RSS

Daily Archives: 2 Νοεμβρίου, 2013

Ο ξένος με το βιβλίο και τη φλογέρα

Ο ξένος με το βιβλίο και τη φλογέρα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Η μέρα ήταν ιδανική για βόλτα και πικ-νικ, κάτω από τον παχύ ίσκιο των δέντρων στο μεγάλο λιβάδι, στην ανατολική πλαγιά του λόφου.

Στη δυτική πλευρά του λόφου υπήρχε κι άλλο λιβάδι αλλά δεν είχε ούτε ένα δέντρο. Μόνο κάτι χαμηλοί θάμνοι είχαν καταδεχτεί να ριζώσουν που μπορούσαν να δώσουν τη σκιά τους, μετά βίας σε έναν άνθρωπο.

Στην κορυφή του λόφου φαινόταν από μακριά το παλάτι δίπλα σε μία μεγάλη εκκλησία που συναγωνιζόταν σε ύψος και σε αίγλη το διπλανό παλάτι.

Στη νότια πλαγιά του λόφου απλωνόταν η πόλη που ήταν εμπορικό κέντρο της περιοχής.

Είχε μπει ο Ιούνιος, ήταν και Κυριακή, τι άλλο θα μπορούσε να περιμένει κάποιος για να πάρει την οικογένειά του και να πάει στο μεγάλο λιβάδι;

Τα παιδιά, έτρεχαν ξένοιαστα πέρα δώθε, πότε τραγουδώντας, πότε κλαίγοντας και πότε ουρλιάζοντας και παίζοντας γεμάτα χαρά.

Οι γυναίκες έστρωναν με ευλάβεια το σεντόνι που είχαν φέρει για την περίσταση και έβγαζαν σιγά-σιγά τα φαγητά και τους μεζέδες που είχαν μαζί τους από το σπίτι.

Οι άντρες έκοβαν βόλτες πατώντας με σταθερό βήμα στο χαμηλό χορτάρι του λιβαδιού, πηγαίνοντας από το ένα δέντρο στο άλλο, απολαμβάνοντας τον ίσκιο τους και τσιμπολογώντας από τα εδέσματα που βρίσκονταν απλωμένα στα σεντόνια.

Με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, καμάρωναν τα παιδιά τους που έτρεχαν ανέμελα δεξιά κι αριστερά.

«Πρόσεξε παιδί μου. Μην τρέχεις. Θα πέσεις και θα χτυπήσεις. Άσε που θα ιδρώσεις και ποιος ακούει τη μάνα σου», ήταν οι συμβουλές που απηύθυναν πολύ συχνά οι άντρες προς τα παιδιά τους καθώς έκαναν τη βόλτα τους κουτσοπίνοντας, ψιλοτρώγοντας και συζητώντας για τις δουλειές τους και το παιδιά τους. Ο καθένας έλεγε τα δικά του χωρίς να ακούει κουβέντα από όσα έλεγαν οι συνομιλητές τους.

Οι μανάδες, καθισμένες κάτω από τον ίσκιο, σηκώνονταν που και που για να δώσουν τις δικές τους συμβουλές: «Έλα να φας κάτι παιδί μου. Μην τρέχεις, θα ιδρώσεις και θα βήχεις το βράδυ και τότε, αλίμονο τι έχεις να ακούσεις από τον πατέρα σου».

Αρκετά μέτρα πιο πέρα, κάτω από το μοναδικό θάμνο της περιοχής, καθόταν ένας άνθρωπος. Δεν έμοιαζε με τους άλλους, ούτε στο ντύσιμο μα ούτε και στην όψη. Είχε κάπως μακριά μαλλιά, αχτένιστα και ο ίδιος έδινε την εντύπωση του ανθρώπου που δεν λογάριαζε και πολύ την εμφάνισή του.

Κρατούσε στα χέρια του ένα βιβλίο και δίπλα στα πόδια του πάνω σε μια πέτρα ήταν ακουμπισμένη μια παλιά φλογέρα.

Ήταν τόσο απορροφημένος σ’ αυτό που διάβαζε που δεν πήρε χαμπάρι ένα τσούρμο από παιδιά τα οποία τον πλησίασαν σε απόσταση δύο μέτρων και τον περιεργάζονταν.

Κάποια στιγμή, ο άνθρωπος σήκωσε το βλέμμα του και αντικρίζοντας καμιά δεκαριά παιδιά να τον κοιτάζουν, τους χαμογέλασε.

«Γεια σας παιδιά», τους είπε. «Θέλετε κάτι;»

«Ποιος είσαι εσύ;», τον ρώτησε ένα παιδί. «Μένεις στην πόλη μας;»

«Όχι, είμαι ξένος» απάντησε ο περίεργος εκείνος άνθρωπος.

«Τι διαβάζεις;», επέμενε το παιδί.

«Κάτι ιστορίες με ανθρώπους».

« Λένε αλήθεια ή ψέματα, αυτές οι ιστορίες;»

«Ψέματα».

«Και γιατί διαβάζεις αυτά τα ψέματα;»

«Γιατί, μέσα από τα ψέματα ανακαλύπτω τις αλήθειες»

«Για ποιους;»

«Μα για τους ανθρώπους και τα έργα τους. Για τι άλλο;»

Τα παιδιά ξέσπασαν σε γέλια. Ένα από αυτά έτρεξε στη μητέρα του και άρχισε να της εξιστορεί όσα τους είχε πει λίγο νωρίτερα ο ξένος.

Της στάθηκε η μπουκιά στο λαιμό, της μητέρας του. Παραλίγο να πνιγεί. Κοκκίνισε από τα νεύρα της και έβγαλε μια δυνατή κραυγή.

«Παντελήήήήή. Που είσαι μωρέ; Δεν πήρες χαμπάρι τι άκουσε το παιδί μας;»

Έτρεξε ο Παντελής, κατασκοτώθηκε να πάει στη γυναίκα του και σαν έμαθε τα καθέκαστα, μάζεψε και μερικούς άλλους και σε λίγο βρέθηκαν όλοι να έχουν περικυκλώσει το δύστυχο ξένο.

«Ποιος είσαι εσύ; Πώς βρέθηκες στα μέρη μας;», τον ρώτησε κάποιος.

«Γεια σας φίλοι μου. Μην ανησυχείτε, περαστικός είμαι, δεν είμαι από δω».

«Και τι είναι αυτά που είπες στα παιδιά;» πήρε το λόγο κάποιος άλλος.

«Για ποιο πράγμα μιλάς; Δεν καταλαβαίνω!», απάντησε ο ξένος.

«Τους είπες ή όχι ότι διαβάζεις ιστορίες με ψέματα;»

«Τους είπα».

«Και ότι από τα ψέματα αυτά ανακαλύπτεις την αλήθεια;»

«Ναι! Έχω άδικο;»

«Φυσικά και έχεις άδικο. Μέσα από τα ψέματα ανακαλύπτεις το ψέμα και μόνο μέσα από τις αλήθειες ανακαλύπτεις την αλήθεια. Αυτό είναι γνωστό σε όλους. Το διδάσκουν και στα σχολεία οι δάσκαλοι»

«Κι εγώ δάσκαλος είμαι».

«Και γιατί δεν είσαι στο σχολείο;»

«Γιατί, μ’ έδιωξαν εδώ και κάμποσο καιρό».

«Άμα έλεγες τέτοια στα παιδιά, καλά σου έκαναν».

«Εσύ τι δουλειά κάνεις, αν επιτρέπεται;»

«Μεγαλέμπορος φρούτων και λαχανικών. Ο μεγαλύτερος της περιοχής»

«Στέλνεις και στο διπλανό χωριό εμπόρευμα;»

«Ασφαλώς. Το εμπόρευμά μου φημίζεται για την ποιότητά του».

«Τότε γιατί στο διπλανό χωριό τα έχουν βάλει μαζί σου και σε κατηγορούν ότι τους στέλνεις σάπια φρούτα και λαχανικά; Τις προάλλες που πέρασα από κει, οι μισοί κάτοικοι είχαν πάθει τα εντερικά τους και έλεγαν πως τα μήλα που τους πούλησες ήταν για πέταμα»

«Ε! Ας μην τα αγόραζαν. Δεν τους τα πούλησα με το ζόρι».

«Τους είπες ότι από μέσα ήταν χαλασμένα;»

«Όχι βέβαια! Κορόιδο είμαι;»

«Άρα, τους είπες ψέματα»

«Περίπου»

«Βλέπεις;»

«Τι να δώ;»

«Μέσα από το ψέμα που τους είπες, εκείνοι ανακάλυψαν την αλήθεια».

«Ποια αλήθεια;»

«Ότι το εμπόρευμά σου είναι σκάρτο και συ απατεώνας».

Οι υπόλοιποι άρχισαν να μουρμουρίζουν και να συζητούν μεταξύ τους., μέχρι που κάποιος πήρε το λόγο και είπε στον ξένο:

«Αν θες να συνεχίσεις να βρίσκεσαι εδώ, πρέπει να σταματήσεις να διαβάζεις αυτό το βιβλίο και φυσικά να μην τολμήσεις να πλησιάσεις τα παιδιά μας».

«Δεν τα πλησίασα εγώ. Εκείνα με πλησίασαν», απάντησε ο ξένος κλείνοντας το βιβλίο και ακουμπώντας το δίπλα.

Οι κάτοικοι της πόλης απομακρύνθηκαν παίρνοντας και τα παιδιά μαζί τους.

Κάποια στιγμή, ενώ είχαν απομακρυνθεί αρκετά, σταμάτησαν απότομα και κοίταξαν όλοι προς τα πίσω. Αιτία ήταν αυτός ο ήχος που έφτανε στ’ αυτιά τους. Ήταν ήχος φλογέρας που παρόμοιό του δεν είχαν ξανακούσει.

Κοιτώντας προς τον ξένο, τον είδαν να έχει πάρει τη φλογέρα στα χέρια του και να παίζει τόσο γλυκά και τόσο αληθινά που ακόμη και οι ίδιοι ξαφνιάστηκαν και άφησαν τον εαυτό τους να δείξει πως τους άρεσε πολύ ο ήχος που έβγαζε εκείνος ο ξένος με τη φλογέρα του.

Μετά ξαναφόρεσαν το βλοσυρό τους ύφος και κατευθύνθηκαν προς τον ξένο που συνέχιζε να παίζει τη φλογέρα του σαγηνεύοντας τα παιδιά και κάνοντάς τα να γελάνε και να χαίρονται.

«Τι κάνεις εκεί;» του είπε ο μεγαλέμπορος λαχανικών.

Ο ξένος σταμάτησε να παίζει τη φλογέρα του, τον κοίταξε ίσα στα μάτια και του είπε με ήρεμη φωνή:

«Τι εννοείς τι κάνω; Παίζω τη φλογέρα μου»

«Γιατί;»

«Επειδή η μουσική κρύβει αλήθεια»

«Πριν διάβαζες το βιβλίο με τα ψέματα για να βρίσκεις την αλήθεια και τώρα παίζεις μουσική γιατί κρύβει αλήθεια;»

«Ακριβώς!»

«Είσαι τρελός, δεν εξηγείται αλλιώς».

«Είναι απλό. Αν γνωρίζεις τι είναι αληθινό μπορείς να ξεχωρίζεις το ψεύτικο».

«Δηλαδή;»

«Κάθεστε όλη τη μέρα κάτω από τη σκιά των δέντρων νομίζοντας ότι σας προσφέρει ασφάλεια. Αν όμως ξεσπάσει καταιγίδα θα καταλάβετε ότι η ασφάλεια που νομίζετε είναι ψεύτικη. Δεν μπορούν να συγκρατήσουν τον κεραυνό. Θα σας κάνει στάχτη».

«Κάνεις λάθος ξένε. Πάλι θα είμαστε ασφαλείς κάτω από τα δέντρα. Θα γλυτώσουμε από τη βροχή ενώ εσύ θα γίνεις μούσκεμα εδώ στο πουρνάρι που κάθεσαι».

«Γιατί φοβάστε τη βροχή; Μήπως ξεπλυθεί η μπογιά και φανεί το πρόσωπό σας;»

Τα λόγια του ξένου εξαγρίωσαν το μεγαλέμπορο ο οποίος κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος του ξένου όταν οι πρώτες σταγόνες της βροχής έπεσαν στα πρόσωπά τους. Με την ταραχή και τη φασαρία, κανένας τους δεν πήρε είδηση τα μαύρα σύννεφα που μαζεύτηκαν πάνω από το μεγάλο λιβάδι και την καταιγίδα που ερχόταν. Εκτός από τον ξένο.

Σχεδόν αμέσως ο ουρανός άρχισε να σκίζεται από αστραπές και οι βροντές τρόμαζαν τους μικρούς μα και τους μεγάλους.

«Πάμε κάτω από τα δέντρα», ακούστηκε μια φωνή και όλοι έτρεξαν προς τα δέντρα για να προστατευτούν από τη βροχή. Όλοι εκτός από τον ξένο που σηκώθηκε όρθιος και ούρλιαζε απεγνωσμένα:

«Όχι στα δέντρα. Όχι κάτω από τα δέντρα. Θα σας κάψουν οι κεραυνοί. Τουλάχιστον όχι τα παιδιά. Αφήστε τα παιδιά στη βροχή. Καλύτερα να βραχούν παρά να καούν. Καλύτερα να ζήσουν παρά να πεθάνουν».

Μάταια όμως προσπαθούσε. Οι γονείς τραβούσαν τα παιδιά με το ζόρι από τα χέρια και τα κρατούσαν σφιχτά κάτω από τα δέντρα. Κάποια παιδιά γλίστρησαν από τα χέρια των γονιών τους και δεν πρόλαβαν να φτάσουν στα δέντρα. Κάποιες οικογένειες, πάλι, δίστασαν να μπουν κάτω από τα δέντρα επηρεασμένοι από τα λόγια του ξένου και προτίμησαν να υποστούν τη μανία της βροχής που ράπιζε με δύναμη τα πρόσωπά τους.

Αυτό που ακολούθησε δεν περιγράφεται.

Αλλεπάλληλοι κεραυνοί έπεσαν πάνω στα δέντρα προκαλώντας το χαμό όσων βρέθηκαν εκεί για να προστατευτούν.

Όσοι γλύτωσαν, ξέσπασαν σε λυγμούς και θρήνους.

Η καταιγίδα πέρασε μα άφησε πίσω της αποκαΐδια. Το κακό είχε γίνει.

Ο ξένος, βρεγμένος μέχρι το κόκαλο, πιο πολύ από τα δάκρυα, παρά από τη βροχή, μάζεψε τη μουσκεμένη φλογέρα και το σχεδόν κατεστραμμένο βιβλίο του και απομακρύνθηκε με λυγμούς.

Κανείς δεν τον ξαναείδε. Μόνο κάποιοι από τους επιζώντες αφηγούνται πως φεύγοντας τον άκουσαν να λέει:

«Αν γνώριζαν την αλήθεια θα μπορούσαν να ξεχωρίσουν εύκολα το ψέμα»

 

 

 

Ο φτωχούλης του Θεού ευγνωμονεί για τη Δόση

Ο φτωχούλης του Θεού ευγνωμονεί για τη Δόση

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Θεούλη μου, σ’ ευχαριστώ!

Σ’ ευχαριστώ που η προσευχή μου προς εσένα εισακούστηκε και έκανες να πάρουμε τη Δόση.

Τους μόνιασες Θεούλη μου όλους για το καλό μου. Τη Λαγκάρντ με τη Μέρκελ, τους αμερικάνους με τους ευρωπαίους, όλους τους συμφιλίωσες, για να μπορούν κι αυτοί να κοιμούνται ήσυχοι, αφού θα νιώθουν και μένα ότι κοιμάμαι. Τους έκανες να καταλάβουν ότι το χρήμα δεν πρέπει να έχει ούτε χρώμα, ούτε πατρίδα ούτε σύνορα.

Αύριο το πρωί θα πάω στην τράπεζά μου, ναι στην τράπεζά ΜΟΥ, και θα φιλήσω την εξώπορτα. Για μένα δε θέλω ούτε ένα τσακιστό ευρώ. Τι να το κάνω; Εγώ θέλω μόνο, σαν κλείσω για πάντα τα μάτια μου, να με πάρεις κοντά σου στον επουράνιο παράδεισο.

Ο Γιος σου δεν είπε ότι στον παράδεισο των ουρανών δεν θα βρίσκεται κανένας πλούσιος; Αυτοί διάλεξαν τον επίγειο παράδεισο. Καλά να πάθουν.

Σου είχα εξομολογηθεί Θεέ μου ότι ένιωθα λίγο μόνος καθώς έβγαινα τα βράδια για να βρω τίποτα ληγμένα στα σκουπίδια να φάω.

Τώρα που πήραμε τη Δόση δεν θα είμαστε πιο πολλοί αυτοί που θα ψάχνουμε, να έχω κι εγώ λίγη παρέα; Θα βρίσκουμε όμως να φάμε ή θα τα πουλάνε όλα τώρα πια στα σούπερ μάρκετ και δεν θα πετάνε τίποτα;

Να ήξερες πόση χαρά μου έδωσες! Άλλο να λέω δεν έχω στην τσέπη ούτε ένα ευρώ και άλλο να λέω ούτε μία δραχμή. Εγώ τη φτώχια την αντέχω, την πείνα την αντέχω, τη δραχμή όμως δεν μπορώ να την αντέξω. Αν μας έδιωχναν από το ευρώ, την αμέσως επόμενη στιγμή θα πέθαινα.

Τα πάντα με σοφία τα έφτιαξες. Όλους τους βόλεψες. Και τον Αντώνη. Να φάει κι αυτό το παιδί ένα κομμάτι ψωμί για λίγους μήνες ακόμα πριν βγει σε διαθεσιμότητα. Και το Θείο Φώτη και το Βαγγέλη και όλους.

Μέχρι και ο Αλέξης βολεύτηκε. Τώρα θα έχει το χρόνο του να κάνει τα ταξίδια του και να αποφασίσει: Με το ευρώ ή με τη δραχμή;

Γιατί τους τραπεζίτες δεν τους βόλεψες; Αν έχουν παράπονο πρέπει να είναι αχάριστοι. Ένα σκασμό λεφτά πήραν μέχρι τώρα για να τους έχουμε και να τους καμαρώνουμε γιατί, το έχω μάθει Θεούλη μου με τόσα μαθήματα που μου έκαναν η Όλγα, ο Γιάννης, ο Παύλος και τα άλλα παιδιά. Το έχω μάθει πως για να είμαι αξιοπρεπής πολίτης πρέπει να έχω ισχυρό τραπεζικό σύστημα. Δεν χρειάζομαι, ούτε δουλειά, ούτε φαγητό, ούτε σχολεία ούτε νοσοκομεία.

Μπαίνεις μέσα στην τράπεζα και αισθάνεσαι άλλος άνθρωπος. Ζέστη, αναπαυτικές καρέκλες, έξυπνες πόρτες που σου μιλάνε! Μόνο κάτι γριές που δεν τις πιάνει το μάτι τους (των πορτών εννοώ), δυσανασχετούν και σιχτιρίζουν. Ενώ στο σπίτι σου το κρύο πόσο να μείνεις;

Τώρα που έκανες και πήραμε τη Δόση Θεούλη μου, θα πιάσουν τόπο και τα μέτρα που ψήφισαν οι καλοί μας εκπρόσωποι στη Βουλή και θα έχουμε επιτέλους και ανάπτυξη.

Θα αναπτυχθεί η ανεργία, θα αναπτυχθεί η φτώχια, η ακρίβεια, η μετανάστευση, η ανασφάλιστη εργασία, ο αριθμός των αυτοκτονιών, το χρέος, οι απολύσεις, θα αναπτυχθεί το κόψιμο των δώρων και πολλών άλλων που δεν τα θυμάμαι να στα πω τώρα. Αλλά, μήπως δεν τα ξέρεις κι εσύ από πρώτο χέρι; Τόσες φορές σου μίλησε ο Αντώνης μας για τα θέματα αυτά!

Ε! Πόση ανάπτυξη πια να αντέξουμε; Από την πολλή ανάπτυξη δεν θα χωράμε στα ρούχα μας.

Επίσης Θεούλη μου θα ήθελα να σε παρακαλέσω, να κάνεις την απεργία των δικαστών να είναι παράνομη και καταχρηστική γιατί οι ίδιοι μόνο τις απεργίες των άλλων ξέρουν να βγάζουν παράνομες.

Να μην ξεχάσω, την Κυριακή να ανάψω μια λαμπάδα ίσα με το μπόι της Αλέκας. Θα έλεγα του Πάγκαλου αλλά δεν το λέω γιατί άμα το τάξω πρέπει να το κάνω και τώρα τελευταία με πονάει η μέση μου.

Μια τελευταία κουβέντα να σου πω και να σε αφήσω μπας και σε θέλει τίποτα ο Αντώνης μας.

Το έχω απορία Θεούλη μου. Τώρα που έκανες να πάρουμε τη Δόση, μήπως μπορείς να κάνεις να πάρουμε πίσω και κείνα που μας πήραν τα τελευταία τρία χρόνια;

Θα μου πεις τώρα να μη σου ζητάω να κάνεις θαύματα.

Έχεις δίκιο. Το ξέχασα. Θεός είσαι όχι λαός!

 

 

 

Ο φτωχούλης του Θεού προσεύχεται για τη Δόση

Ο φτωχούλης του Θεού προσεύχεται για τη Δόση

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Καλέ μου Θεούλη!

Εσύ που μιλάς με τον πρωθυπουργό μας, κάνε σε παρακαλώ να πάρουμε τη Δόση. Πες στον Αντώνη μας τι πρέπει να πει στους καλούς μας φίλους τους δανειστές μας, που τόσο μας συμπαραστέκονται αυτή την περίοδο, για να τους πείσει να μας δώσουν τη Δόση.

Μ’ αυτή τη Δόση Θεούλη μου περιμένω να πάρω μια ανάσα.

Περιμένω να βρω μια δουλίτσα να κάνω που έχω 13 μήνες άνεργος και πάω να τρελαθώ, να πάρει και η γυναίκα μου μια αυξησούλα πέντε-δέκα ευρουλάκια γιατί δεν φτάνουν, καλέ μου Θεούλη τα 450 που παίρνει για να ζήσουμε.

Τέσσερα στόματα βλέπεις! Πού να χορτάσουν; Και τα δύο είναι και στην ανάπτυξη και τρώνε πολύ τα σκασμένα.

Να βάλω και λίγη βενζίνα σε κείνο το ρημάδι το αυτοκίνητο. Το βλέπω έτσι ακούνητο και μου πιάνεται η ψυχή. Κάθε μέρα του υπόσχομαι πως την επόμενη θα του βρέξω λίγο το ρεζερβουάρ και αν είναι τυχερό θα το πάω και μία βόλτα. Όχι τίποτε άλλο, αλλά φοβάμαι μην ξεχάσω και την οδήγηση. Άσε που ξεπακιάστηκα να κουβαλάω με τα πόδια τα ψώνια από το σούπερ μάρκετ όταν πάω μια φορά το μήνα.

Αν πάρουμε τη Δόση Θεούλη μου, θα πάθω επανεκκίνηση είπε ο Αντωνάκης μου ο πρωθυπουργός μου.

Δεν ξέρω τι θα πει αυτό αλλά για να το λέει ο πρωθυπουργός μου κάτι θα ξέρει. Σπουδαγμένος άνθρωπος είναι, δεν ξέρει; Και είναι και του πολιτισμού.

Ξεχνάω εγώ Θεέ μου όταν ήταν υπουργός στον πολιτισμό πόσο κόσμο πήρε στο υπουργείο του; Από πολιτισμό μπορεί να μην ήξεραν, μπορεί να μην ξεχώριζαν τον Ερμή του Πραξιτέλη από την Αφροδίτη της Μήλου αλλά ήξεραν να ξεχωρίζουν το καλό λάδι. Καλαμάτα βλέπεις! Άλλωστε, Θεούλη μου, γι΄αυτό τους πήρε τους ανθρώπους, για να μάθουν.

Μόνο να πάρουμε τη Δόση καλέ μου Θεούλη. Κάνε το θαύμα σου μπας και μπορέσει να πάει και κείνο το παιδί να σπουδάσει. Πέρασε στην Ξάνθη, αλλά αφού η χώρα είχε ανάγκη, τι να έκανα; Πλήρωσα όλες μου τις υποχρεώσεις. Δεν τα λέω εγώ χαράτσια ούτε φοροεπιδρομές. Εγώ το λέω καθήκον προς την πατρίδα. Αφού μαζί τα φάγαμε, τι να κάνω; Να αφήσω τον Πάγκαλο να πληρώσει; Προτιμότερο να μη σπουδάσει το παιδί μου. Άλλωστε, τι τις θέλει τις σπουδές; Όλοι οι πτυχιούχοι, άνεργοι είναι.

Και κάτι ακόμα θέλω να σου ζητήσω.

Να έχεις καλά αυτούς τους 153 πατριώτες, αυτούς τους ευεργέτες που ψήφισαν, ευτυχώς Θεούλη μου, τα νέα μέτρα για να μπορέσουμε να πάρουμε τη Δόση. Και το Βαγγέλη μην ξεχάσεις και τον κύριο Φώτη που στηρίζουν με νύχια και με δόντια την προσπάθεια να πάρουμε τη Δόση μπας και βάλουμε λίγο πετρέλαιο να ζεσταθούμε τώρα που μπαίνει ο χειμώνας. Δε λέω, τις φλοκάτες τις έχω φέρει από το χωριό για καλό και για κακό, αλλά να, θέλω να πάρω και μια ζακετούλα στη γυναίκα μου που δεν έχει και φοβάμαι μην πλευριτώσει.

Μη μου αρνηθείς Θεέ μου αυτή τη χάρη. Ακούω τους φίλους μας τους ευρωπαίους που λένε πως θα καθυστερήσει η Δόση και με πιάνει τρόμος.

Η γιαγιά έχει δυο μήνες να πάρει τα χάπια για την άνοια και τη μαζεύουμε κάθε τρεις και λίγο από τα ΚΤΕΛ. Της κόλλησε να πάει στις Βρυξέλες να βρει τη Λαγκάρντ για να τις δώσει τη λίστα.

Άσε που έχουμε και τον παππού από τον Ιούλιο στο νοσοκομείο. Δεν μας δίνουν το εξιτήριο αν δεν πληρώσουμε τη συμμετοχή μας.

Γι΄αυτό σου λέω Θεούλη μου. Αν δεν πάρουμε τη Δόση θα γυρίσουμε στη δραχμή. Πάλι θα τρυπάνε οι τσέπες από κείνα τα βαριά εκατόδραχμα. Αμ, τα χιλιάρικα που ήταν σαν πετσέτες μπάνιου; Ενώ τώρα με το ευρώ, τα κέρματα είναι μικρά και τα χαρτονομίσματα, μικρά κι αυτά. Δυσεύρετα αλλά μικρά.

Να πάρουν και οι τράπεζες το μερτικό τους. Άμα κλείσουν τι θα κάνω εγώ Θεούλη μου; Σε ποιον θα πληρώνω τις δόσεις για το στεγαστικό, τι θα τα κάνω τα βιβλιάρια καταθέσεων που έχω; Δεν έχει σημασία αν είναι άδεια. Είναι όμως δικά μου. Και την κάρτα αναλήψεων; Να πάει χαμένη κι αυτή; Μόνο και μόνο που κάθομαι μπροστά στο ΑΤΜ και τη χρησιμοποιώ για την ερώτηση υπολοίπου, εμένα μου αρκεί. Ας είναι μηδενικό το υπόλοιπο!

Να μη σε κουράζω άλλο Θεέ μου. Έχεις και συ τις δουλειές σου, έχω κι εγώ να δω το σήριαλ, ξέρεις εκείνο με τους πλούσιους που είναι βγαλμένο μέσα από τη ζωή. Θα σε πάρει και ο Αντωνάκης τηλέφωνο να σου ζητήσει καμιά λύση. Πόσο να αντέξεις κι εσύ;

Τελειώνοντας Θεέ μου θέλω να σου εξομολογηθώ ότι έχω γίνει εξαρτημένος.

Γι’ αυτό σε παρακαλώ απεγνωσμένα. Κάνε το θαύμα σου να πάρουμε τη Δόση και από μένα ότι θες!

Εκτός από το να τους ξαναψηφίσω, Θεούλη μου. Εκτός από αυτό!

 

 

 

 

 

 

 

 
 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: