RSS

Daily Archives: 25 Νοεμβρίου 2013

Ανθρωπόμορφες ύαινες με κοστούμια και ταγιεράκια

Ανθρωπόμορφες ύαινες με κοστούμια και ταγιεράκια

Του Χρήστου Επαμ. Κυργιάκη

Μια νύχτα θα ‘ρθει από μακριά,
αέρας Πεχλιβάνης
να μην μπορείς να κοιμηθείς,
μόλις τον ανασάνεις
θα ‘χει θυμάρι στα μαλλιά,
κράνα για σκουλαρίκια
και μες στο στόμα θα γυρνά,
ρητορικά χαλίκια

(Θ.Παπακωνσταντίνου)

Οι «ύαινες» θα πλησιάζουν ουρλιάζοντας, κάθε φορά θα ουρλιάζουν και περισσότερο. Θα δείχνουν τα δόντια τους για να σκορπίσουν το τρόμο μα τα κεφάλια τους θα είναι ανθρώπινα και θα φοράνε ακριβά κοστούμια και γραβάτες, οι αρσενικές, και σινιέ ταγιεράκια με μεταξωτά φουλάρια στο λαιμό και στους ώμους, οι θηλυκές. Θα μιλάνε γλώσσες πολλές, γλώσσες όλων των κρατών, όλων των εθνοτήτων, όλων των θρησκειών και όλων των χρωμάτων. Θα μιλάνε τη γλώσσα του λαού, μα και τη γλώσσα του Θεού, τη γλώσσα του χρήματος μα και της φτώχιας. Θα λένε ψέματα που θα μοιάζουν με αλήθειες και από όπου και αν περνάνε θα αφήνουν πίσω τους χήρες και ορφανά. Θα κλαίνε χύνοντας αίμα και όχι δάκρυα, και αντί για καρδιές θα έχουν τραπεζικές  θυρίδες που θα ανοίγουν με κωδικούς και όχι με αισθήματα.

Θα φέρουν πάλι Κατοχή, συσσίτια και πεινασμένους, άστεγους και κουρελιάρηδες, Σωτήρες που θα διαχειρίζονται την πείνα, παιδιά με φουσκωμένες, από την αφαγία, κοιλιές και φουσκωμένες, από την οργή, ψυχές.

Θα ρίχνουν στον Καιάδα άρρωστους και ανάπηρους, γέρους και ανήμπορους.

Θα σέρνουν πίσω τους κοπάδια από νυφίτσες και αρουραίους, προσωρινούς συμμάχους και μελλοντικά τους θύματα. Κοπάδια ηλιθίων που προσμένουν μερτικό από τις «ύαινες», μεζέ από τα θηρία, μέχρι να γίνουν, πριν το καταλάβουν, μεζέδες οι ίδιοι. Ποντίκια με παρωπίδες και όραση που φτάνει μέχρι τη μύτη τους με μυαλό κουκούτσι που νομίζουν πως ο κόσμος περιστρέφεται γύρω τους και κάνουν το προσωπικό τους συμφέρον καθολική ανάγκη.

Υπέρμαχοι και Υπερμαχίες, Αη Δημήτρηδες , Αη Γιώργηδες και Κομνηνοί, Χριστοί που έχουν δήθεν το χρίσμα, Χρηστοί που είναι δήθεν χρήσιμοι, προστάτες, τάχα, των πολλών, των προβάτων, των θυμάτων.

Και θα χαίρονται οι «ύαινες», που θα αφανίζουν τα θύματά τους με περισσότερη ευκολία, που θα γκρεμίζουν σχολεία και θα κλείνουν νοσοκομεία χωρίς καμία αντίδραση και δυσκολία.

Θα κατεβαίνουν την πλαγιά οι «ύαινες» και θα πέφτουν πάνω στα ανυπεράσπιστα χωριά καθώς οι άντρες των σπιτιών , αλυσοδεμένοι μες στα δάνεια και τις υποχρεώσεις θα κοιτάζουν ανήμποροι τον αφανισμό, χωρίς ούτε ένα δάκρυ να μπορούν να χύσουν.

Μέχρι τη νύχτα που «θα’ρθει από μακριά, αέρας Πεχλιβάνης» και θα σαρώσει τις «ύαινες», θα παρασύρει τα κοπάδια με τις νυφίτσες και τους αρουραίους, θα σπάσει τα δεσμά όλων, θα γκρεμίσει Τράπεζες και Υπουργεία-παραμάγαζα και θα βγάλει τον κόσμο από τα σπίτια του.

Θα είναι Βοριάς, κρύος που θα φέρει την Άνοιξη. Έρχεται! Ακούγεται η βουή του!

 

Κάθε που ο μήνας τελειώνει 10 μέρες νωρίτερα. Γαμώτο!

Κάθε που ο μήνας τελειώνει 10 μέρες νωρίτερα. Γαμώτο!

Του Χρήστου Επαμ. Κυργιάκη

 

Μήνες τώρα ψάχνει να βρει τι δεν έκανε σωστά, τι άλλο χρειάζεται να κάνει τώρα και πως πρέπει να κινηθεί στο μέλλον. Πώς του ξέφυγε έτσι ο έλεγχος, πώς τον προσπέρασε η ζωή ή μήπως εκείνος της βγήκε από δεξιά και έφυγε από το δρόμο;

Μια βόλτα με τα πόδια στους έρημους δρόμους θα ήταν ότι πρέπει για να μπορέσει να σκεφτεί. Έχει τόσο μεγάλη ανάγκη να σκεφτεί και να καταλήξει κάπου. Να καταλήξει στο γιατί έφτασε σε τόσο δύσκολη κατάσταση και πώς θα μπορέσει να βγει από αυτήν.

Ασυναίσθητα βάζει τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού του και ανακαλύπτει πως στη δεξιά του τσέπη έχει τη μοναδική του περιουσία. Πέντε ευρώ για να περάσει μέχρι το τέλος του μήνα και αυτός θέλει ακόμη άλλες δέκα μέρες.

Να ήταν μόνος του θα τα κατάφερνε, δεν το συζητάμε. Θα έτρωγε αέρα, θα έπινε μόνο νερό, θα έκανε τη «δίαιτα του μνημονίου», μα θα τα κατάφερνε.

Όμως τώρα, με τα παιδιά είναι αλλιώς. Τους έκοψε το θέατρο, τους σταμάτησε τον κινηματογράφο, δεν τους δίνει πια ούτε χαρτζιλίκι για το σχολείο. Καλά, για ρούχα και τέτοια, ούτε συζήτηση. Που να πάρει η ευχή. Το κόψιμο στο χαρτζιλίκι του στοίχισε περισσότερο από όλα. Θυμάται τα δικά του παιδικά χρόνια, ναι κάποτε ήταν κι εκείνος παιδί, σαν δεν είχε χαρτζιλίκι, όταν χτύπαγε το κουδούνι για διάλλειμα  έπιανε μια γωνιά στο προαύλιο και δεν είχε όρεξη να μιλήσει με κανέναν. Η εικόνα των παιδιών του να κάνουν το ίδιο του τρυπούσε την ψυχή.

Προχωρώντας στάθηκε στη βιτρίνα ενός καταστήματος με ηλεκτρικά είδη όπου τρεις μεγάλες οθόνες τηλεοράσεων ήταν συντονισμένες σε τρία διαφορετικά κανάλια. Δίπλα του ένα κοριτσάκι, πιασμένο από το χέρι της μαμάς, χοροπήδησε φωνάζοντας: «Κοίτα μαμά, ο Λάκης. Είδες τι φοράει στο κεφάλι;» «Ναι! Του πάει πολύ!» συμφώνησε η μητέρα του κοριτσιού.

«Έλα μαμά, θα μου πάρεις ένα μπουκάλι νερό που διψάω; Τόση ώρα στο ζητάω!» «Κάνε υπομονή να πάμε στο σπίτι. Δεν έχω ψηλά μαζί μου.» απάντησε η μητέρα και έφυγαν βιαστικά, τραβώντας τη μικρή από το χέρι.

Έμεινε με την απορία κοιτώντας το φτερωτό κατασκεύασμα που φορούσε ο «Λάκης». Ένιωθε να διψά, όπως το μικρό κορίτσι, μα δεν είχε ούτε εκείνος ψιλά για να πάρει ένα μπουκάλι νερό. Βυθίστηκε στις σκέψεις του και πάλι λες και με τον τρόπο αυτό θα εύρισκε λύση στο πρόβλημά του.

Τα βάζει πάλι κάτω και τα πιάνει από την αρχή.

Ότι χρήματα είχε μαζέψει από 20 χρόνια δουλειάς, τα έδωσε για το σπίτι και πήρε και δάνειο γιατί δεν του έφταναν. Βοήθησαν λίγο και οι συγγενείς. Τι δόση, τι ενοίκιο, σκέφτηκε. Μία η άλλη ερχόταν. Κράτησε και λίγα στην άκρη για ώρα ανάγκης, και η ζωή κυλούσε. Μέχρι που άρχισαν τα πράγματα να μαυρίζουν.

Τα δώρα εξαφανίστηκαν, οι μισθοί κοπήκαν, μετά μίκρυναν κι άλλο, η ακρίβεια ροκάνιζε σαν το ποντίκι ότι περίσσευε, βάλε που άρχισε να πληρώνει σιγά-σιγά γιατρούς και φάρμακα, το μηνιάτικο δεν έφτανε και έβαλε χέρι σε κείνα τα λίγα που είχε για ώρα ανάγκης, αφού η ανάγκη, νάτη εμφανίστηκε και τον χαιρετούσε. Τα «έτοιμα» κάποια στιγμή τελείωσαν, δεν ήταν δα και 2,4 εκατομμύρια ευρώ, για να κρατήσουν για πολύ!

Εδώ και μερικούς μήνες η ζωή η δική του και της οικογένειάς του, έχει μειωθεί κατά το 1/3, αφού 10 μέρες περίπου πριν λήξει ο μήνας, τελειώνουν τα λεφτά.

Η αλήθεια είναι ότι πολλές φορές του πέρασε από το μυαλό να πάρει ένα σχοινί και να πάει να δεθεί σε ένδειξη διαμαρτυρίας στις κολώνες της Βουλής ή να κάνει κάτι μπας και κινητοποιηθούν και άλλοι. Δεν μπορεί να βρίσκεται μόνο εκείνος σ΄αυτή την κατάσταση. Αν πάλι βρίσκονται κι άλλοι, γιατί δεν γίνεται κάτι; Γιατί δεν αντιδρούν; Τι περιμένουν;

Και να πεις ότι δεν πήγε σε πορείες, ότι δεν έκανε απεργίες, ότι δεν πήγε στις πλατείες; Ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Μάλλον δεν έφτανε. Μάλλον δεν φτάνει.

Αλλά και τούτη η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο. Ντρέπεται να κοιτάζει τα παιδιά του στα μάτια, ντρέπεται να κοιτάζει τον εαυτό του στον καθρέφτη, ντρέπεται να του κάνει κάθε μήνα δώρο το 1/3 της ζωής της δικής του και των παιδιών του.

Περιμένει! Περιμένει από αυτούς που ηγούνται να κάνουν επιτέλους μια κίνηση εντυπωσιακή, μια κίνηση διαφορετική που θα παρασύρει και τους πολλούς για να βγουν στους δρόμους και να διεκδικήσουν. Όμως αυτοί που ηγούνται, λες και είναι βαλτοί, κάνουν ακριβώς το αντίθετο. Κάνουν ότι μπορούν για να μένει ο κόσμος στο σπίτι του, να βλέπει το «Λάκη» και τον κάθε «Λάκη» να αλλάζει καπέλα και φουλάρια.

Μετά το ξανασκέφτεται και βλέπει ότι τον εαυτό του πάει να τον αθωώσει. Δεν μπορεί να μην έχει και ο ίδιος ευθύνη. Έχει και μάλιστα μεγάλη.

Όταν στις συνελεύσεις του σωματείου του δεν πήγαινε γιατί «θα ήταν πάλι οι ίδιοι που θα τσακώνονταν», όταν δεχόταν να ψηφίσει με τηλεφωνική υπόδειξη, όταν, με εξαίρεση τον τελευταίο χρόνο, δεν πήγαινε σε πορείες γιατί του είπαν πως «πρόκειται για επαναστατική γυμναστική» και όταν δεν απεργούσε γιατί «τα πράγματα δεν αλλάζουν με τις απεργίες αλλά με τις εκλογές», τότε , συγνώμη, αλλά καλά να πάθει. Του αξίζουν, όχι μία αλλά, δέκα κυβερνήσεις Σαμαρά και επιπλέον του αξίζει να του λένε κατάμουτρα, οι δημοκρατικά εκλεγμένοι, πως ψήφισαν το μνημόνιο χωρίς να το έχουν διαβάσει, γιατί είχαν άλλες δουλειές εκείνη την περίοδο, όπως είπε, καλή του ώρα όπου κι αν βρίσκεται, ο κύριος Χρυσοχοΐδης. Είναι αυτός ο ίδιος κύριος που είπε πως αν αυτά τα μέτρα τα έπαιρναν σε άλλη χώρα, οι πολίτες θα επαναστατούσαν. Δηλαδή με άλλα λόγια, αποκάλεσε ηλίθιους και ραγιάδες του πολίτες και εκείνοι δεν αντέδρασαν.

Παίρνει το δρόμο του γυρισμού για το σπίτι έχοντας υποσχεθεί στον εαυτό του πως από αύριο θα αναθεωρήσει πολλά πράγματα τα οποία αποδείχτηκαν λανθασμένα, όπως το να κάθετε να κλαίει τη μοίρα του. Μένει μόνο το να υλοποιήσει την υπόσχεσή του.

Άλλωστε, το ίδιο δεν ισχύει για όλους μας;

 

 

 

 

 

 

 

 

Πλάι στον εφιάλτη θεριεύει το όνειρό μας

 

Πλάι στον εφιάλτη θεριεύει το όνειρό μας

Από το Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Κώστας Βάρναλης

Mες την υπόγεια την ταβέρνα, 
μες σε καπνούς και σε βρισές
(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα)
όλ΄ η παρέα πίναμ΄ εψές·
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

Δυο στάλες κρασί στο ποτήρι, δυο στάλες πίκρα, δυο στάλες καημοί, δυο στάλες όνειρα.

Γουλιά-γουλιά τα πίναμε όλα μαζί, γιατί τα ζήσαμε όλα μαζί, γιατί τα νιώσαμε όλα μαζί.

Πλάι στον καημό, τραγουδάει η ελπίδα, πλάι στην πίκρα κάθεται η γλύκα της ζωής, πλάι στον εφιάλτη θεριεύει το όνειρο και τον κατατρώει.

Μια παρέα είμαστε ρε φίλε. Σήμερα υποφέρω εγώ κι εσύ με στηρίζεις, αύριο στη δική σου θλίψη θα σου τραγουδήσουμε εμείς γιατί το χαμόγελο μοιράζεται σαν το υδράργυρο.

Τα φαρμάκια που μας δίνουν δεν θα μας σκοτώσουν, δεν μπορούν να μας σκοτώσουν γιατί δεν θέλουμε να μας σκοτώσουν.

 

Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής.
Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.

 

Θυμώνουμε, σιχτιρίζουμε, δρούμε, αντιστεκόμαστε, ζούμε.

Βάσανο μεγάλο περνάμε, σφιγγόμαστε και σφίγγουμε το μπράτσο του διπλανού και το μπράτσο μας γίνεται πέτρα, γίνεται ατσάλι και τσακίζει τα φαντάσματα που μας τρομάζουν.

Εκείνοι έχουν το χρήμα, έχουν τα όπλα, έχουν τα ραδιοκύματα κι εμείς έχουμε το δίκιο και το «μαζί». Το «μαζί» της αλληλεγγύης, όχι το μίζερο της ελεημοσύνης, αυτό είναι δικό τους.

Άσπρη μέρα δεν θυμιέμαι γιατί χρωματίζουμε την άσπρη μέρα που έρχεται.

Με το κόκκινο της αντίστασης, με το πορτοκαλί, με το κίτρινο του κρόκου, με το πράσινο της ελπίδας, με το μπλε του ουρανού και της θάλασσας, με το μενεξεδί της χαραυγής του νέου.

Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ΄ άσωτ΄ ουρανού!
Ω! της αβγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

Περάσαμε πολλά, θα περάσουμε κι άλλα μα θα αναστηθούμε. Με τον ήλιο που έχουμε μέσα μας θα τους κάψουμε. Θα απολυμάνουμε το σάπιο χώμα για να φυτρώσουν γαρούφαλα εκεί που τώρα υπάρχουν αγκάθια.

Tου ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό·
τ΄ άλλου κοντόημερ΄ η γυναίκα
στο σπίτι λυώνει από χτικιό·
στο Παλαμήδι ο γιος του Mάζη
κι η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

 

Η φτώχια ξαναχτύπησε τις πόρτες μας. Φέρνει μαζί της τις αρρώστιες. Μια γάζα κι ένα φάρμακο έγιναν πολύ ακριβά για το μπόι μας. Μας γύρισαν δεκαετίες πίσω τότε που ακόμα και το δικαίωμα στην αναπνοή μετριούνταν με τα βαλάντια του καθενός. Τώρα όποιος διαθέτει χρυσό κι ασήμι, μόνος αυτός μπορεί να αναπνέει και να ζει.

Οι φυλακές άνοιξαν πάλι τις σιδερένιες πόρτες για να σφαλίσουν σήμερα κάθε φωνή που αντιστέκεται. Αύριο, κάθε φωνή που θα ακούγεται. Αυτό θέλουν. Νομίζουν θα το πετύχουν. Κάνουν πάλι λάθος, ποτέ δεν το πέτυχαν. Άμα η φωνή βγει από το στόμα, δεν φυλακίζεται, δε σβήνει δεν πνίγεται. Αργά ή γρήγορα θα διασχίσει τον αέρα και θα φτάσει στα αυτιά των ανθρώπων.

― Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
― Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
― Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
― Φταίει πρώτ΄ απ΄ όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Kανένα στόμα
δεν το βρε και δεν το πε ακόμα.

 

Φταίει που ξεχνάμε γρήγορα. Γι’ αυτό ήπιαμε απόψε μια γουλιά κρασί. Για να θυμηθούμε. Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα που πάντα αποδεικνύονται μικρά. Να θυμηθούμε αυτά που έγινα για μας, χωρίς εμάς, πίσω από μας.

Το τι φταίει, γυρνάει από στόμα σε στόμα, από καρδιά σε καρδιά. Όπου να’ ναι θα περάσει και στα χέρια μας θα αγκιστρωθεί στο μυαλό μας και θα γίνει γνώση, θα γίνει δύναμη.

Έτσι στη σκοτεινή ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας έβρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!

 

Το θαύμα θα γίνει και θα το κάνουμε εμείς, μόνοι μας. Κανέναν «Σωτήρα» δεν περιμένουμε, κανέναν «φίλο».

Μπορεί να φανήκαμε δειλοί, μπορεί μοιραίοι και άβουλοι αντάμα. Έτσι είναι πάντα οι άνθρωποι μέχρι να καταλάβουν ότι διαθέτουν μπόι μεγαλύτερο από αυτό που πίστευαν, μέχρι να ανακαλύψουν πως αυτό που τους τρόμαζε ήταν ο ίσκιος του δράκου και όχι ο ίδιος ο δράκος.

 

 

 

 

 

Ιστορίες αυστηρώς ακατάλληλες…για τα δελτία ειδήσεων των οχτώ!

Ιστορίες αυστηρώς ακατάλληλες…για τα δελτία ειδήσεων των οχτώ!

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Η Δασκάλα μπαίνοντας σήμερα το πρωί στην τάξη, ανακοινώσε στους μαθητές της πως όποιος θα συγκεντρώσει στις επόμενες δύο εβδομάδες 10 «αστεράκια» καλής απόδοσης στο τετράδιό του, θα έπαιρνε στο τέλος ένα συμβολικό δώρο.

Ρώτησε τους μαθητές της, τι δώρο θα ήθελαν, έχοντας την κρυφή ελπίδα πως θα απαντούσαν: «Ένα βιβλίο».

Τα παιδιά σχεδόν με ένα στόμα της απάντησαν: «Δύο σάντουιτς από το κιλικίο κυρία».

Η Δασκάλα είχε ακούσει εδώ και καιρό ότι η κυρία Μαρία που είχε το κιλικίο, θα το άφηνε. Πίστευε πως αυτό οφειλόταν στην πλεονεξία της κυρίας Μαρίας η οποία απλώς ήθελε να ασχοληθεί με μία πιο κερδοφόρα επιχείρηση.

 

Ο καθηγητής της γυμναστικής είχε ξεκαθαρίσει στους μαθητές του πως κατά τη διάρκεια του μαθήματος θα ήθελε να έρχονται με αθλητική περιβολή. Όχι με τζιν και βερμούδες.

Στο σημερινό μάθημα, ο Γιώργος δεν φορούσε φόρμες και αθλητικά παπούτσια. Φορούσε και σήμερα το ίδιο τζιν όπως και όλες τις υπόλοιπες μέρες.

Ο καθηγητής, μόλις τον είδε του είπε:

«Βρε Γιώργο! Δεν είπαμε να φοράμε τις φόρμες όταν έχουμε γυμναστική;»

«Το είπαμε κύριε.»

«Τότε γιατί φοράς το τζιν;»

Κάποιοι συμμαθητές του άρχισαν να σιγομουρμουρίζουν.

«Από τότε που άρχισαν τα μαθήματα, τα ίδια φοράει κύριε», ακούστηκε μια φωνή.

Ο Γιώργος, έσκυψε το κεφάλι και έφυγε κλαίγοντας. Ο καθηγητής του τον ακολούθησε για να μάθει τι τρέχει.

«Δεν έχω άλλα ρούχα κύριε. Οι γονείς μου είναι άνεργοι εδώ και ένα χρόνο», είπε ο μαθητής με δάκρυα στα μάτια.

«Θέλεις να σου φέρω τις φόρμες του γιου μου; Μεγάλωσε και δεν του κάνουν πια. Είναι σαν καινούριες. Ζήτημα να τις φόρεσε πέντε φορές»

«Όχι κύριε, ευχαριστώ. Θα με μαλώσουν οι γονείς μου αν τις πάρω»

«Μήπως να σου δώσω χρήματα να πας να αγοράσεις μόνο σου; Δανεικά θα σου τα δώσω και όταν έχεις τα επιστρέφεις»

«Όχι κύριε, ευχαριστώ. Δεν μπορώ να τα πάρω. Θα με μαλώσουν οι γονείς μου αν το κάνω», είπε ο Γιώργος και απομακρύνθηκε.

Ο καθηγητής της γυμναστικής έβλεπε το Γιώργο, μα και άλλα παιδιά, να φοράνε για πολλές μέρες τα ίδια ρούχα. Μάλιστα το σχολίαζε με ένα συνάδελφό του λέγοντας:

«Αυτά τα παιδιά! Άμα κολλήσουν με ένα ρούχο δεν το βγάζουν από πάνω τους. Έτσι είναι σ΄αυτή την ηλικία. Δεν αλλάζουν εύκολα γνώμη. Νομίζουν ότι με τον τρόπο αυτό μεγαλώνουν.»

 

Ο Μήτσος δουλεύει χρόνια στο συνεργείο αυτοκινήτων. Μάστορας καλός, όπως λέει το αφεντικό του. Τον τελευταίο καιρό οι δουλειές είναι λίγο πεσμένες. Το μεροκάματο του Μήτσου κουτσουρεύτηκε, αλλά τι να κάνει; «Είναι γενικό το κακό», λέει και παρηγορείται.

Μωρέ δεν θα τον ένοιαζε τόσο αν δεν είχε εκείνο το στεγαστικό να ξεχρεώνει. Τώρα όμως, ζορίζεται πολύ να τα φέρει βόλτα.

Αυτός είναι και ο λόγος που εδώ και τρεις μήνες ξανάρχισε το τσιγάρο. Είπε να προλάβει τα χειρότερα. Είναι που πριν από δέκα χρόνια, τότε που χρεώθηκε στην τράπεζα για να αγοράσει το σπίτι, εμφάνισε λόγω άγχους, ένα αυτοάνοσο που τον ταλαιπώρησε για ένα χρόνο. Ογδόντα τετραγωνικά σπίτι αγόρασε για να χωρέσουν πέντε νοματαίοι, να μην τους τρώνε οι μετακομίσεις κάθε τόσο.

Σκέφτηκε λοιπόν, να ανάβει που και που κανένα τσιγάρο, μπας και τη γλυτώσει από το αυτοάνοσο.

Σήμερα είπε να το ρίξει έξω. Θα έπαιρνε στη δουλειά ένα καφέ για να πιει και θα αγόραζε και ένα πακέτο τσιγάρα που του είχαν τελειώσει από χτες.

Έβαλε το χέρι στην τσέπη και έπιασε κάτι ψιλά. Την αφή του χαρτονομίσματος την είχε σχεδόν ξεχάσει. Μέτρησε τα ψιλά και του βγήκαν 4 ευρώ και 20 λεπτά.

«Ένα ευρώ ο καφές και τρία και εβδομήντα τα τσιγάρα, σύνολο τέσσερα και εβδομήντα. Δε βαριέσαι. Θα πάρω τον καφέ και για τσιγάρο θα κάνω τράκα από το αφεντικό. Αυτός δεν ξεμένει ποτέ.»

Την ώρα του διαλείμματος, αγόρασε τον καφέ από τη διπλανή καντίνα και ζήτησε τσιγάρο, ξεροβήχοντας, από το αφεντικό του.

«Πάρε ρε Μήτσο ένα τσιγάρο, όμως, σ’ ακούω που βήχεις βρε παιδί μου. Αφού σε πειράζει γιατί δεν το κόβεις; Δε λέω! Καπνίζω κι εγώ, αλλά εμένα δε με πειράζει. Άσε που είναι κι ένα ακόμη έξοδο για σένα. Κόφτο να πάει στα κομμάτια»

Πίνοντας τον καφέ του ο Μήτσος, του ήρθε στο μυαλό μια κουβέντα που είχε πει ο καρδιοχειρουργός ο Σπύρου, Θεός σχωρέστον, σε μια συνέντευξή του.

Τον ρώτησε η δημοσιογράφος αν προέτρεπε τους ασθενείς του που κάπνιζαν, να σταματήσουν το κάπνισμα, με δεδομένο ότι και ο ίδιος ήταν μανιώδης καπνιστής. Εκείνος της απάντησε:

«Εξαρτάται από τον ασθενή. Αν διαθέτει ελικόπτερο, θα του πω να σταματήσει το κάπνισμα και να πηγαίνει βόλτες για καφέ στην Ελβετία. Αν είναι κανένας μεροκαματιάρης που η μόνη του παρηγοριά είναι ένα τσιγάρο και ένα ποτήρι κρασί, ε τότε δεν μπορώ να του τα στερήσω».

Το δούλεψε ο Μήτσος στο μυαλό του και μπαίνοντας στο συνεργείο να πιάσει πάλι δουλειά, φώναξε στο αφεντικό του:

«Αφεντικό, ξέρεις τι φταίει και δεν κόβω το τσιγάρο;»

«Τι;»

«Να! Φταίει που δεν έχω ένα ελικόπτερο, γ@μ& το κέρατό μου μέσα.»

 

Τρεις καθημερινές ιστορίες, ακατάλληλες…για τα δελτία των οχτώ!

Και δεν είναι οι μοναδικές…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το αίμα μας σώζει τις πλούσιες ζωές τους

Το αίμα μας σώζει τις πλούσιες ζωές τους

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Δυο παλιά τραγούδια, λίγο κρασί στο ποτήρι, τα παιδιά στα γόνατα και η σκέψη παντού και πουθενά.

Δεν πρόλαβε να μπει ο μήνας και τα λεφτά σώθηκαν. Σώθηκε και η υπομονή και το κουράγιο. Πόσο να έχεις και από αυτά;

Πάλι μαύρισε η ψυχή σου. Κοιτάζεις τα παιδιά όταν εκείνα δεν σε βλέπουν και λες ότι κάτι πρέπει να κάνεις. Σε κοιτάζουν στα μάτια και τότε λες πως σίγουρα κάτι πρέπει να κάνεις.

Αλλά τι;

Σκέφτεσαι να βρεις μια δουλειά ακόμα, ότι να΄ ναι, για να πάψεις να ντρέπεσαι όταν σε κοιτάζουν στα μάτια. Δεν απαιτούν τίποτα, αλλά εσύ νιώθεις ενοχές ακριβώς γιατί τους έμαθες πως δεν πρέπει να απαιτούν.

Όμως πού να βρεθεί η δεύτερη δουλειά; Αστεία να λέμε; Εδώ χάνεται και η πρώτη και όποια δεν χάνεται μετατρέπεται σε εθελοντική εργασία , σε ευγενική χορηγία προς τους δύστυχους τους δανειστές μας.

Δεν προλαβαίνεις να πληρώνεις, δεν φτάνουν αυτά που παίρνεις για να τα βγάλεις πέρα και το χειρότερο, δεν προβλέπεται να φτιάξουν τα πράγματα αλλά είναι βέβαιο ότι θα γίνουν ακόμα χειρότερα. Αυτοί που κυβερνούν δεν έχουν πλέον κανένα πρόβλημα να το ανακοινώνουν με χαρμόσυνους τόνους:

« Ξέρετε, δεν πιάσαμε τους στόχους, που γνωρίζαμε πως έτσι κι αλλιώς δεν θα τους πιάναμε. Κάναμε λάθος. Πρέπει να περάσετε πάλι για «αιμοδοσία». Το αίμα σας, σώζει τις πλούσιες ζωές τις δικές μας και των αφεντικών μας».

Ξαναρίχνεις δυο σεκλέτια στο ποτήρι και το μυαλό σου πάει 35 χρόνια πίσω, σε ένα χειμωνιάτικο απόγευμα όταν ο θείος σου έφευγε, ετών 23, για την ξενιτιά. Θυμάσαι το κλάμα που έκανες κατά τον αποχωρισμό. Ήσουν δεν ήσουν έξι χρονών.

Όταν έφευγε λυγούσε σίδερα. Τώρα του έμεινε μια σύνταξη πρόωρη λόγω προβλήματος που απέκτησε στον αυχένα δουλεύοντας στα σιδεράδικα και στις χαλυβουργίες κάνοντας δυο και τρεις δουλειές για να μαζέψει λεφτά να γυρίσει  πίσω στην πατρίδα καθώς και το παράπονο που δεν γύρισε πίσω.

Τα παιδιά πήγαν για ύπνο και έμεινες μόνος με τις σκέψεις σου. Οι σκέψεις, σαν είναι βαριές είναι η χειρότερη παρέα και αν σε πετύχουν και μόνο, σου καίνε τα σωθικά.

Σπάζεις το κεφάλι σου να βρεις μια λύση αλλά μάταια.

Θυμάσαι το γείτονά σου που σου είπε τις προάλλες πως δεν πρέπει να παραπονιέσαι γιατί υπάρχουν και χειρότερα. «Υπάρχουν όμως και καλύτερα» του απάντησες και έφυγες.

Δεν θέλησες ποτέ να γίνεις πλούσιος. Τις υποχρεώσεις μόνο να βγάζεις πέρα. Αυτό ήθελες. Αυτό θέλεις και τώρα μα δεν σ΄αφήνουν. Βάζουν το χέρι στην τσέπη σου και αρπάζουν ότι έχεις.

«Φίλε, πρέπει να ψάχνεις για τα αντίθετα αν ζητάς εξηγήσεις», του είπε μια μέρα ένας συνάδελφος.

«Αν κάπου υπάρχει φτώχια, ψάξε την αιτία στον πλούτο. Για να υπάρξουν λίγοι πλούσιοι πρέπει να δημιουργηθούν πολλοί φτωχοί», συνέχισε ο συνάδελφος, αλλά εσύ δεν έδωσες σημασία. Τότε θεωρούσες πως δεν είσαι φτωχός. Τώρα όμως;

Είχε και απεργία προχτές, αλλά εσύ δεν έκανες γιατί δεν βγαίνεις οικονομικά.

Άσε που με τις απεργίες κάνεις δώρο τα λεφτά σου στο κράτος. Δεν είσαι δα και τόσο κορόιδο να μην τα καταλαβαίνεις αυτά.

Αφού ήπιες και την τελευταία γουλιά αναστενάζοντας, έπεσες να κοιμηθείς, αυτές τις λίγες ώρες που σ΄ έπαιρνε ο ύπνος τελευταία.

Μέχρι και τον ύπνο σου έκλεψαν χωρίς να το πάρεις είδηση.

Μέχρι και τον ύπνο σου τους χάρισες χωρίς να φέρεις αντίρρηση.

Αύριο έχει πάλι απεργία. Αλλά, τι να κάνεις; Τα είπαμε αυτά. Δεν βγαίνεις!

 

 

 

 
 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: