RSS

Monthly Archives: Νοέμβριος 2012

Ιστορίες αυστηρώς ακατάλληλες…για τα δελτία ειδήσεων των οχτώ!

Ιστορίες αυστηρώς ακατάλληλες…για τα δελτία ειδήσεων των οχτώ!

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Η Δασκάλα μπαίνοντας σήμερα το πρωί στην τάξη, ανακοινώσε στους μαθητές της πως όποιος θα συγκεντρώσει στις επόμενες δύο εβδομάδες 10 «αστεράκια» καλής απόδοσης στο τετράδιό του, θα έπαιρνε στο τέλος ένα συμβολικό δώρο.

Ρώτησε τους μαθητές της, τι δώρο θα ήθελαν, έχοντας την κρυφή ελπίδα πως θα απαντούσαν: «Ένα βιβλίο».

Τα παιδιά σχεδόν με ένα στόμα της απάντησαν: «Δύο σάντουιτς από το κιλικίο κυρία».

Η Δασκάλα είχε ακούσει εδώ και καιρό ότι η κυρία Μαρία που είχε το κιλικίο, θα το άφηνε. Πίστευε πως αυτό οφειλόταν στην πλεονεξία της κυρίας Μαρίας η οποία απλώς ήθελε να ασχοληθεί με μία πιο κερδοφόρα επιχείρηση.

 

Ο καθηγητής της γυμναστικής είχε ξεκαθαρίσει στους μαθητές του πως κατά τη διάρκεια του μαθήματος θα ήθελε να έρχονται με αθλητική περιβολή. Όχι με τζιν και βερμούδες.

Στο σημερινό μάθημα, ο Γιώργος δεν φορούσε φόρμες και αθλητικά παπούτσια. Φορούσε και σήμερα το ίδιο τζιν όπως και όλες τις υπόλοιπες μέρες.

Ο καθηγητής, μόλις τον είδε του είπε:

«Βρε Γιώργο! Δεν είπαμε να φοράμε τις φόρμες όταν έχουμε γυμναστική;»

«Το είπαμε κύριε.»

«Τότε γιατί φοράς το τζιν;»

Κάποιοι συμμαθητές του άρχισαν να σιγομουρμουρίζουν.

«Από τότε που άρχισαν τα μαθήματα, τα ίδια φοράει κύριε», ακούστηκε μια φωνή.

Ο Γιώργος, έσκυψε το κεφάλι και έφυγε κλαίγοντας. Ο καθηγητής του τον ακολούθησε για να μάθει τι τρέχει.

«Δεν έχω άλλα ρούχα κύριε. Οι γονείς μου είναι άνεργοι εδώ και ένα χρόνο», είπε ο μαθητής με δάκρυα στα μάτια.

«Θέλεις να σου φέρω τις φόρμες του γιου μου; Μεγάλωσε και δεν του κάνουν πια. Είναι σαν καινούριες. Ζήτημα να τις φόρεσε πέντε φορές»

«Όχι κύριε, ευχαριστώ. Θα με μαλώσουν οι γονείς μου αν τις πάρω»

«Μήπως να σου δώσω χρήματα να πας να αγοράσεις μόνο σου; Δανεικά θα σου τα δώσω και όταν έχεις τα επιστρέφεις»

«Όχι κύριε, ευχαριστώ. Δεν μπορώ να τα πάρω. Θα με μαλώσουν οι γονείς μου αν το κάνω», είπε ο Γιώργος και απομακρύνθηκε.

Ο καθηγητής της γυμναστικής έβλεπε το Γιώργο, μα και άλλα παιδιά, να φοράνε για πολλές μέρες τα ίδια ρούχα. Μάλιστα το σχολίαζε με ένα συνάδελφό του λέγοντας:

«Αυτά τα παιδιά! Άμα κολλήσουν με ένα ρούχο δεν το βγάζουν από πάνω τους. Έτσι είναι σ΄αυτή την ηλικία. Δεν αλλάζουν εύκολα γνώμη. Νομίζουν ότι με τον τρόπο αυτό μεγαλώνουν.»

 

Ο Μήτσος δουλεύει χρόνια στο συνεργείο αυτοκινήτων. Μάστορας καλός, όπως λέει το αφεντικό του. Τον τελευταίο καιρό οι δουλειές είναι λίγο πεσμένες. Το μεροκάματο του Μήτσου κουτσουρεύτηκε, αλλά τι να κάνει; «Είναι γενικό το κακό», λέει και παρηγορείται.

Μωρέ δεν θα τον ένοιαζε τόσο αν δεν είχε εκείνο το στεγαστικό να ξεχρεώνει. Τώρα όμως, ζορίζεται πολύ να τα φέρει βόλτα.

Αυτός είναι και ο λόγος που εδώ και τρεις μήνες ξανάρχισε το τσιγάρο. Είπε να προλάβει τα χειρότερα. Είναι που πριν από δέκα χρόνια, τότε που χρεώθηκε στην τράπεζα για να αγοράσει το σπίτι, εμφάνισε λόγω άγχους, ένα αυτοάνοσο που τον ταλαιπώρησε για ένα χρόνο. Ογδόντα τετραγωνικά σπίτι αγόρασε για να χωρέσουν πέντε νοματαίοι, να μην τους τρώνε οι μετακομίσεις κάθε τόσο.

Σκέφτηκε λοιπόν, να ανάβει που και που κανένα τσιγάρο, μπας και τη γλυτώσει από το αυτοάνοσο.

Σήμερα είπε να το ρίξει έξω. Θα έπαιρνε στη δουλειά ένα καφέ για να πιει και θα αγόραζε και ένα πακέτο τσιγάρα που του είχαν τελειώσει από χτες.

Έβαλε το χέρι στην τσέπη και έπιασε κάτι ψιλά. Την αφή του χαρτονομίσματος την είχε σχεδόν ξεχάσει. Μέτρησε τα ψιλά και του βγήκαν 4 ευρώ και 20 λεπτά.

«Ένα ευρώ ο καφές και τρία και εβδομήντα τα τσιγάρα, σύνολο τέσσερα και εβδομήντα. Δε βαριέσαι. Θα πάρω τον καφέ και για τσιγάρο θα κάνω τράκα από το αφεντικό. Αυτός δεν ξεμένει ποτέ.»

Την ώρα του διαλείμματος, αγόρασε τον καφέ από τη διπλανή καντίνα και ζήτησε τσιγάρο, ξεροβήχοντας, από το αφεντικό του.

«Πάρε ρε Μήτσο ένα τσιγάρο, όμως, σ’ ακούω που βήχεις βρε παιδί μου. Αφού σε πειράζει γιατί δεν το κόβεις; Δε λέω! Καπνίζω κι εγώ, αλλά εμένα δε με πειράζει. Άσε που είναι κι ένα ακόμη έξοδο για σένα. Κόφτο να πάει στα κομμάτια»

Πίνοντας τον καφέ του ο Μήτσος, του ήρθε στο μυαλό μια κουβέντα που είχε πει ο καρδιοχειρουργός ο Σπύρου, Θεός σχωρέστον, σε μια συνέντευξή του.

Τον ρώτησε η δημοσιογράφος αν προέτρεπε τους ασθενείς του που κάπνιζαν, να σταματήσουν το κάπνισμα, με δεδομένο ότι και ο ίδιος ήταν μανιώδης καπνιστής. Εκείνος της απάντησε:

«Εξαρτάται από τον ασθενή. Αν διαθέτει ελικόπτερο, θα του πω να σταματήσει το κάπνισμα και να πηγαίνει βόλτες για καφέ στην Ελβετία. Αν είναι κανένας μεροκαματιάρης που η μόνη του παρηγοριά είναι ένα τσιγάρο και ένα ποτήρι κρασί, ε τότε δεν μπορώ να του τα στερήσω».

Το δούλεψε ο Μήτσος στο μυαλό του και μπαίνοντας στο συνεργείο να πιάσει πάλι δουλειά, φώναξε στο αφεντικό του:

«Αφεντικό, ξέρεις τι φταίει και δεν κόβω το τσιγάρο;»

«Τι;»

«Να! Φταίει που δεν έχω ένα ελικόπτερο, γ@μ& το κέρατό μου μέσα.»

 

Τρεις καθημερινές ιστορίες, ακατάλληλες…για τα δελτία των οχτώ!

Και δεν είναι οι μοναδικές…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πλάι στον εφιάλτη θεριεύει το όνειρό μας

 

Πλάι στον εφιάλτη θεριεύει το όνειρό μας

Από το Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Κώστας Βάρναλης

Mες την υπόγεια την ταβέρνα, 
μες σε καπνούς και σε βρισές
(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα)
όλ΄ η παρέα πίναμ΄ εψές·
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

Δυο στάλες κρασί στο ποτήρι, δυο στάλες πίκρα, δυο στάλες καημοί, δυο στάλες όνειρα.

Γουλιά-γουλιά τα πίναμε όλα μαζί, γιατί τα ζήσαμε όλα μαζί, γιατί τα νιώσαμε όλα μαζί.

Πλάι στον καημό, τραγουδάει η ελπίδα, πλάι στην πίκρα κάθεται η γλύκα της ζωής, πλάι στον εφιάλτη θεριεύει το όνειρο και τον κατατρώει.

Μια παρέα είμαστε ρε φίλε. Σήμερα υποφέρω εγώ κι εσύ με στηρίζεις, αύριο στη δική σου θλίψη θα σου τραγουδήσουμε εμείς γιατί το χαμόγελο μοιράζεται σαν το υδράργυρο.

Τα φαρμάκια που μας δίνουν δεν θα μας σκοτώσουν, δεν μπορούν να μας σκοτώσουν γιατί δεν θέλουμε να μας σκοτώσουν.

 

Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής.
Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.

 

Θυμώνουμε, σιχτιρίζουμε, δρούμε, αντιστεκόμαστε, ζούμε.

Βάσανο μεγάλο περνάμε, σφιγγόμαστε και σφίγγουμε το μπράτσο του διπλανού και το μπράτσο μας γίνεται πέτρα, γίνεται ατσάλι και τσακίζει τα φαντάσματα που μας τρομάζουν.

Εκείνοι έχουν το χρήμα, έχουν τα όπλα, έχουν τα ραδιοκύματα κι εμείς έχουμε το δίκιο και το «μαζί». Το «μαζί» της αλληλεγγύης, όχι το μίζερο της ελεημοσύνης, αυτό είναι δικό τους.

Άσπρη μέρα δεν θυμιέμαι γιατί χρωματίζουμε την άσπρη μέρα που έρχεται.

Με το κόκκινο της αντίστασης, με το πορτοκαλί, με το κίτρινο του κρόκου, με το πράσινο της ελπίδας, με το μπλε του ουρανού και της θάλασσας, με το μενεξεδί της χαραυγής του νέου.

Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ΄ άσωτ΄ ουρανού!
Ω! της αβγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

Περάσαμε πολλά, θα περάσουμε κι άλλα μα θα αναστηθούμε. Με τον ήλιο που έχουμε μέσα μας θα τους κάψουμε. Θα απολυμάνουμε το σάπιο χώμα για να φυτρώσουν γαρούφαλα εκεί που τώρα υπάρχουν αγκάθια.

Tου ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό·
τ΄ άλλου κοντόημερ΄ η γυναίκα
στο σπίτι λυώνει από χτικιό·
στο Παλαμήδι ο γιος του Mάζη
κι η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

 

Η φτώχια ξαναχτύπησε τις πόρτες μας. Φέρνει μαζί της τις αρρώστιες. Μια γάζα κι ένα φάρμακο έγιναν πολύ ακριβά για το μπόι μας. Μας γύρισαν δεκαετίες πίσω τότε που ακόμα και το δικαίωμα στην αναπνοή μετριούνταν με τα βαλάντια του καθενός. Τώρα όποιος διαθέτει χρυσό κι ασήμι, μόνος αυτός μπορεί να αναπνέει και να ζει.

Οι φυλακές άνοιξαν πάλι τις σιδερένιες πόρτες για να σφαλίσουν σήμερα κάθε φωνή που αντιστέκεται. Αύριο, κάθε φωνή που θα ακούγεται. Αυτό θέλουν. Νομίζουν θα το πετύχουν. Κάνουν πάλι λάθος, ποτέ δεν το πέτυχαν. Άμα η φωνή βγει από το στόμα, δεν φυλακίζεται, δε σβήνει δεν πνίγεται. Αργά ή γρήγορα θα διασχίσει τον αέρα και θα φτάσει στα αυτιά των ανθρώπων.

― Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
― Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
― Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
― Φταίει πρώτ΄ απ΄ όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Kανένα στόμα
δεν το βρε και δεν το πε ακόμα.

 

Φταίει που ξεχνάμε γρήγορα. Γι’ αυτό ήπιαμε απόψε μια γουλιά κρασί. Για να θυμηθούμε. Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα που πάντα αποδεικνύονται μικρά. Να θυμηθούμε αυτά που έγινα για μας, χωρίς εμάς, πίσω από μας.

Το τι φταίει, γυρνάει από στόμα σε στόμα, από καρδιά σε καρδιά. Όπου να’ ναι θα περάσει και στα χέρια μας θα αγκιστρωθεί στο μυαλό μας και θα γίνει γνώση, θα γίνει δύναμη.

Έτσι στη σκοτεινή ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας έβρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!

 

Το θαύμα θα γίνει και θα το κάνουμε εμείς, μόνοι μας. Κανέναν «Σωτήρα» δεν περιμένουμε, κανέναν «φίλο».

Μπορεί να φανήκαμε δειλοί, μπορεί μοιραίοι και άβουλοι αντάμα. Έτσι είναι πάντα οι άνθρωποι μέχρι να καταλάβουν ότι διαθέτουν μπόι μεγαλύτερο από αυτό που πίστευαν, μέχρι να ανακαλύψουν πως αυτό που τους τρόμαζε ήταν ο ίσκιος του δράκου και όχι ο ίδιος ο δράκος.

 

 

 

 

 

Ετικέτες:

Κι άλλη αυτοκτονία συμπολίτη μας σήμερα στις γραμμές του ΗΣΑΠ

Αργά το απόγευμα στο σταθμό του Ταύρου αυτοκτόνησε κι άλλος συμπολίτης μας πέφτοντας στις γραμμές του ΗΣΑΠ. Η διέλευση του ηλεκτρικού διακόπηκε για περίπου τρεις ώρες. Την πληροφορία μας μετέφερε υπάλληλος του ΗΣΑΠ.

 

Ετικέτες:

Το ραντεβού του κυρίου Ανώνυμου

Το ραντεβού του κυρίου Ανώνυμου

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Περπατούσε πάντα σκυφτός, μιλούσε λίγο και δεν κοίταζε ποτέ το συνομιλητή του στα μάτια. Ντρεπόταν, ήταν διστακτικός και σπάνια χαμογελούσε.

Είχε αργήσει στο ραντεβού και γι’ αυτό το βήμα του ήταν γοργό.

Το περίμενε καιρό αυτό το ραντεβού. Πολλές φορές είχε αναβληθεί με δική του υπαιτιότητα, άλλες φορές πάλι, ενώ εκείνος το ήθελε, οι συνθήκες δεν ήταν οι κατάλληλες για να πραγματοποιηθεί.

Καθώς περπατούσε, στο μυαλό του στριφογύριζαν χιλιάδες πράγματα που τον έκαναν να ιδρώνει.

Θυμήθηκε τα στερημένα παιδικά του χρόνια, τα φοιτητικά του χρόνια μακριά από το σπίτι του, τους μήνες που ήταν στρατιώτης κάπου ξεχασμένος στην πινέζα του χάρτη.

Πέρασαν γρήγορα από μπροστά του τα πρώτα χρόνια στη δουλειά, οι στιγμές του γάμου του και οι γεννήσεις των παιδιών του.

Η «καλημέρα» και το χαμόγελο του μικρότερου παιδιού του σήμερα το πρωί, ήταν αυτά που του υπενθύμισαν το σημερινό του ραντεβού.

Από τότε που θυμάται τον εαυτό του ήταν πάντα υπάκουος, δεν ήθελε να δυσαρεστήσει κανέναν, έκανε ότι ήθελαν οι άλλοι γιατί θεωρούσε ότι το να

εναντιωθείς σε κάποιον μάλλον δυσκολεύει παρά διευκολύνει τις καταστάσεις.

Δεν διαμαρτυρήθηκε όταν χτυπούσε για δύο μήνες «γερμανικό» νούμερο μες στο καταχείμωνο για να μπορούν κάποια «βύσματα», να παίρνουν εξόδους και άδειες.

Δεν εναντιώθηκε όταν πρωτόπιασε δουλειά και τοποθετήθηκε στη θέση τού κλητήρα παρόλο που ήταν πτυχιούχος.

Δεν είπε κουβέντα όταν κατάλαβε πως ο κουνιάδος του τον έκλεβε για πολλά χρόνια στο μοίρασμα της σοδειάς από τα λίγα χωράφια που είχε.

Δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ όταν του έπαιρναν τη σειρά στην ουρά περιμένοντας το λεωφορείο, με αποτέλεσμα κάποιες φορές να μένει εκείνος απ΄έξω.

Υπέμενε καρτερικά τις προσβολές που δεχόταν πολύ συχνά από τους ανωτέρους του για δικές τους παραλείψεις με το σκεπτικό ότι μια κόντρα μαζί τους μόνο κακό θα του έκανε.

Οι σκέψεις του σταμάτησαν όταν παρατήρησε πως όλοι γύρω του βάδιζαν με ασυνήθιστα γρήγορο βήμα. Κάποιοι τον προσπερνούσαν, κάποιοι άλλοι κινούνταν αντίθετα απ’ ότι ο ίδιος, κάποιοι πήγαιναν με τα ποδήλατά τους και ορισμένοι άλλοι έτρεχαν. Οι περισσότεροι είχαν την ίδια κατεύθυνση με κείνον.

Σταμάτησε και κοίταξε πίσω του υποθέτοντας πως κάτι είχε συμβεί που ανάγκασε όλους τους ανθρώπους να κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση.

Σκέφτηκε ότι κάπου θα έπιασε φωτιά ή ότι έγινε κάποια ληστεία ή κάποιο σοβαρό ατύχημα.

Σκούπισε το μέτωπό του με το μαντήλι του και συνέχισε με ακόμα πιο γρήγορο βήμα.

Δεν ήθελε με τίποτα να αργήσει στο σημερινό ραντεβού. Το σχεδίαζε εδώ και καιρό και το περίμενε με ανυπομονησία. Ήταν σίγουρος πως θα του άλλαζε τη ζωή. Δεν ήξερε αν θα άλλαζε προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο αλλά σίγουρα η ζωή του θα ήταν διαφορετική.

Όσο πλησίαζε στο σημείο που είχε τη συνάντηση όλο και περισσότερο πύκνωνε ο κόσμος γύρω του, κάτι που τον εμπόδιζε να προχωρά το ίδιο γρήγορα όπως και πριν.

Το δεξί του χέρι είχε μουδιάσει καθώς σε όλη τη διαδρομή κρατούσε με αυτό μέσα από το σακάκι του μια χάρτινη σακούλα η οποία προφύλαγε καλά το περιεχόμενό της.

Οι σφυγμοί του ένιωθε πως λίγο ακόμα και θα του σπάσουν τις φλέβες. Προς στιγμή σκέφτηκε να το βάλει στα πόδια γιατί δεν ένιωθε έτοιμος για τη συνάντηση. Γρήγορα ξαναβρήκε την αποφασιστικότητά του και με το μουδιασμένο του χέρι έβγαλε μέσα από το κουμπωμένο του σακάκι τη χάρτινη σακούλα.

Την έσκισε και έβγαλε βιαστικά το λάβαρο που ήταν μέσα. Το ξεδίπλωσε και προχώρησε για το σημείο που ήταν ακριβώς το ραντεβού.

Εκεί, καθισμένη σε μια καρέκλα πάνω σε ένα χαμηλό τραπέζι τον περίμενε «εκείνη» με την πένα βουτηγμένη στο κόκκινο μελάνι.

Του έκανε νόημα να πλησιάσει και τον ρώτησε ποιο είναι το όνομά του.

«Αν δεν μου πεις ποιος είσαι, δεν θα μπορέσω να υπογράψω στο λάβαρο που έφερες», του είπε στοργικά μα και επίμονα.

«Έλα, περιμένουνε κι άλλοι».

«Κώστας Ανώνυμος», της απάντησε με τρεμάμενη φωνή.

«Εκείνη», έβαλε την υπογραφή της στο λάβαρο και έκανε νόημα στον κύριο Ανώνυμο να κάνει στην άκρη για να πάρει κάποιος άλλος τη θέση του.

Ανοίγοντας το λάβαρο ο κύριος Ανώνυμος διαπίστωσε ότι το κόκκινο που είχε πάνω του δεν ήταν μελάνι αλλά αίμα. Τότε διαπίστωσε πως από το δεξί του χέρι, το μουδιασμένο, έπεφταν λίγες σταγόνες αίμα.

Πήγε πιο πέρα και διάβασε όσα ήταν γραμμένα πάνω στο λάβαρο.

«Τις περισσότερες φορές, το όνομά μου γράφεται με αίμα. Με ελπίδα, για τον κύριο Ανώνυμο».

«ΙΣΤΟΡΙΑ»

 

 

 

 

 

Ετικέτες:

Ο φτωχούλης του Θεού προσεύχεται για τη Δόση

Ο φτωχούλης του Θεού προσεύχεται για τη Δόση

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Καλέ μου Θεούλη!

Εσύ που μιλάς με τον πρωθυπουργό μας, κάνε σε παρακαλώ να πάρουμε τη Δόση. Πες στον Αντώνη μας τι πρέπει να πει στους καλούς μας φίλους τους δανειστές μας, που τόσο μας συμπαραστέκονται αυτή την περίοδο, για να τους πείσει να μας δώσουν τη Δόση.

Μ’ αυτή τη Δόση Θεούλη μου περιμένω να πάρω μια ανάσα.

Περιμένω να βρω μια δουλίτσα να κάνω που έχω 13 μήνες άνεργος και πάω να τρελαθώ, να πάρει και η γυναίκα μου μια αυξησούλα πέντε-δέκα ευρουλάκια γιατί δεν φτάνουν, καλέ μου Θεούλη τα 450 που παίρνει για να ζήσουμε.

Τέσσερα στόματα βλέπεις! Πού να χορτάσουν; Και τα δύο είναι και στην ανάπτυξη και τρώνε πολύ τα σκασμένα.

Να βάλω και λίγη βενζίνα σε κείνο το ρημάδι το αυτοκίνητο. Το βλέπω έτσι ακούνητο και μου πιάνεται η ψυχή. Κάθε μέρα του υπόσχομαι πως την επόμενη θα του βρέξω λίγο το ρεζερβουάρ και αν είναι τυχερό θα το πάω και μία βόλτα. Όχι τίποτε άλλο, αλλά φοβάμαι μην ξεχάσω και την οδήγηση. Άσε που ξεπακιάστηκα να κουβαλάω με τα πόδια τα ψώνια από το σούπερ μάρκετ όταν πάω μια φορά το μήνα.

Αν πάρουμε τη Δόση Θεούλη μου, θα πάθω επανεκκίνηση είπε ο Αντωνάκης μου ο πρωθυπουργός μου.

Δεν ξέρω τι θα πει αυτό αλλά για να το λέει ο πρωθυπουργός μου κάτι θα ξέρει. Σπουδαγμένος άνθρωπος είναι, δεν ξέρει; Και είναι και του πολιτισμού.

Ξεχνάω εγώ Θεέ μου όταν ήταν υπουργός στον πολιτισμό πόσο κόσμο πήρε στο υπουργείο του; Από πολιτισμό μπορεί να μην ήξεραν, μπορεί να μην ξεχώριζαν τον Ερμή του Πραξιτέλη από την Αφροδίτη της Μήλου αλλά ήξεραν να ξεχωρίζουν το καλό λάδι. Καλαμάτα βλέπεις! Άλλωστε, Θεούλη μου, γι΄αυτό τους πήρε τους ανθρώπους, για να μάθουν.

Μόνο να πάρουμε τη Δόση καλέ μου Θεούλη. Κάνε το θαύμα σου μπας και μπορέσει να πάει και κείνο το παιδί να σπουδάσει. Πέρασε στην Ξάνθη, αλλά αφού η χώρα είχε ανάγκη, τι να έκανα; Πλήρωσα όλες μου τις υποχρεώσεις. Δεν τα λέω εγώ χαράτσια ούτε φοροεπιδρομές. Εγώ το λέω καθήκον προς την πατρίδα. Αφού μαζί τα φάγαμε, τι να κάνω; Να αφήσω τον Πάγκαλο να πληρώσει; Προτιμότερο να μη σπουδάσει το παιδί μου. Άλλωστε, τι τις θέλει τις σπουδές; Όλοι οι πτυχιούχοι, άνεργοι είναι.

Και κάτι ακόμα θέλω να σου ζητήσω.

Να έχεις καλά αυτούς τους 153 πατριώτες, αυτούς τους ευεργέτες που ψήφισαν, ευτυχώς Θεούλη μου, τα νέα μέτρα για να μπορέσουμε να πάρουμε τη Δόση. Και το Βαγγέλη μην ξεχάσεις και τον κύριο Φώτη που στηρίζουν με νύχια και με δόντια την προσπάθεια να πάρουμε τη Δόση μπας και βάλουμε λίγο πετρέλαιο να ζεσταθούμε τώρα που μπαίνει ο χειμώνας. Δε λέω, τις φλοκάτες τις έχω φέρει από το χωριό για καλό και για κακό, αλλά να, θέλω να πάρω και μια ζακετούλα στη γυναίκα μου που δεν έχει και φοβάμαι μην πλευριτώσει.

Μη μου αρνηθείς Θεέ μου αυτή τη χάρη. Ακούω τους φίλους μας τους ευρωπαίους που λένε πως θα καθυστερήσει η Δόση και με πιάνει τρόμος.

Η γιαγιά έχει δυο μήνες να πάρει τα χάπια για την άνοια και τη μαζεύουμε κάθε τρεις και λίγο από τα ΚΤΕΛ. Της κόλλησε να πάει στις Βρυξέλες να βρει τη Λαγκάρντ για να τις δώσει τη λίστα.

Άσε που έχουμε και τον παππού από τον Ιούλιο στο νοσοκομείο. Δεν μας δίνουν το εξιτήριο αν δεν πληρώσουμε τη συμμετοχή μας.

Γι΄αυτό σου λέω Θεούλη μου. Αν δεν πάρουμε τη Δόση θα γυρίσουμε στη δραχμή. Πάλι θα τρυπάνε οι τσέπες από κείνα τα βαριά εκατόδραχμα. Αμ, τα χιλιάρικα που ήταν σαν πετσέτες μπάνιου; Ενώ τώρα με το ευρώ, τα κέρματα είναι μικρά και τα χαρτονομίσματα, μικρά κι αυτά. Δυσεύρετα αλλά μικρά.

Να πάρουν και οι τράπεζες το μερτικό τους. Άμα κλείσουν τι θα κάνω εγώ Θεούλη μου; Σε ποιον θα πληρώνω τις δόσεις για το στεγαστικό, τι θα τα κάνω τα βιβλιάρια καταθέσεων που έχω; Δεν έχει σημασία αν είναι άδεια. Είναι όμως δικά μου. Και την κάρτα αναλήψεων; Να πάει χαμένη κι αυτή; Μόνο και μόνο που κάθομαι μπροστά στο ΑΤΜ και τη χρησιμοποιώ για την ερώτηση υπολοίπου, εμένα μου αρκεί. Ας είναι μηδενικό το υπόλοιπο!

Να μη σε κουράζω άλλο Θεέ μου. Έχεις και συ τις δουλειές σου, έχω κι εγώ να δω το σήριαλ, ξέρεις εκείνο με τους πλούσιους που είναι βγαλμένο μέσα από τη ζωή. Θα σε πάρει και ο Αντωνάκης τηλέφωνο να σου ζητήσει καμιά λύση. Πόσο να αντέξεις κι εσύ;

Τελειώνοντας Θεέ μου θέλω να σου εξομολογηθώ ότι έχω γίνει εξαρτημένος.

Γι’ αυτό σε παρακαλώ απεγνωσμένα. Κάνε το θαύμα σου να πάρουμε τη Δόση και από μένα ότι θες!

Εκτός από το να τους ξαναψηφίσω, Θεούλη μου. Εκτός από αυτό!

 

 

 

 

 

 

 

 

Ετικέτες:

Ο ξένος με το βιβλίο και τη φλογέρα

Ο ξένος με το βιβλίο και τη φλογέρα

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη

 

Η μέρα ήταν ιδανική για βόλτα και πικ-νικ, κάτω από τον παχύ ίσκιο των δέντρων στο μεγάλο λιβάδι, στην ανατολική πλαγιά του λόφου.

Στη δυτική πλευρά του λόφου υπήρχε κι άλλο λιβάδι αλλά δεν είχε ούτε ένα δέντρο. Μόνο κάτι χαμηλοί θάμνοι είχαν καταδεχτεί να ριζώσουν που μπορούσαν να δώσουν τη σκιά τους, μετά βίας σε έναν άνθρωπο.

Στην κορυφή του λόφου φαινόταν από μακριά το παλάτι δίπλα σε μία μεγάλη εκκλησία που συναγωνιζόταν σε ύψος και σε αίγλη το διπλανό παλάτι.

Στη νότια πλαγιά του λόφου απλωνόταν η πόλη που ήταν εμπορικό κέντρο της περιοχής.

Είχε μπει ο Ιούνιος, ήταν και Κυριακή, τι άλλο θα μπορούσε να περιμένει κάποιος για να πάρει την οικογένειά του και να πάει στο μεγάλο λιβάδι;

Τα παιδιά, έτρεχαν ξένοιαστα πέρα δώθε, πότε τραγουδώντας, πότε κλαίγοντας και πότε ουρλιάζοντας και παίζοντας γεμάτα χαρά.

Οι γυναίκες έστρωναν με ευλάβεια το σεντόνι που είχαν φέρει για την περίσταση και έβγαζαν σιγά-σιγά τα φαγητά και τους μεζέδες που είχαν μαζί τους από το σπίτι.

Οι άντρες έκοβαν βόλτες πατώντας με σταθερό βήμα στο χαμηλό χορτάρι του λιβαδιού, πηγαίνοντας από το ένα δέντρο στο άλλο, απολαμβάνοντας τον ίσκιο τους και τσιμπολογώντας από τα εδέσματα που βρίσκονταν απλωμένα στα σεντόνια.

Με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, καμάρωναν τα παιδιά τους που έτρεχαν ανέμελα δεξιά κι αριστερά.

«Πρόσεξε παιδί μου. Μην τρέχεις. Θα πέσεις και θα χτυπήσεις. Άσε που θα ιδρώσεις και ποιος ακούει τη μάνα σου», ήταν οι συμβουλές που απηύθυναν πολύ συχνά οι άντρες προς τα παιδιά τους καθώς έκαναν τη βόλτα τους κουτσοπίνοντας, ψιλοτρώγοντας και συζητώντας για τις δουλειές τους και το παιδιά τους. Ο καθένας έλεγε τα δικά του χωρίς να ακούει κουβέντα από όσα έλεγαν οι συνομιλητές τους.

Οι μανάδες, καθισμένες κάτω από τον ίσκιο, σηκώνονταν που και που για να δώσουν τις δικές τους συμβουλές: «Έλα να φας κάτι παιδί μου. Μην τρέχεις, θα ιδρώσεις και θα βήχεις το βράδυ και τότε, αλίμονο τι έχεις να ακούσεις από τον πατέρα σου».

Αρκετά μέτρα πιο πέρα, κάτω από το μοναδικό θάμνο της περιοχής, καθόταν ένας άνθρωπος. Δεν έμοιαζε με τους άλλους, ούτε στο ντύσιμο μα ούτε και στην όψη. Είχε κάπως μακριά μαλλιά, αχτένιστα και ο ίδιος έδινε την εντύπωση του ανθρώπου που δεν λογάριαζε και πολύ την εμφάνισή του.

Κρατούσε στα χέρια του ένα βιβλίο και δίπλα στα πόδια του πάνω σε μια πέτρα ήταν ακουμπισμένη μια παλιά φλογέρα.

Ήταν τόσο απορροφημένος σ’ αυτό που διάβαζε που δεν πήρε χαμπάρι ένα τσούρμο από παιδιά τα οποία τον πλησίασαν σε απόσταση δύο μέτρων και τον περιεργάζονταν.

Κάποια στιγμή, ο άνθρωπος σήκωσε το βλέμμα του και αντικρίζοντας καμιά δεκαριά παιδιά να τον κοιτάζουν, τους χαμογέλασε.

«Γεια σας παιδιά», τους είπε. «Θέλετε κάτι;»

«Ποιος είσαι εσύ;», τον ρώτησε ένα παιδί. «Μένεις στην πόλη μας;»

«Όχι, είμαι ξένος» απάντησε ο περίεργος εκείνος άνθρωπος.

«Τι διαβάζεις;», επέμενε το παιδί.

«Κάτι ιστορίες με ανθρώπους».

« Λένε αλήθεια ή ψέματα, αυτές οι ιστορίες;»

«Ψέματα».

«Και γιατί διαβάζεις αυτά τα ψέματα;»

«Γιατί, μέσα από τα ψέματα ανακαλύπτω τις αλήθειες»

«Για ποιους;»

«Μα για τους ανθρώπους και τα έργα τους. Για τι άλλο;»

Τα παιδιά ξέσπασαν σε γέλια. Ένα από αυτά έτρεξε στη μητέρα του και άρχισε να της εξιστορεί όσα τους είχε πει λίγο νωρίτερα ο ξένος.

Της στάθηκε η μπουκιά στο λαιμό, της μητέρας του. Παραλίγο να πνιγεί. Κοκκίνισε από τα νεύρα της και έβγαλε μια δυνατή κραυγή.

«Παντελήήήήή. Που είσαι μωρέ; Δεν πήρες χαμπάρι τι άκουσε το παιδί μας;»

Έτρεξε ο Παντελής, κατασκοτώθηκε να πάει στη γυναίκα του και σαν έμαθε τα καθέκαστα, μάζεψε και μερικούς άλλους και σε λίγο βρέθηκαν όλοι να έχουν περικυκλώσει το δύστυχο ξένο.

«Ποιος είσαι εσύ; Πώς βρέθηκες στα μέρη μας;», τον ρώτησε κάποιος.

«Γεια σας φίλοι μου. Μην ανησυχείτε, περαστικός είμαι, δεν είμαι από δω».

«Και τι είναι αυτά που είπες στα παιδιά;» πήρε το λόγο κάποιος άλλος.

«Για ποιο πράγμα μιλάς; Δεν καταλαβαίνω!», απάντησε ο ξένος.

«Τους είπες ή όχι ότι διαβάζεις ιστορίες με ψέματα;»

«Τους είπα».

«Και ότι από τα ψέματα αυτά ανακαλύπτεις την αλήθεια;»

«Ναι! Έχω άδικο;»

«Φυσικά και έχεις άδικο. Μέσα από τα ψέματα ανακαλύπτεις το ψέμα και μόνο μέσα από τις αλήθειες ανακαλύπτεις την αλήθεια. Αυτό είναι γνωστό σε όλους. Το διδάσκουν και στα σχολεία οι δάσκαλοι»

«Κι εγώ δάσκαλος είμαι».

«Και γιατί δεν είσαι στο σχολείο;»

«Γιατί, μ’ έδιωξαν εδώ και κάμποσο καιρό».

«Άμα έλεγες τέτοια στα παιδιά, καλά σου έκαναν».

«Εσύ τι δουλειά κάνεις, αν επιτρέπεται;»

«Μεγαλέμπορος φρούτων και λαχανικών. Ο μεγαλύτερος της περιοχής»

«Στέλνεις και στο διπλανό χωριό εμπόρευμα;»

«Ασφαλώς. Το εμπόρευμά μου φημίζεται για την ποιότητά του».

«Τότε γιατί στο διπλανό χωριό τα έχουν βάλει μαζί σου και σε κατηγορούν ότι τους στέλνεις σάπια φρούτα και λαχανικά; Τις προάλλες που πέρασα από κει, οι μισοί κάτοικοι είχαν πάθει τα εντερικά τους και έλεγαν πως τα μήλα που τους πούλησες ήταν για πέταμα»

«Ε! Ας μην τα αγόραζαν. Δεν τους τα πούλησα με το ζόρι».

«Τους είπες ότι από μέσα ήταν χαλασμένα;»

«Όχι βέβαια! Κορόιδο είμαι;»

«Άρα, τους είπες ψέματα»

«Περίπου»

«Βλέπεις;»

«Τι να δώ;»

«Μέσα από το ψέμα που τους είπες, εκείνοι ανακάλυψαν την αλήθεια».

«Ποια αλήθεια;»

«Ότι το εμπόρευμά σου είναι σκάρτο και συ απατεώνας».

Οι υπόλοιποι άρχισαν να μουρμουρίζουν και να συζητούν μεταξύ τους., μέχρι που κάποιος πήρε το λόγο και είπε στον ξένο:

«Αν θες να συνεχίσεις να βρίσκεσαι εδώ, πρέπει να σταματήσεις να διαβάζεις αυτό το βιβλίο και φυσικά να μην τολμήσεις να πλησιάσεις τα παιδιά μας».

«Δεν τα πλησίασα εγώ. Εκείνα με πλησίασαν», απάντησε ο ξένος κλείνοντας το βιβλίο και ακουμπώντας το δίπλα.

Οι κάτοικοι της πόλης απομακρύνθηκαν παίρνοντας και τα παιδιά μαζί τους.

Κάποια στιγμή, ενώ είχαν απομακρυνθεί αρκετά, σταμάτησαν απότομα και κοίταξαν όλοι προς τα πίσω. Αιτία ήταν αυτός ο ήχος που έφτανε στ’ αυτιά τους. Ήταν ήχος φλογέρας που παρόμοιό του δεν είχαν ξανακούσει.

Κοιτώντας προς τον ξένο, τον είδαν να έχει πάρει τη φλογέρα στα χέρια του και να παίζει τόσο γλυκά και τόσο αληθινά που ακόμη και οι ίδιοι ξαφνιάστηκαν και άφησαν τον εαυτό τους να δείξει πως τους άρεσε πολύ ο ήχος που έβγαζε εκείνος ο ξένος με τη φλογέρα του.

Μετά ξαναφόρεσαν το βλοσυρό τους ύφος και κατευθύνθηκαν προς τον ξένο που συνέχιζε να παίζει τη φλογέρα του σαγηνεύοντας τα παιδιά και κάνοντάς τα να γελάνε και να χαίρονται.

«Τι κάνεις εκεί;» του είπε ο μεγαλέμπορος λαχανικών.

Ο ξένος σταμάτησε να παίζει τη φλογέρα του, τον κοίταξε ίσα στα μάτια και του είπε με ήρεμη φωνή:

«Τι εννοείς τι κάνω; Παίζω τη φλογέρα μου»

«Γιατί;»

«Επειδή η μουσική κρύβει αλήθεια»

«Πριν διάβαζες το βιβλίο με τα ψέματα για να βρίσκεις την αλήθεια και τώρα παίζεις μουσική γιατί κρύβει αλήθεια;»

«Ακριβώς!»

«Είσαι τρελός, δεν εξηγείται αλλιώς».

«Είναι απλό. Αν γνωρίζεις τι είναι αληθινό μπορείς να ξεχωρίζεις το ψεύτικο».

«Δηλαδή;»

«Κάθεστε όλη τη μέρα κάτω από τη σκιά των δέντρων νομίζοντας ότι σας προσφέρει ασφάλεια. Αν όμως ξεσπάσει καταιγίδα θα καταλάβετε ότι η ασφάλεια που νομίζετε είναι ψεύτικη. Δεν μπορούν να συγκρατήσουν τον κεραυνό. Θα σας κάνει στάχτη».

«Κάνεις λάθος ξένε. Πάλι θα είμαστε ασφαλείς κάτω από τα δέντρα. Θα γλυτώσουμε από τη βροχή ενώ εσύ θα γίνεις μούσκεμα εδώ στο πουρνάρι που κάθεσαι».

«Γιατί φοβάστε τη βροχή; Μήπως ξεπλυθεί η μπογιά και φανεί το πρόσωπό σας;»

Τα λόγια του ξένου εξαγρίωσαν το μεγαλέμπορο ο οποίος κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος του ξένου όταν οι πρώτες σταγόνες της βροχής έπεσαν στα πρόσωπά τους. Με την ταραχή και τη φασαρία, κανένας τους δεν πήρε είδηση τα μαύρα σύννεφα που μαζεύτηκαν πάνω από το μεγάλο λιβάδι και την καταιγίδα που ερχόταν. Εκτός από τον ξένο.

Σχεδόν αμέσως ο ουρανός άρχισε να σκίζεται από αστραπές και οι βροντές τρόμαζαν τους μικρούς μα και τους μεγάλους.

«Πάμε κάτω από τα δέντρα», ακούστηκε μια φωνή και όλοι έτρεξαν προς τα δέντρα για να προστατευτούν από τη βροχή. Όλοι εκτός από τον ξένο που σηκώθηκε όρθιος και ούρλιαζε απεγνωσμένα:

«Όχι στα δέντρα. Όχι κάτω από τα δέντρα. Θα σας κάψουν οι κεραυνοί. Τουλάχιστον όχι τα παιδιά. Αφήστε τα παιδιά στη βροχή. Καλύτερα να βραχούν παρά να καούν. Καλύτερα να ζήσουν παρά να πεθάνουν».

Μάταια όμως προσπαθούσε. Οι γονείς τραβούσαν τα παιδιά με το ζόρι από τα χέρια και τα κρατούσαν σφιχτά κάτω από τα δέντρα. Κάποια παιδιά γλίστρησαν από τα χέρια των γονιών τους και δεν πρόλαβαν να φτάσουν στα δέντρα. Κάποιες οικογένειες, πάλι, δίστασαν να μπουν κάτω από τα δέντρα επηρεασμένοι από τα λόγια του ξένου και προτίμησαν να υποστούν τη μανία της βροχής που ράπιζε με δύναμη τα πρόσωπά τους.

Αυτό που ακολούθησε δεν περιγράφεται.

Αλλεπάλληλοι κεραυνοί έπεσαν πάνω στα δέντρα προκαλώντας το χαμό όσων βρέθηκαν εκεί για να προστατευτούν.

Όσοι γλύτωσαν, ξέσπασαν σε λυγμούς και θρήνους.

Η καταιγίδα πέρασε μα άφησε πίσω της αποκαΐδια. Το κακό είχε γίνει.

Ο ξένος, βρεγμένος μέχρι το κόκαλο, πιο πολύ από τα δάκρυα, παρά από τη βροχή, μάζεψε τη μουσκεμένη φλογέρα και το σχεδόν κατεστραμμένο βιβλίο του και απομακρύνθηκε με λυγμούς.

Κανείς δεν τον ξαναείδε. Μόνο κάποιοι από τους επιζώντες αφηγούνται πως φεύγοντας τον άκουσαν να λέει:

«Αν γνώριζαν την αλήθεια θα μπορούσαν να ξεχωρίσουν εύκολα το ψέμα»

 

 

 

Ετικέτες: ,

Ο Μήτσος η Κατίνα και η…Λάβρα

Ο Μήτσος η Κατίνα και η…Λάβρα

 

Ετικέτες: , ,

 
απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

blog it

QUAERE VERUM:ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

aioroumenesskepseis

The greatest WordPress.com site in all the land!

dpa2007

Just another WordPress.com site

Blogs Of The Day

Just another WordPress.com weblog

e-βιβλια

... επειδή η μόρφωση είναι προνόμιο όλων!

Συνταγες

Μαγειρικής & Ζαχαροπλαστικής

enter7.net

all about tech

Kyrgiakischristos's Blog

πεζογραφία-σχολιασμός επικαιρότητας-σάτιρα και πολλά άλλα

Βιο...λογισμοί

Βιολογία | Εκπαίδευση | Υγεία

fysikhlykeiou

Ασκήσεις-Προβλήματα-Διαγωνίσματα-Μεθοδολογία φυσικής λυκείου και πανελληνίων εξετάσεων και ...πολλά άλλα

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

Αρέσει σε %d bloggers: