RSS

Monthly Archives: Νοέμβριος 2013

Το «πείραμα»

 

Το «πείραμα»

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Το οβάλ γραφείο ήταν έτοιμο να υποδεχτεί τους αποψινούς ισχυρούς επισκέπτες όπως συνέβαινε, άλλωστε, κάθε μήνα τα τελευταία 20 χρόνια, στον προτελευταίο όροφο του ψηλού ουρανοξύστη της μεγαλούπολης.

Σε τούτη, όμως, τη συνάντηση κάτι σοβαρό, κάτι μεγάλο θα συζητούσαν οι συνήθεις «θαμώνες» του γραφείου. Αλλιώς δεν εξηγείται η εντολή προς τον κύριο Χ: «Απόψε φρόντισε να υπάρχουν τα απαραίτητα για ολόκληρη τη νύχτα. Και μην ξεχάσεις τις αλμυρές ελιές από την Καλαμάτα. Είναι οι μόνες που ταιριάζουν τόσο πολύ με το ουίσκι που πίνω».

Την εντολή είχε δώσει ο ίδιος ο κύριος Ψ, φεύγοντας το μεσημέρι από το κτήριο στο οποίο θα επέστρεφε πάλι αργά το απόγευμα.

Η μεγάλη μεταλλική πόρτα του δωματίου άνοιξε και οι 7 θέσεις γύρω από το οβάλ γραφείο καλύφθηκαν από 5 ατσαλάκωτους, γραβατωμένους κυρίους, τον κύριο Ζ, τον κύριο Ψ, τον Α, τον Β και τον Γ, την ψιλόλιγνη κυρία Ω που έδειχνε να υποφέρει μέσα στο στενό ακριβό της ταγιέρ, και την κυρία Φ με το αγριωπό βλέμμα και το βλοσυρό ύφος.

Ο κύριος Ζ, πήρε το λόγο με σκοπό να ενημερώσει τους υπόλοιπους για την αιτία της αποψινής τους, προγραμματισμένης συνάντησης.

Ζ: Αγαπητές μου κυρίες και καλοί μου κύριοι. Θα αναρωτιέστε ασφαλώς για ποιο λόγο ζήτησα απόψε να μην απουσιάσει κανένας μας και για ποιο λόγο θα χρειαστεί, ίσως, να περάσουμε όλο το βράδυ εδώ. Δεν θα σας κρατήσω άλλο σε αγωνία, άλλωστε καταλαβαίνω ότι οι δύο όμορφες κυρίες της συντροφιάς μας θα είχαν, σίγουρα, πολύ καλύτερες επιλογές για απόψε.

Λοιπόν. Πρόκειται για το «πείραμα» που συζητάμε εδώ και μερικά χρόνια. Νομίζω πως ήρθε η ώρα να το θέσουμε σε εφαρμογή. Ήρθε η ώρα να το ξεκινήσουμε.

Ψ: Όμως πρέπει να βρούμε πρώτα την κατάλληλη χώρα.

Ζ: Νομίζω πως βρέθηκε. Θα τη μάθετε σε λίγο και θα έχετε την ευκαιρία να πείτε τη γνώμη σας πριν το αποφασίσουμε. Σας λέω, προς το παρόν, μόνο τούτο: Το «πείραμα» δεν θα εφαρμοστεί μόνο στο οικονομικό πεδίο. Τέτοια έχουν γίνει ήδη πολλά στις προηγούμενες δεκαετίες και έχουμε βγάλει τα συμπεράσματά μας. Αυτή τη φορά το «πείραμα» θα έχει εφαρμογή και στο κοινωνικό πεδίο αλλά, κυρίως, θα επεξεργαστεί τις αντιδράσεις του πλήθους σε συνδυασμό με τις ατομικές αντιδράσεις σε επιδράσεις που θα έχουν μαζικό και ατομικό χαρακτήρα.

Φ: Δηλαδή;

Ζ: Θα επιτεθούμε σε ολόκληρη την κοινωνία και ταυτόχρονα σε κάθε κλάδο ξεχωριστά. Πρέπει να νιώσει ένοχη ολόκληρη η κοινωνία ώστε να καταστεί αδύνατη κάθε μαζική αντίδραση αλλά και κάθε κλάδος, ξεχωριστά, θα πρέπει να φανεί εχθρός των υπόλοιπων κλάδων και της κοινωνίας ολόκληρης.

Ω: Πρέπει να προσέξουμε το θέμα της κυβερνητικής ηγεσίας και της ηγεσίας της αντιπολίτευσης.

Ζ: Ακριβώς εδώ θα είναι η νέα πρακτική που θα διαχωρίζει το επερχόμενο «πείραμα» από τα προηγούμενα και θα το καθιστά μοναδικό στην Ιστορία αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο.

Α: Κάτι αρχίζω να υποψιάζομαι. Για συνεχίστε…

Ζ: Στις επερχόμενες κυβερνήσεις, θα πρέπει να ηγηθούν πρόσωπα που, μέχρι τότε η κοινωνία τα είχε σε απαξίωση και ανυποληψία. Έτσι, βλέποντάς τα σε πρωθυπουργικές θέσεις και μάλιστα με την ψήφο της ίδιας της κοινωνίας θα επικρατήσει μαζικά η αντίληψη ότι η ανικανότητα και η μικρότητα της κυβερνητικής ηγεσίας αντικατοπτρίζει την ανικανότητα και τη μικρότητα της ίδιας κοινωνίας. Με λίγα λόγια, ο κάθε πολίτης, υποσυνείδητα θα συμπεράνει ότι: αφού φτάσαμε στο σημείο να εκλέξουμε για πρωθυπουργούς αυτούς που πριν λίγο τους κοροϊδεύαμε, τότε είμαστε άξιοι της μοίρας μας.

Γ: Και πως θα καταφέρουμε να πετύχουμε την απαιτούμενη «μεταμόρφωση»;

Β: Προφανώς, με το γνωστό τρόπο. Τα μέσα ενημέρωσης τα ελέγχουμε;

Ζ: Τα περισσότερα, ναι. Το σημαντικό είναι ότι ελέγχουμε τα τηλεοπτικά μέσα και όπως γνωρίζουμε ήδη πολύ καλά, όποιος ελέγχει την τηλεόραση, ελέγχει και τη «δημοκρατία».

Α: Φαντάζομαι πως το ίδιο θα πρέπει να ισχύσει και για την αντιπολίτευση. Θα φέρουμε, αν κατάλαβα καλά, στο προσκήνιο, ανθρώπους χωρίς ειδικό προσωπικό βάρος που να μην ασκούν γοητεία και επιρροή στην κοινωνία.

Ζ: Ακριβώς! Φαίνεται κύριε Α, οι συναναστροφές σας με την κυρία Ω, έθεσαν και το μυαλό σας, σε ετοιμότητα!

Φ: Και πότε ξεκινάει το «πείραμα»;

Ζ: Από αύριο κόλας. Πρέπει μέχρι τις βουλευτικές εκλογές να είμαστε έτοιμοι.

Ψ: Εντάξει, έχουμε δύο χρόνια μπροστά μας.

Ζ: Κύριε Ψ, μάλλον δεν καταλάβατε τη σοβαρότητα του εγχειρήματος. Πρόκειται για κάτι που όμοιό του δεν έχει ξαναδεί η ανθρωπότητα. Τα συμπεράσματα που θα βγάλουμε θα είναι ο οδηγός μας για τα επόμενα 100 χρόνια.

Α: Πρέπει να αρχίσουμε να καλλιεργούμε τη συλλογική κοινωνική ευθύνη. Πρέπει οι άνθρωποι να πιστέψουν και να αποδεχτούν πως για ότι κακό τους συμβεί στο μέλλον, οι μόνοι υπεύθυνοι είναι οι ίδιοι. Οι άνεργοι που θα δημιουργήσουμε να πιστέψουν πως φταίνε οι ίδιοι που απολύθηκαν, οι άστεγοι που θα προκύψουν να έχουν πειστεί πως είναι οι μοναδικοί υπεύθυνοι που έχασαν το σπίτι τους.

Γ: Έξυπνο μου φαίνεται! Έτσι θα ψάξουν να αναζητήσουν ευθύνες ούτε στο σύστημα, ούτε σε μας. Θα καταρρακωθούν ψυχολογικά, ηθικά και οικονομικά σε τέτοιο βαθμό που θα μπορούν να δέχονται τα πάντα. Κι όσο θα παρακαλάνε να τελειώνει το μαρτύριό τους, τόσο περισσότερο θα τους πιέζουμε ζητώντας όλο και περισσότερα μέχρι να φτάσουν στο σημείο να παρακαλάνε να γίνουν σκλάβοι. Θα αγγίξουμε τα όρια αντοχής μιας κοινωνίας! Ομολογώ πως κάτι τέτοιο δεν έχει δοκιμαστεί ποτέ και πουθενά.

Ω: Και ποια χώρα θα διαλέξουμε; Θέλει προσοχή για να γίνει σωστά το «πείραμα» και να βγάλουμε και κάτι στο τέλος.

Ζ: Έχω μία στο μυαλό μου. Τα τελευταία 200 χρόνια την έχουμε ρίξει σε πολέμους πολλές φορές. Είναι πλούσια χωρίς μεγάλο ειδικό οικονομικό βάρος ώστε σε περίπτωση αποτυχίας, να μη μας στοιχίσει πολύ.

Α: Για συνέχισε.

Ζ: Τους έχουμε κλέψει τις οικονομίες τους δύο φορές μέχρι τώρα. Η μία ήταν με το γνωστό κόλπο του χρηματιστηρίου και η άλλη όταν τους αλλάξαμε το εθνικό τους νόμισμα. Το φρούτο είναι ώριμο, έτοιμο να πέσει. Θα τραντάξουμε δυνατά το δέντρο με τη μέθοδο του υπερδανεισμού και πολύ εύκολα θα βρεθεί στα χέρια μας. Θα τους κόψουμε το δανεισμό και θα τους σπρώξουμε στο γκρεμό. Συμβάσεις, δικαιώματα, μισθοί, συντάξεις θα ξηλωθούν. Έχουμε κάνει τη χώρα τους, κέντρο διερχόμενων μεταναστών και έχουμε ξαμολήσει και τα «σκυλιά» εδώ και λίγα χρόνια.

Γ: Κι αν αντιδράσουν; Πώς θα αποφύγουμε τα χειρότερα;

Ζ: Τα συνδικάτα τα ελέγχουμε πλήρως αυτή την περίοδο. Μέχρι να ανασυνταχθούν και να αρχίσουν να γίνονται επικίνδυνοι, το «πείραμα» θα έχει τελειώσει κι εμείς θα έχουμε βγάλει τα συμπεράσματά μας.

Φ: Αν μιλάς για τη χώρα που σκέφτομαι, νομίζω πως είναι η καλύτερη επιλογή. Όμως πιο θα είναι ακριβώς το χρονοδιάγραμμα της καταστροφής;

Ζ: Αυτό ακριβώς κάνει το «πείραμα» μοναδικό και πρωτοποριακό. Δεν θα υπάρχει χρονοδιάγραμμα. Θα είναι μια καταστροφή χωρίς όρια. Θα σταματήσει μόνο όταν δεν θα υπάρχει τίποτα άλλο για να γκρεμιστεί.

Α: Κάτι τέτοιο δεν είναι λίγο επικίνδυνο;

Β: Θα έλεγα ότι είναι πολύ επικίνδυνο αλλά νομίζω πως αυτό ακριβώς θέλουμε. Να βαδίσουμε στα όρια, να δούμε τις αντοχές μας και τις αντοχές τους ώστε να ξέρουμε τι να κάνουμε στο μέλλον σε ανάλογες περιπτώσεις. Κατάλαβα καλά κύριε Ζ;

Ζ: Απολύτως! Νομίζω πως όλοι καταλάβαμε για ποια χώρα μιλάμε αφού όλα θα γίνουν στο όνομα της «Δημοκρατίας». Από αύριο ξεκινάμε. Ειδοποιούμε τους «αναλώσιμους» να ετοιμάζονται. Οι αλλαγές θα είναι σαρωτικές και πρέπει να μας πουν από τώρα αν θα είναι μαζί μας ή όχι. Τον καταμερισμό τον ξέρετε. Ο καθένας στον τομέα του. Ευρώπη, Αμερική, ΜΜΕ, υδρογονάνθρακες, ήλιος, παιδεία, υγεία, ηλεκτρική ενέργεια, τζόγος. Αύριο στο γραφείο του καθενός σας θα βρίσκεται φάκελος με λεπτομερείς οδηγίες.

Κάθε μήνα που θα συναντιόμαστε θα εξετάζουμε την πορεία του «πειράματος». Να περάσετε ένα όμορφο βράδυ…

 

 

 

 

Αφήστε μας ήσυχους να χτίσουμε μόνοι μας τα νέα μας όνειρα

Αφήστε μας ήσυχους να χτίσουμε  μόνοι μας τα νέα μας όνειρα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

Το τηλέφωνο χτύπησε σε γνωστό ραδιοφωνικό-τηλεοπτικό σταθμό. Ο διευθυντής παραγωγής της εκπομπής απάντησε και από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής ακούστηκε μια φωνή γεροντίστικη αλλά συνάμα περήφανη και καθάρια.

«Είναι ντροπή βρε παιδιά» είπε η ηλικιωμένη κυρία.

«Ποιο είναι ντροπή;» απάντησε ο διευθυντής παραγωγής.

«Είναι ντροπή αυτό που γίνεται. Καλείτε τους πλούσιους να βοηθήσουν τους φτωχούς, ζητάτε από αυτούς που έχουν να δώσουν ελεημοσύνη σ’ αυτούς που δεν έχουν. Δεν χρειάζονται ελεημοσύνες, δεν ζητάνε οι φτωχοί ελεημοσύνες. Δουλειά ζητάνε για να μπορούν να ζουν αξιοπρεπώς».

Το φαινόμενο αυτό, της προσφοράς «βοήθειας» σε ανθρώπους που τη χρειάζονται έχει κάμποσο διάστημα που εμφανίστηκε και προωθείται από ραδιοφωνικούς, κυρίως, σταθμούς. Γιατροί, δικηγόροι, φροντιστές μέσης εκπαίδευσης και ξένων γλωσσών, ψυχολόγοι, εκδοτικοί οίκοι και ότι άλλο επάγγελμα ή ειδικότητα μπορείτε να φανταστείτε, προσφέρουν «δωρεάν» τις υπηρεσίες τους σε ανθρώπους που δήλωσαν από πριν στους ραδιοφωνικούς σταθμούς ότι έχουν ανάγκη και δέχονται τη «δωρεάν» προσφορά από τους παραπάνω επαγγελματίες.

Τα ονόματα των επαγγελματιών αναρτώνται στις ιστοσελίδες των σταθμών και ανακοινώνονται στον «αέρα» κατά τη διάρκεια της ροής των προγραμμάτων των ραδιοφωνικών σταθμών. Το όλο εγχείρημα βαφτίζεται ως πρόγραμμα κοινωνικής προσφοράς ή αλληλεγγύης προς τους συνανθρώπους μας.

Οι ενστάσεις που υπάρχουν είναι πολλές και έχουν να κάνουν με το ενδεχόμενο το όλο εγχείρημα να είναι, ουσιαστικά, ένας άλλος τρόπος προβολής και διαφήμισης των επαγγελματιών και εταιριών που ντύνεται με «ανθρώπινο» και «κοινωνικό» προσωπείο για να έχει μεγαλύτερη πρόσβαση στις συνειδήσεις των ακροατών.

Έτσι κι αλλιώς για κάποιες κατηγορίες επιχειρήσεων υπήρχε η δυνατότητα της «δωρεάν» προσφοράς με αντάλλαγμα κάποιες φοροελαφρύνσεις.

Θα υποστηρίξει κάποιος πως, αφού κάνουν το καλό, γιατί να μην έχουν κι εκείνοι κάποιο όφελος;

Μα τότε δε μιλάμε για καλοσύνη αλλά για συναλλαγή. Όποιος θέλει να βοηθήσει και τίποτε παραπάνω δεν θέλει ούτε απαιτεί να ανακοινωθεί δημοσίως το όνομά του. Προσφέρει αυτό που μπορεί χωρίς ποτέ κανείς να μάθει ποιος έκανε την προσφορά. Αν γίνεται γνωστό ποιος έκανε την προσφορά τότε μιλάμε για διαφήμιση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για «εναλλακτική μορφή διαφήμισης» αλλά όχι για κοινωνική προσφορά.

Άλλωστε το να προσφέρεις, για παράδειγμα, δωρεάν μαθήματα σε έναν μαθητή λυκείου μιας περιοχής, σε τίποτα δεν βελτιώνει τη θέση των υπόλοιπων μαθητών που βρίσκονται στην ίδια οικονομική κατάσταση με τον έναν «τυχερό». Το ζητούμενο είναι να υπάρχει δυνατότητα να βοηθηθούν όλοι οι μαθητές που έχουν ανάγκη πρόσθετης βοήθειας πέραν του σχολείου. Όμως, η ενισχυτική διδασκαλία και η πρόσθετη διδακτική στήριξη που μπορεί να ήταν μία λύση, θυσιάστηκαν για να μην χάσουν τα κέρδη τους οι δανειστές μας.

Είναι το λιγότερο υποκρισία, να γίνονται περικοπές μισθών, καταργήσεις συλλογικών συμβάσεων και απολύσεις, από τη μία, και από την άλλη να προσφέρονται με «κοινωνική ευαισθησία» ψίχουλα αγάπης στους συμπολίτες μας για να μπορέσουν, δήθεν, να ξεπεράσουν την κρίση. Μα η κρίση δημιουργήθηκε από τα αφεντικά, τους «επενδυτές» και τους πολιτικούς υφισταμένους τους και όχι από τον κόσμο.

Ας αφήσουν λοιπόν ήσυχους τους ανθρώπους να τα βγάλουν πέρα με την ανέχεια χωρίς να ποδοπατούν την περηφάνια και την αξιοπρέπειά τους. Ας μας αφήσουν ήσυχους να χτίσουμε πάλι τα όνειρά μας. Σ’ αυτά δεν θα έχει θέση κανένας από τους παραπάνω «σωτήρες».

 

Πολίτες αγανακτισμένοι αλλά ακόμη όχι επικίνδυνοι

Πολίτες αγανακτισμένοι αλλά ακόμη όχι επικίνδυνοι

Του Χρήστου Επαμ. Κυργιάκη

 

 

 

 

Πολλά γράφτηκαν, άλλα τόσα ειπώθηκαν και ακόμη περισσότερα προβλήθηκαν σε σχέση με τους αγανακτισμένους πολίτες που γέμισαν και εξακολουθούν να γεμίζουν τις πλατείες.

Ανεξάρτητα από τη γνώμη που έχει σχηματίσει ο καθένας για τον συγκεκριμένο τρόπο διαμαρτυρίας αυτών των πολιτών, για τα όσα υποστηρίζουν και κυρίως για τον προσανατολισμό των κινητοποιήσεων αυτών, υπάρχουν ζητήματα τα οποία διατυπώνονται καλοπροαίρετα από πολλές πλευρές, στα οποία αξίζει να σταθούμε για λίγο.

 

– Περί μούντζας

 

Προφανώς η μούντζα λειτουργεί εκτονωτικά όταν μάλιστα συνοδεύεται από προτάσεις ή λέξεις που ικανοποιούν και την αίσθηση της ακοής. Επίσης προφανώς, οι μούντζες δεν λύνουν τα προβλήματα γιατί θα έπρεπε, εδώ και καιρό, να είχαν λύσει το κυκλοφοριακό πρόβλημα στις μεγάλες πόλεις.

Πιστεύει κανένας πως ενοχλούνται από τις μούντζες οι μνημονιακοί βουλευτές; Μήπως τους κάνουν να ντρέπονται ή μήπως τους δημιουργούν ενοχές;

Ασφαλώς όχι. Σίγουρα όχι. Αν ένιωθαν αισθήματα ντροπής, αν είχαν αυτοσεβασμό δεν θα υπέγραφαν ότι τους πρόσταζαν ούτε θα σήκωναν, συμφωνώντας, το χέρι τους σε νομοσχέδια που διαλύουν κάθε κοινωνικό κράτος και κάθε κράτος πρόνοιας.

Άρα, η μούντζα, στην προκειμένη περίπτωση, τους βολεύει όλους αφού και εκτονώνει και δεν βλάπτει αυτούς προς τους οποίους απευθύνεται αφού το πολιτικό τους DNA έπαθε μετάλλαξη ώστε να μην «μολύνεται» με μούντζες ή άλλες χειρονομίες.

 

– Περί ελεύθερης έκφρασης και ελευθερίας γενικά.

 

Παρουσιάζεται έντεχνα και καθόλου τυχαία από τα κυρίαρχα ΜΜΕ πως η συγκέντρωση των πολιτών στις πλατείες αποτελεί απόδειξη για το ότι το δημοκρατικό μας πολίτευμα λειτουργεί άψογα αφού μπορούν με τον τρόπο αυτό, οι άνθρωποι να εκφράζονται ελεύθερα. Μιλάνε για ελευθερία έκφρασης και λόγου με αφορμή τις συζητήσεις στις πλατείες.

Ο Μαρξ έλεγε πως «οι εργάτες νιώθουν ελεύθεροι μόνο όταν βρίσκονται μακριά από το χώρο εργασίας τους». Τι γίνεται όμως μέσα στους χώρους εργασίας ;

Αυτό ακριβώς είναι το ζητούμενο. Ο εργαζόμενος, ειδικά στον ιδιωτικό τομέα, δεν μπορεί, όχι μόνο να μουντζώσει, αν και θα το ήθελε πολλές φορές, το αφεντικό του  αλλά ούτε καν να εκφράσει ελεύθερα τις όποιες αντιρρήσεις μπορεί να έχει για την πορεία, το σχεδιασμό αλλά και τις συνθήκες εργασίας. Αυτό συμβαίνει όχι λόγω ευγένειας αλλά λόγω του μπαμπούλα της απόλυσης εκ μέρους του εργοδότη-αφέντη.

Στον δημόσιο τομέα, που τα πράγματα είναι κάπως καλύτερα, επιχειρείται με την άρση, κυρίως, της μονιμότητας να ισχύσει το ίδιο καθεστώς που ισχύει και στον ιδιωτικό τομέα.

Θέλουν τις απολύσεις στο δημόσιο, όχι για να διώξουν τους τεμπέληδες, όπως ισχυρίζονται, αλλά για να μπορούν να πνίγουν κάθε αντίθετη φωνή. Η πραγματική ελευθερία έκφρασης περνάει, επομένως, υποχρεωτικά μέσα από την κατάργηση του ίδιου του συστήματος εργοδότες-εργαζόμενοι που στηρίζεται στο φόβο και τον τρόμο του εργαζόμενου.

Ας σταματήσουν λοιπόν να κλαψουρίζουν οι διάφοροι Καψήδες και Πρετεντέρηδες, πως τάχα ζούμε σε καθεστώς στο οποίο όλοι μπορούν να εκφράζονται ελεύθερα.

Όσο οι πολίτες δεν αμφισβητούν τα θεμέλια του πολιτικού μας συστήματος, η εξουσία δεν έχει κανένα λόγο να τα βάλει μαζί τους. Ίσα-ίσα, δεν έχει πρόβλημα να τους δίνει και βήμα στις διάφορες τηλεοπτικές εκπομπές και συζητήσεις που γίνονται και σε κάποιες περιπτώσεις να προβάλλει τις αντιδράσεις τους, ως πρότυπο υγειούς αντίδρασης. Αυτό δεν σημαίνει ότι κανένας από αυτούς που συρρέουν στις πλατείες δεν θέλει αλλαγές στο πολιτικό σύστημα. Το αντίθετο συμβαίνει. Όμως το θέμα δεν είναι να φύγουν οι κλέφτες και να έρθουν οι ληστές.

 

– Περί δημοκρατίας

 

Η ανταλλαγή απόψεων, οι συζητήσεις και η αντιπαράθεση ιδεών ασφαλώς και λαμβάνει χώρα στις πλατείες. Διαμορφώνεται όμως μια άλλη πολιτική ή πολιτισμική κουλτούρα; Αν ναι τότε αξίζει τον κόπο. Δεν είναι τυχαίο αυτό που έλεγαν οι ναζί:

«Όταν ακούω τη λέξη κουλτούρα, το χέρι μου πάει αμέσως στο πιστόλι».

Η δημοκρατία υπάρχει ή όχι με βάση το πώς παίρνονται οι αποφάσεις, κατά πόσο ελέγχονται αυτοί που παίρνουν τις αποφάσεις και πόσο συχνά.

Στη σημερινή εποχή το κεφάλαιο δεν διαμορφώνει μόνο το μέσο καταναλωτή αλλά και το μέσο πολίτη, χρησιμοποιώντας αυτούς που ελέγχουν τη ροή των πληροφοριών, αλλά και την ίδια την πληροφόρηση και αυτούς που δημιουργούν και διακινούν τα έργα των διαφόρων μορφών τέχνης.

Δεν ενοχλείται το πολιτικό σύστημα, ακόμη και αν αμφισβητείται το σημερινό κομματικό μοντέλο διακυβέρνησης της χώρας από τις συναθροίσεις των πολιτών στις πλατείες στο βαθμό που οι συναθροίσεις αυτές δεν αμφισβητούν την ουσία της διακυβέρνησης της χώρας η οποία στηρίζει την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Όταν οι «αγανακτισμένοι» γίνουν «επικίνδυνοι» τότε θα αρχίσει η συκοφάντησή τους. Είναι το αλάνθαστο σημάδι ότι θα έχουν αποκτήσει το σωστό προσανατολισμό. Το έργο έχει ξαναπαιχτεί.

 

 

Ο Μήτσος η Κατίνα και η … Λάβρα

Ο Μήτσος η Κατίνα και η … Λάβρα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Ο κυρ Μήτσος (Μ) και η κυρά Κατίνα (Κ) ήταν πολύ αγαπητοί στο χωριό. Φτωχοί άνθρωποι με πατημένα τα 60 καλλιεργούσαν τα λίγα χωραφάκια που είχαν και φρόντιζαν με πολύ αγάπη τη Μαριγούλα την κατσίκα τους και τη Φλώρα την αγελάδα τους.

Σήμερα ήταν μες στην καλή χαρά γιατί θα ερχόταν στο χωριό ο κανακάρης τους, ο μονάκριβος Βαλάντης (Β) τους που σπούδαζε στο τμήμα γλωσσολογίας στο πανεπιστήμιο τα τελευταία 7 χρόνια. Η χαρά τους ήταν διπλή γιατί τους μήνυσε πως θα έφερνε μαζί του και μια κοπέλα τη Λάουρα (Λ).

Μ : Πώς σίπι το πιδί ότι τη λεν την κουπέλα;

Κ : Δεν κατάλαβα Μήτσίου. Δεν άκγα κι καλά. Σα να μίπι ότι τη λένι Λάβρα.

Μ : Λιες να κρατάει η σκούφκιατς απ’ την Αγία Λάβρα;

Κ : Δεν ξιέρω. Θαρθεί το πιδί κι θα μας πει.

Κόκορα κοκκινιστό με μακαρόνια μαγείρεψε η κυρά Κατίνα για να τους φιλέψει. Δεν πέρασε πολύ ώρα και εμφανίστηκε και ο μονάκριβός τους συνοδευόμενος από τη Λάουρα. Μια ξανθιά όμορφη κοπέλα που φόραγε μια μίνι φούστα τζιν και ήταν λιγότερα αυτά που έκρυβε από αυτά που άφηνε να δεις και μπλουζάκι με ντεκολτέ που έφτανε μέχρι τα γόνατα.

Λαχτάρησε ο κυρ Μήτσος σαν την είδε.

Μ : Καταραμένη κρίση. Αχ κορτσάκι μου! Σι θέρσι η φτώχια. Δεν σιέφταναν τα λιπτά να παρς λίγου ύφασμα ακόμα. Μη σι νοιάζει. Έχει η Κατίνα ένα κομμάτι να του μπουλιάσουμι.

Λ : Βαλ, τι λέγει ο παππούς;

Β : Έλα βρε πατέρα! Τι είναι αυτά που λες; Έτσι είναι η μόδα στην Αθήνα για τους νέους.

Κ : Άσι τα πιδιά ήσυχα Μήτσιου μ τώρα, θα τα κουπεί η όριξι. Σας έκανα έναν κόκορα κοκκινιστό, άλλου να σας λέου κι άλλου να τρώτι.

Β : Ποιον εκείνο το φασαριόζο που μας ξυπνάει από τα χαράματα;

Κ : Όχι εκείνουν. Τουν άλλουν τουν νταμαρλή που πάεινι στις κότις τς Απουστόλους δίπλα.

Αφού έφαγαν «τα παιδιά» μέχρι σκασμού και δεν άφησαν ούτε κοκαλάκι για δείγμα, κάθησαν για λίγο αναπαυτικά στις καρέκλες και άρχισαν τις περιπτύξεις. Και να τα χαϊδέματα και να τα γλωσσόφιλα και να τα μάτσα μούτσα. Στραβοκατάπιε ο κυρ Μήτσος σαν τα είδε και πήγε να πνιγεί.

Κ : Α ρε Μήτσιου! Μια ζουή βιάζισι στου φαΐ. Σιγά-σιγά να μασάς κι να του ξαναμασάς, όπους η Φλώρα. Τα ζα έχουν πιρισσότιρο μυαλό μη φαίνιτι.

Β : Καλά σου λέει η μάνα βρε πατέρα. Μάσα αργά για να κερδίζεις σε γεύση.

Μ : Σαν κι σιένα πιδίμ, που παραλίγου να σι φύγουν τα τσιαούλια απ’ την πουλλή βιασύνη;

Β : Πατέρα μας παρεξήγησες. Η Λάουρα ένα έτος μεγαλύτερη από μένα και με βοηθάει να περάσω ένα δύσκολο μάθημα στο πανεπιστήμιο. Πρέπει να εκπαιδεύσω τη γλώσσα κατάλληλα για να μπορέσω να αρθρώσω κάτι δύσκολους φθόγγους.

Μ : Ιγώ είδα ότι σιέκανι τη γλώσσα φιόγγου. Τώρα τι φθόγγους μι λιες ισί δεν ξέρου.

Με την κουβέντα πέρασε η ώρα χωρίς να το καταλάβουν, είχαν φτάσει και αργά στο χωριό και με τα στομάχια γεμάτα «τα παιδιά», ζήτησαν να πάνε για ύπνο. Η κυρά Κατίνα είχε το κρεβάτι έτοιμο στρωμένο, με τα «καλά» σεντόνια για να τους ευχαριστήσει.

Κ : Άντι Μήτσιου, να γύρουμι κι μεις γιατί αύριου έχει ξύπνημα απ΄τα χαράματα πάλι.

Κι ενώ η νύχτα ήσυχη και δροσερή έριξε το μαύρο της πέπλο και ο ύπνος είχε αγκαλιάσει το Μήτσο και την Κατίνα, ξαφνικά…

Κ : Μήτσιουμ, σήκου γλήγουρα.

Μ : Τι έπαθις μαρή κι μι λαχτάρσις;

Κ : Σήκου. Δεν ακούς του πιδί που γκοσουμανάει κι βουγκάει σα να του σφάζουν;

Μ : Ε, μι τόσου που έφαγι τι θα πάθινι; Μπα, αυτό βουγκάει πουλύ. Κι η Λάβρα του ίδιου. Πάει, τα δηλητήριασις τα πιδιά. Πάμι να δούμι.

Κ : Στέκα λίγου να βάλου τη μαντίλα, μη μι δει κι η Λάβρα ξιμαντήλωτη και τι θα πει του κουρίτσι.

Μ : Άσι τη μαντίλα τώρα κι πάμι.

Τρέχοντας έφτασαν έξω από το δωμάτιο των αλλά τα αγκομαχητά όλο και δυνάμωναν. Μπαίνουν και οι δυο τους μέσα και βλέπουν τη Λάουρα να κάθεται… πάνω στον ξαπλωμένο Βαλάντη.

Μ : Ούι! Σήκου μαρή σκύλα πάνου απ’ το παιδί κι είσι κι ξιβράκωτη. Έτσι όπους έκατσις πάνου στου στουμάχι του πιδιού, θα του βγει ου κόκορας που έφαγι. Δεν τουν ακούς τόση ώρα που βουγγάει;

Κ : Πάει, του ξέκανι του πιδί!

Β : Τι είναι αυτά που λέτε και οι δυο σας; Τρελαθήκατε; Η Λάουρα μου κάνει μασάζ στο στομάχι για να μου διευκολύνει τη χώνεψη. Έφαγα πολύ και μ’ έπιασε βαρυστομαχιά. Αυτό είναι όλο.

Μ : Πουλύ μαναχά. Έναν τέλου έφαγις, όχι πουλί.

Κ : Αχ, παιδάκι μου. Να σι φλαν οι αγίοι κι ούλα τα μαναστήρια.

Λ : Χα, χα, χα. «Μαναστήρια», χα, χα, χα. Ξενέρωσα τώρα!

Β : Ναι βρε μάνα. Μοναστήρια τα λένε όχι μαναστήρια.

Κ : Αλήθεια; Μαναστήρια τα λεν κι ξέρς γιατί; Ιπιδή γιμίζουν απού τάματα που παένουν οι μανάδις για τα πιδιά τς. Ρώτα κι μένα πόσα πήγα;

Με τα πολλά κίνησε το ηλικιωμένο ζευγάρι να πάει να συνεχίσει τον ύπνο του. Ρίχνοντας, βιαστικά κάτι πάνω του, τους ακολούθησε και ο Βαλάντης.

Β : Πατέρα, έλα λίγο έξω γιατί θέλω να σου μιλήσω.

Μ : Τι είνι πιδίμ; Δεν σιέπιασι του μασάζ τς Λάβρας;

Β : Έλα ρε πατέρα τώρα, άσε τα αστεία. Θέλω να σου μιλήσω σοβαρά. Χρειάζομαι επειγόντως 10 χιλιάδες ευρώ.

Μ : Πόσα; 10 χιλιάδες είπις ή κφάθκα ντιπ; Για τι τα πέρασις τα ευρά για πλτανόφλλα;

Β : Πατέρα είναι για καλό σκοπό.

Μ : Δε μπα νάνι και για σκουπό απού κλαρίνου. Που να τα βρου πιδάκι μ κι τι σκουπός καλός είνι αυτός κι ίνι τόσου ακριβός;

Β : Να, πρόκειται για τη Λάουρα. Παίρνει το πτυχίο της το Σεπτέμβριο και θέλει να κάνει μεταπτυχιακό στη γλωσσολογία και στην ανωτάτη μασαζική. Αν δεν ήταν αυτή πριν να μου κάνει μασάζ στο στομάχι μου, θα είχα σκάσει. Θα τον έχανες το γιο σου.

Προβληματίστηκε ο κυρ Μήτσος αλλά κουβέντα δεν θα έλεγε στην κυρά Κατίνα.

Μ : Σύρι να κοιμθείς τώρα κι τα λέμι αύριο.

Την άλλη μέρα το πρωί, ο Βαλάντης και η Λάουρα απολάμβαναν στη βεράντα του σπιτιού τον καφέ που τους ετοίμασε με μοναδική μαστοριά η κυρά Κατίνα. Να΄σου και ο κυρ Μήτσος κάθεται στη συντροφιά και παραγγέλνει στη γυναίκα του να του φτιάξει και κείνου έναν καφέ.

Κ : Κι άλλουν θα πιεις Μήτσιου; Θα σι πειράξει στα νεύρα.

Έφυγε η κυρά Κατίνα και ο κυρ Μήτσος βρήκε την ευκαιρία να τα πει λίγο με «τα παιδιά».

Μ : Λοιπόν Βαλάντιμ. Θα στα δώσου τα λιφτά.

Β : Μπράβο πατέρα. Το΄ξερα ότι είσαι μεγάλη καρδιά.

Λ : Αχ, ναι κύριε Μήτσε. Αυτό μου έλεγε ο Βαλ μου. Το παραδάκι το έχουμε στο τσεπάκι μου έλεγε!

Μ : Στέκα να μι ακούσεις πρώτα. Θα στα δώκου τα λεφτά αλλά θέλου πρώτα να βιβιουθού ότι θα πιάσουν τόπου κι ότι αξίζει τουν κόπου να πλήσου τη Μαριγούλαμ, τη Φλώραμ κι τα λίγα χωραφάκια που έχουμι.

Β : Και πώς θα γίνει αυτό;

Μ : Εύκολου είναι. Θα ΄ρθει η Λάβρα να λύσι κι τη δικιάμ τη γλώσσα όπως έλυνι χθες τη δικιάς κι να μη κάνει κι μένα μασάζ στου στομάχι όπως έκανι κι σι σένα για να δυο την τέχνητς. Έχου κάτι καούρις τώρα τιλιτεύα. Ένα μασαζάκι τς Λάβρας θα μι κάνει πιρδίκι αν είνι τόσου καλή όσου λιες.

Λ : Κύριε Μήτσε με προσβέλνετε;

Β : Πατέρα τι είναι αυτά που λες; Δεν ντρέπεσαι;

Μ : Ιγώ ρε λουπουδύτη ή ισί πρέπει να ντρέπισι; Έλα δω συ κουρίτσιμ. Πάρι αυτά τα 100 ευρώ για τα εισιτήρια στο λιουφουρείου κι άντι να βρεις κανιέναν άλλουν χαλβά να μαδήσεις. Ου Βαλάντς τιλίουσι. Όσου για σιένα κανακάρημ, απαρατάς απού σήμιρα τη γλωσσουλουγία κι αρχνάς τη βαμπακουλουγία;

Β : Τι είναι αυτό;

Μ : Θα στου μάθου ιγώ από αύριου στου χουράφι, μη σκας.

Φτάνοντας η κυρά Κατίνα με τον καφέ στο χέρι, βλέπει τη Λάουρα να φεύγει κλαίγοντας και τα βάζει με τον άντρα της.

Κ : Τι έκανες πάλι Μήτσιου. Γιατί το΄διουξις του κορίτσι. Γιατί φεύγει κλαμένη η Λάβρα;

Μ : Άντι κι συ χαζομψόχαζη. Δεν έδιωξα τ΄Λάβρα. Τ΄Μαριγούλα κι τ΄Φλώρα γλύτουσα. Άντι, όπουτι καταλάβς πέστου κι σι μας.

Έτσι, η καημένη η Μαριγούλα με τη φίλη της τη Φλώρα συνέχισαν να απολαμβάνουν τη φροντίδα του Μήτσου και της Κατίνας προσφέροντας το γάλα τους για αντάλλαγμα. Όσο για το Βαλάντη… Κάπου βρίσκεται χωμένος μέσα στις βαμβακιές. Αύγουστος βλέπετε. Τώρα πέφτουν τα τελευταία ποτίσματα

 

 

Χρήστος Κυργιάκης

 

 

 

 

Νύχτα στάσου μια στιγμή…

Νύχτα στάσου μια στιγμή…

Του Χρήστου Επαμ. Κυργιάκη

 

Πάντα σου άρεσε η νύχτα, πάντα μισούσες το σκοτάδι, ιδιαίτερα το σκοτάδι των ψυχών. Εκείνο το κατάμαυρο πέπλο που απλώνεται κάποιες φορές, πολλές φορές, σε όλο το σώμα και μουδιάζει το μυαλό και την καρδιά.

Και τότε, το αίμα παγώνει, το μυαλό σαλεύει, η καρδιά παύει να χτυπά στους επίγειους γνωστούς ρυθμούς και αναζητάς επίμονα ένα τσιγάρο. Ψευδαίσθηση για άλλη μια φορά. Αρκεί να ξεφύγεις από την πραγματικότητα, αρκεί να πάψεις να πονάς, γιατί ο πόνος θα φέρει τη λύτρωση κι εσύ δεν τη θες. Αν ήθελες τη λύτρωση θα κοίταζες το φεγγάρι, θα ακουμπούσες τα αστέρια αλλά ποτέ μα ποτέ δεν θα αναζητούσες απεγνωσμένα να κάψεις τις θύμησες στη μισοπεθαμένη φλόγα του τσιγάρου.

Αν ήθελες τη λύτρωση θα έβλεπες κατάματα την πραγματικότητα, θα πήγαινες μια βόλτα στην αθέατη πλευρά του φεγγαριού, εκεί που η νύχτα δεν μπορεί να κρύψει την αλήθεια, εκεί που το φως δεν μπορεί να σε τυφλώσει, εκεί που βλέπεις με τα μάτια της ψυχής και ακούς με τα αυτιά της σιωπής.

Πάει καιρός από τότε που ξέθαψες για τελευταία φορά το «θέλω» σου και το έθαψες πάλι γιατί τρόμαξες. Φοβήθηκες μη μεγαλώσει, μην αρχίσει τις απαιτήσεις. Σκιάχτηκες μήπως σου διαγράψει τα χρόνια μιας ολόκληρης ζωής ή μάλλον τη ζωή τόσων και τόσων χρόνων.

Να πάρει η οργή, και ζούσες τόσο ήρεμα όλα αυτά τα χρόνια, μες στην ευτυχία ή μάλλον μέσα σε ότι ήθελες να νομίζεις πως ήταν ευτυχία ή μέσα σε ότι σου έλεγαν πως πρέπει να νιώθεις ως ευτυχία.

Γελούσες πολλές φορές ενώ ήθελες να κλάψεις και έκλαιγες με πράγματα που σου ερχόταν να γελάσεις.

Έδωσες υποσχέσεις και τις κράτησες, ορκίστηκες και άντεξες, σου έδωσαν υποσχέσεις και δεν τις  τήρησαν, ορκίστηκαν και έσπασαν. Μεγάλη η πίεση, δεν άντεξαν. Ούτε κι εσύ άντεξες να τους βλέπεις να μην αντέχουν. Πρόσωπα αγαπημένα, πρόσωπα λατρεμένα, πρόσωπα, τελικά τόσο απρόσωπα.

Η νύχτα στα μισά της, η δική σου στο τέλος της.

Κρίμα, κι άρχισες να βλέπεις τόσο ξεκάθαρα. Ίσως φταίει λίγο το αλκοόλ, ίσως φταίει το λίγο αλκοόλ, ίσως το φεγγάρι που είναι μικρό και σ’ αφήνει να βλέπεις λίγο και τους αστερισμούς γιατί σαν έχει πανσέληνο δεν βλέπεις τίποτε άλλο στον ουρανό, παρά μόνο τον φεγγάρινο δίσκο.

Τι κρίμα! Κι έχει τόσα αστέρια ο ουρανός, ακόμη και σε πανσέληνο. Μόνο που…δεν φαίνονται, δεν μπορείς να τα δεις ακόμη και αν θέλεις.

 

Της μούσας μου τα καμώματα

Της μούσας μου τα καμώματα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Κοιτάζω για έβδομη φορά το ρολόι μου και για έβδομη φορά ξεφυσάω από θυμό. Η ώρα πήγε 23:48 και εκείνη ακόμα να φανεί.

Παρόλο που έχω ακονίσει τη χρυσή μου πένα, παρόλο που έχω φορέσει τις επίχρυσες δαχτυλήθρες μου και είμαι έτοιμος να ξεσπάσω στο πληκτρολόγιο, εκείνη δεν έχει φανεί ακόμα. Το τελευταίο διάστημα με στήνει όλο και περισσότερες φορές, όλο και περισσότερη ώρα. Απόψε όμως ξεπέρασε κάθε προηγούμενο. Έχει καθυστερήσει ήδη δύο ώρες και ακόμη δεν έδωσε σημεία ζωής.

Καθισμένος στο μπαλκόνι με τον ιδρώτα να κυλάει σε όλο μου το κορμί προσπαθώ να δώσω μια εξήγηση. Κάποιος θόρυβος, γνώριμος, ακούγεται…

«Έλα χριστιανή μου και δεν αντέχω άλλο. Με έχεις αφήσει με την πένα στο χέρι τόσες ώρες», της λέω θυμωμένος.

«Τρελλάθηκες;», μου λέει. «Τι θα πει ο Δίας αν σε ακούσει;»

«Τι εννοείς;», της λέω.

«Θα νομίσει ότι αλλαξοπίστησα. Ξέχασες ότι είμαι μια απλή μούσα και τίποτα παραπάνω;»

«Εσύ ξέχασες ότι χωρίς εσένα δεν μπορώ να γράψω ούτε μισή γραμμή;»

«Εντάξει, μη γκρινιάζεις. Βάλε μου ένα ουϊσκάκι σε παρακαλώ, με μπόλικα παγάκια. Α! Που’σαι; Και λίγο σαλαμάκι αν υπάρχει.»

«Τρελάθηκες μούσα μου; Μου ήρθες ντίρλα μες στα βαθιά μεσάνυχτα και αντί να μου φέρεις έμπνευση, μου ζητάς ουίσκι με σαλαμάκι;»

«Κοίτα! Μη μου φέρεις κανένα ουίσκι από αυτά της σειράς. Από το Ιρλανδέζικο να μου βάλεις, από αυτό που σου έφερε ο Αντρέας τις προάλλες.»

«Με παρακολουθείς μούσα μου; Και για να έχουμε καλό ρώτημα, γιατί άργησες να φανείς;»

«Τι να κάνω; Δε σας προλαβαίνω όλους. Βλέπεις, τώρα με την κρίση το ρίξατε όλοι στη συγγραφή και βγάζετε τα απωθημένα σας. Κουτσοί στραβοί, όλοι με ένα μολύβι στο χέρι και γράφετε.»

«Πάντως εγώ θα σου κάνω καταγγελία στο σωματείο σου.»

«Άστα. Μην το ψάχνεις. Και οι δικοί μας οι μουσάτοι συνδικαλιστές, προσκυνημένοι είναι.Έχασες φίλε! Λοιπόν, για να τελειώνουμε. Να μείνω ή να φύγω;»

«Να φύγεις. Στα τσακίδια να πας. Έτσι κι αλλιώς είτε με σένα είτε χωρίς εσένα, τις ίδιες αηδίες γράφω. Να φανταστείς, ούτε η γυναίκα μου δεν τα διαβάζει αυτά που γράφω, παρόλο που έχω προσπαθήσει να τη δωροδοκήσω. Ξέρεις, λουλούδια, μπιζού. Αλλά αυτή τίποτα.»

«Εντάξει, φεύγω. Έτσι κι αλλιώς απόψε έχω συνάντηση με όλους τους αποτυχημένους.

«Μόνο, πριν φύγεις, για να μην πάει χαμένο και το σαλαμάκι. Κάτσε να τελειώσουμε το μπουκάλι και μετά συνεχίζεις. Έτσι κι αλλιώς, ή πας ή δεν πας, αποτυχημένοι θα μείνουν!»

 

 

 

 

Μια αληθινά φανταστική ιστορία

Μια αληθινά φανταστική ιστορία

Του Χρήστου Επαμ. Κυργιάκη

 

«Σαν έρθει η ώρα, η μεγάλη, η άγια, όλοι θα το καταλάβουν αφού ψηλότεροι θα έχουν γίνει και δυνατοί όσο ποτέ θα έχουν νιώσει»

 

Ήταν πρωί, θαρρώ φθινόπωρο γιατί μετά ήρθε ο χειμώνας και παρέμεινε.

Ήταν οι ίδιοι που είχαν ξανάρθει, κρατώντας λάβαρα, σημαίες και δώρα πολλά, τότε, κραδαίνοντας σπαθιά και γιαταγάνια, τούτη τη φορά.

Να πάρουνε τη σοδειά ζητούσαν, τη φετινή μα και ότι απέμεινε από πέρσι και πρόπερσι. Να πάρουνε και το χώμα και τα παιδιά μας σκλάβους να τα κάνουν, οπότε θα μας είχαν όλους σκλάβους.

Μετά ζητήσανε να πάρουν και τα ζώα, και τα ηνία, μέχρι και τα χάμουρα που ζεύαμε τ’ άλογα.  Μέχρι και αυτά μας τα πήραν.

«Με τα χέρια» είπαν. «Με τα χέρια θα οργώνετε, με τα χέρια θα σπέρνετε και η σοδειά δική μας».

Είπαν στις γυναίκες να μην κάνουν παιδιά και στα παιδιά να μην πάνε στο σχολείο.

Το έκλεισαν το σχολείο. Το κλειδαμπάρωσαν, μαζί με τα βιβλία. Όσοι είχαν βιβλία στα σπίτια τους, τα έθαψαν βαθιά μην τα βρουν οι δυνάστες και τα ρίξουν στη φωτιά.

Έστειλαν τους δασκάλους εξορία. «Δεν χρειάζονται οι δάσκαλοι» είπαν. «Είναι επικίνδυνοι και όλο προβλήματα δημιουργούν. Άλλωστε τα χωράφια δεν θέλουν γράμματα».

Μάζεψαν τους κατσαπλιάδες των γύρω χωριών και τους έδωσαν αξιώματα μαζί με τα κλειδιά και τα τεφτέρια.

Έστειλαν τελάληδες παντού αναζητώντας τους πιο καλούς κλέφτες, που δεν τους έπιανε το μάτι σου για τέτοιους, που έκοβες το δεξί σου χέρι πως είναι άνθρωποι άγιοι. Τους έκαναν κυβερνήτες, κουμανταδόρους και αρχιεισπράκτορες.

Έβγαλαν φιρμάνι πως όποιος διαμαρτυρηθεί θα έχει μπελάδες μεγάλους. Θα του πάρουν ακόμη και το σπίτι και θα τον στείλουν στο διπλανό χωριό για να ζήσει. Εκεί που δεν είχαν οι κάτοικοι ούτε σπίτι, ούτε χωράφι μα ούτε και όνομα. Μόνο έναν αριθμό είχε ο καθένας.

Έφεραν παιδιά αμούστακα από μέρη μακρινά, τους έδωσαν από ένα σιδερένιο σπαθί και τους διέταξαν να εξουσιάσουν. Πήραν τα παιδιά τα σπαθιά στα χέρια τους και χτυπούσαν τα άλλα παιδιά, τα παιδιά του χωριού που ζητούσαν να ανοίξει το σχολείο και να γυρίσουν πίσω οι δάσκαλοι.

Χτυπούσαν και τους γέρους που ζητούσαν λίγο από τον κόπο μιας ζωής.

Χτυπούσαν και τους χωρικούς που ήθελαν πίσω τον ιδρώτα τους.

Μέρες πολλές, ούτε που θυμάμαι πόσες, κράτησε το κακό. Γλυκό ψωμί, εκείνες τις μέρες , δεν έφαγαν οι χωρικοί, όταν υπήρχε κι αυτό.

Μέχρι που ένα πρωί ακούστηκε μια φωνή που τάραξε τις ψυχές και τα μυαλά των χωρικών και έκανε αυτούς με τα αξιώματα να τρέμουν.

«Φτάνει πια» είπε η φωνή. «Τα δρεπάνια στα χέρια και όλοι στην πλατεία. Ή αυτοί ή εμείς»

Σάστισαν οι χωρικοί, σάστισαν και οι κατσαπλιάδες και όλο το κλεφτολόι που είχε μαζευτεί στο χωριό και ζήτησαν από τα αμούστακα παιδιά με τα σπαθιά να χτυπήσουν στο ψαχνό.

Μα οι χωρικοί ήταν πολλοί. Δεν ήταν ούτε ένας ούτε δύο. Ήταν οι περισσότεροι. Κάποιοι έμειναν στις καλύβες τους, έκλεισαν πορτοπαράθυρα και περίμεναν να περάσει η μπόρα. Προσεύχονταν για να νικήσουν οι συγχωριανοί τους μα δεν βρήκαν το κουράγιο να βγουν έξω.

Σαν έφτασε το μεσημέρι, όλο το κλεφτολόι που ρήμαζε τόσες μέρες το χωριό, άρχισε να τρέχει για να προφτάσει να φύγει και να γλυτώσει από την οργή των χωρικών.

Οι περισσότεροι πήγαν στα διπλανά χωριά και κάποιοι άλλοι σε άγνωστα, για τους χωρικούς, μέρη.

Κάποιοι, πέταξαν τεφτέρια, σπαθιά, κλειδιά και ότι άλλο είχαν που να θυμίζει ποιοι ήταν και ανακατεύτηκαν με τους χωρικούς. Άρπαξαν ένα δρεπάνι στο χέρι και έκαναν πως έδιωχναν τους δυνάστες.

Είχαν κατά νου να αρχίσουν πάλι τις κλεψιές όταν τα χωράφια του χωριού θα γέμιζαν σοδειές, όταν το σχολείο θα λειτουργούσε ξανά και οι δάσκαλοι θα ήταν πάλι στις θέσεις τους.

Όμως άδικα περίμεναν και είχαν την ελπίδα.

Στη μνήμη των χωρικών χαράχτηκαν όλες οι μορφές των δυναστών, των κατσαπλιάδων, των κλεφτών και των αμούστακων παιδιών με τα σπαθιά. Όλοι οι χωρικοί, ήξεραν πλέον καλά, ποιος είναι με ποιον και κυρίως, την εποχή του κακού, ποιος ήταν με ποιον.

Κανένας χωρικός δεν τους έκανε παρέα. Μόνο στις επετείους της μεγάλης εξέγερσης τους άφηναν να πλησιάζουν και τους κερνούσαν, σε ένα απόμερο τραπέζι, ένα ποτήρι κρασί.

Σ.Σ

Η παραπάνω ιστορία είναι φανταστική (?) και καμία σχέση δεν έχει (?) με σημερινά πρόσωπα και καταστάσεις. Μου την αφηγούνταν ο παππούς μου όταν ήμουνα μικρός.

 

Ανθρωπόμορφες ύαινες με κοστούμια και ταγιεράκια

Ανθρωπόμορφες ύαινες με κοστούμια και ταγιεράκια

Του Χρήστου Επαμ. Κυργιάκη

Μια νύχτα θα ‘ρθει από μακριά,
αέρας Πεχλιβάνης
να μην μπορείς να κοιμηθείς,
μόλις τον ανασάνεις
θα ‘χει θυμάρι στα μαλλιά,
κράνα για σκουλαρίκια
και μες στο στόμα θα γυρνά,
ρητορικά χαλίκια

(Θ.Παπακωνσταντίνου)

Οι «ύαινες» θα πλησιάζουν ουρλιάζοντας, κάθε φορά θα ουρλιάζουν και περισσότερο. Θα δείχνουν τα δόντια τους για να σκορπίσουν το τρόμο μα τα κεφάλια τους θα είναι ανθρώπινα και θα φοράνε ακριβά κοστούμια και γραβάτες, οι αρσενικές, και σινιέ ταγιεράκια με μεταξωτά φουλάρια στο λαιμό και στους ώμους, οι θηλυκές. Θα μιλάνε γλώσσες πολλές, γλώσσες όλων των κρατών, όλων των εθνοτήτων, όλων των θρησκειών και όλων των χρωμάτων. Θα μιλάνε τη γλώσσα του λαού, μα και τη γλώσσα του Θεού, τη γλώσσα του χρήματος μα και της φτώχιας. Θα λένε ψέματα που θα μοιάζουν με αλήθειες και από όπου και αν περνάνε θα αφήνουν πίσω τους χήρες και ορφανά. Θα κλαίνε χύνοντας αίμα και όχι δάκρυα, και αντί για καρδιές θα έχουν τραπεζικές  θυρίδες που θα ανοίγουν με κωδικούς και όχι με αισθήματα.

Θα φέρουν πάλι Κατοχή, συσσίτια και πεινασμένους, άστεγους και κουρελιάρηδες, Σωτήρες που θα διαχειρίζονται την πείνα, παιδιά με φουσκωμένες, από την αφαγία, κοιλιές και φουσκωμένες, από την οργή, ψυχές.

Θα ρίχνουν στον Καιάδα άρρωστους και ανάπηρους, γέρους και ανήμπορους.

Θα σέρνουν πίσω τους κοπάδια από νυφίτσες και αρουραίους, προσωρινούς συμμάχους και μελλοντικά τους θύματα. Κοπάδια ηλιθίων που προσμένουν μερτικό από τις «ύαινες», μεζέ από τα θηρία, μέχρι να γίνουν, πριν το καταλάβουν, μεζέδες οι ίδιοι. Ποντίκια με παρωπίδες και όραση που φτάνει μέχρι τη μύτη τους με μυαλό κουκούτσι που νομίζουν πως ο κόσμος περιστρέφεται γύρω τους και κάνουν το προσωπικό τους συμφέρον καθολική ανάγκη.

Υπέρμαχοι και Υπερμαχίες, Αη Δημήτρηδες , Αη Γιώργηδες και Κομνηνοί, Χριστοί που έχουν δήθεν το χρίσμα, Χρηστοί που είναι δήθεν χρήσιμοι, προστάτες, τάχα, των πολλών, των προβάτων, των θυμάτων.

Και θα χαίρονται οι «ύαινες», που θα αφανίζουν τα θύματά τους με περισσότερη ευκολία, που θα γκρεμίζουν σχολεία και θα κλείνουν νοσοκομεία χωρίς καμία αντίδραση και δυσκολία.

Θα κατεβαίνουν την πλαγιά οι «ύαινες» και θα πέφτουν πάνω στα ανυπεράσπιστα χωριά καθώς οι άντρες των σπιτιών , αλυσοδεμένοι μες στα δάνεια και τις υποχρεώσεις θα κοιτάζουν ανήμποροι τον αφανισμό, χωρίς ούτε ένα δάκρυ να μπορούν να χύσουν.

Μέχρι τη νύχτα που «θα’ρθει από μακριά, αέρας Πεχλιβάνης» και θα σαρώσει τις «ύαινες», θα παρασύρει τα κοπάδια με τις νυφίτσες και τους αρουραίους, θα σπάσει τα δεσμά όλων, θα γκρεμίσει Τράπεζες και Υπουργεία-παραμάγαζα και θα βγάλει τον κόσμο από τα σπίτια του.

Θα είναι Βοριάς, κρύος που θα φέρει την Άνοιξη. Έρχεται! Ακούγεται η βουή του!

 

Κάθε που ο μήνας τελειώνει 10 μέρες νωρίτερα. Γαμώτο!

Κάθε που ο μήνας τελειώνει 10 μέρες νωρίτερα. Γαμώτο!

Του Χρήστου Επαμ. Κυργιάκη

 

Μήνες τώρα ψάχνει να βρει τι δεν έκανε σωστά, τι άλλο χρειάζεται να κάνει τώρα και πως πρέπει να κινηθεί στο μέλλον. Πώς του ξέφυγε έτσι ο έλεγχος, πώς τον προσπέρασε η ζωή ή μήπως εκείνος της βγήκε από δεξιά και έφυγε από το δρόμο;

Μια βόλτα με τα πόδια στους έρημους δρόμους θα ήταν ότι πρέπει για να μπορέσει να σκεφτεί. Έχει τόσο μεγάλη ανάγκη να σκεφτεί και να καταλήξει κάπου. Να καταλήξει στο γιατί έφτασε σε τόσο δύσκολη κατάσταση και πώς θα μπορέσει να βγει από αυτήν.

Ασυναίσθητα βάζει τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού του και ανακαλύπτει πως στη δεξιά του τσέπη έχει τη μοναδική του περιουσία. Πέντε ευρώ για να περάσει μέχρι το τέλος του μήνα και αυτός θέλει ακόμη άλλες δέκα μέρες.

Να ήταν μόνος του θα τα κατάφερνε, δεν το συζητάμε. Θα έτρωγε αέρα, θα έπινε μόνο νερό, θα έκανε τη «δίαιτα του μνημονίου», μα θα τα κατάφερνε.

Όμως τώρα, με τα παιδιά είναι αλλιώς. Τους έκοψε το θέατρο, τους σταμάτησε τον κινηματογράφο, δεν τους δίνει πια ούτε χαρτζιλίκι για το σχολείο. Καλά, για ρούχα και τέτοια, ούτε συζήτηση. Που να πάρει η ευχή. Το κόψιμο στο χαρτζιλίκι του στοίχισε περισσότερο από όλα. Θυμάται τα δικά του παιδικά χρόνια, ναι κάποτε ήταν κι εκείνος παιδί, σαν δεν είχε χαρτζιλίκι, όταν χτύπαγε το κουδούνι για διάλλειμα  έπιανε μια γωνιά στο προαύλιο και δεν είχε όρεξη να μιλήσει με κανέναν. Η εικόνα των παιδιών του να κάνουν το ίδιο του τρυπούσε την ψυχή.

Προχωρώντας στάθηκε στη βιτρίνα ενός καταστήματος με ηλεκτρικά είδη όπου τρεις μεγάλες οθόνες τηλεοράσεων ήταν συντονισμένες σε τρία διαφορετικά κανάλια. Δίπλα του ένα κοριτσάκι, πιασμένο από το χέρι της μαμάς, χοροπήδησε φωνάζοντας: «Κοίτα μαμά, ο Λάκης. Είδες τι φοράει στο κεφάλι;» «Ναι! Του πάει πολύ!» συμφώνησε η μητέρα του κοριτσιού.

«Έλα μαμά, θα μου πάρεις ένα μπουκάλι νερό που διψάω; Τόση ώρα στο ζητάω!» «Κάνε υπομονή να πάμε στο σπίτι. Δεν έχω ψηλά μαζί μου.» απάντησε η μητέρα και έφυγαν βιαστικά, τραβώντας τη μικρή από το χέρι.

Έμεινε με την απορία κοιτώντας το φτερωτό κατασκεύασμα που φορούσε ο «Λάκης». Ένιωθε να διψά, όπως το μικρό κορίτσι, μα δεν είχε ούτε εκείνος ψιλά για να πάρει ένα μπουκάλι νερό. Βυθίστηκε στις σκέψεις του και πάλι λες και με τον τρόπο αυτό θα εύρισκε λύση στο πρόβλημά του.

Τα βάζει πάλι κάτω και τα πιάνει από την αρχή.

Ότι χρήματα είχε μαζέψει από 20 χρόνια δουλειάς, τα έδωσε για το σπίτι και πήρε και δάνειο γιατί δεν του έφταναν. Βοήθησαν λίγο και οι συγγενείς. Τι δόση, τι ενοίκιο, σκέφτηκε. Μία η άλλη ερχόταν. Κράτησε και λίγα στην άκρη για ώρα ανάγκης, και η ζωή κυλούσε. Μέχρι που άρχισαν τα πράγματα να μαυρίζουν.

Τα δώρα εξαφανίστηκαν, οι μισθοί κοπήκαν, μετά μίκρυναν κι άλλο, η ακρίβεια ροκάνιζε σαν το ποντίκι ότι περίσσευε, βάλε που άρχισε να πληρώνει σιγά-σιγά γιατρούς και φάρμακα, το μηνιάτικο δεν έφτανε και έβαλε χέρι σε κείνα τα λίγα που είχε για ώρα ανάγκης, αφού η ανάγκη, νάτη εμφανίστηκε και τον χαιρετούσε. Τα «έτοιμα» κάποια στιγμή τελείωσαν, δεν ήταν δα και 2,4 εκατομμύρια ευρώ, για να κρατήσουν για πολύ!

Εδώ και μερικούς μήνες η ζωή η δική του και της οικογένειάς του, έχει μειωθεί κατά το 1/3, αφού 10 μέρες περίπου πριν λήξει ο μήνας, τελειώνουν τα λεφτά.

Η αλήθεια είναι ότι πολλές φορές του πέρασε από το μυαλό να πάρει ένα σχοινί και να πάει να δεθεί σε ένδειξη διαμαρτυρίας στις κολώνες της Βουλής ή να κάνει κάτι μπας και κινητοποιηθούν και άλλοι. Δεν μπορεί να βρίσκεται μόνο εκείνος σ΄αυτή την κατάσταση. Αν πάλι βρίσκονται κι άλλοι, γιατί δεν γίνεται κάτι; Γιατί δεν αντιδρούν; Τι περιμένουν;

Και να πεις ότι δεν πήγε σε πορείες, ότι δεν έκανε απεργίες, ότι δεν πήγε στις πλατείες; Ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Μάλλον δεν έφτανε. Μάλλον δεν φτάνει.

Αλλά και τούτη η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο. Ντρέπεται να κοιτάζει τα παιδιά του στα μάτια, ντρέπεται να κοιτάζει τον εαυτό του στον καθρέφτη, ντρέπεται να του κάνει κάθε μήνα δώρο το 1/3 της ζωής της δικής του και των παιδιών του.

Περιμένει! Περιμένει από αυτούς που ηγούνται να κάνουν επιτέλους μια κίνηση εντυπωσιακή, μια κίνηση διαφορετική που θα παρασύρει και τους πολλούς για να βγουν στους δρόμους και να διεκδικήσουν. Όμως αυτοί που ηγούνται, λες και είναι βαλτοί, κάνουν ακριβώς το αντίθετο. Κάνουν ότι μπορούν για να μένει ο κόσμος στο σπίτι του, να βλέπει το «Λάκη» και τον κάθε «Λάκη» να αλλάζει καπέλα και φουλάρια.

Μετά το ξανασκέφτεται και βλέπει ότι τον εαυτό του πάει να τον αθωώσει. Δεν μπορεί να μην έχει και ο ίδιος ευθύνη. Έχει και μάλιστα μεγάλη.

Όταν στις συνελεύσεις του σωματείου του δεν πήγαινε γιατί «θα ήταν πάλι οι ίδιοι που θα τσακώνονταν», όταν δεχόταν να ψηφίσει με τηλεφωνική υπόδειξη, όταν, με εξαίρεση τον τελευταίο χρόνο, δεν πήγαινε σε πορείες γιατί του είπαν πως «πρόκειται για επαναστατική γυμναστική» και όταν δεν απεργούσε γιατί «τα πράγματα δεν αλλάζουν με τις απεργίες αλλά με τις εκλογές», τότε , συγνώμη, αλλά καλά να πάθει. Του αξίζουν, όχι μία αλλά, δέκα κυβερνήσεις Σαμαρά και επιπλέον του αξίζει να του λένε κατάμουτρα, οι δημοκρατικά εκλεγμένοι, πως ψήφισαν το μνημόνιο χωρίς να το έχουν διαβάσει, γιατί είχαν άλλες δουλειές εκείνη την περίοδο, όπως είπε, καλή του ώρα όπου κι αν βρίσκεται, ο κύριος Χρυσοχοΐδης. Είναι αυτός ο ίδιος κύριος που είπε πως αν αυτά τα μέτρα τα έπαιρναν σε άλλη χώρα, οι πολίτες θα επαναστατούσαν. Δηλαδή με άλλα λόγια, αποκάλεσε ηλίθιους και ραγιάδες του πολίτες και εκείνοι δεν αντέδρασαν.

Παίρνει το δρόμο του γυρισμού για το σπίτι έχοντας υποσχεθεί στον εαυτό του πως από αύριο θα αναθεωρήσει πολλά πράγματα τα οποία αποδείχτηκαν λανθασμένα, όπως το να κάθετε να κλαίει τη μοίρα του. Μένει μόνο το να υλοποιήσει την υπόσχεσή του.

Άλλωστε, το ίδιο δεν ισχύει για όλους μας;

 

 

 

 

 

 

 

 

Πλάι στον εφιάλτη θεριεύει το όνειρό μας

 

Πλάι στον εφιάλτη θεριεύει το όνειρό μας

Από το Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Κώστας Βάρναλης

Mες την υπόγεια την ταβέρνα, 
μες σε καπνούς και σε βρισές
(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα)
όλ΄ η παρέα πίναμ΄ εψές·
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

Δυο στάλες κρασί στο ποτήρι, δυο στάλες πίκρα, δυο στάλες καημοί, δυο στάλες όνειρα.

Γουλιά-γουλιά τα πίναμε όλα μαζί, γιατί τα ζήσαμε όλα μαζί, γιατί τα νιώσαμε όλα μαζί.

Πλάι στον καημό, τραγουδάει η ελπίδα, πλάι στην πίκρα κάθεται η γλύκα της ζωής, πλάι στον εφιάλτη θεριεύει το όνειρο και τον κατατρώει.

Μια παρέα είμαστε ρε φίλε. Σήμερα υποφέρω εγώ κι εσύ με στηρίζεις, αύριο στη δική σου θλίψη θα σου τραγουδήσουμε εμείς γιατί το χαμόγελο μοιράζεται σαν το υδράργυρο.

Τα φαρμάκια που μας δίνουν δεν θα μας σκοτώσουν, δεν μπορούν να μας σκοτώσουν γιατί δεν θέλουμε να μας σκοτώσουν.

 

Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής.
Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.

 

Θυμώνουμε, σιχτιρίζουμε, δρούμε, αντιστεκόμαστε, ζούμε.

Βάσανο μεγάλο περνάμε, σφιγγόμαστε και σφίγγουμε το μπράτσο του διπλανού και το μπράτσο μας γίνεται πέτρα, γίνεται ατσάλι και τσακίζει τα φαντάσματα που μας τρομάζουν.

Εκείνοι έχουν το χρήμα, έχουν τα όπλα, έχουν τα ραδιοκύματα κι εμείς έχουμε το δίκιο και το «μαζί». Το «μαζί» της αλληλεγγύης, όχι το μίζερο της ελεημοσύνης, αυτό είναι δικό τους.

Άσπρη μέρα δεν θυμιέμαι γιατί χρωματίζουμε την άσπρη μέρα που έρχεται.

Με το κόκκινο της αντίστασης, με το πορτοκαλί, με το κίτρινο του κρόκου, με το πράσινο της ελπίδας, με το μπλε του ουρανού και της θάλασσας, με το μενεξεδί της χαραυγής του νέου.

Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ΄ άσωτ΄ ουρανού!
Ω! της αβγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

Περάσαμε πολλά, θα περάσουμε κι άλλα μα θα αναστηθούμε. Με τον ήλιο που έχουμε μέσα μας θα τους κάψουμε. Θα απολυμάνουμε το σάπιο χώμα για να φυτρώσουν γαρούφαλα εκεί που τώρα υπάρχουν αγκάθια.

Tου ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό·
τ΄ άλλου κοντόημερ΄ η γυναίκα
στο σπίτι λυώνει από χτικιό·
στο Παλαμήδι ο γιος του Mάζη
κι η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

 

Η φτώχια ξαναχτύπησε τις πόρτες μας. Φέρνει μαζί της τις αρρώστιες. Μια γάζα κι ένα φάρμακο έγιναν πολύ ακριβά για το μπόι μας. Μας γύρισαν δεκαετίες πίσω τότε που ακόμα και το δικαίωμα στην αναπνοή μετριούνταν με τα βαλάντια του καθενός. Τώρα όποιος διαθέτει χρυσό κι ασήμι, μόνος αυτός μπορεί να αναπνέει και να ζει.

Οι φυλακές άνοιξαν πάλι τις σιδερένιες πόρτες για να σφαλίσουν σήμερα κάθε φωνή που αντιστέκεται. Αύριο, κάθε φωνή που θα ακούγεται. Αυτό θέλουν. Νομίζουν θα το πετύχουν. Κάνουν πάλι λάθος, ποτέ δεν το πέτυχαν. Άμα η φωνή βγει από το στόμα, δεν φυλακίζεται, δε σβήνει δεν πνίγεται. Αργά ή γρήγορα θα διασχίσει τον αέρα και θα φτάσει στα αυτιά των ανθρώπων.

― Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
― Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
― Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
― Φταίει πρώτ΄ απ΄ όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Kανένα στόμα
δεν το βρε και δεν το πε ακόμα.

 

Φταίει που ξεχνάμε γρήγορα. Γι’ αυτό ήπιαμε απόψε μια γουλιά κρασί. Για να θυμηθούμε. Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα που πάντα αποδεικνύονται μικρά. Να θυμηθούμε αυτά που έγινα για μας, χωρίς εμάς, πίσω από μας.

Το τι φταίει, γυρνάει από στόμα σε στόμα, από καρδιά σε καρδιά. Όπου να’ ναι θα περάσει και στα χέρια μας θα αγκιστρωθεί στο μυαλό μας και θα γίνει γνώση, θα γίνει δύναμη.

Έτσι στη σκοτεινή ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας έβρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!

 

Το θαύμα θα γίνει και θα το κάνουμε εμείς, μόνοι μας. Κανέναν «Σωτήρα» δεν περιμένουμε, κανέναν «φίλο».

Μπορεί να φανήκαμε δειλοί, μπορεί μοιραίοι και άβουλοι αντάμα. Έτσι είναι πάντα οι άνθρωποι μέχρι να καταλάβουν ότι διαθέτουν μπόι μεγαλύτερο από αυτό που πίστευαν, μέχρι να ανακαλύψουν πως αυτό που τους τρόμαζε ήταν ο ίσκιος του δράκου και όχι ο ίδιος ο δράκος.

 

 

 

 

 
 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: