 

Χρήστος Κυργιάκης

 

 

 

 

Νύχτα στάσου μια στιγμή…

Νύχτα στάσου μια στιγμή…

Του Χρήστου Επαμ. Κυργιάκη

 

Πάντα σου άρεσε η νύχτα, πάντα μισούσες το σκοτάδι, ιδιαίτερα το σκοτάδι των ψυχών. Εκείνο το κατάμαυρο πέπλο που απλώνεται κάποιες φορές, πολλές φορές, σε όλο το σώμα και μουδιάζει το μυαλό και την καρδιά.

Και τότε, το αίμα παγώνει, το μυαλό σαλεύει, η καρδιά παύει να χτυπά στους επίγειους γνωστούς ρυθμούς και αναζητάς επίμονα ένα τσιγάρο. Ψευδαίσθηση για άλλη μια φορά. Αρκεί να ξεφύγεις από την πραγματικότητα, αρκεί να πάψεις να πονάς, γιατί ο πόνος θα φέρει τη λύτρωση κι εσύ δεν τη θες. Αν ήθελες τη λύτρωση θα κοίταζες το φεγγάρι, θα ακουμπούσες τα αστέρια αλλά ποτέ μα ποτέ δεν θα αναζητούσες απεγνωσμένα να κάψεις τις θύμησες στη μισοπεθαμένη φλόγα του τσιγάρου.

Αν ήθελες τη λύτρωση θα έβλεπες κατάματα την πραγματικότητα, θα πήγαινες μια βόλτα στην αθέατη πλευρά του φεγγαριού, εκεί που η νύχτα δεν μπορεί να κρύψει την αλήθεια, εκεί που το φως δεν μπορεί να σε τυφλώσει, εκεί που βλέπεις με τα μάτια της ψυχής και ακούς με τα αυτιά της σιωπής.

Πάει καιρός από τότε που ξέθαψες για τελευταία φορά το «θέλω» σου και το έθαψες πάλι γιατί τρόμαξες. Φοβήθηκες μη μεγαλώσει, μην αρχίσει τις απαιτήσεις. Σκιάχτηκες μήπως σου διαγράψει τα χρόνια μιας ολόκληρης ζωής ή μάλλον τη ζωή τόσων και τόσων χρόνων.

Να πάρει η οργή, και ζούσες τόσο ήρεμα όλα αυτά τα χρόνια, μες στην ευτυχία ή μάλλον μέσα σε ότι ήθελες να νομίζεις πως ήταν ευτυχία ή μέσα σε ότι σου έλεγαν πως πρέπει να νιώθεις ως ευτυχία.

Γελούσες πολλές φορές ενώ ήθελες να κλάψεις και έκλαιγες με πράγματα που σου ερχόταν να γελάσεις.

Έδωσες υποσχέσεις και τις κράτησες, ορκίστηκες και άντεξες, σου έδωσαν υποσχέσεις και δεν τις  τήρησαν, ορκίστηκαν και έσπασαν. Μεγάλη η πίεση, δεν άντεξαν. Ούτε κι εσύ άντεξες να τους βλέπεις να μην αντέχουν. Πρόσωπα αγαπημένα, πρόσωπα λατρεμένα, πρόσωπα, τελικά τόσο απρόσωπα.

Η νύχτα στα μισά της, η δική σου στο τέλος της.

Κρίμα, κι άρχισες να βλέπεις τόσο ξεκάθαρα. Ίσως φταίει λίγο το αλκοόλ, ίσως φταίει το λίγο αλκοόλ, ίσως το φεγγάρι που είναι μικρό και σ’ αφήνει να βλέπεις λίγο και τους αστερισμούς γιατί σαν έχει πανσέληνο δεν βλέπεις τίποτε άλλο στον ουρανό, παρά μόνο τον φεγγάρινο δίσκο.

Τι κρίμα! Κι έχει τόσα αστέρια ο ουρανός, ακόμη και σε πανσέληνο. Μόνο που…δεν φαίνονται, δεν μπορείς να τα δεις ακόμη και αν θέλεις.

 

Της μούσας μου τα καμώματα

Της μούσας μου τα καμώματα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Κοιτάζω για έβδομη φορά το ρολόι μου και για έβδομη φορά ξεφυσάω από θυμό. Η ώρα πήγε 23:48 και εκείνη ακόμα να φανεί.

Παρόλο που έχω ακονίσει τη χρυσή μου πένα, παρόλο που έχω φορέσει τις επίχρυσες δαχτυλήθρες μου και είμαι έτοιμος να ξεσπάσω στο πληκτρολόγιο, εκείνη δεν έχει φανεί ακόμα. Το τελευταίο διάστημα με στήνει όλο και περισσότερες φορές, όλο και περισσότερη ώρα. Απόψε όμως ξεπέρασε κάθε προηγούμενο. Έχει καθυστερήσει ήδη δύο ώρες και ακόμη δεν έδωσε σημεία ζωής.

Καθισμένος στο μπαλκόνι με τον ιδρώτα να κυλάει σε όλο μου το κορμί προσπαθώ να δώσω μια εξήγηση. Κάποιος θόρυβος, γνώριμος, ακούγεται…

«Έλα χριστιανή μου και δεν αντέχω άλλο. Με έχεις αφήσει με την πένα στο χέρι τόσες ώρες», της λέω θυμωμένος.

«Τρελλάθηκες;», μου λέει. «Τι θα πει ο Δίας αν σε ακούσει;»

«Τι εννοείς;», της λέω.

«Θα νομίσει ότι αλλαξοπίστησα. Ξέχασες ότι είμαι μια απλή μούσα και τίποτα παραπάνω;»

«Εσύ ξέχασες ότι χωρίς εσένα δεν μπορώ να γράψω ούτε μισή γραμμή;»

«Εντάξει, μη γκρινιάζεις. Βάλε μου ένα ουϊσκάκι σε παρακαλώ, με μπόλικα παγάκια. Α! Που’σαι; Και λίγο σαλαμάκι αν υπάρχει.»

«Τρελάθηκες μούσα μου; Μου ήρθες ντίρλα μες στα βαθιά μεσάνυχτα και αντί να μου φέρεις έμπνευση, μου ζητάς ουίσκι με σαλαμάκι;»

«Κοίτα! Μη μου φέρεις κανένα ουίσκι από αυτά της σειράς. Από το Ιρλανδέζικο να μου βάλεις, από αυτό που σου έφερε ο Αντρέας τις προάλλες.»

«Με παρακολουθείς μούσα μου; Και για να έχουμε καλό ρώτημα, γιατί άργησες να φανείς;»

«Τι να κάνω; Δε σας προλαβαίνω όλους. Βλέπεις, τώρα με την κρίση το ρίξατε όλοι στη συγγραφή και βγάζετε τα απωθημένα σας. Κουτσοί στραβοί, όλοι με ένα μολύβι στο χέρι και γράφετε.»

«Πάντως εγώ θα σου κάνω καταγγελία στο σωματείο σου.»

«Άστα. Μην το ψάχνεις. Και οι δικοί μας οι μουσάτοι συνδικαλιστές, προσκυνημένοι είναι.Έχασες φίλε! Λοιπόν, για να τελειώνουμε. Να μείνω ή να φύγω;»

«Να φύγεις. Στα τσακίδια να πας. Έτσι κι αλλιώς είτε με σένα είτε χωρίς εσένα, τις ίδιες αηδίες γράφω. Να φανταστείς, ούτε η γυναίκα μου δεν τα διαβάζει αυτά που γράφω, παρόλο που έχω προσπαθήσει να τη δωροδοκήσω. Ξέρεις, λουλούδια, μπιζού. Αλλά αυτή τίποτα.»

«Εντάξει, φεύγω. Έτσι κι αλλιώς απόψε έχω συνάντηση με όλους τους αποτυχημένους.

«Μόνο, πριν φύγεις, για να μην πάει χαμένο και το σαλαμάκι. Κάτσε να τελειώσουμε το μπουκάλι και μετά συνεχίζεις. Έτσι κι αλλιώς, ή πας ή δεν πας, αποτυχημένοι θα μείνουν!»

 

 

 

 

Μια αληθινά φανταστική ιστορία

Μια αληθινά φανταστική ιστορία

Του Χρήστου Επαμ. Κυργιάκη

 

«Σαν έρθει η ώρα, η μεγάλη, η άγια, όλοι θα το καταλάβουν αφού ψηλότεροι θα έχουν γίνει και δυνατοί όσο ποτέ θα έχουν νιώσει»

 

Ήταν πρωί, θαρρώ φθινόπωρο γιατί μετά ήρθε ο χειμώνας και παρέμεινε.

Ήταν οι ίδιοι που είχαν ξανάρθει, κρατώντας λάβαρα, σημαίες και δώρα πολλά, τότε, κραδαίνοντας σπαθιά και γιαταγάνια, τούτη τη φορά.

Να πάρουνε τη σοδειά ζητούσαν, τη φετινή μα και ότι απέμεινε από πέρσι και πρόπερσι. Να πάρουνε και το χώμα και τα παιδιά μας σκλάβους να τα κάνουν, οπότε θα μας είχαν όλους σκλάβους.

Μετά ζητήσανε να πάρουν και τα ζώα, και τα ηνία, μέχρι και τα χάμουρα που ζεύαμε τ’ άλογα.  Μέχρι και αυτά μας τα πήραν.

«Με τα χέρια» είπαν. «Με τα χέρια θα οργώνετε, με τα χέρια θα σπέρνετε και η σοδειά δική μας».

Είπαν στις γυναίκες να μην κάνουν παιδιά και στα παιδιά να μην πάνε στο σχολείο.

Το έκλεισαν το σχολείο. Το κλειδαμπάρωσαν, μαζί με τα βιβλία. Όσοι είχαν βιβλία στα σπίτια τους, τα έθαψαν βαθιά μην τα βρουν οι δυνάστες και τα ρίξουν στη φωτιά.

Έστειλαν τους δασκάλους εξορία. «Δεν χρειάζονται οι δάσκαλοι» είπαν. «Είναι επικίνδυνοι και όλο προβλήματα δημιουργούν. Άλλωστε τα χωράφια δεν θέλουν γράμματα».

Μάζεψαν τους κατσαπλιάδες των γύρω χωριών και τους έδωσαν αξιώματα μαζί με τα κλειδιά και τα τεφτέρια.

Έστειλαν τελάληδες παντού αναζητώντας τους πιο καλούς κλέφτες, που δεν τους έπιανε το μάτι σου για τέτοιους, που έκοβες το δεξί σου χέρι πως είναι άνθρωποι άγιοι. Τους έκαναν κυβερνήτες, κουμανταδόρους και αρχιεισπράκτορες.

Έβγαλαν φιρμάνι πως όποιος διαμαρτυρηθεί θα έχει μπελάδες μεγάλους. Θα του πάρουν ακόμη και το σπίτι και θα τον στείλουν στο διπλανό χωριό για να ζήσει. Εκεί που δεν είχαν οι κάτοικοι ούτε σπίτι, ούτε χωράφι μα ούτε και όνομα. Μόνο έναν αριθμό είχε ο καθένας.

Έφεραν παιδιά αμούστακα από μέρη μακρινά, τους έδωσαν από ένα σιδερένιο σπαθί και τους διέταξαν να εξουσιάσουν. Πήραν τα παιδιά τα σπαθιά στα χέρια τους και χτυπούσαν τα άλλα παιδιά, τα παιδιά του χωριού που ζητούσαν να ανοίξει το σχολείο και να γυρίσουν πίσω οι δάσκαλοι.

Χτυπούσαν και τους γέρους που ζητούσαν λίγο από τον κόπο μιας ζωής.

Χτυπούσαν και τους χωρικούς που ήθελαν πίσω τον ιδρώτα τους.

Μέρες πολλές, ούτε που θυμάμαι πόσες, κράτησε το κακό. Γλυκό ψωμί, εκείνες τις μέρες , δεν έφαγαν οι χωρικοί, όταν υπήρχε κι αυτό.

Μέχρι που ένα πρωί ακούστηκε μια φωνή που τάραξε τις ψυχές και τα μυαλά των χωρικών και έκανε αυτούς με τα αξιώματα να τρέμουν.

«Φτάνει πια» είπε η φωνή. «Τα δρεπάνια στα χέρια και όλοι στην πλατεία. Ή αυτοί ή εμείς»

Σάστισαν οι χωρικοί, σάστισαν και οι κατσαπλιάδες και όλο το κλεφτολόι που είχε μαζευτεί στο χωριό και ζήτησαν από τα αμούστακα παιδιά με τα σπαθιά να χτυπήσουν στο ψαχνό.

Μα οι χωρικοί ήταν πολλοί. Δεν ήταν ούτε ένας ούτε δύο. Ήταν οι περισσότεροι. Κάποιοι έμειναν στις καλύβες τους, έκλεισαν πορτοπαράθυρα και περίμεναν να περάσει η μπόρα. Προσεύχονταν για να νικήσουν οι συγχωριανοί τους μα δεν βρήκαν το κουράγιο να βγουν έξω.

Σαν έφτασε το μεσημέρι, όλο το κλεφτολόι που ρήμαζε τόσες μέρες το χωριό, άρχισε να τρέχει για να προφτάσει να φύγει και να γλυτώσει από την οργή των χωρικών.

Οι περισσότεροι πήγαν στα διπλανά χωριά και κάποιοι άλλοι σε άγνωστα, για τους χωρικούς, μέρη.

Κάποιοι, πέταξαν τεφτέρια, σπαθιά, κλειδιά και ότι άλλο είχαν που να θυμίζει ποιοι ήταν και ανακατεύτηκαν με τους χωρικούς. Άρπαξαν ένα δρεπάνι στο χέρι και έκαναν πως έδιωχναν τους δυνάστες.

Είχαν κατά νου να αρχίσουν πάλι τις κλεψιές όταν τα χωράφια του χωριού θα γέμιζαν σοδειές, όταν το σχολείο θα λειτουργούσε ξανά και οι δάσκαλοι θα ήταν πάλι στις θέσεις τους.

Όμως άδικα περίμεναν και είχαν την ελπίδα.

Στη μνήμη των χωρικών χαράχτηκαν όλες οι μορφές των δυναστών, των κατσαπλιάδων, των κλεφτών και των αμούστακων παιδιών με τα σπαθιά. Όλοι οι χωρικοί, ήξεραν πλέον καλά, ποιος είναι με ποιον και κυρίως, την εποχή του κακού, ποιος ήταν με ποιον.

Κανένας χωρικός δεν τους έκανε παρέα. Μόνο στις επετείους της μεγάλης εξέγερσης τους άφηναν να πλησιάζουν και τους κερνούσαν, σε ένα απόμερο τραπέζι, ένα ποτήρι κρασί.

Σ.Σ

Η παραπάνω ιστορία είναι φανταστική (?) και καμία σχέση δεν έχει (?) με σημερινά πρόσωπα και καταστάσεις. Μου την αφηγούνταν ο παππούς μου όταν ήμουνα μικρός.

 
 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: